Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΤΟ ΤΡΥΠΙΟ ΚΑΛΑΘΙ


Ένας αδελφός της σκήτης έσφαλε. Έγινε τότε σύναξη των αδελφών στην οποία κάλεσαν και των αββά Μωυσή. Εκείνος όμως δεν ήθελε να πάει. Του παρήγγειλε τότε ο πρεσβύτερος:
– Έλα, διότι σε περιμένουν όλοι. Σηκώθηκε τότε ο αββάς Μωυσής και πήγε κρατώντας στην πλάτη ένα τρύπιο καλάθι, που το γέμισε άμμο. Οι πατέρες, που βγήκαν να τον προϋπαντήσουν, του λένε:
– Τι είναι αυτό πάτερ;
– Οι αμαρτίες μου είναι, τους απάντησε ο γέροντας, που γλιστράνε πίσω μου και δεν τις βλέπω. Και όμως, ήρθα σήμερα εδώ για να κρίνω ξένα αμαρτήματα!
Όταν τ’ άκουσαν αυτά οι πατέρες, δεν είπαν τίποτε στον αδελφό που ήθελαν να δικάσουν, και τον συγχώρησαν.

(ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ)

Περί ανεξικακίας


Είπε ο αββάς Ζήνων:
«Εκείνος που θέλει ν’ ακούσει γρήγορα ο Θεός την προσευχή του, μόλις σταθεί όρθιος και υψώσει τα χέρια του για να προσευχηθεί προς το Θεό, πριν απ᾽ όλα και προτού ακόμα ευχηθεί για τη δική του ψυχή, ας προσευχηθεί από τα κατάβαθα της ψυχής του για τους εχθρούς του. Και μ᾽ αυτή του την πράξη, για ότι κι αν παρακαλέσει το Θεό, θα εισακουστεί».


Τά καλά τῆς μοναξιᾶς


Τρεῖς καλοί καί προοδευτικοί ἄνθρωποι γινήκανε φίλοι, κι ἐδιαλέξανε ξεχωριστό τρόπο ζωῆς ὁ καθένας τους. Κι’ ὁ μέν ἕνας, σύμφωνα μέ τό Εὐαγγελικό «μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί», ἐπροτίμησε νά συμφιλιώνῃ αὐτούς ποὔχανε διαφορές καί πού φιλονικοῦσαν μεταξύ τους. Ὁ δεύτερος ἐδιάλεξε νά βοηθᾷ καί νά συντρέχῃ τούς ἄρρωστους. Κι’ ὁ τρίτος ἐτράβηξε πρός τήν ἔρημο, γιά νά ζήσῃ ἐκεῖ καί ν’ ἀσκητέψῃ, μαζί μέ τούς ὅσιους Πατέρες.

Ἀγάπη πρός τόν πλησίον



ΕΝΑΣ ΕΡΗΜΙΤΗΣ ἔστειλε μιά μέρα στήν πόλι τόν ὑποτακτικό του ν’ ἀνεβάση στή σκήτη μιά καμήλα γιά νά μεταφέρουν τά καλάθια τους στήν ἀγορά.
Ἐπιστρέφοντας, τόν συνήντησε κάποιος ἄλλος Ἐρημίτης, γείτονάς των, καί τοῦ εἶπε·
− Τί κρῖμα νά μή πάρω εἴδησι πώς κατέβαινες στήν πόλι! Θά σοῦ ζητοῦσα νά ἔφερνες μιά καμήλα καί γιά μένα, νά πάω τά πανέρια μου στήν ἀγορά.

Περί εγκρατείας…

Είπε ο αββάς Ιωάννης ο Κολοβός:
“Εάν ένας βασιλιάς θελήσει να καταλάβει μια εχθρική πόλη, πρώτα δεσμεύει το νερό και την τροφή. Και έτσι οι εχθροί κινδυνεύοντας να πεθάνουν από την πείνα υποτάσσονται σ΄ αυτόν. Το ίδιο ισχύει και για τα σαρκικά πάθη. Εάν ο άνθρωπος ζήσει με νηστεία και πείνα, οι εχθροί που είναι στην ψυχή του χάνουν τη δύναμή τους”.


