Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία Φιλοσοφίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία Φιλοσοφίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Βοήθιος: Η παραμυθία της φιλοσοφίας

Ο Ανίκιος Μάνλιος Σεβερίνος Βοήθιος (475-525 μ. Χ.), αυτό είναι το πλήρες όνομά του, ήταν ένας από τους τελευταίους Ρωμαίους φιλοσόφους. Πέθανε είκοσι χρόνια προτού η Ρώμη πέσει σε χέρια βαρβάρων. Αλλά και όσο ζούσε, η Ρώμη είχε πάρει ήδη τον κατήφορο. Όπως οι επίσης Ρωμαίοι Κικέρων και Σενέκας, ο Βοήθιος θεωρούσε τη φιλοσοφία ένα είδος αυτοβοήθειας, έναν πρακτικό τρόπο για να βελτιώσει κανείς τη ζωή του, καθώς και έναν κλάδο αφηρημένης σκέψης. Συνδέθηκε επίσης με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, το έργο των οποίων μετέφρασε στα λατινικά διατηρώντας ζωντανές τις ιδέες τους σε μια εποχή που υπήρχε κίνδυνος να χαθούν για πάντα. Καθώς ήταν χριστιανός, η γραφή του άρεσε στους θρησκόληπτους φιλοσόφους που διάβαζαν τα βιβλία του κατά τον Μεσαίωνα. Η φιλοσοφία του λοιπόν γεφύρωσε τους Έλληνες και Ρωμαίους στοχαστές με τη χριστιανική φιλοσοφία που θα επικρατούσε στη Δύση για πολλούς αιώνες μετά τον θάνατό του.

Η ζωή του Βοήθιου ήταν ένα μίγμα τύχης και ατυχίας. Ο Θεοδώριχος, ο Οστρογότθος βασιλιάς που κυβερνούσε εκείνη την εποχή τη Ρώμη, του έδωσε το ανώτατο αξίωμα του υπάτου […] Ύστερα, όμως η τύχη του άλλαξε. Αφότου κατηγορήθηκε ότι συνωμοτεί ενάντια στον Θεοδώριχο […] φυλακίστηκε, βασανίστηκε και έπειτα εκτελέστηκε […]

Ενώ βρισκόταν στη φυλακή, ξέροντας πως σύντομα θα πέθαινε, ο Βοήθιος έγραψε ένα βιβλίο που, μετά τον θάνατό του, έγινε ένα μεσαιωνικό μπεστ σέλερ, την Παραμυθία της φιλοσοφίας. Αρχίζει με τον Βοήθιο να μετανιώνει μες στο κελί της φυλακής του. Ξαφνικά συνειδητοποιεί πως μια γυναίκα τον κοιτάζει από ψηλά. Το ύψος της μοιάζει να αλλάζει από κανονικό σε ψηλότερο κι από τον ουρανό. Φορά ένα σκισμένο φόρεμα διακοσμημένο με μια σκάλα που ξεκινά από το ελληνικό γράμμα «Π» στον ποδόγυρο και να φτάσει μέχρι το γράμμα «Θ». Στο ένα χέρι κρατά ένα σκήπτρο, στο άλλο βιβλία. Αυτή η γυναίκα αποκαλύπτεται πως είναι η Φιλοσοφία. Όταν μιλά, λέει στον Βοήθιο τι πρέπει να πιστεύει. Είναι οργισμένη μαζί του επειδή την ξέχασε, και έχει έρθει να του θυμίσει πως πρέπει να αντιδράσει σε όσα συμβαίνουν. Το υπόλοιπο του βιβλίου είναι η συζήτησή τους, που αφορά την τύχη και τον Θεό. Είναι γραμμένο πότε σε πρόζα και πότε σε ποίηση. Η γυναίκα, η φιλοσοφία, του δίνει συμβουλές.

Λέει στον Βοήθιο πως η τύχη αλλάζει συνέχεια και ότι δεν πρέπει να εκπλήσσεται. Αυτή είναι η φύση της τύχης. Είναι άστατη. Ο τροχός της τύχης γυρνά. Άλλες φορές βρίσκεσαι στην κορυφή άλλες φορές στον πάτο. […] Ο Βοήθιος πρέπει να καταλάβει πως έτσι είναι τα πράγματα […]

Lady Philosophy and Boethius from the Consolation
(Ghent, 1485)
Οι θνητοί εξηγεί η Φιλοσοφία, είναι ανόητοι όταν αφήνουν την ευτυχία τους να εξαρτάται από κάτι τόσο ευμετάβλητο. Η αληθινή ευτυχία μπορεί να έλθει μόνο από μέσα, από τα πράγματα που οι άνθρωποι ελέγχουν, όχι απ’ όσα η ατυχία μπορεί να καταστρέψει. Αυτή η στωική θέση […] Όταν οι άνθρωποι λένε ότι «φιλοσοφούν» τα άσχημα πράγματα που τους συμβαίνουν, αυτό εννοούν: προσπαθούν να μην επηρεάζονται από πράγματα που δεν ελέγχουν, όπως ο καιρός ή το ποιοι είναι οι γονείς τους. Τίποτα, λέει η Φιλοσοφία στον Βοήθιο, δεν είναι τρομερό αυτό καθαυτό –όλα βασίζονται στο πως τα σκεπτόμαστε. Η ευτυχία είναι μια κατάσταση του νου, όχι του κόσμου∙ αυτή είναι μια ιδέα που ο Επίκτητος θα αναγνώριζε ως δική του.

Η Φιλοσοφία θέλει ο Βοήθιος να επιστρέψει σε αυτήν. Του λέει ότι μπορεί να είναι πραγματικά ευτυχισμένος παρ’ ότι βρίσκεται στη φυλακή και περιμένει να εκτελεστεί. Εκείνη θα τον γιατρέψει από τη δυστυχία του. Το μήνυμα είναι ότι τα πλούτη, η εξουσία και οι τιμές δεν αξίζουν, αφού έρχονται και παρέρχονται. Κανείς δεν πρέπει να βασίζει την ευτυχία του σε τόσο εύθραυστα θεμέλια. Η ευτυχία πρέπει να πηγάζει από κάτι πιο στέρεο, κάτι που δεν μπορεί να μας το πάρει κανείς. Επειδή ο Βοήθιος πίστευε πως θα συνεχίζει να ζει μετά θάνατον, η επιδίωξη της ευτυχίας με όχημα τα τετριμμένα εγκόσμια πράγματα ήταν σφάλμα. Ούτως ή άλλως, θα τα έχανε όλα με τον θάνατό του.

Μα που μπορεί να βρει ο Βοήθιος την αληθινή ευτυχία; Η απάντηση της Φιλοσοφίας είναι ότι θα τη βρει στον Θεό ή στο αγαθό (αυτά εντέλει ταυτίζονται). Ο Βοήθιος ήταν χριστιανός, αλλά αυτό δεν το αναφέρει στην Παραμυθία της φιλοσοφίας. Ο Θεός τον οποίο περιγράφει η Φιλοσοφία θα μπορούσε να είναι ο Θεός του Πλάτωνα, η αμιγής Ιδέα του αγαθού. […]

Σε όλο το βιβλίο η Φιλοσοφία θυμίζει στον Βοήθιο όσα ήδη γνωρίζει. Και αυτό προέρχεται από τον Πλάτωνα, αφού ο Πλάτων πίστευε πως η μάθηση είναι ουσιαστικά ανάμνηση ιδεών που ήδη έχουμε. Ποτέ δε μαθαίνουμε κάτι νέο, απλώς υποβοηθούμε τις αναμνήσεις μας. Η ζωή είναι ένας αγώνας να θυμηθούμε όσα γνωρίζαμε πρωτύτερα. Αυτό που ο Βοήθιος ήδη γνωρίζει ως ένα βαθμό είναι ότι δε χρειαζόταν να ανησυχεί για την απώλεια της ελευθερίας του και της δημόσιας εκτίμησης. Αυτά δεν τα ελέγχει. Σημασία έχει η στάση του απέναντι στην κατάστασή του, κάτι που μπορεί να επιλέγει.

Όμως τον Βοήθιο τον απασχολεί ένα αυθεντικό πρόβλημα που έχει απασχολήσει πολλούς πιστούς στον Θεό. Ο Θεός, όντας τέλειος, πρέπει να γνωρίζει όλα όσα συμβαίνουν, αλλά και όλα όσα θα συμβούν. Αυτό εννοούμε όταν περιγράφουμε τον Θεό ως «παντογνώστη». Αν λοιπόν υπάρχει Θεός, πρέπει να γνωρίζει ποιος θα κερδίσει το επόμενο παγκόσμιο κύπελλο, […] Από αυτά προκύπτει πως ο Θεός γνωρίζει τι θα κάνω στη συνέχεια, ακόμα και αν δεν είμαι βέβαιος τι θα είναι αυτό. […]

Αν ο Θεός ξέρει ήδη τι θα κάνουμε, πως μπορούμε να επιλέγουμε στ’ αλήθεια τι να κάνουμε; Είναι η επιλογή αυταπάτη; Φαίνεται πως δεν μπορώ να έχω ελεύθερη βούληση αν ο Θεός γνωρίζει τα πάντα […] Αν δεν μπορούμε να επιλέγουμε αυτό που κάνουμε, πως μπορεί ο Θεός να αποφασίζει αν θα πάμε στον παράδεισο; […]

Όμως η Φιλοσοφία […], έχει μερικές απαντήσεις. Έχουμε ελεύθερη βούληση του λέει. Δεν είναι αυταπάτη. Αν και ο Θεός ξέρει τι θα κάνουμε, η ζωή μας δεν είναι προκαθορισμένη. Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, η γνώση του Θεού για το τι θα κάνουμε διαφέρει από τον προκαθορισμό (την ιδέα ότι δεν έχουμε επιλογή για το τι θα κάνουμε). Εξακολουθούμε να έχουμε την επιλογή για το τι θα κάνουμε αμέσως μετά. Το λάθος είναι να εκλαμβάνουμε τον Θεό ως ένας άνθρωπο που βλέπει τα πράγματα να εκτυλίσσονται χρονικά. Η Φιλοσοφία λέει στον Βοήθιο ότι ο Θεός είναι άχρονος, εντελώς έξω από τον χρόνο.

Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός συλλαμβάνει τα πάντα στη στιγμή. Ο Θεός βλέπει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ως ενότητα. Εμείς οι θνητοί βλέπουμε αναγκαστικά το ένα πράγμα να ακολουθεί το άλλο, αλλά ο Θεός δε το βλέπει έτσι. Ο λόγος για τον οποίο ο Θεός γνωρίζει το μέλλον, δίχως να διαλύει την ελεύθερη βούλησή μας και να μας μετατρέπει σε προγραμματισμένες μηχανές χωρίς επιλογή, είναι ότι ο Θεός δε μας παρατηρεί σε μια συγκεκριμένη στιγμή. Βλέπει τα πάντα με τη μία, με έναν άχρονο τρόπο. Και, όπως λέει η Φιλοσοφία στον  Βοήθιο, δεν πρέπει να ξεχνά πως ο Θεός κρίνει τους ανθρώπους για το πώς συμπεριφέρονται, τι επιλογές κάνουν, παρ’ ότι ξέρει εκ των προτέρων τι θα κάνουν.

Αν η Φιλοσοφία έχει δίκιο και ο Θεός υπάρχει, τότε ο Θεός ξέρει ακριβώς πότε θα τελειώσω αυτή την πρόταση. Όμως εξακολουθεί να είναι ελεύθερη η επιλογή μου να βάλω εδώ τελεία.

