Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μακιαβέλλι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μακιαβέλλι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2018

Μακιαβέλι: Η κατάκτηση της εξουσίας





Να ξέρεις πως για να αποκτήσεις την εξουσία:

Δύο τρόποι ανέκαθεν υπάρχουν: να την κληρονομήσεις ή να την κατακτήσεις.

Δύο μέσα ανέκαθεν υπάρχουν: τα όπλα τα δικά σου ή τα όπλα των άλλων.

Δύο προϋποθέσεις ανέκαθεν υπάρχουν: η τύχη ή η ικανότητα. 


Ν. ΜακιαβέλιΟ Ηγεμόνας 

[Περίπλους, 2002, σελ. 46-47]

Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

Η θυσία που απαιτεί η εξουσιαστική πολιτική

[…] Η εξουσιαστική πολιτική μπορεί να νοηθεί μόνον όταν είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο, όσο κι αν είναι καταδικαστέο από την ατομική συνείδηση, εφ’ όσον αυτό το μέσο υπόσχεται να οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα, σύμφωνα με τη λογική του κράτους και εξυπηρετεί τους σκοπούς του.

Ο Μακιαβέλι, που είχε το θάρρος να συγκεντρώσει συστηματικά τις μεθόδους με τις οποίες συμπεριφέρεται η Κρατική εξουσία και να τις δικαιώσει στο όνομα της λογικής του Κράτους, το έχει ήδη διατυπώσει με σαφήνεια στους «Λόγους» του:

«Εάν έχουμε να κάνουμε με την ευημερία της Πατρίδας, δεν πρέπει να επιτρέπουμε στους εαυτούς μας να επηρεάζονται από το δίκαιο ή το άδικο ή το λάθος, από τη συμπόνια ή τη σκληρότητα, από τον έπαινο ή τον ψόγο. Δεν πρέπει να γκρινιάζουμε δίχως λόγο, αλλά πρέπει πάντοτε να αδράχνουμε κάθε μέσο που θα σώσει τη ζωή της χώρας και θα διατηρήσει την ελευθερία της».
Για την τέλεια κρατική εξουσία κάθε έγκλημα που διαπράττεται στην υπηρεσία του Κράτους είναι μια αξιέπαινη πράξη, εάν είναι επιτυχής. Το Κράτος βρίσκεται πέραν του καλού και του κακού· είναι η επίγεια Θεία Πρόνοια που οι αποφάσεις της είναι, εν τω βάθει τους, τόσο ανεξιχνίαστες για τον κοινό υπήκοο όσο είναι και για τον πιστό τα όσα επιτάσσονται μοιραία από την εξουσία του Θεού. Όπως ακριβώς, σύμφωνα με τα δόγματα των θεολόγων και των σοφών, ο Θεός, με την ανεξιχνίαστη σοφία του, χρησιμοποιεί συχνά τα πιο σκληρά και τρομερά μέσα για να εκπληρώσει τα σχέδιά του, έτσι και το κράτος σύμφωνα με τα δόγματα της πολιτικής θεολογίας, δεν περιορίζεται από τους κανόνες της κοινής ανθρώπινης ηθικότητας, κάθε φορά που αποφασίζει να πραγματώσει κάποιους συγκεκριμένους στόχους, παίζοντας επικίνδυνα και ψύχραιμα, με τις ζωές και τις τύχες εκατομμυρίων.

Όταν ένα διπλωμάτης πέφτει στην παγίδα που έχει στήσει ένας άλλος διπλωμάτης, είναι δύσκολο να παραπονεθεί για τα τεχνάσματά και την έλλειψη συνείδησης του αντιπάλου του, διότι και αυτός ο ίδιος επιδιώκει, φυσικά προς όφελός του, τον ίδιο στόχο και υφίσταται την ήττα μόνον επειδή ο αντίπαλος του μπορεί να παίξει καλύτερα το ρόλο της Θείας Πρόνοιας. Κάποιος που πιστεύει ότι δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς οργανωμένη δύναμη που προσωποποιείται στο κράτος, πρέπει να είναι, έτοιμος να αποδεχθεί όλες τις συνέπειες αυτής της δεισιδαίμονος πίστης και να θυσιάσει στον Μολώχ του Κράτους ό,τι πολυτιμότερο έχει, την ίδια του την προσωπικότητα
  
Ρούντολφ Ρόκερ, Εθνικισμός και Πολιτισμός

[Εκδόσεις Άρδην, 1998, τόμος Α’, σελ. 61-63]


Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

Η σπουδαιότερη προσφορά του Μακιαβέλλι

Η ιδέα της ιστορικής σπουδαιότητας του Μεγάλου Ανδρός […] αναπτύχθηκε από τον Μακιαβέλλι με μια αμείλικτη λογική. Το σύγγραμμά του για τον Ηγεμόνα αποτελεί το πνευματικό καταστάλαγμα μιας εποχής, στον πολιτικό ορίζοντα της οποίας έλαμπαν τα ανατριχιαστικά λόγια των Ασσασίνων: «Τίποτα δεν είναι αληθινό! Όλα επιτρέπονται!». Το ειδεχθέστερο έγκλημα, η πλέον αξιοκαταφρόνητη ενέργεια, μετατρέπονται σε μεγάλο κατόρθωμα, καθίστανται μια πολιτική αναγκαιότητα, από τη στιγμή που εμφανίζεται ο «Κυρίαρχος Άνθρωπος». Οι ηθικές έγνοιες αξίζουν μόνο για να το χρησιμοποιούν στην προσωπική τους ζωή τα ανθρωπάκια, διότι στην πολιτική δεν υπάρχουν ηθικές αντιλήψεις, παρά μόνον ζητήματα εξουσίας, για την επίλυση των οποίων κάθε μέσο που υπόσχεται επιτυχία δικαιώνεται.

Ο Μακιαβέλλι ανήγαγε σε σύστημα την ανηθικότητα της κρατικής εξουσίας και προσπάθησε να τη δικαιώσει με τέτοια κυνική ειλικρίνεια, ώστε συχνά υποστηρίχτηκε, […] ότι ο «Ηγεμόνας» του είναι απλώς μια καυστική σάτιρα των δεσποτών εκείνης της εποχής, παραβλέποντας το γεγονός ότι το έργο αυτό εγράφη μόνο για την προσωπική χρήση ενός εκ των Μεδίκων και όχι για το κοινό. Εξ άλλου, αυτός ο λόγος για τον οποίον δεν δημοσιεύτηκε παρά μόνο μετά τον θάνατό του συγγραφέα.

Ο Μακιαβέλλι δεν ανέσυρε τις ιδέες του από την εσωτερική του συνείδηση. Απλώς ανήγαγε σε σύστημα την κοινή πρακτική της εποχής του Λουδοβίκου ΙΑ΄, του Φερνινάνδου του Καθολικού, του Αλεξάνδρου του ΣΤ΄, του Καίσαρα Βοργία, του Φραντσέσκο Φόρτσα και άλλων. Αυτοί οι Κυρίαρχοι ήταν εξίσου εξοικειωμένοι με το δηλητήριο και το μαχαίρι καθώς και με το κομποσκοίνι και το σκήπτρο και δεν επέτρεπαν στους εαυτούς τους να επηρεάζονται, ούτε κατ’ ελάχιστον, από ηθικές έγνοιες, κατά την επιδίωξη των εξουσιαστικών πολιτικών σχεδίων τους. «Ο Ηγεμόνας» αποτελεί μια αληθινή προσωπογραφία καθενός απ’ αυτών. Γράφει ο Μακιαβέλλι (Ο Ηγεμόνας, XVIII):    

«Ένας ηγεμόνας δεν χρειάζεται να κατέχει τις προαναφερόμενες αρετές, αλλά θα πρέπει να έχει τη φήμη ότι τις κατέχει. Θα τολμήσω, μάλιστα, να πω ότι είναι πολύ επιβλαβές να τις κατέχει και συνεχώς να τις τηρεί· όμως, είναι πολύ χρήσιμο να φαίνεται ότι είναι ευσεβής, αληθινός, ανθρώπινος, Θεοσεβούμενος, Χριστιανός. Είναι αναγκαίο να είναι έτσι διαμορφωμένος ο χαρακτήρας του, ώστε να μπορεί, όταν χρειασθεί, να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση απ’ αυτήν που φαίνεται ότι είναι. Συνεπώς, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι δεν μπορεί να απαιτείται από έναν ηγεμόνα, και ιδιαίτερα από έναν καινούργιο ηγεμόνα, να σέβεται ό,τι θεωρείται καλό από τους άλλους ανθρώπους, διότι, προκειμένου να διατηρήσει τη θέση του, πρέπει να παραβαίνει συχνά την αλήθεια, την πίστη, τον ανθρωπισμό, την ευσπλαχνία και τη θρησκεία. Άρα, πρέπει να έχει μια συνείδηση, ικανή να περιστρέφεται σύμφωνα με τους ανέμους και τα γυρίσματα της τύχης και, όπως έχουμε πει, να μην αγνοεί το καλό, οσάκις είναι βολικό, αλλά επίσης, να διαπράττει το κακό, οσάκις είναι αναγκαίο. Ένας ηγεμόνας, λοιπόν, πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός, ώστε κάθε του λόγος και κάθε του μήνυμα να είναι γεμάτα με τις προαναφερόμενες αρετές. Όλα όσα κανείς ακούει από τον ηγεμόνα πρέπει να αποπνέουν σύμπνοια, αλήθεια, ανθρωπισμό, ευσπλαχνία και ευσέβεια· και τίποτε δεν είναι περισσότερο αναγκαίο από το να διαφυλάσσει το φαίνεσθαι των αρετών του, διότι οι άνθρωποι, εν γένει, κρίνουν περισσότερο με τα μάτια παρά με το αίσθημα. Και ενώ όλοι μπορούν να βλέπουν, μόνο λίγοι μπορούν να αισθάνονται. Ο καθένας βλέπει ότι εσύ φαίνεσαι πως είσαι· λίγοι αισθάνονται αυτό που πραγματικά είσαι. Αλλά αυτοί οι τελευταίοι δεν τολμούν να αντιτεθούν στη γνώμη της μάζας, που προστατεύεται από τη μεγαλειότητα του κράτους. Από τις πράξεις των ανθρώπων και ιδιαίτερα από εκείνες των ηγεμόνων που δεν επιδέχονται κριτικής, δεν λαμβάνουμε υπ’ όψιν μας παρά μόνο το αποτέλεσμα. Ας αφήσουμε, λοιπόν, τον ηγεμόνα να υιοθετεί αυτό που διαφυλάσσει τη μεγαλοπρέπειά του. Τα μέσα που χρησιμοποιεί θα θεωρούνται πάντοτε έντιμα και γενναία από τον καθένα διότι ο όχλος δεν λαμβάνει υπ’ όψιν του παρά μόνον το φαίνεσθαι και το αποτέλεσμα· και ο κόσμος μας ξεχειλίζει από όχλο».
Ότι  ο Μακιαβέλλι διατύπωσε με ειλικρινή λόγια (έξω από τα δόντια, μόνο και μόνο επειδή προοριζόταν για το αυτί ενός συγκεκριμένου ηγεμόνα) υπήρξε απλώς η απροκάλυπτη ομολογία πίστεως των φορέων πασών των εξουσιαστικών πολιτικών. Είναι, επομένως επιπόλαιο να μιλάμε για «Μακιαβελλισμό». Ό,τι ο Φλωρεντίνος πολιτικός εξέθεσε με τόση διεισδυτικότητα και σαφήνεια είναι αυτό που τόσο απερίφραστα εφαρμοζόταν πάντοτε και συνεχώς θα εφαρμόζεται, στο βαθμό που μέσα στην κοινωνία οι προνομιούχες μειοψηφίες θα έχουν την απαραίτητη εξουσία να υποδουλώνουν τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων και να ληστεύουν τους καρπούς της εργασίας τους. […]

