Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύγχρονη Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύγχρονη Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2018

Αλβανοί, Αρβανίτες


Οι Αλβανοί […] έχουν παίξει μεγάλο ρόλο στην νεοελληνική ιστορία διότι Αλβανοί και Έλληνες είναι σε ανάμειξη μετακινήσεων εδώ και αιώνες. Όπως γνωρίζουμε μέχρι σήμερα πρόσφατα το πράμα αλλάζει, η νότια Αλβανία, αυτό που λέμε Βόρεια Ήπειρος εμείς, διαθέτει χιλιάδες Ελλήνων κατοίκων Χριστιανών Ορθοδόξων ελληνοφώνων κατοίκων, ενώ αντιστοίχως Αλβανοί είχαν μετακινηθεί προς το νότο και έτσι μέσα στους αιώνες έχει δημιουργηθεί στον ελληνικό χώρο, τον ευρύτερο ελληνικό χώρο, ένας πληθυσμός που πολύ απλά οι Έλληνες ονομάζουν Αρβανίτες.

Κινείσαι από την Αθήνα προς τη Θήβα και περνάς από μία περιοχή που λέγονται Αρβανιτοχώρια. Έξω απ’ τη Θήβα καταμετρώνται περίπου 30 χωριά που είναι Αρβανιτοχώρια. Στα περίχωρα της Λειβαδιάς είναι περίπου 7 χωριά που τα ονομάζουμε Αρβανιτοχώρια. Στα περίχωρα της Ελευσίνας υπάρχουν αρκετά χωριά που ονομάζονται Αρβανιτοχώρια. Στην Κορινθία υπάρχουν πολλά χωριά που ονομάζονται Αρβανιτοχώρια το ίδιο και στη Αχαΐα και λιγότερο σε άλλες περιοχές της Πελοποννήσου. Στη νότια Εύβοια υπάρχουν χωριά που είναι Αρβανιτοχώρια στη βόρεια Άνδρο και πάλι λέγοντας. Εδώ με την έννοια Αρβανίτες, με αυτό τον όρο Αρβανίτες, εννοούμε ένα-αναφερόμαστε σε ένα φαινόμενο της νεότερης ιστορίας της Ελλάδας και όχι μόνο. Καθώς γύρω στο 14ο αιώνα έχουμε μεγάλη κάθοδο Αλβανών[…]

Οι Αλβανοί είναι ορεσίβιος λαός, κατοικεί στη ζώνη εκεί βόρεια από την Ήπειρο, τα βουνά της Αλβανίας είναι ψηλά και δύσκολα. Εκεί κατοικούν αλβανικές ομάδες που είναι οργανωμένες σε φυλές, στα βόρεια είναι οι Γκέγκηδες, νοτιότερα προς το κέντρο της σημερινής Αλβανίας χοντρικά αναπτύχθηκαν οι Τόσκηδες και ακόμη νοτιότερα οι Λιάπηδες.

Η αλβανική γλώσσα δεν είναι ακριβώς ενιαία, αυτές οι ομάδες μιλούν διαλέκτους εδώ και βαθύτατο χρόνο όχι τώρα και είναι ορεινοί πληθυσμοί, πολεμούν μεταξύ τους η μία φυλή την άλλη και είναι οργανωμένοι και σε ευρύτερα σόγια που στην αλβανική γλώσσα αυτό το ευρύ σόι λέγεται farë εξ ου και η- όρος που χρησιμοποιούμε στα ελληνικά φάρα. Είναι αλβανική λέξη η λέξη φάρα. Η μία φάρα μπορούσε να συμμαχεί με την άλλη εναντίον μιας άλλης, πολλές φάρες μαζί εναντίον πολλών άλλων, η μία φυλή ενάντια στην άλλη. Αυτό έκανε τους Αλβανούς να είναι σκληροτράχηλοι πολεμιστές, θεωρούνται οι πιο σκληροτράχηλοι πολεμιστές των Βαλκανίων μαζί με τους κατοίκους του Μαυροβουνίου, ιστορικά και έχουν παίξει ρόλο στους στρατούς όχι μόνο πολλών χωρών της βαλκανικής και τον οθωμανικό στρατό. Στην ελληνική πραγματικότητα αρκετοί απ’ τους ήρωές μας ήταν Αρβανίτες, δηλαδή είχαν μακρά καταγωγή από τις αλβανικές περιοχές.

[…] Οι Αλβανοί όποτε φεύγουν για κάποιο λόγο από την πατρίδα τους κατά ομάδες ή κατά μόνας, δύο δρόμους κατά κύριο λόγο παίρνουν: ο ένας είναι ο δρόμος της Ιταλίας, αυτό συνέβη και στον 20ο αιώνα που τα ζήσαμε μετά το 1989 […] και προς την Ελλάδα. Και έτσι στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα έχουμε μία μεγάλη καινούρια ροή Αλβανών προς τα νότια, προς τις ελληνικές περιοχές.

Τα Αρβανιτοχώρια μας όμως βρίσκονται εκεί από αιώνες και δημιουργήθηκαν κυρίως από κάθοδο Αλβανών του 14ου αιώνα εκεί γύρω στα 1300 και μετά. Ο 14ος αιώνας ήταν αιώνας μεγάλων δημογραφικών ανακατατάξεων στη Βαλκανική λόγω των πολεμικών συγκρούσεων, των εμφυλίων πολέμων, των-της ανάπτυξης Σέρβων Βουλγάρων, συγκρούσεων Βυζαντινών μεταξύ τους και με αυτούς και φυσικά της επέλασης των Οθωμανών. Έτσι Αλβανοί μετακινούνται μαζικά στο 14ο αιώνα προς το νότο.

Αυτός είναι ένας ωραίος χάρτης που προέρχεται από το-την «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού» του Απόστολου Βακαλόπουλου και επιγράφεται «Διείσδυσις Αλβανικών φύλων».
Τα αλβανικά φύλα διείσδυσαν προς το νότο, δηλαδή τις περιοχές μας, ο δείκτης δείχνει προς ποιες περιοχές εγκαταστάθηκαν το 14ο αιώνα. Άλλο κύμα το 15ο.  Και επόμενο μεγάλο κύμα είναι στον 20ο αιώνα, τον αιώνα που πολλοί από μας ζήσαμε. […]

Γιατί μετακινήθηκαν Αλβανοί προς το νότο το 14ο αιώνα; Οι περισσότεροι εξ αυτών μετακινήθηκαν κατά ομάδες γιατί το έχουν οι Αλβανοί όταν φεύγουν, φεύγουν κατά ομάδες, κατά φάρα φεύγουν. Αλλά ακριβώς επειδή θεωρούνται ικανότατοι πολεμιστές, Βενετοί οι οποίοι κατείχαν κάστρα και έλεγχαν κάστρα, διάφοροι Φράγκοι ηγεμόνες εδώ της νότιας βαλκανικής, Βυζαντινοί ηγεμόνες που κατέχουν περιοχές και κάστρα, Σέρβοι ηγεμόνες που κατέχουν περιοχές και κάστρα, στην-εδώ στην νότια βαλκανική καλούν στο 14ο καλούν φάρες Αλβανών να’ ρθουν να εγκατασταθούν κοντά σε κάστρα με τις οικογένειές τους, τους παρέχουν γη κοντά στα κάστρα όχι μέσα στα κάστρα με την υποχρέωση να καλλιεργούν τη γη αλλά όταν θα υπάρξει κίνδυνος για την υπεράσπιση των κάστρων να μπουν στα κάστρα και να ενισχύσουν την άμυνα των κάστρων. Και τούτο διότι η βαλκανική είχε στο 14ο αιώνα φτωχή δημογραφική εικόνα λόγω των αναστατώσεων που έχουμε πει επανειλημμένως, επομένως οι Αλβανοί ήρθαν να ενισχύσουν την άμυνα των κάστρων και υπήρξαν σε πολλές περιπτώσεις καλεσμένοι Σέρβων κυρίως Βενετών και Βυζαντινών τόσο στην Πελοπόννησο όσο και στη Στερεά Ελλάδα, όσο και στη δυτική Στερεά Ελλάδα.

Οι Αρβανίτες μας δεν είναι παρά μακρινοί Αλβανοί οι οποίοι κατέβηκαν στο νότο 600 χρόνια πριν από τώρα και αναμείχθηκαν με τους ντόπιους Έλληνες. Όταν μετακινήθηκαν οι Αλβανοί στο 14ο στο 15ο 16ο αιώνα η θρησκεία τους ήταν Χριστιανική Ορθόδοξη (η μεγάλη μεταστροφή των Αλβανών στην-στο Ισλάμ έγινε το 18ο αιώνα). […]

Εγκαταστάθηκαν στη δυτική Στερεά, σε μεγάλη ζώνη στην περιοχή κοντά στην Άρτα, προς το Μεσολόγγι, στην περιοχή της Ναυπάκτου, γύρω απ’ τη Λειβαδιά, γύρω απ’ τη Θήβα, στη νότια Εύβοια, στη βόρεια Άνδρο, στη Τζια, στην Κύθνο, στην νότια-στην περιοχή της Αττικής. Στην Αττική η εγκατάσταση Αλβανών, αλβανικών φαρών ήταν πολύ μεγάλης κλίμακας, στην Κορινθία, σε περιοχές της Αχαΐας σε μεγάλη κλίμακα και μετά στη υπόλοιπη Πελοπόννησο λιγότεροι. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι περισσότεροι Αρβανίτες μας εγκαταστάθηκαν Κορινθία, Αχαΐα, Αττική και νότια Εύβοια.

