Οι Αλβανοί […] έχουν παίξει μεγάλο ρόλο στην νεοελληνική
ιστορία διότι Αλβανοί και Έλληνες είναι σε ανάμειξη μετακινήσεων εδώ και αιώνες.
Όπως γνωρίζουμε μέχρι σήμερα πρόσφατα το πράμα αλλάζει, η νότια Αλβανία, αυτό που λέμε Βόρεια Ήπειρος εμείς,
διαθέτει χιλιάδες Ελλήνων κατοίκων Χριστιανών Ορθοδόξων ελληνοφώνων κατοίκων,
ενώ αντιστοίχως Αλβανοί είχαν μετακινηθεί προς το νότο και έτσι μέσα στους
αιώνες έχει δημιουργηθεί στον ελληνικό χώρο, τον ευρύτερο ελληνικό χώρο, ένας πληθυσμός που πολύ απλά οι Έλληνες
ονομάζουν Αρβανίτες.
Κινείσαι από την Αθήνα προς τη Θήβα και
περνάς από μία περιοχή που λέγονται Αρβανιτοχώρια. Έξω απ’ τη Θήβα καταμετρώνται
περίπου 30 χωριά που είναι Αρβανιτοχώρια. Στα περίχωρα της Λειβαδιάς είναι
περίπου 7 χωριά που τα ονομάζουμε Αρβανιτοχώρια. Στα περίχωρα της Ελευσίνας
υπάρχουν αρκετά χωριά που ονομάζονται Αρβανιτοχώρια. Στην Κορινθία υπάρχουν
πολλά χωριά που ονομάζονται Αρβανιτοχώρια το ίδιο και στη Αχαΐα και λιγότερο σε
άλλες περιοχές της Πελοποννήσου. Στη νότια Εύβοια υπάρχουν χωριά που είναι
Αρβανιτοχώρια στη βόρεια Άνδρο και πάλι λέγοντας. Εδώ με την έννοια Αρβανίτες, με αυτό τον όρο Αρβανίτες, εννοούμε
ένα-αναφερόμαστε σε ένα φαινόμενο της
νεότερης ιστορίας της Ελλάδας και όχι μόνο. Καθώς γύρω στο 14ο αιώνα έχουμε
μεγάλη κάθοδο Αλβανών. […]
Οι Αλβανοί είναι ορεσίβιος λαός, κατοικεί στη ζώνη εκεί βόρεια από την Ήπειρο,
τα βουνά της Αλβανίας είναι ψηλά και δύσκολα. Εκεί κατοικούν αλβανικές ομάδες που είναι οργανωμένες σε φυλές, στα βόρεια
είναι οι Γκέγκηδες, νοτιότερα προς το κέντρο της σημερινής Αλβανίας χοντρικά
αναπτύχθηκαν οι Τόσκηδες και ακόμη νοτιότερα οι Λιάπηδες.
Η αλβανική γλώσσα δεν είναι ακριβώς
ενιαία, αυτές οι ομάδες μιλούν
διαλέκτους εδώ και βαθύτατο χρόνο όχι τώρα και είναι ορεινοί πληθυσμοί, πολεμούν μεταξύ τους η μία φυλή την
άλλη και είναι οργανωμένοι και σε
ευρύτερα σόγια που στην αλβανική γλώσσα αυτό το ευρύ σόι λέγεται farë εξ ου και
η- όρος που χρησιμοποιούμε στα ελληνικά φάρα. Είναι αλβανική λέξη η λέξη
φάρα. Η μία φάρα
μπορούσε να συμμαχεί με την άλλη εναντίον μιας άλλης, πολλές φάρες μαζί
εναντίον πολλών άλλων, η μία φυλή ενάντια στην άλλη. Αυτό έκανε τους Αλβανούς
να είναι σκληροτράχηλοι πολεμιστές, θεωρούνται
οι πιο σκληροτράχηλοι πολεμιστές των Βαλκανίων μαζί με τους κατοίκους του
Μαυροβουνίου, ιστορικά και έχουν παίξει ρόλο στους στρατούς όχι μόνο πολλών
χωρών της βαλκανικής και τον οθωμανικό στρατό. Στην ελληνική
πραγματικότητα αρκετοί απ’ τους ήρωές
μας ήταν Αρβανίτες, δηλαδή είχαν μακρά καταγωγή από τις αλβανικές περιοχές.
