![]() |
| Η σημαία της Λιβύης (αριστερά) και αυτή που προτείνει το Μεταβατικό Συμβούλιο (δεξιά) |
Η κρατική υπόσταση εξαρτάται από τη σωρευτική ύπαρξη τριών θεμελιωδών συστατικών στοιχείων: Δεν είναι δυνατό να υπάρξει κράτος χωρίς μόνιμο λαό, προσδιορισμένο έδαφος και ανεξάρτητη από εξωτερικούς παράγοντες εξουσία. Ωστόσο, για να αποκτήσει ένα κράτος δικαιώματα (και υποχρεώσεις) σε διεθνές επίπεδο, να γίνει δηλαδή υποκείμενο του διεθνούς δικαίου, απαιτείται η αποδοχή του από τα υπόλοιπα μέλη της διεθνούς κοινότητας. Η αποδοχή αυτή εκφράζεται με την πράξη της αναγνώρισης, με την οποία τα υπόλοιπα κράτη αναγνωρίζουν ουσιαστικά ένα κράτος ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο, ισότιμο με αυτά (αρχή της κρατικής ισότητας).
Θεωρητικά, ένα κράτος αναγνωρίζει ένα άλλο όταν θεωρεί πως αυτό πληροί τις παραπάνω προϋποθέσεις που εθιμικά θέτει το διεθνές δίκαιο. Στην πράξη, η αναγνώριση γίνεται για πολιτικούς και γεωπολιτικούς λόγους, γι’ αυτό συναντάται και με τον όρο «διπλωματική αναγνώριση», που κατ’ ουσία εκφράζει μια πρόθεση σύναψης διπλωματικών σχέσεων. Συνήθως συμβαίνει de jure, δηλαδή με μια μονομερή δικαιοπραξία ή με μια διεθνή σύμβαση, αλλά μπορεί να γίνει και de facto, για παράδειγμα με την έναρξη εμπορικών σχέσεων. Βασικά, επειδή πολλές πράξεις μπορούν να θεωρηθούν ως de facto αναγνώριση, όπως π.χ. η υποδοχή ενός επίσημου απεσταλμένου του εν λόγω κράτους, οι κυβερνήσεις φροντίζουν συνήθως να δηλώνουν εκ των προτέρων τη σημασία που αποδίδουν στην εκάστοτε πράξη.
Η περίπτωση της Λιβύης υπάγεται στο ειδικότερο ζήτημα της αναγνώρισης κυβερνήσεων.
