Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΑΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΑΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάν τή θάλασσα ἡ Παιδεία μας;
Ἡ θάλασσά μας... Εἰδυλλιακή, πανέμορφη, ζηλευτή. Μοναδικές στόν κόσμο οἱ ἀκτές της. Κι ὅμως οἱ Ἕλληνες πνίγονται...
Ἡ Παιδεία μας... Πλούσια, ζηλευτή, μέ ρίζες πού χάνονται μέσα στούς αἰῶνες, φωτοδότρα τῆς Εὐρώπης, καύχημα τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ. Κι ὅμως οἱ Ἕλληνες μένουν ἀμύητοι... Δέν μαθαίνουν νά κολυμποῦν στά δροσερά νερά της. Ἀδυνατοῦν νά φτάσουν στά βάθη της, γιά νά ἀνακαλύψουν ἐκεῖ τά μαργαριτάρια καί τούς ἄλλους ἀμύθητους θησαυρούς της.
Νά ὑπομένεις χωρίς μεμψιμερίες
Ἡ ἀνθρώπινη ζωή εἶναι μιά ἀσταμάτητη ἐναλλαγή χαρᾶς καί λύπης. Γιά πολλούς ἀπό μᾶς περισσότερες ἀπό τίς φωτεινές εἶναι οἱ μαῦρες μέρες. «Ὁ λέγων ὅτι ζῇ, λέγει ὅτι ὑποφέρει».
Στή ζωή τοῦ νέου ὑπάρχουν φυσικά δυσκολίες, δοκιμασίες πολύ ἤ λίγο σκληρές, ἀτυχήματα, λάθη, ἀσθένειες, θλίψεις φυσικές καί ἠθικές. Ἀλλά καλλίτερα φανερώνεται ὁ χαρακτῆρας του μέ τόν τρόπο, πού δέχεται τά χτυπήματα αὐτά.
Ρίσκο
Αν γελάς, ρισκάρεις να φανείς ανόητος.
Αν κλαις, ρισκάρεις να φανείς συναισθηματικός.
Αν πλησιάσεις κάποιον, ρισκάρεις να του δώσεις δικαιώματα.
Αν δείχνεις τα αισθήματα σου, ρισκάρεις να εκθέσεις τον πραγματικό σου εαυτό.
Αν φανερώσεις τις ιδέες σου και τα όνειρα σου σε πολλούς, ρισκάρεις να τα χάσεις.
Αν αγαπάς, ρισκάρεις να μην σε αγαπούν.
Αν ζεις, ρισκάρεις να πεθάνεις.
Αν ελπίζεις, ρισκάρεις να απελπιστείς.
Αν προσπαθείς, ρισκάρεις να αποτύχεις.
Ωστόσο, πρέπει να ρισκάρουμε, γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος στη ζωή είναι να μην ρισκάρουμε τίποτα!
Μπορεί να αποφεύγει τον πόνο και την λύπη, αλλά δεν μπορεί να μάθει, να αισθανθεί, να αλλάξει, να μεγαλώσει, να αγαπήσει ή να ζήσει.
Αλυσοδεμένος από την νοοτροπία του, σαν σκλάβος, έχει στερηθεί την ελευθερία.
Μόνο όταν ρισκάρει κάποιος είναι ελεύθερος!!!!
Αν κλαις, ρισκάρεις να φανείς συναισθηματικός.
Αν πλησιάσεις κάποιον, ρισκάρεις να του δώσεις δικαιώματα.
Αν δείχνεις τα αισθήματα σου, ρισκάρεις να εκθέσεις τον πραγματικό σου εαυτό.
Αν φανερώσεις τις ιδέες σου και τα όνειρα σου σε πολλούς, ρισκάρεις να τα χάσεις.
Αν αγαπάς, ρισκάρεις να μην σε αγαπούν.
Αν ζεις, ρισκάρεις να πεθάνεις.
Αν ελπίζεις, ρισκάρεις να απελπιστείς.
Αν προσπαθείς, ρισκάρεις να αποτύχεις.
Ωστόσο, πρέπει να ρισκάρουμε, γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος στη ζωή είναι να μην ρισκάρουμε τίποτα!
Μπορεί να αποφεύγει τον πόνο και την λύπη, αλλά δεν μπορεί να μάθει, να αισθανθεί, να αλλάξει, να μεγαλώσει, να αγαπήσει ή να ζήσει.
Αλυσοδεμένος από την νοοτροπία του, σαν σκλάβος, έχει στερηθεί την ελευθερία.
Μόνο όταν ρισκάρει κάποιος είναι ελεύθερος!!!!
Κόσμημα πιστῶν νέων
Ὑπακοή στόν Χριστό
Εἶναι μεγαλεῖο! Ἐμπιστεύεσαι, ἀγαπᾶς, ἀκολουθεῖς. Κι ἀνακαλύπτεις ἕνα ἄλλο νόημα, μιά ἄλλη ζωή μέσα στήν κοινότυπη ζωή.
Ἡ λογική δέν καταργεῖται, ἀλλά καί δέν ἀπολυτοποιεῖται.
Πείθεται καί πειθαρχεῖ.
Ὑπακοή! Ἕνας δρόμος μέσα ἀπό τήν ταπείνωσι πού βγάζει σέ ὕψη, σέ φῶς! Δέν καταπιέζει ἀλλά ἀναδεικνύει. Δέν ἐξαναγκάζει ἀλλά συναρπάζει. Σέ χειραγωγεῖ στήν Ἐλευθερία.
Ὑπακοή. Ἕνα παράθυρο σέ ὁρίζοντες χάριτος καί ἀγάπης.
Ἕνα κλειδί γιά θαυμαστές λύσεις σέ ἀδιέξοδα.
Ὑπακοή! Οὐράνιες εὐλογίες στά διαβήματά σου.
Πηγή: Ἡμερολόγιο Ὀρθοδ. Χριστ. Ἀδελφότητος «ΛΥΔΙΑ», 2010.
Ἰσχυρός πύργος ἤ ἀνεμοδείκτης;
Στίς μικρές μεσαιωνικές πόλεις συναντᾷ κανείς συχνά ἴχνη φρουρίων καί πύργων, κι’ ἐκεῖ ἀκόμη πού ἀπό τά κτίρια πέτρες μόνο ἔχουν ἀπομείνει, δέν εἶναι σπάνιο νά βρῇ κανείς ἀκέραιο τόν ὑψηλό πύργο τοῦ παλιοῦ παλατιοῦ. Οἱ πύργοι λοιπόν αὐτοί, πού εἶδαν νά περνοῦν τόσοι αἰῶνες καί πού ἀτενίζουν μέ βλέμμα ἀπαθές τήν δίνη τῆς νέας ζωῆς μπροστά στά πόδια τους, πόσην ἰδέα μᾶς δίνουν γιά τόν ἄτεγκτο χαρακτῆρα! Ἀπό κάτω ὅλα ἀλλάζουν, ὅλα μεταβάλλονται, ὅλα ἐξελίσσονται· γίνονται πωλήσεις· γίνονται ἀγορές· ἀλλά τίποτα καί κανένας δέν μπορεῖ νά ἀλλοιώσῃ τό γρανίτη τους.
