Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συγγραφείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συγγραφείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22/1/11

Την τελευταία στιγμή ματαιώθηκε ο πλειστηριασμός της οικείας του Κωστή Παλαμά


Την τελευταία στιγμή σώθηκε η οικεία του ποιητή Κωστή Παλαμά, η οποία επρόκειτο να τεθεί σε δημοπρασία. Η ιδιοκτήτρια του σπιτιού στην οδό Περιάνδρου 5 στην Πλάκα κατάφερε να προχωρήσει σε ρύθμιση των χρεών της με την τράπεζα και έτσι ματαιώθηκε η δημοπρασία. Ο πλειστηριασμός είχε προγραμματιστεί να διεξαχθεί στο Ειρηνοδικείο της Αθήνας. Ως πρώτη τιμή προσφοράς είχε οριστεί το ποσό των 1.066.000 ευρώ.
Στο σπίτι αυτό στην Πλάκα έζησε ο Κωστής Παλαμάς τα τελευταία οκτώ χρόνια της ζωής του (1935-1943), μαζί με τη σύζυγό του Μαρία και την κόρη τους Ναυσικά. Σε αυτό το σπίτι πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου 1943. 
Το κτίριο ανήκε και ανήκει σε ιδιώτη, αλλά ανακηρύχθηκε διατηρητέο από την Εφορία Νεωτέρων Μνημείων.
Το Ίδρυμα Κωστής Παλαμάς έχει απευθυνθεί στο υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού, καθώς και σε άλλους φορείς, τράπεζες και ιδρύματα, προκειμένου να βοηθήσουν στην προσπάθεια να σωθεί το κτίριο και να περιέλθει είτε στην Πολιτεία, είτε σε κάποιο πολιτιστικό φορέα για να μετατραπεί σε Κέντρο Παλαμικών Μελετών.
Πηγή: Το Βήμα

21/11/10

Μουσείο θα γίνει το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Μάριο Βάργκας Λιόσα στο Περού

Σε μουσείο πρόκειται να μετατραπεί το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Νομπελίστας συγγραφέας Μάριο Βάργκας Λιόσα, στην Αρεκίπα του Περού. Με αυτόν τον τρόπο η κυβέρνηση της χώρας στοχεύει στην προσέλκυση τουριστών και, κατά συνέπεια, στην αύξηση των εσόδων στα ταμεία της πόλης. 

«Φαντάζομαι το σπίτι που μετατρέπεται σε μία ιστορική τοποθεσία, σε ένα νέο χώρο τον οποίο μπορούν να επισκεφθούν οι τουρίστες, ως κάτι που παράγει εισοδήματα για την πόλη» δήλωσε ο υπουργός Πολιτισμού Χουάν Οσίο, υπογράφοντας τη συμφωνία για να καταχωρηθεί ως εθνική κληρονομιά το σπίτι όπου γεννήθηκε ο συγγραφέας.
Το σπίτι είναι ένα τυπικό αρχιτεκτόνημα των αρχών του 20ού αιώνα, δεν κατοικείται εδώ και αρκετά χρόνια, αλλά είναι σε καλή κατάσταση «χάρη στους διαδοχικούς ιδιοκτήτες που το συντήρησαν», δήλωσε ο υπουργός Πολιτισμού. 

5/11/10

Ενα ολοζώντανο όνειρο...

Η Δέσποινα Παπαθεοδοσίου ανακάλυψε από τα δέκα κιόλας χρόνια της μια μεγάλη αλήθεια της ζωής· ότι τα όνειρα είναι για να πραγματοποιούνται. Ετσι, το παιδικό παραμύθι «Η Ιστορία του ονείρου» βρίσκεται στις προθήκες των βιβλιοπωλείων με το όνομά της.

Οταν με καμάρι μάς έδειξε το εξώφυλλο του πρώτου της βιβλίου, η ικανοποίηση στο πρόσωπό της ήταν έκδηλη. Η 10χρονη Δέσποινα είχε όρεξη για συζήτηση κι εμείς δεν μπορούσαμε να της χαλάσουμε χατίρι. «Θέλω πολύ μια μέρα να γυρίσω όλο τον κόσμο και να γνωρίσω καινούργιους πολιτισμούς. Να μάθω για τα ήθη και τα έθιμα από άλλες χώρες, πόλεις και χωριά. Πολλές φορές ρωτάω τον εαυτό μου "πώς γίνονται τα όνειρα" κι έτσι σκέφτηκα να πλάσω μια ιστορία που να το εξηγεί. Το παραμύθι μου μιλάει για το μοναδικό εργοστάσιο στο οποίο δημιουργούνταν όνειρα.
Η φαντασία των εργατών δούλευε αδιάκοπα για να φτιάξει καινούργια, για κάθε ένα παιδί του κόσμου. Το παραμύθι τελειώνει πως ζούμε για να ονειρευόμαστε και ότι τα καλύτερα όνειρα είναι αυτά που φτιάχνουμε όταν είμαστε ξύπνιοι». Σίγουρα νιώθει επιβεβαιωμένη μετά την έκδοση του βιβλίου της από τις εκδόσεις «Δρόμων» και αυτό το διαπιστώνει κάποιος από την άνεση που τη χαρακτηρίζει στη συζήτηση: «Η συγγραφή ενός παραμυθιού είναι δύσκολη, γιατί εμείς τα παιδιά έχουμε πολλές επιθυμίες. Θέλουμε να διαβάζουμε τα πάντα μέσα στο βιβλίο».

19/6/10

Ένα εκατομμύριο δολάρια για ανέκδοτο χειρόγραφο του Μαρκ Τουέιν

Ένα ανέκδοτο χειρόγραφο, που θεωρείται εδώ και χρόνια το κεφάλαιο που λείπει από την αυτοβιογραφία του αμερικανού συγγραφέα Μαρκ Τουέϊν, πουλήθηκε στην τιμή των 242.500 δολαρίων σε δημοπρασία χθες Πέμπτη.
Το χειρόγραφο είναι ένα από περίπου 100 γραπτά από τη ζωή του συγγραφέα, το πραγματικό όνομα του οποίου είναι Σάμιουελ Λάνγκχορν Κλέμενς, που πουλήθηκαν σε δημοπρασία του οίκου Sothebys στη Νέα Υόρκη έναντι περίπου ενός εκατομμυρίου δολαρίων.
Είναι κυρίως γνωστός από τα έργα του "Οι περιπέτειες του Χάκλμπερι Φιν" και "Οι περιπέτειες του Τομ Σόγερ".

17/6/10

Αναμνηστική πλακέτα για Σαμαράκη


Μια αναμνηστική μαρμάρινη πλάκα στην είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού Ταϋγέτου 49 στα Πατήσια, θα θυμίζει από σήμερα σε όλους, ότι εκεί βρισκόταν το σπίτι όπου έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του ο Αντώνης Σαμαράκης.

16/5/10

Ο Μαρκ Τουέιν που όλοι αγαπήσαμε

Εκατό χρόνια από τον θάνατό του, ο πατέρας της αμερικανικής λογοτεχνίας παραμένει δημοφιλής μέσα και έξω από την πατρίδα του

«Μετά λύπης μου σας πληροφορώ ότι οι φήμες περί του θανάτου μου είναι κάπως υπερβολικές». Μ’ αυτήν τη φράση είχε αντιδράσει ο Μαρκ Τουέιν όταν δημοσιεύτηκε σε μια εφημερίδα η είδηση ότι πέθανε. Και είχε προβλέψει την πραγματική χρονολογία της αποδημίας του. «Ηρθα μαζί με τον κομήτη Χάλεϊ το 1835», είπε το 1909. «Του χρόνου θα ξαναπεράσει και περιμένω να φύγω μαζί του. Αναμφίβολα, ο Παντοδύναμος έχει πει: “Υπάρχουν αυτοί οι δύο απερίγραπτοι μουρλοί• ήρθαν μαζί, πρέπει και να φύγουν μαζί”».
Πράγματι, το 1910 ο Μαρκ Τουέιν έφυγε από τη ζωή. Η εκατονταετηρίδα του θανάτου του έχει δώσει την αφορμή για πληθώρα εκδόσεων και επετειακών εκδηλώσεων για εκείνον στον οποίο μεγάλοι Αμερικανοί λογοτέχνες έδωσαν το σκήπτρο του κορυφαίου. «Ο Μαρκ Τουέιν είναι ο αληθινός πατέρας της αμερικανικής λογοτεχνίας», είχε δηλώσει ο Ευγένιος Ο’ Νιλ. Και ο Ερνεστ Χεμινγουέι έγραψε: «Ολη η μοντέρνα αμερικανική λογοτεχνία προέρχεται από ένα βιβλίο του Μαρκ Τουέιν, με τίτλο “Χάκλμπερι Φιν”».
Η παγκόσμια φήμη που απέκτησε ο Μαρκ Τουέιν οφείλεται κυρίως σε δύο βιβλία: «Οι περιπέτειες του Τομ Σόγερ» και «Οι περιπέτειες του Χάκλμπερι Φιν» (ή «Χοκ Φιν», όπως έχει εντυπωθεί στο μυαλό μας από την πρώτη ελληνική έκδοση της «Ατλαντίδας»). Αν και το σώμα του έργου του περιλαμβάνει πολλά ακόμη βιβλία –μυθιστορήματα όπως το «Πρίγκηψ και φτωχός» και «Ενας Γιάνκης του Κονέκτικατ στην αυλή του βασιλιά Αρθούρου», συλλογές διηγημάτων, ταξιδιωτικές εντυπώσεις κ. λπ. – αυτά τα δύο υπήρξαν τα καθοριστικά στη συγγραφική του πορεία.

