Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τά Ἱεριχούντεια τείχη ἔπεσαν (Κυριακή ΙΕ΄ Λουκά)


Τοῦ (†) Ἀρχιμ. Θεοφίλου Ζησοπούλου

Στήν Ἰεριχώ μᾶς μεταφέρει σήμερα ὁ ῾Ιερός Εὐαγγελιστής Λουκᾶς. Εἶναι μία πόλις γραφική πού περικλείεται ἀπό πλούσια βλάστησι, μέ ἀφθονία νερῶν. Τήν γνωρίζουμε τήν πόλι αὐτή ἀπό τήν ἱστορία, τότε πού ὁ ᾿Ιησοῦς τοῦ Ναυῆ ὡς ἡγέτης τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ τόν ὡδηγοῦσε στήν γῆ τῆς ᾿Επαγγελίας καί καθ’ ὁδόν βρέθηκε μπροστά στήν Ἰεριχώ, ἡ ὁποία ἐφημίζετο γιά τά ἄπαρτα τείχη της, τά ὁποῖα τείχη τῆς πόλεως ἦταν ἰσχυρά καί κανένας δέν μποροῦσε νά τά ἐκπορθήση.

1η ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου



Σεπτέμβριος. Τό καλοκαίρι πέρασε. Τέρμα στίς διακοπές. Τέρμα στήν ἀνάπαυση. Τό ἡμερολόγιό μας δείχνει 1 Σεπτεμβρίου. Εἶναι ἡ ἀρχή τοῦ νέου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους.
Ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, μέ τήν νέα ἐκκλησιαστική χρονιά ὀφείλουμε νά συνειδητοποιήσουμε τό χρέος μας ὡς παιδιά τῆς Ἐκκλησίας καί ὡς ζωντανά μέλη τοῦ μυστικοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ.
Τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα πρέπει νά ἐκφράζεται στήν καθημερινή μας ζωή καί νά εἶναι ἀκμαῖο καί ἰσχυρό, ὥστε νά διαποτίζει κάθε μας ἀπόφαση καί ἐνέργεια διότι μόνο ἔτσι μεταβάλλεται σέ πράξη καί ζωή.
Ἡ Ἐκκλησία μας χρειάζεται ὄχι ἁπλούς πιστούς πού τηροῦν κάποιες τυπικές λατρευτικές ἐκδηλώσεις, ἀλλά χριστιανούς μέ ὑψηλό καί ἀκμαῖο ἐκκλησιαστικό φρόνημα, πού νά βιώνουν τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου μέσα στήν λατρευτική καί μυστηριακή ζωή πού ἡ Ἐκκλησία μᾶς παρέχει.
Εὐλογημένη ἐκκλησιαστική χρονιά!

«Ἐγένετο ἐπ’ ἐμέ χείρ Κυρίου» (Ἰεζ. 37, 1)



­Nίκου Νικολαΐδη
Καθηγητῆ τῆς Θεολογικῆς
Σχολῆς τοῦ Παν/μίου Ἀθηνῶν


Εἶναι μιά προσφιλής καί συγκινητική σκηνή. Τήν βλέπομε κι ἐμεῖς πολλές φορές νά συμβαίνει, στά ἀνθρώπινα φυσικά πράγματα. Ὁ πατέρας ἤ ἡ μητέρα ἤ ἄλλο πρόσωπο νά κρατάει μέ τό χέρι του τό χεράκι ἑνός μικροῦ παιδιοῦ καί νά στέκουν ἤ νά βαδίζουν μαζί. Αὐτή ἡ οἰκειότητα καί ἡ τρυφερότητα πόσο πράγματι συγκινεῖ!
Κάτι ἀνάλογο, στά μέτρα τά θεανθρώπινα, παρατηρεῖται καί στό ἔργο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ. Παίρνει ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο ἀπό τό χέρι καί τόν ποδηγετεῖ ἤ τόν στηρίζει. Καί νοιώθει ὁ πιστός ἄνθρωπος ἔντονα τό στιβαρό χέρι τοῦ Θεοῦ. Καί αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος, ὄχι μόνο τήν παρουσία καί τή φερεγγυότητα τῆς θείας δύναμης, ἀλλά ταυτόχρονα γεύεται καί τή γλυκύτητα τῆς θείας θαλπωρῆς.

Οὕτω στήκετε ἐν Κυρίῳ



«Ὥστε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί καί ἐπιπόθητοι, χαρά καί στέφανός μου, οὕτω στήκετε ἐν Κυρίῳ, ἀγαπητοί». 