Πηγή: Από το Μεγάλο Γεροντικό

Ἀγάπη πρός τόν πλησίον



Ὁ Ὑποτακτικός κάποιου Γέροντος ἔμενε σέ μιά καλύβα δέκα μίλια μακριά ἀπό τή σκήτη. Μιά μέρα θέλησε νά τόν εἰδοποιήση ὁ Γέρων νά ἔλθη νά πάρη τό ψωμί του. Ὕστερα σκέφτηκε: Γιά λίγα ψωμιά νά κάνω τόν Ἀδελφό νά περπατήση δέκα μίλια; Ἄς τοῦ τά πάω μόνος. Ἔβαλε τό ταγάρι στόν ὦμο καί ξεκίνησε. Πηγαίνοντας, σκόνταψε σέ μιά πέτρα κι’ ἔκανε τέτοια πληγή στό πόδι, πού ἦταν ἀδύνατον νά σταματήση τό αἷμα. Ἀπό τόν ὑπερβολικό πόνο πού ἔνοιωσε ἄρχισε νά κλαίη. 
– Γιατί κλαῖς, Ἀββᾶ; Ἄκουσε πίσω του μιά γλυκειά φωνή νά τόν ἐρωτᾶ. 
Ἔστρεψε τό κεφάλι καί εἶδε ἕναν ὡραῖο Ἄγγελο. Δέν φοβήθηκε ὅμως, ἀλλά τοῦ ἔδειξε μέ τό δάκτυλο τήν πληγή. 
– Παῦσε νά κλαῖς γι’ αὐτό τό τιποτένιο πρᾶγμα, τόν ἐπρόσταξε ὁ Ἄγγελος. Τά βήματα πού κάνεις γιά τήν ἀγάπη τοῦ Ἀδελφοῦ τά ἔχω μετρημένα καί θά πάρης τήν ἀμοιβή σου ἀπό τόν Θεόν. 
Ὁ Γέροντας πῆρε θάρρος καί χαρούμενος συνέχισε τό δρόμο του. Ἀπό τότε προθυμοποιήθηκε νά ἐξυπηρετῆ τούς Ἀδελφούς. 
Μιά μέρα πῆρε πάλι ψωμιά νά τά πάη σ’ ἄλλον Ἐρημίτη πού ἔμενε πολύ πιό μακριά. Συνέβη ὅμως νά ἔρχεται κι’ ἐκεῖνος μέ τόν ἴδιο σκοπό καί συναντήθηκαν στό δρόμο. 
– Ἀδελφέ μου, εἶπε πρῶτος ὁ Γέροντας, μέ κόπο ἀπέκτησα ἕνα μικρό θησαυρό καί πρόλαβες ἐσύ νά μοῦ τόν πάρης. 
– Μήπως ἡ στενή πύλη χωράει μόνο ἐσένα, Ἀββᾶ; Κάνε λίγο τόπο νά περάσωμε κι’ ἐμεῖς, τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Ἀδελφός. 
Ἐνῶ ἔλεγαν αὐτά, ἦλθε πάλι ὁ Ἄγγελος καί τούς εἶπε: 
– Αὐτή ἡ φιλονικία σάν εὐωδιαστό λιβάνι ἀνεβαίνει στόν οὐρανό.

(Ἀπό το Γεροντικό τῆς Θεοδώρας Χαμπάκη πρώην ἡγουμένης τῆς Ἱ.Μ. Ὁσ. Θεοδοσίου, Ἐκδόσεις Ὀρθ. Χριστ. Ἀδελφότητος «ΛΥΔΙΑ»).

Περί υπακοής



Κάποτε, ενώ καθόμαστε μαζί στην τράπεζα, ο μέγας εκείνος Ηγούμενος έγειρε στο αυτί μου το άγιό του στόμα και μου λέγει: «Θέλεις να σου δείξω θεϊκό φρόνημα μέσα σε βαθύτατο γήρας»; Αφού δε εγώ τον παρεκάλεσα γι΄αυτό, φωνάζει ο δίκαιος κάποιον από το δεύτερο τραπέζι, πού ωνομαζόταν Λαυρέντιος και είχε σαράντα οκτώ περίπου χρόνια στο Μοναστήρι -ήταν μάλιστα και ο δεύτερος κατά σειράν πρεσβύτερος στο ιερατείο της Μονής. Ήλθε λοιπόν ο Λαυρέντιος, έβαλε μετάνοια στον Ηγούμενο και εκείνος του έδωσε την ευλογία του. Αφού όμως σηκώθηκε, δεν του είπε τίποτε απολύτως, αλλά τον άφησε να ίσταται όρθιος εμπρός στο τραπέζι και χωρίς να τρώγη (ενώ ευρισκόμεθα ακόμη στην αρχή του γεύματος).

Γιά τή θαυμαστή ἐλεημοσύνη κάποιου ἅγιου πατέρα.



Στή λαύρα τῶν Πυργίων κατοικοῦσε ἕνας γέροντας. Ἦταν ὑπερβολικά ἀκτήμων, εἶχε δέ καί τό χάρισμα τῆς ἐλεημοσύνης. Μιά μέρα λοιπον ἦρθε κάποιος φτωχός στό κελί του ζητώντας ἐλεημοσύνη. Ὁ γέροντας δέν εἶχε τίποτε ἐκτός ἀπο ἕνα ψωμί, τό ὁποῖο ἔβγαλε καί ἔδωσε στό φτωχό. Τοῦ λέει ὁ φτωχός: «Δέν θέλω ψωμί, ἀλλά ροῦχο». Ὁ γέροντας, θέλοντας νά κάνει ἀκέραιο τό καλό, τόν πῆρε ἀπό τό χέρι καί τόν ἔμπασε στόν πύργο του. Ὁ φτωχός, ἐπειδή δέν βρῆκε τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπ’ αὐτό πού φοροῦσε ὁ γέροντας, συγκινήθηκε ἀπό τήν ἀρετή του, ἔλυσε τό σάκο του, ἄδειασε ὅ,τι εἶχε στή μέση τοῦ κελιοῦ καί τοῦ εἶπε: «Πάρ’ τα, καλόγερε, κι ἐγώ βολεύομαι ἀπ’ ἀλλοῦ».