 Nigel WurburtonΜικρή Ιστορία της Φιλοσοφίας

(Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012, σ. 56-62)

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Μακιαβέλλι: η αλεπού και το λιοντάρι

Φανταστείτε πως είστε ένας ηγεμόνας […] Πως πρέπει να συμπεριφέρεστε; Πρέπει άραγε να είστε έντιμος, να κρατάτε τις υποσχέσεις σας, να φέρεστε πάντα με καλοσύνη, να έχετε την καλύτερη άποψη για τους ανθρώπους;
Ο Νικολό Μακιαβέλλι (1469-1527) θεωρούσε πως αυτό θα ήταν μια μάλλον κακή ιδέα, αν και ίσως θα θέλατε να φαίνεστε έντιμος και να φαίνεστε καλός. Κατά τη γνώμη του, κάποιες φορές είναι καλύτερα να λέμε ψέματα, να αθετούμε τις υποσχέσεις μας ακόμα και να δολοφονούμε τους εχθρούς μας. Ένας ηγεμόνας δεν πρέπει να νοιάζεται για την τήρηση του λόγου του. Όπως το έθεσε ο Μακιαβέλλι, «ένας αποτελεσματικός ηγεμόνας πρέπει να μάθει πώς να μην είναι καλός». Το σημαντικότερο είναι να παραμείνει στην εξουσία, και κάθε τρόπος επίτευξης είναι αποδεκτός. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι το βιβλίο στο οποίο ο Μακιαβέλλι εκφράζει αυτές τις απόψεις, Ο Ηγεμόνας, είναι διαβόητο από τότε που εκδόθηκε το 1532 […]
Ο Ηγεμόνας δεν στόχευε στο να αποτελέσει ένα εγχειρίδιο για τον καθένα, αλλά μόνο για όσους είχαν εξουσία […] Όταν ήταν νεαρός είχε διοριστεί διπλωμάτης, […] είχε συναντήσει πολλούς βασιλιάδες, έναν αυτοκράτορα και τον πάπα. Δεν τους είχε σε ιδιαίτερη εκτίμηση. Ο μόνος ηγέτης που πραγματικά τον εντυπωσίασε ήταν ο Καίσαρας Βοργίας, ένας αδίστακτος άνδρας νόθο τέκνο του πάπα Αλέξανδρου ΣΤ΄, που δεν είχε κανένα ενδοιασμό να εξαπατά τους εχθρούς του και να τους δολοφονεί καθώς κέρδιζε την εξουσία σε μεγάλο μέρος της Ιταλίας. Κατά τον Μακιαβέλλι, ότι έκανε ο Βοργίας ήταν σωστό, αλλά τον νίκησε η ατυχία. Αρρώστησε τη στιγμή που του επιτίθονταν. Η ατυχία έπαιξε σημαντικό πόλο και στη ζωή του  Μακιαβέλλι (φυλακίστηκε, βασανίστηκε και εξορίστηκε), γι’ αυτό και στοχάστηκε σε βάθος αυτό το θέμα.
Τι ακριβώς συμβούλευε λοιπόν ο Μακιαβέλλι και γιατί σοκάρει τόσο πολύ τους περισσότερους αναγνώστες του; Η βασική του ιδέα ήταν ότι ο ηγεμόνας πρέπει να έχει αυτό που ο Μακιαβέλλι αποκαλούσε virtù. Αυτή είναι η ιταλική λέξη για την «ανδροπρέπεια» ή την ανδρεία. Τι σημαίνει; Ο Μακιαβέλλι πίστευε πως η επιτυχία βασίζεται αρκετά στην τύχη. Κατά την γνώμη του, τα μισά όσων μας συμβαίνουν οφείλονται στην τύχη και τα άλλα μισά είναι αποτέλεσμα των επιλογών μας. Πίστευε όμως ότι μπορούμε να βελτιώσουμε τις πιθανότητες επιτυχίας πράττοντας με γενναιότητα και ταχύτητα […]

Ο Μακιαβέλλι ήταν αποφασισμένος να εδραιώσει τη φιλοσοφία του σε όσα πραγματικά συμβαίνουν. Έδειξε στους αναγνώστες του τι εννοούσε με μια σειρά από παραδείγματα της πρόσφατης ιστορίας, εκ των οποίων τα περισσότερα αφορούσαν ανθρώπους που είχε γνωρίσει. Όταν, για παράδειγμα, ο Καίσαρας Βοργίας ανακάλυψε ότι η οικογένεια των Ορσίνι σχεδίαζε να τον ανατρέψει, έκανε πως δε γνώριζε τίποτα. Ξεγέλασε τους ηγέτες τους με το να τους καλέσει για συνομιλίες μαζί του σε ένα μέρος ονόματι Σενιγκάλια. Όταν εκείνοι έφτασαν, τους δολοφόνησε όλους. Ο Μακιαβέλλι επιδοκίμασε αυτή εξαπάτηση. Τη θεωρούσε ένα καλό παράδειγμα της virtù. Όταν και πάλι ο Βοργίας απέκτησε τον έλεγχο της περιοχής Ρομάνια, έθεσε επικεφαλής έναν ιδιαζόντως αμείλικτο άνδρα, τον Ρεμίρο ντε Όρκο. Ο Ντε Όρκο τρομοκρατούσε τον λαό της Ρομάνια ώστε να τον υπακούν. Όταν τα πράγματα στη Ρομάνια ηρέμησαν, ο Βοργίας ήθελε να πάρει αποστάσεις από τη σκληρότητα του Ντε Όρκο. Έτσι, έβαλε κάποιους να τον δολοφονήσουν και άφησε το κορμί του κομμένο στα δύο στην κεντρική πλατεία της πόλης σε κοινή θέα. Ο Μακιαβέλλι επιδοκίμασε αυτή τη στυγερή πράξη, καθώς ο Βοργίας πέτυχε αυτό που ήθελε, δηλαδή να κρατήσει με το μέρος του τους ανθρώπους της Ρομάνια. Αυτοί χαίρονταν που ο Ντε Όρκο ήταν νεκρός, αλλά συγχρόνως συνειδητοποίησαν πως μάλλον ο Βοργίας είχε διατάξει τη δολοφονία και αυτό τους τρόμαζε. Αν ο Βοργίας είχε ασκήσει τόση βία στον διοικητή που ο ίδιος είχε διορίσει, κανείς τους δεν ήταν ασφαλής. Η πράξη του Βοργία ήταν αντρίκια στα μάτια του Μακιαβέλλι: επιδείκνυε virtù και ήταν αυτό που ένας λογικός ηγεμόνας όφειλε να κάνει.

Αυτό ακούγεται ωσάν ο Μακιαβέλλι να επιδοκίμαζε τη δολοφονία. Προφανώς την επιδοκίμαζε σε κάποιες περιστάσεις αν τα αποτελέσματα τη δικαιολογούσαν. Αλλά τα παραδείγματα δε στόχευαν στο να δείξουν αυτό. Ο Μακιαβέλλι προσπαθούσε να δείξει ότι η ενέργεια του Βοργία […] είχε αποτέλεσμα […] Για τον Μακιαβέλλι, αυτό το τελικό αποτέλεσμα είχε μεγαλύτερη σημασία από το πώς επετεύχθη […] Ο Μακιαβέλλι δεν θα επιδοκίμαζε τη δολοφονία δίχως νόημα, τον καθαυτό φόνο […] Η συμπόνια σε τούτες τις περιστάσεις, πίστευε ο Μακιαβέλλι, θα ήταν καταστροφική τόσο για τον Βοργία όσο και για το κράτος.

Ο Μακιαβέλλι τονίζει πως είναι καλύτερο για έναν ηγέτη να τον φοβούνται παρά να τον αγαπούν. Η ιδανική περίπτωση είναι ο συνδυασμός αγάπης και φόβου, αλλά αυτό δύσκολα επιτυγχάνεται. Αν βασίζεστε στην αγάπη των ανθρώπων, τότε διακινδυνεύετε να σας εγκαταλείψουν όταν έρθουν δύσκολοι καιροί. Αν σας φοβούνται, θα είναι υπερβολικά τρομοκρατημένοι για να σας προδώσουν. Αυτός είναι ο κυνισμός του Μακιαβέλλι. Δεν έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση στην ανθρώπινη φύση. Πίστευε πως οι άνθρωποι είναι αναξιόπιστοι, άπληστοι και ανέντιμοι. Αν θέλει κανείς να γίνει ένας επιτυχημένος ηγέτης, αυτό πρέπει να το γνωρίζει. Είναι επικίνδυνο να πιστεύει κανείς ότι οι άνθρωποι θα τηρούν τις υποσχέσεις τους, εκτός αν τρέμουν τις συνέπειες από το να τις αθετήσουν.

Αν μπορείτε να πετύχετε αυτό που επιδιώκετε δείχνοντας καλοσύνη τηρώντας τις υποσχέσεις σας και αγαπώντας, τότε οφείλετε να το κάνετε (ή τουλάχιστον να φαίνεται ότι το κάνετε). Αλλά αν δεν μπορείτε, τότε πρέπει να συνδυάζετε αυτές τις ανθρώπινες ιδιότητες με κάποιες ζωώδεις […] Τα ζώα που μπορούν να μας διδάξουν είναι η αλεπού και το λιοντάρι. Η αλεπού είναι πανούργα και αντιλαμβάνεται τις παγίδες, αλλά το λιοντάρι είναι πάρα πολύ ισχυρό και προκαλεί τρόμο. Δεν είναι καλό να είστε συνέχεια λιοντάρι, δηλαδή να δράτε με θηριώδη ισχύ, αφού αυτό μπορεί να σας ρίξει σε κάποια παγίδα. Ούτε μπορείτε να είστε απλώς μια πονηρή αλεπού, μερικές φορές χρειάζεστε τη δύναμη του λιονταριού για να μείνετε ασφαλείς. Αν όμως βασίζεστε στην καλοσύνη και στο αίσθημα δικαίου, δεν θα αντέξετε για πολύ. Ευτυχώς, οι άνθρωποι είναι εύπιστοι. Παρασύρονται από τα φαινόμενα. Έτσι, ως ηγέτης, ίσως μπορέσετε να τα βγάλετε πέρα δείχνοντας πως είστε έντιμοι και καλοί, ενόσω αθετείτε τις υποσχέσεις και δράτε με σκληρότητα. […]


(Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012, σ. 69-74)


Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Η φιλοσοφία σαν τέχνη ζωής: ο επικουρισμός

Μπορεί άραγε ο άνθρωπος να ζήσει ανθρώπινα, να ζήσει ευτυχισμένος αν παραιτηθεί και από τις προσπάθειες των μεγάλων θεωρητικών φιλοσοφιών και από τις υποσχέσεις και επιταγές των θρησκειών, χωρίς να ενδώσει στις ευκολίες του σκεπτικισμού, του κυνισμού, ή στην τραχύτητα μιας ζωώδους ύπαρξης; Και βέβαια μπορεί, αν αποδειχτεί ότι τα πράγματα είναι ως έχουν, όπως φαίνονται, και πως είναι εντούτοις εύκολο να δημιουργήσει βάσει αυτών μια σοφία που να τον κάνει ευτυχισμένο. Ο καθένας με τον τρόπο του, ο επικουρισμός και ο στωικισμός μας προτείνουν το απαραίτητο και το επαρκές. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι αυτές οι σοφίες ήταν «κόρες της απελπισίας», για να υπογραμμίσουν ότι δεν αναζητούσαν ούτε γνώση ούτε σωτηρία - καθώς τα είχαν αρνηθεί μαζί με όλες τις αυταπάτες της επιθυμίας. Δεν θέλουν ωστόσο να ξεριζώσουν το πολύμορφο κακό: ασχολούνται μόνο με τα αποτελέσματά του. Η στάση μας είναι αυτό που αλλάζουν, όχι η τάξη και ο ρους του κόσμου. Ο επικουρισμός και ο στωικισμός γνώρισαν τεράστια επιτυχία, που ξεπέρασε την Αρχαιότητα. Αν παρά τις αντιθέσεις τους, τους συνδέουμε, είναι γιατί αποτελούν παραλλαγές στο ίδιο θέμα, παραδέχονται το ίδιο είδος απόλυτου, απρόσωπου και ενυπάρχοντος. Πρεσβεύουν ότι η φιλοσοφία δεν είναι παρά ένας τρόπος ζωής, ευτυχισμένης ζωής. Το θεωρητικό κομμάτι δεν είναι παρά ένα μέσον. «Η φιλοσοφία διδάσκει πώς να πράττει κανείς, όχι πως να μιλάει», λέει ο Σενέκας. «Μάταιος ο λόγος του φιλοσόφου, αν δεν καταφέρει να θεραπεύσει τον πόνο της ψυχής», υποστηρίζει ένα επικούρειο απόφθεγμα.

