Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σοπενχάουερ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σοπενχάουερ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

Η μνήμη κατά τον Σοπενχάουερ

[…] Με τη συνηθισμένη παρουσίαση της μνήμης σαν ενός δοχείου στο οποίο έχουμε ένα απόθεμα έτοιμων παραστάσεων – τις οποίες επομένως τις είχαμε πάντα, μόνο χωρίς να μας είναι συνειδητές – δεν μπορώ να συμφωνήσω. Η ηθελημένη επανάληψη παραστάσεων που μας έχουν γίνει συνειδητές, γίνεται με την εξάσκηση τόσο εύκολη, ώστε μόλις συνειδητοποιήσουμε ένα μέλος μιας σειράς παραστάσεων, καλούμε αμέσως και τις υπόλοιπες, συχνά ενάντια στη βούλησή μας φαινομενικά. Αν θέλει κανείς μια εικόνα αυτής της ιδιαιτερότητας της παραστατικής μας ικανότητας (όπως δίνει μια ο Πλάτων, παρομοιάζοντας τη μνήμη με μια μαλακή μάζα, η οποία δέχεται και διαφυλάσσει εντυπώσεις), μου φαίνεται πως η πιο σωστή θα ήταν αυτή ενός πανιού, οι ζαρωματιές του οποίου, μετά εμφανίζονται ξανά, κατά κάποιο τρόπο από μόνες τους. Όπως το σώμα, μέσα από την εξάσκηση, μαθαίνει να υπακούει στη βούληση, το ίδιο και η παραστατική ικανότητα. Μια ανάμνηση δεν είναι καθόλου, όπως υποθέτει η συνηθισμένη παρουσίαση, πάντα η ίδια παράσταση, την οποία, κατά κάποιο τρόπο τη βγάζουμε πάλι από το δοχείο, παρά κάθε φορά δημιουργείται πράγματι μια νέα, με ιδιαίτερη ευκολία μέσα από την εξάσκηση: γι’ αυτό συμβαίνει και φαντασίες που νομίζουμε πως έχουμε διαφυλάξει στη μνήμη, στην πραγματικότητα όμως εξασκούμε μέσα από συχνή επανάληψη, αλλάζουν απαρατήρητα, κάτι που συνειδητοποιούμε, αν ξαναδούμε μετά από πολύ καιρό ένα παλιό, γνωστό αντικείμενο και διαπιστώσουμε ότι δεν αντιστοιχεί εντελώς στην εικόνα που είχαμε από αυτό. Κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε, αν είχαμε διαφυλάξει εντελώς έτοιμες παραστάσεις. Για αυτό το λόγο, όλες οι γνώσεις που είχαμε αποκτήσει, αν δεν τις εξασκούμε, σιγά – σιγά εξαφανίζονται από τη μνήμη μας. Γιατί αυτή είναι κομμάτια άσκησης που εμφανίζονται μόνο μέσα από τη συνήθεια: έτσι π.χ. ξεχνούν οι πιο πολλοί λόγιοι τα ελληνικά τους, και οι καλλιτέχνες που επέστρεψαν από την Ιταλία τα ιταλικά τους. Από αυτό εξηγείται, επίσης, το ότι, αν γνωρίζουμε ένα όνομα, έναν στίχο ή κάτι παρόμοιο, αλλά για πολλά χρόνια δεν το είχαμε σκεφτεί, το ξαναφέρνουμε στη μνήμη μας με πολύ κόπο. Αν όμως αυτό έχει επιτυχία, το έχουμε στη διάθεσή μας πάλι για πολλά χρόνια, γιατί τώρα η άσκηση ανανεώθηκε. Γι’ αυτό, όποιος καταλαβαίνει πολλές γλώσσες, πρέπει από καιρό σε καιρό να διαβάζει κάτι σε αυτές τις γλώσσες, για να διατηρήσει τις γνώσεις του.