Συνεπώς, ο Μακιαβέλλι απαίτησε, με τη θρασεία ειλικρίνεια που τον χαρακτήριζε (ένα χαρακτηριστικό που στην πραγματικότητα δεν συμβιβάζεται με τις αρχές του δικού του «Μακιαβελισμού»), ότι εκείνοι οι άνθρωποι που δεν μπορούν να ζουν χωρίς την περιττή πολυτέλεια της προσωπικής συνείδησης θα ήταν καλύτερο να αφήσουν την πολιτική κατά μέρος.

Το γεγονός ότι ο Μακιαβέλλι εξέθεσε με τέτοια πληρότητα τις εσωτερικές λειτουργίες της εξουσιαστικής πολιτικής, και μάλιστα σιχαινόμενος να συγκαλύψει τις δυσάρεστες λεπτομέρειες με καινές δράσεις και υποκριτικά λόγια, αποτελεί τη πρωτεύουσα αξία του. […]

Ρούντολφ Ρόκερ, Εθνικισμός και Πολιτισμός 

[Εκδόσεις Άρδην, 1998, τόμος Α’, σελ. 198-202]

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Συνοψίζοντας τις συμβουλές σε έναν ηγέτη για τους κόλακες του

Οι καλές συμβουλές, από όπου κι αν προέρχονται, οφεί­λονται στην ικανότητα του Ηγεμόνα και ποτέ η ικανό­τητα του Ηγεμόνα δεν οφείλεται στις καλές συμβουλές.

Ούτε να μην επιτρέπεις στους συνεργάτες σου να λένε τη γνώμη τους, ούτε να επιτρέπεις να την λένε χωρίς σεβασμό προς το πρόσωπο και τις αποφάσεις σου.

Θα πρέπει να δώσεις απόλυτη ελευθερία στους συνερ­γάτες σου να λένε τη γνώμη τους και την αλήθεια, αλλά μονάχα για πράγματα που ο ίδιος τους την ζητάς.

Θα πρέπει να ρωτάς τους συνεργάτες σου για κάθε πράγμα, να ακούς τις γνώμες τους, αλλά στη συνέχεια να αποφασίζεις μόνος σου.

Να δείξεις στον καθένα συνεργάτη σου πως όσο πιο ελεύθερα σου μιλά τόσο περισσότερο γίνεται αποδεκτός.

Μόλις πάρεις μια απόφαση, σωστή ή λάθος, να μην ακούς κανέναν και να προχωρείς απαρέγκλιτα στην εφαρμογή της. Αν πράξεις διαφορετικά, είτε θα κατα­στραφείς από τους κόλακες είτε θα χάσεις το κύρος σου είτε και τα δύο.

Θα πρέπει να οργίζεσαι το ίδιο κι όταν καταλαβαίνεις πως κάποιος δε σου λέει τη γνώμη του από φόβο, όπως κι όταν σου τη λέει, όποτε θέλει ο ίδιος και όχι όποτε ερωτηθεί.

Απατώνται όσοι νομίζουν ότι οι πετυχημένοι ηγέτες οφείλουν την επιτυχία τους σε καλές συμβουλές του περιβάλλοντός τους. Ένας κακός Ηγέτης δεν είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται τις καλές συμβουλές των συνεργατών του.

Ο Ηγέτης δεν μπορεί να αναθέσει την άσκηση της εξου­σίας ούτε σε έναν ούτε σε πολλούς συνεργάτες του. Στην πρώτη περίπτωση ο ένας θα του πάρει την εξουσία, στη δεύτερη οι συμβουλές δε θα αποσκοπούν στο συμφέρον του Ηγέτη αλλά στο προσωπικό συμφέρον των συνεργατών, προκειμένου να επικρατήσουν των υπολοίπων.

Να θυμάσαι πως οι άνθρωποι πάντοτε αναδεικνύονται μοχθηροί απέναντι στον Ηγέτη, εκτός κι αν αναγκαστούν να φανούν καλοί.

Ν. Μακιαβέλι, Ο Ηγεμόνας 

[Περίπλους, 2002, σελ. 46-47]

Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

H επιστήμη της πολιτικής

Το θεμελιακό καινούργιο στοιχείο πού έχει εισαγάγει η φιλοσοφία της πράξης στην επιστήμη της πολιτικής και της ιστορίας είναι η απόδειξη ότι δεν υπάρχει μια αφηρημένη ‘ανθρώπινη φύση’ σταθερή και αναλλοίωτη (αντίληψη πού πηγάζει ασφαλώς από τη θρησκευτική σκέψη και την υπερβατικότητα)· άλλα ότι ή ανθρώπινη φύση είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων πού είναι ιστορικά προσδιορισμένες, δηλαδή ένα ιστορικό γεγονός πού μπορεί να επιβεβαιωθεί, μέσα σε ορισμένα όρια, με τις μέθοδες της φιλολογίας και της κριτικής. Γι’ αυτό την πολιτική επιστήμη πρέπει να τη συλλάβουμε στο συγκεκριμένο περιεχόμενό της (και επίσης στη λογική της διατύπωση) σαν έναν οργανισμό σε ανάπτυξη. Πρέπει ωστόσο να παρατηρήσουμε ότι η τοποθέτηση πού κάνει ο Μακιαβέλης στο ζήτημα της πολιτικής (και συγκεκριμένα η σιωπηρή διαβεβαίωση στα γραπτά του ότι η πολιτική είναι μια αυτόνομη δραστηριότητα, με τις αρχές και τούς νόμους της πού διαφέρουν από τις αρχές και τούς νόμους της ηθικής και της θρησκείας, πρόταση πού έχει μεγάλη φιλοσοφική σημασία, διότι σιωπηρά ανανεώνει την αντίληψη για τον κόσμο) ακόμα συζητιέται και πολεμιέται σήμερα, δεν έχει πετύχει να γίνει ‘κοινή αντίληψη’. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει απλώς ότι η πνευματική και ηθική επανάσταση πού τα στοιχεία της περιέχονται in nuce μέσα στη σκέψη του Μακιαβέλη δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί, δεν έχει γίνει δημόσια και έκδηλη μορφή του εθνικού πολιτισμού; Ή μήπως έχει μιαν απλή επίκαιρη πολιτική σημασία, χρησιμεύει στο να δείξει την απόσταση πού υπάρχει ανάμεσα σε κυβερνήτες και κυβερνώμενους, να δείξει ότι υπάρχουν δύο πολιτισμοί: των κυβερνητών και των κυβερνωμένων·  και ότι η άρχουσα τάξη, όπως η Εκκλησία, έχει μια δική της στάση απέναντι στους απλούς ανθρώπους πού υπαγορεύεται από την ανάγκη να μην αποχωριστεί απ’ αυτούς, από τη μια μεριά κι από την άλλη να τούς διατηρήσει την πεποίθηση ότι ο Μακιαβέλης δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια διαβολική παρουσία;