Πηγή: «ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟΝ», ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα.

Ἀγάπη πρός τόν πλησίον


ΚΑΠΟΤΕ πού ὁ Ἀββάς Ἀγάθωνας ἐπήγαινε στήν πόλι νά δώση τό ἐργόχειρό του καί νά προμηθευθῆ τό λίγο ψωμάκι του, βρῆκε κοντά στήν ἀγορά ἕνα πτωχό γέρο ἀνάπηρο.
− Γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, Ἀββᾶ, ἄρχισε τά παρακάλια ὁ γέρος, μόλις εἶδε τόν Ὅσιο, μή μέ ἀφήσης κι ἐσύ ἀβοήθητο τόν δυστυχῆ, πάρε με κοντά σου.
Ὁ Ἀββᾶς Ἀγάθων τόν ἔβαλε νά καθίση δίπλα του, ἐκεῖ πού ἀράδιασε τά καλάθια του γιά νά τά πουλήση.
− Πόσα λεφτά πῆρες, Ἀββᾶ; τόν ρωτοῦσε ὁ γέρος, κάθε φορά πού ἔδινε ἕνα καλάθι.
− Τόσα, τοῦ ἔλεγε ὁ Ὅσιος.
− Καλά εἶναι. Δέν μοῦ ἀγοράζεις, ὅμως, μιά μικρή πίττα, Ἀββᾶ; Ἔτσι γιά νά δῆς καλό, πού ἔχω ἀπό χθές βράδυ νά φάγω.
− Μετά χαρᾶς, ἔλεγε ὁ Ὅσιος καί ἔκανε ἀμέσως τήν ἐπιθυμία του.
Σέ λίγο τοῦ ζήτησε φροῦτα, ὕστερα ἕνα γλυκό. Ἔτσι, σέ κάθε καλάθι πού πουλοῦσε ἐξόδευε τά χρήματα, χάριν τοῦ προστατευομένου του, ἕως ὅτου ἔδωσε ὅλα τά καλάθια καί ὅλα τά χρήματα ὁ Ὅσιος, χωρίς νά τοῦ μείνη γιά τόν ἑαυτό του οὔτε δίλεπτο. Καί τό σπουδαιότερο, πώς τό ἔκανε μέ μεγάλη προθυμία, ἐνῶ ἤξερε πώς εἶχε νά περάση τώρα, τοὐλάχιστον, μία ἑβδομάδα χωρίς ψωμί.
Ἀφοῦ ἔδωσε καί τό τελευταῖο του καλάθι, ἑτοιμάσθηκε νά φύγη ἀπό τήν ἀγορά.
− Φεύγεις λοιπόν; τόν ἐρώτησε ὁ ἀνάπηρος.
– Ναί, τελείωσα πιά τή δουλειά μου.
– Αἴ, τώρα θά κάνης ἀγάπη νά μέ πᾶς ὥς τό σταυροδρόμι κι ἀπό κεῖ φεύγεις γιά τήν ἔρημο, εἶπε πάλι παρακαλεστικά ὁ παράξενος γέρος.
Ὁ ἀγαθώτατος Ἀγάθων τόν φορτώθηκε στήν πλάτη καί μέ πολλή δυσκολία τόν μετέφερε ἐκεῖ πού τοῦ ζητοῦσε, γιατί ἦτο κατάκοπος ἀπό τήν ἐργασία τῆς ἡμέρας.
Σάν ἔφτασαν στό σταυροδρόμι κι ἑτοιμάστηκε νά ἀποθέση κάτω τό ζωντανό φορτίο του, ἄκουσε γλυκειά φωνή νά τοῦ λέγη:
– Εὐλογημένος νά εἶσαι, Ἀγάθων, ἀπό τόν Θεόν καί στή γῆ καί στόν Οὐρανό.
Ἐσήκωσε τά μάτια ὁ Ὅσιος νά ἰδῆ ἐκεῖνον πού τοῦ ὡμιλοῦσε. Ὁ δῆθεν γέρος εἶχε γίνει ἄφαντος, γιατί ἦτο Ἄγγελος σταλμένος ἀπό τόν Θεόν νά δοκιμάση τήν ἀγάπη τοῦ Ὁσίου.


(Ἀπό το Γεροντικό τῆς Θεοδώρας Χαμπάκη πρώην ἡγουμένης τῆς Ἱ.Μ. Ὁσ. Θεοδοσίου, Ἐκδόσεις Ὀρθ. Χριστ. Ἀδελφότητος «ΛΥΔΙΑ»).

Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΛΗΣΤΗΣ



Ήταν ένας γέροντας ασκητής και αναχωρητής, όστις ασκήτευσεν εις τόπον έρημον χρόνους εβδομήκοντα με νηστείαν και παρθενίαν και αγρυπνίαν. Εις τόσους δε χρόνους όπου εδούλευε τον Θεόν δεν αξιώθη να ιδή καμμίαν οπτασίαν και αποκάλυψιν εκ Θεου.