Από αυτό εξηγείται, επίσης γιατί το περιβάλλον και τα γεγονότα της παιδικής μας ηλικίας αποτυπώνονται στη μνήμη τόσο έντονα: γιατί σαν παιδιά έχουμε λίγες παραστάσεις, και κυρίως παραστάσεις από παρατήρηση, τις οποίες, για να έχουμε μια ασχολία, τις επαναλαμβάνουμε συνέχεια. Με ανθρώπους που δεν έχουν πολλές ικανότητες για νοητικές εμβαθύνσεις, αυτό συμβαίνει σε όλη τους τη ζωή (και μάλιστα όχι μόνο με παραστάσεις από παρατήρηση, αλλά και με έννοιες και λέξεις). Γι’ αυτό τέτοιοι άνθρωποι, αν δεν είναι απαθείς ή πνευματικά εμποδισμένοι, έχουν μια πολύ καλή μνήμη. Αντίθετα, η μεγαλοφυΐα καμιά φορά δεν έχει εξαιρετική μνήμη, όπως το αναγνωρίζει ο Ρουσσώ για τον εαυτό του: αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί από το γεγονός ότι στη μεγαλοφυΐα, εξαιτίας της πληθώρας νέων σκέψεων και συνδυασμών, δεν μένει καιρός για πολλές επαναλήψεις.  Παρά ταύτα, στη μεγαλοφυΐα τις πολλές επαναλήψεις αντικαθιστά η μεγαλύτερη ενέργεια και η κινητικότητα της όλη νοητικής δύναμης, έτσι που να μην έχει πάντα μια πολύ κακή μνήμη. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η Μνημοσύνη είναι η μητέρα των Μουσών.

Μπορεί επομένως να πει κανείς: η μνήμη βρίσκεται ανάμεσα σε δύο μεταξύ τους ανταγωνιστικές επιδράσεις: αυτήν της ενέργειας της παραστατικής ικανότητας από την μια πλευρά, και αυτήν της πληθώρας των παραστάσεων που απασχολούν την παραστατική ικανότητα από την άλλη. Όσο πιο μικρός είναι ο πρώτος παράγοντας, τόσο πιο μικρός πρέπει να είναι ο άλλος, και όσο πιο μεγάλος είναι ο δεύτερος, τόσο πιο μεγάλος πρέπει να είναι και ο άλλος. Έτσι εξηγείται, επίσης, γιατί οι άνθρωποι που διαβάζουν αδιάκοπα μυθιστορήματα χάνουν τη μνήμη τους, γιατί σε αυτούς, όπως συμβαίνει και με τη μεγαλοφυΐα, η πληθώρα των παραστάσεων, οι οποίες όμως εδώ εν είναι δικές τους σκέψεις και συνδυασμοί παρά ξένες που περνάνε μπροστά τους, δεν τους αφήνει χρόνο και υπομονή για επανάληψη:  και ότι στη μεγαλοφυΐα αντικαθιστά την άσκηση, δεν το έχουν αυτοί. Εξ’ άλλου, η όλη υπόθεση χαρακτηρίζεται και από το γεγονός πως καθένας έχει τη καλύτερη μνήμη για αυτό που τον ενδιαφέρει, τη χειρότερη για τα υπόλοιπα. Γι’ αυτό κάποιο μεγάλο πνεύμα ξεχνάει απίστευτα γρήγορα τις μικρές υποθέσεις και συμβάντα της καθημερινής ζωής, όπως και τους ασήμαντους ανθρώπους που είχε γνωρίσει, ενώ περιορισμένα μυαλά όλα αυτά τα διατηρούν εξαιρετικά· το μεγάλο πνεύμα όμως για τα πράγματα που είναι σε αυτόν ή καθαυτά σημαντικά, θα έχει μια καλή, μάλιστα μια εκπληκτική μνήμη.

Γενικά είναι εύκολο να καταλάβει κανείς ότι πιο εύκολα διατηρούμε τέτοιες σειρές από παραστάσεις οι οποίες συνδέονται με ένα ή περισσότερα από τα είδη αιτιών και συνεπειών που έχουμε αναφέρει, πιο δύσκολα όμως εκείνες που δεν συνδέονται μεταξύ τους παρά με τη βούληση μας και τον νόμο του κινήτρου, έχουν δηλαδή σχηματιστεί ηθελημένα. Στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή, το σε μας a priori συνειδητό μορφικό μας γλυτώνει από το μισό κόπο: αυτό όπως γενικά κάθε a priori γνώση, υπάρχει στη διδασκαλία του Πλάτωνα, ότι δηλαδή η μάθηση είναι μόνο μια ανάκληση στη μνήμη.