Μπαίνει έτσι το πρόβλημα για τη σημασία πού είχε ο Μακιαβέλης στον καιρό του και για τους σκοπούς πού έβαζε μπροστά του γράφοντας τα βιβλία του και ειδικά τον Ηγεμόνα. Η θεωρία του Μακιαβέλη δεν ήταν, στον καιρό του, ένα πράγμα καθαρά ‘των βιβλίων’, ένα μονοπώλιο απομονωμένων στοχαστών, ένα απόκρυφο βιβλίο πού κυκλοφορεί ανάμεσα στους μυημένους. Το ύφος του Μακιαβέλη δεν είναι ενός ανθρώπου πού γράφει συστηματικές πραγματείες, σαν αυτούς πού υπήρχαν στον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, κάθε άλλο· είναι το ύφος ενός ανθρώπου της δράσης, ενός πού θέλει να παρακινήσει σε δράση, είναι ύφος κομματικού ‘μανιφέστου’. Η ηθικολογική ερμηνεία πού δίνει ο Foscolo είναι ασφαλώς λαθεμένη· είναι πάντως αλήθεια ότι ο Μακιαβέλης αποκάλυψε κάτι και δεν θεωρητικοποίησε απλώς την πραγματικότητα· άλλα ποιός ήταν ο σκοπός της αποκάλυψης; Ένας σκοπός ηθικολογικός ή πολιτικός; Συνηθίζουν να λένε ότι οι κανόνες του Μακιαβέλη για την πολιτική δραστηριότητα ‘εφαρμόζονται, άλλα δε λέγονται’· οι μεγάλοι πολιτικοί - λένε - αρχίζουν κακολογώντας τον Μακιαβέλη και δηλώνοντας πώς είναι αντιμακιαβελικοί, ακριβώς για να μπορέσουν να εφαρμόσουν ‘ευλαβικά’ τους κανόνες του. Δε θα ήταν ο Μακιαβέλης λίγο μακιαβελικός, ένας απ’ αυτούς πού ‘ξέρουν το παιγνίδι’ και ηλίθια το διδάσκουν, ενώ ο χυδαίος μακιαβελισμός διδάσκει το αντίθετο; Η βεβαίωση του Croce ότι ό μακιαβελισμός όντας μια επιστήμη, εξυπηρετεί τόσο τούς αντιδραστικούς όσο και τούς δημοκρατικούς, όπως η τέχνη της οπλασκίας εξυπηρετεί τούς ευγενείς και τούς ληστές, να υπερασπίζονται τον εαυτό τους και να δολοφονούν, και ότι μ’ αυτήν την έννοια πρέπει να εννοήσουμε τη γνώμη του Foscolo, είναι αληθινή, με αφηρημένο τρόπο. Ο ίδιος ο Μακιαβέλης παρατηρεί ότι τα πράγματα πού γράφει εφαρμόζονται και πάντα εφαρμόζονταν, από τους μεγαλύτερους άνδρες της ιστορίας· δε φαίνεται λοιπόν να θέλει να συμβουλέψει αυτούς πού ήδη ξέρουν, ούτε το ύφος του είναι ύφος αδιάφορης επιστημονικής πραγματείας, ούτε μπορούμε να διανοηθούμε ότι κατέληξε στις θέσεις του αυτές της πολιτικής επιστήμης από το δρόμο της φιλοσοφικής μελέτης, πράγμα πού σ’ αυτό το ειδικό ζήτημα θα φαίνονταν λιγάκι σα θαύμα στον καιρό του, όταν ακόμα και σήμερα βρίσκει τόση εναντίωση και αντίθεση.

Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι ο Μακιαβέλης θα είχε υπόψη του ‘αύτόν πού δεν ξέρει’, ότι σκοπεύει να κάνει πολιτική εκπαίδευση σ’ αυτόν πού δεν ξέρει’, πολιτική εκπαίδευση όμως θετική και όχι αρνητική, γι’ αυτούς πού μισούν τούς τυράννους όπως φαινόταν να σκέφτεται ο Foscolo, εκπαίδευση γι’ αυτούς πού πρέπει να γνωρίσουν αναγκαία καθορισμένα μέσα, ακόμα κι αν χαρακτηρίζουν τούς τυράννους, διότι θέλει να πετύχει καθορισμένους σκοπούς. Όποιος γεννήθηκε μέσα στην παράδοση των ανθρώπων της διακυβέρνησης, από όλο το σύνολο της εκπαίδευσης πού απορροφάει από το γνωστό του περιβάλλον, όπου κυριαρχούν τα δυναστικά ή πατρογονικά συμφέροντα, αποκτάει σχεδόν αυτόματα τα χαρακτηριστικά του ρεαλιστή πολιτικού. Ποιός λοιπόν ‘δεν ξέρει’; Η επαναστατική τάξη τού καιρού, ο ‘λαός’ και το ιταλικό ‘έθνος’, η δημοκρατία των πόλεων πού βγάζει από τους κόλπους της τους Savonarola και τους Pier Sederini και όχι oι Castruccio και oι Valentino. Μπορεί να υποστηρίζει κανείς ότι ο Μακιαβέλης θέλει να πείσει αυτές τις δυνάμεις για την ανάγκη να έχουν έναν ‘αρχηγό’ πού να ξέρει τι θέλει και πώς να αποκτήσει αυτό πού θέλει, και να τον δεχτούν με ενθουσιασμό ακόμα κι αν οι πράξεις του μπορούν να είναι ή να φαίνονται αντίθετες με τη διάχυτη ιδεολογία του καιρού, τη θρησκεία. Αυτή η τοποθέτηση της πολιτικής του Μακιαβέλη επαναλαμβάνεται για τη φιλοσοφία της πράξης. Επαναλαμβάνεται η ανάγκη να είμαστε ‘αντιμακιαβελικοί’, αναπτύσσοντας μια θεωρία και μια τεχνική της πολιτικής που μπορούν να εξυπηρετήσουν τα δυο  αγωνιζόμενα μέρη, με τη σκέψη ότι οπωσδήποτε αυτές, θα καταλήξουν να εξυπηρετούν την πλευρά πού ‘δεν ήξερε’, διότι σ’ αυτήν θεωρείται ότι υπάρχει η προοδευτική δύναμη της ιστορίας, και πραγματικά υπάρχει ένα άμεσο αποτέλεσμα: συντρίβεται η ενότητα πού βασίζεται πάνω στην παραδοσιακή ιδεολογία, πού δίχως τη ρήξη της δε θα μπορούσε η καινούργια δύναμη να αποκτήσει συνείδηση της ανεξάρτητης προσωπικότητάς της. Ο μακιαβελισμός χρησιμοποιείται για να βελτιώσει την παραδοσιακή πολιτική τεχνική των συντηρητικών διευθυντικών ομάδων, όπως και την πολιτική της φιλοσοφίας της πράξης· αυτό δεν πρέπει να κρύβει τον ουσιαστικά επαναστατικό του χαρακτήρα, πού γίνεται ακόμα και σήμερα αισθητός και εξηγεί ολόκληρο τον αντιμακιαβελισμό από τούς ιησουίτες μέχρι τον ‘ευλαβικό’ του Pasquale Vilari.

Αντόνιο Γκράμσι: Για τον Μακιαβέλι…

(Εκδόσεις Ηριδανός, 2005, σελ. 17-21)


Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015

Πως πρέπει να τηρεί ο ηγέτης τις υποσχέσεις του

Όσο κι αν είναι αξιέπαινο σε έναν Ηγέτη να τηρεί τις αποφάσεις του και να ζει με ακεραιότητα και χωρίς πονηριά, η πείρα έχει δείξει ότι οι πραγματικά φωτισμένοι Ηγέτες επέδειξαν ευελιξία στον τρόπο εφαρμογής των αποφάσεών τους και ότι χρησιμοποίησαν την πονηριά τους για να γυρίσουν τα κολλημένα μυαλά των άλλων.

Ο Ηγέτης πρέπει να ξέρει πως υπάρχουν δύο τρόποι επιβολής: Ο νόμος και η βία. Ο πρώτος ταιριάζει στους ανθρώπους, η δεύτερη στα κτήνη. Πολλές φορές όμως, επειδή δεν επαρκεί ο πρώτος, προσφεύγουμε στη δεύτερη.

Είναι απαραίτητο στον Ηγέτη να ξέρει να παίζει καλά και το ρόλο του ανθρώπου και το ρόλο του κτήνους. Αυτό καλύτερα από όλους το είπαν οι αρχαίοι Έλληνες. Για αυτό γράψανε ότι τον Αχιλλέα, αλλά και πολλούς άλλους αρχαίους ηγεμόνες τους δώσανε για ανατροφή και διδασκαλία στον κένταυρο Χείρωνα, που ήταν μισός άνθρωπος και μισός κτήνος. Το ότι είχε ο Αχιλλέας δάσκαλο κάποιον που ήταν μισός αγρίμι και μισός άνθρωπος σημαίνει πως είναι αναγκαίο να ξέρει ο Ηγέτης πότε πρέπει να προτάσσει τη μία και πότε την άλλη φύση και πως η μία χωρίς την άλλη δεν μπορεί να τον πάει μακριά.

Δεν αρκεί να ξέρει ο Ηγέτης να παίζει το αγρίμι όταν χρειάζεται. Πρέπει να μπορεί να ξεχωρίσει πότε θα πρέπει να γίνει λιοντάρι και πότε αλεπού. Επειδή ως αλεπού, θα μυρίζεται τις παγίδες και ως λιοντάρι, θα σκιάζει τους λύκους.

Όποιος παριστάνει μόνο το λιοντάρι, δε θα πάει μακριά. Αντίθετα, όποιος ξέρει να παριστάνει μόνο την αλεπού, επιβιώνει.

Δεν έχει νόημα να τηρεί ο Ηγέτης τις αποφάσεις του όταν εξέλιπαν οι λόγοι που τον έκαναν να τις πάρει. Εκτός αυτού, και οι άλλοι, επίσης, δεν πρόκειται να τηρήσουν τις δικές τους αποφάσεις, αν εκ των υστέρων κρίνουν πως δεν τους συμφέρει να τις τηρήσουν.

Η συνταγή να αλλάζει ο Ηγέτης της αποφάσεις του ανάλογα με το συμφέρον του θα ήταν ανήθικη, αν ήταν ηθικοί οι άλλοι άνθρωποι. Επειδή όμως οι περισσότεροι δεν είναι ηθικοί, για αυτό θα πρέπει ο Ηγέτης να προσαρμοσθεί.

Είναι ανάγκη ο Ηγέτης να ξέρει να καλύπτει τις εκάστοτε προθέσεις του και να μην είναι εμφανές πότε είναι λιοντάρι και πότε αλεπού. Να ξέρει επίσης πως πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι πρόθυμοι να παίξουν το ρόλο του θύματος και στις δύο περιπτώσεις.

Δεν είναι πάντα απαραίτητο ο Ηγέτης να κατέχει στ' αλήθεια την ικανότητα της μετάλλαξης από λιοντάρι σε αλεπού, είναι όμως απαραίτητο να δίνει την εντύπωση πως την κατέχει.

Οι πέντε αρετές που θα πρέπει να δείχνει πως έχει ο Ηγέτης είναι:
- Ψυχοπόνια,
- Πίστη στη φιλία,
- Ακεραιότητα,
- Ανθρωπιά και
- Ευλάβεια.