Και ελογίασε και έβαλε τούτο εις τον νουν του λέγων: «Μήπως δια καμμίαν αφορμήν όπου δεν ηξεύρω εγώ δεν αρέσει του Θεου η ασκησίς μου, και η εργασία μου θέλει είναι απαράδεκτος· δια τούτο δεν δύναμαι να αποκαλυφθώ και να ιδώ κανένα μυστήριον». 

Ταύτα διαλογιζόμενος ο γέρων άρχισε να δέεται και να παρακαλή τον Θεόν περισσότερον, προσευχόμενος και λέγων: «Κύριε εάν άρα σε αρέση η άσκησίς μου και δέχεσαι τα έργα μου, δέομαι, σου ο αμαρτωλός και ανάξιος, ίνα χαρίσης και εις εμέ ένα σταλαγμόν από τα χαρίσματά σου, να πληροφορηθώ με μίαν φανέρωσιν ενός μυστηρίου ότι ήκουσας την δέησίν μου, δια να περνώ θαρρετά και πληροφορημένα την ασκητικήν μου ζωήν».

Ταύτα του αγίου γέροντος δεομένου και παρακαλούντος, ήλθε προς αυτόν φωνή εκ Θεου λέγουσα: «Αν είναι και αγαπάς να ιδής την δόξαν μου, πήγαινε μέσα εις την βαθυτάτην έρημον και θέλεις αποκαλυφθή μυστήρια».
Ως ήκουσε ταύτην την φωνήν ο γέρων, εξέβη από το κελλίον του και, ωσάν εμάκρυνεν εκείθεν, τον απάντησεν ένας λη­στής, ο οποίος, καθώς είδε τον αββάν, ώρμησε με βίαν προς αυτόν θέλοντας να τον φονεύση. Και ωσάν τον επίασεν, είπε προς αυτόν: «Εις καλήν ώραν σε απάντησα, Γέ­ροντα, να τελειώσω την εργασίαν μου να σωθώ.
Διότι ημείς oι λησταί έχομεν τοιαύτην συνήθειαν και τοιούτον νόμον και πίστιν, ότι όποιος ημπορέσει να κάμη εκατόν φόνους, κατά πάσαν ανάγκην υπάγει εις τον παράδεισον. Λοιπόν εγώ, πολλά κοπιάσας έως τώρα, έκαμα φόνους εννενήκοντα εννέα και λείπωντάς με ένας είχα πολλήν φροντί­δα και μέριμναν να τελειώσω την εκατοντάδα μου να σωθώ. Λοιπόν έχω σε μεγάλην χάριν και σε ευχαριστώ, οτι σήμερον δια εσένα απολαμβάνω τον παράδεισον».
Ταύτα λέγοντος του ληστού, ως τα ήκουσεν ο γέρων, εξεπλάγη και ετρόμαξεν εις τον εξαφνικόν και ανέλπιστον πειρασμόν. Και ατενίσας τα όμματα του νοός του προς τον θεόν τοιαύτα διαλογιζόμενος έλεγεν: «Αυτή είναι η δόξα σου, Δέσποτα Κύριε, όπου έταξες να δείξης εις εμέ τον δούλον σου; Τοιαύτην βουλήν με έδωκες τον αμαρτωλόν, να εξέβω από το κελλίον μου να με πληροφορήσης τοιούτον φοβερόν μυστήριον; Με τοιαύτας δωρεάς κά­μνεις την αμοιβήν δια τους κόπους της ασκήσεως όπου έσυρα δια λόγου σου; Τώ­ρα εγνώρισα αληθώς, Κύριε, ότι όλος μου ο κόπος της ασκήσεως ήταν μάταιος· και πάσα προσευχή μου ελογίσθη έμπροσθεν σου ώς σίγχαμα και βδέλυγμα.
Όμως ευχα­ριστώ την φιλανθρωπίαν σου, Κύριε, ότι, καθώς γνωρίζεις, παιδεύεις την άναξιότητά μου, καθώς με πρέπει, διά τας αμέτρους άμαρτίας μου και με παρέδωκες εις χείρας ληστού και φονέως». 