[ΚΑΚΤΟΣ, 2013, σ. 254-258]

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015

Η μητέρα όλων των επιστημών

Είναι αναγκαίο όλα όσα συμβαίνουν να συμβαίνουν μέσα από μια αιτία· γιατί πως θα μπορούσαν να συμβαίνουν χωρίς αυτή;
Πλάτων, Φίληβος [26e]

Όλα όσα συμβαίνουν πρέπει αναγκαστικά να συμβαίνουν λόγω μιας αιτίας· γιατί τίποτα δεν είναι δυνατόν να αποκτήσει υπόσταση χωρίς αιτία.
Πλάτων, Τιμαίος [28a]

Επειδή λοιπόν η προϋπόθεση που θέσαμε πάντα a priori είναι το ότι όλα έχουν μια αιτία, έχουμε το δικαίωμα να ρωτάμε παντού «γιατί». Έτσι το «γιατί» μπορεί να το ονομάσει κανείς μητέρα όλων των επιστημών.

Άρθουρ Σοπενχάουερ, Περί της τετραπλής ρίζας του Αποχρώντος λόγου 

(Κάκτος, 2013, σελ. 32, 35)

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015

Η μέθοδος για την απόκτηση γνώσης

Ο θεϊκός Πλάτων και ο εκπληκτικός Καντ ενώνουν τις επίμονες φωνές τους στη σύσταση ενός κανόνα σχετικά με τη μέθοδο την οποία θα πρέπει να ακολουθεί κάθε φιλοσοφική σκέψη, αλλά επίσης και κάθε προσπάθεια για την απόκτηση γνώσης γενικά.

Πρέπει, λένε να ακολουθεί κανείς δύο νόμους, αυτόν της ομοιογένειας και αυτόν της ιδιαιτερότητας, με τον ίδιο τρόπο, όχι όμως τον ένα σε βάρος του άλλου.

Ο νόμος της ομοιογένειας μας επιβάλει, προσέχοντας τις ομοιότητες και τις συμφωνίες των πραγμάτων, να τα ενώσουμε σε επιμέρους είδη, αυτά σε υπερκείμενα είδη και αυτά πάλι σε γένη, μέχρι στο τέλος να φτάσουμε στην υψηλότερη έννοια που τα συμπεριλαμβάνει όλα. Επειδή αυτός ο νόμος είναι υπερβατικός, προϋποθέτει την εναρμόνιση με τη φύση, προϋπόθεση που εκφράζεται με τον παλιό κανόνα: «Δεν επιτρέπεται να αυξήσει κανείς χωρίς λόγο τον αριθμό των υπαρχουσών οντοτήτων».

Τον νόμο της ιδιαιτερότητας, αντίθετα, διατυπώνει ο Καντ έτσι: «Δεν επιτρέπεται να μειώσει κανείς χωρίς λόγο τις διαφορετικότητες των υπαρχόντων οντοτήτων». Επιβάλλεται δηλαδή να διακρίνουμε τα υπερκείμενα είδη που περιλαμβάνει μια ευρεία έννοια του γένους, όπως επίσης και τα κάτω από αυτά επιμέρους ανώτερα και κατώτερα είδη, προσέχοντας να μην κάνουμε οποιοδήποτε άλμα ή μάλιστα να κατατάξουμε τα κατώτερα είδη ή και πιο πολύ τα άτομα άμεσα κάτω από την έννοια του γένους. Γιατί κάθε έννοια μπορεί ακόμα να διαιρεθεί σε κατώτερες, και καμιά δεν σταματάει στο επίπεδο μόνο της απλής παρατήρησης.

Ο Καντ διδάσκει πως και οι δύο νόμοι είναι υπερβατικές, apriori αρχές του λόγου, και υποδηλώνουν συνταύτιση των πραγμάτων με τον εαυτό τους. Και ο Πλάτων φαίνεται να εκφράζει με τον τρόπο του το ίδιο όταν λέει, ότι αυτοί οι κανόνες, στους οποίους χρωστάνε τη γέννησή τους όλες οι επιστήμες, έπεσαν σε εμάς μαζί με τη φωτιά του Προμηθέα από τον θρόνο των θεών.