[…] Οι Αλβανοί όποτε φεύγουν για κάποιο λόγο από την πατρίδα τους κατά
ομάδες ή κατά μόνας, δύο δρόμους κατά
κύριο λόγο παίρνουν: ο ένας είναι ο
δρόμος της Ιταλίας, αυτό συνέβη και στον 20ο αιώνα που τα ζήσαμε μετά το
1989 […] και προς την Ελλάδα. Και
έτσι στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα
έχουμε μία μεγάλη καινούρια ροή Αλβανών προς τα νότια, προς τις ελληνικές
περιοχές.
Τα Αρβανιτοχώρια μας όμως βρίσκονται εκεί από αιώνες και
δημιουργήθηκαν κυρίως από κάθοδο Αλβανών του 14ου αιώνα εκεί γύρω στα 1300 και
μετά. Ο 14ος αιώνας ήταν αιώνας μεγάλων δημογραφικών ανακατατάξεων στη
Βαλκανική λόγω των πολεμικών συγκρούσεων, των εμφυλίων πολέμων, των-της
ανάπτυξης Σέρβων Βουλγάρων, συγκρούσεων Βυζαντινών μεταξύ τους και με αυτούς
και φυσικά της επέλασης των Οθωμανών. Έτσι Αλβανοί μετακινούνται μαζικά στο 14ο
αιώνα προς το νότο.
| Αυτός είναι ένας ωραίος χάρτης που προέρχεται από το-την «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού» του Απόστολου Βακαλόπουλου και επιγράφεται «Διείσδυσις Αλβανικών φύλων». |
Τα αλβανικά φύλα διείσδυσαν προς το νότο, δηλαδή τις περιοχές μας, ο δείκτης δείχνει προς ποιες
περιοχές εγκαταστάθηκαν το 14ο
αιώνα. Άλλο κύμα το 15ο.
Και
επόμενο μεγάλο κύμα είναι στον 20ο αιώνα, τον αιώνα που πολλοί από μας
ζήσαμε. […]
Γιατί μετακινήθηκαν Αλβανοί προς το
νότο το 14ο αιώνα; Οι περισσότεροι εξ αυτών μετακινήθηκαν κατά
ομάδες γιατί το έχουν οι Αλβανοί όταν
φεύγουν, φεύγουν κατά ομάδες, κατά φάρα φεύγουν. Αλλά ακριβώς επειδή θεωρούνται ικανότατοι πολεμιστές,
Βενετοί οι οποίοι κατείχαν κάστρα και έλεγχαν κάστρα, διάφοροι Φράγκοι ηγεμόνες
εδώ της νότιας βαλκανικής, Βυζαντινοί ηγεμόνες που κατέχουν περιοχές και
κάστρα, Σέρβοι ηγεμόνες που κατέχουν περιοχές και κάστρα, στην-εδώ στην νότια
βαλκανική καλούν στο 14ο καλούν φάρες Αλβανών να’ ρθουν να εγκατασταθούν κοντά
σε κάστρα με τις οικογένειές τους, τους παρέχουν γη κοντά στα κάστρα όχι μέσα
στα κάστρα με την υποχρέωση να καλλιεργούν τη γη αλλά όταν θα υπάρξει κίνδυνος
για την υπεράσπιση των κάστρων να μπουν στα κάστρα και να ενισχύσουν την άμυνα
των κάστρων. Και τούτο διότι η βαλκανική είχε στο 14ο αιώνα φτωχή δημογραφική
εικόνα λόγω των αναστατώσεων που έχουμε πει επανειλημμένως, επομένως οι Αλβανοί ήρθαν να ενισχύσουν την άμυνα
των κάστρων και υπήρξαν σε πολλές περιπτώσεις καλεσμένοι Σέρβων κυρίως Βενετών
και Βυζαντινών τόσο στην Πελοπόννησο όσο και στη Στερεά Ελλάδα, όσο και στη
δυτική Στερεά Ελλάδα.