Τομ Σόγερ και Χοκ Φιν
Οσο νωρίτερα διαβάσεις ένα σημαντικό βιβλίο, τόσο βαθύτερο αποτύπωμα αφήνει, και η γνωριμία με τον Μαρκ Τουέιν ξεκινάει φυσιολογικά στα παιδικά μας χρόνια. Αρχίζεις, ας πούμε, στα δέκα σου με τον «Τομ Σόγερ», αυτό το αρχέτυπο του άτακτου, παμπόνηρου, γενναίου αγοριού. Καταφέρνει να πείσει τα γειτονόπουλα ότι το ασβέστωμα του μαντρότοιχου, αγγαρεία που του έχει επιβληθεί σαν τιμωρία, είναι ένα ζηλευτό προνόμιο που αξίζει να παρακαλέσουν για να το μοιραστούν. Τον παρακολουθείς να αποδύεται σε κυνήγι θησαυρού, να νιώθει τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα, να βάζει τα γυαλιά στους μεγάλους αποκαλύπτοντας έναν φοβερό εγκληματία. Και να συμμαχεί στα ανδραγαθήματά του με ένα «κακό» παιδί, τον αδέσποτο μικρό αλήτη Χοκ Φιν.
Απολαυστικός και για τον ενήλικο αναγνώστη, ο Τομ Σόγερ μένει ωστόσο αγκιστρωμένος στην προεφηβική ηλικία. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τις «Περιπέτειες του Χοκ Φιν». Αυτό είναι ένα βιβλίο που μπορείς να το διαβάζεις σε όλη σου τη ζωή, ανακαλύπτοντας κάθε φορά κάτι καινούργιο. Οσο ανυπάκουος κι αν είναι, ο Τομ παραμένει ένα συμβατικό παιδί που δεν ξεπερνά τα όρια των αξιών της κοινωνίας όπου ζει. Ο Χοκ, χωρίς να το συνειδητοποιεί, είναι ένας μικρός αντιεξουσιαστής, παραβάτης και οξύς κριτής των καθιερωμένων. Από ανάγκη αλλά κι επειδή το λέει η καρδιά του.
Ο Τουέιν έχει φροντίσει να τον απαλλάξει από οικογενειακούς δεσμούς – είναι ορφανός από μητέρα, μ’ έναν μεθύστακα, βίαιο πατέρα, από τον οποίο το σκάει όταν κινδυνεύει η ίδια ζωή του. Στην περιπλάνησή του στον Μισισιπή, σύντροφός του είναι ο Τζιμ, ένας μαύρος σκλάβος που έχει αποδράσει και που ο Χοκ τον βοηθάει να μείνει ελεύθερος, παρότι βασανίζεται από τύψεις για το «αμάρτημά» του. Συνταξιδεύουν για μεγάλο διάστημα με δύο απίστευτους παραμυθάδες-τυχοδιώκτες, που κερδίζουν τα προς το ζην εξαπατώντας τους αφελείς χωρικούς. Οταν τελικά ο Χοκ τους βλέπει, αλειμμένους με πίσσα και πούπουλα, να υφίστανται την οργή των εξαπατημένων, ομολογεί πως τους λυπάται, όσο και αν οι ίδιοι προκάλεσαν τη φριχτή τιμωρία τους.
Οταν παρουσίασε τον «Χοκ Φιν», το 1885, ο Τουέιν προειδοποίησε ότι «όσοι προσπαθήσουν να βγάλουν ηθικό δίδαγμα από τούτο το αφήγημα θα μηνυθούν• και όσοι επιχειρήσουν να βρουν μια πλοκή σε αυτό, θα πυροβοληθούν». Το βιβλίο βέβαια έχει ηθικές αξίες, μόνο που δεν ήταν κατάλληλες για κηρύγματα από άμβωνος. Αρνηση της καταπίεσης, ασέβεια απέναντι στη συμβατική σοφία, εφευρετικότητα κι αλληλεγγύη στον αγώνα για επιβίωση. Οσο για τη χαοτική πλοκή, ταιριάζει μια χαρά με εκείνη την περίοδο της αμερικανικής ιστορίας, μια ανήσυχη, δυναμική εποχή όπου τίποτα δεν ήταν ακόμη παγιωμένο.
Ποταμόπλοια στον Μισισιπή
Η ζωή του ίδιου του Τουέιν ήταν κι αυτή χαοτική και ανήσυχη. Ο Σαμ Λ. Κλέμενς, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Χάνιμπαλ του Μισούρι και, μένοντας ορφανός από πατέρα, εγκατέλειψε στα δώδεκα το σχολείο για να δουλέψει παραγιός σε τυπογραφείο. Αργότερα μαγεύτηκε από τον Μισισιπή, και δούλεψε για ένα διάστημα τιμονιέρης σε ποταμόπλοια (το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο λέγεται ότι το πήρε από το παράγγελμα «mark twain!», προειδοποίηση στους πλοηγούς ότι πλησιάζουν σε επικίνδυνα ρηχά νερά). Ξέσπασε όμως ο εμφύλιος πόλεμος και, καθώς δεν είχε καμιά όρεξη να επιστρατευτεί, τράβηξε για τα δυτικά και επιδόθηκε με ζήλο στην έρευνα για ασήμι στη Νεβάδα.
Οι επιχειρηματικές του προσπάθειες απέτυχαν και αποφάσισε να επιβιώσει επαγγελματικά με το μόνο που κατάφερνε να κάνει καλά: να γράφει αστείες ιστορίες και ρεπορτάζ σε εφημερίδες. Ακολούθησαν τα βιβλία, η οικονομική άνεση και μια πρωτοφανής δημοτικότητα. Οταν, παρ’ όλ’ αυτά, κατάφερνε να φτάνει στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, οργάνωνε περιοδείες διαλέξεων όπου ο κόσμος γέμιζε ασφυκτικά τις αίθουσες για να τον ακούσει να μιλάει.
Αναμφίβολα, το μεγάλο πλεονέκτημά του ως αφηγητή ήταν το χιούμορ. Οι συγκαιρινοί του τον λάτρεψαν γι’ αυτό, όπως και οι αναγνώστες του όλων των εποχών. Ευγνωμονούμε εκείνους που μας κάνουν να γελάμε, ιχνηλατώντας τα στραβά και τα παράλογα της ζωής με την παρηγορητική ιλαρότητα της σάτιρας. Ο Μαρκ Τουέιν σατίρισε την αφέλεια, τις προκαταλήψεις, την αμορφωσιά των συμπατριωτών του, χωρίς να τους κοιτάζει αφ’ υψηλού, και ποτέ δεν συμμάχησε με το ακαδημαϊκό κατεστημένο της εποχής του.
Πάντα απέναντι στην απανθρωπιά και την αδικία
Ο Μαρκ Τουέιν ενσάρκωσε τα νιάτα της Αμερικής, μια εποχή ανοιχτών οριζόντων, όταν το «αμερικανικό όνειρο» ήταν ολοζώντανο. Κυνήγησε την προσωπική επιτυχία, αλλά ποτέ δεν έχασε την κριτική του οξύτητα απέναντι στην αδικία και την απανθρωπιά. Σε πολιτικά κείμενά του καταφέρθηκε με πάθος εναντίον της δουλείας, της θρησκευτικής υποκρισίας, του ιμπεριαλιστικού πολέμου, και δήλωνε υποστηρικτής των εργατικών συνδικάτων και των επαναστάσεων. Πολλά από αυτά τα κείμενα δημοσιεύτηκαν μετά τον θάνατό του, όπως το «United States of Lyncherdom» (Ηνωμένες Πολιτείες του Λιντσαρίσματος»), μια άγρια επίθεση στον ρατσισμό.
Τον αποκάλεσαν «αρχέτυπο του Homo Americanus», αλλά ενσάρκωσε και την άρνηση των χαρακτηριστικών που έκαναν μισητή την Αμερική στον κόσμο. Πήγε κόντρα ακόμα και στην «υγιεινιστική» καταπίεση, που σήμερα απλώνεται παντού με αφετηρία τις ΗΠΑ: κατάφερε να φτάσει σε σεβαστή ηλικία καπνίζοντας γύρω στα 300 πούρα τον μήνα.
Πηγή: Καθημερινή (Αγγελικης Στουπακη)

29/4/10

Πέθανε ο Ντένι Γκετζ ο άνθρωπος που έκανε τα μαθηματικά λογοτεχνία

Πέθανε ο συγγραφέας του μυθιστορήματος «Το θεώρημα του παπαγάλου» Ντένι Γκετζ

O Ντένι Γκετζ, ο συγγραφέας του γνωστού μαθηματικού μυθιστορήματος «Το θεώρημα του παπαγάλου», πέθανε το περασμένο Σάββατο 24 Απριλίου σε ηλικία 69 ετών. Κάποτε τα μαθηματικά και η λογοτεχνία κατοικούσαν σε διαφορετικούς πλανήτες. Ο Ντένι Γκετζ τα πάντρεψε σε ένα μυθιστόρημα το οποίο αποτελεί το πιο δημοφιλές δείγμα του είδους που αποκαλείται «μαθηματική λογοτεχνία».
Γεννημένος το 1940 στο Σέριφ της Βορειοανατολι- κής Αλγερίας, ο Γκετζ ήταν μαθηματικός, ερευνητής, μάχιμος πανεπιστημιακός από τον Μάη του ΄68 ως τον θάνατό του, μυθιστοριογράφος και σεναριογράφος. Δίδαξε Ιστορία των Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Ρaris VΙΙΙ και είχε πάθος με τα μαθηματικά.

Οσοι τον γνώριζαν, λένε ότι προσπαθούσε διαρκώς να εφευρίσκει παιχνίδια και διασκεδαστικούς τρόπους για να τα διδάσκει σε ενηλίκους και παιδιά. Ο πιο γνωστός ήταν το μυθιστόρημά του «Το θεώρημα του παπαγάλου» (1998), το οποίο έγινε αμέσως διεθνές μπεστ σέλερ. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο, σε μετάφραση του μαθηματικού Τεύκρου Μιχαηλίδη (είναι επίσης ο συγγραφέας των μαθη ματικών μυθιστορημάτων «Πυθαγόρεια εγκλήματα» και «Αχμές, ο γιος του φεγγαριού»), και έχει πουλήσει ως τώρα περίπου 75.000 αντίτυπα. Δημοφιλή στην Ελλάδα είναι και άλλα μυθιστορήματά του, όπως «Τα αστέρια της Βερενίκης», το «Μηδέν» και η «Η έπαυλη των ανδρών», με τις συνολικές πωλήσεις τους να φθάνουν στα 20.000 αντίτυπα.
Ο Γκετζ εκλαΐκευσε τα μαθηματικά και μύησε τους αναγνώστες σε 3.000
χρόνια Ιστορίας καθώς και σε βασικές έννοιές τους. Η αφήγησή του είναι τόσο απολαυστική ώστε οι αναγνώστες του παθιάζονται με τη λύση μιας εξίσωσης όσο και με τη διαλεύκανση ενός εγκλήματος. Αυτό ήταν: η μαθηματική λογοτεχνία έγινε μόδα σε κάθε χώρα. Ο Γκετζ ήταν επίσης ηθοποιός και γνωστός σεναριογράφος στη Γαλλία, όπου είχε τιμηθεί με το βραβείο Καλύτερου Σεναρίου 1987 για την ταινία «Η τελευταία Παρασκευή του Σεπτέμβρη».
Στον επικήδειό του ο υπουργός Πολιτισμού της Γαλλίας Φρεντερίκ Μιτεράν τον αποκάλεσε «διανοούμενο που είχε το χάρισμα να κάνει τα μυστήρια της πραγματικότητας προσπελάσιμα στους πολλούς».
Πηγή: Το Βήμα (Λαμπρινή Κουζέλη)

25/4/10

Ακόμα μια γαλλική διάκριση για την Άλκη Ζέη


Μία ακόμα λογοτεχνική διάκριση και μάλιστα γαλλική έρχεται να προστεθεί στις αποσκευές της Άλκης Ζέη. Η γαλλική μετάφραση του "Ψεύτη παππού", που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Syros σε μετάφραση της Anne-Fleur Clément, απέσπασε το λογοτεχνικό βραβείο 2010 νέων Ευρωπαίων (Prix littéraire des jeunes européens 2010). Το βραβείο απονέμεται κάθε χρόνο σε βιβλίο ευρωπαϊκής χώρας με πρωτοβουλία των φοιτητών του Πανεπιστημίου της Λυών και αποτελεί μια διάκριση με ιδιαίτερη αξία καθώς το μυθιστόρημα της Άλκης Ζέη, αν και απευθύνεται καταρχάς σε μικρούς αναγνώστες, εκτιμήθηκε από μια ηλικιακή κατηγορία αρκετά μεγαλύτερων νεαρών με διευρυμένες αναγνωστικές προτιμήσεις.

Επιπλέον η βράβευση προέρχεται απευθείας από τους αναγνώστες απηχώντας άμεσα τα συναισθήματα και τις εντυπώσεις που τους προκάλεσε το βιβλίο.
Αξίζει να θυμηθούμε ότι η Άλκη Ζέη έχει τιμηθεί επίσης με το «Βραβείο των βιβλιοφάγων» (2005), ένα εθνικό γαλλικό βραβείο που απονέμεται από μαθητές στο αγαπημένο τους βιβλίο, για τη γαλλική έκδοση του προηγούμενου μυθιστορήματός της "Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της" όπως και με το Βραβείο Acerbi, βραβείο αναγνωστών στην Ιταλία, για το μοναδικό έως τώρα μυθιστόρημά της για μεγάλους, την "Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα".