(ΚΑΚΤΟΣ, 2013, σ. 27-28)



Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Η πιο αποτελεσματική παρηγοριά

Η πιο αποτελεσματική παρηγοριά για κάθε δυστυχία και συμφορά είναι να στρέψουμε το βλέμμα μας σε όσους έχουν σταθεί πιο άτυχοι από εμάς –όλοι το κάνουν αυτό. Το ζήτημα όμως είναι τι γενικότερα συμπεράσματα συνάγουμε από αυτή την τακτική.

Η ιστορία διδάσκει πως πορεύτηκαν τα έθνη: μόνο πολέμους και αναταραχές έχει να μας διηγηθεί. Οι ειρηνικές περίοδοι παρουσιάζονται αποκλειστικά ως μικρά διαλείμματα ανάμεσα σε πολέμους. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και με τον άνθρωπο, η ζωή του είναι μια συνεχής πάλη· όχι μόνο μεταφορικά –μια πάλη δηλαδή ενάντια στην ανέχεια ή την ανία-, αλλά, και κυριολεχτικά, μια μάχη εναντίον άλλων ανθρώπων. 

Ο άνθρωπος συναντά παντού αντιπάλους, ζει σε συνεχή διαμάχη και παραμένει ετοιμοπόλεμος μέχρι τον θάνατό του.

Αρτούρ Σοπενχάουερ, Για τη δυστυχία του κόσμου

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ, 2012, σελ. 18-19)

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Η πλήξη

Η ζωή παρουσιάζεται αρχικά ως μια αποστολή: η αποστολή να μπορεί κανείς να συντηρήσει τη ζωή του, να κερδίσει τα προς το ζην. Εκπληρώνοντας κανείς τον συγκεκριμένο στόχο, αυτό που αποκομίζει είναι η αίσθηση ενός βάρους· και τότε εμφανίζεται ένας δεύτερος στόχος για τον άνθρωπο: να κάνει κάτι προκειμένου να διώξει την πλήξη που καραδοκεί σαν αρπακτικό δίπλα από κάθε ασφαλή ζωή. Επομένως, ο πρώτος στόχος είναι να κερδίσει κανείς κάτι, και ο δεύτερος να απαλλαγεί από την επίγνωση όσων έχει κερδίσει, για να αποφύγει να του γίνουν βάρος.

Το γεγονός ότι η ανθρώπινη ζωή είναι ένα λάθος αποδεικνύεται επαρκώς από την απλή διαπίστωση πως ο άνθρωπος αποτελεί ένα συνονθύλευμα δύσκολα ικανοποιούμενων αναγκών· ότι η ικανοποίησή τους δεν επιφέρει τίποτε πέρα από μια ανώδυνη κατάσταση που τον παραδίδει στην πλήξη· και ότι η πλήξη – που δεν είναι τίποτε άλλο από το αίσθημα του κενού της ύπαρξης – αποτελεί άμεση απόδειξη πως η ύπαρξη καθεαυτήν δεν έχει καμία αξία. Διότι αν η ζωή, η επιθυμία για την οποία συνιστά την ουσία και την ύπαρξη μας, κατείχε καθεαυτήν μια θετική αξία και ένα πραγματικό περιεχόμενο, η πλήξη  δεν θα υπήρχε: θα νιώθαμε πληρότητα και ικανοποίηση από την ύπαρξη και μόνο. Όπως έχουν τα πράγματα, δεν απολαμβάνουμε την ύπαρξη μας παρά μόνο όταν μοχθούμε για να κατακτήσουμε κάτι -και στην περίπτωση αυτή η απόσταση και οι δυσκολίες που παρεμβάλλονται ανάμεσα σε εμάς και στο αντικείμενο της επιθυμίας μας μας κάνουν να νομίζουμε πως ο στόχος που έχουμε θέσει θα μας ικανοποιήσει μόλις επιτευχθεί (ψευδαίσθηση που σβήνει μόλις πετύχουμε αυτό που θέλουμε)-, ή όταν καταπιανόμαστε με μια καθαρά πνευματική δραστηριότητα – στην περίπτωση αυτή απομακρυνόμαστε από τη δίνη της ζωής για να μπορέσουμε να τη δούμε από απόσταση, σαν θεατές ενός έργου. Ακόμα και η σαρκική απόλαυση συνίσταται σε μια διαρκή προσπάθεια και παύει μόλις εκπληρωθεί.

