Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δόξα εν υψίστοις


Δόξα εν υψίστοις ψάλλουνε
οι άγγελοι ψηλά
κάθε καρδιά πως λαχταρά
γεννιέτει ο Χριστός

Δόξα εν υψίστοις ψάλλει ευθύς
κάθε αγνή ψυχή
και στο Χριστό το βλέμμα της
στρέφει ευλαβικά



Τίτλος: Δόξα εν υψίστοις
Άλμπουμ: Ευτυχισμένα Χριστούγεννα
Καλλιτέχνης: Παιδική χορωδία Σπύρου Λάμπρου

Τό θεῖο Βρέφος



"Δι’ ἡμᾶς γάρ ἐγεννήθη παιδίον νέον, ὁ πρό αἰώνων Θεός". Ἕνας ἀπό τούς κυριότερους ὕμνους τῶν Χριστουγέννων καταλήγει σ’ αὐτά τά λόγια, ταυτίζοντας τό βρέφος πού γεννήθηκε στό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ μέ τόν "πρό αἰώνων Θεό". Ὁ ὕμνος αὐτός συνετέθη τόν ἕκτο αἰώνα ἀπό τόν περίφημο Βυζαντινό ὑμνογράφο Ρωμανό τό Μελωδό:
Ἡ Παρθένος σήμερον, τόν ὑπερούσιον τίκτει καί ἡ γῆ τό σπήλαιον τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει· ἄγγελοι μετά ποιμένων δοξολογοῦσι· μάγοι δέ μετά ἀστέρος ὁδοιποροῦσι· δι’ ἡμᾶς γάρ ἐγεννήθη παιδίον νέον, ὁ πρό αἰώνων Θεός.
(Κοντάκιον Χριστουγέννων)

Τό παιδί ὡς Θεός, ὁ Θεός ὡς παιδί... Γιατί δημιουργεῖται αὐτή ἡ ζωηρή συγκίνηση τήν περίοδο τῶν Χριστουγέννων ὅταν οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμη καί αὐτοί με χλιαρή πίστη ἤ ἀκόμη καί οἱ ἄθεοι, παρατηροῦν αὐτό τό μοναδικό, ἀσύγκριτο θέαμα τῆς νεαρῆς μητέρας νά κρατᾶ τό παιδί στήν ἀγκαλιά της, καί γύρω τους οἱ "Μάγοι οἱ ἀπό Ἀνατολῶν", οἱ ποιμένες, δροσεροί ἀπό τή νυχτερινή τους σκοπιά στούς ἀγρούς, τά ζῶα, ὁ ἀνοιχτός οὐρανός, ὁ ἀστέρας; Γιατί εἴμαστε τόσο βέβαιοι, ἀλλά καί συνεχῶς ἀνακαλύπτουμε, πώς σ’ αὐτόν τό θλιβερό πλανήτη μας δέν ὑπάρχει τίποτε ὀμορφότερο καί πιό χαρμόσυνο ἀπ’ αὐτό τό θέαμα, που τό πέρασμα τῶν αἰώνων ἀποδείχθηκε ἀνίκανο να ξερριζώσει ἀπό τή μνήμη μας; Ἐπιστρέφουμε σ’ αὐτό τό θέαμα ὁποτεδήποτε δέν ἔχουμε ἄλλο καταφύγιο, ὁποτεδήποτε ἔχουμε βάσανα στή ζωή, καί ἀναζητοῦμε αὐτό πού θά μᾶς ἐλευθερώσει.
Ὅμως στήν εὐαγγελική διήγηση γιά τή γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ μητέρα καί τό παιδί δέ λένε οὔτε μία λέξη, ὡσάν οἱ λέξεις νά εἶναι περιττές, ἐπειδή καμιά λέξη δέν μπορεῖ νά ἑρμηνεύσει, νά ὁρίσει ἤ νά ἐκφράσει τό νόημα ὅσων ἔλαβαν μέρος καί ἐκπληρώθηκαν ἐκείνη τή νύχτα. Καί παρ’ ὅλα αὐτά χρησιμοποιοῦμε λέξεις ἐδῶ, ὄχι γιά νά ἐξηγήσουμε ἤ νά ἑρμηνεύσουμε, ἀλλά ἐπειδή, ὅπως ἡ Γραφή λέει, "ἐκ γάρ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδιάς τό στόμα λαλεῖ" (Ματθ. 12, 34). Εἶναι ἀδύνατο κάποιος, πού ξεχειλίζει ἡ καρδιά του, νά μή μοιραστεῖ μέ ἄλλους τά βιώματά του.
Οἱ λέξεις "παιδίον" καί "Θεός" εἶναι οἱ πλέον ἀποκαλυπτηκές γιά τό μυστήριο τῶν Χριστουγέννων. Κατά κάποιο τρόπο, εἶναι ἕνα μυστήριο πού ἀπευθύνεται στό παιδί πού συνεχίζει νά ζεῖ μυστικά μέσα σέ κάθε ἐνήλικα, στό παιδί που συνεχίζει νά ἀκούει ὅ,τι ὁ ἐνήλικας ἔχει πάψει νά ἀκούει, καί πού ἀνταποκρίνεται μέ μιά χαρά, πού ὁ ἐνήλικας, μέσα στόν γήινο, ὑπερώριμο, κουρασμένο καί κυνικό κόσμο πού ζεῖ, ἀδυνατεῖ νά νιώσει. Μάλιστα, τά Χριστούγεννα εἶναι μιά γιορτή γιά τά παιδιά, ὄχι μόνο ἐξαιτίας τοῦ Χριστουγεννιάτικου δένδρου πού διακοσμοῦμε καί φωτίζουμε, ἀλλά μ’ ἕναν πολύ βαθύτερο τρόπο, καί μόνο τά παιδιά δέν ξαφνιάζονται γιά τό ὅτι, ὅταν ὁ Θεός κατέρχεται στή γή, ἔρχεται ὡς παιδί.
Αὐτή ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ὡς παιδιοῦ συνεχίζει νά λάμπει μέσα ἀπό τίς εἰκόνες καί τά ἀναρίθμητα ἔργα τέχνης, φανερώνοντας πώς ὅ,τι εἶναι οὐσιαστικότερο καί πλέον χαρμόσυνο στό Χριστιανισμό βρίσκεται ἀκριβῶς ἐδῶ, σ’ αὐτήν τήν αἰώνια παιδικότητα τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἐνήλικες, ἀκόμη καί αὐτοί πού "συμπαθοῦν περισσότερο τά θρησκευτικά θέματα", περιμένουν καί προσδοκοῦν ἀπό τή θρησκεία νά δώσει ἐξηγήσεις καί ἀναλύσεις· τή θέλουν ἔξυπνη καί σοβαρή. Οἱ ἀντίπαλοί της εἶναι ἐξίσου σοβαροί, καί, τελικά, τόσο βαρετοί, καθώς ἀντιμετωπίζουν τή θρησκεία μ’ ἕνα χαλάζι ἀπό "ὀρθολογικές" σφαῖρες. Στήν κοινωνία μας δέν ὑπάρχει καμιά φράση πού νά μεραφέρει καλύτερα τήν περιφρόνησή μας ἀπό τό νά χαρακτηρίσουμε κάτι λέγοντας πώς "εἶναι παιδιάστικο". Μ’ ἄλλα λόγια, δέν εἶναι γιά τούς ἐνήλικες, τούς ἔξυπνους καί σοβαρούς. Ἔτσι τά παιδιά μεγαλώνουν καί γίνονται ἐξίσου σοβαρά καί βαρετά. Ὁ Χριστός ὅμως εἶπε, "γένησθε ὡς τά παιδία" (Ματθ. 18, 3). Τί σημαίνει αὐτό; Τί λείπει ἀπό τούς ἐνήλικες, ἤ καλύτερα, τί ἔχει στραγγαλισθεῖ, καταπνιγεῖ, ἐκμηδενισθεῖ ἀπό ἕνα παχύ στρῶμα ἐνηλικιότητας; Δέν εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα αὐτή ἡ ἱκανότητα, ἡ τόσο χαρακτηριστική τῶν παιδιῶν, νά θαυμάζουν, νά ἀγαλλιοῦν καί τό πιό σπουδαῖο νά εἶναι γνήσια στή χαρά καί στή λύπη; Ἡ ἐνηλικίωση στραγγαλίζει ἐπίσης τήν ἱκανότητα νά ἐμπιστεύεσαι, νά αὐτοεγκαταλείπεσαι, νά ἀφήνεσαι τελείως στήν ἀγάπη καί νά πιστεύεις μέ ὅλη σου τήν ὕπαρξη. Τελικά τά παιδιά παίρνουν στά σοβαρά ὅ,τι οἱ ενήλικες δέν μποροῦν πλέον νά ἀποδεχθοῦν: τά ὄνειρα, αὐτά πού διασποῦν τήν καθημερινή μας ἐμπειρία καί τήν κυνική μας καχυποψία, αὐτό τό βαθύ μυστήριο τοῦ κόσμου καί κάθετι πού ἀποκαλύπτεται στούς ἁγίους, στά παιδιά καί στούς ποιητές.
Ἔτσι μόνο ὅταν εἰσχωρήσουμε στό παιδί πού ζεῖ κρυμμένο μέσα μας, μποροῦμε νά κάνουμε δικό μας τό χαρμόσυνο μυστήριο τοῦ Θεοῦ πού ἔρχεται πρός ἐμᾶς "ὡς παιδίον". Τό παιδί δέ διαθέτει οὔτε κύρος οὔτε ἐξουσία· ὅμως ἡ ἀπουσία ἀκριβῶς κύρους τό ἀναδεικνύει σέ βασιλιά· πηγή τῆς βαθιᾶς του δύναμης εἶναι ἡ ἀνικανότητα νά ὑπερασπιστεῖ τόν ἑαυτό του καί ἡ τρωτότητά του. Τό παιδί σ’ αὐτή τή μακρινή σπηλιά τῆς Βηθλεέμ δέν ἔχει ἐπιθυμία ὥστε νά τό φοβόμαστε· εἰσέρχεται στίς καρδιές μας χωρίς νά μᾶς ἐκφοβίζει, χωρίς νά ἐπιδεικνύει τό κύρος καί τή δύναμή του, ἀλλά μόνο μέ τήν ἀγάπη. Μᾶς δίνεται ὡς παιδί, καί μόνο ὡς παιδιά μποροῦμε μέ τή σειρά μας νά τό ἀγαπήσουμε καί νά δοθοῦμε σ’ αὐτό. Ὁ κόσμος κυβερνᾶται ἀπό τή δύναμη καί τήν ἐξουσία, ἀπό τό φόβο καί τήν κυριαρχία. Τό "παιδίον Θεός" μᾶς ἀπελευθερώνει ἀπ’ ὅλα αὐτά. Τό μόνο πού ἐπιθυμεῖ ἀπό ἐμᾶς εἶναι ἡ ἀγάπη μας, πού προσφέρεται μέ ἐλευθερία καί χαρά· τό μόνο πού ἐπιθυμεῖ ἀπό μᾶς εἶναι νά τοῦ δώσουμε τήν καρδιά μας. Καί τή δίνουμε σ’ ἕνα ἀνυπεράσπιστο παιδί, πού ἐμπνέει ὅμως τεράστια ἐμπιστοσύνη.
Μέ τή γιορτή τῶν Χριστουγέννων ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἀποκαλύπτει ἕνα μυστήριο χαρᾶς: τό μυστήριο μιᾶς ἐλεύθερα προσφερόμενης ἀγάπης πού δέν ἐπιβάλλεται σέ κανένα. Μιᾶς ἀγάπης ἱκανῆς νά δεῖ, νά ἀναγνωρίσει καί νά ἀγαπήσει τό Θεό στό πρόσωπο τοῦ θείου Παιδιοῦ, καί νά γίνει ἔτσι δῶρο μιᾶς νέας ζωῆς. 