Η καλύτερη περίπτωση Ηγέτη είναι εκείνη που όχι από προσποίηση αλλά από χαρακτήρα και νοοτροπία γίνεται πότε λιοντάρι και πότε αλεπού. Δηλαδή, θα πρέπει να φαίνεται πονόψυχος, καλός φίλος, γλυκομίλητος, ακέραιος, ευλαβής και όντως να είναι. Όμως μέσα του να είναι έτσι φτιαγμένος που, μόλις η τύχη και οι άνεμοι φέρουν τα πράγματα έτσι ώστε να χρειαστεί να μην είναι πια, να μπορεί και να ξέρει να αλλάζει στο αντίθετο.

Οι περισσότεροι άνθρωποι βλέπουν τι φαίνεσαι, ενώ λίγοι νιώθουν τι στην πραγματικότητα είσαι, αλλά κι αυτοί οι τελευταίοι δεν τολμούν να πάνε κόντρα στη γνώμη των πρώτων, επειδή οι πρώτοι είναι οι περισσότεροι.

Η μάζα πάντα μαγεύεται από τα φαινόμενα και από την επιτυχία του Ηγέτη. Εκείνοι οι λίγοι που δεν πείθονται από αυτά, τότε μόνο μπορούν να αποκτήσουν υπόσταση, όταν τους βάλει η μάζα για στήριγμά της.

Ν. Μακιαβέλι, Ο Ηγεμόνας

[Περίπλους, 2002, σελ. 34 - 35]



Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

Στοιχεία πολιτικής

Πρέπει κυρίως να πούμε ότι τα πρώτα πού ξεχνιούνται είναι ακριβώς τα πρώτα στοιχεία, τα πιο στοιχειώδη πράγματα· εξάλλου, αυτά επαναλαμβάνοντάς τα άπειρες φορές γίνονται οι στύλοι της πολιτικής και οποιασδήποτε συλλογικής δράσης.

Πρώτο στοιχείο είναι πώς υπάρχουν βέβαια κυβερνήτες και κυβερνώμενοι, διευθύνοντες και διευθυνόμενοι. Ολόκληρη η πολιτική επιστήμη και τέχνη βασίζονται πάνω σ’ αυτό το πρωταρχικό γεγονός, το αναλλοίωτο (μέσα σε ορισμένες γενικές συνθήκες). [...] Όταν αυτό το γεγονός είναι δεδομένο, θα πρέπει να δούμε πώς μπορεί να διευθύνει κανείς κατά τον πιο αποτελεσματικό τρόπο (όταν είναι δεδομένοι ορισμένοι σκοποί) και πώς έτσι να προετοιμάζονται κατά τον καλύτερο τρόπο οι διευθύνοντες (και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρώτο μέρος της πολιτικής επιστήμης και τέχνης), και πώς από την άλλη μεριά να γνωρίσει κανείς τις γραμμές της μικρότερης αντίστασης ή τις πιο ορθολογιστικές, για να εξασφαλίσει την υπακοή των διευθυνομένων και κυβερνωμένων. […]

Χρειάζεται ωστόσο να έχουμε ξεκάθαρο στο νου μας ότι η διαίρεση κυβερνητών και κυβερνωμένων, παρόλο που σε τελευταία ανάλυση ανάγεται σε μια διαίρεση κοινωνικών ομάδων, υπάρχει ωστόσο, έτσι όπως έχουν τα πράγματα, επίσης και στο εσωτερικό της ίδιας ομάδας, παρόλο που είναι κοινωνικά ομοιογενής· με μιαν ορισμένη έννοια μπορούμε να πούμε πώς αυτή η διαίρεση είναι μια δημιουργία του καταμερισμού της εργασίας, είναι ένα γεγονός τεχνικό. Πάνω σ’ αυτή τη συνύπαρξη των αιτίων σπεκουλάρουν εκείνοι πού βλέπουν σ’ όλα τα πράγματα μόνον «τεχνική», ανάγκη «τεχνική», κτλ. για ν’ αποφύγουν το βασικό πρόβλημα.

Έχοντας σα δεδομένο ότι επίσης μέσα στην ίδια ομάδα υπάρχει η διαίρεση ανάμεσα σε κυβερνήτες και κυβερνωμένους, χρειάζεται να προσδιορίσουμε μερικές απαράβατες αρχές, και μάλιστα σ’ αυτό το επίπεδο είναι πού γίνονται τα σοβαρότερα «λάθη», πού εκδηλώνονται δηλαδή οι πιο εγκληματικές αδεξιότητες, αλλά και οι πιο δύσκολες να επανορθωθούν. Υπάρχει η γνώμη πώς όταν έχει τεθεί η αρχή της ίδιας ομάδας, η υπακοή πρέπει να είναι αυτόματη, πρέπει να έρχεται όχι μόνο δίχως την ανάγκη μιας απόδειξης της «αναγκαιότητας» και της λογικότητας αλλά και να μη συζητιέται (μερικοί σκέφτονται, κι αυτό πού είναι χειρότερο, ενεργούν σύμφωνα μ’ αυτή τη σκέψη, ότι η υπακοή «θα έρθει» χωρίς να την επιζητήσουν, χωρίς να υποδειχτεί ο δρόμος πού πρέπει να ακολουθήσει). Έτσι είναι δύσκολο να ξεριζωθεί από τούς διευθύνοντες […] η πεποίθηση ότι ένα πράγμα θα γίνει επειδή ο διευθύνων το θεωρεί σωστό και λογικό να γίνει: αν δεν γίνει, το «λάθος» ρίχνεται σ’ αυτούς πού «θα όφειλαν» κτλ. Έτσι είναι δύσκολο να ξεριζωθεί η εγκληματική συνήθεια να παραλείπουν να αποφεύγουν ανώφελες θυσίες. Κι όμως, ο κοινός νους δείχνει πώς το μεγαλύτερο μέρος των συλλογικών (πολιτικών) συμφορών γίνονται γιατί δεν επιζητήθηκε η αποφυγή της ανώφελης θυσίας ή δείχτηκε ότι δε λογαριάζουν τη θυσία του άλλου και παίζουν με το πετσί του. Καθένας έχει ακούσει διηγήσεις από αξιωματικούς του μετώπου πώς πραγματικά οι φαντάροι διακινδύνευαν τη ζωή τους στο βαθμό πού ήταν αναγκαίο, αλλά πώς αντίθετα επαναστατούσαν όταν έβλεπαν πώς τούς είχαν παραμελήσει. Παράδειγμα: ένας λόχος ήταν ικανός να μείνει νηστικός πολλές μέρες γιατί έβλεπε πώς τα τρόφιμα δεν έφταναν από ανώτερη βία αλλά εξεγείρονταν όταν έλειπε κι ένα μόνο γεύμα από αμέλεια και γραφειοκρατία κτλ.

Η αρχή αυτή επεκτείνεται σ’ όλες τις πράξεις πού απαιτούν θυσίες. Γι’ αυτό πάντα, ύστερα από κάθε συμφορά, πρέπει πριν απ’ όλα να αναζητηθεί η ευθύνη των καθοδηγητών, κι αυτό με τη στενή έννοια (παράδειγμα: ένα μέτωπο αποτελείται από περισσότερους τομείς και κάθε τομέας έχει τούς καθοδηγητές του: είναι δυνατό για μια ήττα να είναι πιο υπεύθυνοι οι καθοδηγητές ενός τομέα από ενός άλλου, αλλά πρόκειται για περισσότερο και λιγότερο, και όχι ποτέ για εξαίρεση κάποιου από την ευθύνη). […]

Αντόνιο Γκράμσι, Για τον Μακιαβέλη, για την πολιτική και για το σύγχρονο κράτος

(Ηριδανός, 2005, σελ. 33-36)



Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Το ιδανικό είδος μυαλού για έναν Ηγέτη

Υπάρχουν τριών ειδών μυαλά:

- Το πρώτο είναι ικανό να κρίνει μόνο του.

- Το δεύτερο είναι ικανό να κρίνει την κρίση των άλλων.

- Το τρίτο δεν μπορεί να κρίνει ούτε από μόνο του, ούτε αυτά που οι άλλοι κρίνουν.

Το πρώτο είναι εξαιρετικό, το δεύτερο καλό και το τρίτο άχρηστο.

Το ιδανικό για έναν Ηγέτη είναι να διαθέτει το πρώτο είδος μυαλού. Αλλά και με το δεύτερο κάνει τη δουλειά του, αφού όταν μπορεί να αναγνωρίζει το σωστό ή το λάθος των επιλογών των συνεργατών του και, αναλόγως, να επαινεί ή να διορθώνει, κανείς από αυτούς δεν θα μπορεί να ελπίζει πως μπορεί να τον κοροϊδέψει, οπότε αναγκαστικά θα είναι καλός και χρήσιμος.

Ν. Μακιαβέλι, Ο Ηγεμών 
(Συνοψίζοντας τις συμβουλές σε έναν ηγέτη για τους συνεργάτες του)

Εκδόσεις Περίπλους, 2003.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

Νικολό Μακιαβέλι: Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα

Αν θεωρήσουμε ότι ο Θωμάς ο Ακινάτης αποτελεί τον κλασικό εκπρόσωπο του καθολικισμού και τον τελευταίο υπερασπιστή της ενότητας εγκόσμιας θεϊκής εξουσίας στην πιο καθαρή και ακραία μορφή της, καθώς επίσης και τον υπερασπιστή της φεουδαρχικής τάξης πραγμάτων, παρουσιάζοντας πολύ σύντομα τις θεμελιακές του αντιλήψεις περί κράτους, θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα την τομή που αποτέλεσε η σκέψη του Ν. Μακιαβέλι στην πολιτική θεωρία και πιο ειδικά στη θεωρία του κράτους.