Ο επικουρισμός

Θεμελιώθηκε από τον Επίκουρο (341-270 π.Χ.), τον «Βούδα της Δύσης», υμνήθηκε και εξιδανικεύτηκε από τον Λουκρήτιο (99-55) στο Περί των πραγμάτων της φύσεως. Ο επικουρισμός εκλαΐκευσε τη μόνη φυσική (την οποία χρησιμοποίησε ευρέως ο Δημόκριτος) που θα μπορούσε να αιτιολογήσει πλήρως την ηθική του.

Η επικούρεια φυσική δεν έχει τίποτα κοινό με τη θετική επιστήμη υπό τη σύγχρονη έννοια του όρου. Ο λόγος της οφείλει τα πάντα στη λειτουργία της καθαυτή, που συνίσταται στη δόμηση του συνόλου και της λεπτομέρειας του πραγματικού, εξαλείφοντας την Ιδέα, το Καλό, το αυθύπαρκτο σε όλες του τις μορφές, για να απελευθερώσει έτσι τον άνθρωπο από κάθε πρόληψη και φόβο. Αντιλαμβάνεται τη Φύση σαν ένα ενυπάρχον σύνολο, του οποίου η πραγματικότητα και οι νόμοι είναι αμιγώς υλικά.

Καθώς το πραγματικό δεν μπορεί να γεννηθεί από το μηδέν ούτε να χαθεί μέσα στο μηδέν, ενώ μεταμορφώνεται διαρκώς, αποτελείται μόνον από άτομα (υλικά στοιχεία αόρατα και αδιαίρετα) και από κενό (προϋπόθεση της κίνησης των μορφών και της εισχώρησης της μιας μέσα στην άλλη). Τα σώματα, οι ψυχές (που δεν είναι παρά ένα σώμα μέσα σε ένα άλλο σώμα), οι θεοί (που αποτελούνται από πολύ λεπτή ύλη), είναι ένα συμπίλημα ατόμων, συνενωθέντων στην τύχη, που διαλύονται με το «θάνατο» και ανασυντίθενται κατόπιν με διαφορετικό τρόπο.

Αν δεν προσθέταμε το περίφημο κλίναμεν -την κλίση, την απόκλιση σε σχέση με την ευθεία- τα άτομα θα έπεφταν σαν παράλληλη βροχή, με ίση ταχύτητα, χωρίς να συναντηθούν ποτέ και δεν θα συνέθεταν ποτέ σώματα. Το κλίναμεν εισάγει λοιπόν το ενδεχόμενον στην αμείλικτη αναγκαιότητα, πράγμα που επιτρέπει κάποια «ελευθερία» (με την έννοια ότι κάθε ζωντανό πλάσμα, είτε αυτό είναι άνθρωπος είτε άλογο, μπορεί να αντισταθεί στην ύλη). Αυτός ο υλισμός είναι ένας μεταφυσικός μηδενισμός: κατά βάθος, δεν υπάρχει ούτε Ον ούτε Πνεύμα, υπάρχει μόνο στοιχειώδης ύλη, αταξία και κανένα νόημα. Ο άνθρωπος δεν υπάρχει σαν τέτοιος.

Τι κερδίζουμε γνωρίζοντας όλα αυτά; Απλώς, τη δυνατότητα να απελευθερωθούμε από φόβους και εξηγήσεις που αποτελούν μέρος μιας αυταπάτης. Για να οδηγήσουμε θετικά τον εαυτό μας, αρκεί να λάβουμε υπ’ όψη μας μόνον ένα πράγμα: το γεγονός ότι ο ζωντανός άνθρωπος ικανοποιείται με την ηδονή και αποφεύγει το φόβο. Γιατί όμως, οι άφρονες και οι αδαείς που πιστεύουν ότι αρκεί η απόλαυση της στιγμής για να είναι ευτυχισμένοι, προκαλούν τη δυστυχία τους; Το αίσθημα της ευχαρίστησης είναι άραγε απατηλό;

Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Η απόλαυση ανυψώνει το σώμα που είναι η μόνη πραγματικότητα («η αρχή και η ρίζα κάθε καλού είναι η ικανοποίηση της κοιλίας»). Το «καλό» και το « κακό» δεν είναι παρά λέξεις που καλύπτουν ό,τι μας αρέσει. Χωρίς τη σοφία όμως, θα αγνοούσαμε τις διαδικασίες που λειτουργούν κάτω από τα φαινόμενα και που προκαλούν πόνο. Μόνον ο συνετός, ο σώφρων, γνωρίζει το «τετραπλό φάρμακο» που μπορεί να μας θεραπεύσει.

Δεν χρειάζεται να φοβόμαστε τους θεούς εφόσον το πραγματικό εξηγείται απόλυτα από την κίνηση των ατόμων (η έκλειψη, παραδείγματος χάριν, δεν είναι μια θεϊκή απειλή). Μετά τη ζωή, δεν θα υπάρξει ούτε ανταμοιβή για τους καλούς, ούτε τιμωρία για τους κακούς. Αυτή η πεποίθηση -αληθινή ασέβεια- είναι που κάνει τους ανθρώπους φοβισμένους και δυστυχισμένους.

Ο «θάνατος» δεν είναι τίποτα, εφόσον καταλύει την αίσθηση του πραγματικού: «Όσο υπάρχουμε, ο θάνατος δεν υπάρχει (...) Όταν έρθει ο θάνατος, εμείς δεν υπάρχουμε πια» (Επιστολή στον Μενοικέα). Ο φόβος του θανάτου δεν στηρίζεται λοιπόν πουθενά, δηλητηριάζει όμως τη ζωή μας. Ο σώφρων δεν λυπάται που γεννήθηκε επειδή πρέπει να πεθάνει: ζει, απλά, χωρίς να αναζητά το θάνατο, μα και χωρίς να τον αποφεύγει.

Μπορεί κανείς να ανεχθεί τον πόνο, εφόσον σταματάμε να τον νοιώθουμε όταν ξεπερνά τις δυνατότητές μας.

Η ευτυχία είναι εύκολη όταν ξέρει κανείς να αρκείται σε ικανοποιήσεις φυσικές και απαραίτητες (να ικανοποιεί την πείνα, τη δίψα) και να απορρίπτει εκείνες που είναι φυσικές αλλά όχι απαραίτητες (τα γευστικά εδέσματα τις ερωτικές ηδονές) και εκείνες που δεν είναι ούτε φυσικές ούτε απαραίτητες (τα πλούτη, τις τιμές).    

Στην πράξη, πρέπει κανείς να είναι αυτάρκης και να αρκείται στα ολίγα. Η εγκράτεια είναι πράγματι η αρετή του σοφού, γιατί του επιτρέπει να φτάσει στην αταραξία, δηλαδή την απουσία αναταραχής που είναι το κλειδί της ευτυχίας.


(ΤΟ ΒΗΜΑ γνώση, 2006, σελ. 23-26)


Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Ο στωικισμός

Τα πάθη είναι αρρώστιες που μπορούμε και πρέπει να ξεριζώσουμε

Η στωική λογική

Ο στωικισμός υπήρχε ως εν σπέρματι στον Κυνισμό (κι ακόμα στο Σωκράτη) όπως ο επικουρισμός στον Αρίστιππο. Ο Ζήνων ήταν μαθητής του Κράτητος, πολύ νεος άνοιξε σχολή στην Αθήνα στην Ποικίλη. Η Ποικίλη ήταν μια στοά απ’ όπου πήραν και το όνομα. Ο Ζήνων εδίδαξε πάνω – κάτω τριάντα χρόνια κι όταν πλησίαζε να γεράσει αυτοκτόνησε. 

Ο Ζήνων επίστευε, όπως ο Επίκουρος και ο Σωκράτης, πως η φιλοσοφία οφείλει νάναι η γνώση της ζωής και πως η γνώση της ζωής είναι η σοφία. Η σοφία συνίσταται στο να σκέφτεται κανείς λογικά και στο να ενεργεί καλά, πράγμα που ανήκει εντελώς στο Σωκράτη και περιορίζει κάθε επιστημονική περιέργεια, κάθε αναζήτηση απάνω στις λεπτομέρειες των πραγμάτων. Σ’ αυτά ο στωικισμός είναι στενότερος από τον επικουρισμό.

Επομένως ο άνθρωπος χρειάζεται μια λογική (οι στωικοί είναι οι πρώτοι που μεταχειρίζονται αυτή τη λέξη) πολύ ξεκάθαρη, πολύ σταθερή, και πολύ αυστηρή. Ο άνθρωπος οπλισμένος μ’ αυτό το όργανο και μεταχειριζόμενος αυτό μόνο για να γνωρίζει και να κυβερνά τον εαυτό του γίνεται σοφός. Ο «σοφός» για τους στωικούς είναι ένα είδος «άγιος, υπεράνθρωπος καθώς είπανε αργότερα και που έχει πολλές αναλογίες με το θεό του, καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να εξακριβώσει, να δαμάσει και να εξαφανίσει τα πάθη του που δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι αρρώστιες της ψυχής». Όσο για τον εξωτερικό κόσμο, περιφρονεί όλα τα «τυχαία» πράγματα, δηλαδή, όλα εκείνα που δεν εξαρτώνται απ’ την ανθρώπινη θέληση και τα θεωρεί σα να μην υπάρχουν: οι σωματικές αρρώστιες, οι θλίψεις, οι συμφορές, τα δυστυχήματα, οι ταπεινώσεις δεν είναι κακά, είναι απλώς πράγματα δίχως ενδιαφέρων. Απ’ εναντίας τα εγκλήματα και τα σφάλματα είναι τόσο κακά, όσο και βδελυρά, και ο σοφός πρέπει να κατηγορεί τον εαυτό του για το παραμικρότερο σφάλμα, όπως για το μεγαλύτερο έγκλημα, θεωρία παράδοξη που εξόργισε τους αντιθέτους κι ακόμα τους ευλαβείς των στωικών και ιδιαίτερα τον Κικέρωνα.

Γνωμικά των στωικών

Το αξίωμα που επαναλάμβαναν συχνά ήταν: «Μένε και κράττει», «Ν’ απέχεις και να υπομένεις», ν’ απέχεις από κάθε κακό και να υπομένεις κάθε επίθεση και κάθε υποτιθέμενο δυστύχημα χωρίς ν’ αγανακτείς και χωρίς να παραπονιέσαι. 