Οἱ παλιοί αὐτοί πύργοι συμβολίζουν τόν ἀκλόνητο χαρακτῆρα, πού μέ ἀνδρισμό ἐκτελεῖ τό ἀνθρώπινο καθῆκον. Ἄλλοτε ἦταν ὁ πύργος τό καλλίτερο καταφύγιο τῶν κατοίκων του· σήμερα τό καλλίτερο στήριγμα τῆς κοινωνίας εἶναι ὁ ἄνθρωπος, πού ἔχει χαρακτῆρα. «Μήν ἐγκαταλείψῃς ποτέ τήν θέσι, στήν ὁποία σ’ ἐτοποθέτησε ἡ κλίσις σου καί ἐκπλήρωσε τίς ὑποχρεώσεις, πού ἀπορρέουν απ’ αὐτήν»· εἶναι σάν νά σοῦ λένε οἱ σιωπηλές αὐτές πέτρες: «Ἀναλογίσου πόσα χρόνια ἐχρειάσθηκαν γιά τήν κατασκευή μου, πόσες μικρές πέτρες ἦταν ἀπαραίτητες, πόση δουλειά, καλή θέλησι καί ἱδρῶτας! Ἀλλά ὅλα τοῦτα δέν ἐπῆγαν χαμένα. Ζῷ ἀκόμα μετά ἀπό τόσους αἰῶνες!».
Δέν παρασύρεσαι εὔκολα στήν ἀπογοήτευσι, καλό μου παιδί, παρ’ ὅλη τήν καλή σου θέλησι; Πόσες φορές ἐμπῆκες στόν καλό δρόμο μέ νεανική ὄρεξι; Πόσες φορές ἔδωσες στόν ἑαυτό σου τήν ὑπόσχεσι νά ἐργασθῇς σοβαρά γιά τήν ἀνάπτυξι τοῦ χαρακτῆρος σου; Ἀλλά –δέν εἶναι ἔτσι;– μετά ἀπό μερικές ὧρες, μετά ἀπό μερικές ἡμέρες τό πολύ, ἔπεφτε ἡ φλόγα τοῦ ἐνθουσιασμοῦ σου, ὁ ζῆλος σου ἐχανόταν, κι’ ἐσύ ξαναβρισκόσουν στήν παλιά σου κατάστασι. Γιά νά χτισθῇ ὁ πύργος ἐχρειάσθηκαν χρόνια, ἴσως δεκάδες χρόνια· καί σύ θέλεις νά γίνῃς χαρακτῆρας μέσα σέ μιάν ἡμέρα μόνο; Ἐν τούτοις ξέρεις, ὅτι ἄν στήν ἀρχή ὁ δρόμος τῆς ἁμαρτίας εἶναι εὐχάριστος καί ἀνθόσπαρτος, ὕστερα ἀπό λίγο φρικτή μεταμέλεια περιμένει τόν ἁμαρτωλό· καί ὅτι ἄν στήν ἀρχή εἶναι δύσκολο νά εἶναι κανείς ἐνάρετος, μετά ἀπό λίγο ὁ δρόμος ἐκεῖνος θά γίνεται σιγά-σιγά ὁλοένα λιγώτερο σκληρός καί ὅτι στό τέρμα του θά βρεθῇ ἡ εἰρήνη τῆς γαληνεμένης συνειδήσεως.
Ἀλλά τί βλέπω ἐκεῖ στήν κορυφή τοῦ παλιοῦ πύργου; Κάτι πού δέν μένει στήν θέσι του ποτέ, καί γυρίζει πότε δεξιά, πότε ἀριστερά.. Ἀνεμοδείκτης. Δέν ἔχει οὔτε μόνιμη κατεύθυνσι, οὔτε βάσι σταθερή. Σχεδόν πάω νά πῶ ὅτι δέν ἔχει οὔτε ἀρχές, οὔτε χαρακτῆρα... Διότι, ἄν εἶχε, ἄδικα θά ἐφυσοῦσε ὁ ἄνεμος, αὐτός δέν θά ὑπάκουε... Τό νά ἐγκαταλείπῃ κανείς τίς ἀρχές του, τό νά ἐνεργῇ ἐναντίον τῶν πεποιθήσεών του, ἐπειδή κάτι τέτοιο εἶναι εὐκολώτερο ἤ ἐπειδή ἐξασφαλίζει πιό λαμπρή σταδιοδρομία, ἐπειδή φυσάει ὁ ἄνεμος ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, αὐτό εἶναι χαρακτηριστικά τοῦ ἀνεμοδείκτη.
Καί ὅμως πόσοι τέτοιοι νέοι ὑπάρχουν! Εἶναι ὅλοι ὅσοι δέν τά καταφέρνουν νά ὀρθοποδίσουν, ὅλοι ὅσοι εἶναι ακόμη ἀνήλικοι πνευματικῶς, πού περιφέρουν τά βλέμματα δεξιά κι’ ἀριστερά, γιά νά παρατηροῦν τί κάνει ὁ πλησίον.
Νά ἕνας ἀπ’ αὐτούς, πού τόν προειδοποιεῖ ἡ συνείδησί του: «Μή διαβάσῃς αὐτό τό βιβλίο· ἄκουσες νά λένε ὅτι εἶναι γεμᾶτο ἀπό ἠθικές βρωμιές. Γιατί ἀφήνει νά λερώνεται ὁ λευκός χιτῶνας τῆς ψυχῆς σου μέσα στό βουρκιασμένο νερό τοῦ μολυσμένου τούτου βάλτου;» Καλά· δέν θά τό διαβάσης. Ἔρχεται ὅμως ἕνας συμμαθητής: «Μικρέ μου ἅγιε, τί παιδί πού εἶσαι!», τοῦ λέει κοροϊδευτικά. «Ἐγώ μικρό παιδί;», καί νά, πιάνει τό βιβλίο, τό διαβάζει ὡς τήν τελευταία γραμμή, καί καταλερώνει τήν ψυχή του μέ τόν βοῦρκο, πού πειρέχει.
Νά ἕνας ἄλλος, πού τοῦ λέει ἡ συνείδησί του: «Μή πᾷς στήν παράστασι αὐτοῦ τοῦ ἔργου, αὐτῆς τῆς ταινίας! Ἄφησε αὐτήν τήν ἐπικίνδυνη συντροφιά!». Ἀλλά ἐκεῖνος σκέπτεται: «Τί νά κάνω; Οἱ ἄλλοι πηγαίνουν· οἱ ἄλλοι διασκεδάζουν μ’ αὐτό τόν τρόπο. Μόνο ἐγώ θά διαφέρω ἀπ’ αὐτούς;». Ναί, παιδί μου, μ’ αὐτό τόν τρόπο ἀκριβῶν σκέπτονται οἱ ἀνεμοδεῖκτες. Ἔ, λοιπόν, διάλεξε μόνος σου. Τί προτιμᾷς νά εἶσαι; Πύργος ἰσχυρός ἤ ἀνεμοδείκτης; Δοῦλος τοῦ τί θά λέῃ ὁ κόσμος ἤ δοῦλος τῆς συνειδήσεώς σου;
Από το βιβλίο του Tihamer Toth, Ἡ πιό ὑπέροχη νίκη.