Ο Ακινάτης λοιπόν από τη μια ακολουθώντας τον Αριστοτέλη υποστήριζε ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον από την άλλη θεωρούσε ότι «ο θεός καθορίζει την πορεία του κόσμου και του κάθε ξεχωριστού ανθρώπου». […]

Βεβαίως μέχρι τον Μακιαβέλι αν και δεν αμφισβητήθηκε η παρέμβαση του θεού στα εγκόσμια υπήρξαν στοχαστές ιδιαίτερα οι νομιναλιστές που προσπάθησαν να διαχωρίσουν την κοσμική από τη θεϊκή εξουσία ή τουλάχιστον ν ’ αφήσουν ένα πεδίο ελεύθερης άσκησης της εγκόσμιας εξουσίας τουλάχιστον όσον αφορά στις πτυχές εκείνες της δημόσιας ζωής τις οποίες η θεϊκή δύναμη δεν πρόβλεψε και δε ρύθμισε. Ένας τέτοιος διαχωρισμός σήμαινε ταυτόχρονα κι ένα πρώτο διαχωρισμό της χριστιανικής ηθικής από την πολιτική.

Όμως κατά την άποψη μας ο Μακιαβέλι είναι αυτός που έσπασε με τον πιο ριζοσπαστικό τρόπο την ενότητα της θεϊκής με την εγκόσμια εξουσία, αυτός που πρώτος μαζί με τον Καμπανέλλα «άρχισε να βλέπει το κράτος με ανθρώπινο μάτι και να συναγάγει τους φυσικούς νόμους του με τη λογική και την εμπειρία και όχι με τη θεολογία».

Ο Μακιαβέλι δεν απαιτεί από τον Ηγεμόνα του να είναι ευσεβής για να κατακτήσει την αιώνια ζωή. Κάτι τέτοιο αφορά στη θεολογία και όχι στην πολιτική.

Ο Μακιαβέλι σπάει με την παράδοση που θέλει ν’ αξιολογεί αυτό που υπάρχει από την οπτική γωνία αυτού που θα έπρεπε ιδεατά να υπάρχει. Έτσι στον Μακιαβέλι η μέριμνα για το Καλό που κυριαρχούσε μέχρι τότε στην πολιτική σκέψη έρχεται ν’ αντικατασταθεί από τη μέριμνα της καθ’ αυτό πολιτικής αποτελεσματικότητας. Απορρίπτοντας τις ιδεαλιστικές ουτοπίες μιας ηθικής πολιτικής ακόρεστης από τη χριστιανική αρετή και το καλό, δεν αντιμετωπίζει την πολιτική παρά κάτω από το πρίσμα της αποτελεσματικότητας. […]

Η τομή λοιπόν του Μακιαβέλι ως προς τη σχέση πολιτικής και ηθικής δε συνίσταται στο διαχωρισμό τους αλλά στο διαχωρισμό της πολιτικής από την επικρατούσα μέχρι τότε ταύτιση της ηθικής με τη χριστιανική ηθική, με την ηθική στήριξης της φεουδαρχίας και την αντικατάσταση αυτής της τελευταίας από την ηθική της αποτελεσματικότητας ιδωμένης από τη σκοπιά των συμφερόντων της πρώιμης αστικής τάξης των ιταλικών πόλεων. […]

Την εποχή του Μακιαβέλι η Ιταλία ήταν χωρισμένη στο βασίλειο της Νάπολης, το δουκάτο του Μιλάνου, την αριστοκρατική δημοκρατία της Βενετίας, τη δημοκρατία της Φλωρεντίας και το παπικό κράτος.

Ο πάπας από τη μια ήταν ανίσχυρος να ενώσει την Ιταλία από την άλλη ήταν αρκετά ισχυρός για να εμποδίσει τους άλλους να το κάνουν. Όσον αφορά γενικότερα στη χριστιανοσύνη ο Μακιαβέλι πίστευε ότι οι χριστιανικές αρετές δημιουργούν δουλοπρεπείς χαρακτήρες σε αντίθεση με τις θρησκείες της αρχαιότητας που ευνοούσαν το μεγαλείο της ψυχής, τη σωματική ρώμη και όλα τα χαρακτηριστικά που κάνουν τους ανθρώπους τολμηρούς.

Παρ’ όλ’ αυτά δεν πρέπει να συγχέουμε αυτό το αντιχριστιανικό αίσθημα του Μακιαβέλι με μια απόρριψη από μέρους του, του ρόλου της θρησκείας. Αντίθετα μάλιστα αυτός θεωρούσε ότι «δε θα πρέπει ποτέ να καταπολεμάται η θρησκεία κι ότι φαίνεται να έχει σχέση με το Θεό, διότι αυτά τα πράγματα έχουν μεγάλη ισχύ στο μυαλό των ηλιθίων».

Όμως δίχως καμιά αμφιβολία το μεγάλο όραμα του Μακιαβέλι ήταν να ξεπεράσει η Ιταλία τον κατακερματισμό της και να διαμορφωθεί ένα ενιαίο και ισχυρό ιταλικό κράτος. Το έργο του και πιο ειδικά ο «Ηγεμόνας» απευθύνεται συνεπώς στους πολιτικούς ηγεμόνες της εποχής του που θα μπορούσαν να υλοποιήσουν αυτό του το όραμα. […]

Στις ιταλικές πόλεις-κράτη πρωτοεμφανίστηκαν και για ένα διάστημα κυριάρχησαν οι κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής πριν παλινορθωθεί η φεουδαρχία.

Ο Μακιαβέλι έγραφε το έργο του ακριβώς αυτήν την περίοδο της κατάρρευσης των πρώιμων αστικών σχέσεων, της ήττας των δημοκρατικών κινημάτων των ιταλικών πόλεων, της επικράτησης σ’ αυτές πριν την οριστική κατάρρευση τους των signorie, δηλαδή των ηγεμονικών δικτατορικών, νεόπλουτων εξουσιών στις οποίες κυριαρχούσαν μισθοφόροι, τυχοδιώχτες, τραπεζίτες ή έμποροι.

Ο θεωρούμενος ως κολοφώνας μιας σύγχρονης real-politic υπήρξε στην πραγματικότητα ο θεωρητικός εκφραστής της αδυναμίας των διαφόρων signorie να μετατραπούν σε μια εθνικού μεγέθους signoria που θ’ αγκάλιαζε αν όχι όλη την Ιταλία τουλάχιστον το κέντρο της. […]

Στο κοινωνικό επίπεδο δεν ήταν εκφραστής ούτε των συμφερόντων του λαού ούτε του παπισμού ούτε της αριστοκρατίας αλλά των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων του εμπορικού και βιοτεχνικού κόσμου των ιταλικών πόλεων και των τυχοδιωκτών ηγεμόνων τους.

Ο Μακιαβέλι θεωρούσε ότι τα συμφέροντα της αριστοκρατίας έρχονταν σε αντίθεση μ’ εκείνα της μοναρχίας και των μεσαίων τάξεων και ότι οι κυβερνήσεις έπρεπε να τα παραμερίζουν ή να τα καταπνίγουν. Αν λοιπόν αυτοί ήταν οι στόχοι και οι προοπτικές του Μακιαβέλι ας εξετάσουμε τώρα με ποιους τρόπους μας προτείνει την υλοποίησή τους.

Όπως πολύ εύστοχα έχει επισημανθεί όταν ο Μακιαβέλι απολύθηκε και εξορίστηκε «όλα χάθηκαν αλλά και όλα κερδίθηκαν. Ο Μακιαβέλι έχασε τη θέση του και εμείς κερδίσαμε τον Μακιαβέλι». Κι αυτό επειδή κατά την περίοδο ακριβώς της εξορίας του ο Μακιαβέλι έγραψε το έργο του.

Αυτό αποτελείται από τις «Διατριβές για την πρώτη Δεκαετία του Τίτου Λίβιου», την «Ιστορία της Φλωρεντίας», την «Πραγματεία της τέχνης του πολέμου», τον «Ηγεμόνα», καθώς επίσης μια κωμωδία και μια ρομαντική ιστορία.

Ο Μακιαβέλι ξεκινάει από την αντίληψη ότι η φύση του ανθρώπου παραμένει πάντοτε η ίδια κι οι αμετάβλητες ορμές και τα πάθη του ατόμου αποτελούν γι’ αυτόν το θεμελιακό ερμηνευτικό του υλικό.

Κι αυτή του η αντίληψη δε μεταβάλλεται όταν αποδέχεται ότι, όταν μεταβάλλονται οι συνθήκες, όταν η τάξη των πραγμάτων είναι διαφορετική, θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα και η συμπεριφορά των ανθρώπων ή και η μορφή του πολιτεύματος, διότι και τότε πρόκειται για τις ίδιες ορμές και πάθη που απλώς θα πρέπει να εκφράζονται με διαφορετική μορφή και τρόπο. […]

Και ναι μεν η απόσπαση της πολιτικής από μια αφηρημένη και ετεροκαθοριζόμενη χριστιανική ηθική μπορεί να θεωρηθεί ως θετικό βήμα προς την επιστημονική προσέγγιση της πολιτικής, όμως ο Μακιαβέλι καταλήγει σε μια «θεωρητική μελέτη της πολιτικής απαλλαγμένη από την ηθική» με την έννοια της έως τότε κρατούσας ηθικής και στο «αξίωμα της αυτοτελούς ερμηνείας της πολιτικής». […]

Το κράτος -έστω το ενιαίο εθνικό κράτος- μετατρέπεται σε αυτοσκοπό, η υπηρέτησή του δίνει νόημα και προσφέρει την ευτυχία στην ανθρώπινη ζωή. Οι σκοποί του κράτους και συνεπώς του Ηγεμόνα του αγιάζουν όλα τα μέσα. Η ηθική του κράτους-αυτοσκοπού έρχεται ν’ αντικαταστήσει τη χριστιανική ηθική. Έτσι για παράδειγμα ενώ ο Μακιαβέλι θεωρεί ότι οι παιδαγωγικές λειτουργίες δεν πρέπει ν’ ασκούνται από την εκκλησία αλλά από το κράτος, αποδεχόμενος τη χριστιανική αντίληψη περί κακής ανθρώπινης φύσης -αντίληψη η οποία ξεκινάει από το μύθο του προπατορικού αμαρτήματος- καταλήγει στην αναγκαιότητα βίαιης χαλιναγώγησης της εγωιστικής ανθρώπινης φύσης από το κράτος.