Έχουν ακόμα ένα άλλο ρητό πολύ διαδεδομένο ανάμεσά τους: «ομολογουμένως τη φύσει ζην»· (να ζει κανείς σύμφωνα με τη φύση) που μοιάζει μοναδικά μ’ ένα επικούρειο ρητό. Χρειάζεται εξήγηση. Το γνωμικό αυτό για τους στωικούς έχει τη σημασία: Να προσκολλάται κανείς ελεύθερα και με ευλάβεια στην παγκόσμια τάξη. Ο κόσμος είναι ένας Θεός, που ζει σύμφωνα με τους νόμους, που έθεσε ο ίδιος και που εμείς δεν μπορούμε να κρίνουμε. Οι νόμοι αυτοί μας περιβάλλουν, μας παρασύρουν και κάποτε μας πληγώνουν. Πρέπει να τους σεβόμαστε και νάμαστε προσκολλημένοι σ’ αυτούς, να τους δεχόμαστε με ευλάβεια ακόμα κι όταν έρχονται σ’ αντίθεση με μας, να ζούμε τέλος σύμφωνα μ’ αυτούς. Κατά την αντίληψη τους το να ζει κανείς σύμφωνα με τη φύση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια άποψη του να απέχεις και να υπομένεις.

Οι κυριότεροι στωικοί

Οι κυριότεροι οπαδοί και διδάσκαλοι του στωικισμού στην Ελλάδα ήταν συγχρόνως και μετά τον Ζήνωνα, ο Κλεάνθης, ο Χρύσιππος, ο Αρίστων, ο Ήριλλος, στη Ρώμη ο Κάτων ο Βρούτος και σ’ ένα σημείο ο Κικέρων ο Θρασέας, ο Επίκτητος, ο Σενέκας και τέλος ο αυτοκράτωρ Μάρκος Αυρήλιος.

Ο στωικισμός έγινε πολύ νωρίς μια θρησκεία που είχε τις ιεροτελεστίες της, τις ιεραρχίες της τους ασκητικούς της κανόνες, τους οδηγούς της των συνειδήσεων, τους οπαδούς της που φορούσαν ένα ορισμένο φόρεμα είχαν μακριά γενειάδα και μακρύ μανδύα.

Είχε μια σημαντική επίδραση, που μπορεί να συγκριθεί (μόνο να συγκριθεί) με το χριστιανισμό, μη έχοντας όμως οπαδούς παρά στις ανώτερες και μεσαίες τάξεις και ελάχιστους ανάμεσα στο λαό.

ΑΙΜ. ΦΑΓΚΕ, Σύντομος Ιστορία της Φιλοσοφίας

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗ, σελ. 34-36)





Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

Πλωτίνος

205-270 μ.Χ. - Ο Πλωτίνος είναι κάτι περισσότερο από ένας τενόρος του νεοπλατωνισμού, γιατί ανέπτυξε σε όλη της την αδρότητα και καθαρότητα τη μυστικιστική διάσταση της φιλοσοφίας, μέχρι του σημείου που την κατέστησε την άλλη δυνατή τυπική στάση απέναντι στο λόγο της οντο- θεολογίας και της μεταφυσικής. Το Ον παραχωρεί την πρώτη θέση στο Εν και ο λόγος στη σιωπή. Αυτό που εξακολουθεί να είναι φιλοσοφία συναντά αυτό που δεν είναι πια μια. Στο είδος του ο Πλωτίνος είναι αξεπέραστος.

Αν παραδεχτούμε ότι η γλώσσα είναι δυνατόν να παραιτηθεί από κάθε αξίωση, ο συλλογισμός είναι μια αμείλικτη λογική (είναι το παράδοξο των Εννεαδών- «ομάδων των εννέα»). Στο τέρμα της φιλοσοφικής ανόδου, ανακαλύπτουμε την Αρχή απόλυτα πρώτη, απόλυτα τέλεια, που δεν εξαρτάται από τίποτα, αλλά από την οποία εξαρτώνται τα πάντα. Κα­θώς δίνει ύπαρξη σε ό,τι υπάρχει, είναι πάνω από την ύπαρξη: δεν είναι. Αλλά καθώς κανένα πράγμα δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς να είναι (ένας στρατός, ένας χορός, ένα σπίτι, ένα κο­πάδι...), ενώ διαφέρει από αυτήν την ενότητα στην οποία συμ­μετέχει, η ανυποθετική Αρχή, που δεν είναι ούτε υπάρχει, είναι συνεπώς το Εν. Το Εν δεν θα ήταν το πιο τέλειο αν παρέμενε μόνο. Όμως αυτό δε σημαίνει ότι χρειάζεται να δημιουργήσει. Δεν είναι ένας Θεός με πρόσωπο, ελευθερία και υποκειμενι­κότητα, δημιουργός του κόσμου. Δεν είναι ούτε πρότυπο ούτε αρχέτυπο, όπως η πλατωνική Ιδέα. Το Εν είναι δύναμη του παντός, και η δύναμη του διαχέεται παντού, αναδύεται όπως η ζέστη από μια εστία. Οι ουσίες (ή υποστάσεις) που ανα­δύονται από το Εν είναι η Ευφυΐα, η Ψυχή, τέλος ο υλικός κό­σμος. Τι μπορεί να πει κανείς για το Εν; Τίποτα. Αρχή του λόγου, βρίσκεται πέρα από το λόγο, ξεφεύγει από αυτόν. Αρ­χή της ευφυΐας, παραμένει πάνω από την ευφυΐα, η οποία δεν μπορεί συνεπώς να το κατανοήσει. Το μόνο που μας μένει εί­ναι η μυστικιστική εμπειρία. Στην κίνηση της καθόδου (κά­θοδος του Ενός μέχρι την ύλη) πρέπει να απαντήσει η κίνηση της ανόδου, με την οποία η ψυχή, κομμάτι του θείου, πρέπει να υψωθεί προς το Εν για να ενωθεί με αυτό. Απαλλαγμένη απ’ ό,τι δεν είναι «ούτε καθαρό ούτε αγνό» (την κλήση προς το σώμα και την ύλη), η ψυχή ξαναβρίσκει την ομορφιά της, της οποίας πηγή είναι ή ανυποθετική Αρχή. Μέσα στην έκ­σταση, ο σοφός γίνεται «θεός».

Η πνευματική διαλεκτική έδωσε τη θέση της στην πνευ­ματική ζωή. Η φιλοσοφία του Πλωτίνου είναι μια θρησκευτική φιλοσοφία, αλλά χωρίς θρησκεία.


(ΤΟ ΒΗΜΑ γνώση, 2006, σελ. 21-23)


Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Εισαγωγή στον Πλάτωνα

Πλάτωνας (427-347 π.Χ.): Αθηναίος, μαθητής του Σωκράτη, σύμβου­λος ηγεμόνων (Διονυσίου I και II των Συρακουσών), ιδρυτής της Ακαδημίας. Ο Πλάτωνας είναι ο κατεξοχήν φιλόσοφος, σταθερό σημείο αναφοράς. Ο πλούτος του, που επίπονα απο­κτάται, είναι ανεξάντλητος.

1.    Το δίδαγμα του Σωκράτη

Είναι δύσκολο να δια­κρίνουμε τον ιστορικό Σωκράτη (469-399), που δεν άφησε κανένα γραπτό, από τον Σωκράτη για τον οποίο μιλάει ο Πλάτωνας. Ωστόσο, συνάγεται ένα συμπέρασμα.

Ο Σωκράτης παρουσιάζεται σαν αυτός που δεν γνω­ρίζει τίποτα αλλά που γνωρίζει πως δεν γνωρίζει τίποτα πράγμα που σημαίνει ότι γνωρίζει πάντα περισσότερο από αυτούς που αγνοούν την αγνοία τους. Ο Σωκράτης δεν είναι ούτε καθηγητής ούτε δάσκαλος, είναι απλώς ένα κίνητρο, ένας πρωτοπόρος, ένας καθρέφτης, ένας ενδιά­μεσος του «δαίμονος» (όρος που παραπέμπει στη «μοίρα της ζωής», στην κλίση, στην έμπνευση, στο διαμεσολαβητή μεταξύ θεού και ανθρώπου). Στείρος ο ίδιος από αλήθειες ωραίες και καλές, ο Σωκράτης θέλει να είναι αποκλειστικά και μόνο ένας εκμαιευτής ψυχών που αναζητούν την αιώνια αλήθεια που έχουν ξεχάσει. Η ασχήμια του, η πλακουτσωτή μύτη του, το πρόσωπό του που θυμίζει εκείνο του Σειλινού, τον κάνουν στην κυριολεξία αποκρουστικό. Δεν δίνει μια έτοιμη γνώση σ’ έναν άδειο μαθητή (λες και μπορεί να δώσει κανείς το φως σε τυφλά μάτια! θα πει Πλάτωνας). Με την ειρωνεία, που αντιπαραβάλλει, επαναφέρει τη διαφορά, οδηγεί το μαθητή στην αυτογνωσία (γνώθει σεαυτόν) για να απελευθερώσει την ψυχή του και να την επαναφέρει στο καλό.

Όταν βεβαιώνει ότι «κανένας δεν είναι κακός με τη θέλησή του», δεν κηρύσσει την οικουμενική καλοσύνη των καλοπροαίρετων αδαών. Θέλει να δείξει ότι αυτός που κάνει το κακό θέλησε αυτό που θεωρούσε καλό. Ο ενάρετος άνθρωπος, θα είναι λοιπόν εκείνος που έφτασε στην τελειότητα, θέλοντας αυτό που ξέρει ότι είναι το αληθινό καλό.

Όμως ο Σωκράτης είναι πολύ περισσότερο από σοφός: είναι ο μάρτυρας ενός λόγου. Πιστός στην ουσία του και στην άποψή του για την αλήθεια, ο λόγος είναι αντίθετος στη βία. Άπιστος στον εαυτό του υποβαθμίζεται σε μια τυπική τέχνη (ρητορική), ή διαστρεβλώνεται σε μια τεχνική της πειθούς, που αποτελεί ένα όπλο σε σχέσεις ισχύος (σοφιστική). Η απόδειξη: ο συκοφαντικός λό­γος μπορεί να πείσει τους δικαστές, να καταδικάσει τον αθώο και να σκοτώσει. Κατηγορούμενος για ασέβεια και παιδαγωγική διαφθορά, ο Σωκράτης δέχεται την αδικία δείχνοντας έτσι ότι σέβεται τους νόμους της Πολιτείας τους οποίους ουδείς έχει δικαίωμα να παρακάμψει. Περιφρονώντας τις λύσεις διαφυγής της τελευταίας στιγμής, πίνει το κώνειο σαν ήρωας και μάρτυρας του λόγου, με τίμημα τη ζωή του.

Αναστατωμένος από αυτό το δράμα που έγινε ένα είδος θεμελιώδους μύθου της φιλοσοφίας, ο Πλάτωνας προσπάθησε να αποκαταστήσει το λόγο που βρισκόταν σε κρίση, να ξαναβρεί το μέτρο του ωραίου, του καλού και του αληθινού, που είχε καταστραφεί από θέσεις και αφορισμούς κάθε είδους (η ρευστότητα του Ηράκλειτου, η παγκόσμια σχετικότητα, ο μεταφυσικός μηδενισμός). Αν αληθεύει πως ο φιλόσοφος και ο σοφιστής μοιάζουν όπως ο σκύλος μοιάζει με το λύκο, επειδή χειρίζονται την ίδια γλώσσα, τότε πρέπει να καθορίσουμε και να απο­σαφηνίσουμε τη διαφορά, αρχίζοντας με τον παραμερι­σμό των φαινομένων.