Η διάχυση των Αλβανών και η μετατροπή τους σε Αρβανίτες, δηλαδή πια εξελληνισμένους Αλβανούς φαίνεται και από τα χαρακτηριστικά τους επώνυμα που σήμερα πολλά από αυτά θεωρούνται χαρακτηριστικά και των Ελλήνων. Οι Αλβανοί και οι Αρβανίτες μας έχουν συνήθως δισύλλαβα επώνυμα, παροξύτονα. Π. χ. Βρετός, αυτό είναι οξύτονο αλλά είναι χαρακτηριστικό όνομα, Γκέκας, Γκίκας, Γκίνης, Γκιόκας, Γκιόνης, Γκολέμης, Γκούρας, γκουρ στα αλβανικά είναι η πέτρα, Γκούρας δηλαδή θα πει ο κ. Πέτρας, Ζέζας, Ζέρβας, ο Ναπολέων Ζέρβας ήταν Αρβανίτης στην καταγωγή, Κάκλας, Κακλαμάνης, Καλέντζης, Καπαρέλης, περιοχές της Αττικής λέγονται Καπαρέλι γιατί εγκαταστάθηκαν φάρες, Κατσιφάρας, Κιοσές, στα αλβανικά θα πει φαλακρός, Κλέπας, κασιδιάρης θα πει, Κόκας, το κεφάλι, Κόκλας, Κόλιας, από τα πιο χαρακτηριστικά αρβανίτικα επώνυμα, Κοροβέσης (Κοροδέσης;), Κοτζιάς, Κούμης, Κουμής, Κούρτης, Κριεκούκης, υπάρχει τοπωνύμιο στην Αττική Κριεκούκι γιατί εγκαταστάθηκε η φάρα των Κριοκουκαίων, Λάλας, Λαλεγιάννης, Λάλος, Λέκκας, που θα πει Αλέξανδρος, Λεμπέσης, αυτός που αφήνει την πίστη του την μπέσα του, Λέπουρας, Λιάκος, Λιάκουρας, Λιάπης, Λιόσας, Λιούμης, θα πει ποτάμι στα αλβανικά, Λούκος, Λούης, Λύκουρας, Λυκουρέζος, τα επώνυμα σε –έζος είναι συνήθως αλβανικά όπως και τα τοπωνύμια σε –έζα δηλαδή και σε –ιζα, Βάρκιζα, Σάριζα κ.λ.π. Μάζης, Μαλακάσας, Μάλης, θα πει βουνό, Μάνεσης, που θα πει αργοπορία, Μαρκεζίνης, Μάτεσης, Μέξης, Μερκούρης, Μίχας, Μουζάκης, Μπάλας, Μπάρτζης, Μπέζος, Μπέζας, Μπέρτζος, Μπέζγος, Μπίθαρης, Μπίθας, Μπίθης, Μπιθικώτσης, ο μεγάλος μας τραγουδιστής ο Μπιθικώτσης ήταν Αρβανίτης απ’ την περιοχή της Θήβας, Μπίχτας, Μπλέτσας, για να πω μερικά χαρακτηριστικά, Μπούκουρας που θα πει όμορφος, Μπόχτης, Νέγκας, Ντάτσης, Ντόκος, Πέπης, Πέπας, Πέτας, Πρίφτης, που θα πει ιερέας, Σκλέπας. Σκόκος, σκόκος θα πει κλώσα στα αλβανικά, Σούτας, Σπάθαρος, θα πει θα σπαθί, Σπάθας, τα Σπάτα, σπατ στα αλβανικά είναι το τσεκούρι, στην περιοχή των Σπάτων εγκαταστάθηκε εκεί στο 14ο 15ο αιώνα η φάρα των Σπάτα, Τάτσης, Τόλιας, Τόκας, Τόσκας, Τούντας, κλασικό επώνυμο Τούντας, Χέλμης, Χούντας κλπ. [σημείωση από το βίντεο: Μπογιάτι, από την φάρα των Μπούα]

Επομένως και μόνο αυτά τα επώνυμα και μόνο αυτός ο χάρτης δείχνει την έκταση της εγκατάστασης Αλβανών προς το νότο. Οι μαυρισμένες θέσεις του χάρτη που μας δίνει εδώ ο Βακαλόπουλος δε σημαίνει ότι κατοικούν μόνο Αλβανοί. Σε κάποιες περιοχές ήταν συμπαγείς οι πληθυσμοί, αλλά είναι ανάμεικτοι και με ελληνικούς πληθυσμούς ντόπιους, αλλά είναι οπωσδήποτε περιοχές ισχυρής αρβανιτο παρ- αλβανικής παρουσίας. […] οι Οθωμανοί απέγραφαν περιοχές. Στην Κορινθία το 1461, όταν κατακτήθηκε δηλαδή η Πελοπόννησος από τους Οθωμανούς μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, ο Οθωμανός απογραφέας κατέγραψε ποιοι ήταν οι Αλβανοί κάτοικοι, […] σε σύνολο 9.881 εστιών δηλαδή νοικοκυριών οι 3.353 ήτανε Αλβανοί κάτοικοι που είχαν εγκατασταθεί εκεί.

Οι Αλβανοί, οι Αρβανίτες μας δηλαδή μέσα στην πάροδο των χρόνων συνυπήρξαν με τους Έλληνες, δεν είχαν πρόβλημα διότι ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι και οι δύο πλευρές. Μόνο σε δύο σημεία της ελληνικής χερσονήσου ιστορικά αναπτύχθηκαν Μουσουλμάνοι Αλβανοί. Μία τέτοια περιοχή είναι στην περιοχή του Λάλα, στην περιοχή του Πύργου στην Ηλεία. Όπως και η περιοχή των Μπαρδουνίων βορειότερα από την Καλαμάτα στη Μεσσηνία. Αλλιώς, γενικά οι Αρβανίτες μας είναι παρέμειναν χωρίς κανένα πρόβλημα Χριστιανοί Ορθόδοξοι και έτσι δεν είχαν κανένα πρόβλημα συνύπαρξης με τους Έλληνες κατοίκους με τους οποίους εξάλλου κα αναμείχθηκαν σε μεγάλη κλίμακα με γάμους και ενώθηκαν μεταξύ τους.

Οι Αρβανίτες εγκαταστάθηκαν κυρίως και κατοίκησαν σε ημιορεινά, όχι σε ψηλά ορεινά. Σε πεδιάδες και σε ημιορεινά, και όπως είπαμε κοντά σε μεγάλα κάστρα, γιατί στην Κορινθία έχουμε πολλούς Αρβανίτες; Διότι εκλήθησαν να ενισχύσουν την άμυνα του Ακροκορίνθου. Στο Ναύπλιο εκλήθησαν να ενισχύσουν την άμυνα του κάστρου του Ναυπλίου, στην Θήβα για να ενισχύσουν την άμυνα της Θήβας, στη Χαλκίδα στη νότια Εύβοια για να ενισχύσουν το μεγάλο κάστρο της Χαλκίδας που στο Μεσαίωνα ονομαζόταν Νεγρεπόντε και πάει λέγοντας. Από την Εύβοια και από την Άνδρο μετακινήθηκαν […] και στα νησιά του Αργοσαρωνικού, Ύδρα, Σπέτσες, Πόρο, Αγκίστρι και λιγότερο στην Αίγινα, σε βαθμό που τα νησιά του Αργοσαρωνικού έγιναν χαρακτηριστικά Αρβανιτονήσια στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και μέχρι πρόσφατα.

[…] Απομνημονεύματα των αγωνιστών του ΄21 που δείχνουν ως αυτονόητη την συνύπαρξη Αρβανιτών, οι Αρβανίτες θεωρούνται ότι είναι Έλληνες και ας μιλούν Αλβανικά, κάποιοι απ’ αυτούς και λίγα Ελληνικά. Ο Νικόλαος Κασομούλης μας έχει αφήσει ένα πολύτιμο δίτομο έργο απομνημονευμάτων για την επανάσταση του 1821, σ’ αυτό σε κάποια στιγμή αναφέρεται στον Νότη Μπότσαρη, ο οποίος Νότης Μπότσαρης στο πολιορκημένο Μεσολόγγι απευθύνεται στο σημαιοφόρο του και του λέει, και αυτά που του λέει είναι γραμμένα στα απομνημονεύματα του Κασομούλη με ελληνικό αλφάβητο "μέρi νί ντρύ έδένι μαντήλι, έδέ σίκογιάστε τάσιός βίνιά πρέκουβέντα τούρκητε ογιό". Δηλαδή του λέει "πάρε ένα μαντήλι κι ένα ξύλο και βαλ΄το μαντήλι πάνω στο ξύλο έβγα έξω να δεις αν έρχεται κανένας Τούρκος για συνομιλία ή όχι". Ο Λάμπρος Κουτσονίκας που πάλι μας έδωσε απομνημονεύματα, μας εξηγεί ότι πριν την μάχη του Φαλήρου, την μεγάλη μάχη του Φαλήρου, ο Δεριγνύ κάλεσε στο πλοίο του τον Καραϊσκάκη και τον Κιουταχή. Ο Καραϊσκάκης από την μια πλευρά και ο Αλβανικής καταγωγής πασάς ο Κιουταχής, στο πλοίο του για να συνομιλήσουν, και γράφει ο Κουτσονίκας "ήρχισαν συνδιάλλεξιν μεταξύ των εις την Αλβανικήν" η κοινή τους γλώσσα δηλαδή ήταν τα Αλβανικά.

Οι Σουλιώτες ήταν Αρβανίτες, εξ΄αυτού μιλούσαν Αλβανικά. Γνώριζαν και Ελληνικά αλλά μιλούσαν Αλβανικά. Ο Κωνσταντίνος Μεταξάς πάλι στα απομνημονεύματά του από την Επανάστασή του 1821 αναφέρεται στον Μάρκο Μπότσαρη, επίσης φυσικά μιλάει Αλβανικά γιατί είναι Αβανίτης Σουλιώτης, ο οποίος καλεί τους Σουλιώτες αρχηγούς και στρατιώτες και γράφει ο Μεταξάς. "Τοις ελάλησεν εις την γλώσσαν των, Αλβανιστί, οι δε λόγοι του ήσαν πλήρεις ενθουσιασμού και πατριωτισμού". Στα απομνημονεύματα του Σπηλιάδη, ο Νίκος Σπηλιάδης αναφέρεται σε μία μάχη που γίνεται και που μετέχει ο Ανδρούτσος, σ΄αυτή τη μάχη οι Έλληνες ηττώνται, και ο Ανδρούτσος υποχωρεί και γράφει. "Και φεύγων μεμονομένως περιπίπτει εις τους Αλβανούς" γιατί στους Αλβανούς; Γιατί τα Οθωμανικά στρατεύματα χρησιμοποιούσαν Τουρκαλβανούς, δηλαδή Μουσουλμάνους Αλβανούς. Και στην Ελληνική επανάσταση ένα μεγάλο κομμάτι των Οθωμανικών στρατευμάτων ήταν Μουσουλμάνοι Αλβανοί. Ο Οδυσσέας λοιπόν Ανδρούτσος καθώς υποχωρεί πέφτει στο στρατόπεδο του εχθρού που είναι Τουρκαλβανοί, Αλβανοί όμως. "Ομιλών δε ως εκείνοι Αλβανιστί, τους απατά και νομίζεται ειδικός των, και εν τοσούτων εύρεν ευκαιρία και έγινεν άφαντος και εσώθη".