Πηγή: Ἀπό τό βιβλίο «ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΕΤΗΣΙΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ», τοῦ Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Ἐκδόσεις Ἀκρίτας.

Ἡ στολή τῆς Θεότητος




                                            Nίκου Νικολαΐδη
                                              Καθηγητῆ τῆς Θεολογικῆς
                                              Σχολῆς τοῦ Παν/μίου Ἀθηνῶν


Θέλω ν’ ἀνοίξω τό στόμα μου, ὦ ἀδελφοί, καί νά ὁμιλήσω περί τῆς ὑψηλῆς ὑποθέσεως τῆς ταπεινοφροσύνης· ἀλλά φοβοῦμαι, ὡς φοβεῖται ἐκεῖνος, ὅστις μέλλει νά ὁμιλήσῃ περί Θεοῦ δι’ ἀνθρωπίνων συλλογισμῶν· καθότι ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι στολή τῆς θεότητος· ἐπειδή ὁ υἱος καί λόγος τοῦ Θεοῦ καί πατρός ἐνανθρωπήσας ἐπί τῆς γῆς, αὐτήν ἐνεδύθη, καί συνανεστράφη μεθ’ ἡμῶν· καί πᾶς ὅστις κατέβη ἐκ τοῦ ἰδίου ὕψους, καί ἐσκέπασε τήν ἰδίαν αὐτοῦ δόξαν καί μεγαλωσύνην διά τῆς ταπεινοφροσύνης, ἵνα μή ἡ κτίσις καταφλεχθῇ, βλέπουσα τήν φύσιν τῆς αὐτοῦ θεότητος· 
Ἁγ. Ἰσαάκ τοῦ Σύρου


Ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ καί πιστεύει ὅτι μόνο οἱ ἱεροί συγγραφεῖς τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι θεόπνευστοι. Γράφουν μέ τό φωτισμό καί τήν ἐπιστασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε, διαμέσου τους, νά ἔχομε τήν ἀποκάλυψη τῶν θείων ἀληθειῶν καί νά ἀποφεύγονται, λόγῳ τῆς ἀνθρώπινης φύσης, τά ὁποιαδήποτε λάθη. Καί εἶναι γι᾿ αὐτό τό λόγο, γιά τόν ὁποῖο, ἐνῶ τά ἱερά κείμενα συντάχθηκαν σέ διαφορετικούς χρόνους, ἀπό πολλούς, μέ ἤ χωρίς μορφωτικές προϋποθέσεις, ἐντούτοις πουθενά στήν Ἁγία Γραφή δέν παρατηροῦνται ἀντιφάσεις. Ἡ θεοπνευστία αὐτή, σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν Ἁγία Γραφή, εἶναι μοναδική καί ἀνεπανάληπτη, ἀλλά καί τερματική, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι δέν ἔχομε συνεχή ροή θείας ἀποκάλυψης, μέσα στήν Ἐκκλησία, κάτι, τό ὁποῖο, δυστυχῶς, πιστεύεται καί ἐφαρμόζεται στό Ρωμαιοκαθολικισμό, προκειμένου νά στηρίζονται τά ἀστήρικτα καί νά δικαιολογοῦνται τά ἀδικαιολόγητα, ὅπως τά περί πρωτείου καί ἀλαθήτου τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης κ.ἄ.
Ὅμως, στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας παρατηρεῖται τό φαινόμενο τῆς θεοπνευστίας, ὄχι ὑπό τήν εἰδική ἔννοια, ὅπως τήν προδιαγράψαμε πιό πάνω, ἀλλά ὑπό τήν εὐρύτερη τοῦ ὅρου ἀντίληψη. Λέγοντας, ὅμως, «Πατέρες», ἡ Ἐκκλησία ἐννοεῖ εἰδική ὁμάδα ἐκκλησιαστικῶν προσώπων, οἱ ὁποῖοι, διακρίθηκαν ἐν ἔργῳ καί λόγῳ καί βιοτῇ. Ὑπῆρξαν δηλαδή μεστοί τῆς ἐμπειρίας καί τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπέβησαν ὀρθοί διερμηνεῖς τῆς «ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀνέκαθεν ἀχράντως πεφυλαγμένης–παραδεδομένης θείας ἀποκαλύψεως». Αὐτοί ὀνομάζονται «θεόπνευστοι», πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καί σοφίας. Εἶναι, ἑπομένως, γι᾿ αὐτό τό λόγο, γιά τόν ὁποῖο καί ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος μιλᾶ, λέγοντας ὅτι μόνο ὅσοι «ἔλαβον Πνεῦμα Ἅγιον ἔμαθον τά βαθέα τοῦ Θεοῦ», ἐνῶ οἱ αἱρετικοί, «ὡς μή λαβόντες Πνεῦμα Ἅγιον, οὐκ ἔμαθον τά βαθέα τοῦ Θεοῦ καί εἰς ταύτας περιεκλάσθησαν τάς αἱρέσεις». Ἐξαιτίας τούτου τοῦ γεγονότος καί ἡ ἕκτη Οἰκουμενική Σύνοδος ἀποκαλεῖ τούς Πατέρες «θεοπνεύστους» καί τά ἔργα τους «θεοπαράδοτα».
Ἀλλά, γιά νά ἐπικεντρωθοῦμε στό θέμα μας, μέ σκοπό τήν κατά Θεόν οἰκοδομή μας τίς ἅγιες μέρες τῆς τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἐπιδημίας στόν κόσμο, θά καταφύγομε σ᾿ ἕνα ὄμορφο κείμενο τοῦ Ἁγίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, τό ὁποῖο ἐν εἴδει κεφαλαίου παραθέτει στόν πνευματικό λειμώνα του, τά «Ἀσκητικά» του. «Θέλω νά ἀνοίξω τό στόμα μου, ἀδελφοί μου», γράφει, «καί νά μιλήσω γιά τήν ὑψηλή ὑπόθεση τῆς ταπεινοφροσύνης, ἀλλά πληροῦμαι ἀπό φόβο, ὅπως ἀκριβῶς νοιώθει δέος αὐτός, πού πρόκειται νά διαλεχθεῖ γιά τό Θεό». Γιά ποιό, ὅμως, λόγο; «Στολή γάρ Θεότητός ἐστιν». Εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη ἡ στολή τῆς Θεότητος. Γιατί; Διότι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ καί Θεός, προκειμένου νά γίνει ἄνθρωπος, νά ἐνανθρωπήσει, αὐτήν ἐνδύθηκε καί διαμέσου αὐτῆς κατέβηκε στόν κόσμο καί συναναστράφηκε μέ τούς ἀνθρώπους. Μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ Θεός «ἐκένωσε» τόν ἑαυτό του (Φιλ. β΄7) καί «ἐκάλυψε τήν ἀρετήν τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ καί ἐσκέπασε τήν ἑαυτοῦ δόξαν ἐν τῇ ταπεινοφροσύνῃ».
Ἀλλά, γιατί ὁ Θεός ταπεινώνεται; Καί ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος: «Ἵνα μή ἡ κτίσις τῇ αὐτοῦ θεωρίᾳ καταφλεχθῇ»! Πῶς θά μποροῦσε ἡ κτίση νά ἀνεχθεῖ τή θεωρία του; Ἔντρομος καί ἔμπλεος φόβου μήπως δέν ἦταν καί ὁ Μωϋσῆς μπροστά στή φλεγόμενη βάτο (Ἐξ. γ΄ 1κ.ἑξ. Πράξ. ζ΄32); Ἤ μήπως δέν συγκλονίστηκαν ἀπό τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στό καπνίζον ὄρος Σινᾶ οἱ Ἰσραηλίτες καί μ᾿ ἕνα στόμα εἶπαν στό Μωϋσῆ, ὅτι, ἄν τούς μιλήσει ξανά ὁ Θεός μέ τόν ἴδιο τρόπο, θά πεθάνουν ἀπό τό φόβο τους (Ἐξ. κ΄18); Ἑπομένως, «πῶς οὖν φανερῶς ἡ κτίσις ἠδύνατο δέξασθαι τήν θεωρίαν αὐτοῦ; Διότι ἡ κτίσις οὐκ ἠδύνατο θεάσασθαι αὐτόν, εἰ μή μέρος ἐξ αὐτῆς ἔλαβεν», ἑρμηνεύει ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ.
Πόσο ὑπέροχοι, πραγματικά, εἶναι οἱ λόγοι αὐτοί! Πόσο παραστατικά ἀνευρίσκουν οἱ φωτισμένοι Πατέρες μας τό «ἀπόθετον κάλλος» καί τόν «κεκρυμμένον πλοῦτον» τῶν Γραφῶν. Καί πόσο ἁπλά καί μεστά μᾶς τόν προσφέρουν καί μᾶς καλοῦν νά γευθοῦμε τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τους! 
Καί δέν μένουν μόνο στή θεωρία οἱ Πατέρες ἀλλά προχωροῦν στήν πράξη. Καί αὐτός εἶναι ὁ ἄλλος λόγος τῆς ταπείνωσης τοῦ Χριστοῦ. Κανένας, σημειώνει ὁ Ἅγιος, δέν μπορεῖ νά λέγεται καί νά εἶναι χριστιανός καί δέν μπορεῖ νά ἐξομοιωθεῖ μέ τό Θεό, ἄν δέν ἐνδυθεῖ πρῶτα τή στολή, πού ὁ ἴδιος ὁ Χριστός «ἐνεδύσατο»! Ἔτσι, ὅποιος δεχθεῖ καί φορέσει τή στολή, τήν ὁποία ὁ Κτίστης ἐνδύθηκε, «αὐτόν τόν Χριστόν ἐνδύεται»! Ἄν ὁ ἐγωϊσμός, ἐξόρισε τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Παράδεισο, τότε ἡ ταπείνωση, αὐτή καί μόνη μπορεῖ νά μᾶς ἐπαναφέρει στό «ἀρχαῖον κάλλος». Καί ἡ ταπείνωση δέν εἶναι μία ἀρετή. Γιατί, ὅπως «τό ἅλας πάσῃ τροφῇ (δίνει γεύση σέ κάθε φαγητό, ἔτσι) καί ἡ ταπείνωσις (ἀποβαίνει ἀναγκαία) πάσῃ ἀρετῇ». Μέ τόν τρόπο τοῦτο ἀξιώνεται ὁ ἄνθρωπος νά γίνει ξανά ὡς ὁ πρωτόπλαστος πρό τῆς παρακοῆς. Καί μέ τό σχῆμα τοῦτο ὅλη «ἡ κτίσις αἰδεῖται τήν θεωρίαν τοῦ ταπεινόφρονος». 
Τί, λοιπόν, μπορεῖ νά εἶναι πιό θεοφιλές καί πιό θεοτερπές στή ζωή μας, ἄν μέσα στίς τόσες ἔγνοιες μας, ὄχι μόνο τῶν Γιορτῶν, ἀλλά καί τῆς καθόλου ἐπί γῆς πορείας μας, μεριμνούσαμε πῶς νά ντυθοῦμε καί νά λαμπρύνομε τόν ἑαυτό μας μέ τή στολή τῆς ταπεινοφροσύνης, «τήν στολήν αὐτήν τῆς θεότητος»!

Πηγή: Περιοδικό «ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ», τεῦχος 466, Δεκέμβριος 2011.





Νάμουν του σταύλου έν’ άχυρο,
ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π' άνοιγ' ο Χριστός
στον ήλιο του το μάτι.

Να ιδώ την πρώτη του ματιά
και το χαμόγελό του,
το στέμμα των ακτίνων του
γύρω στο μέτωπό του.

Να λάμψω από τη λάμψη του
κι' εγώ σαν διαμαντάκι
κι' από τη θεία του πνοή
να γίνω λουλουδάκι.

Να μοσκοβοληθώ
κι' εγώ από την ευωδία,
που άναψε στα πόδια του
των Μάγων η λατρεία.

Νάμουν του σταύλου ένα άχυρο
ένα φτωχό κομμάτι
Την ώρα π' άνοιγ' ο Χριστός
στον ήλιο του το μάτι.

Κωστής Παλαμάς

Μυστήριον ξένον καί παράδοξον


Ἀλλὰ τί εἴπω, ἢ τί λαλήσω; Ἐκπλήττει γάρ με τὸ θαῦμα. Ὁ Παλαιὸς ἡμερῶν παιδίον γέγονεν, ὁ ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου καθήμενος ἐν φάτνῃ τίθεται, ὁ ἀναφής, καὶ ἁπλοῦς, καὶ ἀσύνθετος, καὶ ἀσώματος χερσὶν ἀνθρωπίναις ἑλίσσεται, ὁ τὰ τῆς ἁμαρτίας διασπῶν δεσμὰ σπαργάνοις ἐμπλέκεται, ἐπειδὴ τοῦτο θέλει. Θέλει γὰρ τὴν ἀτιμίαν ποιῆσαι τιμήν, τὴν ἀδοξίαν ἐνδῦσαι δόξαν, τὸν τῆς ὕβρεως ὅρον, ἀρετῆς δεῖξαι τρόπον. Ὅθεν ὑπέρχεται τὸ ἐμὸν σῶμα, ἵνα ἐγὼ χωρήσω τὸν αὐτοῦ Λόγον· καὶ λαβὼν τὴν ἐμὴν σάρκα, δίδωσί μοι τὸ ἑαυτοῦ Πνεῦμα, ἵνα διδοὺς καὶ λαμβάνων θησαυρόν μοι ζωῆς ἐμπορεύσηται. Λαμβάνει μου τὴν σάρκα, ἵνα με ἁγιάσῃ· δίδωσί μοι τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ, ἵνα με διασώσῃ. Ἀλλὰ τί εἴπω, καὶ τί λαλήσω; Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει. Οὐκέτι λέγεται ὡς γενησόμενον, ἀλλὰ θαυμάζεται ὡς πεπραγμένον.

(Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Λόγος εἰς τό γενέθλιον τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ).

* * *

Αλλά τι να πω και τι να λαλήσω; Επειδή το θαύμα με εκπλήττει. Ο Παλαιός των ημερών Παιδί έγινε, Αυτός που κάθεται σε θρόνο υψηλό και ανυψωμένο τοποθετείται σε φάτνη, ο ανέγγιχτος, ο απλός κι ασύνθετος κι ασώματος με ανθρώπινα χέρια τυλίγεται, Αυτός που σπάει τα δεσμά της αμαρτίας με σπάργανα εμπλέκεται, επειδή αυτό θέλει. Επειδή θέλει την ατιμία να την κάνει τιμή, την αδοξία να την ντύσει με δόξα, την ύβρη να κάνει αρετή. Γι' αυτό και λαμβάνει το δικό μου σώμα για να χωρέσω εγώ τον δικό του Λόγο (σημ: με την Θεία Μετάληψη ο πιστός γίνεται ναός του Χριστού). Και επειδή έλαβε την δική μου σάρκα μου δίνει το δικό Του Πνεύμα. Έτσι ώστε δίνοντας και λαμβάνοντας να μου εμπορευθεί τον θησαυρό της ζωής. Μου λαμβάνει την σάρκα για να με αγιάσει. Μου δίνει το Πνεύμα για να με διασώσει. Αλλά τι να πω και τι να λαλήσω; "Να, η Παρθένος θα συλλάβει". Δεν λέγεται πια σαν κάτι που θα γίνει, αλλά θαυμάζεται σαν πεπραγμένο.