Έκαναν μόνοι τους προσευχή στο σχολείο!
- Προσευχή; Κοιτάξτε, δεν μου αρέσουν τα αστεία πρωί-πρωί.
- Γιατί αστείο, κύριε; Κάθε πρωί δεν κάνουμε προσευχή πριν να μπούμε στος τάξεις; Αφού σήμερα έβρεχε και δεν κάναμε έξω, γιατί να μην κάνουμε στην τάξη;
- Άλλο έξω και άλλο στην τάξη. Δεν επιτρέπεται από το νόμο.
- Δεν επιτρέπεται η προσευχή; Έξω επιτρέπεται και μέσα απαγορεύεται; Τι νόμος είναι αυτός;
- Εμείς θα κάνουμε προσευχή. Αν δεν θέλετε, εσείς μπορείτε να μη συμμετέχετε.
Σύσσωμη η τάξη σηκώθηκε όρθια. Άρχισε ένας στην αρχή και μία-μία ενώνονταν οι φωνές ώσπου κατέληξαν σε μία ομοβροντία: «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός…». Δεν έλειψε κανείς.
Δεν προβληματίστηκε ούτε ένας για τα σχόλια του καθηγητή η για την βαθμολογία.
Το περιστατικό συνέβη σε Λύκειο της περιφέρειας Θεσσαλονίκης. Εύγε σε όλο το τμήμα. Μείνετε αδέσμευτοι και ανυπότακτοι, παιδιά, πάντα για τα μεγάλα και τα ωραία!
Μία σπίθα χρειάζεται για να ανάψει η πυρκαγιά. Κι απ’ ότι φαίνεται αυτή η σπίθα κρατιέται ακόμη αναμμένη στις καρδιές κάποιων νέων, κάποιων 16χρονων, 17χρονων παιδιών. Δεν διαδηλώνουν στους δρόμους, δεν πετροβολούν, δεν σπάζουν αλλά εντούτοις επαναστατούν. Απαιτούν με τη στάση τους να παραμείνει η παιδεία μας ελληνοχριστιανική. Ελπίζουμε ότι κάποιος θα τους ακούσει.
Κρης
Στρατιώτης Χριστοῦ
Ὁ Χριστιανός εἶναι ἕνας ἀκούραστος καί ἀκατάβλητος ἀγωνιστής. Ἡ ἀδράνεια δέν ἀποτελεῖ δείγμα ἀξίου Χριστιανοῦ. Χριστιανός δέν εἶναι ὁ ἀδρανής που ἐπαναπαύεται στό δέν ἔκλεψα, δέν ἀδίκησα, δέν σκότωσα... ἄρα εἶμαι ὁ καλύτερος Χριστιανός! Ὁ Χριστιανός δέν ἀναπτύσσεται στό κλίμα τῆς ἀρνήσεως, ἀλλά μεγαλουργεῖ στό κλίμα τῶν θέσεων. Ἄρνησις λοιπόν στό κακό ἀπό τήν μιά μεριά καί ἀπό τήν ἄλλη ναί στό ἀγαθό. Ὄχι στό ψέμμα. Ναί στήν ἀλήθεια. Ὄχι στό σκοτάδι. Ναί στό φῶς. Ὄχι στήν ἀδικία. Ναί στήν δικαιοσύνη. Ὄχι στήν ἐκδίκησι. Ναί στήν συγχώρησι. Ὄχι στό μίσος. Ναί στήν ἀγάπη. Ὄχι στήν ἁμαρτία. Ναί στήν ἁγιότητα.
Καί ὅλα αὐτά δέν εἶναι καί τόσο εὔκολα νά γίνουν. Χρειάζεται ἀγώνας. Χρειάζεται πάλη σκληρή, χρειάζεται ἀσίγαστος πόλεμος.
Ὁ Χριστιανός εἶναι ἕνας στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ. Ἀνήκει στήν στρατευομένη Ἐκκλησία καί μάχεται μέ τά πνευματικά ὅπλα, γιά τήν ἐξάπλωσι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Πηγή: Θ. Θεοφυλάκτου, «Ὄχι στοῦ ἐχθροῦ τά περάσματα».
Προνόμιο πιστῶν νέων
ἡ Χαρά
Ἄν νοιώθης τόν ἴδιο ἐνθουσιασμό γιά τίς ἐπιτυχίες τῶν ἄλλων σάν νά ἦταν δικές σου.
Ἄν κάνης προσπάθεια γιά τήν βελτίωσί σου, ὥστε νά μήν βρίσκης καιρό νά κριτικάρης τούς ἄλλους.
Ἄν εἶσαι ἀνοιχτός στήν στενοχώρια,
εὐγενής στήν πικρία,
δυνατός στόν φόβο,
εὐτυχής στά προβλήματα.
Ἄν λιμάνι σου εἶναι ἡ χούφτα τοῦ Θεοῦ, τότε εἶσαι… χαρούμενος.
Πηγή: Ἡμερολόγιο Ὀρθοδ. Χριστ. Ἀδελφ. ΛΥΔΙΑ, ἔτους 2010.
Τά παιδιά δέν εἶναι μηχανές
Ἕνας διάλογος πού συχνά ἀκούεται ἀνάμεσα στούς γονεῖς καί τά παιδιά, εἶναι αὐτός – ὁ γεμάτος παράπονα καί ἀπό τίς δύο πλευρές.
– Τί σοῦ λείπει, ἀχάριστο πλᾶσμα; Τό φαγητό, τό ψωμί, τά ἐνδύματα, τά ὑποδήματα, τό σπίτι, τό σχολεῖο, τά ἰδιαίτερα φροντιστήρια, οἱ ξένες γλῶσσες, τό καράτε, τό μουσικό ὄργανο, ὁ χορός, τό γλέντι, ἡ διασκέδασις, ἡ ἐλευθερία νά πᾶς ὅπου θέλεις, νά ζήσης ὅπως θέλεις, νά κάνης ὅ,τι θέλεις; Τί σοῦ στερήσαμε; Ὅλα σοῦ τά δώσαμε, Ὅλα τά ἔχεις. Τίποτε δέν σοῦ λείπει.
«Ναί, ὅλα μοῦ τά δώσατε, ἐκτός ἀπό ἕνα. Ναί, καλοί μου γονεῖς, ὅλα αὐτά μοῦ τά δώσατε, ἀλλά μοῦ στερήσατε τόν ἑαυτό σας καί μοῦ ἀρνηθήκατε τόν Θεό μας.
Ποτέ δέν μοῦ μιλήσατε γιά τόν Θεό! Ποτέ δέν μοῦ μάθατε νά προσεύχωμαι. Ποτέ δέν μέ ὡδηγήσατε στόν ἱερό ναό νά ἐκκλησιασθῶ. Ποτέ δέν μοῦ εἴπατε πώς ὑπάρχει ἕνα βιβλίο τοῦ Θεοῦ, τό ἱερό Εὐαγγέλιο. Ποτέ δέν μοῦ δείξατε πῶς νά λατρεύω καί νά ὑμνῶ τόν Θεό καί ποτέ δέν μέ βοηθήσατε νά ζήσω μυστηριακή ζωή.