[…] Η κοινότητα της Ύδρας στα μέσα του 18ου αιώνα θέλησε να δημιουργήσει ένα σχολείο για να μάθουν τα παιδιά της γράμματα. Η Αλβανική γλώσσα ήταν προφορική γλώσσα, η Αλβανική γλώσσα δεν γράφονταν για χιλιάδες χρόνια, ήταν μόνο προφορική, έγινε γραπτή σχεδόν στο 1900. […] Έτσι όταν αποφάσισε η κοινότητα Ύδρας να δημιουργήσει σχολείο, Ελληνικό σχολείο επρόκειτο να δημιουργήσει, δεν υπήρχε περίπτωση να δημιουργηθεί Αλβανικό σχολείο, δεν υπήρχε κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό κάλεσαν Έλληνα δάσκαλο να διδάξει τα παιδιά της. Και γνωρίζουμε από τα αρχεία της Ύδρας ότι ο Έλληνας δάσκαλος παραιτήθηκε ή επεχείρησε να παραιτηθεί μετά από λίγους μήνες, διότι εξηγεί στην επιστολή του προς την κοινότητα της Ύδρας, ότι εσείς με πληρώνετε για να σας μάθω στα παιδιά σας γράμματα, ελληνικά γράμματα θα τους μάθω, αλλά εγώ δεν γνωρίζω Αλβανικά, τα παιδιά δεν γνωρίζουν Ελληνικά, και δεν κάνω τη δουλειά μου και σας εξαπατώ κατά κάποιο τρόπο. Το ίδιο συνέβη και στον Πόρο, στο 2ο μισό του 18ου αιώνα, όταν ο Πόρος πάλι κάλεσε Έλληνα δάσκαλο να μάθει στα παιδιά γράμματα, Ελληνικά γράμματα βέβαια, και ο Επιφάνιος Δημητριάδης που ήταν αυτός ο κληθείς δάσκαλος, την απελπισία του την έγραψε σε ποίημα, έτσι Ομηρικού τύπου, και εξηγεί πώς για να μάθει γράμματα στα παιδιά του Πόρου, έπρεπε ο ίδιος να μάθει αλβανικά για να μπορεί να τους μαθαίνει ελληνικά μέσω των αλβανικών, και λέει: «Κακ ες Πόρον μ’ ειμαρμένη, η τύχη, ώρσεν με διδάξοντα την ελληνίδα, η τύχη τα΄φερε έτσι ώστε να με ορίσει να διδάξω την ελληνίδα, την ελληνίδα γλώσσα, Και ην ιδείν εργον τε πράγμα ξένον, και ήταν να το βλέπει κανείς παράξενο πράγμα, Γλώτταν μεν διδάσκοντα την ελληνίδα, διδάσκοντα εγώ, να διδάσκω εγώ την ελληνική γλώσσα, Φωνήν δε μανθάνοντα την αλβανίδα, εγώ δε ο ίδιος να μαθαίνω αλβανικά, Ουκ είχον άλλως, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, αλβανίζοντας όλως παίδας διδάξαι, εφόσον έπρεπε να διδάξω παιδιά τα οποία μιλούσαν μόνο αλβανικά, μη εγών αλβανίσας, αν δεν μάθαινα εγώ αλβανικά».

[…] Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Αρβανίτες μας του Αργοσαρωνικού, οι Υδραίοι, οι Σπετσιώτες, οι Ποριώτες, εξαιρετικοί ναυτικοί στον 18ο αιώνα με πλοία σπουδαία τα οποία δρούσαν σε όλη την Μεσόγειο, ονόμαζαν τα πλοία τους με αρχαία ελληνικά ονόματα, Περικλής, Αγαθοκλής, Ιδομενεύς, δείγμα του ότι είχαν ενωθεί με την ελληνική σύλληψη των πραγμάτων, αισθάνθηκαν Έλληνες, πολέμησαν ως Έλληνες […]

Ένα χαριτωμένο κείμενο από την ελληνική παράδοση, από την συλλογή του Πολίτη που εξηγεί γιατί οι Γύφτοι και οι Αρβανίτες δεν έχουν γράμματα. […] Όταν εμέραζε ο Θεός τα γράμματα, επήγαν όλες αι φυλές να γυρέψουν γράμματα, όξω απ’ τη γύφτικη τη φυλή που δεν επήγε καθόλου και γι αυτό ούτε έχουν ούτε θα έχουν ποτέ γράμματα οι Γύφτοι, γιατί ο Θεός τους καταράστηκε και τα’ ριξε μέσα στη θάλασσα όταν οι Γύφτοι έφτιαξαν τα περόνια που σταυρώθηκε ο Χριστός. Αυτή είναι η εισαγωγή. Οι Γύφτοι δεν θα μάθουν ποτέ γράμματα. Γιατί; γιατί σταυρώθηκε ο Χριστός από αυτούς. Μάλιστα. Κοντά σ’όλες τις φυλές που πήραν γράμματα ήταν και η Αρβανίτικη η φυλή, μα γιατί οι Αρβανίτες δεν έχουν γράμματα; Θα σας το πω. Όταν εμέραζε ο Θεός γράμματα δεν είχε βγει το χαρτί ακόμα, ο καημένος ο Θεός δεν το ήξερε το χαρτί, κι εκείνοι που πήγαν να πάρουν τα γράμματα, τα έπαιρναν σε φύλλα από κουμπρολάχανο και έφευγαν. Οι άλλοι όλοι τα επήγαν καλά στα σπίτια τους τα λαχανόφυλα όπου είχαν τα γράμματα, αλλά ο καημένος ο Αρβανίτης δεν το επήγε το λαχανόφυλο γιατί στο δρόμο εδίψασε και σκύβοντας να πιεί νερό σε μια πηγή άφησε το φύλλο καταγής και μια αγελάδα που έβοσκε εκεί κοντά το μυρίστηκε και όσο να σηκώσει ο Αρβανίτης ο κεφάλι του απ τη βρύση το φύλλο με τα γράμματα ήταν στην κοιλιά της αγελάδας. Έσκουζε ο καημένος ο Αρβανίτης για το κακό που έπαθε και με τα δάκρυα στα μάτια γύρισε πίσω στο παλάτι του Θεού ζητώντας άλλα γράμματα. Αλλά ο Θεός δεν είχε άλλα γράμματα, παρά μόνο τα γύφτικα, που άμα τα είδε ο Αρβανίτης είπε στο Θεό που ήθελε να του τα δώσει. Δεν τα παίρνω Θεέ μου αυτά τα γράμματα χρυσά να τα κάνεις. Και ο Θεός απαντάει, στο ίδιο κλίμα, κι εγώ ήθελα να σου δώσω καλύτερα αλλά δεν έχω άλλα. Αφού είναι έτσι είπε ο Αρβανίτης, ας μείνω και χωρίς γράμματα. Και πώς θα ζήσει η φυλή σου χωρίς γράμματα; του είπε ο Θεός. Με δανεικά απάντησε ο Αρβανίτης, κι έφυγε. Από τότε οι Αρβανίτες ζουν με τα δικά μας γράμματα. Δηλαδή με την ελληνική αλφάβητο.

Έτσι λοιπόν εξηγείται αυτή η πολύ μεγάλης κλίμακος συνύπαρξη Αλβανών και Ελλήνων. Είναι μια συνύπαρξη γόνιμη, αιώνων και πολύ από τους σπουδαίους Έλληνες μας είναι Αρβανίτες, όπως και στην Αλβανία, στην ιστορία της Αλβανίας, σπουδαίοι τους, σπουδαία μέλη της ιστορίας τους είναι ελληνικής καταγωγής. Οι δύο αυτές φυλετικές ομάδες της Βαλκανικής έχουν παράδοση επαφών, λογικό είναι, είμαστε γείτονες και οι μετακινήσεις φέραν τον ένα κοντά στον άλλον.

Μαρία ΕυθυμίουΙστορία  του Νέου Ελληνισμού, 11ος – 18ος αιώνας   

mathesis.cup.gr (σ. 145-150, 162)


Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2018

Οι Βλάχοι


Η λέξη Βλάχος θέλει μία συζήτηση, διότι στη νέα ελληνική γλώσσα χρησιμοποιούμε τη λέξη Βλάχος καταρχήν μειωτικά. Όταν θες να πεις κάποιον ότι δεν έχει τρόπους, ότι είναι αγενής, ότι είναι ωμός, ότι είναι βάρβαρος κάπως ορεσίβιος τον λες Βλάχο, Μπουρτζόβλαχο, Καράβλαχο [...]

Οι Βλάχοι, όμως, είναι μια εθνοτική ομάδα που μιλάει μια, ξεχωριστή γλώσσα, τη βλάχικη γλώσσα. Η βλάχικη γλώσσα είναι λατινογενής, είναι συγγενής με τις άλλες λατινογενείς γλώσσες, όπως είναι η γαλλική γλώσσα, η ιταλική γλώσσα, η ρουμανική γλώσσα. […]

Οι Βλάχοι μέχρι σήμερα υπάρχουν στην Ελλάδα, στην Βουλγαρία, στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Μακεδονία, στην Αλβανία, στην Κροατία, […]

Όμως, εδώ και αιώνες η μεγαλύτερη συγκέντρωση Βλάχων της Βαλκανικής παρατηρείται στην περιοχή της Πίνδου, στον ορεινό κορμό μεταξύ Θεσσαλίας και Ηπείρου. […]

Όταν το ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε το 1830, φυσικά, αυτή η περιοχή δεν ανήκε στο ελληνικό κράτος. Αλλά αργότερα το ελληνικό κράτος επεκτάθηκε και στην δεκαετία του 1880 ενσωματώθηκε η Θεσσαλία … και αργότερα και η Ήπειρος και η Μακεδονία. Έτσι, αυτός ο μεγάλος αριθμός Βλάχων εξακολουθεί να υπάρχει μέσα στα ελληνικά σύνορα και υπάρχουν Έλληνες βλάχικης καταγωγής που το λένε ότι είναι Βλάχοι, είναι γνωστό ότι είναι Βλάχοι. Παραδείγματος χάριν, πριν από 20-30 χρόνια πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας ήταν ο Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας. Ο άνθρωπος αυτός κατάγεται από δύο θρυλικές οικογένειες, μία που αναπτύχθηκε τέλος πάντων με επιγαμίες, η οικογένεια του Μετσόβου των Τοσίτσα και των Αβέρωφ […] Η οικογένεια Αβέρωφ, η οικογένεια Σίνα, η οικογένεια Τοσίτσα, η οικογένεια Στουρνάρα είναι βλάχικες οικογένειες, δηλαδή η καταγωγή τους ήταν από αυτά ορεινά της Πίνδου ή από τη Μοσχόπολη της Μακεδονίας -διότι υπήρχανε σε αρκετά σημεία βλάχικοι πυρήνες- και αλλού, και γνωρίζουμε ότι είναι Βλάχοι. […]

Βυζαντινά κείμενα του 10ου αιώνα του 11ου αιώνα –όχι συχνά- αναφέρουν τη λέξη Βλάχος. Κάτι συνέβη και λέει: «ο Βλάχος αυτός έγινε…». Άρα υπάρχουν Βλάχοι και υπάρχουν βυζαντινά κείμενα που ομιλούν για Βλάχους οδίτες, έχουν τη λέξη Βλάχοι οδίται, δηλαδή από τη λέξη οδός που ταιριάζει στου Βλάχους διότι οι Βλάχοι και στην περίοδο του Βυζαντίου, ως φαίνεται, και στην περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις περιοχές εδώ της Βαλκανικής, κατοικούν κατά κανόνα στα ορεινά, σε ορεινές περιοχές, ψηλά στην Πίνδο, ψηλά στο Βέρμιο. […] στην περιοχή της Ελασσόνας στη Θεσσαλία, στο Περτούλι, στο Μέτσοβο, στο Συρράκο, τους Καλαρρύτες, στο Βόιο, στο Γράμμο, στην Αβδέλα, στο Περιβόλι, στη Σαμαρίνα –είναι ξακουστό βλάχικο χωρίο-, σε λίγα από τα Ζαγοροχώρια, το Ζαγόρι, στη Μοσχόπολη –που σήμερα βρίσκεται στα σύνορα της Αλβανίας-, στον Αυλώνα, στο Δυρράχιο, στον Νυμφαίο, στην περιοχή εκεί στα ορεινά του Ολύμπου και των Πιερίων, στο Λιβάδιο Κοκκινοπηλός, στο Βέρμιο, στο Σέλι έχουμε πυρήνες βλάχικων εγκαταστάσεων. Οι Βλάχοι, λοιπόν, ήταν διάχυτοι κυρίως από τη Λαμία και πάνω, δηλαδή από τη Στερεά Ελλάδα και βορειότερα, αν και υπάρχουν και κατασπασμένες παρουσίες Βλάχων στην Πελοπόννησο –μέσα στην Τουρκοκρατία- και σε σημεία της Στερεάς Ελλάδος, ο κύριος όγκος τους είναι στις περιοχές της Μακεδονίας, της ορεινής Μακεδονίας και της ορεινής Θεσσαλίας.