Οι Αρβανίτες μας δεν είναι παρά μακρινοί Αλβανοί οι οποίοι
κατέβηκαν στο νότο 600 χρόνια πριν από τώρα και αναμείχθηκαν με τους ντόπιους
Έλληνες. Όταν μετακινήθηκαν οι Αλβανοί στο 14ο
στο 15ο 16ο αιώνα η θρησκεία τους ήταν
Χριστιανική Ορθόδοξη (η μεγάλη μεταστροφή των Αλβανών στην-στο Ισλάμ έγινε
το 18ο αιώνα). […]
Εγκαταστάθηκαν στη δυτική Στερεά, σε μεγάλη ζώνη στην περιοχή κοντά στην Άρτα, προς το
Μεσολόγγι, στην περιοχή της Ναυπάκτου, γύρω απ’ τη Λειβαδιά, γύρω απ’ τη Θήβα,
στη νότια Εύβοια, στη βόρεια Άνδρο, στη Τζια, στην Κύθνο, στην νότια-στην
περιοχή της Αττικής. Στην Αττική η
εγκατάσταση Αλβανών, αλβανικών φαρών ήταν πολύ μεγάλης κλίμακας, στην
Κορινθία, σε περιοχές της Αχαΐας σε μεγάλη κλίμακα και μετά στη υπόλοιπη Πελοπόννησο λιγότεροι. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι
περισσότεροι Αρβανίτες μας εγκαταστάθηκαν Κορινθία, Αχαΐα, Αττική και νότια
Εύβοια.
Η διάχυση των Αλβανών και η μετατροπή τους σε Αρβανίτες,
δηλαδή πια εξελληνισμένους Αλβανούς φαίνεται και από τα χαρακτηριστικά τους
επώνυμα που
σήμερα πολλά από αυτά θεωρούνται χαρακτηριστικά και των Ελλήνων. Οι Αλβανοί
και οι Αρβανίτες μας έχουν συνήθως δισύλλαβα επώνυμα, παροξύτονα. Π. χ. Βρετός,
αυτό είναι οξύτονο αλλά είναι χαρακτηριστικό όνομα, Γκέκας, Γκίκας, Γκίνης, Γκιόκας,
Γκιόνης, Γκολέμης, Γκούρας, γκουρ στα αλβανικά είναι η πέτρα, Γκούρας δηλαδή θα
πει ο κ. Πέτρας, Ζέζας, Ζέρβας, ο Ναπολέων Ζέρβας ήταν Αρβανίτης στην καταγωγή,
Κάκλας, Κακλαμάνης, Καλέντζης, Καπαρέλης, περιοχές της Αττικής λέγονται
Καπαρέλι γιατί εγκαταστάθηκαν φάρες, Κατσιφάρας, Κιοσές, στα αλβανικά θα πει
φαλακρός, Κλέπας, κασιδιάρης θα πει, Κόκας, το κεφάλι, Κόκλας, Κόλιας, από τα
πιο χαρακτηριστικά αρβανίτικα επώνυμα, Κοροβέσης (Κοροδέσης;), Κοτζιάς, Κούμης,
Κουμής, Κούρτης, Κριεκούκης, υπάρχει τοπωνύμιο στην Αττική Κριεκούκι γιατί
εγκαταστάθηκε η φάρα των Κριοκουκαίων, Λάλας, Λαλεγιάννης, Λάλος, Λέκκας, που
θα πει Αλέξανδρος, Λεμπέσης, αυτός που αφήνει την πίστη του την μπέσα του,
Λέπουρας, Λιάκος, Λιάκουρας, Λιάπης, Λιόσας, Λιούμης, θα πει ποτάμι στα
αλβανικά, Λούκος, Λούης, Λύκουρας, Λυκουρέζος, τα επώνυμα σε –έζος είναι
συνήθως αλβανικά όπως και τα τοπωνύμια σε –έζα δηλαδή και σε –ιζα, Βάρκιζα,
Σάριζα κ.λ.π. Μάζης, Μαλακάσας, Μάλης, θα πει βουνό, Μάνεσης, που θα πει
αργοπορία, Μαρκεζίνης, Μάτεσης, Μέξης, Μερκούρης, Μίχας, Μουζάκης, Μπάλας, Μπάρτζης,
Μπέζος, Μπέζας, Μπέρτζος, Μπέζγος, Μπίθαρης, Μπίθας, Μπίθης, Μπιθικώτσης, ο
μεγάλος μας τραγουδιστής ο Μπιθικώτσης ήταν Αρβανίτης απ’ την περιοχή της
Θήβας, Μπίχτας, Μπλέτσας, για να πω μερικά χαρακτηριστικά, Μπούκουρας που θα
πει όμορφος, Μπόχτης, Νέγκας, Ντάτσης, Ντόκος, Πέπης, Πέπας, Πέτας, Πρίφτης,
που θα πει ιερέας, Σκλέπας. Σκόκος, σκόκος θα πει κλώσα στα αλβανικά, Σούτας,
Σπάθαρος, θα πει θα σπαθί, Σπάθας, τα Σπάτα, σπατ στα αλβανικά είναι το
τσεκούρι, στην περιοχή των Σπάτων εγκαταστάθηκε εκεί στο 14ο 15ο αιώνα η φάρα
των Σπάτα, Τάτσης, Τόλιας, Τόκας, Τόσκας, Τούντας, κλασικό επώνυμο Τούντας,
Χέλμης, Χούντας κλπ. [σημείωση από το βίντεο: Μπογιάτι, από την φάρα των Μπούα]
Επομένως και μόνο αυτά τα επώνυμα και
μόνο αυτός ο χάρτης δείχνει την έκταση της εγκατάστασης Αλβανών προς το νότο.