Ενώ σ’ ένα γενικότερο επίπεδο ο Μακιαβέλι ξεκινάει από τη διαπίστωση ότι τα θεμέλια της κυβέρνησης είναι «οι καλοί νόμοι» και τα «καλά όπλα», επειδή θεωρεί ότι η δύναμη και ο εξαναγκασμός δημιουργούν τη νομιμότητα και όχι αντίστροφα, εξετάζει μόνον τον εξαναγκασμό. Εισάγει έτσι ως ένα από τα θεμελιακά συστατικά της κρατικής υπόστασης το στοιχείο του εξαναγκασμού και της βίας την οποία αυτός συνεπάγεται.

«Τα κύρια θεμέλια κάθε κράτους -νέου, παλιού ή μεικτού- είναι οι καλοί νόμοι και τα καλά όπλα. Αφού, όμως, δεν μπορούν να υπάρχουν καλοί νόμοι χωρίς καλά όπλα και όπου υπάρχουν καλά όπλα, εκεί πρέπει να υπάρχουν καλοί νόμοι, δε θα εξετάσω τους νόμους αλλά θα μιλήσω μόνον για όπλα».

Η πολιτική ζωή και η κρατική λειτουργία κινούνται ανάμεσα στους δυο πόλους έτσι όπως αυτοί αναδείχνονται μέσα από το μύθο του Αχιλλέα όπου ο Κένταυρος Χείρωνας εμφανίζεται ως μισός άνθρωπος και μισό άλογο. Και ναι μεν ο Μακιαβέλι τοποθετεί τη λειτουργία του Πρίγκιπα ανάμεσα στον άνθρωπο και το άγριο ζώο, ανάμεσα στη δύναμη και την πειθώ, την ηγεμονία και την κυριαρχία, τη βία και τον πολιτισμό, όταν όμως έρχεται η στιγμή να συγκεκριμενοποιήσει αυτόν το διττό χαρακτήρα στο πρόσωπο του Ηγεμόνα του, επιλέγει την αλεπού και το λιοντάρι, ολισθαίνει δηλαδή από το δίδυμο μισός άνθρωπος-μισό ζώο, στο δίδυμο μισό λιοντάρι-μισή αλεπού.

«Ο ηγεμόνας θα πρέπει να επιδιώκει να είναι ταυτόχρονα αλεπού και λιοντάρι, διότι αν είναι μόνο λιοντάρι δε θα μπορεί ν ’ αντιλαμβάνεται τις παγίδες, ενώ αν είναι μόνον αλεπού δε θα μπορεί να υπερασπίζει τον εαυτό του ενάντια στους λύκους. Συνεπώς έχει εξ ίσου ανάγκη να είναι αλεπού για ν ’ αναγνωρίζει τις παγίδες και λιοντάρι για να τρομάζει τους λύκους».

Ο Μακιαβέλι επιλέγει λοιπόν την πονηριά σε συνδυασμό με τη δύναμη, ως θεμελιακά στοιχεία του ιδανικού Ηγεμόνα του. Κι ενώ θεωρεί αρχικά ότι η δημοκρατία είναι η καλύτερη μορφή διακυβέρνησης στο βαθμό που είναι αναπτυγμένες στο λαό οι αρετές του πολίτη έχοντας υπόψη του το κλίμα διαφθοράς της εποχής γρήγορα στρέφεται υπέρ ενός ισχυρού, αυταρχικού κράτους, όπου για την επίτευξη των σκοπών του Ηγεμόνα όλα τα μέσα είναι επιτρεπτά δίχως κανένα ηθικό φραγμό, φτάνει αυτός ο ηγεμόνας να στοχεύει στην ανάπτυξη και την ισχύ του κράτους. […]

Στην κάθε περίπτωση το συναισθηματικό του δέσιμο με τις δημοκρατίες των ιταλικών πόλεων δεν τον εμπόδιζε ν ’ αντιμετωπίζει και τη δημοκρατία ως μια μορφή διακυβέρνησης όπου οι πραγματικοί άρχοντες θα ήταν ένας μικρός κύκλος ανθρώπων κι όπου οι παραδοσιακές ελευθερίες θα μπορούσαν να καταργηθούν, φθάνει να μη θίγεται η ιδιοκτησία και η οικογένεια των υπηκόων της. «Ένας ηγεμόνας μπορεί πάντοτε να εμπνέει φόβο και ν’ αποφεύγει το μίσος, αν δεν αγγίζει την ιδιοκτησία των υπηκόων και πολιτών και τις γυναίκες τους».

Στα πλαίσια αυτής της λογικής ενός κράτους-αυτοσκοπού ο λαός είτε πρέπει να προσεταιριστεί με την πονηριά της αλεπούς είτε πρέπει να συντρίβει με τη δύναμη του λιονταριού. Το πέρασμα από τη δημοκρατία στην απεριόριστη εξουσία ενός ηγεμόνα είναι στο έργο του Μακιαβέλι εντελώς ξεκάθαρο και το σηματοδοτεί συνολικά. Ακόμη παραπέρα ο Μακιαβέλι υποστηρίζει ότι κάθε μέσον -απάτη, βία, δολοφονίες, προδοσίες- είναι επιτρεπτό, φτάνει να ισχυροποιηθεί το κράτος.

Για τον Μακιαβέλι ένα λάθος του ηγεμόνα, λάθος που ως έννοια ανήκει στην κατηγορία της τεχνικής της άσκησης της εξουσίας, είναι πολύ πιο σοβαρό και όχι επιτρεπτό απ’ ό,τι ένα έγκλημα -έννοια ηθική- το οποίο όμως δε θα πρέπει να διστάζει να διαπράττει ο Ηγεμόνας φτάνει να ικανοποιεί τους σκοπούς του. Έτσι δεν είναι τυχαίος και ο θαυμασμός του Μακιαβέλι για τον Καίσαρα Βοργία στον οποίον «δεν έχει τίποτα αρνητικό να προσάψει» παρά το ότι δολοφόνησε το μεγαλύτερο αδελφό του, το σύζυγο της αδελφής του Λουκρητίας, πρόδωσε και δολοφόνησε διάφορους συνεργάτες του, ενώ όταν πέθανε ο πατέρας του πάπας Αλέξανδρος Ζ ', Ροδρίγος Βοργίας κατέρρευσε.

Για τον Ηγεμόνα «είναι καλό όταν τον κατηγορεί η πράξη και τον συγχωρεί το αποτέλεσμα». […]

Αν λάβουμε υπόψη μας ότι ο «Ηγεμόνας» με τις «Διατριβές» γράφτηκαν την ίδια περίοδο, τότε γίνεται ακόμα πιο σαφές ότι για τον Μακιαβέλι ο Ηγεμόνας θα πρέπει να στοχεύει στο κοινό συμφέρον, να διασφαλίζει όπως λέει τα συμφέροντα της «Δημοκρατίας» κι όταν συναντά εμπόδια σ’ αυτό του το στόχο να χρησιμοποιεί όλα τα μέσα. Συνεπώς η «ηθική» του Ηγεμόνα είναι η διασφάλιση του γενικού καλού και στ’ όνομα αυτού του καλού μπορεί αυτός να παίρνει όποια μέτρα κρίνει αναγκαία. Μ’ άλλα λόγια ο Ηγεμόνας του Μακιαβέλι δεν είναι ένας τύραννος που έχει σαν στόχο τη με κάθε μέσο διατήρηση της εξουσίας του αλλά ένας απόλυτος μονάρχης που με κάθε μέσον προσπαθεί να διασφαλίσει τα κοινά συμφέροντα. […]

Στο κλασικό ερώτημα: Αν είναι καλύτερο να σε αγαπούν ή να σε φοβούνται που απασχολεί τον ηγεμόνα η απάντηση του Μακιαβέλι είναι χωρίς περιστροφές. «Το καλύτερο θα ήταν ο Ηγεμόνας να είναι ταυτόχρονα αγαπητός και να προκαλεί φόβο. Επειδή όμως κάτι τέτοιο είναι δύσκολο είναι πιο σίγουρο ο ηγεμόνας να προκαλεί φόβο». Ταυτόχρονα «οι ηγεμόνες που πέτυχαν κάτι το αξιόλογο ήταν εκείνοι που παρέβησαν την πίστη τους και επιβλήθηκαν στους ανθρώπους με την πονηριά».

Αυτή ακριβώς η πανουργία, η δολιότητα του Πρίγκιπα καταγράφτηκε συχνά ως η πεμπτουσία της σκέψης του Μακιαβέλι και ταυτίστηκε με τον μακιαβελισμό. Βεβαίως θα ήταν λάθος να περιορίζαμε τη συμβολή του έργου του Μακιαβέλι σ’ αυτήν και μόνο την πτυχή. Είναι αλήθεια ότι ο συνδυασμός της δολιότητας με τη δύναμη είναι αυτά που συγκράτησαν από τον Μακιαβέλι διάφοροι αυταρχικοί ηγέτες όπως ο Ναπολέων Γ' οποίος κατά τον Βίκτωρα Ουγκό όταν βρισκόταν στη φυλακή του Χαμ «δε διάβαζε παρά μόνο ένα βιβλίο: τον Ηγεμόνα». Ή ο Μουσολίνι που δήλωνε ότι «η θεωρία του Μακιαβέλι είναι πιο ζωντανή σήμερα απ’ ό,τι εδώ και τέσσερις αιώνες». […]

[…] ο Μακιαβέλι κατορθώνει να εντοπίσει το συστατικό δίπολο κάθε σύγχρονου κράτους: τη βία και τη δολιότητα. Έτσι η συνεισφορά του δεν περιορίζεται στο: «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», αλλά συνίσταται κυρίως στο διαχωρισμό της πολιτικής από τη μέχρι τότε ηθική, στο συνδυασμό δολιότητας και βίας ως στοιχείων του κράτους, στην ανάδειξη του καταναγκασμού ως του κυρίαρχου στοιχείου της κρατικής εξουσίας.