Οι Βλάχοι είναι κατά κύριο λόγο κτηνοτρόφοι, είναι βιοτέχνες κτηνοτροφικών προϊόντων, δηλαδή υφαίνουν πολύ ωραία και δυνατά μάλλινα υφάσματα, ράβουν μάλλινες κάπες, παράγουν φυσικά τυρί, τυροκομικά, και είναι οδίται με την έννοια ότι σαν κτηνοτρόφοι από τα βουνά, από τα χειμαδιά στα πεδινά και αντιστρόφως και επίσης διότι είναι ξακουστοί μεταφορείς. Οι Βλάχοι, οι βλάχικοι πληθυσμοί, γνώρισαν τα μονοπάτια των βουνών, τους δρόμους των πεδιάδων. Ιστορικά, σε όλη την Τουρκοκρατία έχουμε σαφείς ενδείξεις γι’ αυτό και ορθώς φαίνεται και από το Βυζάντιο και ήταν καραγωγείς, φόρτωναν δηλαδή τα μουλάρια με προϊόντα που κάποιος θα ήθελε να μεταφέρει, Βλάχος θα ήταν ο οδίτης, ο καραγωγέας, ο αγωγιάτης ο οποίος θα ήξερε τους δρόμους, μπορούσε να αντιμετωπίσει ληστές, να φέρει εις πέρας την αποστολή του και να μεταφέρει προϊόντα κάπου για το οποίο και είχε μισθωθεί. Επομένως, οι Βλάχοι έχουν αυτήν την πολλαπλή τους διάσταση.

Οι Βλάχοι μιλούσαν μεν αυτή τη γλώσσα και εξακολουθούν να την μιλούν. […] Αν κανείς επισκεφθεί το Μέτσοβο και βρεθεί σήμερα σε ένα καφενείο που βρίσκονται γέροντες και πίνουν τον καφέ τους και στήσει, έτσι, αυτί θα ακούσει να μιλούν μεταξύ τους βλάχικα- και ακόμη στα ορεινά ακόμη υπάρχει βλαχοφωνία. Βέβαια γνωρίζουν και την ελληνική γλώσσα. Οι άντρες Βλάχοι, συνήθως γνώριζαν και την ελληνική γλώσσα. Οι γυναίκες όχι.

Έχει ενδιαφέρον ότι ο Τοσίτσας, ο Μιχαήλ Τοσίτσας, Βλάχος, κληροδότησε στην πατρίδα του, το Μέτσοβο, ένα σημαντικό ποσό στον 19ο αιώνα στο οποίο αναφέρεται ότι δίδει αυτό το ποσό «προς διάδοσιν του ελληνισμού και εκρίζωσιν της επικρατούσης τοπικής διαλέκτου, της βλαχικής καλουμένης». […] Οι Βλάχοι, σε διάφορες περιοχές κυρίως της Πίνδου κ.λ.π. κατά κύριο λόγο ήταν Γρεκοβλάχοι, όπως λέγεται, δηλαδή ελληνόφωνοι Βλάχοι. Το λέω διότι, μιλούσαν και την ελληνική γλώσσα, διότι υπάρχουν και οι Αρβανιτόβλαχοι, ομάδες δηλαδή Βλάχων οι οποίοι χρησιμοποιούσαν και την αλβανική γλώσσα και βρίσκονταν κατεσπαρμένοι σε διάφορα σημεία της δυτικής Μακεδονίας και προς την περιοχή της σημερινής Αλβανίας και κάποιοι και στην περιοχή της Στερεάς –λιγότεροι. Οι Βλάχοι, λοιπόν, έχουνε αυτές τις δράσεις. Η γλώσσα τους ήταν προφορική, έγινε γραπτή, άρχισε να γίνεται γραπτή στον 18ο αιώνα Γράφουν οι Βλάχοι την γλώσσα τους τα τελευταία 200 χρόνια, στην ουσία, και βέβαια τη γράφουν με λατινικούς χαρακτήρες, αφού είναι λατινογενής. … μας έχουν σωθεί ελάχιστα κείμενά τους που είναι γραμμένα με ελληνικούς χαρακτήρες. Ένα τέτοιο μικροκείμενο στη βλάχικη γλώσσα μάς έχει διασωθεί γραμμένο πάνω σε μία κανάτα από την περιοχή των Καλαρρυτών, πάνω στα Τζουμέρκα:

«Καιλερύτου αμέου, μπιά γίνου κα πι ατέου. Μούλτου σε νού μπιάε, σε νού τε βεμάη. Τρά σε νου τζη φάκε ρέου, τρα σε νου τε μπετου έου. Υναι ουάρε σε μπηάη, σύ ακάσε τζη σε βάι».
«Καλαρρύτινέ μου, πιες κρασί σαν δικό σου. Πολύ μη πιείς, μη ξεχειλίσεις, να μη σου κάνει κακό, να μη σε μεθύσω εγώ. Μια φορά να πιείς και σπίτι να κατευθυνθείς».

Ακόμη ένα κείμενο στη βλάχικη γλώσσα βρίσκεται σε μία εκκλησία στη ζώνη των βλαχοχωριών που ξεκινάει δυτικά των Μετεώρων. Εκεί υπάρχει ένα χωριό που λέγεται Κλεινοβός. Το Κλεινοβό αυτό, πάνω από το υπέρθυρο μιας εκκλησίας του 1789, υπάρχει σε τρεις εκδοχές η ίδια φράση, γραμμένη και στις τρεις εκδοχές με ελληνικό αλφάβητο, η μία γλώσσα είναι η ελληνική του Ευαγγελίου, η άλλη είναι δημοτική ελληνική γλώσσα και η τρίτη είναι βλάχικη γλώσσα:

«Φόβω πρόβαινε την πύλην της εισόδου. Τρόμω λάμβανε των θείων μυστηρίων. Ίνα μη καταφλεχθλής πυρί τω αιωνίω».
«Σκιάζου κ’ έμπαινε μέσα στην εκκλησίας. Τρέμε κ’ έπαιρνε την θείαν κοινωνία. Κόλασσες και φωτιαίς αν θέλης ν’ αποφύγης».
«Ίντρα μπασιαρέκα κου μούλτα πάβριε. Τριαμπούρα λουνταλού ι Μαρία κομνικατούρα. Φώκολου ακσι ση κολασία τρα σκάκη».

Οι βλάχικοι, λοιπόν, αυτοί πληθυσμοί, οι οποίοι κάποτε φαίνεται ότι ήταν πολλοί περισσότεροι διότι στα κείμενα τα βυζαντινά του 12ου και του 13ου αιώνα, η Θεσσαλία, η Ήπειρος και η Μακεδονία, η δυτική Μακεδονία αποκαλούνται Μεγάλη Βλαχία. Ενώ σε άλλο βυζαντινό κείμενο του 11ου αιώνα η περιοχή του Αίμου, δηλαδή της οροσειράς του Αίμου στη Βουλγαρία ονομάζεται Βλάχων παροικία. Ο Βούλγαρος Τσάρος στο 1200 περίπου προσαγορεύει τον εαυτό του «Imperator totius Bulgarie et Blachie», δηλαδή αυτοκράτωρ όλης της Βουλγαρίας και των Βλάχων. Αυτό σημαίνει ότι οι Βλάχοι κάποτε ήταν περισσότεροι σε διάφορες ζώνες, όμως σταδιακά έμειναν εκεί στα ορεινά της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας.

Τους έχουμε μέσα στον κορμό μας, είναι θερμοί Έλληνες πολλοί εξ αυτών, […] έχτισαν –όπως λένε οι ίδιοι- την νέα Ελλάδα, διότι πλούσιοι Βλάχοι της διασποράς που είχαν κάνει περιουσία στη Βιέννη, στη Ρουμανία, στην Αίγυπτο κλπ. όταν δημιουργήθηκε το ελληνικό κράτος, παρότι αυτοί βρίσκονταν αλλού, πολύ μακριά από τα ελληνικά σύνορα –σας θυμίζω ότι το ελληνικό κράτος ήταν κάτω από την/κοντά στη γραμμή της Λαμίας- οι ίδιοι ζούσαν στη Βιέννη ή αλλού, έστειλαν τεράστια ποσά στη νέα Ελλάδα και δημιουργήθηκαν κτίρια τα οποία είναι μέχρι σήμερα εμβληματικά στην πρωτεύουσα, δηλαδή στην Αθήνα. Το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, λέγεται Μετσόβιο διότι γι’ αυτό έδωσαν χρήματα ο Στουρνάρης, ο Αβέρωφ, αυτές οι μεγάλες οικογένειες. Το αστεροσκοπείο των Αθηνών είναι δωρεά Βλάχων. Φυλακές, νοσοκομεία, σχολεία, –ο Τοσίτσας ήταν Βλάχος- η Ακαδημία Αθηνών, το Πανεπιστήμιο Αθηνών εν πολλοίς χτίστηκαν από χρήματα Βλάχων.

Οι Βλάχοι, λοιπόν, είναι παρόντες στη σημερινή Ελλάδα, είναι Έλληνες, αισθάνονται Έλληνες όμως μιλούν –πολλοί από αυτούς- όταν πάνε στο χωριό τους με τη γιαγιά και τον παππού μία άλλη γλώσσα, βλάχικα. Γνωρίζουν παραλλήλως και την ελληνική και ζουν και δρουν σαν Έλληνες. Το ίδιο, προφανώς, γίνεται και με τους Βλάχους της Βουλγαρίας, της Σερβίας που έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα και δημιουργήθηκαν τα εθνικά κράτη.

Μαρία ΕυθυμίουΙστορία  του Νέου Ελληνισμού, 11ος – 18ος αιώνας   

mathesis.cup.gr (σ. 145-150)


Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018

Η πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης


Το 1185 ανεβαίνει στην εξουσία στο Βυζάντιο μία δυναστεία η οποία θεωρείται η δυναστεία η οποία συνεπέφερε τα μεγαλύτερα δεινά στην αυτοκρατορία, μια δυναστεία ατόμων που το μόνο που τελικά πέτυχαν ήταν να βαθύνουν την παρακμή και την κρίση. Είναι η δυναστεία των Αγγέλων. Στη διάρκεια της δυναστείας αυτής, η οποία θα λήξει φυσικά φαίνεται ήδη, και μπορείτε να το φανταστείτε με ποια χρονολογία τη χρονολογία 1204, που είναι η χρονολογία της πτώσης της Κωνσταντινούπολης, η πρώτη κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους, δηλαδή τους σταυροφόρους της 4ης Σταυροφορίας,...