Τοιαύτα λέγων ο γέρων και λυπούμενος εδίψησε πολλά και είπε προς τον ληστήν: «Επειδή, ώ τέκνον, με το να είμαι αμαρτωλός, με επαρέδωκεν ο Θεός εις τας χείρας σου να με θανατώσης και γίνεται και η επιθυμία σου, καθώς ηγάπησας, και στερεύομαι την ζωήν, ωσάν κακός άνθρωπος όπου είμαι, δια τούτο παρακαλώ σε κάμε μου μίαν χάριν και ένα θέλημα παραμικρόν και δος μοι ολίγον νερόν να πίω, είτα αποκεφάλισόν με».
Και ώς ήκουσεν ο ληστής τον λόγον του γέροντος, θέλοντας μετά προθυ­μίας να πληρώση το ζητημά του, έβαλεν εις την θήκην την σπάθην, όπου εκράτει ξεγυμνωμένην, και έβγαλεν από τον κόλπον του ένα αγγείον και επήγεν εις το ποτάμι όπου ήτον εκεί σιμά και έσκυψε να το γεμώση, διά να φέρη του γέροντος να πίη.
Και εκεί όπου ήθελε να γεμίση το αγγείον, εξεψύχησε και απέθανεν. Λοιπόν, ως απέρασεν ολίγη ώρα και δεν ήλθεν ο ληστής, διελογίζετο ο γέρων και έλεγε: «Μήπως και ήτον νυστασμένος και έπεσε και απεκοιμήθη και διά τούτο αργεί και έχω άδειαν να φύγω και να υπάγω εις το κελλίον μου. Αμή επειδή και είμαι γέρων, φοβούμαι, διότι δεν έχω δύναμιν να δράμω και ως αδύνατος θέλω κουρασθή, να με φθάση.
Και αφού τον θυμώσω με τούτον τον τρόπον, θέλει με τυραννήση χωρίς λύπησιν κόπτοντάς με ζωντανόν εις πολλά κομμάτια. Λοιπόν ας μη φύγω, αμή ας υπάγω εις τον ποταμόν, να ιδώ τι κάμνει». Υπήγε λοιπόν ό γέρων μέ­σα εις τοιούτους διαλογισμούς και ευρήκεν αυτόν αποθαμένον και, ως τον είδεν, εθαύμασε και εξεπλάγη.
Και σηκώνοντας τα χέ­ρια του εις τον ουρανόν έλεγε: «Κύριε φι­λάνθρωπε, εάν ουκ αποκαλύψης μοι το μυστήριον τούτο, δεν βάνω τα χέρια μου κά­τω. Λυπήσου λοιπόν τον κόπον μου και φανέρωσόν μου το πράγμα τούτο». 
Ταύτα προσευχομένου του γέροντος, ήλθεν Άγγελος Κυρίου και είπε προς αυ­τόν: «Βλέπεις, αββά, τούτον κείτεται έμπροσθέν σου αποθαμένος; Διά λόγου σου αναρπάσθηκεν αιφνιδίω θανάτω, διά να γλυτώσης εσύ και να μη σε θανατώση.
Λοι­πόν θάψε τον ως ένα σωσμένον. Διότι ή υπακοή όπου έκαμε προς εσένα και έκρυψε την φονεύτριαν σπάθην εις την θήκην της, διά να υπάγη να σε φέρη νερόν, να καταπαύση την φλόγα της δίψης σου, με αυτό το έργον εκαταπράυνε την οργήν του Θεού και τον εδέχθη ως εργάτην της υπακοής.
Και η ομολογία των εννενήκοντα εννέα φόνων εις εξομολόγησιν ελογίσθη. Λοιπόν θάψε τον και έχε τον με τούς σωσμένους. Και γνώρισε διά τούτου το πέλαγος της φιλανθρωπίας και ευσπλαγχνίας του Θεού. Και πήγαινε χαίροντας εις το κελλίον σου και ας είσαι πρόθυμος εις τας προσευχάς σου και μη λυπήσαι και να λέγης, ότι πως είσαι αμαρτωλός και άμοιρος από αποκάλυψιν. Ιδού γαρ απεκάλυψέ σε ό Θεός ένα μυστήριον.
Ήξευρε δε και τούτο, ότι όλοι oι κόποι της ασκήσεώς σου είναι δεκτοί ενώπιον του Θεού· διότι δεν είναι κανένας κόπος όπου γίνεται δια τον Θεόν και να μην έλθη έμ­προσθεν αυτού». Ταύτα ακούσας ο γέρων έθαψε τον νεκρόν.



(Από το Γεροντικό)

Περί της πνευματικής τελειότητας


O μακάριος Μωυσής, θέλοντας με παραδείγματα να δείξει ότι η ψυχή δεν πρέπει να ακολουθεί δύο γνώμες, δηλαδή το καλό και το κακό, αλλά μόνο το καλό, ούτε να καλλιεργεί δύο είδη καρπών, δηλαδή ωφέλιμους και βλαβερούς, αλλά μόνο ωφέλιμους, λέει: «Στο αλώνι σου, δε θα ζέψεις μαζί ζώα διαφορετικού γένους, λ.χ. βόδι με γαϊδούρι, αλλά αφού ζέψεις ζώα του ιδίου γένους, να αλωνίσεις τα σπαρτά σου», -δηλαδή στο αλώνι της καρδιάς μας να μην αλωνίζουν μαζί αρετή και κακία, αλλά μόνον η αρετή. «Δεν θα υφάνεις λινό μαζί με μάλλινο ύφασμα, ούτε μαλλί με λινό. Δε θα καλλιεργήσεις στο χωράφι σου δύο είδη καρπών μαζί. Δε θα διασταυρώσεις ζώα διαφορετικού γένους, αλλά θα ενώσεις ζώα ίδιου γένους». Με όλα αυτά υπαινίσσεται με μυστικό τρόπο ότι δεν πρέπει να καλλιεργούνται μέσα μας, όπως είπαμε, κακία και αρετή, αλλά να γεννιούνται αποκλειστικά οι γόνοι της αρετής· ούτε να μετέχει η ψυχή σε δύο πνεύματα, στο πνεύμα του Θεού και στο πνεύμα του κόσμου, αλλά μόνο στο πνεύμα του Θεού, και να καρποφορεί μόνο τούς καρπούς του Πνεύματος. Γι’ αυτό λέει ο Ψαλμωδός: «Συμμορφωνόμουν σ’ όλες τις εντολές Σου και μίσησα κάθε τι πού οδηγεί στην αδικία». 