24/4/10

Φωτεινή Φραγκούλη: «Ζω πολλά παραμύθια, καθημερινά»

Η βραβευμένη με Κρατικό Βραβείο Παιδικού Βιβλίου, Φωτεινή Φραγκούλη, γράφει ιστορίες αγάπης για τα δέντρα, τα ζώα, τους ανθρώπους

«Η Φλούδω ήταν μια γυναίκα της εξοχής. Ολη τη ζωή της την πέρασε στα χωράφια με τα φυτά. Πότιζε, φύτευε, έσκαβε τη γη. Μιλούσε με τα φρέσκα φύλλα, εμπιστευόταν τον σπόρο στο χώμα. Εκοβε τους καρπούς και έλεγε στα δέντρα: «Ευχαριστώ, ευχαριστώ». Γνώρισα την Φωτεινή Φραγκούλη μέσα από το τελευταίο της βιβλίο «Εφτά ορφανά μολύβια... εφτά ιστορίες» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα) που κέρδισε το Κρατικό Βραβείο Παιδικού Βιβλίου 2009, εξ ημισείας με το βιβλίο της Λότης Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου «Η προφητεία του κόκκινου κρασιού» (εκδ. Πατάκη). Εφτά ιστορίες που αρχικά εμφανίζονται αυτοτελείς όμως συνδέονται μεταξύ τους με έναν μυστικό τρόπο. Αυτόν που η συγγραφέας κατάφερε να πλάσει μέσα στα χρόνια αφήνοντας τα πράγματα να κατασταλάξουν μέσα της.
Διαβάζω κάθε βράδυ κι από μια. Ιστορίες αγάπης για τα δέντρα, τα φυτά, τα ζώα, τους ανθρώπους. Λυρικές και γενναιόδωρες ιστορίες, εικονογραφημένες αριστοτεχνικά από την Φωτεινή Στεφανίδη, επίσης βραβευμένη. Η Κερασιά, ο Ποτούλης, η Φλούδω, η Βελανιδιά, ο Πλάτανος... Να και η Μελένια που την ακούω να νιαουρίζει βραχνά στην πρώτη μου συνομιλία με την κυρά της. «Ξέρετε πόσα κοτσύφια έχει η Αθήνα; Αρκεί να τα δεις...».

Η Φωτεινή Φραγκούλη είναι μια ξεχωριστή «περίπτωση» συγγραφέως για παιδιά. «Για μένα, τα δέντρα είναι η περίληψη του θεού στον κόσμο. Διάλεξα το σπίτι μου γιατί στο ύψος των ματιών μου μπορώ να τα δω». Τα πρωινά διδάσκει στο δημόσιο σχολείο της γειτονιάς της. Στον ελεύθερο χρόνο της γράφει. Αργά και εις βάθος, επειδή όπως λέει «ζω πολλά παραμύθια στην καθημερινότητά μου». Σε μια εποχή που η ανάγκη να επιστρέψουμε στη Φύση στέλνει μηνύματα σε παιδιά και ενήλικες «να σώσουμε τον πλανήτη μας», η Φωτεινή Φραγκούλη μέσα από τις εφτά ιστορίες της θυμίζει πως μόνο όταν αισθανθείς κάτι μπορείς και να το μεταδώσεις.
– Η αγάπη για τη Φύση κυριαρχεί στο έργο σας;
– Το γλωσσικό ιδίωμα του κάθε συγγραφέα είναι αυτεξούσιο, βυθίζεται σε μια προσωπική μυστική μυθολογία. Είχα την τύχη να μεγαλώσω στον Μόλυβο της Μυτιλήνης, έναν τόπο παρηγορητικό όπου οι άνθρωποι που συναντάς είναι από μόνοι τους βιβλία. Θυμάμαι ότι έξω απ’ το σπίτι μας υπήρχαν δύο πλατάνια και πως η σχέση μας με τη Φύση ήταν βαθιά και αληθινή. Βρισκόταν δίπλα μας και ήμασταν κι εμείς δίπλα της. Στον δύσκολο τόπο και χρόνο όπου ζούμε υπάρχει μέσα μου αυτό το απόθεμα. Μέσα από τα βιβλία μου έχει φιλτραριστεί η αγάπη για τη Φύση και τα πράγματα, με την απόλυτη έννοια.
– Πώς μπορούμε να καλλιεργήσουμε στα παιδιά αυτή την αγάπη;
– Η Φύση και η τέχνη περιέχουν αλήθειες που εάν τις έχεις εσύ μέσα σου, πορεύεσαι μαζί και διδάσκεις με την ίδια τη ζωή σου. Ακόμη και η Αθήνα είναι γεμάτη δέντρα και πουλιά, το θέμα είναι εάν τα βλέπουμε και εάν έχουμε τις προϋποθέσεις για να τα δούμε. Αυτό δίνουμε στα παιδιά μας. Τα παραμύθια είναι η συνταγή. Για παράδειγμα: Ταιριάζει ο ήχος με το σχήμα του βουνού; Η τέχνη έχει ένα μυστικό αλφάβητο και με αυτό θεραπεύει. Πιστεύω ότι όσα παιδιά δεν συναντηθούν με την τέχνη, δύσκολα θα αντιμετωπίσουν την αγριότητα της ζωής.
– Είναι δύσκολο να διδάσκεις υπό τις συνθήκες του σημερινού εκπαιδευτικού συστήματος;
– Αισθάνομαι τυχερή που είμαι δασκάλα. Τα παιδιά με μαθαίνουν, είναι δώρο για μένα κι ένας κόσμος που η τέχνη έχει να ζηλέψει. Γεννήθηκα ν’ αγαπώ κι αυτό στην περίεργη εποχή μας μπορώ να το πάρω μέσα στο σχολείο. Μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα με τα παιδιά υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Η τέχνη είναι ένας χώρος για να εκφράσεις όλα, και τα σκοτεινά και τα υπερφυσικά, εκεί τίποτα δεν είναι αφύσικο. Τα παιδιά καλοδέχονται την υπερβολή και αγαπούν την τέχνη γιατί εμπεριέχει το παιχνίδι. Εάν λοιπόν θέλουμε τα παιδιά να μη φοράνε ένα στενό ρούχο, είναι στο χέρι μας.
H δασκάλα με τη χρυσή πένα και το έργο της
Η Φωτεινή Φραγκούλη κατάγεται από τον Μόλυβο της Μυτιλήνης, όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε παιδαγωγικά και ψυχολογία. Εργάζεται στην Αθήνα ως δασκάλα στη δημόσια εκπαίδευση. Εργα της είναι «Το χωραφάκι της αγάπης» (εκδ. Γνώση, 1990), «Η Κυράνη του δάσους» (εκδ. Αλεξάνδρεια, 1993) έργο που ανέβηκε σε θεατρική παράσταση από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης στη Θεσσαλονίκη το 1998 και στο πλαίσιο του προγράμματος «Μελίνα Μερκούρη» (2000 - 2001) ταξίδεψε σε πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού, «Η Πορφυρένια και το μαντολίνο της» (εκδ. Αλεξάνδρεια, 1995), «Το μισό πιθάρι» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2000, Α΄ βραβείο του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και του περιοδικού «Διαβάζω»), «Το ταίρι της αταίριαστης» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2003, ένα παραμύθι για μεγάλους), «Οι άγγελοι των κοχυλιών» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2003) και «Το τραγούδι της Περσεφόνης» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2005, Α΄ βραβείο του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου).
Πηγή: Καθημερινή

21/4/10

Γ. Ξανθούλης: «Δικαιούμαι να υψώσω τη φωνή μου»

Έντονη διαμαρτυρία του συγγραφέα Γ. Ξανθούλη για τις υποψηφιότητες του «Διαβάζω»

Έντονη διαφωνία για τις υποψηφιότητες των λογοτεχνικών βραβείων που ανακοίνωσε τη Δευτέρα το περιοδικό «Διαβάζω» εξέφρασε ο συγγραφέας Γιάννης Ξανθούλης, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι συστηματικά αδικείται «από το συνάφι, το συνηθισμένο να αυτογλείφεται και να αυτοσυστήνεται ως αρμόδιο να επιτηρεί την 'ποιότητα' κατά το δοκούν».
Με επιστολή του δηλώνει ότι παραιτείται από την Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων, την οποία αποκαλεί «εταιρεία-φάντασμα», ενώ προσθέτει ότι δεν έχει τίποτα με τους συναδέλφους του, τους οποίους τιμά απεριόριστα.
Στην επιστολή αναφέρει:
«Αγαπητοί φίλοι, βλέποντας τη 'βραχεία' λίστα των υποψήφιων λογοτεχνών για τα βραβεία -πρωτίστως ηθικά- του περιοδικού 'Διαβάζω', νομίζω πως ύστερα από τόσα χρόνια παρουσίας μου στο χώρο, δικαιούμαι να υψώσω τη φωνή μου.

Πιστεύω ότι συστηματικά αδικούμαι από το σινάφι, το συνηθισμένο να αυτογλείφεται και να αυτοσυστήνεται ως αρμόδιο να επιτηρεί την 'ποιότητα' κατά το δοκούν.
» Δεν έχω τίποτα με τους αγαπητούς συγγραφείς-συναδέλφους, τους οποίους τιμώ απεριόριστα. Με τη συντεχνιακή νοοτροπία αγανακτώ και με την προκατάληψη σε βάρος μου.
» Με την επιστολή αυτή θέλω να δηλώσω ότι παραιτούμαι από την Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων, αρνούμενος να έχω -επιπλέον- πρόεδρο και μπάστακα τον κ. Αλέξη Ζήρα, αενάως επιτροπολόγο και τα γνωστά.
» Έτσι κι αλλιώς η Εταιρεία είναι μια Εταιρεία-Φάντασμα που δεν με αφορά από τη στιγμή που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τα συγγραφικά μου συμφέροντα - ως συγγραφέα εν ενεργεία κι όχι 'εξαρτημένου' από τα γλυκόλογα της 'παρέας'».
Πηγή: Newsroom ΔΟΛ

7/3/10

Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896)

Ὁ Γεώργιος Βιζυηνὸς γεννήθηκε στὸ χωριὸ Βιζύη ἢ Βιζὼ τῆς Θρᾴκης τὸ 1849. Τὸ πραγματικό του ὄνομα ἦταν Γεώργιος Σύρμας. Ποιητής, πεζογράφος καὶ λόγιος. Τραγικὴ φυσιογνωμία, γεννήθηκε σὲ μία πολὺ φτωχὴ οἰκογένεια, ποὺ τὴν χτύπησε ὁ θάνατος. Ἔμαθε τὰ πρῶτα γράμματα στὸ χωριό του μὲ πολλὲς διακοπές. Σὲ ἡλικία 10 ἐτῶν ἄρχισε ἡ περιπέτεια τῆς ζωῆς του: μαθητευόμενος ράφτης στὴν Πόλη, ὕστερα προστατευόμενος ἑνὸς πλούσιου ἔμπορου στὴν Κύπρο, 19-20 ἐτῶν καλογεροπαῖδι, προστατευόμενος τοῦ ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Σωφρονίου Β´, 23 ἐτῶν ἱεροσπουδαστὴς στὴ Χάλκη (ὅπου τὸ 1873 δημοσίευσε τὴν πρώτη του ποιητικὴ συλλογή, μὲ τίτλο Ποιητικὰ πρωτόλεια). Τὸ 1874 ἔρχεται γιὰ λίγο στὴν Ἀθήνα ὅπου καὶ θριαμβεύει, βραβευόμενος σὲ δυὸ διαγωνισμούς, ἕναν ποιητικό, μὲ τὴ συλλογή του «Βοσπορίδες αὖρες» καὶ ἕνα θεατρικό, μὲ τὸ ἔργο του «Κόδρος». Κατόπιν τὸ (1875-78) σπουδαστὴς φιλολογίας καὶ φιλοσοφίας στὴ Γερμανία (μὲ ὑποτροφία τοῦ ζάπλουτου Γεωργίου Ζαρίφη). Ἐκεῖ σπούδασε μὲ διάσημους καθηγητές, ὅπως ὁ Λότσε, ὁ Βούντ, ὁ Τσέλερ κ.ἄ. Ἡ διαμονή του στὸ ἐξωτερικὸ συνεχίστηκε, μὲ διακοπές, μέχρι τὸ 1884: τὸ 1881 πῆρε τὸ διδακτορικό του δίπλωμα στὴ Γερμανία, τὸ 1882 ἔμεινε στὸ Παρίσι, ὅπου γνωρίστηκε μὲ τὸν Δημήτριο Βικέλα, τὴν Ἰουλιέτα Λαμπέρ-Ἀντὰμ κ.ἄ. καὶ τὸ 1883 βρέθηκε στὸ Λονδίνο, ὅπου σχετίστηκε μὲ τὸν πρεσβευτὴ Πέτρο Βράιλα Ἀρμένη καὶ δημοσίευσε τὰ μέχρι τότε ποιήματά του μὲ τὸν τίτλο Ἀτθίδες Αὔραι. Τὸ 1884 πέθανε ὁ προστάτης του Ζαρίφης καὶ ὑποχρεώθηκε νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ἀθήνα, ὅπου μόλις κατόρθωσε νὰ διοριστεῖ καθηγητὴς γυμνασίου. Στὸ μεταξὺ εἶχε γίνει γνωστὸς ὡς λαμπρὸς διηγηματογράφος καὶ δοκιμιογράφος καὶ ἔχει γράψει σχολικὰ βιβλία ψυχολογίας καὶ λογικῆς. Τώρα πιὰ ἦταν προσωπικότητα.