Κύριε, τώρα που γεννιέσαι και πάλι…



Κύριε, τώρα που γεννιέσαι και πάλι, βοήθησέ με…

Όταν χορταίνω εγώ, να θυμάμαι τους πεινασμένους…
• Όταν οι άλλοι μου δείχνουν την αγάπη τους, να θυμάμαι αυτούς, που ζουν στη μοναξιά…
• Όταν το πρωί ξυπνάω για να πάω σχολείο… να θυμάμαι αυτούς που δεν έχουν σκοπό στη ζωή τους…
• Όταν χαίρομαι και γελάω… να θυμάμαι αυτούς που γνώρισαν μόνο τον πόλεμο…
• Όταν κάνω όνειρα για το μέλλον, να θυμάμαι αυτούς που είναι απελπισμένοι…
• Όταν πέφτω στο κρεβάτι μου για να κοιμηθώ, να φέρνω στο νου μου τους άστεγους…

Κύριε, τώρα που γεννιέσαι και πάλι, βοήθησέ με…

να ζω Χριστούγεννα ΤΩΡΑ και ΠΑΝΤΑ!
Με ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ
ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ
ΑΓΑΠΗ



Επιμέλεια: Κατηχητικό Σχολείο Αριδαίας.

Εἰς τό γενέθλιον τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ


Μυστήριον ξένον καὶ παράδοξον βλέπω· ποιμένες μου περιηχοῦσι τὰ ὦτα, οὐκ ἔρημον συρίζοντες μέλος, ἀλλ' οὐράνιον ᾄδοντες ὕμνον. Ἄγγελοι ᾄδουσιν,  ἀρχάγγελοι μέλπουσιν, ὑμνεῖ τὰ Χερουβὶμ, δοξολογεῖ τὰ Σεραφὶμ, πάντες ἑορτάζουσι Θεὸν ἐπὶ γῆς ὁρῶντες, καὶ ἄνθρωπον ἐν οὐρανοῖς· τὸν ἄνω κάτω δι' οἰκονομίαν, καὶ τὸν κάτω ἄνω διὰ φιλανθρωπίαν. Σήμερον Βηθλεὲμ τὸν οὐρανὸν ἐμιμήσατο· ἀντὶ μὲν ἀστέρων ἀγγέλους ὑμνοῦντας δεξαμένη, ἀντὶ δὲ ἡλίου τὸν τῆς δικαιοσύνης ἀπεριγράπτως χωρήσασα. Καὶ μὴ ζήτει πῶς· ὅπου γὰρ βούλεται Θεὸς, νικᾶται φύσεως τάξις. Ἠβουλήθη γὰρ, ἠδυνήθη, κατῆλθεν, ἔσωσε· σύνδρομα τὰ πάντα τῷ Θεῷ. Σήμερον ὁ ὢν τίκτεται, καὶ ὁ ὢν γίνεται ὅπερ οὐκ ἦν· ὢν γὰρ Θεὸς, γίνεται ἄνθρωπος, οὐκ ἐκστὰς τοῦ εἶναι Θεός. Οὐδὲ γὰρ κατ' ἔκστασιν θεότητος γέγονεν ἄνθρωπος, οὐδὲ πάλιν κατὰ προκοπὴν ἐξ ἀνθρώπου γέγονε Θεός· ἀλλὰ Λόγος ὢν, διὰ τὸ ἀπαθὲς σὰρξ ἐγένετο, ἀμεταβλήτου μενούσης τῆς φύσεως.
 Πάντων οὖν σκιρτώντων, σκιρτῆσαι θέλω κἀγὼ, χορεῦσαι βούλομαι, πανηγυρίσαι θέλω· χορεύω δὲ, οὐ κιθάραν πλήττων, οὐ θυρσὸν κινῶν, οὐκ αὐλοὺς ἔχων, οὐ δᾷδας ἅπτων, ἀλλ' ἀντὶ μουσικῶν ὀργάνων τὰ τοῦ Χριστοῦ σπάργανα φέρων. Αὐτὰ γάρ μοι ἐλπὶς, αὐτά μοι ζωὴ, αὐτά μοι σωτηρία, αὐτά μοι αὐλὸς, αὐτά μοι κιθάρα. ∆ιὸ καὶ αὐτὰ ἔρχομαι φέρων, ἵνα τῇ αὐτῶν δυνάμει ἰσχὺν λόγων λαβὼν μετ' ἀγγέλων εἴπω· ∆όξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ· μετὰ δὲ ποιμένων, Καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία.


(Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Λόγος εἰς τό γενέθλιον τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ).

* * *

Μυστήριο παράξενο και παράδοξο βλέπω. Ποιμένες ακούγονται στα αυτιά μου, όχι επειδή παίζουν ένα υπαίθριο σκοπό, αλλά επειδή τραγουδούν ουράνιο ύμνο. Aγγελοι τραγουδούν, Αρχάγγελοι μέλπουν, υμνούν τα Χερουβίμ, δοξολογούν τα Σεραφίμ, οι πάντες γιορτάζουν επειδή βλέπουν τον Θεό πάνω στην γή και τον άνθρωπο στους ουρανούς. Τον (Θεό πού είναι) άνω (τώρα να είναι) κάτω από οικονομία και τον (άνθρωπο που είναι) κάτω (τώρα να είναι) άνω από φιλανθρωπία. Σήμερα η Βηθλεέμ τον ουρανό εμιμήθηκε. Επειδή αντί για αστέρια αγγέλους που υμνούν δέχθηκε και αντί για τον ήλιο τον Ήλιο της Δικαιοσύνης απεριγράπτως εχώρεσε. Και μην αναζητάς πως. Επειδή όπου θέλει ο Θεός νικιέται η τάξη της φύσεως. Επειδή θέλησε, το κατόρθωσε, κατήλθε, έσωσε. Όλα (τα κτίσματα) συντρέχουν με τον Θεό (τον Κτίστη). Σήμερα ο Ων τίκτεται και ο Ων γίνεται αυτό που δεν ήταν. Γιατί ενώ είναι Θεός, γίνεται άνθρωπος, χωρίς να πάψει να είναι Θεός. Επειδή δεν έγινε άνθρωπος με το να πάψει να είναι Θεός, αλλά ούτε πάλι με το να προκόψει από άνθρωπος έγινε Θεός. Αλλά ενώ είναι ο (Θεός) Λόγος, έγινε σαρξ (δηλαδή και άνθρωπος) με απάθεια, χωρίς να μεταβληθεί η φύση Του (σημ: στο Ένα πρόσωπο του Χριστού αποδίδονται η Θεία και η ανθρώπινη φύση).
Επειδή λοιπόν όλοι σκιρτούν από χαρά, να σκιρτήσω θέλω κι εγώ, να χορεύσω επιθυμώ, να πανηγυρίσω θέλω. Αλλά χορεύω χωρίς να παίζω κιθάρα, χωρίς να κινώ κλαδιά κισσού, χωρίς να κρατώ αυλούς, χωρίς να ανάβω λαμπάδες, αλλά αντί για μουσικά όργανα κρατώντας τα σπάργανα του Χριστού. Γιατί αυτά είναι η ελπίδα μου, αυτά η ζωή μου, αυτά η σωτηρία μου, αυτά ο αυλός μου, αυτά η κιθάρα μου. Γι' αυτό κι έρχομαι κρατώντας αυτά, για να λάβω με την δύναμή τους ισχύ λόγων και να πω μαζί με τους Αγγέλους "Δόξα εν υψίστοις Θεώ" και μαζί με τους ποιμένες "κι επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία". 

Χριστούγεννα


Στή γωνιά μας κόκκινο
τ’ ἀναμμένο τζάκι.
Τοῦφες χιόνι πέφτουνε
στό παραθυράκι.

Ὅλο ἀπόψε ξάγρυπνο
μένει τό χωριό.
καί χτυπά Χριστούγεννα
τό καμπαναριό.

Ἔλα, Ἐσύ, πού ἀρχάγγελοι
Σ’ ἀνυμνοῦνε ἀπόψε.
Πάρε ἀπό τήν πίτα μας,
πού εὐωδιᾶ, καί κόψε.

Ἔλα κι ἡ γωνίτσα μας
καρτερεῖ ναρθεῖς.
Σοὔστρωσα, Χριστούλη μου
γιά νά ζεσταθεῖς.