2.    Η φιλοσοφία ως πορεία μύησης

Στην περίφημη αλληγορία της σπηλιάς (Πολιτεία,VII), οι μη μυημένοι περιγράφονται σαν φυλακισμένοι βυθισμένοι στο σκο­τάδι, αλυσοδεμένοι πάντα στη θέση τους, που εκλαμβά­νουν για πραγματικότητες τις σκιές των αντικειμένων που κάποιοι χειρίζονται επιδέξια πίσω από την πλάτη τους, στο φως μιας μεγάλης φωτιάς. Δεν υποφέρουν από την έλλειψη γιατί την αγνοούν, αλλά από την υπερπληθώρα άμεσων εντυπώσεων στις οποίες προσχωρούν φα­νατικά.

Ο φυλακισμένος, βυθισμένος στη νύχτα της μεταφυ­σικής άγνοιας δεν μπορεί να απελευθερωθεί. Δεν έχει άλ­λωστε ούτε την επιθυμία να το κάνει, ούτε και ξέρει ότι δεν είναι ελεύθερος. Ακόμη κι αν δραπέτευε δεν θα ελευ­θερωνόταν. Πρέπει κάποιος άλλος ήδη μυημένος, ήδη φι­λόσοφος να σκύψει επάνω του, να τον απελευθερώσει από τα δεσμά του, να τον υποχρεώσει ακόμη και να ση­κωθεί και να γυρίσει έπειτα το κεφάλι. Με άλλα λόγια, χρειάζεται ένας μεσολαβητής. Χωρίς αυτόν είναι αδύ­νατον να ελευθερωθεί κανείς, να υποχωρήσει όσο είναι απαραίτητο για να αντιληφθεί τη διαφορά.

Αυτή η πρώτη φάση, αρνητική, καθιστά δυνατή μια θετική μύηση. Απαιτείται όμως προσοχή: καθώς έχει προ­σηλυτιστεί πολύ απότομα στην πραγματικότητα, ο φυ­λακισμένος που μόλις λυτρώθηκε από τα δεσμά του μπο­ρεί να θαμπωθεί, να τυφλωθεί, να βυθιστεί σε μια καινούρια νύχτα, που να μην οφείλεται πια στην έλλειψη φωτός μα στην υπερβολή του. Γι’ αυτό το λόγο, θα πρέ­πει κανείς να προχωράει σταδιακά, δείχνοντας του αστέ­ρια όλο και πιο λαμπρά, έπειτα τη σελήνη και, τέλος, τον ήλιο, τερματικό σταθμό της διαδρομής. Θα περάσει έτσι από το πιο φωτεινό γύρω του και το πιο σκοτεινό μέσα του, στο πιο φωτεινό μέσα του και πιο σκοτεινό γύρω του, και τελικά στο πιο φωτεινό γύρω του και μέσα του. Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει ότι πρέπει κανείς πρώτα να περάσει από τις προπαιδευτικές γνώσεις (όπως η αριθμητική, η γεωμετρία, ή η αρμονία), για να γίνει ικανός να προσεγγίσει τη διαλεκτική. (Πολιτεία536d)

Ο πλατωνικός ορισμός της φιλοσοφίας είναι λοιπόν πολύ απλός: είναι μια πορεία προς το αληθινό, ακολου­θώντας πάντα μια διαδρομή που οδηγεί στη μύηση, από ένα σημείο εκκίνησης, που δεν είναι ένα, γιατί στην πραγ­ματικότητα είναι και σημείο άφιξης. Ο φυλακισμένος πράγματι δεν είναι κάποιος άγριος ή κάποιος εκ γενετής τυφλός, αλλά ένα ον υπόδουλο. Άλλως, πως ο μικρός σκλάβος του Μέμνωνα, καθοδηγούμενος από τον Σω­κράτη, θα ανακάλυπτε πώς διπλασιάζεται η επιφάνεια ενός τετράγωνου; Ανακαλύπτει τη σωστή μέθοδο ακριβώς γιατί ξεχνά τις προκαταλήψεις του σε σχέση με τη γεωμετρία. Κάθε γνώση είναι στην πραγματικότητα αναγνώριση. Η ψυχή ξαναθυμάται την αλήθεια (είναι η πε­ρίφημη ανάμνηση) γιατί η αλήθεια δεν υπόκειται στο χρόνο, είναι πάντα εκεί και δεν έχει αρχή. Η άγνοια είναι λοιπόν λήθη: αυτό ακριβώς εκφράζει ο μύθος της βύθισης της ψυχής στη Λήθη, τον ποταμό της λησμονιάς, σύμβολο της εισόδου της σ’ ένα σώμα.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η φιλοσοφική μέθοδος είναι αναπόσπαστη από το περιεχόμενο της: τη θεωρία της αι­ώνιας ύπαρξης της αλήθειας στην ψυχή. Η μέθοδος δεν μπορεί να αρκεστεί σε μηχανικούς κανόνες που ο οποι­οσδήποτε μπορεί να χρησιμοποιήσει για οτιδήποτε. Υπάρχει παιδαγωγική της επιστήμης, όχι όμως και επι­στήμη της παιδαγωγικής.

3.    Αναζητώντας το πραγματικά πραγματικό

Κα­θώς η αληθινή πραγματικότητα δεν είναι αυτό που φαί­νεται, αλλά αυτό που κάνει το πράγμα να είναι αυτό που είναι, έτσι όπως γίνεται κατανοητό από το πνεύμα και υποδηλώνεται από τη γλώσσα. Ο Πλάτωνας την ονομάζει Ιδέα, έργο που παραπέμπει στη μορφή (κυρίαρχη) ορατή (από το πνεύμα). Η ομορφιά δεν είναι λοιπόν το ωραίο πράγμα- χύτρα, γυναίκα ή άλογο, όπως πιστεύει ο απλοϊκός Ιππίας- αλλά αυτό που κάνει ωραίο το πράγμα. Ομοίως, δεν υπάρχουν πανόμοια πράγματα ούτε και ίσα: το μόνο πραγματικά ίσο είναι αυτό που ισούται με τον εαυτό του, το μόνο πραγματικά ακριβές είναι αυτό που είναι ακριβές με τον εαυτό του. Οι Ιδέες είναι λοιπόν το κλειδί της πραγματικότητας και της γνώσης. Χωρίς αυτές, η γλώσσα θα σχημάτιζε έναν κόσμο κλειστό που θα παρέπεμπε μόνο στον εαυτό του.

Χάρη στην Ιδέα, υψωνόμαστε στο ένα, εγκαταλείποντας την πολλαπλότητα των όψεων. Με αυτή την έννοια, η Ιδέα είναι ασφαλώς η ενότητα των πολλών, αλλά επ’ ουδενί κάτι το αφηρημένο. Μάλλον τα πράγματα που υποπίπτουν στις αισθήσεις μας είναι «αφηρημένα» βγαλμένα από την Ιδέα.

Η διαδικασία της ανύψωσης προς την ιδέα είναι η διαλεκτική που ο Πλάτωνας καθορίζει ως «τέχνη του να ζητάς και να δίνεις λόγο» (Πολιτεία, 533c). Αντί να αρ­κεστεί στη δημιουργία καθαρών σχέσεων, όπως στα μα­θηματικά, η διαλεκτική μας βοηθά να ανακαλύψουμε το μέτρο κάθε μέτρου, την ανυποθετική αρχή κάθε υπόθε­σης. Όταν φθάσει στο τέλος της διαλεκτικής ανόδου, το πνεύμα κινείται από Ιδέα σε Ιδέα, αναπτύσσει δηλαδή με ορθολογιστικό τρόπο τις απαραίτητες σχέσεις και συ­νάγει αυστηρά ελεγμένα συμπεράσματα.

Ο διάλογος αντιστοιχεί σε αυτή τη διαδικασία ανα­ζήτησης. Όμως η εξωτερική μορφή του δεν θα πρέπει να μας ξεγελά: αν η παρουσία ενός συγκαταβατικού και πειθήνιου συνομιλητή διευκολύνει τις διαδικασίες (Σο­φιστής, 217c-d), ο πραγματικός διάλογος είναι προπά­ντων ο διάλογος της ψυχής με τον εαυτό της, αυτό που ονομάζεται σκέψη (Θεαίτητος, 189e).

4.    Οι δυσκολίες του λόγου

O Πλάτωνας δεν αγνοεί τις δυσκολίες αυτής της θεωρίας. Πώς οι Ιδέες μπορεί να έχουν σχέση με τα πράγματα που δεν είναι, αλλά που δεν είναι χωρίς αυτές; Πώς η μοναδική Ιδέα μπορεί να αποδώσει την πολλαπλότητα των πραγμάτων χωρίς να διαιρεθεί; Παρόλο που το φως μας προσφέρει ένα πα­ράδειγμα συμμετοχής (φωτίζει άπειρα πράγματα χωρίς να διαιρείται ή να χάνεται), διατρέχουμε τον κίνδυνο να κάνουμε τα πάντα Ιδέα, και να συγκροτήσουμε ένα νοητό σύμπαν, εντελώς αποκομμένο από το σύμπαν που αποτελούν τα πράγματα, διπλασιάζοντας το πρώτο χωρίς λόγο. Σε τελική ανάλυση, εξηγεί ο Πλάτωνας, ο σκλάβος δεν είναι σκλάβος σε μιαν Ιδέα του κυρίου αλλά σ’ έναν κύριο με σάρκα και οστά. Προπάντων, πώς να διαρθρώ­σουμε μεταξύ τους τα στοιχεία του λόγου χωρίς να εδραιώσουμε σχέσεις ανάμεσα στις Ιδέες; Και αν ο λόγος στοχεύει στην Ιδέα, πώς θα μπορούσε να υπάρχει ψευδής λόγος;

Ο Πλάτωνας είναι λοιπόν αναγκασμένος να υπερασπιστεί αυτή την παράδοξη θέση: θα πρέπει να αποδείξει τη δυνατότητα και την πραγματικότητα ενός ψευδούς λόγου, ειδάλλως δεν θα υπήρχε καμία διαφορά ανάμεσα στο αληθινό και το ψευδές και ο λόγος θα κατέληγε να εκμηδενιστεί. Προς τούτο, όμως, θα πρέπει να δείξει ότι ο ψευδής λόγος δεν λέει το τίποτα - γιατί το να λέει κα­νείς το τίποτα είναι σαν να μη λέει τίποτα, και ό,τι πει έτσι θα είναι αυτόματα αληθινό, συμπεριλαμβανομένου του ψεύδους.

Πρέπει να συμβιβαστεί με την ιδέα της «πατροκτονίας» ενάντια στον Παρμενίδη που είχε δηλώσει ότι το μηδέν δεν υπήρχε. Όταν μιλάμε για το ψευδές δεν μιλάμε για το τίποτα, μιλάμε για κάτι που είναι άλλο από το αληθές. Ανάμεσα στο ον που υπάρχει και το ανύπαρκτο μηδέν παίρνει θέση ένα τρίτο είδος: το άλλο. Κάνει έτσι την είσοδό του στον κόσμο του κατανοητού. Πράγμα που επιτρέπει να εντάξουμε τις ιδέες σ’ ένα ζωντανό παιχνίδι σχέσεων, μέσα στο «παντελώς ον» (Σοφιστής, 249a), αντί να τις κάνουμε άκαμπτα και απομονωμένα είδωλα.