Στη διάρκεια της δυναστείας των Αγγέλων θα συμβούν γεγονότα τα οποία είναι κορυφαία. Ανάμεσα σε αυτά είναι η ανάκαμψη της δύναμης των Βουλγάρων, η δημιουργία του μεγάλου βουλγαρικού βασιλείου, και είναι τα γεγονότα της 4ης Σταυροφορίας, που μας ενδιαφέρουν εξαιρετικά. Τι συνέβη εκεί γύρω στο 1203: Ήδη στις αρχές του 1200 ετοιμαζόταν μία νέα σταυροφορία.

Οι σταυροφορίες μετά την 1η, δεν ήταν πια τόσο πεζές, και σταδιακά έγιναν σταυροφορίες των οποίων η δύναμη μεταφερόταν με ναυτικό τρόπο, με τα πλοία, από την Ιταλία συνήθως, ή από περιοχές της Γαλλίας, ή κάπου από περιοχές της Μεσογείου, προς τους Αγίους Τόπους, που βρίσκονται στην ανατολική Μεσόγειο. Αυτή τη φορά, σε αυτή την 4η Σταυροφορία, όταν ξεκινούν οι ετοιμασίες της, η Βενετία, εκεί γύρω στο 1200, είναι πια μια πολύ μεγάλη δύναμη, μια σπουδαία πόλη, η οποία έχει εμπορικά δίκτυα σε όλη την ανατολική Μεσόγειο, πλούτο μέσα στην πόλη της, και βρίσκεται σε πραγματική άνοδο. Μάλιστα παίζει μεγάλο ρόλο και στις σταυροφορίες, διότι με τα πλοία της είναι σε θέση να μεταφέρει χιλιάδες στρατιωτών, και ο Πάπας είναι σε στενή επαφή με τους Βενετούς γι’ αυτές του τις ανάγκες, της ανάγκες μεταφοράς, αλλά και οι Βενετοί μετέχουν και στις διαδικασίες των σταυροφοριών. Βέβαια οι Βενετοί ήταν πάντοτε εξαιρετικοί στις οικονομικές τους πλευρές, και μπορεί να ήταν Χριστιανοί, και βέβαια είχαν μια δύσκολη σχέση με τον Πάπα, είχαν φυσικά σχέση με τον Πάπα, όμως, όπως έλεγαν: «Siamo primo Veneziani e dopo Cristiani». Δηλαδή «πρώτα είμαστε Βενετοί και έπειτα Χριστιανοί». Που σήμαινε: πρώτα τα συμφέροντα της Βενετίας και εννοούσαν τα εμπορικά και οικονομικά συμφέροντα και, μην τρελαθούμε, έπειτα είναι το Χριστιανικό σκέλος. Ήταν πραγματιστές. Βέβαια είχαν μεγάλες σχέσεις με τον Πάπα, δύσκολες σχέσεις, όπως σας είπα. Γιατί τα λέω όλα αυτά: Διότι εκεί, στην προετοιμασία της 4ης Σταυροφορίας, οι Βενετοί παίζουν μεγάλο ρόλο, τα πλοία τους χρησιμοποιούνται, Γερμανοί (Φράγκοι δηλαδή) κατεβαίνουν για τη σταυροφορία ένοπλοι απ’ όλες τις πλευρές, Γάλλοι, Ισπανοί κλπ., και όλοι αυτοί ετοιμάζονται να περάσουν στους Αγίους Τόπους, όταν συμβαίνει ένα γεγονός.

Μέσα στη δυναστεία των Αγγέλων-, έχει ξεκινήσει αυτή η Σταυροφορία όταν η δυναστεία των Αγγέλων έχει μεγάλα εσωτερικά προβλήματα. Στο Βυζάντιο, όπως και σε όλες τις αυτοκρατορίες δηλαδή, είναι σχήματα μεγάλα, κεντρικά διοικούμενα, υπάρχουν πάντοτε στις αυτοκρατορίες δυναστικές διαμάχες. Κυρίως προέρχονται από εσωτερικά θέματα, δηλαδή ένας συγγενής θεωρεί ότι αυτός θα’ πρεπε να ‘ναι αυτοκράτορας και όχι ο αδελφός του ή ο ξάδελφός του ή ο θείος του, προσπαθεί, δημιουργεί μια συμμαχία με κάποιους άλλους, δηλαδή μια συνωμοσία για την ανατροπή, να πάρει εκείνος, ή κάποιος άλλος φιλόδοξος προσπαθεί να παντρευτεί κόρη του αυτοκράτορα για να μπει εκείνος στη δυναστεία, να πάρει την εξουσία κλπ. Αυτά είναι μέσα στα ανθρώπινα δυστυχώς, και ήταν αρκετά διαδεδομένα σε όλο τον κόσμο. Στο Βυζάντιο αυτή την εποχή-, πάντα τα είχε, αλλά αυτή την εποχή της δυναστείας των Αγγέλων τα πράγματα έχουν πάρει βαριά τροπή, που αδυνατίζουν ακόμη περισσότερο το Βυζάντιο. Αυτοκράτορας εκεί κοντά στη χρονολογία αυτή είναι ο Άγγελος Δ’, του οποίου όμως η εξουσία αμφισβητείται από συγγενείς του. Ένας από αυτούς, Άγγελος κι αυτός στο όνομα, μαθαίνοντας ότι είναι σε εξέλιξη μία ακόμη σταυροφορία που θα διασχίσει τα ύδατα της ανατολικής Μεσογείου, άρα θα βρεθεί σε “χορικά ύδατα” θα λέγαμε σήμερα του Βυζαντίου για να φτάσει στους Αγίους Τόπους, σκέφτεται να απευθυνθεί στους σταυροφόρους και να τους ζητήσει να έλθουν στην Κωνσταντινούπολη, να ανατρέψουν τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, να τοποθετήσουν τον ίδιο αυτοκράτορα, και τους υποσχόταν μία μεγάλη χρηματική αμοιβή και ένωση των Εκκλησιών. Οι Σταυροφόροι, και ο Πάπας και οι Βενετοί, θεώρησαν πολύ δελεαστικές αυτές τις προτάσεις. Διότι μία Σταυροφορία είναι ακριβό πράγμα, είναι ένας πόλεμος, σου χρειάζονται χρήματα. Η ένωση των Εκκλησιών είναι πολύ σημαντικό πράγμα. ... τελικά κάνουν τις κινήσεις τους, έρχονται στην Κωνσταντινούπολη, και μετά από περιπετειώδεις εξελίξεις ανατρέπουν τον Άγγελο Δ’ και μπαίνει στη θέση του ο Άγγελος Ε’. Αυτός ο οποίος δηλαδή είχε προκαλέσει την επέμβαση των δυτικών δυνάμεων. Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1204 έγινε με έναν παράξενο τρόπο, διότι εν πολλοίς οι Δυτικοί βρέθηκαν μέσα στην Κωνσταντινούπολη. Βέβαια έγινε και με άμυνα, από την πλευρά του Αγγέλου Δ’ έγιναν μάχες στα κάστρα, σε διάφορα σημεία, αλλά καθώς η πρόσκληση ήταν από το εσωτερικό, η κατάληψη του 1204 ήταν σχετικά εύκολη για τους Δυτικούς, και η ανατροπή της σειράς της δυναστείας να γίνει με άνεση.

Όμως ο Άγγελος Ε’ (αυτός ο οποίος πήρε την εξουσία με τον τρόπο που περιγράψαμε) είχε υποσχεθεί πολλά στους σταυροφόρους, τα οποία και δεν ήταν σε θέση να τηρήσει. Δηλαδή τα χρήματα που τους είχε υποσχεθεί δεν υπήρχαν στο δημόσιο ταμείο, άνοιξε το ταμείο και είδε ότι ήταν μείον. Άρχισε να ψάχνει να βρει τρόπους για να ανταμείψει τους σταυροφόρους, αλλά δεν τους έβρισκε. Άρχισε τις υπεκφυγές, προσπαθούσε να αποτρέψει τις εξελίξεις, οι Σταυροφόροι άρχισαν να γίνονται ανήσυχοι, περίμεναν γρήγορα τα υπεσχεθέντα και τις εσωτερικές διαδικασίες, τις συνομιλίες για την ένωση των Εκκλησιών, όλα αυτά τα περίμεναν. Τίποτα από αυτά δεν γίνεται. Καθώς λοιπόν κωλυσιεργούσε η Βυζαντινή   πλευρά, οι σταυροφόροι έστειλαν τελεσίγραφο: «Ή εκπληρώνετε όσα μας υποσχεθήκατε, ή θα τα πάρουμε μόνοι μας». Με αποτέλεσμα φυσικά τελικά, αφού η Βυζαντινή πλευρά δεν μπορούσε, δεν κάλυπτε αυτά τα οποία είχε υποσχεθεί, να επιτεθούν πια σαν λεηλάτες στην Κωνσταντινούπολη και να λεηλατήσουν το παν.

Η Κωνσταντινούπολη το 1204 ήταν μία πόλη θαυμαστή. Σαν την Κωνσταντινούπολη το 1204 δεν υπήρχε πόλη στην Ευρώπη, ... Καμία πόλη στη γη δεν έχει τη θέση της Κωνσταντινούπολης, καμία πόλη στη γη δεν γεφυρώνει δύο ηπείρους και δύο θάλασσες, καμία πόλη στη γη! Είναι η πιο προνομιούχος πόλη στον κόσμο η Κωνσταντινούπολη. Και είχε συμβεί να είναι και η πρωτεύουσα μιας πολύ σπουδαίας αυτοκρατορίας, της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δηλαδή του Βυζαντίου, και στη συνέχεια να έχει την εξέλιξη που ξέρουμε, δηλαδή να γίνει και η πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είχε 500.000 περίπου πληθυσμό, μαζί με τους στρατιώτες, τη φύλαξη κλπ. Μόνο το Πεκίνο, η Τσαγκάν, το Τόκιο μπορούσε ν’ αναμετρηθεί μαζί της σε διάφορες περιόδους. Ήταν μια τεράστια πόλη, την εποχή που το Λονδίνο και το Παρίσι ήταν λασπουπόλεις των ελάχιστων κατοίκων, η Κωνσταντινούπολη ήταν πέραν πάσης περιγραφής. Όταν είχαν έρθει οι πρώτοι σταυροφόροι, όταν πέρασαν οι πρώτοι σταυροφόροι από την Κωνσταντινούπολη, και απ’ όλη βέβαια τη Βυζαντινή   Αυτοκρατορία, Γερμανοί, Ισπανοί, Άγγλοι, Γάλλοι, έμειναν άναυδοι. ...