Μέ θρέψατε σάν χριστουγεννιάτικο θρεφτάρι καί σάν πασχαλινό ἀρνί. Μέ εἴδατε μόνον ὡς σῶμα μέ σάρκα καί ποτέ δέν μέ εἴδατε ὡς πνευματική ὕπαρξι καί ἀθάνατη ψυχή. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο σας ἁμάρτημα.
Καί τό μικρότερο εἶναι τό ὅτι ποτέ δέν διαθέσατε λίγο χρόνο νά κάνετε διάλογο μαζί μου. Ποτέ δέν εἴχατε χρόνο γιά μένα. Ποτέ δέν μοῦ δώσατε τήν ἀκοή σας νά μέ ἀκούσετε. Ὅσες φορές σᾶς χρειάσθηκα, δέν εἴχατε χρόνο.
Καί τώρα, ἐγώ ἔκανα τίς δικές μου ἐπιλογές. Βρῆκα ἄλλους τρόπους καί ἄλλα μέσα γιά τά προσωπικά μου θέματα καί γιά τά ἀτομικά μου προβλήματα. Χάσμα μᾶς χωρίζει, πλέον. Ἐσεῖς τόν δρόμο σας, ἐγώ τόν δικό μου, καί ὁ καθένας ἄς ἀναλάβη τίς εὐθῦνες του.
Γονεῖς,
ὅσο εἶναι μικρά τά παιδιά σας βοηθῆστε τα. Δῶστε στά παιδιά σας τόν ἀπαιτούμενο χρόνο. Δεῖτε τά παιδιά σας ὡς πνευματικές ὑπάρξεις, πού ἐκτός τοῦ σώματος ἔχουν καί μιά ψυχή ἀθάνατη, τήν ὁποία ἔχετε χρέος νά φροντίσετε καί νά διαφυλάξετε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ.
Γονεῖς, τά παιδιά ἔχουν ψυχές ἀθάνατες!
Πηγή: Ἀπό τό βιβλίο «Δροσοσταλίδες θεϊκῆς αὔρας», τοῦ Ἀρχιμ. Θεοφίλου Ζησοπούλου.
Κόσμημα πιστῶν νέων
Ἐλευθερία
Ἐσένα πού λατρεύεις τήν ἐλευθερία σου,
πού κάθε στιγμή ὁρμᾶς νά τήν ὑπερασπισθῆς,
πού φωνάζεις «φτάνει πιά,
ὅ,τι θέλω ἐγώ θά κάνω,
ὅπου θέλω ἐγώ θά πάω,
ὅπως θέλω ἐγώ θά ζήσω».
Ἤθελα νά ρωτήσω καί ἀπάντησέ μου τίμια.
Ἀλήθεια, εἶσαι ἐσύ πού κανονίζεις τήν ζωή σου,
ἤ τά «ἰνδάλματα» καί οἱ «ἥρωες» καί
«ἀστέρες», κάθε φορά, πού κανονίζουν
τό ντύσιμό σου,
τό χτένισμά σου,
τά λόγια σου,
τήν διασκέδασί σου,
τήν νοοτροπία σου,
τούς στόχους καί τά ὁράματά σου;
Ἄν ναί, μήπως δέν εἶσαι ὄντως ἐλεύθερος;
Ξέρεις, παιδί μου, ἡ Ἀλήθεια ἐλευθερώνει
καί Ἀλήθεια εἶναι ὁ Χριστός.
«Ἐάν οὖν ὁ Υἱός ὑμᾶς ἐλευθερώσῃ,
ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε».
Καί τότε μόνον θά ἔχης ὁράματα
πού δέν θά ἐξαντλοῦνται μόνον στήν γῆ.
Πηγή: Ἡμερολόγιο 2010, Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Ἀδελφότητος ΛΥΔΙΑ.
Μήν περιμένεις τήν τύχη σου μέ σταυρωμένα χέρια...
Ὅταν οἱ νέοι παίρνουν κακούς βαθμούς, φωνάζουν «Ἀλήθεια, δέν ἔχω τύχη!.. Κι’ ἄν κανένας συμμαθητής τους σημειώσῃ γρήγορη πρόοδο, ἀμέσως βγάζουν κρίσι: «Πάντα τυχερός αὐτός ὁ βλάκας!»
Ὅμως ἡ πρόοδος εἶναι μόνο ὑπόθεσι τῆς τύχης, ὅποιος βασίζεται σ’ αὐτήν μοιάζει μ’ ἐκεῖνον, πού περιμένει μέ στόμα ἀνοιχτό νά πέσῃ ἀπό τόν οὐρανό ἕτοιμο ψητό κρέας! Ναί, ἄν ἔνας θέλῃ νά ἐπιτύχῃ κάτι στήν ζωή, δέν πρέπει νά ἐμπιστεύεται στήν τύχη, ἀλλά ὅταν τήν βρῃ νά τήν ἁρπάζῃ καί νά τήν κρατῇ στά στιβαρά του χέρια.
Μήπως δέν ἔχεις στίς διαταγές σου ὁλόκληρο στράτευμα; Τά θρεμμένα μπράτσα σου, τά εὐκίνητα δέκα δάκτυλά σου, τά ἀκούραστα πόδια σου, τά μάτια σου μέ τήν τόση ὀξυδέρκειά τους, τά τόσο εὐαίσθητα αὐτιά σου, ὅλα τοῦτα δέν εἶναι πάντα πρόθυμα νά σέ ὑπακούσουν; Ἔπειτα ἔχεις τόν ἐγκέφαλό σου, γεμᾶτον διαύγεια, τό ἐργαστήριο τοῦτο, τό ἐφωδιασμένο μέ θαυμάσιο δίκτυο τηλεγραφικῶν καί τηλεφωνικῶν συρμάτων, ὅπου καταφθάνουν καί ταξινομοῦνται οἱ ἐνέργειες τῶν πέντε αἰσθήσεών σου, περισσότερες ἀπό ἑκατό σέ κάθε λεπτό. Τί ἀνάγκη ἔχεις λοιπόν ἀπό ξένη βοήθεια; Λές, ὅτι ὁ Λεωνίδας σοῦ ψιθυρίζει τό μάθημα τῆς ἱστορίας; Ἡσυχάζεις μέ τήν σκέψι, ὅτι μετά τό τέλος τῶν σπουδῶν σου θά σοῦ εὕρῃ θέσι ὁ ἐξάδελφος τῆς νονᾶς σου; Πίστεψέ μέ, νέος πού σκέπτεται ἔτσι, δέν πρόκειται νά συμβάλῃ καθόλου στήν δόξα τῆς πατρίδος καί στήν εὐτυχία τῆς κοινωνίας.