O χωρισμός των κόσμων παραμένει παρόλα αυτά. Το όμοιο δεν μπορεί να πάει παρά μόνο στο όμοιο του. Η κοσμολογία το επιβεβαιώνει: ο κόσμος δεν γεννήθηκε από το τίποτα από ένα παντοδύναμο Θεό, φτιάχτηκε από ένα Δημιουργό, με τη βοήθεια προϋπαρχόντων υλικών (το Ίδιο, το Άλλο, το Μείγμα). O κόσμος μας λοιπόν εδώ κάτω φέρει το ελάττωμα της οντολογικής ανεπάρκειας της ύλης του. Με αυτό το μεταφυσικό δυϊσμό ο Πλάτωνας εξηγεί το κακό - αποκλείοντας ταυτόχρονα και την υπόθεση μιας αρχής του Κακού ίσου με το Θεό (πράγμα που θα γίνει το κυρίαρχο στοιχείο του μανιχαϊσμού).

Καταλαβαίνουμε το λογοπαίγνιο το σχετικό με το σώμα που θεωρείται τάφος (σήμα) της ψυχής. Είναι αλή­θεια βέβαια ότι η ψυχή, στενά συνδεδεμένη με τις ιδέες, κρύβει μέσα της τις συνθήκες της πτώσης της. (Στο Φαί­δρο τη συγκρίνει με υποζύγιο αποτελούμενο από ένα κα­λό και ένα κακό άλογο, το οποίο οδηγεί ένας αμαξάς που δυσκολεύεται να ακολουθήσει την ουράνια πομπή). Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η ενσάρκωση δεν είναι μια εξευ­τελιστική εξορία. Γι’ αυτό και οι πλατωνικές «αποδεί­ξεις» της αθανασίας της ψυχής είναι τελικά η επιβεβαί­ωση του αιώνιου χαρακτήρα της, που είναι από τη φύση του αδιάφορος απέναντι στον κύκλο της ζωής και του θανάτου (Φαίδων).

Υπό αυτές τις συνθήκες, πώς θα μπορούσε η βεβαρη­μένη από εικόνες και παραστάσεις γλώσσα μας, να μας δώσει το απόλυτο; (Επιστολή, VII). Οι ιδέες είναι οι φω­τεινές ουσίες των πραγμάτων, δεν είναι το φως που τις φωτίζει και τις κάνει κατανοητές. Όπως ο ήλιος είναι πέ­ρα από το φως που φωτίζει τα αισθητά αντικείμενα, έτσι και η προϋπόθεση του πραγματικού και της γνώσης του βρίσκεται πέρα από το πραγματικό και το κατανοητό: αυτή η προϋπόθεση είναι το Καλό, που δεν είναι το Ον, που ξεπερνάει κάθε κατανοητή ουσία, και που δεν μπο­ρεί λοιπόν να είναι αντικείμενο του λόγου. Με άλλα λό­για, η φιλοσοφία δεν μπορεί να είναι απόλυτη γνώση του απόλυτου. Είναι καταδικασμένη να παραμείνει μια αγά­πη για τη γνώση την οποία ποτέ δεν θα φθάσει. Ο ορθός λόγος θα πρέπει να παραχωρήσει τη θέση του σε κάτι πέρα από το λόγο: στο στοχασμό.

5.  Η ανθρώπινη ύπαρξη

Ο άνθρωπος δεν ξεφεύγει από τις επακόλουθες μικροσυγκρούσεις. Γνωρίζουμε ότι ο μυημένος που επανέρχεται στη Σπηλιά, οπλισμένος με το όραμα της αλήθειας και της επιθυμίας να αντιγράψει την ιδανική αρμονία σε τούτο τον κόσμο, δεν γίνεται απο­δεκτός, καθώς τον θεωρούν τρελό ή ενοχλητικό, ή μπορεί ακόμη και να τον σκοτώσουν.

Μια δίκαιη Πολιτεία -που διέπεται από την αρμο­νία- θα ήταν λοιπόν κάτι το ανέφικτο; Ένα πολιτικό σχέ­διο που να ταυτίζεται με την πραγματοποίηση του Καλού και να τοποθετείται εκτός της  πραγματικής ιστορίας, είναι με τη στενή έννοια, μια ουτοπία. Γι’ αυτό και η Πο­λιτεία δεν μας παρέχει κάποιο εφαρμόσιμο υπόδειγμα. Ακόμη κι αν οι βασιλείς ήταν φιλόσοφοι και οι φιλόσοφοι βασιλείς, οι συνθήκες του κόσμου θα καταδίκαζαν κάθε απόπειρα σε αποτυχία. Το αριστοκρατικό καθεστώς μοι­ραία θα εκφυλιζόταν κάτω από την πίεση του γίγνεσθαι σε καθεστώς βασισμένο στο θάρρος (τιμοκρατία), στον πλούτο (ολιγαρχία), στην ελευθεριάζουσα ισότητα (δη­μοκρατία), για να καταλήξει σε τυραννία, όπου θα θριάμ­βευαν οι πιο χυδαίες τάσεις.

Η αληθινή έννοια της Πολιτείας είναι λοιπόν ηθική. Υπάρχει μια σαφής αναλογία ανάμεσα στο μακρόκοσμο που είναι η Πολιτεία και στο μικρόκοσμο που είναι η αν­θρώπινη ψυχή (όπου βρίσκονται αντιμέτωπα λόγος, «καρδιά» και τάσεις). Η δίκαιη Πολιτεία λοιπόν είναι το πρότυπο της δίκαιης ψυχής την οποία θα πρέπει ο άν­θρωπος να δημιουργήσει μέσα του.

Πώς όμως μια ψυχή στριμωγμένη μέσα σε ένα σώμα μπορεί να φτάσει στην αληθινή ζωή; Εδώ παρεμβαίνει το ερωτικό στοιχείο. Πράγματι, το Ωραίο έχει ένα εξαι­ρετικό προνόμιο: από όλες τις πραγματικότητες τις απο­κομμένες από τον κόσμο μας, μόνον αυτό μπορεί να τέρ­πει, να γίνεται αισθητό (Φαίδρος, 250b). Η αναζήτηση του Ωραίου υποκινείται από τον Έρωτα, γιο της Ένδειας, που είναι ο μεσάζων ανάμεσα στον άνθρωπο και το θεό. Ο Έρωτας ενώνει ό,τι έχει διαιρεθεί, σε όλα τα επίπεδα (από την αναπαραγωγή των ζώων μέχρι τη γνώση). Αυ­τός μας έλκει προς το απόλυτο, αποκόβοντάς μας στα­διακά από ένα ωραίο σώμα για να μας κάνει να αγαπή­σουμε όλα τα ωραία σώματα, έπειτα τις ωραίες ψυχές, τις ωραίες συμπεριφορές, μέχρι το άλμα προς το Ωραίο καθαυτό (Συμπόσιο, 204-211). Όλη η Δύση θα σημαδευ­τεί από αυτή την αντίληψη για τον Έρωτα στην οποία θα αντιπαραθέσει την αγάπη-χάρισμα που κήρυξε ο χριστιανισμός. Στον Πλάτωνα, ο έρωτας αποκλείει το ένα και μοναδικό πρόσωπο με σάρκα και οστά, εφόσον πρέπει πάντα να το υπερβαίνουμε. Αγαπάμε το Ωραίο κα­θαυτό, ποτέ κάτι το συγκεκριμένο.

Το ερωτικό στοιχείο στη γνώση είναι χαρακτηριστικό της πλατωνικής φιλοσοφίας: θεωρία και τρόπος σωτη­ρίας, και όχι απλά θεωρητική γνώση. Αν ο φιλόσοφος οφείλει, σε τούτο τον κόσμο, να αρκείται σε μια μεικτή ζωή της οποίας το πολυτιμότερο κόσμημα είναι το μέτρο (Φίληβος) θα πρέπει επίσης να ελπίζει στην ταύτιση με το θεό απελευθερώνοντας τον εαυτό του από κατώτερα στοιχεία που βαραίνουν και εμποδίζουν την ανύψωση της ψυχής (Θεαίτητος, 176b). Βλέπουμε εδώ ότι η ένταση δεν μεταβάλλεται σε λύση. Αν εννοήσουμε το λόγο του Σω­κράτη στον Φαίδωνα ο θάνατος - αυτός ο «υπέροχος κίν­δυνος που διατρέχουμε» - είναι το όριο που δεν μπορεί να ξεπεράσει ο ανθρώπινος λόγος μας.

(ΤΟ ΒΗΜΑ γνώση, 2006, σελ. 6-15)

Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

Η γένεση της φιλοσοφίας

Η φιλοσοφία δεν γεννήθηκε σε μια μέρα, ούτε και γεννήθηκε εκ του μηδενός. Όμως, η απεικόνιση του κόσμου και η σοφία, από τις οποίες πιστεύουμε ότι ξεκινά, προετοιμάζουν πραγματικά το έδαφος υπό την προϋπόθεση ότι ο ορθός λόγος αφήνεται να επιβεβαιώσει τον ειδικό χαρακτήρα του. Άλλως τον πνίγουν, τον εμποδίζουν να γεννηθεί, εξασφαλίζουν με άλ­λο τρόπο ορισμένες από τις λειτουργίες του που είναι απα­ραίτητες στην ανθρωπότητα και διοχετεύουν τον πόθο για γνώση προς άλλες προσδοκίες.

Αν αυτή η προϋπόθεση ίσχυε στην αρχαία Ελλάδα, πιο καθαρά και πιο κυρίαρχα από οπουδήποτε αλλού, αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι Έλληνες σοφοί και διαλογιστές είναι φι­λόσοφοι με τη αυστηρή έννοια του όρου. Παρόλο που ο Αρι­στοτέλης χαρακτηρίζει τον Θαλή (6ος αιώνος π.Χ.) ως τον «πρώτο θεωρητικό φιλόσοφο», πρέπει να παραδεχτούμε ότι η θεωρία του άπτεται του παραδοσιακού κοσμολογικού λόγου που θεωρεί ένα συμβολικό στοιχείο την απαρχή όλων των πραγμάτων.

Για τον Θαλή, αυτό το στοιχείο είναι το νερό· για τον Ανα­ξίμανδρο, το απροσδιόριστο άπειρο· για τον Αναξαγόρα, το πνεύμα. Ο Πυθαγόρας προτιμά να αναζητήσει το οικουμενικό στοιχείο του πραγματικού στη συμβολική των αριθμών, ενώ ο Ηράκλειτος που τόσο εγκωμιάζουν οι σύγχρονοι, θεωρεί πως ό,τι υπάρχει είναι το αέναα μεταβαλλόμενο αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης των αντιθέτων. Όμως, παρότι αυτοί οι διαλογιστές, οι σοφοί, οι λόγιοι που χαρακτηρίζουμε εκ των υστέρων ως «προσωκρατικούς» είχαν μεγάλες εμπνεύσεις που γονιμοποίησαν το μέλλον, πρέπει να αναμένουμε τον Παρμενίδη ώστε η φιλοσοφία να αποκτήσει έναν παρουσιάσιμο «πατέρα».