Και η λεηλασία της Κωνσταντινούπολης το 1204 έχει μείνει στην ιστορία. Σε ένα αγαπημένο μου βοήθημα [...], «Atlas of World History», [...] όταν μας μιλά για την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1204 γράφει: «1204. Κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Το μίσος των Λατίνων για τους Έλληνες βρήκε έκφραση σε βαρβαρικές ωμότητες. Πρόκειται για την πιο εκτεταμένη λεηλασία μνημείων, έργων τέχνης και άλλων σπουδαίων ακριβών, πολύτιμων αντικειμένων όλου του μεσαιωνικού κόσμου»...

Το 1204 λοιπόν καταλαμβάνεται η Κωνσταντινούπολη και αυτή είναι η κομβική χρονολογία για τις εξελίξεις των πραγμάτων, όχι μόνο λόγω της λεηλασίας, αλλά διότι αυτή η χρονολογία θα ετοιμάσει την επόμενη κομβική χρονολογία, δηλαδή το 1453, ...

Η επίθεση αυτή συνοδεύτηκε και με τον έλεγχο κεντρικότατων σπουδαίων εδαφών του Βυζαντίου, εδαφών που ήταν σημαντικότατα για τον έλεγχο της ανατολικής Μεσογείου, τόσο τον  πολιτικό όσο και τον εμπορικό, για τις διάφορες δυνάμεις που συμμετείχαν σε αυτή την 4η Σταυροφορία. Σε αυτές τις δυνάμεις περιλαμβάνονταν Γερμανοί ευγενείς και φεουδάρχες, Γάλλοι ευγενείς και φεουδάρχες, Ισπανοί, και φυσικά Βενετοί. Αυτοί μοίρασαν, αυτές οι διάφορες οικογένειες, τα τμήματα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τη Μικρά Ασία και δυτικότερα, δηλαδή το δυτικότερο κομμάτι της Μικράς Ασίας, που βρίσκεται κοντά προς την Κωνσταντινούπολη, τη Θράκη, τμήματα της Μακεδονίας, της Στερεάς Ελλάδος, την Πελοπόννησο, την Κύπρο, την Κρήτη, τα Επτάνησα και τα νησιά του Αιγαίου. Έκτοτε αυτές οι περιοχές, και για μεγάλο διάστημα, θα μείνουν “υπό λατινικό έλεγχο” όπως λέμε. Ξεκινά δηλαδή για την ελληνική ιστορία, την ιστορία της ανατολικής Μεσογείου και φυσικά στο βαθμό που μας αφορά και την ελληνική ιστορία, η μακρά μας επαφή ως Έλληνες με τη δυτική πλευρά, τη δυτικοευρωπαϊκή πλευρά. Δεν είναι καινούρια, είχαμε επαφές μαζί τους, και θρησκευτικές και οικονομικές σας θυμίζω τα προνόμια κλπ. , όμως τώρα για πρώτη φορά οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι της ανατολικής Μεσογείου βρίσκονται υπό πολιτική εξουσία Δυτικών. Οι Δυτικοί πλέον έχουν γίνει κυρίαρχοι πολιτικά στην περιοχή.

Πολλές φορές στην ελληνική ιστορία παρότι τα πράγματα γράφονται, δεν είναι ότι δεν γράφονται στη μέση συνείδηση του Έλληνα, του σημερινού Έλληνα, η πτώση του Βυζαντίου συνδέεται με τους Οθωμανούς. Δηλαδή, αν ρωτήσει κανείς έναν μέσο Έλληνα: «Έπεσε το Βυζάντιο. Ποιος ακολούθησε;» θα απαντήσουμε νομίζω οι περισσότεροι από μας: «Οι Οθωμανοί». Η τουρκοκρατία δηλαδή. Ενώ μεσολάβησε η φραγκοκρατία, η λατινοκρατία, και μάλιστα για κάποιες περιοχές η λατινοκρατία ήταν μακρύτερη από την τουρκοκρατία. Διότι λέμε γενικά ότι η τουρκοκρατία διήρκησε από το 1453 έως το 1821. Αυτό ισχύει και δεν ισχύει, διότι για πολλές περιοχές η τουρκοκρατία ξεκίνησε πολύ ενωρίτερα, και 100 και 150 χρόνια νωρίτερα από το 1453, επομένως αυτές μετρούν. Και δεν απελευθερώθηκαν από τους Τούρκους το 1821, ένα πολύ μικρό κομμάτι του Ελληνισμού απελευθερώθηκε το 1821. […] για παράδειγμα η Κρήτη παρέμεινε υπό βενετικό έλεγχο από περίπου το 1204 έως περίπου το 1669, δηλαδή για 460-τόσα χρόνια. Οι Οθωμανοί κατέλαβαν οριστικά τη μεγαλόνησο το 1669 και την έχασαν το 1912. […]

Μαρία Ευθυμίου, Ιστορία  του Νέου Ελληνισμού, 11ος – 18ος αιώνας   

mathesis.cup.gr (σ. 37-44)

Κυριακή 13 Μαΐου 2018

Εισαγωγή στο μακεδονικό ζήτημα


Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του δέκατου ενάτου αιώνα κανένα ζήτημα δεν κυριάρχησε στις εξωτερικές σχέσεις των Βαλκανίων όσο το Μακεδονικό. Είναι αδύνατον να οροθετηθεί με ακρίβεια η περιοχή η οποία αναφέρεται στη νεότερη εποχή ως Μακεδονία. Κατά την τουρκοκρατία δεν αποτελούσε ενιαία διοικητική περιφέρεια, αλλά αποτελούνταν από τρία βιλαέτια: της Θεσσαλονίκης, του Μοναστηρίου και του Κοσυφοπεδίου. Δύσκολη είναι και η οριοθέτησή των γεωγραφικών συνόρων της, καθώς δεν υπάρχουν τοπογραφικά χαρακτηριστικά που να δημιουργούν μια συνεκτική ενότητα χώρου. Θα μπορούσαμε […] να ορίσουμε γεωγραφικά τη Μακεδονία ως το έδαφος που οριοθετείτε από τις λίμνες Οχρίδα και Πρέσπες στα δυτικά, τις οροσειρές του Σκάδρου, της Ρίλας και Ροδόπης και της Τσέρνα Γκόρα στα Βόρεια, τον ποταμό Νέστο (Μέτσα) στα ανατολικά και την οροσειρά της Πίνδου, το όρος Όλυμπος και το Αιγαίο πέλαγος στα νότια. […]

Δεν υπήρχε εκεί μια μοναδική ή εθνοτική ομάδα, η κατανομή της οποίας θα μπορούσε να χρησιμεύσει ώστε μια συγκεκριμένη περιοχή να οροθετηθεί ως Μακεδονία. Επί αιώνες η περιοχή ήταν πατρίδα Εβραίων, μουσουλμάνων και ορθοδόξων χριστιανών, και μιλούσαν σεφαρδίτικα, ελληνικά, σερβικά και ρουμανικά. Ήταν τόσο πολλές και διαφορετικές οι ομάδες οι οποίες ζούσαν στη Μακεδονία, ώστε τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη, και ειδικότερα στη Γαλλία, επινοήθηκε ο όρος «μακεδονία» («macedoine») ο οποίος περιέγραφε μια σαλάτα με πολλά και διάφορα λαχανικά ή φρούτα.

Εκείνο που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι ότι η περιοχή, όσο ασαφώς και κι αν ορίζεται, είναι από τις σημαντικότερες των Βαλκανίων. Η Μακεδονία περιλαμβάνει κάποιες από τις πλουσιότερες καλλιεργήσιμες γαίες σε μια περιοχή του κόσμου όπου τα αρόσιμα εδάφη σπανίζουν. Γεωγραφικά, είναι η νότια πύλη των Βαλκανίων και κατά συνέπεια της κεντρικής Ευρώπης. Βρίσκεται επίσης στο σταυροδρόμι των βασικότερων χερσαίων δικτύων μεταφορών που συνδέουν την Ασία με την Ευρώπη. Στην περιοχή ανήκε ένα από τα σπουδαιότερα εμπορικά και μεταποιητικά κέντρα της Ανατολικής Μεσογείου, η Θεσσαλονίκη. […] Από την αρχαιότητα ως σήμερα η Μακεδονία αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου.

Κατά τον απελευθερωτικό αγώνα του 1821, μερικοί Έλληνες ηγέτες ήλπιζαν βαθιά ότι όταν θα κέρδιζαν τον πόλεμο, στον πυρήνα του νέου κράτους θα βρισκόταν η Μακεδονία και πρωτεύουσα θα ήταν η Κωνσταντινούπολη ή, αν δεν απελευθερωνόταν η Κωνσταντινούπολη, την τιμή αυτή θα είχε η Θεσσαλονίκη. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Παρότι πολλοί κάτοικοι της περιοχής έλαβαν μέρος στην επανάσταση, στο τέλος του πολέμου δεν υπήρχαν σοβαρές πιθανότητες να συμπεριληφθεί η Μακεδονία στη Συμφωνία. Στα μέσα του αιώνα υπήρξαν περίοδοι ταραχών, συνήθως άμεσα συνδεδεμένων με τη δράση Ελλήνων ληστών στη μεθόριο Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά καμιά δεν αποτέλεσε σοβαρή απειλή για την οθωμανική επικυριαρχία στην περιοχή.

Παρ’ όλα αυτά, υπήρξαν κάποιες σημαντικές εξελίξεις στη διάρκεια αυτής της περιόδου. Η πρώτη ήταν η επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης της Θεσσαλονίκης. Η πόλη μεγάλωσε θεαματικά σε μέγεθος, ο όγκος της εμπορικής κίνησης μέσω του λιμανιού της αυξήθηκε πολύ και ξεκίνησε η εκβιομηχάνιση. Η δεύτερη ήταν η αυξημένη μετανάστευση στην περιοχή Ελλήνων από το Βασίλειο. Κάποιοι από αυτούς ήταν αγρότες που αναζητούσαν χωράφια να καλλιεργήσουν και άλλοι ήταν άτακτοι που αναζητούσαν λάφυρα. Σχεδόν όλοι τους ήταν δια ποτισμένοι με το πνεύμα του ελληνικού αλυτρωτισμού. Η ένταση ανάμεσα στους ελληνόφωνους και τους σλαβόφωνους κλιμακώθηκε. Μια σοβαρή συνέπεια ήταν τα πολυάριθμα αιτήματα των ηγετών της σλαβικής κοινότητας προς τον Πατριάρχη και την Υψηλή Πύλη να τους δοθεί άδεια να χρησιμοποιούν στην Εκκλησία τη Βουλγαρική γλώσσα. Τα αιτήματα αυτά αποκρούονταν ως το 1870. Το έτος αυτό, ένα φιρμάνι του σουλτάνου ίδρυε Βουλγαρική Εκκλησία, την οποία ονόμαζε Εξαρχία, και προέβλεπε επιπλέον ότι η ιεραρχία της Εξαρχίας μπορούσε να ιδρύει εκκλησίες σε οποιανδήποτε κοινότητα στην οποία τα δύο τρίτα των κατοίκων εξέφραζαν πίστη στον νέο θεσμό. Μαζί με τις νέες εκκλησίες, ασφαλώς θα έρχονταν νέα βουλγαρόφωνα σχολεία. Πολύ σύντομα, το Ορθόδοξο Πατριαρχείο απάντησε κηρύττοντας σχισματική τη νέα Εκκλησία. Έτσι ανάμεσα στην Εξαρχία, στο Πατριαρχείο και, σε κάποιες περιοχές στη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία ξεκίνησε ένας πόλεμος για την καρδιά και τον νου των Μακεδόνων ορθοδόξων. Σε όλη την περιοχή οι άνθρωποι αναγκάζονταν να επιλέγουν κάποια από τις αντίπαλες Εκκλησίες και μέσα από αυτή την επιλογή τους άρχισαν να αποκτούν μια συγκεκριμένη εθνοτική ταυτότητα. Πολύ γρήγορα το διακύβευμα αυτής της επιλογής έγινε πολύ μεγαλύτερο.

Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877-78 […] είχε πολύ ευρύτερη σημασία η οποία υπερέβαινε το θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων. Μαζικές εξεγέρσεις ξέσπασαν επίσης στη Σερβία, τη Βουλγαρία και τη Μακεδονία. Η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, που όχι απλώς ίδρυε την αυτόνομη ηγεμονία της Βουλγαρίας αλλά επιπλέον, της παραχωρούσε τη μερίδα του λέοντος από τη Μακεδονία, συνετάραξε τον ελληνικό κόσμο. Η αναθεωρημένη συμφωνία που επιβλήθηκε με τη μεταγενέστερη Συνθήκη του Βερολίνου επανάφερε το μεγαλύτερο μέρος της νότιας Μακεδονίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Συνέβαλε όμως και στην κλιμάκωση των εχθροπραξιών ανάμεσα στα αντίπαλα χριστιανικά κινήματα.

Ο Παύλος Μελάς, επιφανής Έλληνας εθνικιστής που έχασε τη ζωή του πολεμώντας στη Μακεδονία, συμπύκνωνε τα αισθήματα πολλών συμπατριωτών του όταν δήλωνε ότι η Μακεδονία ήταν ο πνεύμονας του σώματος του ελληνικού έθνους: χωρίς αυτήν ο ελληνισμός θα εξέπνεε. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες του 19ου αιώνα σκληρές εχθροπραξίες ξέσπασαν ανάμεσα σε ομάδες ανταρτών, όπως η Ελληνική Εθνική Εταιρία, και στις φιλο βουλγαρικές και αυτονομιστικές μακεδονικές ομάδες, όπως η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ). Σε έναν αγώνα για την κουλτούρα, τη γλώσσα και την ταυτότητα, η κάθε πλευρά προσπαθούσε να «εξελληνίσει» ή να «εκσλαβίσει» τους κατοίκους της περιοχής. Επιχείρησαν να εξασφαλίσουν όσο το δυνατόν περισσότερες περιοχές στις οποίες να μπορούν να ισχυριστούν ότι η ομάδα τους κυριαρχούσε αριθμητικά. Ο σκοπός τους ήταν στη συνέχεια να παρουσιάσουν χάρτες που να δείχνουν την κατανομή εθνοτικών ομάδων στον χώρο, κάτι που θα ενίσχυε τις αξιώσεις της κάθε πλευράς για την περιοχή.

Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι η διαδικασία της διαμόρφωσης ταυτότητας στη Μακεδονία ήταν περίπλοκη και η επιλογή μιας από τις ανταγωνιζόμενες μεταξύ τους ταυτότητες εξαρτιόταν από μια σειρά παραγόντων. Δεδομένης της έντασης των συναισθημάτων που συνόδευαν τον αγώνα αυτό, δεν είναι παράξενο που συχνά ξέσπαγαν βιαιότητες. Οι ανοιχτές συμπλοκές ανάμεσα στις αντίπαλες ομάδες εξαπλώνονταν όλο και περισσότερο και μετά από το 1897 οι βιαιοπραγίες σε βάρος των τοπικών κοινοτήτων γίνονταν όλο και πιο αποτρόπαιες.

Ο ολέθριος πόλεμος του ελληνικού βασιλείου κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η ευμετάβλητη στάση των μεγάλων δυνάμεων στην εξωτερική πολιτική άνοιξαν μια ευκαιρία στις φιλοβουλγαρικές και τις αυτονομιστικές ομάδες της Μακεδονίας, οι οποίες σύντομα την άδραξαν. Η ΕΜΕΟ και οι εξαρχικές ομάδες ενέτειναν τις προσπάθειές τους να κερδίσει η δική τους πλευρά όλες τις περιοχές. Μόλις διορίστηκε Μητροπολίτης Καστοριάς το 1900, ο Γερμανός Καραβαγγέλης ηγήθηκε των προσπαθειών του Πατριαρχείου να ανακόψει την αντίπαλη πλευρά. Η κατάσταση στην περιοχή ωστόσο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μια απλή σύγκρουση μεταξύ πατριαρχικών και εξαρχικών. Υπήρχαν εσωτερικές διαφωνίες στις εξαρχικές ομάδες για το κατά πόσο η Μακεδονία θα έπρεπε να είναι αυτόνομη ή να προσαρτηθεί στη Βουλγαρία, και ο διχασμός αυτός ενίοτε γινόταν ανοιχτή σύγκρουση. Από την άλλη, κάποιοι πατριαρχικοί θεμελίωναν το όραμα τους σε αντιλήψεις που προέρχονταν από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, ενώ άλλοι ασπάζονταν μια θεώρηση που προέρχονταν από την Αθήνα. Εξεγέρθηκαν και αλβανικές εθνικιστικές ομάδες, η δράση των οποίων περιέπλεξε ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Οι τελικοί παίχτες ασφαλώς ήταν οι αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η σύγκρουση ήταν πολύπλευρη και οι συμπλοκές, κατεξοχήν ανάμεσα σε ομάδες ανταρτών, ήταν άγριες. Οι συγκρούσεις εξαπλώθηκαν και εντάθηκαν ακόμα περισσότερο μετά την εξέγερση του Ίλιντεν (Προφήτη Ηλία) στις 20 Ιουλίου/2 Αυγούστου 1903, την οποία οργάνωσε η ΕΜΕΟ και η οποία επικεντρώθηκε στο Μοναστήρι, πόλη της Δυτικής Μακεδονίας. […] Έπειτα από συμπλοκές δυο μηνών, καταπνίγηκε βίαια από τον οθωμανικό στρατό με τη βοήθεια και κάποιων ελληνικών πατριαρχικών ομάδων.  

Ωθούμενες από τον φόβο μιας ευρύτερης βαλκανικής σύρραξης και την απέχθεια που προκάλεσαν οι φρικαλεότητες της εξέγερσης του Ίλιντεν, η Αυστρία και η Ρωσία έπεισαν και τις άλλες μεγάλες δυνάμεις ότι ήταν ανάγκη να επέμβουν. Έπειτα από μια συνεδρίαση τον Οκτώβριο του 1903, επέβαλαν στην απρόθυμη Υψηλή Πύλη μια σειρά από μεταρρυθμιστικά μέτρα, γνωστά ως το Πρόγραμμα (ή η συμφωνία) της Μυρστέγης. Ορισμένοι από τους πιο σημαντικούς όρους ήταν: […] η επαναχάραξη των διοικητικών συνόρων, ώστε να δημιουργηθούν περιφέρειες με όσο το πιο δυνατόν πιο ομοιογενή εθνοτική σύνδεση πληθυσμού.

Σε μια Ελλάδα έντρομη από την καταστροφή του 1897, η σύγκρουση στη Μακεδονία, ιδίως μετά το 1903, αποτέλεσε πηγή εθνικής ελπίδας. Οι Έλληνες, όπως και άλλοι, παρερμήνευσαν τη διοικητική μεταρρύθμιση του Προγράμματος της Μυρστέγης θεωρώντας τη σημάδι ότι οι μεγάλες δυνάμεις θα υποστήριζαν τη διαίρεση της Μακεδονίας κατά μήκος εθνοτικών γραμμών και ότι αυτή η κίνηση δεν ήταν παρά το προοίμιο για την ενσωμάτωση αυτών των περιφερειών στο αντίστοιχο εθνικό κράτος. Όλο και περισσότερα χρήματα και εθελοντές άρχισαν να ρέουν στη Μακεδονία. Παρά τις διαβεβαιώσεις προς τις μεγάλες δυνάμεις ότι δεν ευθύνονταν για την κλιμάκωση της σύγκρουσης, η ελληνική κυβέρνηση ήταν σαφώς μπλεγμένη. Ακόλουθοι και προξενικοί υπάλληλοι της ελληνικής πρεσβείας στη Θεσσαλονίκη έπαιξαν καίριο ρόλο στην καθοδήγηση των δράσεων των ελληνικών ομάδων. Οι Έλληνες αξιωματικοί και πολεμιστές που σκοτώθηκαν στις συμπλοκές, όπως ο Παύλος Μελάς, ανακηρύχθηκαν εθνικοί ήρωες. Σε μια εποχή εθνικής κατήφειας, ο «Μακεδονικός Αγώνας» προσέφερε ένα πυρήνα εθνικής ενότητας και εθνικού σκοπού. Όταν όμως το 1908 το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος», με επικεφαλής μια ομάδα που έγινε γνωστή ως Νεότουρκοι, οργάνωσε «επανάσταση» στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και εγκαινίασε μια περίοδο μεταρρυθμίσεων, η σύγκρουση στη Μακεδονία υποχώρησε και το ελληνικό όνειρο για την εκπλήρωση της Μεγάλης Ιδέας στη Μακεδονία διαλύθηκε -προσωρινά τουλάχιστον. […]

Η κατανόηση της εξωτερικής πολιτικής ενός κράτους σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο είναι πάντα δύσκολη και απαιτεί απλοποίηση της σύνθετης πραγματικότητας. Στην περίπτωση της Ελλάδας του 19ου αιώνα, η Μεγάλη Ιδέα αποτέλεσε ένα είδος ιδεολογικού πυρήνα που σιωπηρά ή ρητά διαμόρφωνε τις αποφάσεις της εξωτερικής πολιτικής. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, για παράδειγμα, δεν μπορούσαν να εξομαλυνθούν όσο η Ελλάδα εξακολουθούσε να αξιώνει ως δικά της οθωμανικά εδάφη. Το ζήτημα αυτό επισκίασε κάθε πτυχή αλληλεπίδρασης μεταξύ των δυο κρατών – πολιτική, διπλωματική και οικονομική. Μια ακόμα διάσταση στην περίπλοκη κατάσταση πρόσθεσαν οι αυξανόμενες εντάσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και στα άλλα βαλκανικά κράτη με αποσχιστικές τάσεις, ιδίως με τη Σερβία και τη Βουλγαρία. Καθένα από αυτά είχε το δικό του αλυτρωτικό όραμα και τη δική του Μεγάλη Ιδέα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις και τα τρία διεκδικούσαν τα ίδια εδάφη για τον δικό τους εθνικό χώρο. Οι αλυτρωτισμοί των βαλκανικών κρατών συγκρούονταν μεταξύ τους και, όπως ήταν φυσικό, όλοι είχαν να αντιμετωπίσουν τη σφοδρή αντίδραση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον εδαφικό διαμελισμό της. Οι συνθήκες αυτές δημιούργησαν στα Βαλκάνια μια μπαρουταποθήκη με παγκόσμιες συνέπειες. Οι αυτοκρατορικές φιλοδοξίες της Ρωσίας, της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας, της Αυστρίας και της Γερμανίας μετά το 1878 στράφηκαν στα Βαλκάνια. Οι σχέσεις της Ελλάδας με τις διάφορες μεγάλες δυνάμεις παλινδρομούσαν ανάλογα με τις ανάγκες ου υπαγόρευε η Μεγάλη Ιδέα. Κανένα ζήτημα δεν άσκησε ποτέ τόσο μεγάλη επιρροή στην ανάπτυξη του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας στη διάρκεια του 19ου αιώνα.