Ὁ Χριστιανός, εἴτε ἀπό κακή ἐπίδρασι του περιβάλλοντος, εἴτε ἀπό σατανική ἐνέργεια, εἴτε ἀπό δική του ἀνθρώπινη ἀδυναμία διατρέχει πάντοτε τον κίνδυνο νά ἀλλοιωθῆ, νά πέση, νά χαθῆ.  Γι’ αὐτό ὁ Ἀπ. Παῦλος συνιστᾶ: «ὁ δοκῶν ἐστάναι βλεπέτω μή πέση» (Α΄ Κορινθ. 10,12). Γι’ αὐτό καί ἐφιστᾶ την προσοχή των Χριστιανῶν: Προσέχετε! Στήκετε ἐν Κυρίῳ! Σταθῆτε κοντά, πολύ κοντά στόν Κύριο. Χίλιοι δαίμονες, χίλιοι πειρασμοί, μύριες σκοτεινές δυνάμεις μέ λύσσα προσπαθοῦν νά γκρεμίσουν τόν Χριστιανό ἀπό τήν κορυφή τῆς ἀρετῆς. Σταθῆτε ὄρθιοι. Μή λυγίζετε στίς καταιγίδες. Μή σκιάζεσθε στίς ἀστραπές. Μήν ἀποκάμνετε στόν ἀγώνα σας. Μή φοβάσθε τά κύματα. Ἀγκαλιάστε γερά τόν βράχο τοῦ Σταυροῦ. Στήκετε ἀκλόνητοι στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ.

† Ἀρχιμ. Θεοφίλου Ζησοπούλου, Ἡ πρός Φιλιππησίους Ἐπιστολή, Ἔκδοσις Ο.Χ.Α. «ΛΥΔΙΑ».

Δύο οἱ παράγοντες γιά τήν σωτηρία μας



Τόν Δαυΐδ ἀπασχολεῖ τό πρόβλημα τῆς σωτηρίας μέ ὅλη του τήν σοβαρότητα. Ἀπό τά τρίσβαθα τῆς καρδιᾶς του ἐξέρχεται μία κραυγή, πού φθάνει στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ἐπιζητεῖ τήν σωτηρία. Αὐτήν τήν σωτηρία τήν στηρίζει σέ δυό βασικούς παράγοντες: ὁ ἕνας εἶναι τό ἔλεος καί ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄλλος ἡ βούλησις τοῦ ἀνθρώπου. 

Ἀκούει ὁ Θεός


Πρόβλημα γιά κάθε ἄνθρωπο πού προσεύχεται, ἀποτελεῖ ἡ ἀπάντησις τοῦ Θεοῦ στά αἰτήματά του. Πολλές φορές τό παιδί τοῦ Θεοῦ, ἀποκαμωμένο ἀπό τήν ἀργοπορία τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Θεοῦ στά αἰτήματά του, λέγει: «Τί νά προσευχηθῶ; Ὁ Θεός πλέον δέν μέ ἀκούει. Στέλνω πολλά αἰτήματα, ἀλλά καμμιά ἀπάντησι δέν παίρνω». Εἶναι ὅμως ἀλήθεια αὐτό; Μπορεῖ ὁ Θεός νά ἀποστρέψη τήν ἀκοή Του στά αἰτήματά μας, στίς προσευχές μας;

Γιατί, Κύριε;



«Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ’ ἐμέ»·
                                                     (Ψαλμ. γ΄, 2)


Γιατί, Κύριε;