Παρμενίδης (540-450 π.Χ.). Είναι ο συγγραφέας ενός πε­ρίφημου Ποιήματος που εμφανίζει όλους τους εξωτερικούς χα­ρακτήρες της λογοτεχνίας των σοφών. Κι όμως, όλα αλλάζουν γιατί βεβαιώνει ότι υπάρχει ον (ομοιογενές, πλήρες, επαρκές -«σφαιρικό») και το εν λόγω ον γίνεται κατανοητό μόνο στη σκέψη. Η αρνητική πλευρά αυτής της ταυτότητας του όντος και της σκέψης έχει εξίσου μεγάλη σημασία: το μηδέν δεν υπάρχει, δεν μπορεί να είναι ούτε αποτέλεσμα σκέψης ούτε αποτέλεσμα λόγου. «Πατέρας» του όντος, ο Παρμενίδης είναι και πατέρας του μηδενός το ον υπάρχει, το μηδέν δεν υπάρχει.

Δεν πρόκειται για μια ακόμα φιλοσοφική θεωρία, αλλά για τη δημιουργία της φιλοσοφίας καθαυτής. Το αντικείμενο της φιλοσοφίας είναι το ον, αυτό που είναι. Το να φιλοσοφείς σημαίνει ότι μιλάς για το ον· η φιλοσοφική αλήθεια, είναι η ταυτότητα του όντος και του λόγου. Η ριζική εναλλακτική άποψη είναι το σωστό και το λάθος, που βρίσκονται στον αντίποδα του όντος και του μηδενός.

Η πορεία προς τη μύηση δεν οδηγεί πια κατευθείαν σε μια τέχνη του ζειν, αλλά στο λόγο περί του υπάρχοντος όντος. Αντί να πολεμάμε την επιθυμία που κατακλύζει τον άνθρωπο (ας μη ξεχνάμε ότι ο βραχμανισμός και ο βουδισμός εμφανίζονται την ίδια εποχή), πρέπει να τον προσανατολίσουμε προς την αλήθεια, αποκόπτοντας τους δεσμούς με το ρευστό κόσμο του γίγνεσθαι, των ευμετάβλητων και άνευ νοήματος φαινομένων, εν ολίγοις με ό,τι αιχμαλωτίζει πλήθος των μη σκεπτόμενων.


(ΤΟ ΒΗΜΑ γνώση, 2006, σελ. 5-6) 

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Αυγουστίνος: ποιος κινεί τα νήματα;


Ο Αυγουστίνος (354-430 μ. Χ.) ήθελε απεγνωσμένα να γνωρίζει την αλήθεια. Όντας χριστιανός πίστευε στο Θεό. Όμως η πίστη του άφηνε αναπάντητα πολλά ερωτήματα. Τι ήθελε ο Θεός από αυτόν να κάνει; Πως όφειλε να ζει; Σε τι όφειλε να πιστεύει; Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σκεπτόμενος αυτά τα ερωτήματα και γράφοντας γι’ αυτά. Το τίμημα είναι πολύ υψηλό. Για όσους πιστεύουν στην πιθανότητα της αιώνιας κόλασης, ένα φιλοσοφικό λάθος μπορεί να έχει τρομερές συνέπειες. Κατά την άποψη του Αυγουστίνου, αν έσφαλλε μπορεί να κατέληγε να καίγεται στο θειάφι για πάντα. Ένα πρόβλημα που τον απασχολούσε ιδιαίτερα ήταν το γιατί ο Θεός επέτρεπε το κακό στον κόσμο. Ο Αυγουστίνος έδωσε μια απάντηση που εξακολουθεί να είναι δημοφιλής σε πολλούς πιστούς. […]

Η μητέρα του Αυγουστίνου ήταν χριστιανή, αλλά ο πατέρας του πίστευε σε μια τοπική θρησκεία. Ύστερα από μια άγρια νιότη και πρώιμη εφηβεία, κατά την οποία απέκτησε ένα παιδί με μια ερωμένη, ο Αυγουστίνος προσηλυτίστηκε στον χριστιανισμό όταν ήταν 30 ετών, ενώ κάποια στιγμή έγινε Επίσκοπος Ιππώνος. […] Στη μετέπειτα ζωή του έγραψε πολλά βιβλία, όπως τις Εξομολογήσεις, την Πολιτεία του Θεού και κάπου εκατό ακόμα. Είχε επηρεαστεί πολύ από τον Πλάτωνα, αλλά τον ερμήνευσε χριστιανικά.

Οι περισσότεροι χριστιανοί πιστεύουν πως ο Θεός έχει ειδικές δυνάμεις: είναι υπέρτατα καλός, γνωρίζει τα πάντα και μπορεί να κάνει τα πάντα. Όλα αυτά ενυπάρχουν στον ορισμό του «Θεού». Ο Θεός δεν θα ήταν θεός αν δεν είχε αυτές τις ιδιότητες. Σε πολλές άλλες θρησκείες περιγράφεται ο Θεός με παρόμοιο τρόπο, αλλά ο Αυγουστίνος ενδιαφερόταν μόνο για τη χριστιανική οπτική.

Όποιος πιστεύει σε αυτό τον Θεό θα πρέπει να παραδεχτεί πως υπάρχει πολλή οδύνη στον κόσμο. Αυτό δύσκολα θα το αρνιόταν κανείς. Η οδύνη οφείλεται εν μέρει σε φυσικά φαινόμενα, όπως είναι οι σεισμοί και οι ασθένειες. Η οδύνη οφείλεται εν μέρει και στο ηθικό κακό που προξενούν οι άνθρωποι. Ο φόνος και τα βασανιστήρια είναι δύο προφανή παραδείγματα ηθικού κακού. Πολύ προτού γράψει ο Αυγουστίνος, ο Έλληνας φιλόσοφος Επίκουρος είχε καταλάβει ότι αυτό αποτελεί πρόβλημα. Πως γίνεται ένας αγαθός, παντοδύναμος Θεός να ανέχεται το κακό; Αν ο Θεός είναι παντοδύναμος και δε φαίνεται να θέλει να το σταματήσει, πως γίνεται να είναι πανάγαθος; Αυτό δε φαίνεται να βγάζει νόημα. Ακόμα και σήμερα απασχολεί πολλούς ανθρώπους. Ο Αυγουστίνος εστίασε στο ηθικό κακό. Αναγνώρισε ότι είναι μάλλον ακατανόητη η ιδέα ενός αγαθού Θεού που γνωρίζει ότι το κακό συμβαίνει και δεν κάνει τίποτα για να το εμποδίσει. Δεν του άρεσε η ιδέα ότι ο Θεός πράττει με μυστηριώδεις τρόπους που βρίσκονται πέραν της ανθρώπινης κατανόησης. Ο Αυγουστίνος ήθελε απαντήσεις.

[…] Ο Θεός πρέπει να ξέρει τι συμβαίνει, αφού ξέρει τα πάντα. Τίποτα δεν του διαφεύγει. Και πρέπει να θέλει να μη συμβαίνει το κακό, αφού μόνο τότε έχει νόημα να θεωρείται πανάγαθος. Εν τούτοις ο δολοφόνος σκοτώνει το θύμα του […] Τι συμβαίνει λοιπόν; Αυτό είναι το κλασικό Πρόβλημα του Κακού, δηλαδή το πώς να εξηγήσουμε γιατί ο Θεός επιτρέπει τέτοια πράγματα […] Υπό μία έννοια, ο Θεός πρέπει να θέλησε το κακό να γίνει.

Όταν ήταν νέος, ο Αυγουστίνος απέφευγε να πιστεύει πως ο Θεός ήθελε το κακό να συμβαίνει. Ήταν Μανιχαϊστής. Ο Μανιχαϊσμός ήταν μια θρησκεία που προερχόταν από την Περσία. Οι  Μανιχαϊστές πίστευαν πως ο Θεός δεν ήταν πανίσχυρος. Απεναντίας, υπήρχε μια ατελείωτη πάλη ανάμεσα στις εξίσου ισχυρές δυνάμεις του καλού και του κακού. Έτσι, από αυτή την άποψη, ο Θεός και ο Σατανάς αγωνίζονται συνέχεια για τον έλεγχο. Αμφότεροι είναι πολύ ισχυροί, ώστε να νικήσει ο ένας τον άλλον.

[…] Οι Μανιχαϊστές θα εξηγούσαν τις πράξεις του δολοφόνου ως συνέπεια των δυνάμεων του σκότους που βρίσκονται μέσα του και τον οδήγησαν στο κακό. Αυτές οι δυνάμεις είναι τόσο ισχυρές σε ένα άτομο, ώστε οι δυνάμεις της φωτός δεν μπορούν να τις νικήσουν.

Αργότερα, ωστόσο ο Αυγουστίνος απέρριψε τη μανιχαϊστική προσέγγιση. Δεν καταλάβαινε γιατί η μάχη μεταξύ του καλού και κακού είναι ατελείωτη. Γιατί ο Θεός δεν κερδίζει τον αγώνα; […] Αν όμως ο Θεός ήταν αληθινά παντοδύναμος, όπως κατέληξε να πιστεύει ο Αυγουστίνος, το πρόβλημα του κακού παρέμενε. Γιατί ο Θεός επέτρεπε το κακό; Γιατί υπήρχε τόσο κακό; […] η βασική λύση που έδωσε στηρίζεται στην ύπαρξη της ελεύθερης βούλησης, δηλαδή στην ικανότητα του ανθρώπου να επιλέγει τι θα κάνει μετά. Αυτό είναι γνωστό ως Υπεράσπιση της Ελεύθερης Βούλησης. Πρόκειται για τη θεοδικία – την προσπάθεια να εξηγήσει και να υπερασπίσει κανείς την ιδέα πως ένας αγαθός Θεός επιτρέπει την οδύνη.

Ο Άγιος Αυγουστίνος
Ο Θεός μας έδωσε την ελεύθερη βούληση. Για παράδειγμα, μπορείτε να επιλέξετε αν θα διαβάσετε την επόμενη πρόταση. Είναι επιλογή σας. Αν κανείς δε σας αναγκάσει να συνεχίσετε το διάβασμα, τότε έχετε την ελευθερία να το σταματήσετε. Ο Αυγουστίνος θεωρούσε καλή την ελεύθερη βούληση, αφού μας επιτρέπει να πράττουμε ηθικά. Μπορούμε να επιλέγουμε να είμαστε καλοί, γεγονός που για τον Αυγουστίνο σήμαινε να ακολουθούμε τις επιταγές του Θεού, ιδίως τις Δέκα Εντολές, όπως και την εντολή του Ιησού «Αγάπα τον πλησίον σου». Όμως, ως συνέπεια της ελεύθερης βούλησης, ενδέχεται να αποφασίζουμε να κάνουμε το κακό. […] Αυτό συμβαίνει συχνά όταν τα συναισθήματά μας υπερισχύουν της λογικής μας […] Ο Αυγουστίνος πίστευε πως η ορθολογική πλευρά του εαυτού μας πρέπει να ελέγχει τα πάθη, μια άποψη που συμμεριζόταν με τον Πλάτωνα.

Οι άνθρωποι, σε αντίθεση με τα ζώα, έχουν τη δύναμη του ορθού λόγου και πρέπει να την αξιοποιούν. […] Ο Αυγουστίνος πρέσβευε πως ήταν πολύ καλύτερο το ότι μας πρόσφερε την επιλογή. Ειδάλλως θα ήμασταν μαριονέτες, τα νήματα των οποίων θα κινούσε ο Θεός ώστε να συμπεριφερόμαστε σωστά. Δεν θα είχε νόημα να σκεφτόμαστε πώς να συμπεριφερόμαστε αφού θα επιλέγαμε αυτόματα το καλό.