Thomas W. Gallant, ΝΕΟΤΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ

Εκδόσεις Πεδίο, τόμος Β΄, 2017 (σελ. 185-192).

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

Το ναυάγιο της Μεγάλης Ιδέας

Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης*

Οποιαδήποτε απόπειρα να σταθμιστεί ιστορικά η παρουσία του Ελευθερίου Βενιζέλου στην ελληνική πολιτική ζωή του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα οδηγείται αναπόφευκτα από την ίδια τη φορά των αναλύσεων σε αναμέτρηση με το ζήτημα του χειρισμού της Μεγάλης Ιδέας από τον Κρητικό ηγέτη. Το πράγμα δεν είναι παράδοξο, ούτε απλώς και μόνο ζήτημα συνειρμών. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι με την εξαίρεση της Δωδεκανήσου, που οφείλει την ελευθερία της και την ενσωμάτωσή της στο ελληνικό κράτος, σύμφωνα με τις επιθυμίες των κατοίκων της, στη συμμετοχή της Ελλάδας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των νικητών, ο πολιτικός χάρτης της Ελλάδας του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα είναι κατ' εξοχήν έργο της διπλωματίας του Βενιζέλου. Για να είμαστε ακριβέστεροι ο πολιτικός χάρτης που αποτυπώνει τη φυσιογνωμία της σημερινής Ελλάδας είναι το αποτέλεσμα της σύνθεσης μιας μεγάλης νίκης και μιας μεγάλης καταστροφής στην πολιτική της Μεγάλης Ιδέας. Η δεξιοτεχνία του Βενιζέλου ως πολιτικού ηγέτη οφείλεται στην ικανότητα που επέδειξε να συσσωματώσει τον θρίαμβο και τη συντριβή σε θετικό τελικά αποτέλεσμα για τη χώρα.

1844-1922

Προτού προχωρήσουμε θα έπρεπε ίσως να ορίσουμε με κάποια μεγαλύτερη ακρίβεια τον όρο «Μεγάλη Ιδέα». Λίγοι όροι και εκφράσεις στην ελληνική ιστορική φιλολογία έχουν χρησιμοποιηθεί με μεγαλύτερη χαλαρότητα από αυτόν. Η χαλαρότητα είναι αισθητή ακόμη και σε κείμενα σοβαρών ιστορικών, περιλαμβανομένων ιστορικών του Βυζαντίου, που τείνουν να υπαγάγουν υπό τον όρο Μεγάλη Ιδέα τόσο ευρύ φάσμα ετερόκλητων εκδηλώσεων του συλλογικού βίου και της συλλογικής φαντασίας, ώστε να χάνει ο όρος κάθε αναλυτική ή εξηγητική χρησιμότητα. Για την ανάλυσή μας η χρήση του όρου Μεγάλη Ιδέα αναφέρεται αποκλειστικά στις εκδηλώσεις της εθνικής πολιτικής του ελληνικού κράτους στην περίοδο 1844-1922, που κατέτειναν στην ενσωμάτωση εντός των ορίων του ελληνικού βασιλείου των εξωελλαδικών πληθυσμών που μιλούσαν ελληνικά και κατοικούσαν σε εδάφη συνδεδεμένα με την ιστορία του ελληνικού πολιτισμού. Η Μεγάλη Ιδέα συνεπώς νοείται μόνο ως εκδήλωση της πολιτικής του ελληνικού κράτους και εκφράζεται ως διατύπωση των ελληνικών εθνικών διεκδικήσεων. Ας σημειωθεί ότι η διατύπωση εθνικών διεκδικήσεων δεν αντιπροσωπεύει ιδιομορφία των ελληνικών κρατών μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αποτελούσε δηλαδή, όπως και στην περίπτωση της Ελλάδας, στοιχείο της εθνικής τους ολοκλήρωσης.

Η αίγλη του Βενιζέλου στην ελληνική ιστορία οφείλεται στη θέση που κατέκτησε ως ο κατ' εξοχήν ηγέτης της Μεγάλης Ιδέας. Σ' αυτή τη συμβατική διαπίστωση θα πρέπει να προστίθεται η αποσαφήνιση που δώσαμε πιο πάνω, ότι υπήρξε ο ηγέτης που μπόρεσε να συνθέσει τον θρίαμβο και την καταστροφή της Μεγάλης Ιδέας για να παραγάγει το ιστορικό αποτέλεσμα που αντιπροσωπεύει η Ελλάδα του εικοστού αιώνα. Για να σταθμιστεί καλύτερα η διατύπωση αυτή αξίζει να θέσουμε μια σειρά από ερωτήματα, που εικονογραφούν το εύρος των προβλημάτων με τα οποία όφειλε να αναμετρηθεί η πολιτική πράξη του Βενιζέλου και τα οποία, το δηλώνω εξ αρχής, δεν επιδέχονται απλές και μονοσήμαντες απαντήσεις.

Πρώτον, πού οφείλεται η θεαματική επιτυχία της πολιτικής και της διπλωματίας του Βενιζέλου κατά την πρώτη φάση της διακυβέρνησης της χώρας, όταν κατόρθωσε, συνδυάζοντας τη δυναμική του εκσυγχρονιστικού του προγράμματος και την ψυχολογική ισχύ του αλυτρωτικού εθνικισμού, να οδηγήσει τη μικρή Ελλάδα νικηφόρα στη Μακεδονία, την Ήπειρο, την Κρήτη και τα μεγάλα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου; Δεύτερον, ποια υπήρξε η βαθύτερη πολιτική λογική που έπεισε τον Βενιζέλο να αναδεχθεί για λογαριασμό της χώρας τη μεγάλη εξόρμηση του 1919-1920 στη Μικρά Ασία, παρά τις σαφείς προειδοποιήσεις των στρατιωτικών ειδημόνων για τον παρακινδυνευμένο χαρακτήρα της εκστρατείας και το γεωγραφικά ευάλωτο μέτωπο που άνοιγε η Ελλάδα στην Ασία; Η Ελλάδα είχε επιτύχει το ρεαλιστικό μέγιστο ζητούμενο της εδαφικής της ολοκλήρωσης με την ενσωμάτωση, πέραν των κεκτημένων των Βαλκανικών Πολέμων, τόσο της Δυτικής όσο και της Ανατολικής Θράκης, όπου οι ελληνικές διεκδικήσεις ανταποκρίνονταν και προς τις απαιτήσεις της αρχής των εθνοτήτων. Αντί λοιπόν να παγιώσει με σωφροσύνη και αυτοσυγκράτηση τον εθνικό αυτό θρίαμβο, διακινδύνευσε την οριστική εδραίωσή του με την αποδοχή της συμμαχικής εντολής στη Μικρά Ασία, όπου διαφαινόταν και η δυσαρμονία της παρουσίας της προς την αρχή των εθνοτήτων, στην εφαρμογή της οποίας άλλωστε όφειλε τις ως τότε επιτυχίες της. Αυτό είναι το ουσιώδες πρόβλημα για την πολιτική ανάλυση.

Είναι επαρκές να δεχθούμε ότι το κλίμα του τέλους του Μεγάλου Πολέμου με τη διάλυση των αυτοκρατοριών δημιουργούσε τελείως διαφορετικές προϋποθέσεις για τη λήψη των σχετικών αποφάσεων; Η απάντηση φαίνεται να είναι αρνητική. Σε σχέση μάλιστα προς την υπόθεση αυτή ανακύπτει οξύ το ερώτημα, που αναγκαστικά απορρέει από τη Βεμπεριανή αντίληψη της πολιτικής ηγεσίας: τι συμβαίνει πράγματι στην επίγνωση της πολιτικής ευθύνης, που πραγματώνεται με τη λήψη αποφάσεων που μπορεί να είναι οδυνηρές γιατί αντίκεινται στο δημόσιο αίσθημα αλλά αποδεικνύονται σωτήριες για το δημόσιο συμφέρον; Αυτού του είδους η στάθμιση των χειρισμών του Βενιζέλου στη δεύτερη φάση της εμπλοκής του στο πρόγραμμα της Μεγάλης Ιδέας δεν νομίζω ότι μπορεί να αποφεύγεται πλέον από την πολιτική ανάλυση.

Η συμβολή του

Υπάρχει όμως και η λύση του δράματος, η τρίτη φάση των χειρισμών του Βενιζέλου, αυτή τη φορά ως αναδόχου του ρόλου του «ναυκράτορα», που αποβαίνει «σωτήρ της Ελλάδος» εν μέσω του ναυαγίου της Μεγάλης Ιδέας. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Βενιζέλος επέμεινε ιδιαίτερα ότι οι χειρισμοί του στη Λωζάννη περιέσωσαν για την Ελλάδα ό,τι μπορούσε να περισωθεί από το ναυάγιο, εξασφαλίζοντας ιδίως την εθνική κυριαρχία επί των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου. Πιστεύω μάλιστα ότι η συμβολή του υπήρξε ακόμη πιο θεμελιώδης και συνδεόταν με τη διαπαιδαγώγηση της κοινής γνώμης και της εθνικής συνείδησης ώστε να αποδεχθεί τη νέα κατάσταση, εκλαμβάνοντας τη συμφορά και την τραγωδία ως εξέλιξη που θα μπορούσε να λάβει τελικά θετική τροπή για τη χώρα, παρά το φοβερό ανθρώπινο τίμημά της. Μακροπρόθεσμα ίσως αυτή να υπήρξε η μεγαλύτερη συνεισφορά του Βενιζέλου και η πραγματική δοκιμασία του ηγετικού του χαρίσματος. Χωρίς δόση ιδιαίτερης υπερβολής θα μπορούσε να λεχθεί, από τη σκοπιά της χαραυγής του επόμενου αιώνα, ότι ο χειρισμός του ναυαγίου της Μεγάλης Ιδέας από τον Βενιζέλο προετοίμασε την Ελλάδα να αποβεί μελλοντικά ισότιμο μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας.

Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, δ/ντής του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Ερευνών/ΕΙΕ