Συχνά ἀναφέρουν οἱ Μουσουλμάνοι αὐτή τήν παροιμία: «Ὁ κόσμος εἶναι τοῦ Θεοῦ· κι’ ἐκεῖνος τόν νοικιάζει στούς γενναίους». Πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι δέν ταιριάζει στόν νέο καθόλου νά περιμένῃ τήν τύχη του μέ σταυρωμένα χέρια, οὔτε νά κηνυγᾷ τίς προστασίες, ἀλλά τοῦ πρέπει μέ προγραμματισμένη καί σκόπιμη ἐργασία νά προετοιμάζῃ τό μέλλον του. «Multa tulit fecitque puer, sudavit et alsit», συνιστᾷ ὁ Ὁράτιος. Στόν ἀγῶνα τῆς ζωῆς δέν μπορεῖ κανείς νά βγῇ νικητής, παρά μόνο ἄν πάρῃ τήν σταθερή ἀπόφασι νά θριαμβεύσῃ καί νά ἐπιδοθῃ στό ἔργο του μέ περισσότερη ὁρμή, μετά ἀπό κάθε ἄτυχη προσπάθεια.
Δέν πρέπει ἡ ἀναποδιά νά μοῦ κρυώσῃ τήν καρδιά
καί μιά φτηνή καλοτυχιά νά μοῦ τή σβήσῃ τή φωτιά·
κι’ ἄν τούς καρπούς τῶν κόπων μου στά χέρια ἀργά κρατήσω
μέ τήν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ τήν τύχη θ’ ἀψηφίσω.
Jekai
Ναί, ἐκεῖνο πού ἔχει μεγαλύτερη σημασία, δέν εἶναι οὔτε ἡ τύχη, οὔτε τά προσωπικά προσόντα, εἶναι ἡ εὐσυνείδητη καί ἐπίμονη ἀγάπη τῆς ἐργασίας. Οἱ ἀκτές τῶν ὠκεανῶν τῆς ζωῆς εἶναι γεμᾶτες ἀπό θλιβερούς ναυαγούς, πού ἄν καί ἔχουν σπουδαῖα προσόντα, τούς ἔλειψε ὅμως τό θάρρος, ἡ θέλησι καί ἡ ἐπιμονή, τήν στιγμή πού ἄλλοι προικισμένοι μέ λιγώτερα προσόντα, ἀλλά μέ πεῖσμα καί ἀδιάπτωτη θέλησι, προχώρησαν μέ φουσκωμένα πανιά ὥς τά φιλόξενα λιμάνια.
Από το βιβλίο του Tihamer Toth, Ἡ πιό ὑπέροχη νίκη.
Σηκώθηκε μέ τό ἀριστερό πόδι...
B΄
Στά βάθη τῆς θαλάσσης, ὅπου ποτέ δέν φθάνουν οἱ ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου, ὅπου δέν ἔχει πιά ἡ φύσι χρώματα, ὅπου ἡ θερμοκρασία διατηρεῖται σταθερά γύρω ἀπό τό 0, ὅπου ἡ ὑπέρμετρη πίεσι τοῦ νεροῦ μπορεῖ νά συντρίψῃ τά πάντα, σ’ αὐτό τό σκοτεινό νοκροταφεῖο τῶν κυμάτων –ὦ τοῦ θαύματος!– ζοῦν ψάρια μέ δικό τους φῶς. Τίποτα ἀπό τήν ἡλιακή ἐνέργεια δέν φθάνει ὥς ἐκεῖ, τίποτα ἀπό τήν μοναδική αὐτή πηγή τοῦ ἐπιγείου φωτός. Σκοτάδι καταπνικτικό καί κατάψυχρο ἁπλώνεται κάτω ἀπό τά κύματα τῶν ὠκεανῶν, ἀλλά ἡ σοφία τοῦ Δημιουργοῦ ἐπρονόησε γιά τά σκοτεινά αὐτά μέρη κι’ ἐδημιούργησε ψάρια πού σάν τεχνητές λάμπες φωτίζουν κατά διαστήματα τοῦτο τό σκοτάδι. Μερικά ἀπό ταῦτα τά ψάρια ἔχουν πίσω τους ἀδένες, πού λάμπουν σάν μαργαριτάρια, ἄλλα ἔχουν στό κεφάλι τους ἕνα εἶδος φακοῦ, πού δέχεται ἀπό τούς ἀδένες τό φῶς, τό συμπυκνώνει καί τό ἀντανακλᾷ πρός τά ἐμπρός, σάν προβολέας.
Ἑπομένως, παιδί μου, ἄν αὐτά τά σκοτεινά βάθη τοῦ ὠκεανοῦ κρύβουν ζωή μέ τόσην ἀκτινοβολία, δέν ἔχεις κανένα λόγο, ἄν ἡ κακή διάθεσι ἔλθῃ γιά μιά στιγμή μέσα στήν ψυχή σου, νά ἀφίνεσαι νά σέ κυριεύουν οἱ μαῦρες ἰδέες, δέν ἔχεις κανένα λόγο νά σηκώνεσαι «μέ τό ἀριστερό πόδι...». Ναί, προσπάθησε νά εἶσαι εὔθυμος σάν τό πουλάκι, καί ἡ φωτοβόλος δύναμι τῆς ψυχῆς σου θά ξεπεράσῃ τήν ἀκεφιά σου. Ἄς εἶσαι πάντοτε μέσα στό σπίτι σου πηγή ζωῆς, χαρᾶς, εὐθυμίας καί φωτός, καί πρό παντός ὅταν τά μαῦρα πέπλα τῆς θλίψεως, τῶν ὑλικῶν φροντίδων καί τῶν ποικίλων κακῶν τῆς ζωῆς σκεπάζουν τήν ψυχή τῶν γονέων σου. «Φῶς ἐγγύς ἀπό προσώπου σκότους» (Ἰώβ 17,12). Μετά τό σκοτάδι ἔρχεται τό φῶς, μετά τήν βροχή, ὁ καλός καιρός.
Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Tihamer Toth, Ἡ πιό ὑπέροχη νίκη.
Σηκώθηκε μέ τό ἀριστερό πόδι...
Ὅπως ὁ καιρός, ἔτσι καί ἡ ψυχή σου ὑπόκειται στήν ποικιλία. Τήν μιά λούζεσαι στόν ἥλιο καί γίνεσαι εὔθυμος σάν τόν σπίνο. Ἀντιθέτως ἄλλοτε, καί χωρίς νά ξέρῃς τόν λόγο, σκεπάζεται ἀπό πυκνή ὁμίχλη καί ὑγρασία. Ὑπάρχουν ἡμέρες, πού ἔχεις διάθεσι καί ἡ ἐργασία σοῦ φαίνεται εὔκολη. Εἶναι κι’ ἄλλες πού ὁ καιρός εἶναι βροχερός, μιά ἀκεφιά, ἕνας πονοκέφαλος κλπ. μελαγχολοῦν τήν ψυχή σου, ὥστε νά ἔχης κακές διαθέσεις μέ ὅλο τόν κόσμο.
«Ἐσηκώθηκε μέ τό ἀριστερό πόδι», λένε γιά σένα ἐκεῖνες τίς ἡμέρες. Ἐξ ἄλλου καί σύ ὁ ἴδιος λές: «Δέν εἶμαι στά καλά μου».