Οι μαυρισμένες θέσεις του χάρτη που μας δίνει εδώ ο Βακαλόπουλος δε σημαίνει
ότι κατοικούν μόνο Αλβανοί. Σε κάποιες περιοχές ήταν συμπαγείς οι πληθυσμοί,
αλλά είναι ανάμεικτοι και με ελληνικούς πληθυσμούς ντόπιους, αλλά είναι
οπωσδήποτε περιοχές ισχυρής αρβανιτο παρ- αλβανικής παρουσίας. […] οι Οθωμανοί
απέγραφαν περιοχές. Στην Κορινθία το
1461, όταν κατακτήθηκε δηλαδή η Πελοπόννησος από τους Οθωμανούς μετά την
πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, ο Οθωμανός απογραφέας κατέγραψε ποιοι ήταν οι
Αλβανοί κάτοικοι, […] σε σύνολο 9.881
εστιών δηλαδή νοικοκυριών οι 3.353 ήτανε Αλβανοί κάτοικοι που είχαν
εγκατασταθεί εκεί.
Οι Αλβανοί, οι Αρβανίτες μας δηλαδή μέσα στην πάροδο των
χρόνων συνυπήρξαν με τους Έλληνες, δεν είχαν πρόβλημα διότι ήταν Χριστιανοί
Ορθόδοξοι και οι δύο πλευρές. Μόνο σε δύο σημεία της ελληνικής χερσονήσου
ιστορικά αναπτύχθηκαν Μουσουλμάνοι Αλβανοί. Μία τέτοια περιοχή είναι στην περιοχή του Λάλα, στην περιοχή του
Πύργου στην Ηλεία. Όπως και η περιοχή των Μπαρδουνίων βορειότερα από
την Καλαμάτα στη Μεσσηνία. Αλλιώς, γενικά οι Αρβανίτες μας είναι παρέμειναν
χωρίς κανένα πρόβλημα Χριστιανοί Ορθόδοξοι και έτσι δεν είχαν κανένα πρόβλημα
συνύπαρξης με τους Έλληνες κατοίκους με τους οποίους εξάλλου κα αναμείχθηκαν σε
μεγάλη κλίμακα με γάμους και ενώθηκαν μεταξύ τους.
Οι Αρβανίτες εγκαταστάθηκαν κυρίως και κατοίκησαν σε
ημιορεινά, όχι σε ψηλά ορεινά. Σε πεδιάδες και
σε ημιορεινά, και όπως είπαμε κοντά σε μεγάλα κάστρα, γιατί στην
Κορινθία έχουμε πολλούς Αρβανίτες; Διότι εκλήθησαν να ενισχύσουν την άμυνα του
Ακροκορίνθου. Στο Ναύπλιο εκλήθησαν να ενισχύσουν την άμυνα του κάστρου του
Ναυπλίου, στην Θήβα για να ενισχύσουν την άμυνα της Θήβας, στη Χαλκίδα στη
νότια Εύβοια για να ενισχύσουν το μεγάλο κάστρο της Χαλκίδας που στο Μεσαίωνα
ονομαζόταν Νεγρεπόντε και πάει λέγοντας. Από
την Εύβοια και από την Άνδρο μετακινήθηκαν
[…] και στα νησιά του Αργοσαρωνικού,
Ύδρα, Σπέτσες, Πόρο, Αγκίστρι και λιγότερο στην Αίγινα, σε βαθμό που τα
νησιά του Αργοσαρωνικού έγιναν χαρακτηριστικά Αρβανιτονήσια στην περίοδο της
Τουρκοκρατίας και μέχρι πρόσφατα.