Συνεπώς, ο Θεός είναι αρκούντως ισχυρός για να εμποδίζει κάθε κακό. Αλλά το γεγονός ότι το κακό υπάρχει δεν οφείλεται άμεσα στο Θεό. Το ηθικό κακό είναι αποτέλεσμα των επιλογών μας. Ο Αυγουστίνος πίστευε πως αυτό οφείλεται εν μέρει στις επιλογές του Αδάμ και της Εύας […] Αυτό το αμάρτημα, το Προπατορικό Αμάρτημα, δεν είναι απλώς κάτι που επηρέασε τη ζωή μας. Κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως, πληρώνει αυτό το τίμημα. Ο Αυγουστίνος πίστευε πως το Προπατορικό Αμάρτημα περνά από κάθε νέα γενιά με την πράξη της σεξουαλικής αναπαραγωγής. Ακόμα και ένα παιδί, από τις πρώτες στιγμές του, φέρει ίχνη αυτού του αμαρτήματος. Το Προπατορικό Αμάρτημα μας κάνει να αμαρτάνουμε.

Για πολλούς αναγνώστες, η ιδέα ότι φταίμε και τιμωρούμαστε για πράξεις που έκανε κάποιος άλλος δεν είναι εύκολα αποδεκτό. Μοιάζει άδικο. Αλλά η ιδέα ότι το κακό οφείλεται στην ελεύθερη βούληση μας και όχι άμεσα στο Θεό εξακολουθεί να πείθει πολλούς πιστούςτους επιτρέπει να πιστεύουν σε έναν παντογνώστη, παντοδύναμο και πανάγαθο Θεό.


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ, 2012, σελ. 49-55)

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Η επικούρεια θεραπεία


Ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Επίκουρος (341-270 π. Χ) υποστήριζε ότι ο φόβος του θανάτου είναι χάσιμο χρόνου και βασίζεται σε κακή λογική. Είναι μια ψυχική διάθεση την οποία πρέπει να ξεπεράσουμε […]

Ο Επίκουρος γεννήθηκε στη Σάμο. Πέρασε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του στην Αθήνα, όπου έγινε μια θρυλική μορφή προσελκύοντας πολλούς μαθητές οι οποίοι ζούσαν μαζί του σε μια κοινότητα. Αυτή περιλάμβανε επίσης γυναίκες και σκλάβους –κάτι σπάνιο για την αρχαία Αθήνα. […] Διεύθυνε τη φιλοσοφική του σχολή σε ένα σπίτι με κήπο, γι αυτό και έμεινε γνωστό ως ο κήπος. […] Ήταν σημαντικό για όσους τον ακολουθούσαν να εφαρμόζουν στην πράξη τη φιλοσοφία του, όχι απλώς να τη μαθαίνουν

Για τον Επίκουρο, το μυστικό της ζωής, είναι να καταλάβουμε ότι αναζητούμε ηδονή και, ακόμα πιο σημαντικό, ότι αποφεύγουμε την οδύνη όποτε μπορούμε. Αυτά μας παρακινούν […] Ο καλύτερος τρόπος να ζείτε, συνεπώς, είναι ο εξής: να έχετε έναν απλούστατο τρόπο ζωής, να είστε καλοί με τους γύρω σας και να περιστοιχίζεστε από φίλους. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορείτε να ικανοποιείτε τις περισσότερες επιθυμίες σας. Δε θα θέλετε κάτι που δε θα μπορείτε να το αποκτήσετε. […] Είναι πολύ καλύτερο να ζείτε απλά. Αν οι επιθυμίες σας είναι απλές, ικανοποιούνται εύκολα, συνεπώς έχετε τον χρόνο και την ενέργεια να απολαμβάνεται τα πράγματα που έχουν σημασία. Αυτή ήταν η συνταγή του Επίκουρου για την ευτυχία και έχει πολύ νόημα.

Αυτή η διδασκαλία ήταν μια μορφή θεραπείας. Στόχος του Επίκουρου ήταν να θεραπεύσει τους μαθητές του από την ψυχική οδύνη και να τους δείξει πως ο σωματικός πόνος γίνεται ανεκτός όταν θυμόμαστε περασμένες ηδονές. Επισήμαινε πως οι ηδονές είναι ευχάριστες την εκάστοτε στιγμή, αλλά είναι επίσης ευχάριστες όταν τις θυμόμαστε μετά, συνεπώς μας ωφελούν και μακροπρόθεσμα. Καθώς πέθαινε και βρισκόταν σε επώδυνη κατάσταση έγραψε σε ένα φίλο του για το πώς κατόρθωσε να αποστασιοποιηθεί από την αρρώστια του ενθυμούμενος τη χαρά από τις παλαιότερες συζητήσεις τους.

Όλα αυτά διαφέρουν από τη σημερινή σημασία της λέξης «επικούρειος». Σημαίνει σχεδόν το αντίθετο. Ένας «επικούρειος» άνθρωπος αρέσκεται σε καλό φαγητό, ενδίδει στην πολυτέλεια και την αισθησιακή ηδονή. Τα γούστα του Επίκουρου ήταν πολύ πιο απλά. Δίδασκε την ανάγκη να είναι κανείς μετριοπαθής: όποιος παραδίδεται σε άπληστες ορέξεις απλώς δημιουργεί όλο και περισσότερες επιθυμίες, οπότε στο τέλος προκαλεί την ψυχική αγωνία του ανεκπλήρωτου πόθου. Μια τέτοια ζωή αέναης επιθυμίας πρέπει να αποφεύγεται. Αυτός και οι οπαδοί του ζούσαν με ψωμί και νερό […] Παρά ταύτα, οι εχθροί του υποστήριζαν ότι στην κοινότητα του Κήπου οι Επικούρειοι έτρωγαν, έπιναν, και έκαναν σεξ σε ένα ατελείωτο όργιο. Έτσι προέκυψε η νεότερη σημασία της λέξης «επικούρειος» […]   

Σύμφωνα με μαρτυρίες, ο Επίκουρος, έγραψε κάπου τριακόσια βιβλία σε πάπυρο αν και κανένα δεν έχει σωθεί. Ότι γνωρίζουμε για αυτόν προέρχεται κυρίως από σημειώσεις των οπαδών του. […] Μια άλλη σημαντική πηγή πληροφοριών για τη διδασκαλία του Επίκουρου είναι το μακροσκελές ποίημα Για τη φύση των πραγμάτων του Ρωμαίου φιλόσοφου-ποιητή Λουκρήτιου. Αυτό το ποίημα, που το συνέθεσε ο Λουκρήτιος πάνω από διακόσια χρόνια μετά το θάνατο του Επίκουρου, συνοψίζει τις βασικές διδασκαλίες της σχολής του.

Ας επανέλθουμε λοιπόν στο ερώτημα του Επίκουρου: γιατί δεν πρέπει να φοβάστε τον θάνατο; Ένας λόγος είναι ότι δεν τον βιώνετε. Ο θάνατος σας δεν θα είναι κάτι που θα συμβεί σ’ εσάς. Όταν συμβεί δε θα είστε εκεί. Ο φιλόσοφος του 20ου αιώνα Λούντβιχ Βιτγκενστάιν έγραψε κάτι παρόμοιο στο Tractatus Logico-Philosophicus: «Ο θάνατος δεν είναι ένα γεγονός στη ζωή». Σύμφωνα με αυτή την ιδέα, τα γεγονότα είναι πράγματα που βιώνουμε, αλλά ο ίδιος ο θάνατός μας είναι μια αφαίρεση της πιθανότητας της εμπειρίας, όχι κάτι επιπλέον το οποίο θα μπορούσαμε να συνειδητοποιήσουμε και κάπως να βιώσουμε. 

Όταν φανταζόμαστε τον ίδιο μας τον θάνατο, υποστήριζε ο Επίκουρος, οι περισσότεροι κάνουμε το λάθος να σκεφτόμαστε πως θα έχει απομείνει κάτι από μας το οποίο θα νιώθει ότι θα έχει συμβεί στο νεκρό σώμα. Αλλά έτσι παρανοούμε αυτό που είμαστε. Είμαστε δεμένοι στο συγκεκριμένο σώμα μας, τη σάρκα και τα οστά μας. Σύμφωνα με τον Επίκουρο, αποτελούμαστε από άτομα (αν και με αυτό τον όρο εννοούσε κάτι διαφορετικό απ’ ότι εννοούν οι νεότεροι επιστήμονες). Μόλις αυτά τα άτομα διαλυθούν με τον θάνατο, δεν υπάρχουνε πια ως πρόσωπο με τη δυνατότητα της συνείδησης. Ακόμα και αν κάποιος κατόρθωνε να επανασυνδέσει όλα τα κομμάτια αργότερα και να εμφυσήσει ζωή στο ανασυγκροτημένο σώμα, αυτό δε θα είχε καμιά σχέση μ’ εμένα. Το νέο έμβιο σώμα δεν θα ήμουν εγώ, παρ’ ότι θα έμοιαζε μ’ εμένα. Δε θα ένιωθα τους πόνους του, επειδή, μόλις το σώμα πάψει να λειτουργεί, τίποτα δεν μπορεί να το επαναφέρει στη ζωή. Η αλυσίδα της ταυτότητας θα έχει σπάσει. 

Ο Επίκουρος πίστευε πως μπορούσε να θεραπεύσει τους οπαδούς του από το φόβο του θανάτου και με το να επισημαίνει τη διαφορά ανάμεσα σε όσα νιώθουμε για το μέλλον και με όσα νιώθουμε για το παρελθόν. Νοιαζόμαστε για το ένα μα όχι για το άλλο. Σκεφτείτε το χρόνο προτού γεννηθείτε, όλο αυτό το χρόνο όπου δεν υπήρχατε. Όχι μόνο τις εβδομάδες που βρισκόμασταν στη μήτρα της μητέρας σας και θα μπορούσατε να είχατε γεννηθεί πρόωρα, ή ακόμα το σημείο προτού οι γονείς σας σας συλλάβουν και ήσασταν απλώς μια πιθανότητα για αυτούς, αλλά τα δισεκατομμύρια χρόνια προτού γεννηθείτε. Συνήθως δεν ανησυχούμε επειδή δεν υπήρχαμε όλες αυτές τις χιλιετίες πριν από τη γέννησή μας. Γιατί να νοιάζεται κάποιος για όλο αυτό το χρόνο όπου δεν υπήρχε; Αν όμως αυτό ισχύει, γιατί να νοιαζόμαστε τόσο πολύ για όλους τους αιώνες της μη ύπαρξης μας μετά θάνατον; Η σκέψη μας είναι ασύμμετρη. Έχουμε την προκατάληψη να ανησυχούμε για το χρόνο μετά το θάνατό μας παρά για το χρόνο πριν από τη γέννησή μας. Ο Επίκουρος το θεωρούσε λάθος. Μόλις το καταλάβετε, θα αρχίσετε να σκέφτεστε τον χρόνο μετά το θάνατό σας όπως σκέπτεστε τον πρότερο χρόνο. Τότε δε θα νοιάζεστε τόσο πολύ.

Κάποιοι άνθρωποι ανησυχούν πολύ πως θα τιμωρηθούν, μετά θάνατον. Ο Επίκουρος απέρριπτε και αυτή την ανησυχία. Οι θεοί δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για τη δημιουργία τους, έλεγε με σιγουριά στους οπαδούς του. Υπάρχουν ανεξάρτητα από μας και δεν εμπλέκονται σε όσα γίνονται στον κόσμο. Έτσι θα είστε μια χαρά. Αυτή είναι η θεραπεία του, ο συνδυασμός αυτός των επιχειρημάτων. Ο Επίκουρος συνόψισε τη φιλοσοφία του στην επιτύμβια επιγραφή του:

«Δεν ήμουν. Ήμουν. Δε με νοιάζει».


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ, 2012, σελ. 35-41)