Όταν δεν καταπιανόμαστε με τα παραπάνω, αλλά προσανατολιζόμαστε στην ύπαρξη καθεαυτήν, μας καταλαμβάνει η συναίσθηση της αναξιότητας και της ματαιότητας μας. Κι αυτό είναι το συναίσθημα που ονομάζουμε πλήξη.

Αρτούρ Σοπενχάουερ, Περί της ματαιότητας της ύπαρξης. Από τον τόμο Αρτούρ Σοπενχάουερ, Για τη δυστυχία του κόσμου.

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ, 2013, σελ. 49-52)



Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Ο πραγματικός σκοπός της ζωής ενός ανθρώπου

Εάν ο άμεσος και πραγματικός σκοπός της ζωής ενός ανθρώπου δεν είναι να υποφέρει τα δεινά του κόσμου, τότε η ύπαρξή του δεν έχει επ’ ουδενί προσαρμοστεί στον προορισμό της. Θα ήταν παράλογο να υποθέσουμε πως τα ατελείωτα δεινά που πλήττουν τους ανθρώπους και που προκύπτουν από ανάγκες και συμφορές συνυφασμένες ουσιαστικά με την ίδια τη ζωή, είναι άσκοπα και καθαρά συμπτωματικά. Δίχως αμφιβολία, κάθε προσωπική περίπτωση δυστυχίας μοιάζει με μεμονωμένο περιστατικό, όμως η δυστυχία γενικότερα είναι που αποτελεί τον κανόνα.

Όπως ένα ρυάκι κυλά ομαλά όσο δεν συναντά κανένα  εμπόδιο, έτσι και η φύση των ανθρώπων και των ζώων είναι τέτοια που δεν μας βοηθάει ούτε να αντιλαμβανόμαστε στ’ αλήθεια ούτε να συνειδητοποιούμε ποτέ τι συντάσσεται με τη βούλησή μας. Τα πράγματα υποπίπτουν στην αντίληψή μας μόνο εφόσον ματαιώνουν τη βούλησή μας ή ανατρέπουν τα σχέδιά μας. Από την άλλη, ότι αντιτίθεται στους στόχους μας, ή ματαιώνει και εμποδίζει τις επιθυμίες μας, με άλλα λόγια, ότι είναι δυσάρεστο και οδυνηρό, αφήνει ακαριαία και άμεσα πάνω μας ένα σαφές στίγμα. Ακριβώς όπως δεν διατηρούμε διαρκώς συναίσθηση της γενικότερης υγιούς σωματικής κατάστασης, αλλά επικεντρωνόμαστε μόνο στο μικρό σημείο όπου μας χτυπάει το παπούτσι, έτσι δεν αναλογιζόμαστε το σύνολο των δραστηριοτήτων μας που βαίνουν επιτυχώς, αλλά αναλώνουμε την προσοχή μας σε ασήμαντα συμβάντα και μικροπράγματα που επιμένουν να μας εκνευρίζουν. Σε αυτό το δεδομένο βασίζεται μια θέση που έχω υπογραμμίσει επανειλημμένα: ο αρνητικός χαρακτήρας της καλοπέρασης και της ευτυχίας, σε αντίθεση με τον θετικό χαρακτήρα του πόνου.

Επομένως κανένας παραλογισμός δεν είναι μεγαλύτερος από τον παραλογισμό που χαρακτηρίζει σχεδόν όλα τα μεταφυσικά συστήματα: την ερμηνεία του κακού ως κάτι το αρνητικό. Διότι το κακό, και μόνο το κακό, έχει θετικό πρόσημο, αφού μόνο αυτό είναι απτό· στον αντίποδα το καλό, δηλαδή όλες οι εκφάνσεις της ευτυχίας και της ικανοποίησης, διαθέτει αρνητικό πρόσημο, καθώς συνδέεται είτε με την καταστολή μιας επιθυμίας (μέσω της ικανοποίησης της) είτε με την εξάλειψη ενός πόνου.

Η θέση αυτή συνάδει και με την τάση να υποτιμάμαι την ικανοποίηση που αντλούμε από μια ευχάριστη κατάσταση, ενώ αντίθετα μια οδυνηρή περίσταση μας προξενεί περισσότερο πόνο απ’ ότι φανταζόμασταν.