Δέν ἐξαρτῶνται ἀπό ἐμᾶς οἱ καταστάσεις αὐτές· ἑπομένως καί δέν εἴμεθα ὑπεύθυνοι γι’ αὐτές. Ἐξαρτᾶται ὅμως ἀπό ἐμᾶς νά προσπαθοῦμε νά γίνωμε κύριοι αὐτῶν τῶν κακῶν διαθέσεων καί νά μή ταλαντευώμεθα ἐδῶ κι’ ἐκεῖ ἀνάλογα μέ τίς ἰδιοτροπίες μας τήν στιγμή, πού ἐκτελοῦμε τά καθήκοντά μας. Ὅσες φορές ἔχομε καλή διάθεσι, ἄς ἐπωφεληθοῦμε ὅσο μποροῦμε. Σ’ ἐκεῖνες τίς στιγμές προχωρεῖ ἡ δουλειά ἑκατό φορές καλλίτερα. Ἀλλά ἄν δέν μελετοῦμε, παρά μόνο ὅσες φορές εἴμεθα καλοδιάθετοι, ποτέ δέν θά κάνωμε καλή δουλειά. Καί κυρίως, τί θά κάνωμε ἀργότερα, ἄν παραμελήσωμε τά καθήκοντα τοῦ ἐπαγγέλματός μας κάθε φορά πού ἡ δουλειά δέν κινεῖ τό ἐνδιαφέρον μας;... Ἀλλά ἐσύ, παιδί μου, ὅταν δέν εἶσαι καλοδιάθετος γιά κάτι, πού πρέπει νά τό κάνῃς, προσπάθησε παρά ταῦτα νά τό πραγματοποιήσῃς. Δόσου στήν ἐργασία, εἴτε εἶναι τῆς προτιμήσεώς σου, εἴτε ὄχι. Καί λέγε στόν ἑαυτό σου: «Ἀδιάφορο, αὐτό εἶναι τό καθῆκον μου, θά τό ἐκτελέσω».
Τέτοια ἐργασία δέν θ’ ἀξίζῃ σπουδαῖα πράγματα, θά μοῦ πῇς. Κάθε ἄλλο. Θά ἔχῃ τό πελώριο πλεονέκτημα τοῦ νά συνηθίζῃς νά ἐκτελῇς τό καθῆκον σου καί νά μήν ὑπακούῃς στίς ἰδιοτροπίες σου, ἀλλά νά τίς κυβερνᾷς.
Κι’ ἔπειτα, δέν εἶναι ὑποχρεωμένος κανείς νά εἶναι κύριος τῶν ψυχικῶν του διαθέσεων μόνο στήν ἐργασία του, ἀλλά καί στίς κοινωνικές του σχέσεις καί σ’ ὅλη τήν συμπεριφορά του. Ἄν κάποτε εἶσαι κακοδιάθετος, δέν πρέπει νά δείξῃς τήν κακοκεφιά σου μέ στυγνότητα, μέ ξερές ἀπαντήσεις, μέ ὄψι σκυθρωπή. Πόσες φορές ὁ ἄνθρωπος δέν μετανόησε γιά λόγια προσβλητικά καί γι’ ἀπερίσκεπτες πράξεις, πού ἔγιναν μέ τήν ἐπίδρασι αὐτῆς τῆς ἀκεφιᾶς καί τόν ἐξέθεσαν; Πόσες φορές μιλῶντας μ’ ἐπιπολαιότητα, χωρίς νά διανοηθοῦμε νά θίξωμε κανένα, διαπιστώσαμε, ὅτι ἄσχημα ἐκάναμε, καί φωνάζομε: Θεέ μου, δέν ἤθελα αὐτό· δέν ἐσκεπτόμουν τό κακό. Ἀλλά νά, ἡ μεταμέλεια ἔρχεται ἀργά!
Από το βιβλίο του Tihamer Toth, Ἡ πιό ὑπέροχη νίκη.
Το λουλούδι
Ὁ καθένας μας εἶναι ἕνα λουλούδι μέσα στο λιβάδι τῆς ζωῆς. Ὅπως τό λουλούδι, ἔτσι καί ὁ καθένας μας. Ἔχει τή δική του προσωπικότητα, τό δικό του σχῆμα, τό δικό του χρῶμα καί ἄρωμα καί ἰδίως τή δική του θέσι μέσα στή ζωή. Ὅλα αὐτά, τά προσωπικά χαρακτηριστικά πρέπει μ’ εὐγνωμοσύνη νά τά ἀποδεχθῆ ὁ καθένας μας.
Συνήθως ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι εὐχαριστημένος ἀπό τά προσωπικά του χαρακτηριστικά. Θά ἤθελε τόν ἑαυτό του κάπως διαφορετικό. Θά προτιμοῦσε λ.χ. νά εἶναι ἄνδρας καί ὄχι γυναίκα (ἤ τό ἀντίθετο)· θά τοῦ ἄρεσε νά εἶναι ψηλότερος ἤ δυνατώτερος κλπ. θά ἤθελε νά ἔχει περισσότερα χρήματα, ἄλλη κοινωνική θέσι ἤ διαφορετικό ἐπάγγελμα... κ.ο.κ.
Κι’ ὅμως τό πρῶτο μεγάλο μάθημα τῆς ζωῆς πού πρέπει ὁ καθένας μας νά μαθαίνη εἶναι ἡ ἀποδοχή τοῦ ἑαυτοῦ μας. Τά προσωπικά χαρακτηριστικά εἶναι ἡ σφραγίδα τοῦ Θεοῦ στόν καθένα μας. Κανείς δέν μπορεῖ νά κατηγορήσει τό θεῖο Δημιουργό μας, ὅτι στήν προσωπική του περίπτωσι ἔκανε λάθος. «Μενοῦνγε, ὦ ἄνθρωπε, σύ τίς εἶ ὁ ἀνταποκρινόμενος τῷ Θεῷ; μή ἐρεῖ τό πλάσμα τῷ πλάσαντι, τί μέ ἐποίησας οὕτως;» (Ρωμ. θ΄ 20). Ἡ ἀποδοχή τοῦ ἑαυτοῦ μας, τῶν σωματικῶν καί ψυχικῶν ἰδιοτήτων μας ἀποτελεῖ τή βάσι γιά τήν ἐπιτυχία στή ζωή. Ἡ συμφιλίωσις μέ τόν ἑαυτό μας εἶναι ἡ προϋπόθεσις γιά μιά δημιουργική καί καρποφόρο ζωή.
Διότι τό δεύτερο μάθημα στή ζωή εἶναι νά μάθη ὁ καθένας μας ν’ ἀνθίζη, νά εὐωδιάζη καί καρποφορῆ ἐκεῖ ὅπου τόν φύτεψε τό χέρι τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὁ καθένας μας ζῆ καί κινεῖται μέσα σ’ ἕνα ἀνθρώπινο, κοινωνικό περιβάλλον. Ἡ παρουσία μας μέσα στό περιβάλλον αὐτό πρέπει νά εἶναι θετική, οἰκοδομητική, δημιουργική. Δέν ὑπάρχει ἀνθρώπινος τύπος ἤ χαρακτήρας πού δέν μπορεῖ νά εἶναι εὐεργετικός στό περιβάλλον του. Μέσα στήν ἀνθοδέσμη τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας, ὁ καθένας μας ἔχει τήν ὀμορφιά του, τό ἄρωμά του. Ἀρκεῖ νά προσφέρη μέ ταπείνωσι καί εὐχαρίστησι αὐτό πού τοῦ χάρισε ὁ Δημιουργός.