Να τα πούμε;


Τρίγωνα κάλαντα σκόρπισαν παντού
κάθε σπίτι μια φωλιά του μικρού Χριστού.
Τρίγωνα κάλαντα μέσ' τη γειτονιά
ήρθαν τα Χριστούγεννα κι η Πρωτοχρονιά.
Άστρο φωτεινό, θα 'βγει γιορτινό,
μήνυμα να φέρει από τον ουρανό.
Μες στη σιγαλιά ανοίγει η αγκαλιά
και κάνει η αγάπη στη καρδιά φωλιά.
Τρίγωνα κάλαντα στο μικρό χωριό
και χτυπά Χριστούγεννα το καμπαναριό.
Τρίγωνα κάλαντα σκόρπισαν παντού
και μας φέρνουν μήνυμα του μικρού Χριστού.
Τρέχουν τα παιδιά μέσα στο χιονιά,
ήρθαν τα Χριστούγεννα κι η Πρωτοχρονιά.
Μες στη σιγαλιά άνοιξ' η αγκαλιά
κι έκανε η αγάπη στη καρδιά φωλιά.
Τρίγωνα κάλαντα κέφι και χαρά
ήρθαν τα Χριστούγεννα κι η Πρωτοχρονιά.
Τρίγωνα κάλαντα χρόνια σας πολλά
ήρθαν τα Χριστούγεννα κι η Πρωτοχρονιά.



Εὐλογημένον τό ἐρχόμενον...