Μια γρήγορη διάψευση της θέσης που υποστηρίζει ότι η ευχαρίστηση βαραίνει περισσότερο στη ζωή από τον πόνο, ή ότι υπάρχει έστω κάποια ισορροπία ανάμεσα στα δύο, προκύπτει αν συγκρίνει κανείς τα αισθήματα ενός ζώου που κατασπαράζεται από κάποιο άλλο με αυτά εκείνου που το κατασπαράζει.



(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ, 2012, σελ. 15-18)

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

Εισαγωγή στον Σοπενχάουερ


Η κεντρική θέση στη φιλοσοφική σκέψη του Σοπενχάουερ (1788 – 1860), όπως αυτή εξάλλου διατυπώνεται στο εμβληματικό έργο του Ο κόσμος ως βούληση και παράσταση […] είναι πως η ύπαρξη είναι μάταιη. Όπως σημειώνει: «το γεγονός ότι η πιο τέλεια εκδήλωση της βούλησης για ζωή, ο ανθρώπινος οργανισμός, με τον ασύγκριτα μεγαλοφυή και σύνθετο μηχανισμό του, πρέπει να ρημάξει στο χώμα, και όλη του η υπόσταση, όλος του ο μόχθος να παραδοθούν τελικά τόσο απροκάλυπτα στον αφανισμό –αυτό είναι το σαφές μήνυμα της φύσης πως ο αγώνας της βούλησης για ζωή ουσιαστικά είναι μάταιος». Όπως εξάλλου γράφει και ο A. C. Grayling στο επίμετρο ενός άλλου βιβλίου του Σοπενχάουερ, της Τέχνης του να έχεις πάντα δίκιο, «καθώς η βούληση είναι μια έλλογη δύναμη που αγωνίζεται και κινείται στα τυφλά, χωρίς στόχο ή επιδίωξη, συνάγεται πως η υποδούλωση στην τυφλή πάλη της είναι η αιτία για το γεγονός ότι η ζωή αποτελείται κατά βάση από πόνο και δυστυχία» - κάτι που κατέχει εξάλλου πρωταρχική σημασία στα κείμενα των ινδουιστών και των βουδιστών που τόσο επηρέασαν τον Σοπενχάουερ.

Από αυτή τη διαπίστωση του Σοπενχάουερ προκύπτει και η ηθική του στάση απέναντι στη ζωή και τους συνανθρώπους μας. Γράφει: «Εάν θέλετε έναν αξιόπιστο οδηγό για να προσανατολίζεστε στη ζωή, συνηθίστε να αντιμετωπίζετε τον κόσμο ως έναν τόπο εξαθλίωσης, ένα είδος αποικίας καταδικασμένων». Επομένως οφείλουμε να ρυθμίζουμε τις υποθέσεις μας σύμφωνα με τη φύση των πραγμάτων, ούτως ώστε να βλέπουμε «τις συμφορές, τα δεινά τα βάσανα και τη δυστυχία της ζωής όχι ως κάτι αφύσικο, αλλά ως τον κανόνα», αφού «η παρουσία μας σε αυτόν τον κόσμο είναι η τιμωρία για την ύπαρξή μας». Επομένως σε αυτή την «αποικία καταδικασμένων» οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε τους άλλους με επιείκεια και καλοσύνη, με ανεκτικότητα και ευσπλαχνία, αφού η ύπαρξή τους οφείλεται αποκλειστικά στην ενοχή τους, με τη ζωή τους «να αποτελεί εξιλέωση για το έγκλημα της γέννησής τους».

Τι απομένει μέσα σε αυτή τη ζοφερή συνθήκη, εκτός από την ταπεινή αποδοχή της (ενδεχομένως και με τη συνδρομή της θρησκείας); Η τέχνη απαντά ο Σοπενχάουερ. Η ποίηση, το θέατρο, η ζωγραφική και πάνω απ’ όλα η μουσική. Μόνο αυτή μπορεί να απαλύνει τον πόνο της ύπαρξης και να μας επιτρέψει να δραπετεύσουμε από τις τυφλές επιταγές της βούλησης, μεταφέροντας μας προσωρινά έστω, μακριά από τον κόσμο των φαινομένων. Εκεί, στο βασίλειο της Τέχνης, μπορούμε να νιώσουμε λίγο ότι η ζωή έχει κάποιο νόημα και δεν ακολουθεί απλώς τον δρόμο της αναπόδραστης φθοράς, του οριστικού τέλους.