[…] Απομνημονεύματα των αγωνιστών του ΄21 που δείχνουν ως αυτονόητη την
συνύπαρξη Αρβανιτών, οι Αρβανίτες θεωρούνται ότι είναι Έλληνες και ας μιλούν Αλβανικά, κάποιοι απ’
αυτούς και λίγα Ελληνικά. Ο Νικόλαος Κασομούλης μας έχει αφήσει ένα πολύτιμο
δίτομο έργο απομνημονευμάτων για την επανάσταση του 1821, σ’ αυτό σε κάποια
στιγμή αναφέρεται στον Νότη Μπότσαρη, ο οποίος Νότης Μπότσαρης στο πολιορκημένο
Μεσολόγγι απευθύνεται στο σημαιοφόρο του και του λέει, και αυτά που του λέει
είναι γραμμένα στα απομνημονεύματα του Κασομούλη με ελληνικό αλφάβητο "μέρi νί ντρύ έδένι μαντήλι, έδέ
σίκογιάστε τάσιός βίνιά πρέκουβέντα τούρκητε ογιό". Δηλαδή του λέει
"πάρε ένα μαντήλι κι ένα ξύλο και βαλ΄το μαντήλι πάνω στο ξύλο έβγα έξω να
δεις αν έρχεται κανένας Τούρκος για συνομιλία ή όχι". Ο Λάμπρος
Κουτσονίκας που πάλι μας έδωσε απομνημονεύματα, μας εξηγεί ότι πριν την μάχη
του Φαλήρου, την μεγάλη μάχη του Φαλήρου, ο Δεριγνύ κάλεσε στο πλοίο του τον
Καραϊσκάκη και τον Κιουταχή. Ο Καραϊσκάκης από την μια πλευρά και ο Αλβανικής καταγωγής πασάς ο Κιουταχής, στο πλοίο του για να συνομιλήσουν, και
γράφει ο Κουτσονίκας "ήρχισαν συνδιάλλεξιν μεταξύ των εις την
Αλβανικήν" η κοινή τους γλώσσα δηλαδή ήταν τα Αλβανικά.
Οι Σουλιώτες ήταν Αρβανίτες, εξ΄αυτού μιλούσαν
Αλβανικά. Γνώριζαν και Ελληνικά αλλά μιλούσαν Αλβανικά. Ο Κωνσταντίνος Μεταξάς
πάλι στα απομνημονεύματά του από την Επανάστασή του 1821 αναφέρεται στον Μάρκο
Μπότσαρη, επίσης φυσικά μιλάει Αλβανικά γιατί είναι Αβανίτης Σουλιώτης, ο
οποίος καλεί τους Σουλιώτες αρχηγούς και στρατιώτες και γράφει ο Μεταξάς.
"Τοις ελάλησεν εις την γλώσσαν των, Αλβανιστί, οι δε λόγοι του ήσαν
πλήρεις ενθουσιασμού και πατριωτισμού". Στα απομνημονεύματα του Σπηλιάδη,
ο Νίκος Σπηλιάδης αναφέρεται σε μία μάχη που γίνεται και που μετέχει ο
Ανδρούτσος, σ΄αυτή τη μάχη οι Έλληνες ηττώνται, και ο Ανδρούτσος υποχωρεί και
γράφει. "Και φεύγων μεμονομένως περιπίπτει εις τους Αλβανούς" γιατί
στους Αλβανούς; Γιατί τα Οθωμανικά στρατεύματα χρησιμοποιούσαν Τουρκαλβανούς,
δηλαδή Μουσουλμάνους Αλβανούς. Και στην Ελληνική επανάσταση ένα μεγάλο κομμάτι
των Οθωμανικών στρατευμάτων ήταν Μουσουλμάνοι Αλβανοί. Ο Οδυσσέας λοιπόν
Ανδρούτσος καθώς υποχωρεί πέφτει στο στρατόπεδο του εχθρού που είναι
Τουρκαλβανοί, Αλβανοί όμως. "Ομιλών δε ως εκείνοι Αλβανιστί, τους απατά
και νομίζεται ειδικός των, και εν τοσούτων εύρεν ευκαιρία και έγινεν άφαντος
και εσώθη".