Πηγή: www.geocities.com/bibliokalia

Ἀγάπη πρός τόν πλησίον



ΕΡΩΤΗΣΑΝ τόν Ἀββᾶ Ἀγάθωνα πῶς ἐκδηλώνεται ἡ εἰλικρινής ἀγάπη πρός τόν πλησίον, κι ἐκεῖνος ὁ μακάριος, πού εἶχε ἀποκτήσει τή βασίλισσα τῶν ἀρετῶν σέ τέλειο βαθμό, ἀποκρίθηκε:
− Ἀγάπη εἶναι νά βρῶ ἕνα λεπρό καί νά τοῦ δώσω εὐχαρίστως τό σῶμα μου καί, ἄν εἶναι δυνατόν, νά πάρω τό δικό του.


*  *  *

ΠΟΛΛΑ ἀνέκδοτα διηγοῦνται οἱ Πατέρες γιά τόν Ἀββᾶ Ἀγάθωνα καί τήν πολλή ἀγάπη πού ἔκρυβε στήν καρδιά του γιά τόν συνάνθρωπό του.
Κάποτε κατέβηκε στήν πόλι νά πουλήση τά πανέρια του καί σκόνταψε ἐπάνω σ’ ἕνα δυστυχισμένο ἄνθρωπο, παραπεταμένο στό δρόμο, ξένο καί ἄρρωστο, πού ὥς τή στιγμή ἐκείνη κανένας διαβάτης δέν εἶχε σκεφθῆ νά τόν βοηθήση.
Ὁ Ὅσιος τόν ἐσήκωσε, τόν περιποιήθηκε καί μέ τά χρήματα πού ἐπῆρε ἀπό τά πανέρια του ἐνοίκιασε δωμάτιο καί τόν ἔβαλε μέσα. Λέγουν μάλιστα πώς ἔμεινε ἀρκετό καιρό κοντά του καί τόν ἐφρόντιζε, ἐνῶ συγχρόνως ἐργαζόταν γιά νά βγάζη τά ἔξοδά του. Ὅταν πιά ὁ ξένος ἔγινε ἐντελῶς καλά καί ἦτο σέ θέσι νά γυρίση στήν πατρίδα του, ἐπέστρεψε καί ὁ Ἀββᾶς Ἀγάθων στήν ἀγαπημένη του ἡσυχία.


(Ἀπό το Γεροντικό τῆς Θεοδώρας Χαμπάκη πρώην ἡγουμένης τῆς Ἱ.Μ. Ὁσ. Θεοδοσίου, Ἐκδόσεις Ὀρθ. Χριστ. Ἀδελφότητος «ΛΥΔΙΑ»).

Τίποτε δεν πρέπει να κάνουμε για επίδειξη



“Εκείνος που φανερώνει τα καλά του έργα και τα κάνει γνωστά στον κόσμο, μοιάζει με τον σποριά που ρίχνει τον σπόρο στην επιφάνεια της γης και έρχονται τα πτηνά του ουρανού και τον τρώνε. Ενώ εκείνος πού κρύβει την άσκησή του, όπως βάζει ο σποριάς τον σπόρο μέσα στης γης τα αυλάκια, αυτός ακριβώς θα έχει άφθονη συγκομιδή”.

Πηγή: Από το Μεγάλο Γεροντικό.

Ἀγάπη πρός τόν πλησίον



ΟΤΑΝ Ο ΑΒΒΑΣ Θεόδωρος ἧτο ἀκόμη ὑποτακτικός, τόν ἔστειλε ὁ Γέροντάς του στό φοῦρνο τῆς Σκήτης νά ψήση τά παξιμάδια του. Ἐκεῖ βρῆκε κάποιον ἄλλον πού ἤθελε νά φουρνίση τά δικά του, μά δέν ἔβρισκε βοηθό. Ὁ νεαρός Θεόδωρος ἄφησε κάτω τόν τορβά του κι’ ἔδωσε ἕνα χέρι στόν Ἀδελφό. Δέν πρόλαβε νά τελειώση καί ἔφθασε ἄλλος μέ ψωμιά. Ὁ Θεόδωρος παρεχώρησε πάλι τή θέσι του καί πρόσφερε τή βοήθειά του. Σέ λίγο ἦλθε τρίτος καί τέταρτος ἕως ἕξι. Ὁ Θεόδωρος ἐβοήθησε τούς Ἀδελφούς καί τελευταῖος ἀπό ὅλους ἔψησε τά δικά του παξιμάδια. Ἔδυε ὁ ἥλιος πλέον, ὅταν ἐγύριζε στό Γέροντά του. Τοῦ εἶπε τό λόγο πού τόν ἔκανε νά καθυστερήση τόσο πολύ, χωρίς νά θεωρῆ ὅμως ὅτι ἔκανε κάτι ἀξιόλογο…

*  *  *


ΟΥΔΕΠΟΤΕ προτίμησα τό προσωπικό μου συμφέρον ἀπό τήν ὠφέλεια τοῦ ἀδελφοῦ μου, ἔλεγε συχνά ὁ Μέγας Ἀντώνιος.