Αὐτή εἶναι ἡ πολυσυνηθισμένη φράσις πού λέγεται ἀπό κάθε ἄνθρωπο, κάθε φορά πού περνάει δύσκολες ὧρες στήν ζωή του. Ὅταν μάλιστα ἡ μία θλῖψις διαδέχεται τήν ἄλλη, ὅταν τήν μιά στενοχώρια ἀκολουθῆ ἡ ἄλλη, ὅταν τό ἕνα βάσανο συνοδεύεται ἀπό ἕνα ἄλλο, τότε εἶναι, θά λέγαμε, φυσικό ὁ ἄνθρωπος νά ἐρω­τᾶ τόν Θεό. «Γιατί, Κύριε, τόσος πόνος καί τό­ση θλῖψις στήν ζωή μου; Γιατί ἐπιτρέπεις τόσο σκληρά νά ὑποφέρω;». Εἶναι πολύ ἀνθρώπινο, ἐκεῖνος πού δέχεται ἀλλεπάλληλα χτυπήματα στήν ζωή του νά ἀπευθύνεται στόν Θεό, ζητώντας νά τοῦ δοθῆ κάποια ἀπάντησις στήν ἀπορία του ἤ στό παράπονό του. Σ’ αὐτήν ἀ­κρι­βῶς τήν κατάστασι εὑρισκόμενος ὁ Δαυΐδ, ἔπειτα ἀπό τά σκληρά χτυπήματα πού δέχεται, προβάλλει τό ἐνδόμυχο παράπονό του στόν Θεό: Γιατί, Θεέ μου, νά ὑποφέρω τόσο πολύ; Γιατί τόσοι ἄνθρωποι μέ θλίβουν καί μέ στενοχωροῦν; Γιατί τό σπλάγχνο μου, τό παιδί μου, ἔγινε ὁ ἄσπονδος ἐχθρός μου; Γιατί τόσοι ἄν­θρωποι μέ περικυκλώνουν ἀπειλητικά, μέ ἀ­κο­­νισμένα τά σπαθιά τους;

Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ


Μπροστά μου ἕνας σκοπός. Μεγάλος. Ὑψηλός. Δυσκολοκατόρθωτος. Μά ἡ θέλησίς μου τεράστια. Οἱ δυνάμεις μου –τό νοιώθω– ἀρκετές. Ἆραγε θά τά καταφέρω; Ἡ ἀπάντησις εἶναι· Ὄχι! Καί αὐτό, γιατί οἱ παράγοντες τῆς ἐπιτυχίας δέν εἶναι μόνον αὐτοί πού ἡ δική μου λογική ὑπολογίζει. Ὑπάρχει καί κάτι ἀκόμη. Ἕνας παράγοντας σοβαρότερος, ἰσχυρότερος, καθοριστικότερος ἀπό τήν διάθεσι καί τίς δυνατότητές μου. Εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ πού, ὅταν ὑπάρχη στήν ζωή μας, ὅλα ὀμορφαίνουν, ὅλα γίνονται εὐκολώτερα.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ


Παρακολουθήστε το κήρυγμα του αρχιμ. Θεοφίλου Ζησοπούλου που έγινε στον Ιερό Ναό Αγ. Λυδίας στην Ασπροβάλτα, την Κυριακή του Σπορέως.

«Μακάριοι»




­Nίκου Νικολαΐδη
Καθηγητῆ τῆς Θεολογικῆς
Σχολῆς τοῦ Παν/μίου Ἀθηνῶν


Εἶναι γνωστός ὁ προσδιορισμός αὐτός, ἰδιαίτερα σέ ὅσους ἔχουν οἰκειότητα μέ τά ἁγιογραφικά καί τά ἐκκλησιαστικά πράγματα. Ἀλλά καί στόν εὐρύτερο κύκλο τῶν χριστιανῶν ὁ ὅρος αὐτός δέν εἶναι ἄγνωστος.
Ἀλήθεια,  ἔχομε, οἱ «ἐγγύς καί οἱ μακράν» τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων, ἀκριβή γνώση τῆς ἔννοιας ἤ καί τῆς ἐτυμολογίας τῆς λέξης τούτης; Τήν ἀκοῦμε ἤ τήν χρησιμοποιοῦμε ὡς λέξη πολλές φορές. Καί στό ἐρώτημα: τί σημαίνει ὁ ὅρος «μακάριος», δίνεται συνήθως, ἡ ἀπάντηση ὅτι μέ τήν προσφώνηση αὐτή σημαίνονται τό «εὐτυχισμένος» ἤ τό «εὐλογημένος», ὅπως καί ἄλλα πράγματα μέ παρεμφερές περιεχόμενο.

Όπλο μας ο Σταυρός

Κάνε προσεκτικά τον Σταυρό σου. Είνα μια προσευχή κι αυτό, αλλά... χωρίς λόγια! Σε μια στιγμή ήρεμα και χωρίς την παρεμβολή περιττών λόγων, εκφράζεις έτσι τον πόθο σου ως πιστός, να γίνεις μέτοχος της ζωής του Χριστού, να σταυρώσεις τα πάθη σου και να δεχτείς ολόψυχα  και χωρίς παράπονο ό,τι η Παναγία Τριάδα σου στέλνει. Εκτός όμως από αυτό, ο Σταυρός είναι ένα όπλο εναντίων των πονηρών πνευμάτων.
Κάνε, λοιπόν, συχνά και με συναίσθηση, χρήση του όπλου αυτού!



