και η
Υπαγωγή του στους Κανόνες
και τις Ρυθμίσεις του Δικαίου της Θαλάσσης
Του Παύλου Φωτίου (Νομικού-Διεθνολόγου)
Πηγή:
Ναυτική Επιθεώρηση, τ.550, 2004
Ναυτική Επιθεώρηση, τ.550, 2004
Αναδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο Περί Αλός
1.Εισαγωγή
1.1. Η υπόσταση του πολεμικού πλοίου ως στρατιωτικού όπλου ευθείας και άμεσης απειλής και παραλλήλως η αντιμετώπισή του στο πλαίσιο των διεθνών κανόνων, υπήρξε αντικείμενο ενδιαφέροντος των κρατών από την αρχή της συγκροτήσεως τους ως διεθνούς κοινότητος.
1.2. Ο στρατιωτικός χαρακτήρας του πολεμικού πλοίου αποτελούσε ανέκαθεν την κατεξοχήν φυσιογνωμία του. Τα κράτη το αντιμετώπιζαν τοιουτοτρόπως ως ένοπλη και άμεση απειλή κατά της εδαφικής τους ακεραιότητος. Για τούτο και δεν είχαν καμία δυσκολία να το εντάσσουν στους κανόνες του διεθνούς δικαίου των ενόπλων συγκρούσεων, ως πολεμικό μέσο, και να το θεωρούν επιθετικό όπλο και πρώτιστο στρατιωτικό στόχο οπουδήποτε και εάν ευρίσκετο κατά την διάρκεια των εχθροπραξιών.
1.3. Αντιθέτως, υπήρξε δυσκολία για τα κράτη να συμφωνήσουν με ομοιόμορφη συμπεριφορά ως προς τον χαρακτήρα που θα μπορούσαν να αποδεχθούν για το πολεμικό πλοίο στην περίοδο της ειρήνης. Η πρακτική των κρατών δεν μπορούσε να συμφωνήσει στην αντιμετώπιση του πολεμικού πλοίου και να αναπτυχθεί από αυτή εθιμικός κανόνας γενικώτερης παραδοχής - ως προϊόν της συνεχούς και αδιάλειπτης, με συνείδηση ότι πράττουν δικαίως, ομοιόρφης συμπεριφοράς τους. Τούτο συνέβαινε επειδή τα κράτη ουσιαστικώς εφοβούντο τον στρατιωτικό χαρακτήρα του πολεμικού πλοίου. Ο δισταγμός όμως των κρατών υφήρπε και όταν προσήρχοντο κατά καιρούς στη συζήτηση συμβατικών κειμένων, όπου δεν γινόταν σαφής η πρόθεσή τους να επιλύσουν το ζήτημα και να προσδιορίσουν κατά πόσο μπορούσαν να αντιμετωπίσουν το πολεμικό πλοίο ως υποκείμενο [1] του διεθνούς δικαίου, αναγνωρίζοντάς του δικαιώματα όταν ήθελε να πλεύσει προς ή να καταπλεύσει στις θαλάσσιες περιοχές της εθνικής τους κυριαρχίας, ήτοι στα Eσωτερικά τους Ύδατα (ΕΥ) (λιμάνια, λίμνες, ποταμούς, κόλπους), καθώς και στη Χωρική τους Θάλασσα [2] (ΧΘ).
1.4. Με την εξέλιξη των διακρατικών σχέσεων και όταν η καχυποψία και η εχθρότητα απαμβλύνθηκε υπέρ της βαθμιαίας βελτιώσεως των σχέσεων αυτών, υπήρξε πλέον η υποδομή για την ανάπτυξη και του διεθνούς δικαίου -εθιμικού και συμβατικού- οπότε συνειδητοποιήθηκε και κάποια θετική στάση στην κατεύθυνση να διευκρινισθεί η αντίληψη των κρατών προς το πολεμικό πλοίο και να καθιερωθούν ομοιογενείς και ομοιόμορφοι κανόνες για την αντιμετώπισή του. Οι κανόνες αυτοί αποκρυσταλλώθηκαν και ενσωματώθηκαν σε διεθνή πολυμερή κείμενα τα οποία πραγματεύονται τα εκατέρωθεν -κρατών και πολεμικών πλοίων- δικαιώματα και υποχρεώσεις, χωρίς ωστόσο να αναγάγουν το πολεμικό πλοίο σε υποκείμενο του διεθνούς δικαίου. Παρά ταύτα, του αναγνωρίζεται η ιδιάζουσα φυσιογνωμία του αλλοδαπού κρατικού στοιχείου, το οποίο υποχρεούται μεν στην τήρηση συγκεκριμένων κανόνων, αλλά του παρέχονται και δικαιώματα, όταν ήθελε να πλεύσει προς ή να καταπλεύσει σε ΕΥ ή στην ΧΘ κάποιου κράτους.
1.5. Στη διάπλαση των κανόνων, από την αναζήτηση έως την αποκρυστάλλωσή τους -που θα περιλαμβάνουν τον ορισμό, το νομικό χαρακτήρα, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πολεμικού πλοίου- θα στραφεί η παρούσα εργασία για να δοθεί τελικώς έμφαση στην περιγραφή των ρυθμίσεων που κωδικοποιεί πλέον η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1982 για το Δίκαιο της Θαλάσσης [3], η οποία αποτελεί σήμερα τον παγκόσμιο Καταστατικό Χάρτη των Θαλασσών, αφού το συμβατικό αυτό κείμενο στις 20 Σεπτεμβρίου 2011 το έχουν υπογράψει 157 Κράτη και το έχουν κυρώσει 162 [4], από το σύνολο των 193 Κρατών που αποτελούν τα μέλη του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών. ΄Οπως γίνεται αντιληπτό από τον ευρύτατο αριθμό των κρατών της διεθνούς κοινότητος που έχουν κυρώσει την ενλόγω Σύμβαση του 1982, το κείμενο αυτό αποτελεί περίτρανα, ένα νομικό εργαλείο για την «Θάλασσα», που καλύπτει σχεδόν τις παγκόσμιες απαιτήσεις ρυθμίσεων για όλα σχεδόν τα θέματα που σχετίζονται με αυτή.
1.6. Θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι η Σύμβαση του 1982, αποτελεί κείμενο που πραγματεύεται τα θέματα της θαλάσσης στην περίοδο της ειρήνης. Για τούτο και η συμμετοχή του πολεμικού πλοίου στις ρυθμίσεις της συμβάσεως αυτής, όπως θα εξετασθεί με την παρούσα εργασία, δεν θα προεκταθεί σε θέματα που αφορούν την θέση του πολεμικού στον χώρο του διεθνούς δικαίου των ενόπλων συγκρούσεων, κατάσταση που ρυθμίζεται από άλλους κανόνες και συμβατικά κείμενα, τα οποία εντάσσονται στο πλέγμα του ‘jus ad bellum’ αρχικώς, και του ‘jus in bello’ αμέσως με την έναρξη των εχθροπραξιών, όπου το πολεμικό πλοίο, όπως συνοπτικά αναφέρθηκε και ανωτέρω [5], έχει εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση, ως πολεμικό όπλο.