(Ἀπό το Γεροντικό τῆς Θεοδώρας Χαμπάκη πρώην ἡγουμένης τῆς Ἱ.Μ. Ὁσ. Θεοδοσίου, Ἐκδόσεις Ὀρθ. Χριστ. Ἀδελφότητος «ΛΥΔΙΑ»).

Ἡ πρός τον Θεόν ἀγάπη

Η ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ἀγάπη, γράφει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, εἶναι ἀγαθή διάθεσις τῆς ψυχῆς καί ὅποιος τήν κατέχει δέν προτιμᾶ κανένα ἀπό τά δημιουργήματα περισσότερο ἀπό τόν Θεόν. Εἶναι δέ ἀδύνατον νά τήν ἀποκτήση μονίμως ὁ ἄνθρωπος, ὅταν αἰσθάνεται τήν παραμικρή προσκόλλησι στά γήϊνα πράγματα. Ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν Θεόν, ζῆ βίον ἀγγελικόν ἐπάνω στή γῆ. Νηστεύει, ἀγρυπνεῖ, ψάλλει, προσεύχεται καί ἔχει πάντοτε καλές σκέψεις γιά τούς συνανθρώπους του.

(Ἀπό το Γεροντικό τῆς Θεοδώρας Χαμπάκη πρώην ἡγουμένης τῆς Ἱ.Μ. Ὁσ. Θεοδοσίου, Ἐκδόσεις Ὀρθ. Χριστ. Ἀδελφότητος «ΛΥΔΙΑ»).

Τρία στηρίγματα της ψυχής


Είναι ένα μικρό απόσπασμα του Αββά Ησαϊου , που μας διδάσκει πώς θα μπορέσουμε να στηριχθούμε πνευματικά μέσα στον κόσμον της αμαρτίας και των πειρασμών: «Τρία πράγματα είναι που αποκτά με δυσκολίαν ο άνθρωπος. Και αυτά τα τρία τον βοηθούν να διατηρήση στην ψυχή του όλες τις αρετές.  Είναι δε αυτά τα τρία τα εξής:
 
το πένθος, τα δάκρυα για τις αμαρτίες του
και η διαρκής ενθύμησις του θανάτου.

Εκείνος που σκέπτεται καθημερινώς τον θάνατον και λέγει στον εαυτόν του ότι μόνο σήμερα θα ζήσω στον μάταιον αυτό κόσμον, ποτέ δε θα αμαρτήση ενώπιον του Θεού. Αντιθέτως αυτός που ελπίζει, πως θα ζήση πολλά χρόνια θα περιπέση σε πολλές αμαρτίες. Εκείνον που έχει στον νουν του το φοβερόν κριτήριον και ετοιμάζεται να λογοδοτήση για όλες τις πράξεις του ενώπιον του Θεού και ο Θεός φροντίζη να καθαρίζη τον δρόμον της ζωής του από τις αμαρτίες. Ενώ εκείνος που αδιαφορεί και λέγει στον εαυτόν του , έχω καιρόν μέχρις ότου να φθάσω σ’ εκείνην την ώρα, συγκατοικεί με τους πονηρούς. Πριν αρχίσης την καθημερινήν σου εργασίαν, να ενθυμήσαι σε ποια ψυχική κατάσταση βρίσκεσαι και πού πρόκειται να μεταβής, όταν θα εξέλθης από το φθαρτό και πρόσκαιρο σώμα και μην αμελήσης ούτε μια μέρα για την ψυχή σου. Πρόσεχε συνεχώς, ώστε να ενθυμήσαι διαρκώς το τέλος σου και να έχης εμπρός στα μάτια σου τον θάνατον, την αιώνια κόλασι, καθώς και εκείνους , που βασανίζονται και υποφέρουν εκεί. Να λογαριάζης δε τον εαυτόν σου όχι ως ζωντανόν , αλλά ως έναν από αυτούς που φλογίζονται στην αιώνια κόλασι».
ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. Παντοδύναμη είναι η χάρις του Θεού έρχεται αμέσως σε όποιον την επικαλείται. Γι’ αυτό  η λεγόμενη νοερά ή καρδιακή προσευχή, επειδή γίνεται μέσα στην καρδιά, με την συνεχή επίκλησι «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελεήσόν με τον αμαρτωλόν», είναι ο άριστος τρόπος επικλήσεως της Θείας Χάριτος. Ο Άγιος Ησύχιος ο Πρεσβύτερος γράφει: «Όπως η βροχή όσον περισσότερον πέφτει πάνω στην γη τόσο την μαλακώνει, έτσι και την γη της καρδιάς μας την χαροποιεί και την ευφραίνει το άγιον όνομα του Χριστού, όσον περισσότερον  το φωνάζουμε και όσον συχνότερα το επικαλούμαστε». Να λοιπόν ο δρόμος που μπορεί να μαλακώση την σκληρή και υπερήφανη καρδιά μας και να την οδηγήση στην υψηλοποιό ταπείνωσι, στην πραότητα και την υπομονή, όπου βρίσκει χώρον παραμονής η Πίστις, η Ελπίς και η Αγάπη. 
 