Τὰ ποιήματά του βραβεύτηκαν δυὸ φορὲς σὲ πανεπιστημιακοὺς διαγωνισμοὺς καὶ τὰ διηγήματά του δημοσιεύονταν στὸ ἐγκυρότερο περιοδικό, τὴν Ἑστία. Τὸ 1885 ἐξελέγη ὑφηγητὴς τῆς φιλοσοφίας μὲ τὸ ἔργο του Ἡ φιλοσοφία τοῦ καλοῦ παρὰ Πλωτίνῳ. Ἀλλὰ δὲν πρόλαβε νὰ γίνει καθηγητής, καθὼς ἡ μοῖρα τὸν χτύπησε σκληρά. Τὸ 1892 προσβλήθηκε τὸ μυαλό του καὶ κατέληξε στὸ Δρομοκαΐτειο τῆς Ἀθήνας, ὅπου ὕστερα ἀπὸ τέσσερα χρόνια ἐγκλεισμοῦ, πέθανε τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1896, ἀφοῦ μπόρεσε ἀκόμα καὶ μέσ᾿ ἀπὸ τὴ φυλακὴ τοῦ διανοητικοῦ σκότους, νὰ ἐξακοντίσει μερικὲς θαυμάσιες λάμψεις λυρικῶν ἐμπνεύσεων.
Ὁ Βιζυηνὸς ἔχει μία παιδικὴ ψυχή, γεμάτη νοσταλγία, λυρικὴ διάθεση, ἁβρὴ μελαγχολία, τρυφερότητα καὶ πόνο. Νοσταλγεῖ, ὅπως ὁ Παπαδιαμάντης, τὰ παιδικά του χρόνια, τὴ χαροκαμένη μάνα του, τὸ φτωχικό του σπίτι, τὸ χωριὸ τοῦ Βιζύη, τὴ Θρᾴκη γενικά, τὴν Πόλη τῶν θρύλων. Καὶ ἡ ποίησή του ἀντλεῖ τὰ θέματά της ἀπὸ αὐτὴ τὴ νοσταλγικὴ παρηγοριά. Ἀλλοῦ αὐτοβιογραφεῖται, ἀλλοῦ ἠθογραφεῖ τὶς λαϊκὲς παραδόσεις τοῦ τόπου τοῦ (γράφει παραλογές, μπαλάντες, «βαλλίσματα», ὅπως τὰ ἀποκαλοῦσε ὁ ἴδιος), ἀλλοῦ ἐκφράζει τὴν πίστη του στὴ Μεγάλη Ἰδέα καὶ ἄλλοτε γράφει δροσερὰ παιδικὰ ποιήματα. Ἀρκετοὶ στίχοι του μᾶς συγκινοῦν καὶ σήμερα. Πρέπει ὅμως νὰ ἐκτιμήσουμε τὴ συμβολή του, μὲ τὰ μέτρα τῆς ἐποχῆς του. Ἐνῷ ξεκίνησε ἀπὸ τὴ φαναριώτικη ποίηση τῆς Πόλης (ὁ Ἠλίας Τανταλίδης ἦταν δάσκαλος καὶ προστάτης του) καὶ βρῆκε τὸν στόμφο καὶ τὴ ρητορεία τῶν Φαναριωτῶν στὴν Ἀθήνα (Θ. Ὀρφανίδης, Παράσχος, Ἀλέξανδρος Ραγκαβῆς, Ἄγγελος Βλάχος, πανεπιστημιακὸς διαγωνισμός), ὁ ἴδιος ἔδειξε τὴ γνήσια εὐαισθησία του μὲ νέο τρόπο: στροφὴ πρὸς τὴ λαϊκὴ παράδοση μὲ τὴν ἐπίδραση τοῦ μεγάλου Νικόλαου Πολίτη, στίχος λιτός, ἁπλός, δροσερός, εἰλικρινής, ἁπλούστερη καθαρεύουσα καὶ ὕστερα στροφὴ πρὸς τὴ δημοτική. Ἀλλὰ ἡ ἐπίδραση ποὺ δέχτηκε ἀπὸ τὴ γενιὰ τοῦ 1880 δὲν ὁλοκληρώθηκε (τὸ ἴδιο ποὺ ἔγινε μὲ τὸν Ἀ. Προβελέγγιο, τὸν Γ. Στρατήγη καὶ ἄλλους ποιητὲς καὶ πεζογράφους).
Στὴν ποίησή του ἐξάλλου εἶναι ἑλλαδικός, φωτεινός, ἀλλοῦ εὐαίσθητος καὶ ἀλλοῦ παιγνιώδης. Ἡ ποιητικὴ παραγωγή του περιλαβαίνεται στὶς συλλογὲς «Ποιητικὰ πρωτόλεια» (1873), «Βοσπορίδες αὔραι» (πῆρε τὸ α´ βραβεῖο στὸ Βουτσιναϊο διαγωνισμό, ἀλλὰ δὲν ἐκδόθηκε σὲ βιβλίο), «Ἀτθίδες αὔραι» (1884). Ἐπιλογὴ τῶν ποιημάτων αὐτῶν, μαζί με νεώτερα ποιήματα, ἐκδόθηκε μετὰ θάνατον, τὸ 1916 ἀπὸ τὸν οἶκο Φέξη. Ἀνάμεσα στὰ ποιήματά του ἀρκετὰ καὶ ἀπὸ τὰ καλύτερα, εἶναι ποιήματα γιὰ παιδιά, ἀπὸ τὰ καλύτερα ποὺ γράφτηκαν ἴσαμε σήμερα. Ἂν μὲ τὴν ποίησή του ἔμεινε στὸ μεταίχμιο, μεταξὺ τῆς παλιᾶς καὶ τῆς νέας Ἀθηναϊκῆς Σχολῆς, μὲ τὰ διηγήματά του, στὰ ὁποῖα δέχτηκε τὴν εὐεργετικὴ ἐπίδραση τοῦ Βικέλα (Λουκῆς Λάρας, Παπα-Νάρκισσος κ.ἄ.) ἔγινε ὁ πατέρας τοῦ ἑλληνικοῦ διηγήματος. Οἱ παιδικές του ἀναμνήσεις τοῦ ἔδωσαν θέματα γιὰ ἠθογραφίες καὶ ἡ γνωριμία του μὲ τὴν ψυχολογία, μὲ τὸ ρεαλιστικὸ καὶ ψυχολογικὸ μυθιστόρημα τῆς σύγχρονής του Εὐρώπης καὶ μὲ τὸ ἔργο τοῦ Ἴψεν τὸν ὤθησε καὶ τὸν βοήθησε νὰ γράψει ἠθογραφικὰ διηγήματα μὲ ψυχογραφικὴ δύναμη. Βέβαια, καὶ ἐδῶ αὐτοβιογραφήθηκε. Ἀλλὰ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀφηγηματική του τέχνη, εἶχε καὶ τὴ δύναμη νὰ παρατηρεῖ τοὺς ἀνθρώπους μὲ σιγουριά, νὰ τοὺς ἐρευνᾷ βαθύτερα, νὰ διαγράφει τοὺς χαρακτῆρες τους καὶ νὰ τοὺς κάνει μία ψυχολογικὴ ἀνάλυση ποὺ ἀκόμα καὶ σήμερα θέλγει. Ἐδῶ δὲν ἔχουμε πρωτόλεια, γράφει μὲ ἀσφάλεια, ὅπως ἕνας ὥριμος τεχνίτης. Ἡ καθαρεύουσά του εἶναι δουλεμένη καὶ ζωντανή, ἐνῷ οἱ διάλογοι γράφονται στὴ δημοτική. Κρῖμα, ποὺ ἐνῷ τὸν συγκίνησε ἡ δημοτικὴ (ἀπόδειξη τὸ χαριτωμένο ἀφήγημά του Διατὶ ἡ μηλιὰ δὲν ἔγινε μηλέα) δὲν μπόρεσε νὰ ὑπερνικήσει τὸν γλωσσικὸ διχασμό. Ὁπωσδήποτε τὰ διηγήματά του Τὸ ἁμάρτημα τῆς μητρός μου, Ποῖος ἦταν ὁ φονεὺς τοῦ ἀδελφοῦ μου, Αἱ συνέπειαι τῆς Παλαιᾶς ἱστορίας, Τὸ μόνον τῆς ζωῆς τοῦ ταξείδιον καί, κυρίως, τὸ καλύτερό του Μοσκὼβ Σελὴμ θεωροῦνται σημαντικότατα ἔργα τῆς νεοελληνικῆς λογοτεχνίας. Σημαντικὰ ἐπίσης εἶναι τὰ δοκίμιά του γιὰ τὸν Πλωτίνο, τὸν Ἴψεν, τὶς μπαλάντες κ.ἄ.

5/3/10

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (ισπ. Gabriel José García Márquez) είναι σπουδαίοςΚολομβιανός συγγραφέας, βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1928 στο χωριό Αρακατάκα της Κολομβίας. Το 1947 ξεκίνησε να σπουδάζει Νομική και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Μπογκοτά. Την ίδια χρονιά δημοσίευσε σε εφημερίδα το πρώτο του διήγημα, «Η Τρίτη Παραίτηση». Το 1948 μετακόμισε στην Καρταχένα των Δυτικών Ινδιών και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία σε εφημερίδες και περιοδικά.
Το 1955 εκδόθηκε το πρώτο μυθιστόρημά του, «Τα Νεκρά Φύλλα». Ακολούθησαν τα έργα «Κακιά Ώρα», «Ο Συνταγματάρχης δεν Έχει Κανέναν να του Γράψει» και «Η Κηδεία της Μεγάλης Μάμα». Το 1967 δημοσιεύτηκε το μυθιστόρημα «Εκατό Χρόνια Μοναξιά», το οποίο τον καθιέρωσε ως έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της εποχής μας, καθώς αποκόμισε αμέσως τις θετικότερες κριτικές.
Το 1982 του δόθηκε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Άλλα έργα του είναι:

 «Το Φθινόπωρο του Πατριάρχη»
 «Χρονικόν Ενός Προαναγγελθέντος Θανάτου»
 «Ο Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας»
 «Δώδεκα Διηγήματα Περιπλανώμενα»
 «Περί Έρωτος και 'Αλλων Δαιμονίων»
 «Η Περιπέτεια του Μιγκέλ Λιττίν»
 «Η Είδηση μιας Απαγωγής»
 «Ανεμοσκορπίσματα»
 «Ο Στρατηγός μες στο Λαβύρινθό του»
 «Ζω για να τη διηγούμαι»
Επίσης, έχει γράψει άρθρα σε περιοδικά, βιβλία με διηγήματα και κινηματογραφικά σενάρια. Τα τελευταία χρόνια αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή και μάχεται με τον καρκίνο των λεμφαδένων.
Πηγή: Βικιπαίδεια

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: "Φίλοι μου, σας αποχαιρετώ"

"Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέπτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν αυτά που λέω εδώ.
Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι' αυτό που αξίζουν αλλά γι' αυτό που σημαίνουν.
Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια μας, χάνουμε 60 δευτερόλεπτα φωτός. Θα συνέχιζα ο΄ταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμούνταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!
Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα, αλλά και την ψυχή μου.
Θεε μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα με ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι και ένα τραγούδι του Σεράτ θα ήταν η σερενάτα που θα τη χάριζα στη Σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρυα μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο απ'τα αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους...

Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή...
Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μια μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.
Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν που νομίζουν οτι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται. Στους γέρους θα έδειχνα ότι τον θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατεία, αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από εσάς τους ανθρώπους... Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά.
Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.
Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από εσάς, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ' αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς, θα πεθαίνω.
Να λές πάντα αυτό που νοιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ' έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ' αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ' έβλεπα να βγαίνεις απ' την πόρτα, θα σ' αγκάλιαζα και θα σου 'δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ' έβλεπα, θα έλεγα ότι σ'αγαπώ και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη.
Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μας δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα 'θελα να σου πω πόσο σ' αγαπώ και ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.
Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι' αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν' το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί (όπως θα έλεγα εγώ:η μεταμέλεια φοράει ξυλοπάπουτσα, σύμφωνα με τον Ρίτσο) και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μία τελευταία τους επιθυμία. Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις "συγνώμη", "συγχώρεσε με", "σε παρακαλώ", "ευχαριστώ" κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.
Κανείς δε θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ' τον Κύριο η δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για 'σένα.
Στείλε αυτό το μήμυμα σε όποιους θέλεις.
Αν δεν το κάνεις σήμερα, αύριο θα είναι όπως και χθες. Κι αν δεν το κάνεις ποτέ, δεν πειραζει."
Οι ήρωες πεθαίνουν από αγάπη....

26/2/10

Κοσμάς Πολίτης

Ο Κοσμάς Πολίτης (1888-1974) ήταν ένας απ' τους σημαντικότερους πεζογράφους της γενιάς του '30. Το πραγματικό του όνομα ήταν Παρασκευάς Ταβελούδης. Τα χαρακτηριστικότερα έργα του είναι τα μυθιστορήματα Eroïca (1938) και Στου Χατζηφράγκου (1962).
Γεννήθηκε στις 16 Μαρτίου 1888 στην Αθήνα. Ο πατέρας του ,Λεωνίδας, καταγόταν από την Μυτιλήνη και η μητέρα του, Καλλιόπη Χατζημάρκου, από το Αϊβαλί. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στηΣμύρνη το 1890, έπειτα από οικονομική καταστροφή. Τα παιδικά του χρόνια δεν ήταν ευχάριστα: ο πατέρας του ήταν αυταρχικός και η φιλάσθενη μητέρα του πέθανε όταν εκείνος ήταν 12 χρονών. Τη φροντίδα του ανέλαβε μια γαλλίδα δασκάλα και η 18 χρόνια μεγαλύτερη αδερφή του Μαρία. Φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή (1900-1904)και στο Αμερικάνικο Κολέγιο της Σμύρνης (1904-1905), χωρίς ποτέ να πάρει απολυτήριο: στη δευτέρα γυμνασίου εγκατέλειψε το σχολείο και άρχισε να εργάζεται στην Τράπεζα Ανατολής (1905-1911) και στη συνέχεια, 1911-1919, στην Wiener Bank. Το 1918 παντρεύτηκε την Κλάρα Κρέσπι, ευγενή αυστροουγγκρικής καταγωγής. Ένα χρόνα μετά απέκτησαν μια κόρη, την Φοίβη (Κνούλη). Από το 1919 ως το 1922 εργαζόταν στην Crédit Foncier d' Algérie et de Tunisie.

Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή εγκατέλειψε τη Σμύρνη και εγκαταστάθηκε αρχικά στο Παρίσι (1922-1923, έπειτα στο Λονδίνο, όπου εργαζόταν στο εκεί υποκατάστημα της Ιονικής Τράπεζας, και τελικά το 1924 στην Αθήνα, όπου έγινε και υποδιευθυντής της Τράπεζας, ένα χρόνο μετά.
Στα γράμματα εμφανίστηκε αιφνίδια, το 1930, σε ηλικία 42 ετών, ενώ ήδη είχε αξιόλογη επαγγελματική σταδιοδρομία, με το μυθιστόρημα Λεμονοδάσος. Η επιτυχία του έργου ήταν μεγάλη και προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι ο ίδιος δεν έκανε καμία ενέργεια για να προβληθεί (Αναγνωστάκη 1992, σ. 254). Το 1934 μετατέθηκε στην Πάτρα, όπου ανέλαβε την υποδιεύθυνση του υποκαταστήματος της τράπεζας, ενώ εν τω μεταξύ είχε συνάψει σχέση με μια άλλη γυναίκα και είχε εγκαταλείψει την οικογένειά του. Κατά την παραμονή του στην Πάτρα έγραψε την Eroica, που εκδόθηκε το 1938 και τιμήθηκε με το Κρατικό Bραβείο μυθιστορήματος την επόμενη χρονιά, και δημοσίευσε σε συνέχειες στο περιοδικό Νέα Γράμματα την Κυρία Ελεονώρα (1935) και το 1939, στο ίδιο περιοδικό, τη Μαρίνα.
Το 1942 πέθανε η κόρη του κατά τη διάρκεια του τοκετού. Αυτό το γεγονός τον συγκλόνισε και θεώρησε τον εαυτό του υπεύθυνο, καθώς πίστευε ότι αν δεν είχε εγκαταλείψει το σπίτι του, η κοπέλα θα ζούσε ακόμα. Επέστρεψε τότε στη γυναίκα του, με την οποία επανασυνδέθηκε. Εν τω μεταξύ, επειδή κατά τη διάρκεια της ασθένειας της κόρης του είχε παρατείνει αδικαιολόγητα την άδειά του, σύμφωνα με την κρίση της υπηρεσίας του, απολύθηκε. Η Τράπεζα αργότερα τροποποίησε τα επίσημα στοιχεία ώστε να φαίνεται ότι δεν απολύθηκε, αλλά παραιτήθηκε οικειοθελώς. Από τότε ζούσε αποκλειστικά από τις μεταφράσεις του και από την πενιχρή σύνταξη που του πλήρωνε η Τράπεζα μέχρι το 1945. Επιπλέον πούλησε την κατοικία του στο Παλαιό Ψυχικό σε κάποιον μαυραγορίτη, στον οποίον πλήρωνε ενοίκιο για να παραμένει εκεί. (Αργότερα, το 1945 περίπου, το σπίτι του δημεύτηκε και πλήρωνε ενοίκιο στο Δημόσιο).
Το 1944 έγινε μέλος του Κ.Κ.Ε. και το 1945 δημοσίευσε το μυθιστόρημα Το Γυρί, που αντικατοπτρίζει τους κοινωνικούς προβληματισμούς του. Ιδρυτικό μέλος της Ε.Δ.Α., κατήλθε στις εκλογές στην περιφέρεια Πατρών, χωρίς να εκλεγεί, το 1951. Το 1960 τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος για την Κορομηλιά (είχε δημοσιευτει το 1946). Την ίδια χρονιά ο Μιχ. Κακογιάννης μεταφέρει την Eroicaστον κινηματογράφο. Το 1961 εξελέγη επίτιμος Πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και ένα χρόνο αργότερα δημοσίευσε το μυθιστόρημα "Στου Χατζηφράγκου", για το οποίο πήρε το Α' Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος το 1964.
Το 1967, την ημέρα του πραξικοπήματος, πέθανε η σύζυγός του κι ο ίδιος συνελήφθη και ανακρίθηκε ως αριστερός. Αφέθηκε τελικά ελεύθερος μετά από παρέμβαση της Τατιάνας Μιλιέξ. Ο κλονισμός από το θάνατο της γυναίκας του ήταν μεγάλος, αλλά δεν τον εμπόδισε να αρχίσει να γράφει ένα νέο έργο (Τέρμα), το οποίο δεν ολοκληρώθηκε γραπτώς (ο συγγραφέας όμως είχε συλλάβει όλο το σχέδιο του βιβλίου), αλλά εκδόθηκε μετά το θάνατό του από τον Γ.Ν.Πεντζίκη.
Το 1973 εισήχθη στον Ευαγγελισμό με αναπνευστική και καρδιακή ανεπάρκεια , και στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε οίκο ευγηρίας. Το 1974 νοσηλεύτηκε ξανά στον Ευαγγελισμό όπου και πέθανε, στις 23 Φεβρουρίου.
Το έργο
Η εμφάνιση του Κοσμά Πολίτη στην νεοελληνική πεζογραφία ήταν αιφνίδια και εντυπωσιακή: το πρώτο του μυθιστόρημα, το Λεμονοδάσος, (1930), έγινε δεκτό ενθουσιωδώς από την κριτική• ο Αντρέας Καραντώνης (Καραντώνης 1977, σελ. 160), αναφέρει σχετικά: "πρωτοφάνηκε στα γράμματά μας, όχι με τον συνηθισμένο τρόπο, που φανερώνονται οι λογοτέχνες, ακόμα και οι καλύτεροι, προετοιμάζοντας δηλαδή την επιβολή του, αρχίζοντας να γράφει από νέος, να δημοσιεύει δειλά σε περιοδικά και σιγά-σιγά να χρίεται άνθρωπος των γραμμάτων, αλλά με μια εισβολή απροσδόκητη και συναρπαστική...". Το έργο, παρά τον μελοδραματικό χαρακτήρα του, σφύζει από ζωή, νεανικότητα και αγάπη για τη φύση, κάτι που το διαφοροποιούσε από την ατμόσφαιρα των περισσότερων μυθιστορημάτων της εποχής[1]και που ήταν ο βασικός λόγος για την θετικότατη υποδοχή του.
Τα τρία πρώτα μυθιστορήματα του Πολίτη, Λεμονοδάσος, Εκάτη και Εroïca έχουν χαρακτήρα κοσμοπολίτικο. Το κεντρικό θέμα αυτών των μυθιστορημάτων είναι η αναζήτηση της "αυθεντικής ζωής" (Vitti 1977, σελ. 339). Στα δύο πρώτα έργα οι ήρωες είναι ενήλικοι, ενώ στην Eroïca ο συγγραφέας στράφηκε στον κόσμο της εφηβικής ηλικίας για να αναζητήσει εκεί την αυθεντικότητα. Από το μυθιστόρημα Το Γυρί (1944), παράλληλα με την ιδεολογική μεταστροφή του συγγραφέα, σημειώνεται θεματική μεταβολή και στην πεζογραφία του: το ενδιαφέρον του μετατοπίζεται πλέον στις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις και τους λαϊκούς ανθρώπους και εστιάζει στο καθημερινό και το συνηθισμένο (Σαχίνης 1967, σ.), αντί για το απόλυτο και το ιδανικό. Από την ίδια οπτική γωνία περιγράφει και την Σμύρνη στο τελευταίο του ολοκληρωμένο μυθιστόρημα, Στου Χατζηφράγκου (1962). Πρωταγωνίστρια του έργου είναι η ίδια η Σμύρνη, και η συγκεκριμένα η λαϊκή συνοικία Χατζηφράγκου. Όλο το έργο διαδραματίζεται στα 1902, με εξαίρεση ένα εμβόλιμο τμήμα στο μέσον του βιβλίου, την "Πάροδο", όπου ένα από τα παιδιά της λαϊκής συνοικίας και πρόσφυγας πια στην Αθήνα του 1962 αφηγείται την καταστροφή της πόλης το 1922. Η "Πάροδος" είναι ένα από τα πιο συγκλονιστικά κείμενα που έχουν γραφτεί για την Μικρασιατική Καταστροφή.
Αυτό που αναγνωρίστηκε αμέσως ως το αξιολογότερο χαρακτηριστικό της πεζογραφίας του Κοσμά Πολίτη ήταν η "ποιητικότητα" και ο "λυρισμός". Ο Mario Vitti (Vitti 1977, σελ. 329-337) ερμηνεύει την ποιητικότητα ως "συγκινησιακή φόρτιση" στην περιγραφή του τοπίου. Το δεύτερο σημαντικότερο χαρακτηριστικό της πεζογραφικής τέχνης του Πολίτη ήταν η συνεχής ανανέωση, όχι μόνο θεματολογικά, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αλλά και μορφολογικά.
Εργογραφία
 Λεμονοδάσος, μυθιστόρημα, 1930
 Εκάτη, μυθιστόρημα, 1933
 Ελεονόρα, διήγημα, 1935
 Εroïca, μυθιστόρημα, 1937
 Μαρίνα, διήγημα, 1939
 Τζούλια, διήγημα, 1943
 Το Γυρί, μυθιστόρημα, 1944
 Το ρέμα, διήγημα, 1945
 Ένα διπλό, διήγημα, 1945
 Η κορομηλιά, νουβέλα, 1946
 Santa Barbara (απόσπασμα), εφημ. Η Μάχη, 6.11.49, σ. 2.
 Κωνσταντίνος ο Μέγας, θεατρικό, 1957
 Πρώτη Ανάσταση, διήγημα, 1959
 Στου Χατζηφράγκου, μυθιστόρημα, 1962
 Μάρκο Πόλο. Πρωτότυπη εργασία πάνω στα ταξίδια του, 1967
 Τέρμα (ημιτελές), μυθιστόρημα, 1975
 Καϊάφας, αφήγημα, 1976