[…] Η κοινότητα της Ύδρας στα μέσα του 18ου αιώνα θέλησε να δημιουργήσει
ένα σχολείο για να μάθουν τα παιδιά της γράμματα. Η Αλβανική γλώσσα ήταν
προφορική γλώσσα, η Αλβανική γλώσσα δεν γράφονταν για χιλιάδες χρόνια, ήταν
μόνο προφορική, έγινε γραπτή σχεδόν στο 1900. […] Έτσι όταν αποφάσισε η
κοινότητα Ύδρας να δημιουργήσει σχολείο, Ελληνικό σχολείο επρόκειτο να
δημιουργήσει, δεν υπήρχε περίπτωση να δημιουργηθεί Αλβανικό σχολείο, δεν υπήρχε
κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό κάλεσαν Έλληνα
δάσκαλο να διδάξει τα παιδιά της. Και γνωρίζουμε από τα αρχεία της Ύδρας
ότι ο Έλληνας δάσκαλος παραιτήθηκε ή επεχείρησε
να παραιτηθεί μετά από λίγους μήνες, διότι εξηγεί στην επιστολή του προς την
κοινότητα της Ύδρας, ότι εσείς με πληρώνετε για να σας μάθω στα παιδιά σας
γράμματα, ελληνικά γράμματα θα τους μάθω, αλλά εγώ δεν γνωρίζω Αλβανικά, τα παιδιά δεν γνωρίζουν Ελληνικά, και δεν
κάνω τη δουλειά μου και σας εξαπατώ κατά κάποιο τρόπο. Το ίδιο συνέβη και
στον Πόρο, στο 2ο μισό του 18ου αιώνα, όταν ο Πόρος πάλι κάλεσε Έλληνα δάσκαλο
να μάθει στα παιδιά γράμματα, Ελληνικά γράμματα βέβαια, και ο Επιφάνιος
Δημητριάδης που ήταν αυτός ο κληθείς δάσκαλος, την απελπισία του την έγραψε σε
ποίημα, έτσι Ομηρικού τύπου, και εξηγεί πώς για να μάθει γράμματα στα παιδιά
του Πόρου, έπρεπε ο ίδιος να μάθει αλβανικά για να μπορεί να τους μαθαίνει
ελληνικά μέσω των αλβανικών, και λέει: «Κακ ες Πόρον μ’ ειμαρμένη, η τύχη,
ώρσεν με διδάξοντα την ελληνίδα, η τύχη τα΄φερε έτσι ώστε να με ορίσει να
διδάξω την ελληνίδα, την ελληνίδα γλώσσα, Και ην ιδείν εργον τε πράγμα ξένον,
και ήταν να το βλέπει κανείς παράξενο πράγμα, Γλώτταν μεν διδάσκοντα την
ελληνίδα, διδάσκοντα εγώ, να διδάσκω εγώ την ελληνική γλώσσα, Φωνήν δε
μανθάνοντα την αλβανίδα, εγώ δε ο ίδιος να μαθαίνω αλβανικά, Ουκ είχον άλλως,
δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, αλβανίζοντας όλως παίδας διδάξαι, εφόσον έπρεπε να
διδάξω παιδιά τα οποία μιλούσαν μόνο αλβανικά, μη εγών αλβανίσας, αν δεν
μάθαινα εγώ αλβανικά».
[…] Είναι χαρακτηριστικό ότι οι
Αρβανίτες μας του Αργοσαρωνικού, οι Υδραίοι, οι Σπετσιώτες, οι Ποριώτες, εξαιρετικοί
ναυτικοί στον 18ο αιώνα με πλοία σπουδαία τα οποία δρούσαν σε όλη την Μεσόγειο,
ονόμαζαν τα πλοία τους με αρχαία ελληνικά ονόματα, Περικλής, Αγαθοκλής,
Ιδομενεύς, δείγμα του ότι είχαν ενωθεί με την ελληνική σύλληψη των πραγμάτων,
αισθάνθηκαν Έλληνες, πολέμησαν ως Έλληνες […]
Ένα χαριτωμένο κείμενο
από την ελληνική παράδοση, από την
συλλογή του Πολίτη που εξηγεί γιατί οι Γύφτοι και οι Αρβανίτες δεν έχουν γράμματα.