Πηγή: «Π.Μ. ΣΩΤΗΡΧΟΥ, “ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΖΩΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ”, Β’ ΤΟΜΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ “AΣΤΕΡΟΣ”

Ὁ φύλακας τοῦ ὁσίου Ἰωάννου



Οἱ πατέρες τῆς λαύρας τοῦ ὁσίου Σάββα παρήγγειλαν στόν τιμιώτατο πατέρα Ἰωάννη τόν Ἡσυχαστή νά διακόψη τήν παραμονή του στήν περιοχή τοῦ Ρουβᾶ, να ἐπιστρέψη στήν λαύρα καί νά ἡσυχάζη στό κελλί του, γιά νά γλυτώση ἀπό τίς ἐπιθέσεις τῶν βαρβάρων.
Ὅμως ὁ θεσπέσιος Ἰωάννης χαιρόταν στήν ἡσυχία, ἀπελάμβανε σ’ αὐτή θεία γλυκύτητα καί δέν ἤθελε νά τήν στερηθῆ. Συλλογιζόταν καί ἔλεγε στόν ἑαυτό του τά ἑξῆς:
- Ἐάν δέν φροντίζη γιά μένα ὁ Θεός, γιατί τότε νά ζῶ;
Ἔχοντας ἔτσι ἐμπιστευθῆ τήν ζωή του στόν Ὕψιστο, παρέμενε ἀβλαβής ἀπό τούς βαρβάρους.
Ὁ Θεός πού πάντοτε φροντίζει γιά τούς δούλους Του, ἀνέθεσε σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή στούς ἀγγέλους νά φυλάξουν τόν ὅσιό Του. Καί θέλοντας νά τόν πληροφορήση γιά τήν πρόνοιά Του, τοῦ ἔστειλε αἰσθητό φύλακα ἕνα τεράστιο καί φοβερό λιοντάρι, νά τόν προστατεύη μέρα καί νύχτα ἀπό τόν κίνδυνο τῶν βαρβάρων.
Βέβαια, ὅταν εἶδε τήν πρώτη νύχτα τό λιοντάρι νά κοιμᾶται κοντά του, δείλιασε λίγο, ὅπως ὁ ἴδιος διηγήθηκε. Ὅταν ὅμως τό ἔβλεπε μέρα καί νύχτα νά τόν ἀκολουθῆ ἀκατάπαυστα καί νά τόν προστατεύη ἀπό τούς βαρβάρους, εὐχαριστοῦσε τόν Θεό.

Πηγή: Ἀπό τό βιβλίο «Χαρίσματα καί χαρισματοῦχοι», τόμος 1ος, Ἐκδόσεις Ι.Μ. Παράκλητου.

Πώς πρέπει να προσευχόμαστε;




Ρώτησαν κάποιοι τον αββά Μακάριο:
“Πώς πρέπει να προσευχόμαστε;”
Και ο Γέροντας τους είπε:
“Δεν χρειάζεται να φλυαρούμε, αλλά να υψώνουμε τα χέρια και να λέμε:
"Κύριε, όπως θέλεις και όπως γνωρίζεις, ελέησέ με".
Και αν προμηνύεται πόλεμος:
"Κύριε, βοήθει με", και γνωρίζει ο ίδιος τι μας συμφέρει και θα μας ελεήσει”.

Πηγή: Ἀπό τό Μεγάλο Γεροντικό.

ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ


Η ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΑΓΑΠΗ

Ο ΑΒΒΑΣ Ἀμμοῦν ὁ Νιτριώτης ἐπεσκέφθη κάποτε τόν Μέγαν Ἀντώνιο καί ἐπειδή εἶχε μαζί του φιλική οἰκειότητα τόν ἐρώτησε:
− Πῶς συμβαίνει, ἐγώ μέν νά κοπιάζω περισσότερο ἀπό σένα, σύ δέ νά δοξάζεσαι περισσότερο ἀπό τούς ἀνθρώπους;
− Φαίνεται ὅτι θά ἀγαπῶ τόν Θεόν περισσότερο ἀπό σένα, τοῦ ἀποκρίθηκε μέ καλοκάγαθο μειδίαμα ὁ φίλος τοῦ Θεοῦ.
* * *
ΔΕΝ ΦΟΒΟΥΜΑΙ τόν Θεόν, ἔλεγε στούς μαθητάς του ὁ Καθηγητής τῆς ἐρ­ήμου Μέγας Ἀντώνιος, διότι τόν ἀγαπῶ. Ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον»

(Ἀπό το Γεροντικό τῆς Θεοδώρας Χαμπάκη πρώην ἡγουμένης τῆς Ἱ.Μ. Ὁσ. Θεοδοσίου, Ἐκδόσεις Ὀρθ. Χριστ. Ἀδελφότητος «ΛΥΔΙΑ»).