Χάρης Βλαβανιός, από την εισαγωγή στον τόμο: Αρτούρ Σοπενχάουερ, Για την δυστυχία του κόσμου.

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ, 2013, σελ. 11-14)

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Η «εριστική διαλεκτική»


Σε ένα ιδανικό κόσμο, ο διάλογος και η αντιπαράθεση θα είχαν ως σκοπό την αποκάλυψη της αλήθειας ή τουλάχιστον τη σύγκλιση των απόψεων … Όμως ο πραγματικός κόσμος κάθε άλλο παρά ιδανικός είναι, και οι άνθρωποι δεν επιδιώκουν να φτάσουν στην αλήθεια, αλλά να επικρατήσουν στις διάφορες αντιπαραθέσεις· ούτε επιζητούν το καλύτερο για του πολλούς, αλλά το καλύτερο για τον εαυτό τους … Επομένως, όλα τα διαθέσιμα τεχνάσματα στρεψοδικίας πρέπει να επιστρατευτούν προκειμένου να υπερασπιστεί κάποιος τον εαυτό του, ξεγλιστρώντας από τη δύσκολη θέση, αποφεύγοντας τις ερωτήσεις, απαντώντας με ευλογοφανείς αοριστίες, εκτρέποντας και διαστρεβλώνοντας το θέμα ελισσόμενος, προσπαθώντας πάντα να φαίνεται ειλικρινής ενώ είναι το αντίθετο. Αυτή είναι η φύση των αντιπαραθέσεων στο μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής και δημόσιας ζωής, η οποία ως εκ τούτου δεν αποτελεί κονίστρα διαλόγου αλλά εξευτελισμού.

Εκείνοι που επινόησαν την αμφιλεγόμενη τέχνη της επικράτησης σε μια αντιπαράθεση, ακόμη κι αν αυτό ήταν μια προσπάθεια να κάνουν τη χειρότερη περίπτωση να φαίνεται ως η καλύτερη ήταν οι σοφιστές της αρχαίας Αθήνας, τους οποίους ο Σωκράτης και ο εξίσου διάσημος μαθητής του, Πλάτωνας, απεχθανόταν διότι δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για την αλήθεια και (ακόμη χειρότερα κατά τον Σωκράτη) αμείβονταν για να διδάξουν τα τεχνάσματά τους.

Ο Άρτουρ Σοπενχάουερ, ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 19ου αιώνα, αναγνώρισε όλα τα τεχνάσματα και τους ανειλικρινείς τρόπους της ρητορικής που χρησιμοποιούντο στις μέρες του, … και σαν απάντηση έγραψε το οξύ έργο του Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο.

Αυτή η ανατρεπτική μικρή πραγματεία παρουσιάζεται ως εγχειρίδιο επικράτησης έναντι οποιοιδήποτε αντιπάλου σε μια αντιπαράθεση. «Εριστική διαλεκτική» έγραψε ο ίδιος ο Σοπενχάουερ, …, «είναι η τέχνη του να λογομαχεί κανείς  - και να λογομαχεί με τέτοιο τρόπο ώστε να υπερασπίζεται επαρκώς τις θέσεις του – είτε έχει δίκιο είτε έχει άδικο». … «Σε μια αντιπαράθεση, πρέπει να αγνοήσουμε την αντικειμενική αλήθεια, ή μάλλον να την εκλάβουμε ως μια τυχαία συγκυρία, και να επικεντρωθούμε μόνο στην υπεράσπιση της θέσης μας και στην αντίκρουση της θέσης του αντιπάλου». 

Ασφαλώς, η αληθινή πρόθεση του Σοπενχάουερ ήταν να επιστήσει την προσοχή των αναγνωστών του στα τεχνάσματα που χρησιμοποιούν κατά κόρον οι υπόλοιποι, είτε πρόκειται για πολιτικούς είτε για δημοσιογράφους, διαφημιστές ή εμπόρους. Προφασιζόμενος ότι διδάσκει τη «στρεψοδικία» (όπως χαρακτήρισε αργότερα ο ίδιος τη ρητορική), στην πραγματικότητα δίδαξε πώς να την αναγνωρίζει κανείς και, κατ’ επέκταση, πώς να την αντιμετωπίζει.