  ῾Η κ. Σοφία καί ὁ κ. Γιάννης ἦταν ἕνα ὑποδειγματικό ζευγάρι καί καλοί γονεῖς. ᾿Εκείνη ἀφοσιωμένη στά καθήκοντά της τά οἰκογενειακά καί ὁ σύζυγός της ἄφηνε τήν καλύτερη ἐντύπωσι στήν κοινωνία τοῦ χωριοῦ καί στήν ὑπηρεσία του. ᾿Εργαζόταν ὡς ὑπεύθυνος τμήματος ἑνός ἐργοστασίου τῆς περιοχῆς. Τά δυό παιδιά τους, ἡ Εὐανθία καί ἡ Ζωή, στό Γυμνάσιο ἡ πρώτη καί στήν Στ΄ Δημοτικοῦ ἡ δεύτερη, ξεχώριζαν μέσα στό Σχολεῖο. Καί γιά τήν ἐπιμέλειά τους, κυρίως ὅμως γιά τό ἦθος τους, στό ὁποῖο ἔκδηλη φαινόταν ἡ φροντίδα τῶν γονέων καί εἰδικώτερα ἡ σφραγίδα τῆς μητέρας.
Τήν Κυριακή ἐκκλησιαζόταν ὅλοι μαζί καί ἦταν νά τούς καμαρώνη κανείς, ἔτσι καθώς προσηλωνόταν στήν θεία Λειτουργία.
Τί καλό ζευγάρι! τί καλά παιδιά, ἔλεγαν καλοδιάθετα ὅλοι.
–  Τόσο καλά παιδιά πού ἔχετε, κάντε κι’ ἕνα τρίτο, εἶπε στήν κ. Σοφία ἡ γειτόνισσα.
– Φθάνουν τά δύο, κ. ᾿Ανθή. Μ’ ἕναν μισθό εἴμαστε, μέ ἐνοίκιο στό σπίτι καί τόσα ἄλλα. Βλέπεις, εἴμαστε ξένοι, ὅλα τ’ ἀγοράζουμε.
– ῎Εχει ὁ Θεός γιά ὅλους. Κάθε παιδί πού γεννιέται κολυμπάει μέσα στήν πρόνοια καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ κι’ ἔχει μερίδιο στ’ ἀγαθά Του.
– Σωστά, μά τά παιδιά μεγάλωσαν τώρα... Ποιός ἀρχίζει πάλι ἀπ’ τήν ἀρχή... Δέν θέλω ἄλλο...
– ῎Αχ, παιδάκι μου, τά παιδιά εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ καί πάντα καλόδεχτα πρέπει νἆναι...
*  *  *
Πέρασαν μῆνες. ῾Ο χειμώνας ἔφυγε μέ τά κρῦα καί τούς βοριάδες καί ἡ ἄνοιξις ξύπνησε ὅλη τήν πλάσι. Στόλισε τίς πλαγιές μέ πολύχρωμες ὀμορφιές καί γέμισε μῦρα τήν ἀτμόσφαιρα. Πλησίαζε τό Πάσχα πού βραδυπορώντας φέτο πάτησε στό κατώφλι τοῦ Μάη τήν πρώτη του μέρα. ῞Ολα ντυμένα στά γιορτινά τους πρόσμεναν τήν Λαμπρή.
Τά χελιδόνια μέ σπουδή κλωσσοῦσαν τ’ αὐγουλάκια τους στίς φωλιές τους καί οἱ πελαργοί κροτάλιζαν ἀπ’ τά ψηλά τήν χαρά τους, καθώς πρόσμεναν νά σπάσουν τά κελύφη τῶν αὐγῶν τους καί νά προβάλη ἡ καινούργια ζωή, οἱ νεοσσοί τους «καλοί λίαν» ὅπως ὥρισε ὁ Δημιουργός τους.
Τότε ἔνοιωσε καί ἡ κ. Σοφία νά ἀναδεύη μιά καινούργια ζωή στά σπλάχνα της. Καί αὐτή ἡ αἴσθησις σάν θλιβερή μουσική ὑπόκρουσις συνώδευε τίς σκέψεις της, τήν κάθε στιγμή της, ὑπερνικώντας τήν χαρά τῶν ἡμερῶν. ᾿Αγωνία καί ἀθυμία μαζί κατέκλυσαν τήν ψυχή της. Μά δέν εἶπε τίποτε. «Νά συγκρατηθῶ, νά περάσουν οἱ γιορτερές μέρες καί βλέπουμε», σκεφτόταν.
Μέ τήν πρώτη εὐκαιρία ἐξέφρασε τήν ὑπόνοιά της στόν σύζυγό της.
– Πρῶτα νά βεβαιωθοῦμε, εἶπε δειλά ἐκεῖνος, βλέποντάς την ἀναστατωμένη.
Σάν πέρασε ἡ Διακαινήσιμος, τήν ἄλλη μέρα, ξεπροβόδισαν τά παιδιά στό σχολεῖο καί οἱ δυό τους ἐπισκέφθηκαν τόν γιατρό στήν κοντινή πόλι.
– Μέσα σας πάλλει μιά καινούργια ζωή, εἶπε στήν κ. Σοφία. Εἶσθε στόν 2ο μῆνα τῆς κυήσεως. ῎Εχετε ἄλλα παιδιά;
–῎Αλλα δύο, γιατρέ... Καί δέν ἤθελα τρίτο... ψέλλισε καί ἀπ’ τά μάτια της ἀνάβρυσαν δάκρυα.
– Γιατί, κυρία μου; Σᾶς φαίνεται πολύ τό τρίτο παιδί; Στήν ἐποχή μας εἶναι λίγα τρία παιδιά. Ποῦ ξέρουμε τί ἐπιφυλάσσει ἡ ζωή στόν καθένα μας, σέ μᾶς καί στά παιδιά μας;
– Τά παιδιά δέν εἶναι μόνο κόπος καί φροντίδα... Εἶναι κυρίως δαπάνη... καί μ’ ἕναν μισθό... εἶναι πρόβλημα...
– Τά παιδιά εἶναι καί εὐλογία. Ποῦ ξέρετε μέ τί χαρίσματα θἆναι προικισμένο αὐτό τό παιδί, καί ποῦ ξέρετε ἄν δέν σταθῆ αὐτό ἡ βακτηρία τῶν γηρατειῶν σας; Νἄχετε ἐμπιστοσύνη στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ κι’ ὅλα καλά θά πᾶνε.
– Σάν πνευματικός μιλήσατε...
– Μίλησα σάν πατέρας καί σάν γιατρός, ταγμένος νά ὑπηρετῶ τήν ζωή.
– Πόσα παιδιά ἔχετε, γιατρέ;
– Μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, πέντε.
῾Η κ. Σοφία δέν μίλησε. ῎Ενευσε τό «χαίρετε» καί σιωπηλή προχώρησε πρός τήν πόρτα.
῾Ο κ. Γιάννης ἔσφιξε τό χέρι τοῦ γιατροῦ, εὐχαριστώντας τον.
Ταξίδεψαν σιωπηλοί στό χωριό τους. 
Τά παιδιά γύρισαν χαρούμενα ἀπό τό σχολεῖο καί γέμισε τό σπίτι μέ τήν παρουσία τους.
– Μαμά, γράψαμε διαγώνισμα, στήν Φυσική, φώναξε χαρούμενη ἠ Εὐανθία.
– Καλά, παιδί μου.
– Μαμά, σάν κάτι νά σ’ ἀπασχολῆ. Τί συμβαίνει;
– Νοιώθω λίγο κουρασμένη, αὐτό εἶναι ὅλο.
Τήν ἄλλη μέρα ζήτησε νά δῆ τόν ἱερέα τῆς ἐνορίας τους, πού ἦταν καί ὁ πνευματικός, στό ἐπιτραχῆλι τοῦ ὁποίου ἀπόθετε τούς προβληματισμούς καί τά ἁμαρτήματά της.
῞Οταν μπῆκε στό Γραφεῖο του, δίπλα στόν ναό, ὁ π. Γεώργιος ἀνησύχησε βλέποντάς την ταραγμένη.
– Εἶναι, λοιπόν, τόσο σοβαρό τό πρόβλημα; Τί συμβαίνει;
– Πολύ σοβαρό. Καί τοῦ ἐξιστόρησε τό γεγονός.
– Μά αὐτό εἶναι εὐχάριστο! Χαρά καί εὐλογία! «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»!
– Θά προτιμοῦσα νά μήν ἐρχόταν, πάτερ... δέν μπορῶ ἀκόμη νά τό ἀποδεχθῶ.
– Μήπως σοῦ πέρασε ἡ σκέψις νά ἀπαλλαγῆς;
– Μέ στεναχωρεῖ ἡ ὕπαρξίς του, μά δέν θά τό ἐπέτρεπα ποτέ στόν ἑαυτό μου τέτοιο πράγμα.
– Σωστά, παιδί μου, γιατί ξέρεις εἶναι «φόνος ἐκ προμελέτης»· ἔγκλημα πού τό διαπράττουν δυστυχῶς οἱ φυσικοί προστάται τοῦ ἀδυνάμου νά αὐτοπροστατευθῆ ἐμβρύου. ῎Εγκλημα ἀποτρόπαιο, κι’ ἄς κλείνη θεληματικά τά μάτια του ὁ νόμος τῶν ἀνθρώπων. Δέν κολάζεται στήν γῆ, μά ποιός θά ξεφύγη ἀπό τήν δικαία κρίσι τοῦ Θεοῦ; Οὐδείς!
᾿Ηρέμησε, κ. Σοφία.
 ῾Ο Θεός πού ἔδωσε αὐτήν τήν ζωή μέσα σου θά μεριμνήση καί γι’ αὐτήν. Εἶναι δῶρο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Δέξου το μέ χαρά. Γιατί δέν φθάνει νά συμβιβασθῆς, πρέπει νά τό ἀγαπήσης. Γιατί καί μέσα στά σπλάχνα σου τό ἀνεπιθύμητο παιδί αἰσθάνεται τήν ἀποστροφή καί αὐτό ἐπηρεάζει τήν ὅλη ψυχοσωματική  του κατάστασι.