ΟΜΙΛΙΑ ΙΔ´ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

Ο Ευαγγελισμός. Λεπτομέρεια από Δωδεκάορτο του 12ου αιώνα στο Σινά.


ΟΜΙΛΙΑ ΙΔ´ 
ΣΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ
ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΝΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΜΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ



1. Ὁ προφήτης ψαλμωδός, ὅταν ἀπαριθμεῖ τά εἴδη τῆς κτίσης καί διακρίνει τή σοφία τοῦ Θεοῦ σ’ ὅλα αὐτά, συνεπαρμένος ἀπό τό θαῦμα, ἀνάμεσα σ’ ἄλλα πού εἶπε, βροντοφώνησε· «Πόσο μεγάλα καί θαυμαστά εἶναι τά ἔργα σου Κύριε, ὅλα ἀνεξαιρέτως μέ σοφία τά δημιούργησες». Σ’ ἐμένα τώρα ποιός λόγος παρόμοιος θά βρεῖ ἐφαρμογή, πού προσπαθῶ μ’ ὅλες τίς δυνάμεις μου νά διαλαλήσω ὑμνώντας τή σαρκική ἐμφάνιση τοῦ Λόγου πού δημιούργησε τό σύμπαν; Ἐάν μάλιστα ὅλα τά ὄντα εἶναι ἕνα θαῦμα καί τό ὅτι προῆλθαν αὐτά ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη εἶναι κάτι τό θεϊκό, πού ἀξίζει νά ὑμνηθεῖ ποικιλοτρόπως, πόσο πιό θαυμάσιο καί πιό θεῖο καί πιό ἀναγκαῖο εἶναι νά ὑμνηθεῖ ἀπό μᾶς τό γεγονός ὅτι κάποιο ἀπό τά ὄντα αὐτά ἔγινε Θεός καί ὄχι μόνον Θεός ἀλλά ὁ πραγματικά ἀληθινός Θεός, καί μάλιστα ἐνῶ ἡ δική μας φύση δέν μπόρεσε ἤ δέν θέλησε νά διαφυλάξει αὐτό πού ἔγινε καί γι’ αὐτό δίκαια κατακρημνίστηκε στά κατώτατα τῆς γῆς; 
Εἶναι τόσο μεγάλο, θεϊκό, ἀπόρρητο καί ἀκατανόητο τό γεγονός ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση μας ἔγινε ὁμόθεη καί τό ὅτι ἐξαιτίας αὐτοῦ λάβαμε τή χάρη νά ξαναγυρίσουμε πρός τό καλύτερο, ὅπως καί στούς ἁγίους ἀγγέλους καί στούς ἀνθρώπους καί στούς προφῆτες, ἄν καί βλέπουν διά τοῦ πνεύματος, παραμένει πραγματικά ἄγνωστο τό ἀπ’ ἀρχῆς ὑπάρχον κρυμμένο μυστήριο. Καί τί ἄλλο πρέπει νά προσθέσω γιά νά ὁλοκληρώσω αὐτήν τή σκέψη;

Πῶς πρέπει νά προσευχόμαστε;


Μέ νηστεία

ΜΕΡΟΣ Β΄



Στήν ἐποχή μας, πού τήν διακρίνει ἕνας ἄκρατος εὐδαιμονισμός, ἡ ὑλοφροσύνη καί ὁ καταναλωτισμός, τό ἀσταμάτητο κυνήγι τῶν ἀνέσεων καί ἀπολαύσεων, ὁ λόγος περί νηστείας ἀκούγεται παράξενος καί ἀποκρουστικός.
Γι’ αὐτό καί δέν εἶναι παράδοξο τό ὅτι οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας χάνουν τή θέα τοῦ οὐρανοῦ, δέν ἔχουν οὐσιαστική ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό. Δέν προσεύχονται. Καί ἄν τό κάνουν, μᾶλλον αὐτό γίνεται τυπικά καί βιαστικά, ἴσως σάν ἕνα ἀναγκαῖο καθῆκον. Καί βέβαια μιά τέτοια ἄτονη καί ἄνευρη προσευχή, μέσα στήν ἀφθονία, στήν ἄνεση καί στίς ἀπολαύσεις, δέν ξεδιψᾶ την ψυχή, δέν τήν ἀναπαύει. Διότι ἡ προσευχή αὐτή δέν ἔχει δύναμη, δέν φθάνει μέχρι τόν θρόνο τοῦ Θεοῦ.