[…] Όταν εμέραζε ο Θεός τα γράμματα, επήγαν όλες αι φυλές να γυρέψουν γράμματα,
όξω απ’ τη γύφτικη τη φυλή που δεν επήγε καθόλου και γι αυτό ούτε έχουν ούτε θα
έχουν ποτέ γράμματα οι Γύφτοι, γιατί ο Θεός τους καταράστηκε και τα’ ριξε μέσα
στη θάλασσα όταν οι Γύφτοι έφτιαξαν τα περόνια που σταυρώθηκε ο Χριστός. Αυτή
είναι η εισαγωγή. Οι Γύφτοι δεν θα μάθουν ποτέ γράμματα. Γιατί; γιατί
σταυρώθηκε ο Χριστός από αυτούς. Μάλιστα. Κοντά σ’όλες τις φυλές που πήραν
γράμματα ήταν και η Αρβανίτικη η φυλή, μα γιατί οι Αρβανίτες δεν έχουν
γράμματα; Θα σας το πω. Όταν εμέραζε ο Θεός γράμματα δεν είχε βγει το χαρτί
ακόμα, ο καημένος ο Θεός δεν το ήξερε το χαρτί, κι εκείνοι που πήγαν να πάρουν
τα γράμματα, τα έπαιρναν σε φύλλα από κουμπρολάχανο και έφευγαν. Οι άλλοι όλοι
τα επήγαν καλά στα σπίτια τους τα λαχανόφυλα όπου είχαν τα γράμματα, αλλά ο
καημένος ο Αρβανίτης δεν το επήγε το λαχανόφυλο γιατί στο δρόμο εδίψασε και
σκύβοντας να πιεί νερό σε μια πηγή άφησε το φύλλο καταγής και μια αγελάδα που
έβοσκε εκεί κοντά το μυρίστηκε και όσο να σηκώσει ο Αρβανίτης ο κεφάλι του απ
τη βρύση το φύλλο με τα γράμματα ήταν στην κοιλιά της αγελάδας. Έσκουζε ο
καημένος ο Αρβανίτης για το κακό που έπαθε και με τα δάκρυα στα μάτια γύρισε
πίσω στο παλάτι του Θεού ζητώντας άλλα γράμματα. Αλλά ο Θεός δεν είχε άλλα
γράμματα, παρά μόνο τα γύφτικα, που άμα τα είδε ο Αρβανίτης είπε στο Θεό που
ήθελε να του τα δώσει. Δεν τα παίρνω Θεέ μου αυτά τα γράμματα χρυσά να τα
κάνεις. Και ο Θεός απαντάει, στο ίδιο κλίμα, κι εγώ ήθελα να σου δώσω καλύτερα
αλλά δεν έχω άλλα. Αφού είναι έτσι είπε ο Αρβανίτης, ας μείνω και χωρίς
γράμματα. Και πώς θα ζήσει η φυλή σου χωρίς γράμματα; του είπε ο Θεός. Με
δανεικά απάντησε ο Αρβανίτης, κι έφυγε. Από τότε οι Αρβανίτες ζουν με τα δικά
μας γράμματα. Δηλαδή με την ελληνική αλφάβητο.
Έτσι λοιπόν εξηγείται αυτή η πολύ
μεγάλης κλίμακος συνύπαρξη Αλβανών και Ελλήνων. Είναι μια συνύπαρξη γόνιμη,
αιώνων και πολύ από τους σπουδαίους Έλληνες μας είναι Αρβανίτες, όπως και στην
Αλβανία, στην ιστορία της Αλβανίας, σπουδαίοι τους, σπουδαία μέλη της ιστορίας
τους είναι ελληνικής καταγωγής. Οι δύο αυτές φυλετικές ομάδες της Βαλκανικής
έχουν παράδοση επαφών, λογικό είναι, είμαστε γείτονες και οι μετακινήσεις φέραν
τον ένα κοντά στον άλλον.
Μαρία Ευθυμίου, Ιστορία του Νέου
Ελληνισμού, 11ος – 18ος αιώνας
mathesis.cup.gr (σ. 145-150, 162)