Πηγή: Βικιπαίδεια

25/1/10

Στρατής Τσίρκας

Ο Στρατής Τσίρκας (1911-1980) είναι από τους αξιολογότερους πεζογράφους της μεταπολεμικής γενιάς. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης Χατζηαντρέας.
Γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου το 1911 κι εργάστηκε αρχικά ως λογιστής. Το 1930, γνωρίζει στην Αλεξάνδρεια τον Καβάφη, από τον οποίο και επηρεάζεται στο μετέπειτα συγγραφικό του έργο. Ασχολήθηκε με την ποίηση, το δοκίμιο, το διήγημα και το μυθιστόρημα, καθώς και με μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών.
Από νεαρή ηλικία εντάχθηκε στο αριστερό κίνημα στην Αίγυπτο και έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας.
Σημαντικότερο έργο του αναμφισβήτητα αποτελούν οι "Ακυβέρνητες Πολιτείες" (1960-1965). Αποτελείται από τρία βιβλία: τη "Λέσχη", την"Αριάγνη" και τη "Νυχτερίδα", η συγγραφή των οποίων απασχόλησε τον Τσίρκα για περίπου 20 χρόνια.

Η έκδοση της "Λέσχης" το 1960 προκάλεσε την αντίδραση της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε., η οποία του ζήτησε να αποκηρύξει το έργο του. Ο Τσίρκας αρνήθηκε λέγοντας "Κατέγραψα τα γεγονότα όπως ακριβώς τα έζησα. Η συνείδησή μου δεν είναι καπέλο, να την πάρω απ' το ένα καρφί να την κρεμάσω στο άλλο". Λόγω της άρνησής του διαγράφηκε από το κόμμα.
Κέντρο της τριλογίας είναι τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα της περιόδου στη Μέση Ανατολή και στις συγκρούσεις που εξελίχθηκαν σε τρειςακυβέρνητες πολιτείες, την Ιερουσαλήμ, το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια. Ο Τσίρκας θεωρούσε ολόκληρη την τριλογία ως μια προσπάθεια δικαίωσης του κινήματος του Απρίλη του 1944, κατά το οποίο ο ελληνικός στρατός στη Μέση Ανατολή ξεσηκώθηκε ενάντια στην προσπάθεια διάλυσής και ολικής υποταγής του στην αγγλική διοίκηση.
Με την άνοδο της δικτατορίας, ο Τσίρκας συμμετέχει στη "σιωπή" των λογοτεχνών και δε δημοσιεύει παρά μόνο μεταφράσεις. Όταν σταμάτησε η προληπτική λογοκρισία, συμμετείχε στην έκδοση των 18 κειμένων.
Το μυθιστόρημα "Χαμένη Άνοιξη" προοριζόταν να είναι το πρώτο μέρος μιας νέας τριλογίας. Έμελλε όμως να είναι το τελευταίο του έργο.
Με αφορμή τις "Ακυβέρνητες Πολιτείες", το 1973 ο Τσίρκας ανακηρύχθηκε στη Γαλλία ως ο σημαντικότερος ξένος μυθιστοριογράφος.
Έργα
 Φελλάχοι (1937), ποιητική συλλογή
 Το Λυρικό Ταξίδι (1938), ποιητική συλλογή
 Αλλόκοτοι άνθρωποι (1944), διήγημα
 Προτελευταίος Αποχαιρετισμός και το Ισπανικό Ορατόριο (1946), ποιητική συλλογή
 Ο Απρίλης είναι πιο σκληρός (1947), διήγημα
 Ο ύπνος του θεριστή (1954), διήγημα
 Νουρεντίν Μπόμπα (1957), νουβέλα
 Ακυβέρνητες Πολιτείες (1960-1965), τριλογία που περιλαμβάνει τα μυθιστορήματα
 Η Λέσχη (1960)
 Αριάγνη (1962)
 Η Νυχτερίδα (1965)
 Στον Κάβο (1966), διήγημα
 Χαμένη Άνοιξη (1976), πολιτικό μυθιστόρημα
Πηγή: Βικιπαίδεια

9/1/10

Η ζωή του Ντάσιελ Χάμετ

Ο Σάμιουελ Ντάσιελ Χάμετ, (Samuel Dashiell Hammett) γεννήθηκε στις 27 του Μάη 1894 στο Μέριλαντ των ΗΠΑ. Ο πατέρας του ήταν σκοτσέζικης καταγωγής και η μητέρα του είχε γαλλικές ρίζες (απ' το επίθετο της, Ντε Σιελ, εξαγγλισμένο σε Ντάσιελ, προέρχεται τ' όνομα του). Το 1900 η οικογένεια μετακομίζει στη Φιλαδέλφεια και ένα χρόνο αργότερα στη Βαλτιμόρη. Σε ηλικία 14 ετών ο Χάμετ αφήνει το γυμνάσιο και κάνει διάφορες εφήμερες δουλιές: υπάλλη­λος της εταιρίας σιδηροδρόμων Βαλτιμόρης και Οχάιο, παιδί για θε­λήματα σε μεσιτικό γραφείο, κλητήρας. Το 1915, στα 21 του, προσ­λαμβάνεται στο περίφημο γραφείο ντετέκτιβ Πίνκερτον. Το πρακτο­ρείο Πίνκερτον, ηλικίας ήδη 65 χρόνων, ήταν το μεγαλύτερο στη χώρα. Ο λογότυπος του ήταν ένα ανοιχτό μάτι, το σύνθημα του «Πο­τέ δεν κοιμόμαστε» (από εκεί προέρχεται και η έκφραση Private eye - κατά λέξη, ιδιωτικό μάτι - για τους ιδιωτικούς ντετέκτιβ). Ωστό­σο, με την ισχυροποίηση των τοπικών και ομοσπονδιακών αστυνο­μικών δυνάμεων, ο «ευγενής» ρόλος του πρακτορείου εκφυλίστηκε στην παροχή πρόσθετων αστυνομικών και στις αντισυνδικαλιστικές σκευωρίες. Όταν μάλιστα, απ' τις αρχές του αιώνα, το εργατικό κίνημα στις ΗΠΑ γνώρισε ορμητική άνοδο, η βασική λειτουργία των Πίνκερτον έγινε η αντισυνδικαλιστική: να σπάνε απεργίες, να τρο­μοκρατούν και να ενοχοποιούν με προβοκάτσιες απεργούς και να βάζουν με τη βία τους απεργοσπάστες στο εργοστάσιο.

Ο πράκτορας (operative) των Πίνκερτον δεν είχε ωράριο και το 1915 ο πρώτος μισθός ήταν 21 δολάρια τη βδομάδα. Η δουλιά των ντετέκτιβ ήταν άχαρη, μια και κατά πολύ μεγάλο ποσοστό ήταν η παρακολούθηση και το βασικό προσόν του ντετέκτιβ ήταν η ικανό­τητα του να μένει απαρατήρητος και να μπορεί να περιμένει ατέλειω­τες ώρες. Ο Χάμετ, παρά το ύψος του (1.86), διακρίθηκε ιδιαίτερα σ' αυτό. Στη δουλιά του είχε προϊστάμενο τον Τζέιμς Ράιτ, έναν κοντό­χοντρο, μεσήλικα πράκτορα με μυθικές ικανότητες. Ο Ράιτ γνώρισε στον Χάμετ τα μυστικά του επαγγέλματος και αποτέλεσε το πρότυπο για τον πρώτο πετυχημένο λογοτεχνικό του ήρωα, τον ανώνυμο «Πράκτορα του Κοντινένταλ» (Continental Op).

Στοιχεία για τη φύση των υποθέσεων που ανάλαβε ο Χάμετ δεν έχουν σωθεί, γιατί, τα αρχεία των Πίνκερτον (λέγεται ότι) κατα­στράφηκαν από πυρκαγιά. Ο ίδιος ο Χάμετ ανάφερε κατά καιρούς διάφορα περιστατικά, πολλά απ' τα οποία αμφισβητούνται εξαιτίας της τάσης του να κοροϊδεύει τους δημοσιογράφους όταν είχε πια γί­νει διάσημος. Η Λίλιαν Χέλμαν γράφει ότι ο Χάμετ της είχε διηγη­θεί πως το 1917 του είχαν ζητήσει να δολοφονήσει τον εργατικό ηγέτη Φρανκ Λιτλ και αρνήθηκε. (Ο Λιτλ, μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου της ταξικής οργάνωσης Βιομηχανικοί Εργάτες του Κό­σμου (IWW) λιντσαρίστηκε τον Αύγουστο του 1917 στην Ανακόντα της Μοντάνα.) Το γεγονός δεν έχει διασταυρωθεί, πάντως ο Χάμετ είχε κάποια ανάμειξη στην υπόθεση και αργότερα χρησιμοποίησε την πόλη Ανακόντα σαν πρότυπο της Πόιζονβιλ στον Κόκκινο θερι­σμό.

Στις 24 του Ιούνη 1918, 15 μήνες από τότε που η Αμερική είχε μπει στον πόλεμο, ο Χάμετ αφήνει τη δουλιά του και κατατάσσεται στο στρατό, στο Σώμα Ασθενοφόρων. Παθαίνει ισπανική γρίππη που τότε σάρωνε τις ΗΠΑ (ως 500 χιλιάδες θύματα), η οποία εξελίσ­σεται σε βρογχοπνευμονία και ύστερα σε φυματίωση - είναι η αρχή των πνευμονικών παθήσεων που τελικά του κόστισαν τη ζωή. Στις 29 του Μάη 1919 απολύεται απ' το στρατό με τιμές, σαν λοχίας, και ξα­ναπιάνει δουλιά στους Πίνκερτον, με μερικό ωράριο. Έχει 25% ανα­πηρία ήδη. Ένα χρόνο αργότερα μετακομίζει στο Σποκέιν της πολι­τείας Ουάσιγκτον, πάντα στους Πίνκερτον, μια και η σύνταξη του απ' το στρατό (παρ' όλο που η αναπηρία του αναγνωρίζεται τώρα σε 50%) δεν επαρκεί, όντας 40 δολάρια το μήνα. Εκεί έχει αρκετές ση­μαντικές εμπειρίες, αλλά η υγεία του είναι πια επισφαλής. Στις 6 του Νοέμβρη 1920 εισάγεται σε νοσοκομείο απομάχων του πολέμου, με 100% αναπηρία, θα περάσει έξι μήνες σε τέτια νοσοκομεία. Ανα­μνήσεις του από την εποχή εκείνη θα γράψει το 1953 στο μοναδικό καθαρά αυτοβιογραφικό κείμενο του, το ημιτελές μυθιστόρημα Τουλίπας. Εκεί γνωρίζεται με την ανθυπολοχαγό νοσοκόμα Τζόζεφιν Ντόλαν. Στις 7 του Ιούλη 1921 παντρεύονται και ζουν στο Σαν Φραν­τσίσκο. Ο Χάμετ έχει ξαναπιάσει δουλιά στους Πίνκερτον, ενώ η ποτοαπαγόρευση έχει κάνει την πόλη ιδιαίτερα εγκληματική. Την 1η του Δεκέμβρη 1921 ο Χάμετ εγκαταλείπει τους Πίνκερτον. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του, αιτία στάθηκε μια επιτυχία του: Χρυσάφι αξίας 200 χιλ. δολαρίων είχε χαθεί από ένα αυστραλιανό πλοίο που άραξε στο Σαν Φραντσίσκο. Ξέροντας ότι το χρυσάφι δε βγήκε απ' το πλοίο, οι Πίνκερτον ήθελαν να στείλουν τον Χάμετ στη Χαβάη, με­ταμφιεσμένο σε ναύτη, για να το βρει εν πλω. Την παραμονή του απόπλου, σε μια τελευταία έρευνα ο Χάμετ (ή κάποιος άλλος, σύμφωνα με άλλες πηγές) βρήκε το χρυσάφι και το ταξίδι ματαιώθηκε. 'Ετσι παραιτήθηκε, απογοητευμένος.