Ακόμη δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Μακιαβέλι είναι ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο κράτος αποδίδοντας του το σύγχρονό του περιεχόμενο παρ’ όλο που το θεσμό του κράτους δεν τον έβλεπε ακόμα ως αυτονομημένο από το πρόσωπο του Ηγεμόνα. […]


(Εκδόσεις Γκοβόστη, 1994, σελ. 29-40)

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Η επανάσταση του Μακιαβέλι

Η συμβουλή του Μακιαβέλι προς τους νέους ηγεμόνες παρουσιάζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο και θεμελιώδες σημείο είναι ότι “τα βασικά θεμέλια όλων των κρατών είναι οι καλοί νόμοι και οι καλοί στρατοί”. Επιπλέον, οι καλοί στρατοί είναι ακόμα πιο σημαντικοί από τους καλούς νόμους, επειδή “καλοί νόμοι δεν μπορούν να υπάρχουν εκεί όπου οι στρατοί δεν είναι καλοί”, ενώ αν υπάρχουν καλοί στρατοί “πρέπει να υπάρχουν και καλοί νόμοι”. Το ηθικό δίδαγμα -διατυπωμένο με ένα χαρακτηριστικό τόνο υπερβολής- είναι ότι ο σοφός ηγεμόνας δεν θα πρέπει να έχει “κανέναν άλλο στόχο και κανένα άλλο ενδιαφέρον” εκτός από “τον πόλεμο και τους νόμους και την πειθαρχία του”.

Ο Μακιαβέλι συνεχίζει για να προδιαγράψει ότι οι στρατοί είναι βασικά δύο ειδών: μισθοφόροι και πολιτοφυλακές αποτελούμενες από πολίτες. [...] οι μισθοφόροι “είναι άχρηστοι και επικίνδυνοι”. Είναι “διαιρεμένοι, φιλόδοξοι, απειθάρχητοι, άπιστοι” και η δυνατότητα τους να σε αφανίσουν “αναβάλλεται μόνο για όσο καιρό αναβάλλεται και η επίθεσή τους σ' εσένα”. Για τον Μακιαβέλι, οι συνεπαγωγές των παραπάνω είναι προφανείς, και τις διατυπώνει με μεγάλη ένταση στο κεφάλαιο 13 [...]

Όταν δημοσίευσε την Τέχνη του Πολέμου το 1521 –το μοναδικό του έργο πολιτικής θεωρίας που δημοσιεύτηκε ενόσω ζούσε-, συνέχισε να επαναλαμβάνει τα ίδια επιχειρήματα. Ολόκληρο το Πρώτο Βιβλίο είναι αφιερωμένο στην υποστήριξη “της μεθόδου του στρατού των πολιτών” ενάντια σε όσους είχαν εκφράσει αμφιβολίες για την χρησιμότητά του. [...] Καταλήγει με τον υπερβολικό ισχυρισμό ότι το να μιλάει κανείς για ένα σοφό άντρα ο οποίος μέμφεται την ιδέα του στρατού από πολίτες σημαίνει απλώς ότι εκστομίζει μια αντίφαση [...]

Τα όπλα και ο άνδρας: αυτά είναι τα δύο κύρια θέματα που απασχολούν τον Μακιαβέλι στον Ηγεμόνα. Το επόμενο μάθημα που θέλει συνεπώς να δώσει στους ηγεμόνες της εποχής του είναι ότι εκτός από το να έχει έναν ισχυρό στρατό, ο ηγεμόνας που έχει στόχο να κατακτήσει την κορυφή της δόξας πρέπει να καλλιεργήσει τις απαραίτητες για τους ηγέτες αρετές. Η φύση αυτών των αρετών είχε αναλυθεί ήδη με πειστικό τρόπο από τους Ρωμαίους μοραλιστές, οι οποίοι είχαν υποστηρίξει πρώτα απ' όλα ότι οι μεγάλοι ηγέτες χρειάζεται να είναι σε κάποιο βαθμό τυχεροί. Αν δεν μας χαμογελάσει η Τύχη, καμία ανθρώπινη προσπάθεια δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα τα καταφέρει αβοήθητη να μας οδηγήσει στην επίτευξη των υψηλότερων στόχων μας [...] Οι παραδοχές που βρίσκονται στη βάση αυτής της πεποίθησης συνοψίζονται με τον καλύτερο τρόπο στις Συζητήσεις στο Τούσκουλο του Κικέρωνα. Εκεί, ο Κικέρωνας διακηρύσσει ότι, αν ενεργούμε με βάση τη δίψα για virtus χωρίς καμία σκέψη να κερδίσουμε δόξα ως αποτέλεσμα της ενέργειάς μας αυτής, θα έχουμε τις μεγαλύτερες πιθανότητες να κερδίσουμε και τη δόξα, υπό τον όρο ότι η Τύχη θα μας χαμογελάσει· και αυτό, διότι η δόξα είναι η ανταμοιβή της virtus [...]

Ο Μακιαβέλι [...] για πρώτη φορά αποσαφηνίζει αυτά τα ουμανιστικά δόγματα στο κεφάλαιο 6 του Ηγεμόνα, όπου υποστηρίζει ότι “ηγεμονίες εντελώς νέες, όπου ο ηγεμόνας είναι καινούργιος, είναι άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο δύσκολο να διατηρηθούν, ανάλογα με το αν ο ηγεμόνας που τις αποκτά είναι περισσότερο ή λιγότερο virtuoso. Αυτό το επικυρώνει και αργότερα, στο κεφάλαιο 24, στόχος του οποίου είναι να εξηγήσει “Γιατί οι ηγεμόνες της Ιταλίας έχουν χάσει τα κράτη τους”. Ο Μακιαβέλι, επιμένει ότι “δεν θα έπρεπε να τα ρίχνουν στην Τύχη” για το όνειδος τους, αφού “αυτή δείχνει τη δύναμή της μόνο όταν άνδρες με virtu “δεν είναι προετοιμασμένοι να της αντισταθούν” [...] Τέλος, ο ρόλος της virtu υπογραμμίζεται ξανά στο κεφάλαιο 26, στη φλογερή “Προτροπή” να ελευθερωθεί η Ιταλία η οποία αποτελεί την κατακλείδα του Ηγεμόνα. [...]

Μένει ωστόσο να εξετάσουμε ποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά διακρίνουν έναν άνδρα virtuoso. Οι Ρωμαίοι μοραλιστές είχαν κληροδοτήσει μια περίπλοκη ανάλυση της έννοιας της virtus, απεικονίζοντας σε γενικές γραμμές τον αληθινό vir ως εκείνον που διαθέτει τρεις διακριτές αλλά συγγενικές ομάδες χαρακτηριστικών. Θεωρούν ότι καταρχήν είναι προικισμένος με τις τέσσερις “κύριες” αρετές της σοφίας, της δικαιοσύνης, του θάρρους και της μετριοπάθειας – τις αρετές που ο Κικέρωνας (ακολουθώντας τον Πλάτωνα) ξεχωρίζει στις εναρκτήριες παραγράφους της Ηθικής Υποχρέωσης. Επιπλέον, τον πίστωναν με μια επιπρόσθετη γκάμα ιδιοτήτων, που αργότερα έφτασαν να θεωρούνται χαρακτηριστικά “ηγεμονικές” στη φύση τους. Η κυριότερη απ' αυτές [...] ήταν εκείνο που ο Κικέρωνας αποκαλούσε “εντιμότητα” εννοώντας την προθυμία κάποιου να κρατάει το λόγο του και να αντιμετωπίζει έντιμα όλους τους ανθρώπους, όλες τις στιγμές. Είχαν όμως τη γνώμη ότι αυτή χρειαζόταν να συμπληρώνεται από δύο περαιτέρω γνωρίσματα, τα οποία περιγράφονταν στην Ηθική Υποχρέωση, αλλά αναλύθηκαν πιο εκτεταμένα από τον Σενέκα, ο οποίος αφιέρωσε ειδικές πραγματείες στο καθένα απ' αυτά. Το ένα ήταν η ηγεμονική μεγαλοψυχία, το θέμα της πραγματείας Περί Επιείκειας του Σενέκα· το άλλο ήταν η γενναιοδωρία, ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που συζήτησε ο Σενέκας στο Περί Ευεργεσιών. Τέλος, υποστήριζαν πως ο αληθινός vir χαρακτηρίζεται από τη σταθερή παραδοχή του ότι, αν κάποιος επιθυμεί να επιτύχει τους στόχους της τιμής και της δόξας, πρέπει πάντοτε να φροντίζει να συμπεριφέρεται όσο πιο ενάρετα είναι δυνατόν. Ο ισχυρισμός αυτός -που είναι πάντοτε λογικό να αποτελεί το ηθικό δίδαγμα- βρίσκεται στην καρδιά της Ηθικής Υποχρέωσης του Κικέρωνα. Στο Δεύτερο Βιβλίο παρατηρεί ότι πολλοί πιστεύουν πως “ένα πράγμα μπορεί να είναι ηθικά σωστό χωρίς να είναι σκόπιμο, και σκόπιμο χωρίς να είναι ηθικά σωστό”. Αυτό όμως είναι μια αυταπάτη, αφού μόνο με ηθικές μεθόδους μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα κατακτήσουμε τους στόχους των επιθυμιών μας. Κάθε αντίθετο φαινόμενο δεν μπορεί παρά να είναι εντελώς απατηλό, αφού η “σκοπιμότητα δεν μπορεί ποτέ να βρίσκεται σε σύγκρουση με την ηθική ορθότητα”.

Και αυτή η ανάλυση υιοθετήθηκε στην ολότητά της από τους συγγραφείς των βιβλίων συμβουλών για τους ηγεμόνες της Αναγέννησης [...]