Ἀπό τόν καθένα μας ἐξαρτᾶται ἡ ἀνθρώπινη κοινωνία νά γίνη ἕνα ὄμορφος καί εὐωδιαστός κῆπος.
«Κύριε, κάνε μέ ὄργανο τῆς εἰρήνης σου.
Ὅπου ὑπάρχει μῖσος, νά δείχνω ἀγάπη.
Ὅπου ὑπάρχει ἀδικία, νά δείχνω συγνώμην.
Ὅπου ὑπάρχει ἀμφιβολία, νά δείχνω πίστι.
Ὅπου ὑπάρχει ἀπελπισία, νά δείχνω ἐλπίδα.
Ὅπου ὑπάρχει σκοτάδι, νά δείχνω φῶς.
Ὅπου ὑπάρχει λύπη, νά δείχνω χαρά.
Ὤ Θεῖε Διδάσκαλε, δός ὥστε,
νά μή ζητῶ τόσο νά παρηγοροῦμαι ὅσο νά παρηγορῶ·
νά μή ζητῶ τόσο νά κατανοοῦμαι ὅσο νά κατανοῶ·
νά μή ζητῶ τόσο νά ἀγαπῶμαι ὅσο νά ἀγαπῶ.
Διότι ὅταν δίνουμε, παίρνουμε·
ὅταν συγχροῦμε, συγχωρούμαστε·
ὅταν πεθαίνωμε, γεννιώμαστε στήν αἰώνιο ζωή».
(Ἅγιος Φραγκῖσκος, τῆς Ἀσσίζης).
Ἀπό τό βιβλίο «Ἀνεβαίνοντας…», τοῦ ἐπισκόπου Ἀχελώου ΕΥΘΥΜΙΟΥ Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ.
Στήν φαρέτρα τοῦ πιστοῦ νέου
Ἡ θέλησις
Ἡ θέλησις! στολίδι τοῦ πιστοῦ νέου.
Θέλησις! Δύναμις πύρινη, πανίσχυρη.
Ἀκάθεκτη σάν κανονιοῦ βλῆμα,
πού δέν ξέρει ἐμπόδια καί καθυστέρησι.
Θέλω=μπορῶ!
Θέλησις! Δέν πουλιέται στά πάρκα.
Θέλει ἄσκησι!
Θέλησις! Πού ξεχερσώνει ἀκαλλιέργητους
χαρακτῆρες.
Θέλησις, πού λέει «Ὄχι» σ’ ὅ,τι ἀπαξιώνει
τόν ἄνθρωπο ὡς «εἰκόνα τοῦ Θεοῦ».
Θέλησις, πού ὑποτάσσει τό «θέλω» στό «πρέπει».
Θέλησις, πού ξέρει νά ὀνειρεύεται. Θέλησις, πού ἀγωνίζεται νά κάνη τό ὄνειρο, τρόπο ζωῆς.
Θέλησις, πού στόχο ἔχει τόν Οὐρανό.
Πηγή: Ἡμερολόγιο 2010, Ὀρθοδ. Χριστ. Ἀδελφότητος ΛΥΔΙΑ.
Ἕνα χαριτωμένο ἀνέκδοτο γιά τόν ἱερό Κολομβῖνο
Ὁ ἅγιος αὐτός ἦταν πάρα πολύ φτωχός, καί εἶχε μαζί του ἕνα γαϊδουράκι, ζῶο ἀπό τήν φύσι του ἥσυχο καί ὑπομονετικό, πού τοῦ μετέφερε τίς φτωχές του ἀποσκευές κατά τίς ἀποστολικές περιοδεῖες του. Ὅταν μιάν ἡμέρα ἐπερνοῦσε ἀπό ἕνα βαθύσκιο δάσος, ἐπήδηξε μέσα ἀπό τά δένδρα μιά ἀρκοῦδα ἔπεσε καταπάνω στό φτωχό ζῶο καί τό κατασπάραξε. Καί τότε τί ἔκανε ὁ ἅγιος; Χωρίς ἴχνος φόβου ἐπλησίασε τήν ἀρκοῦδα, ἐφόρτωσε στήν ράχι της τις ἀποσκευές του καί τῆς εἶπε: «Ἀδελφῆ, ἀφοῦ ἐσκότωσες τό καϋμένο τό γαϊδουράκι μου, πρέπει ἐσύ νά σηκώσῃς τά πράγματά μου». Καί τό ἄγριο θηρίο, ἄν καί αἱμοσταγές πλάσμα, ὅμως χωρίς ἀντίστασι, προσέφερε τήν ράχι του καί στό ἑξῆς ἐξυπηρετοῦσε τόν ἀσκητή μέ πραότητα καί ὑποταγή προβάτου.
![]() |
| Τό πάθος εἶναι σάν τόν ἄνεμο, πού φυσάει ἐπάνω ἀπό τήν θάλασσα. Χωρίς ἄνεμο ἱστιοπλοΐα δέν γίνεται, καί τά πανιά στέκονται σάν πένθιμες κουρτίνες. |
Μή παραπονῆσαι, παιδί μου, ποτέ, διότι ἔχεις πάθη, ὀργίζεσαι, εἶσαι ζωηρός, φιλόδοξος κλπ. Ἀντιθέτως φρόντιζε νά δαμάζῃς τίς ἄγριες ἀρκοῦδες, ὅπως εἶναι τά πάθη σου, καί νά τά δένῃς στό ἅρμα σου.
Αὐτό καθ’ ἑαυτό τό πάθος δέν εἶναι δυστήχημα· καταντᾷ ὅμως δυστυχία, ἄν δέν τό κυριεύσης.