Απ' το Φλεβάρη του 1922 και για ενάμιση χρόνο παίρνει μαθήμα­τα σ' ένα σεμινάριο επιμόρφωσης απομάχων. Ήδη έχει αποφασίσει να ακολουθήσει κάποια πνευματική εργασία• ζει πολύ στερημένα, αλλά περνάει πολλές ώρες στη δημόσια βιβλιοθήκη, διαβάζοντας αφειδώς. Τον Οκτώβρη του 1922 δημοσιεύεται το πρώτο του κείμε­νο. «Το πάρθιον βέλος», μια ιστοριούλα 100 λέξεων, στο «αριστο­κρατικό» περιοδικό Σμαρτ Σετ, το οποίο δημοσίευε (πληρώνοντας ελάχιστα) έργα νέων και αγνώστων που είχαν κάτι καινούργιο να πουν. Ακολουθούν άλλες δημοσιεύσεις, στο Σμαρτ Σετ, στο Μπριφ Στόρις, τη Μαύρη Μάσκα και αλλού, συνολικά δώδεκα κομμάτια σε πέντε περιοδικά μέσα στον πρώτο χρόνο. Είναι λακωνικά κομμάτια, γεμάτα λεπτή ειρωνεία, που δείχνουν τη μεγάλη προσοχή με την οποία προχωρούσε. Το σημαντικότερο κείμενο του του πρώτου χρόνου είναι το Από τις αναμνήσεις ενός ιδιωτικού ντετέκτιβ, είκοσι εννιά σύντομες παράγραφοι από τα αξιοπερίεργα του επαγγέλματος, με ομοιότητες με τις «βινιέτες» του Χεμινγουέι. Ο ρεαλισμός και η ειρωνεία τους τις κάνουν αξιοσημείωτες και προδιαγράφουν τον συγγραφικό δρόμο του Χάμετ. Αναδημοσιεύουμε μια επιλογή:

Θέλοντας να πάρω κάποιες πληροφορίες από μέλη της Χρι­στιανικής Γυναικείας Ενώσεως Εγκράτειας, συστήθηκα σαν γραμ­ματέας του Συνδέσμου Αγνότητας των Πολιτών του Μπιουτ. Μια απ' αυτές μου διάβασε έναν μακρύ λόγο για τα ερωτικά αποτελέσματα του τσιγάρου πάνω στις νεαρές κοπέλες. Κατοπινά πειράματα από­δειξαν τις πληροφορίες άχρηστες.

Κάποιος που παρακολουθούσα βγήκε μια Κυριακή απόγευμα βόλτα στην εξοχή και έχασε τελείως το δρόμο του. Αναγκάστηκα να του δείξω εγώ πώς να γυρίσει πίσω στην πόλη.

Ξέρω έναν ντετέκτιβ που, ενώ έψαχνε για πορτοφολάδες στον ιππόδρομο, του έκλεψαν το πορτοφόλι. Αργότερα έγινε στέλεχος σ' ένα γραφείο ντετέκτιβ της ανατολικής ακτής.

Απ' όσους ανθρώπους γνώρισα που είχαν καταχραστεί χρήμα­τα απ' τους εργοδότες τους, ούτε δέκα δε θυμάμαι που να κάπνιζαν, να έπιναν ή να είχαν κάποιο βίτσιο απ' αυτά που τόσο προσέχουν οι χρηματιστικές επιχειρήσεις.

Κάποτε κατηγορήθηκα άδικα για ψευδομαρτυρία και αναγκά­στηκα να ψευδομαρτυρήσω για ν' αποφύγω τη σύλληψη.

Κάποιος προϊστάμενος ενός γραφείου ερευνών του Σαν Φραντσίσκο αντικατάστησε κάποτε σε μια αναφορά μου τη λέξη «άπλη­στος» με τη λέξη «ειλικρινής», με το αιτιολογικό ότι ο πελάτης ίσως να μην καταλάβαινε την πρώτη. Λίγες μέρες αργότερα, σε άλλη ανα­φορά, το «προσποιούμαι» έγινε «επισπεύδω» για τον ίδιο λόγο.

Απ' όλες τις εθνικότητες που οδηγούνται στα δικαστήρια, αυ­τοί που είναι πιο δύσκολο να καταφέρεις να καταδικαστούν είναι οι Έλληνες. Ο Έλληνας αρνιέται αδίστακτα τα πάντα, ανεξάρτητα απ' το πόσο ακλόνητες είναι οι αποδείξεις. Και τίποτα δεν εντυπωσιάζει περισσότερο τους ενόρκους από μια ξερή δήλωση ότι κάτι είναι έτσι, άσχετα απ' την απιθανότητα της δήλωσης ή τον φανερό παρα­λογισμό της μπροστά στις συντριπτικές αποδείξεις για το αντίθετο.

Το 1917, στην Ουάσιγκτον, συνάντησα μια νεαρή κυρία που δεν παρατήρησε ότι η δουλιά μου πρέπει να είναι πολύ ενδιαφέρου­σα.

Ο αρχηγός της αστυνομίας μιας πόλης του Νότου μου περιέ­γραψε κάποτε πλήρως κάποιον άνθρωπο, επισημαίνοντας μέχρι και μια κρεατοελιά στο σβέρκο του, αλλά ξέχασε να μου αναφέρει ότι ήταν μονόχειρας.

Ξέρω έναν παραχαράκτη που παράτησε τη γυναίκα του γιατί, ενώ αυτός ήταν φυλακή, εκείνη είχε μάθει να καπνίζει. [...]

Σ' ένα εξαιρετικά πολύπλοκο πρόβλημα, η βασική διαφορά ανάμεσα στον ντετέκτιβ των βιβλίων και στον πραγματικό ντετέκτιβ είναι ότι ο πρώτος συνήθως έχει ελάχιστα στοιχεία για να ξεκινήσει, ενώ ο δεύτερος υπερβολικά πολλά.

Ξέρω κάποιον που κάποτε έκλεψε έναν τροχό Φέρις (η μεγάλη ρόδα των λούνα-παρκ - σ.τ.μ.).

Από τους μύθους που υπάρχουν, ο λιγότερο αμφισβητούμενος είναι ότι οι εγκληματίες, αργά ή γρήγορα, τελικά συλλαμβάνονται. Κι όμως τα αρχεία κάθε γραφείου ντετέκτιβ είναι ξέχειλα με τους φακέλους ανεξιχνίαστων υποθέσεων και ασύλληπτων εγκληματιών.


7/1/10

Ροΐδης Εμμανουήλ (1836-1904)

Λόγιος και συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Σύρο και πέθανε στην Αθήνα. Μικρός έζησε στην Γένοβα για 8 χρόνια, όπου έμαθε την ιταλική γλώσσα. Σπούδασε την ελληνική καιαγγλική γλώσσα και φιλολογία μαζί με τον Βικέλα, με τον οποίο εξέδιδε και χειρόγραφο περιοδικό με τίτλο "Μέλισσα". Αργότερα παρακολούθησε φιλολογία και φιλοσοφία στη Γερμανία. Ταξίδεψε στις Παραδουνάβιες χώρες και στην Αίγυπτο, καθώς ήταν εύπορος και επισκέφτηκε πολλές φορές την Ευρώπη. Η πολυγλωσσία του, η αγάπη προς τη μελέτη και τα ταξίδια του χάρισαν εξαιρετική μόρφωση και ποικίλες γνώσεις, ιδίως γύρω από τις ξένες λογοτεχνίες. Το 1860 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Μετέφρασε το "Οδοιπορικό" του Σατωβριάνδου, στον πρόλογο του οποίου τονίζει την έλλειψη φιλολογικής γλώσσας στην Ελλάδα.

Το 1866 έγραψε το πολύκροτο ιστορικό μυθιστόρημα "Πάπισσα Ιωάννα", σε γλώσσα υπερκαθαρεύουσα, που είχε καταπληκτική επιτυχία. Οι τολμηρές παρεμβάσεις του στη σύγχρονη εκκλησιαστική κατάσταση και σε δογματικά ζητήματα προκάλεσαν τον αφορισμό της Ιεράς Συνόδου, που αργότερα έπαψε να ισχύει. Ανώτερα είναι τα διηγήματά του, με σταθερή πλοκή, αλλά σε απλούστερη γλώσσα και πιο προσωπικό ύφος, με ψυχολογική παρατήρηση και παραστατική ζωηρότητα. Τα περισσότερα είναι ιστορίες ζώων αλλά και "Συριανά διηγήματα". Σπουδαιότερα είναι "Το παράπονον του νεκροθάφτου" και "Η ψυχολογία Συριανού συζύγου". Μετέφρασε έργα του Πόε, του Φεγιέ, του Μποντλέρ κ.ά. Παράλληλα άσκησε καλλιτεχνική και λογοτεχνική κριτική και δημοσίευσε αισθητικές μελέτες. Σπουδαία είναι η συμβολή του στο γλωσσικό ζήτημα. Μεταχειρίστηκε πάντοτε την καθαρεύουσα, στην οποία έδωσε νέα ζωή με το προσωπικό του ύφος και τα λογοτεχνικά του προσόντα. Επίσης δημοσίευσε πρωτότυπες ιστορικές μελέτες και άρθρα και ασχολήθηκε με την πολιτική και τη δημοσιογραφία. Από το 1880 μέχρι το 1903 ήταν έφορος της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Ήταν αυτάρκης προσωπικότητα, σκεπτικιστής και αυστηρά λεπτολόγος. Μορφή της αρνητικότητας και του σκεπτικισμού του ήταν ο χλευασμός, ο σαρκαστικός χαρακτήρας και η κυνική δηκτικότητα του ύφους του, το οποίο επεξεργάζεται και καλλωπίζει σαν να εξαρτά το αποτέλεσμα όλης της εργασίας του απ` αυτό.
Πηγή: LivePedia

29/12/09

Ράντγιαρντ Κίπλινγκ

Ο Τζόζεφ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ (30 Δεκεμβρίου 1865 - 18 Ιανουαρίου 1936) ήταν Βρετανός συγγραφέας και ποιητής. Είναι ιδιαίτερα γνωστός για το Βιβλίο της ζούγκλας (1894), το μυθιστόρημα Κιμ (1901) και το ποίημα "Αν..." (1895). Το 1907, του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ήταν ο πρώτος αγγλόφωνος συγγραφέας που κέρδιζε το βραβείο αυτό και μέχρι σήμερα αποτελεί το νεαρότερο κάτοχο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Τα παιδικά χρόνια του Κίπλινγκ
Ο Κίπλινγκ γεννήθηκε στη Βομβάη της Ινδίας. Όταν ήταν 6 χρόνων, αυτός και η τρίχρονη αδερφή του στάλθηκαν στην Αγγλία υπό τη φροντίδα μιας γυναίκας ονόματι Χόλλογουεϊ. H άσχημη μεταχείριση και παραμέλησή του μέχρι τα 12 του χρόνια θα πρέπει να επηρέασε τη γραφή του, και πιο ιδιαίτερα τη συμπόνοιά του για τα παιδιά.