– Δέν ξέρω τί νά πῶ καί τί νά κάνω.
– Πές ἀποφασιστικά: «Γενηθήτω τό θέλημά σου, Κύριε». ῎Ακουσε τήν φωνή τοῦ Θεοῦ. Σοῦ μίλησε μέ τό στόμα τοῦ γιατροῦ. Σοῦ μιλᾶ, ἄν θές, καί μέ τήν ταπεινότητά μου, μέ τό στόμα ἑνός πολυτέκνου κληρικοῦ, πού εἶδε πλούσια τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ στήν ζωή τῆς πολυμελοῦς οἰκογενείας του.
– Σᾶς εὐχαριστῶ, πάτερ, μά πῶς νά τό πῶ, θἄθελα κάτι δυνατώτερο νά μέ ταρακουνήση.
– ῾Ο Θεός μᾶς μιλᾶ κάθε μέρα καί μέ διαφορετικούς τρόπους, φθάνει ἐμεῖς νά ἔχουμε αὐτιά πού ἀκοῦνε.
῾Η κ. Σοφία γύρισε στό σπίτι της καί ἀγωνιζόταν νά συμφιλιωθῆ μέ τό γεγονός, νά βρῆ τήν ἀλλοτινή χαρά της, τήν σιγουριά, τήν ξενοιασιά της. Γυρόφερνε τίς δουλειές της, μά ἡ σκέψις της ἦταν κολλημένη στό ἀνεπιθύμητο πού κυοφοροῦσε. Πόσο δυσκολευόταν νά ἀποδεχθῆ τό γεγονός!... Μόνο τόν τελευταῖο μῆνα νοιάστηκε γιά τά ρουχαλάκια τοῦ παιδιοῦ.
῏Ηταν οἱ πρῶτες μέρες τοῦ Δεκέμβρη ὅταν ἡ κ. Σοφία ἔφερε στόν κόσμο ἕνα ὁλόγερο καί καλόγνωμο ἀγοράκι. ῎Ετρωγε καί κοιμόταν, δίχως κλάματα καί γκρίνια, σάν νά πρόσεχε νά μήν κουράση τήν μητέρα του. Μά ἐκείνη ἔνοιωθε ἄβολα ἀκόμη μ’ αὐτή τήν ἄκαιρη, ὅπως τήν θεωροῦσε, γέννα. Καί τήν ἐντυπωσίαζε καί τήν παραξένευε ἡ χαρά τῶν παιδιῶν της καί τοῦ συζύγου της πού ξεχείλιζε, θαρρεῖς, ἀπ’ τήν καρδιά τους καί ἀνέβαινε στό πρόσωπο καί ξεχύνονταν ὁρμητική γύρω.
Στό σπίτι, πού μέ πολλή φροντίδα συγύρισαν ἡ Εὐανθία μέ τήν Ζωή, περίμενε τό νεογέννητο ἕνα ὁλοκαίνουργιο κρεββατάκι. Τό διάλεξαν οἱ ἴδιες καί τό ἔστησαν μέσα στό δικό τους δωμάτιο.
– Τόν θέλουμε μαζί μας, ἐμεῖς θά τόν προσέχουμε, εἶπαν παρακλητικά καί ἡ κ. Σοφία δέν τούς ἀρνήθηκε αὐτή τήν χαρά, μιά καί θά εἶχαν διακοπές.
῏Ηταν παραμονές Χριστουγέννων καί τό σπίτι μοσχομύριζε ἀπό τίς ἑτοιμασίες τῶν ἡμερῶν.
Τήν παραμονή τούς ἐπισκέφθηκε ἡ μελλοντική νουνά τοῦ μικροῦ, χάρηκε μαζί τους καί φεύγοντας, ἄφησε καί τό δωράκι της: ῞Ενα μικρό πιάνο-παιχνίδι μέ 6-7 χοντρά ξύλινα πλῆκτρα. ῾Η Ζωή τό ἔβγαλε ἀπό τό περιτύλιγμά του καί τό στόλισε πάνω στό τραπέζι τοῦ παιδικοῦ δωματίου. «Θά τό δοκιμάσουμε αὔριο, πού εἶναι Χριστούγεννα» εἶπε.
Πῆρε καί σκοτείνιαζε καί μόνο τά λαμπάκια τοῦ Χριστουγεννιάτικου δένδρου σκορποῦσαν χαρούμενες μαρμαρυγές μέσα στό δωμάτιο, ὅπου ἥσυχα ἀναπαυόταν ὁ «Βενιαμίν» τῆς οἰκογενείας.
Τό δεῖπνο ἦταν λιτό, νηστήσιμο, τό βράδυ τῆς παραμονῆς. Τό πρωΐ, στήν Χριστουγεννιάτικη θ. λειτουργία θά κοινωνοῦσαν ὅλοι, ἐκτός ἀπό τήν μητέρα καί τό νεογέννητο. ῾Η κ. Σοφία ἔμεινε γιά λίγο στήν κουζίνα, ἐνῶ ὁ κ. Γιάννης καί τά παιδιά ἔσκυψαν συγκινημένοι πάνω στό μικρό τους καί τό καληνύχτισαν ἀπιθώνοντας ἁπαλά γλυκό τό φιλί τους πάνω στό μέτωπό του.
῾Η Εὐανθία καί ἡ Ζωή καληνύχτισαν τούς γονεῖς τους καί μπῆκαν στό δωμάτιό τους. Γονάτισαν γιά τήν βραδινή τους προσευχή κι’ ὕστερα εἰρηνικά ἀποκοιμήθηκαν. Σέ λίγο τό σπίτι ξαπόσταινε στό σκοτάδι καί μόνο τό ἱλαρό φῶς τοῦ κανδηλιοῦ ἀπό τό σαλόνι μαζί μέ τά φωτάκια τοῦ δένδρου ἀπό τό δωμάτιο τῶν παιδιῶν ἀχνοφώτιζαν τό ἐσωτερικό του κι’ ἀπ’ τίς ἀνοιχτές πόρτες τρύπωναν στά ὑπνοδωμάτια, χύνοντας ἱλαρότητα στά κοιμισμένα πρόσωπα.
*  *  *
Τί νύχτα ἦταν αὐτή! ῾Η πιό σημαντική στήν ἱστορία τοῦ κόσμου! Νύχτα γεμάτη μυστήριο! «Νύχτα γεμάτη θάματα, νύχτα γεμάτη μάγια»!
Τό ρολόϊ χτυποῦσε ἁπαλά τίς ὧρες, σάν γιά νά μήν ταράξη τόν ὕπνο τῶν δικαίων. Μά ξαφνικά μιά μελωδία γλυκειά, πρωτάκουστη, ὅλο ἁρμονία ξεχύθηκε στό δωμάτιο τῶν παιδιῶν. Μιά μελωδία θεσπέσια, οὐράνια, ἀγγελική!
Πρώτη ξύπνησε ἡ Εὐανθία. ᾿Ανακάθησε. ᾿Από ποῦ ἐρχόταν αὐτή ἡ  μουσική μελωδία; Τό ἐνετόπισε! ᾿Από τό μικρό πιάνο-παιχνίδι ἔβγαιναν οἱ νότες, χωρίς κανείς νά τό πειράξη, χωρίς κανείς ν’ ἀγγίξη τά πλῆκτρα του!
᾿Εκείνη τήν ὥρα ξύπνησε καί ἡ Ζωή. 
– Εὐανθία, ἐσύ παίζεις;
– ῎Οχι, ξύπνησα ἀπό τήν μουσική.
– Φοβᾶμαι, εἶπε ἡ Ζωή.
῾Η Εὐανθία ἔτρεξε στό δωμάτιο τῶν γονέων τους.
– Μαμά, μπαμπά, σηκωθῆτε.
Πετάχτηκαν καί οἱ δυό τους.
– Τί συμβαίνει;
– Τό πιάνο, τό παιχνιδάκι, ἀκοῦστε το, παίζει μόνο του ἐδῶ καί ὥρα... καί φοβηθήκαμε...
Μπῆκαν ὅλοι σιγά-σιγά στό δωμάτιο τῶν παιδιῶν.
῾Η θεσπέσια μελωδία ἐξακολουθοῦσε νά ἀκούγεται ἁπαλή, μυστηριακή.
῎Εμειναν νά ἀκοῦν κι’ ἦταν σάν νά στάλαζε στίς καρδιές τους μιά πρωτόγνωρη γαλήνη, ἕνα αἴσθημα πληρότητος καί χαρᾶς, ὥσπου χαμήλωσε καί ἔσβησε ἁπαλά. Τότε ἔνοιωσαν πώς ἦταν ἄλλου κόσμου μουσική. Καί γονάτισαν. Σάν σέ κατανυκτική προσευχή. Τά δάκρυα κυλοῦσαν στά πρόσωπά τους 
– Θεέ μου, ψιθύρισε ἡ κ. Σοφία,  ἦρθες σήμερα στό σπιτικό μας, τήν μέρα τῆς συγκαταβάσεώς Σου... συγκατέβηκες καί σέ μᾶς ξεχωριστά, νεογέννητος ᾿Εσύ, ὁ Θεός μας... Καί μοῦ μίλησες τόσο συγκλονιστικά μέσα ἀπ’ αὐτό τό παιχνιδάκι, δίπλα ἐδῶ στήν κούνια τοῦ ἀνεπιθύμητου νεογέννητου παιδιοῦ μου... Συγχώρεσέ με, Κύριε... Γενηθήτω τό θέλημά Σου... Εὐλογημένο κι’ ἅγιο καί καλόδεχτο ὅ,τι θέλεις,... ὅ,τι μᾶς στέλνεις... γιά τώρα ...καί γιά πάντα...
Σηκώθηκε, πῆρε τό βρέφος στήν ἀγκαλιά της καί γιά πρώτη φορά τό φίλησε ζεστά, μ’ ὅλη τήν θέρμη τῆς καρδιᾶς της, ἐνῶ τά χείλη της ψέλλιζαν «εὐλογημένον τό ἐρχόμενον ἐν ὀνόματι Κυρίου».