Ἀδύνατον νά πραγματοποίηση κανείς μεγάλα ἔργα, νά γίνη μεγάλος ἄνθρωπος, μεγάλος ἅγιος, χωρίς ἕνα μεγάλο πάθος. Τό πάθος εἶναι σάν τόν ἄνεμο, πού φυσάει ἐπάνω ἀπό τήν θάλασσα. Χωρίς ἄνεμο ἱστιοπλοΐα δέν γίνεται, καί τά πανιά στέκονται σάν πένθιμες κουρτίνες. Δέν εἶναι ἀρκετό ὅμως νά φυσάη ὁ ἀέρας. Τό πᾶν ἐξαρτᾶται ἀπό τήν δύναμι καί τήν ἐπιδεξιοσύνη τοῦ ναύτη, πού μέ κατάλληλες κινήσεις θά τόν φέρη πίσω ἀπό τά πανιά, ὥστε νά τά φουσκώσῃ καί ν’ ἀρχίσῃ τό ταξεῖδι. Ἀλλιῶς φυσάει, φεύγει καί χάνεται ἀχρησιμοποίητος ὁ ἄνεμος. Ἐπίσης ἄν δέν κάνῃ ὁ ναύτης τήν δουλειά του μέ λεπτότητα, εὐστροφία καί φροντίδα πολλή, ὁ ἄνεμος εὔκολα μπορεῖ ν’ ἀνατρέψῃ τό καράβι του. Τό ἴδιο καί στό ἔργο τῆς διαπλάσεως· δέν θά σοῦ ζητηθῇ νά ξερριζώσῃς τά πάθη, ἀλλά νά τά ἐκμεταλλευθῇς ἐπιδέξια, νά τά κάνῃς σύμμαχά σου, συμπολεμιστάς σου. Μή δίνῃς προσοχή στίς συμβουλές τους, χρησιμοποίησε ὅμως τήν δύναμί τους. Ἄν τά πάθη εἶναι κακοί σύμβουλοι, εἶναι ὅμως ἀνεκτίμητοι βοηθοί. Τό πάθος, πού ἔχει ὑποταχθῃ κανονικά, κάνει τήν θέλησι σταθερή. Ἀδύνατον νά ξεπεράσῃς ὅλα τά ἐμπόδια, ἄν δέν ἐπιδιώκῃς μέ πάθος ἕναν εὐγενικό σκοπό. Τά πάθη σου εἶναι δυό ὁρμητικά ἄλογα, ζεμμένα στό ἅρμα τῆς ζωῆς σου. Ἄν τ’ ἀφήσῃς νά καλπάζουν ὅπως θέλουν, θά σέ ἀνατρέψουν· ἄν ὅμως κρατᾷς τά ἡνία μέ στιβαρά χέρια, θά σέ φέρνουν ὁλοταχῶς πρός τό ποθητό ἰδανικό σου. Τό πάθος μοιάζει μέ τήν φωτιά· μπορεῖ νά εἶναι εὐλογία ἤ κατάρα, ὅπως εὐφυέστατα λέει ὁ Schiller στό «Τραγοῦδι τῆς καμπάνας»:
«Ἄν καταφέρῃ τή φωτιά κανείς νά χαλινώση
καλό μεγάλο θά μπορῇ ἐκείνη νά μᾶς δώσῃ».
Μήν ἀπογοητεύεσαι λοιπόν, καί μή παραπονιέσαι πιά, ἄν ἡ ἰδιοσυγκρασία σου εἶναι μέ πάθη, κι’ ἄν ἔχῃς κληρονομήσει κακές κλίσεις. Δέν φταῖς σ’ αὐτό. Κάνε ὅμως ὅ,τι μπορεῖς γιά τόν ἐξευγενισμό τῆς ψυχῆς σου, ἔχοντας στό νοῦ σου τήν μεγάλη καί παρήγορη αὐτήν ἀλήθεια:
«Facienti quod est in te, Deus non degerat gratiam».
Δέν θά ἀρνηθῇ ὁ Θεός τήν χάρι του σ’ ἐκεῖνον,
πού κάνει ὅτι εἶναι μέσα στίς δυνατότητές του.
Ὁ ἀσκητής, πού δαμάζει τά ζῷα.
Πολλοί νέοι εἶναι ἴσως πρόθυμοι νά σκοτώσουν τόν δράκο τῶν δασῶν, ὅπως ὁ Siegfrie ἄλλοτε· ἀλλά ὅταν πρόκειται γιά τόν δράκο τῶν κακῶν τους κλίσεων, δέν ἔχουν τήν ἀντοχή νά δώσουν τήν μάχη ἐναντίον του. Προτιμοῦν ν’ ἀλλάξουν δρόμο.– Τί ἔκανες σήμερα;
– Ὅπως ὅλες τίς ἄλλες μέρες, ἀπάντησε ὁ μοναχός, ἤμουν τόσο ἀπασχολημένος, ὥστε, ἄν δέν εἶχα τήν βοήθεια τῆς Θείας Χάριτος, δέν θά ἦσαν ἀρκετές οἱ δυνάμεις μου. Κάθε μέρα εἶμαι ὑποχρεωμένος νά κρατῶ δυό γεράκια νά κάνουν τό θέλημά μου, νά νικῶ ἕνα φεῖδι, νά δαμάζω μιάν ἀρκοῦδα καί νά περιποιοῦμαι ἕναν ἄρρωστο.
– Τί λές; ἀποκρίθηκε ὁ ἡγούμενος μέ χαμόγελο. Τέτοιες δουλειές δέν γίνονται στό μοναστῆρι μας!
– Καί ὅμως αὐτά ἔγιναν ξαναβεβαίωσε ὁ μοναχός. Τά δυό γεράκια εἶναι τά μάτια μου, πού πρέπει συνεχῶς νά τά προσέχω, γιά νά μή πέσουν σέ κάτι ἀπηγορευμένο, τά δυό ζαρκάδια εἶναι τά πόδια μου, πού τό βάδισμά τους πρέπει νά κανονίζω, ἄν δέν θέλω νά μέ φέρουν στόν δρόμο τοῦ κακοῦ, τά δυό κυνηγετικά γεράκια εἶναι τά χέρια μου, πού ὀφείλω νά τά ὑποχρεώνω νά ἐργάζωνται καί νά κάνουν τό καλό. Καί τό φεῖδι εἶναι ἡ γλῶσσα μου, πού ἔχει ἀνάγκη, χιλιάδες φορές τήν ἡμέρα, νά χαλιναγωγῆται, γιά νά μή μιλάη ἄκριτα καί ἐπιπόλαια. Ὕστερα ἀρκοῦδα εἶναι ἡ καρδιά μου, πού πρέπει νά τῆς δαμάζω τόν ἐγωϊσμό καί τήν καινοδοξία. Καί τέλος ὁ ἄρρωστος εἶναι τό σῶμα μου, πού ἔχω ὑποχρέωσι συνεχῶς νά τό προσέχω γιά νά μή τό κυριεύσῃ ἡ ἀρρώστια τῆς φιληδονίας».
Πολύ δίκιο εἶχε ὁ μοναχός αὐτός. Ἡ πάλη μέ τίς ἄτακτες ὁρμές μοιάζει μέ τό ἔργο τοῦ δαμαστοῦ· κι’ ὅσοι θέλουν νά διαπλάσουν χαρακτῆρα, εἶναι ὑποχρεωμένοι νά καταπιάνωνται μ’ αὐτή τήν ἄσκησι κάθε μέρα... Καί σύ, παιδί μου.
Ὁ νέος, πού ἐνδιαφέρεται γά γίνῃ χαρακτῆρας, ποτέ δέν θά δικαιολογήσῃ τά ἐλαττώματά του, λέγοντας: «Δέν εἶναι δυνατόν νά γίνῃ τίποτα, ἐγεννήθηκα τέτοιος πού εἶμαι, αὐτή εἶναι ἡ φύσι μου». Ἀλλά θά ἐργασθῇ σκόπιμα γιά τήν τελειοποίησι τῆς ψυχῆς του. Λέγε λοιπόν συχνά στόν ἑαυτό σου: «Ἄν ἡ ψυχή μου εἶναι γεμάτη ἄγρια θηρία, θά τά δαμάσω· δέν θά μείνω ὅπως ἐγεννήθηκα, θά γίνω ὅπως θέλω νά εἶμαι». «Δέν γεννηθήκαμε γιά νά εἴμαστε ἀλλά γιά νά γίνωμε» (Sailer).
(Από το βιβλίο του Tihamer Toth, Ἡ πιό ὑπέροχη νίκη).
(Από το βιβλίο του Tihamer Toth, Ἡ πιό ὑπέροχη νίκη).
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)






