Αφού πέρασε μια μεγάλη περίοδο σε οικοτροφείο, ο Κίπλινγκ γύρισε το 1882 στη Λαχόρη της Ινδίας (πλέον η πόλη ανήκει στοΠακιστάν). Ξεκίνησε να εργάζεται ως συντάκτης σε μια μικρή τοπική εφημερίδα, την Civil & Military Gazette, και έκανe τα πρώτα του βήματα στο χώρο της ποίησης, εκδίδοντας τα πρώτα του επαγγελματικά έργα το 1883.
Τα πρώτα ταξίδια
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '80, ταξίδευε σε όλη την Ινδία σαν ανταποκριτής της εφημερίδας Allahabad Pioneer, ενώ δραστηριοποιήθηκε και στην πεζογραφία, εκδίδοντας έξι μικρά βιβλία το 1888. Από εκείνη την περίοδο είναι και η νουβέλα "Ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς".
Τον επόμενο χρόνο, ο Κίπλινγκ ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι πίσω στην Αγγλία, περνώντας από τη Βιρμανία, την Κίνα, την Ιαπωνία και τηνΚαλιφόρνια, διασχίζοντας τέλος τον Ατλαντικό και φτάνοντας στο Λονδίνο. Από τα πιο γνωστά ποιήματά του εκείνης της εποχής είναι ηΜπαλάντα της Ανατολής και της Δύσεως.
Σταδιοδρομία ως συγγραφέας
Το 1892, ο Κίπλινγκ παντρεύτηκε την Καρολίν (Κάρι) Μπαλεστιέ. Κατά το μήνα του μέλιτος, η τράπεζα του Κίπλινγκ χρεωκόπησε. Εξαργυρώνοντας τα ταξιδιωτικά τους εισιτήρια, κατάφεραν να επιστρέψουν μέχρι το Βερμόντ. Ο Κίπλινγκ και η σύζυγός του έζησαν στην Αμερική για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, περίοδο κατά την οποία ο Κίπλινγκ στράφηκε στη συγγραφή παιδικών βιβλίων, για τα οποία είναι σήμερα και περισσότερο γνωστός (Το βιβλίο της ζούγκλας). Το 1898, ο Κίπλινγκ άρχισε να κάνει ταξίδια χειμερινών διακοπών στην Αφρική και τα συνέχισε και τα επόμενα χρόνια. Της περιόδου αυτής είναι το ποίημα του Κίπλινγκ "Γκούνγκα Ντιν" (1892), ενώ το 1901 εκδόθηκε το μυθιστόρημά του Κιμ. Το 1907, του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Και το 1910, εκδόθηκε το γνωστότερο ποίημα του, "Αν...".
Η σβάστικα
Πολλές παλιές εκδόσεις βιβλίων του Κίπλινγκ έχουν στο εξώφυλλο μια σβάστικα, κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει τον Κίπλινγκ ως οπαδό των Ναζί. Ωστόσο, ο Κίπλινγκ χρησιμοποιούσε τη σβάστικα σαν αρχαίο ινδικό σύμβολο καλής τύχης και ευεξίας. Όταν το σύμβολο άρχισε να χρησιμοποιείται από τους Ναζί, ο Κίπλινγκ το αφαίρεσε από τα βιβλία του.
Πηγή: Βικιπαίδεια

25/12/09

Χένρυ Μίλλερ

Ο Χένρυ Μίλλερ (Henry Miller), (26 Δεκεμβρίου 1891 - 7 Ιουνίου 1980) ήταν Αμερικανόςσυγγραφέας του οποίου το έργο άσκησε σημαντική επιρροή στη λογοτεχνία την περίοδο του μεσοπολέμου, ενώ εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τους συγγραφείς της γενιάς μπητ. Ως πεζογράφος διακρίνεται για το άμεσο, ελεύθερο και έντονα αυτοβιογραφικό ύφος του. Ανάμεσα στα κυριότερα έργα του συγκαταλέγονται ο Τροπικός του Καρκίνου, ο Τροπικός του Αιγόκερω και η τριλογία Η Ρόδινη Σταύρωση. Εκτός από τη συγγραφή, ασχολήθηκε επίσης με τη ζωγραφική.
Ο Χένρυ Μίλλερ γεννήθηκε στην πόλη της Νέας Υόρκης και έζησε τα παιδικά του χρόνια στο Μπρούκλιν. Το 1909 αποφοίτησε από το γυμνάσιο και συνέχισε να φοιτά στο κολέγιο City College της Νέα Υόρκης, όπου όμως παρέμεινε τελικά μόνο για δύο μήνες. Εγκαταλείποντας το κολέγιο, ο Μίλλερ εργάστηκε για ένα μεγάλο διάστημα σε πολλές διαφορετικές δουλειές. Το1917 παντρεύτηκε την πρώτη του σύζυγο Beatrice Sylvas Wickens, με την οποία απέκτησε και ένα παιδί. Το 1920 προσελήφθη ως διευθυντής απασχόλησης τηλεγραφικής εταιρείας ενώ την ίδια περίπου εποχή θεωρείται πως άρχισε να ασχολείται με την λογοτεχνία, γράφοντας τα πρώτα του βιβλία, τα οποία όμως δεν δημοσιεύτηκαν έως τις αρχές της δεκαετίας του 1990, μετά το θάνατό του.

Την περίοδο 1928-1929, έχοντας ήδη εγκαταλείψει την εργασία του από το 1924 και αφοσιωμένος στο λογοτεχνικό του έργο, έζησε για αρκετούς μήνες στην Ευρώπη μαζί με την δεύτερη σύζυγό του Τζουν Μάνσφιλντ, η οποία και τον συντηρούσε οικονομικά. Τον επόμενο χρόνο, εγκαταστάθηκε μόνος στο Παρίσι, όπου έζησε περίπου μέχρι την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, συντηρούμενος κυρίως χάρη στη συνδρομή φίλων του. Το φθινόπωρο του 1931, ο Μίλλερ προσελήφθη ως διορθωτής κειμένων στην εφημερίδα Chicago Tribune και ειδικότερα για την έκδοση που κυκλοφορούσε τότε στο Παρίσι. Για την πρόσληψή του σημαντικό ρόλο είχε ο στενός του φίλος Alfred Perlès, δημοσιογράφος της εφημερίδας. Ο ίδιος ο Μίλλερ, χρησιμοποίησε το όνομα του τελευταίου προκειμένου να δημοσιευτούν δικά του άρθρα, καθώς ως διορθωτής δεν είχε το δικαίωματα να δημοσιεύει προσωπικά κείμενα.
Η είσοδος του Μίλλερ στους λογοτεχνικούς κύκλους σημειώθηκε με την δημοσίευση του μυθιστορήματος του Τροπικός του Καρκίνου, βιβλίο που δημοσιεύτηκε στη Γαλλία το 1934 χρηματοδοτούμενο από την Αναΐς Νιν και που αποτυπώνει τα πρώτα χρόνια αυτοεξορίας του Μίλλερ στο Παρίσι. Το πρωτότυπο χειρόγραφο του Μίλλερ είχε ολοκληρωθεί στην πραγματικότητα δύο περίπου χρόνια νωρίτερα. Ο Τροπικός του Καρκίνουείχε σημαντική απήχηση, καταγράφοντας συγχρόνως περισσότερες από δύο εκατομμύρια πωλήσεις τα δύο πρώτα χρόνια της κυκλοφορίας του.
Ο Μίλλερ εγκατέλειψε το Παρίσι το 1939, μετά τη δημοσίευση του Τροπικού του Αιγόκερω, ο οποίος μαζί με τον Τροπικό του Καρκίνουπαρέμειναν απαγορευμένα και ανέκδοτα βιβλία στις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Το επόμενο διάστημα επισκέφτηκε την Ελλάδα όπου έζησε για περίπου έξι μήνες. Σε αυτή την περίοδο επισκέφτηκε την Αθήνα, την Πελοπόννησο αλλά και αρκετά από τα νησιά της Ελλάδας και γνωρίστηκε με τον Γιώργο Σεφέρη και τον Γιώργο Κατσίμπαλη, από τον οποίο είναι εμπνευσμένος και ο τίτλος του βιβλίου του Κολοσσός του Μαρουσιού. Στο έργο αυτό, που δημοσιεύτηκε το 1941, ο Μίλλερ περιέγραψε το σύντομο διάστημα της παραμονής του στην Ελλάδα φροντίζοντας παράλληλα να προβάλλει τις σκέψεις του για την ευρύτερη σημασία της Ελλάδας.
Επέστρεψε στην Αμερική το 1940 και για ένα διάστημα ταξίδεψε ανά την χώρα, γεγονός που οδήγησε και στην έκδοση του Κλιματισμένος εφιάλτης (Air-conditioned Nightmare), έργο ταξιδιωτικό αλλά και κριτικό απέναντι στα ήθη της αμερικανικής κοινωνίας. Το 1944 εγκαταστάθηκε στο Μπιγκ Σερ της Καλιφόρνιας, όπου έζησε μέχρι το 1963 και εξακολούθησε να γράφει. Σε αυτό το διάστημα ολοκλήρωσε και δημοσίευσε αρκετά έργα, μεταξύ των οποίων η αυτοβιογραφική τριλογία Η Ρόδινη Σταύρωση, αποτελούμενη από τα βιβλία Sexus (1949), Plexus (1953) καιNexus (1960) καθώς και το Ο καιρός των δολοφόνων (1956), που αποτυπώνει τη σχέση του Μίλλερ με το έργο του γάλλου ποιητή Ρεμπώ. Το1961 εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Αμερική o Τροπικός του Καρκίνου προκαλώντας δικαστικές διαμάχες περί λογοκρισίας του έργου που κατέληξαν οριστικά στην μη απαγόρευση του το 1964.
Τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια της ζωής του έζησε στο Λος Άντζελες. Μετά το θάνατό του, το 1980, αποτεφρώθηκε και οι στάχτες του σκορπίστηκαν στο Μπιγκ Σερ όπου έζησε και το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του.
Ζωγραφική
Ο Χένρυ Μίλλερ εκτός από τη λογοτεχνία, ασχολήθηκε και με τη ζωγραφική, πραγματοποιώντας και εκθέσεις έργων του, που αποτελούσαν κυρίως υδατογραφίες. Η πρώτη του ατομική έκθεση οργανώθηκε το 1927 ενώ ακολούθησαν και άλλες σε διάφορες χώρες. Εκτιμάται πως συνολικά ολοκλήρωσε περισσότερα από διακόσια έργα, μέρος των οποίων φιλοξενείται στα Μουσείο Τέχνης Χένρυ Μίλλερ στην πόλη Ναγκάνο της Ιαπωνίας και στο Μπιγκ Σερ.
Πηγή: Βικιπαίδεια

Κρατικά Βραβεία 2009: Στον Νάνο Βαλαωρίτη το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας

Ομόφωνα στον Νάνο Βαλαωρίτη, για το σύνολο του έργου του, απονεμήθηκε το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας από την επιτροπή κρατικών βραβείων λογοτεχνίας.
Τα υπόλοιπα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2009, που αφορούσαν εκδόσεις του προγηούμενου έτους, απονεμήθηκαν ως εξής:
Βραβείο Ποίησης: κατά πλειοψηφία στον Λευτέρη Πούλιο (Η Κρυφή Συλλογή)
Βραβείο Μυθιστορήματος: ομόφωνα στον Γιάννη Ατζακά (Θολός Βυθός)
Βραβείο Περιοδικού: εξ ημισείας στα περιοδικάΠόρφυρας και Εντευκτήριο
Βραβείο Διηγήματος: ομόφωνα στους Τόλη Νικηφόρου (Ο δρόμος για την Ουρανούπολη) και στην Αργυρή Χιόνη (Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες)
Βραβείο Δοκιμίου-Κριτικής: κατά πλειοψηφία στον Χρίστο Ρουμελιωτάκη (Ασκήσεις Αυτογνωσίας)
Βραβείο Χρονικού-Μαρτυρίας: ομόφωνα στην Αλεξάνδρα Ιωαννίδου (Υπόθεση Γκράνιν: Η λογοτεχνική κριτική στο εδώλιο - Η δίκη της «Επιθεώρησης της Τέχνης»)
Πρόεδρος της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας είναι ο Π.Μαστροδημήτρης και αντιπρόεδρος ο Ευ.Αθανασόπουλος, ενώ μέλη της οι Γ.Ανδρειωμένος, Β.Πάτσιου, Χ.Δημακοπούλου, Αικ.Σχινά, Γ.Λεονάρδος, Αθ.Νιάρχος και Κ.Χατζηαντωνίου.
Πηγή: Newsroom ΔΟΛ