Πηγή: Περιοδικό «Ἁγία Λυδία», Δεκέμβριος 2000.

Εἶναι ὁ Χριστιανισμός θρησκεία; Τήν ἀπάντηση δίνουν τά Χριστούγεννα



                                    Τοῦ Νίκου Νικολαΐδη
                                         Καθηγητῆ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Παν/μίου Ἀθηνῶν

Ἀκούγεται καί γράφεται ἀπό πολλούς ὅτι ὁ Χριστιανισμός εἶναι Θρησκεία. Καί μά­λιστα ὁρισμένοι κατατάσσουν τό Χριστιανισμό σέ μιά ἀπό τίς ὑπάρχουσες μονοθεϊστικές Θρησκεῖες. Εἶναι ὄντως θρήσκευμα ἡ πίστη μας; Μποροῦμε νά λέμε ὅτι ἀνήκομε στή Χριστιανική Θρησκεία;
Θά μᾶς βοηθήσει, στή σύντομη τούτη ἀναφορά μας γιά τό θέμα, τό ἐρώτημα τί εἶναι Θρησκεία; Τί σημαίνει ὁ ὅρος; Γιά τήν ἐτυμολογία τῆς λέξης ὑπάρχουν προτάσεις, ὅτι συνδέεται μέ τό «ἐνυθρεῖν», πού σημαίνει φυλάσσω, ἤ μέ τούς τύπους «θρήσκω», νοῶ, καί «θράσκειν», θυμίζω κ.ἄ. Κάποιοι ἄλλοι ἀποτολμοῦν νά συνδυάζουν τόν ὅρο μέ τή γεωγραφική περιοχή τῆς Θράκης. Ὁρισμένοι ἄλλοι τόν διασυνδέουν μέ τήν ἑβραϊκή φράση «ντέρεχ Γιά» καί τή γλωσσική ἑλληνική μετεξέλιξή του σέ «ἐρεσκίη», πού σημαίνει «ὁ­δός Θεοῦ». Aὐ­τή ἡ τελευταία προσέγγιση τοῦ ὅρου, γιά ὁρισμένους θρησκειολόγους, κρίνεται ὡς εὐστοχότερη, ἀφοῦ ὁ ὅρος δηλώνει πρά­γματι τό δρόμο πού ὁδηγεῖ στό Θεό. Ἀλλά καί μέ αὐτή τήν ἔννοια εἶναι ὁ Χριστιανισμός Θρησκεία, νοουμένου ὅτι μέ τό σχῆμα αὐτό ὁδηγεῖται ὁ ἄν­θρωπος πρός τό Θεό;
Ἡ ἀπάντηση στό ἐρώτημα εἶναι ὄχι. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας δέν προτιμοῦν οὔτε αὐτόν τόν ὅρο. Γιατί σέ κύρια ἀναφορά του ὁ Χριστιανισμός δέν μπορεῖ νά εἶναι Θρησκεία. Τότε τί εἶναι;
Ὁ ὅρος «θρησκεία» ἄνετα καί κάλλιστα μπορεῖ νά ἰσχύει γιά ὅλες τίς θρησκεῖες πού ὑπῆρξαν ἤ καί ὑπάρχουν σήμερα, ὄχι ὅμως καί γιά τό Χριστιανισμό. Καί, τοῦτο, γιατί μεταξύ τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τῶν ἄλλων θρησκευμάτων ὑπάρχει μιά οὐσιώδης εἰδοποιός διαφορά. Ναί, πράγματι, στίς ἄλλες θρησκεῖες οἱ ἄνθρωποι πορεύονται πρός τό Θεό. Προσπαθοῦν νά βροῦν καί νά βαδίσουν τό δρόμο πού θά τούς ὁδηγήσει στό Θεό. Εἶναι, γιά νά τό διατυπώσομε καλύτερα, οἱ ἀναζητητές στρατοκόποι. Ἡ κίνησή τους κρίνεται ὡς μιά πορεία ἐκζήτησης, ἀναζήτησης καί προσπάθειας ἀνακάλυψης τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτό καί βλέπομε τή διαφορετικότητα στούς τρόπους καί στούς δρόμους πού ἡ κάθε ἀνθρώπινη θρησκευτική ὁμάδα ἐπιλέγει. Στούς παλαιούς  χρόνους ἡ ἐκζήτηση αὐτή τοῦ Θεοῦ περιέπλεκε τούς ἀνθρώπους ἀκόμη καί σέ ἀκατονόμαστες καί βδελυρές πράξεις. Οἱ αἱματηρές ἱεροτελεστίες, οἱ ἀνθρωποθυσίες, οἱ ἠθικές παρεκτροπές εἶναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα σύνολης τῆς ἀρχαίας θρησκευτικῆς ζωῆς.  Ὅπως καί οἱ ἀντιλήψεις τῶν ἀρχαίων θρησκειῶν γιά τήν ἔννοια τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί τοῦ προορισμοῦ του ὑπῆρξαν ἀδυσώπητες.
Ἀλλά καί σήμερα σέ ἀρκετές θρησκεῖες μέ πλῆθος ὀπαδῶν, ἡ θεολογία καί ἡ ἀνθρωπολογία τους εἶναι φοβερά πλανεμένη! 
Ἔτσι, στό Χριστιανισμό, ἄν εἴχαμε τό φαινόμενο τῆς προσπάθειας ἀνεύρεσης τοῦ Θεοῦ, τότε ἡ πλάνη μας θά ἦταν δεδομένη. Οἱ χριστιανοί δέν ἀναζητοῦμε νά μάθουμε ποιός εἶναι ὁ Θεός μας καί τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ποιός καί γιατί κατασκεύασε τόν κόσμο; Πῶς πρέπει νά ζοῦμε; Ποῦ πορευόμαστε; Δέν ἔχομε στήν Ἐκκλησία μας ἀπόπειρα ἀνακάλυψης τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ καί τοῦ μεγέθους τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου. Ἔχομε κάτι τό ἀσυγκρίτως ἀνώτερο. Διαθέτομε τό δεδομένο ὄχι τῆς ἀνακάλυψης, ἀλλά τῆς ἀποκάλυψης τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ σέ μᾶς. «Ὁ Θεός ἐπί τῆς γῆς ὤφθη καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» (Βαρούχ 3, 38). Σέ μᾶς εἶναι «μέγα τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον, (γιατί) ὁ Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί» (Α΄ Τιμ. γ΄16). Ὁ Θεός σέ μᾶς «ἐφανέρωσεν ἑαυτόν», γενόμενος «συνόμιλος τοῖς ἀνθρώποις». Ἔτσι, ἄν στήν Παλαιά Οἰκονομία «ὁ Θεός πολυμερῶς καί πολυτρόπως» λαλεῖ στούς ἀνθρώπους διαμέσου τῶν ἀπεσταλμένων του Προφητῶν, ὅμως, στήν Καινή Οἰκονομία, «ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν», λαλεῖ σέ μᾶς ὁ ἴδιος ὁ Θεός, στό πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ Tου (Ἑβρ. α΄1), ὡς «υἱός τοῦ ἀνθρώπου». «Ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν...» (Ματθ. ε΄ 22 κ.ἄ.), τονίζει πολλές φορές ὁ Χριστός. Καί σέ ἄλλη ἐκφορά ὑπογραμμίζει: «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός...» (Ἰω. ιδ΄ 6), πού δηλώνει ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι δρόμοι εἶναι «αἱ ὁδοί» τῶν θρησκειῶν, ἐνῶ αὐτός εἶναι ὁ ἀληθινός ὁδηγός, ὡς «ὁ ἐπιφανείς Θεός». Ἄρα ὁ Χριστιανισμός εἶναι ἀποκάλυψη. Καί τό μέγεθος τοῦτο «ἀχράντως ἐστί πεφυλαγμένον ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ», κατά τούς Πατέρες.
Καί κάτι ἀκόμη, πολύ σημαντικό. Αὐτό μᾶς τό πληροφορεῖ ὁ Θεολόγος καί Εὐαγγελιστής Ἰωάννης. Ματαιοπονοῦν καί πλανῶνται οἱ ἄνθρωποι, ἄν νομίζουν ὅτι μόνοι τους θά ἀνακαλύψουν τό Θεό. Γιατί «Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε» (Ἰω. α΄18). Εἶναι ἀδύνατο στήν ἀνθρώπινη φύση νά προσεγγίσει καί νά προσψαύσει τό Θεό. Τά τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄρρητα καί ἀνέγγιχτα. Πολύ δέ περισσότερο ἀδυνατεῖ ὁ ἄνθρωπος νά δεῖ τό Θεό. Ἑπομένως, ὅσο καί ἄν προσπαθήσομε, θά παραμένομε πάντοτε στίς παρώρειες τοῦ ὄρους τῆς γνώσης ἤ καλύτερα τῆς ἄγνοιας τοῦ Θεοῦ. Μόνο ὁ Θεός μπορεῖ νά ἀποκαλύψει τά τοῦ προσώπου Tου. Καί μόνο αὐτός μπορεῖ νά «ἐμφανίσει» τόν ἑαυτό του. Καί ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ περιορίζεται σέ ὅσα εἶναι ἱκανός νά ἀντέξει ὁ ἄνθρωπος. Ἀλλά καί αὐτά εἶναι ἱκανά, ἀφοῦ διαθέτουν τήν ἐπάρκεια τῆς σωτηρίας του. Τοῦτο τό ἔκπληκτο μυστήριο τῆς φανέρωσης τοῦ Θεοῦ πανηγυρίζομε τίς μέρες τοῦτες τῶν Χριστουγέννων. Καί τοῦτο τό «θέοργον» τῆς ἀποκάλυψης, τῆς «ἀνατολῆς τοῦ φωτός τῆς ἀληθινῆς περί Θεοῦ γνώσεως» γιορτάζομε. Ζοῦμε, λοιπόν, τό γεγονός, ὄχι τῆς δικῆς μας ἀνακάλυψης τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τῆς ἀπό μέρους τοῦ Θεοῦ φιλάνθρωπης φανέρωσής Tου.
Ἰδού, λοιπόν, γιατί τά Χριστούγεννα δίνουν τήν ἀπάντηση ὅτι ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι Θρησκεία, ἀλλά ἡ ἀποκάλυψη τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ μέσα στήν Ἐκκλησία Tου.

Πηγή: Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Νίκου Νικολαΐδη, Ὡς φωνή ὑδάτων πολλῶν, ἐκδόσεις Ὀρθοδ. Χριστ. Ἀδελφότητος «ΛΥΔΙΑ».

Ἐν καινότητι ζωῆς



Δεκέμβριος μήνας εἶναι κατάφορτος ἀπό μιά σειρά ἑορτῶν πού ἀναφέρονται σέ μεγάλες μορφές Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ φιλόστοργος μητέρα Ἐκκλησία, μέ τήν ποιμαντική της φροντίδα, προετοιμάζει ἔτσι τά πιστά της τέκνα νά ὑποδεχθοῦν καί νά ἑορτάσουν ἕνα μεγάλο καί κοσμοϊστορικό γεγονός· τήν θεία Ἐνανθρώπησι τοῦ Κυρίου μας.
Ναί! Ἡ Θεία Γέννησις ἀποτελεῖ τό πιό συγκλονιστικό γεγονός πού σημειώθηκε πάνω στόν πλανήτη μας. Σταμάτησε τόν χρόνο καί τόν χώρισε στά δύο· στήν πρό Χριστοῦ καί μετά Χριστόν ἐποχή. Εἶναι τό μοναδικό θαῦμα, τό ὁποῖο δεσπόζει στήν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Μέ τό θαῦμα αὐτό ἐτέθη τέρμα στό δρᾶμα τοῦ ἀνθρώπου καί ἀνοίχθηκε ὁ δρόμος διά τήν σωτηρία καί τήν λύτρωσί του.
Ναί, ἦλθε ὁ Χριστός στήν γῆ καί διέλυσε τά φρικτά σκοτάδια τῆς ἁμαρτίας καί ἔθραυσε τά δυσβάστακτα δεσμά τῆς σκλαβιᾶς τοῦ ἀνθρώπου.
Τό ἀστέρι τῆς Βηθλεέμ πού προμήνυσε τόν ἐρχομό τοῦ Ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης, κατηύγασε ὁλόκληρο τήν ἀνθρωπότητα, φώτισε ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη, καί ἡ γῆ καί ὁ οὐρανός ἀγάλλονται μέ τήν παρουσία τοῦ θείου Λυτρωτοῦ καί Σωτῆρος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
Κι ἐμεῖς, οἱ χριστιανοί τοῦ 21ου αἰῶνος, πού γευθήκαμε τούς καρπούς τῆς λυτρωτικῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καλούμεθα νά σταθοῦμε εὐλαβικά μπροστά στή φάτνη τῆς Βηθλεέμ καί νά ἐναποθέσουμε τήν ἀγάπη μας, τόν σεβασμό μας καί τήν αἰώνιο εὐγνωμοσύνη στό θεῖο Βρέφος, στόν σωτῆρα καί λυτρωτή τῶν ψυχῶν μας. Καί αὐτό, μεταφραζόμενο ἀπό λόγια σέ πρᾶξι, σημαίνει ὅτι ἀποδεχόμαστε τόν Χριστό ὡς σωτῆρα καί λυτρωτή τῶν ψυχῶν μας, ὅτι παίρνουμε τήν ἀμετάκλητο ἀπόφασι νά μετανοήσουμε εἰλικρινῶς, νά διακόψουμε κάθε ἁμαρτωλό δεσμό καί κρατοῦντες τό φῶς τῆς Βηθλεέμ, νά περπατήσουμε «ἐν καινότητι ζωῆς», ψάλλοντες μετά τῶν ἁγίων Ἀγγέλων τό «Δόξα ἐν Ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».

Πηγή: Ἀπό τό βιβλίο «Χριστούγεννα», τοῦ Ἀρχιμ. Θεοφίλου Ζησοπούλου, ἔκδοσις Ὀρθ. Χριστ. Ἀδελφότητος «ΛΥΔΙΑ».