[...] Όταν όμως στραφούμε προς τον Ηγεμόνα, βλέπουμε αυτή την πλευρά της ουμανιστικής ηθικής να ανατρέπεται με τρόπο απροσδόκητο και βίαιο. Η ανατροπή ξεκινάει στο κεφάλαιο 15, όταν ο Μακιαβέλι αρχίζει να συζητάει τις αρετές και τα ελαττώματα του ηγεμόνα, και μας προειδοποιεί ότι, παρόλο που ήδη “πολλοί έχουν γράψει για το θέμα αυτό”, εκείνος θα “παρεκκλίνει παρά πολύ από τις μεθόδους των άλλων”. [...]

Θεωρεί αυτή την πεποίθηση -το νευρικό σύστημα και την καρδιά των ουμανιστικών βιβλίων συμβουλών για ηγεμόνες- προφανές και καταστροφικό σφάλμα. Συμφωνεί βεβαίως στη φύση των σκοπών που πρέπει να επιδιώκονται: κάθε ηγεμόνας πρέπει να επιδιώκει να διατηρεί το κράτος του και να αποκτά δόξα για τον εαυτό του. Ωστόσο, αντιτείνει ότι, αν είναι να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, δεν υπάρχει περίπτωση για κανέναν κυβερνήτη να “διαθέτει ή να εφαρμόζει πλήρως” όλα τα γνωρίσματα που συνήθως “θεωρούνται καλά”. Η θέση στην οποία κάθε ηγεμόνας ότι βρίσκεται είναι να προσπαθεί να προστατεύσει τα συμφέροντά του σε ένα σκοτεινό κόσμο, στον οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι “δεν είναι καλοί”. Συνεπάγεται ότι αν “επιμένει να θεωρεί καθήκον του να είναι καλός” ανάμεσα σε τόσο πολλούς που δεν είναι, όχι μόνο δεν θα επιτύχει “μεγάλα πράγματα” αλλά “είναι βέβαιο ότι θα καταστραφεί”.

Έτσι η κριτική του Μακιαβέλι στην κλασικό και στον σύγχρονό του ουμανισμό είναι απλή μεν συντριπτική δε. Υποστηρίζει ότι, αν κάποιος κυβερνήτης θέλει να επιτύχει τους υψηλότερους στόχους του, θα ανακαλύψει ότι δεν είναι πάντα λογικό να είναι ηθικός· αντίθετα·  θα αντιληφθεί ότι κάθε συνεπής προσπάθεια να “εφαρμόζουμε εκείνα που κάνουν τους ανθρώπους να θεωρούνται καλοί” θα αποδειχθεί καταστροφικά παράλογη πολιτική. Τι γίνεται όμως με τη χριστιανική αντίρρηση ότι αυτή είναι μια πολιτική τόσο ανόητη όσο και πρόστυχη, αφού λησμονεί την ημέρα της κρίσης κατά την οποία όλες οι αδικίες τελικά θα τιμωρηθούν; Σχετικά με αυτή, ο Μακιαβέλι δεν λέει τίποτε απολύτως. Η σιωπή είναι εύγλωττη – στην πραγματικότητα αποτελεί τομή στην εποχή του· αντήχησε στη Χριστιανική Ευρώπη, αποσπώντας αρχικά μια έκπληκτη σιωπή σε απάντησή της, και κατόπιν μια κραυγή απέχθειας η οποία τελικά δεν έσβησε ποτέ.

Αν οι ηγεμόνες δεν οφείλουν να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τις επιταγές της συμβατικής ηθικής, τότε πως οφείλουν να συμπεριφέρονται; Η απάντηση του Μακιαβέλι –ο πυρήνας των θετικών συμβουλών του προς τους νέους ηγεμόνες- δίνεται στην αρχή του κεφαλαίου 15. Ο σοφός ηγεμόνας πρέπει να καθοδηγείται πάνω απ' όλα από τις επιταγές της αναγκαιότητας: “για να διατηρήσει τη θέση του”, ο ηγεμόνας “πρέπει να βρει τη δύναμη να μην είναι καλός, και να καταλαβαίνει πότε να τη χρησιμοποιεί και πότε να μην τη χρησιμοποιεί” ανάλογα με τις περιστάσεις. Τρία κεφάλαια μετά, αυτό το βασικό δόγμα επαναλαμβάνεται. Ο σοφός ηγεμόνας “μένει σταθερός σε αυτό που είναι σωστό όταν μπορεί” αλλά “ξέρει και πως να κάνει το άδικο όταν είναι ανάγκη”. Επιπλέον, πρέπει να συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι “θα είναι συχνά ανάγκη” να ενεργεί “αντίθετα με την αλήθεια, αντίθετα με τη συμπόνια, αντίθετα με την ανθρωπιά, αντίθετα με τη θρησκεία”, αν θέλει  “να διατηρήσει την εξουσία του”.

[...] το Σεπτέμβριο του 1506 [...] σε μια επιστολή του [...] αρχίζει να στοχάζεται με τις αιτίες του θριάμβου και της καταστροφής στις πολιτικές και στρατιωτικές υποθέσεις. “Η φύση” δηλώνει, “έχει δώσει σε κάθε άνθρωπο ένα συγκεκριμένο ταλέντο και έμπνευση”, η οποία “ελέγχει τον καθένα μας”. Αλλά “οι καιροί μεταβάλλονται” και υπόκεινται σε συχνές αλλαγές”, έτσι ώστε “εκείνοι που δεν καταφέρνουν να αλλάξουν τους τρόπους που ενεργούν” είναι  προορισμένοι να συναντούν “την καλή Τύχη τη μια φορά και την κακή την άλλη”. Το ηθικό δίδαγμα είναι προφανές: αν κάποιος άνθρωπος θέλει “να απολαμβάνει πάντα την καλή Τύχη”, πρέπει “να είναι αρκετά σοφός ώστε να προσαρμόζεται στους καιρούς του” [...]   

Γράφοντας τον Ηγεμόνα επτά χρόνια αργότερα, ο Μακιαβέλι ουσιαστικά αντέγραφε αυτά τα “Καπρίτσια” όπως τα αποκαλούσε αποδοκιμαστικά, στο Κεφάλαιο σχετικά με το ρόλο της Τύχης στις ανθρώπινες υποθέσεις. [...]  Έτσι, ο επιτυχημένος ηγεμόνας θα είναι πάντοτε εκείνος “που προσαρμόζει τον τρόπο που ενεργεί στη φύση των καιρών”.

[...] Για τους κλασικούς μοραλιστές και τους αναρίθμητους οπαδούς τους, η ηθική αρετή αποτελούσε το ειδοποιό χαρακτηριστικό του vir, του αληθινά αρρενωπού άνδρα. Ως εκ τούτου, το να εγκαταλείψει κάποιος την αρετή δεν σήμαινε απλώς ότι δρούσε ανορθολογικά· σήμαινε και ότι εγκατέλειπε την ιδιότητα του άνδρα και κατερχόταν στο επίπεδο των κτηνών. Όπως το είχε θέσει ο Κικέρων στο Πρώτο Βιβλίο της Ηθικής Υποχρέωσης, υπάρχουν δύο τρόποι με τους οποίους μπορεί κανείς να αδικοπραγήσει, είτε με τη βία είτε με το δόλο. Και οι δύο, δηλώνει “είναι ζωώδεις” και “εντελώς ανάξιοι για έναν άνδρα”- η βία επειδή συμβολίζει το λιοντάρι και ο δόλος επειδή “φαίνεται ότι ανήκει στην πανούργα αλεπού”.

Αντίθετα στα μάτια του Μακιαβέλι φαινόταν προφανές ότι η αρρενωπότητα δεν αρκεί. Πράγματι υπάρχουν δύο τρόποι να δρα κάποιος -λέει στην αρχή του κεφαλαίου 18- από τους οποίους “ο πρώτος ταιριάζει στον άνθρωπο, ο δεύτερος στα ζώα”. Αλλά “επειδή ο πρώτος συχνά δεν αρκεί, ο ηγεμόνας πρέπει να καταφεύγει στον δεύτερο”. Επομένως, ένα από τα πράγματα που χρειάζεται να γνωρίζει ο ηγεμόνας είναι ποια ζώα να μιμείται. Η φημισμένη συμβουλή του Μακιαβέλι είναι ότι ο ηγεμόνας θα τα πάει καλύτερα αν “ανάμεσα στα κτήνη διαλέξει την αλεπού και το λιοντάρι”, συμπληρώνοντας τα ιδεώδη τη ορθής ανδρικής συμπεριφοράς με τις απαραίτητες τέχνες της βίας και του δόλου. Η αντίληψη αυτή υπογραμμίζεται στο επόμενο κεφάλαιο [...]

Ο Μακιαβέλι ολοκληρώνει την ανάλυσή του υποδεικνύοντας τους άξονες συμπεριφοράς που θα έπρεπε να περιμένει κανείς από έναν αληθινά virtuoso ηγεμόνα. Στο κεφάλαιο 19 θέτει το ζήτημα αρνητικά, τονίζοντας ότι ένας τέτοιος ηγεμόνας δεν θα κάνει ποτέ τίποτε άξιο περιφρόνησης και θα φροντίζει πάντοτε με τη μεγαλύτερη προσοχή “να αποφεύγει οτιδήποτε τον κάνει μισητό”. Κατόπιν, στο κεφάλαιο 21, διατυπώνει καθαρά θετικές προτάσεις. Ένας τέτοιος ηγεμόνας θα δρα πάντοτε “χωρίς καμία επιφύλαξη” προς συμμάχους και εχθρούς, προβάλλοντας με τόλμη “ως τολμηρός υποστηρικτής της μιας πλευράς”. Ταυτόχρονα, θα επιδιώκει να εμφανίζεται στους υπηκόους του όσο πιο μεγαλοπρεπής γίνεται, κάνοντας “εξαιρετικά έργα” και κρατώντας τους “πάντα σε αβεβαιότητα και απορία, καθώς περιμένουν την έκβαση”. [...]

Κουέντιν Σκίνερ, Μακιαβέλι

(Εκδόσεις Νήσος, 2002, σελ. 56-72)