Τα τεχνάσματα που περιγράφει ο Σοπενχάουερ είναι ποικίλα. Εκνεύρισε τον αντίπαλό σου, κάνε προσωπική επίθεση στον ίδιο και στα επιχειρήματά του, κάνε του τόσο πολλές ερωτήσεις ώστε να τον μπερδέψεις, εάν αρνείται μια θέση, διατύπωσέ την αλλιώς ώστε να φαίνεται πως τη δέχεται, … κ.ο.κ. …

Ο Σοπενχάουερ, παρά τη σοβαρότητα με την οποία περιγράφει τα κακόβουλα αυτά τεχνάσματα και παρά τη γενικότερη απαισιόδοξη άποψή του για την ανθρώπινη φύση, τασσόταν σαφώς κατά της ρητορικής. Το δόγμα που ακολουθούσε ήταν το vitan impendere veroαφιέρωσε τη ζωή σου στην αλήθεια»), κι αυτή η μικρή πραγματεία ακολουθεί κατά κάποιον τρόπο το δόγμα αυτό, διότι φανερώνει ακριβώς τι δεν πρέπει να κάνει όποιος θέλει να είναι αληθινός και ειλικρινής σε μια αντιπαράθεση.


(ΠΑΤΑΚΗΣ, 2009, σελ. 13-18)

Τρίτη 28 Αυγούστου 2012

Η ανάγκη της επικράτησης σε μια αντιπαράθεση


… ο Σοπενχάουερ αναφέρει: «Κάποιος μπορεί να έχει αντικειμενικά δίκιο και εν τούτοις οι ακροατές, ή και ο ίδιος ακόμη, να σχηματίσουν την εντύπωση ότι υστερεί». Έτσι, είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς πώς να επικρατεί σε μια αντιπαράθεση όταν το δίκιο είναι με το μέρος του αλλά δεν έχει ισχυρά επιχειρήματα. Η ίδια όμως ικανότητα μπορεί να του επιτρέψει να υπερισχύσει ακόμη κι όταν έχει άδικο.

Πως είναι άραγε δυνατόν να επιχειρηματολογεί κανείς με στόχο την επικράτηση του ανεξάρτητα από την αλήθεια; «Η απάντηση είναι απλή» υποστηρίζει ο Σοπενχάουερ. Πρόκειται για την «εγγενή ποταπότητα της ανθρώπινης φύσης». Απορρέει από μια «έμφυτη ματαιοδοξία» και από το γεγονός ότι οι άνθρωποι, αντί να σκέπτονται πριν μιλήσουν, είναι φλύαροι και ανειλικρινείς· σπεύδουν να υιοθετήσουν μια άποψη, την οποία στη συνέχεια υπερασπίζονται από πείσμα και εγωισμό, χωρίς να γνωρίζουν αν είναι σωστή ή λανθασμένη. Η ματαιοδοξία πάντοτε υπερτερεί της αλήθειας.

Ωστόσο συμπληρώνει ο Σοπενχάουερ, «είναι ανάγκη να σημειωθεί κάτι ακόμα σχετικά με αυτή την ανειλικρίνεια και την εμμονή μας σε απόψεις που ακόμα κι εμείς οι ίδιοι κρίνουμε εσφαλμένες» - αυτή τη φορά για κάποιον άλλο λόγο, για τον οποίο ο Σοπενχάουερ είναι βέβαιο ότι μιλά σοβαρά. Συμβαίνει πολλές φορές να πιστεύει κανείς αρχικά πως έχει δίκιο, στη συνέχεια όμως η πεποίθησή του αυτή να κλονίζεται από τη δύναμη των επιχειρημάτων του αντιπάλου του, για να ανακαλύψει τελικά, σε εύθετο χρόνο, ότι είχε πράγματι δίκιο εξαρχής. Οπότε είναι χρήσιμο να εμμένει κανείς στις απόψεις του. «Έτσι» υπογραμμίζει ο Σοπενχάουερ «η αδυναμία της σκέψης μας συμπληρώνει τη διαστροφή της βούλησής μας».


(ΠΑΤΑΚΗΣ, 2009, σελ. 24-25)