Πῶς πρέπει νά προσευχόμαστε;

Μέ νηστεία

ΜΕΡΟΣ Α΄

Ὅταν ὁ Κύριος θεράπευσε ἕνα σεληνιαζόμενο νέο καί τόν ἐλευθέρωσε ἀπό τό δαιμόνιο πού ἀπό μικρό παιδί τόν βασάνιζε, οἱ μαθητές Του, ἐπειδή λίγο πρίν δέν μπόρεσαν νά τόν θεραπεύσουν, ρώτησαν τόν Κύριο: Γιατί ἐμεῖς δέν μπορέσαμε νά βγάλουμε τό δαιμόνιο; Καί ὁ Χριστός τούς ἀπάντησε: «Τοῦτο τό γένος ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ». Αὐτό τό εἶδος τῶν δαιμόνων δέν μπορεῖ νά βγεῖ παρά μέ προσευχή πού τή συνοδεύει καί ἡ νηστεία (βλ. Μάρκ. θ΄ 14-29).
Ὁ λόγος αὐτός τοῦ Χριστοῦ φανερώνει ὅτι ἡ προσευχή συμβαδίζει μέ τή νηστεία, ὅτι γίνεται καί ἀποτελεσματική, ὅταν ἐνισχύεται μέ τόν παράλληλο ἀγώνα τῆς νηστείας. Δέν ἀρκεῖ κανείς μόνο νά προσεύχεται. Πρέπει καί νά νηστεύει.

Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως



Ἀπὸ τὰ παμπάλαια χρόνια, τὸ βράδυ τοῦ Σαββάτου τῆς τρίτης ἑβδομάδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὁ σταυρὸς μεταφέρεται στὸ κέντρο τοῦ ναοῦ, καὶ ὁλόκληρη ἡ ἀκόλουθη ἑβδομάδα εἶναι γνωστὴ ὡς ἑβδομάδα τοῦ Σταυροῦ. Ξέρουμε πὼς ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ἀποτελεῖ μία προετοιμασία γιὰ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, τότε ποὺ ἡ Ἐκκλησία θὰ ἀνακαλέσει στὴ μνήμη τῆς τὸν πόνο, τὴ σταύρωση καὶ τὸ θάνατο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πάνω στὸ σταυρό. Ἡ προβολὴ τοῦ σταυροῦ στὴ μέση της Σαρακοστῆς, μᾶς ὑπενθυμίζει τὸ σκοπὸ τῆς βαθύτερης καὶ ἐντατικότερης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Σαρακοστῆς. Ἔτσι εἶναι ὁ κατάλληλος τόπος ἐδῶ, γιὰ νὰ σκεφτοῦμε τὸ ρόλο τοῦ σταυροῦ, αὐτοῦ του σημαντικότατου καὶ χαρακτηριστικότατου ὅλων τῶν Χριστιανικῶν συμβόλων.

Τὸ σύμβολο αὐτὸ ἔχει δύο στενὰ ἀλληλένδετες σημασίες.

Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ


Μέρος Δ΄

Ταπεινοφροσύνη, ὑπομονή καί ἀγάπη

Ὅταν λέτε φωναχτά τή λέξη “ταπεινοφροσύνη”, αἰσθάνεσθε ἀμέσως πόσο ξένη εἶναι στό πνεῦμα τῆς σύγχρονης ζωῆς. Γιά ποιά ταπεινοφροσύνη μποροῦμε νά μιλᾶμε ὅταν ὅλη ἡ ζωή σήμερα κτίζεται ἀποκλειστικά πάνω στόν αὐτοθαυμασμό καί στήν αὐτοεκτίμηση, πάνω στόν ἐνθουσιασμό γιά τήν ἐξουσία, τό μεγαλεῖο, τή δύναμη κλπ.; Αὐτό τό πνεῦμα τῆς αὐτοεξύμνησης ἔχει διαχυθεῖ ἀπό τήν κορυφή μέχρι τά πόδια ὄχι μόνο στήν πολιτική καί στή δημόσια ζωή, ἀλλά καί στήν προσωπική, ἐπαγγελματική, κοινωνική καί κυριολεκτικά σέ κάθε πτυχή τῆς ζωῆς. Διδάσκουμε τά παιδιά μας νά εἶναι ὑπερήφανα, καί σπάνια ζητοῦμε ἀπό αὐτά ἤ ἀπό τούς ἑαυτούς μας νά εἶναι ταπεινόφρονες. Ἐπί πλέον, ἕνα ἀπό τά κύρια χαρακτηριστικά πού οἱ στρατευμένοι ἄθεοι συνεχῶς προσάπτουν στό Χριστιανισμό εἶναι πώς διδάσκει τούς ἀνθρώπους πώς τό νά εἶναι ταπεινοί ἀποτελεῖ τήν πρωταρχική χριστιανική ἀρετή. Ὁ Χριστιανισμός συνεπῶς, σύμφωνα μ’ αὐτούς, διδάσκει τή δουλοπρέπεια καί τήν ὑποταγή, ταπεινώνει καί μειώνει τούς ἀνθρώπους καί τήν ἀξιοπρέπειά τους.
Τό πλέον καταπληκτικό σ’ αὐτές τίς κατηγορίες εἶναι πώς κανείς δέν τούς ἔχει ποτέ ἐξηγήσει τί εἶναι ὄντως ταπεινοφροσύνη. Τί διδάσκει ὁ Χριστιανισμός ὅταν μιλᾶ γιά ταπεινοφροσύνη; Γιατί καί μέ ποιό τρόπο ἡ ταπεινοφροσύνη ὑποβαθμίζει τούς ἀνθρώπους;

Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ


Μέρος Γ΄

Σωφροσύνη, ταπεινοφροσύνη, ὑπομονή

Στήν εὐχή τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ζητᾶμε ἀπό τό Θεό νά μᾶς δώσει “πνεῦμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης”. Ἄς δοῦμε κάθε μιά ἀπ’ αυτές τίς ἔννοιες, πού μαζί ἀποτελοῦν τή βάση καί τή πηγή τῆς καλωσύνης, σύμφωνα μέ τήν ἀρχαιότατη Χριστιανική πνευματική ἐμπειρία, ὅπως ἀκριβῶς οἱ ἀρνητικές αἰτήσεις τῆς Σαρακοστιανῆς εὐχῆς ἀποτελοῦν τή βάση τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ κακοῦ.

Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

Μέρος Β΄

Ἀργολογία



Ἡ ἀργολογία φαίνεται νά εἶναι ἕνα τόσο μικρό, ἀσήμαντο μειονέκτημα. Γιατί νά εἶναι κάτι τό φοβερό; Πειράγματα, ἐξυπνάδες, κουτσομπολιό... Εἴμαστε ὅλοι ἄνθρωποι, εἴμαστε ὅλοι μπλεγμένοι σ’ αὐτές τίς παραβάσεις, ἀλλά βεβαίως πρέπει νά ὑπάρχουν ἁμαρτίες πολύ τρομερότερες ἀπ’ αὐτές. Ἔτσι μᾶς παρουσιάζεται τό θέμα καί ἔτσι ἔχουμε συνηθίσει νά σκεφτόμαστε. Τό εὐαγγέλιο ὅμως λέει πώς “πᾶν ῥῆμα ἀργόν ὅ ἐάν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περί αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως” (Ματθ. 12,36), καί συνεπῶς πρέπει νά ἀναρωτιόμαστε ἄν ἡ “ἀργολογία” εἶναι τόσο ἁπλή καί ἀθώα ὅπως φαίνεται...

Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ


Μέρος Α΄

Ὀκνηρία, ἀπόγνωση, δίψα γιά ἐξουσία


Γιά τήν πλειονότητα τῶν πιστῶν ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι ταυτισμένη πάνω ἀπ’ ὅλα μέ τή σύντομη εὐχή πού ἀποδίδεται στόν ἅγιο Ἐφραίμ τό Σύρο, ἕναν Πατέρα τοῦ τετάρτου αἰώνα. Ἡ εὐχή ἀπαγγέλεται στό τέλος κάθε ἀκολουθίας τῆς Σαρακοστῆς, καθῶς καί ἀπό τούς πιστούς ὡς μέρος τῆς πρωσοπικῆς τους προσευχῆς. Ἐκφράζει μέ ἀκρίβεια, συνοπτικότητα καί ἁπλότητα τό νόημα καί τό πνεῦμα ὅλων αὐτῶν πού οἱ χριστιανοί γιά αἰῶνες ἀπέδιδαν στή Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας μή μοι δῷς.
Πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.
Ναί, Κύριε βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα και μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου· ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς aἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Αὐτά εἶναι ἀρχαῖα λόγια. Ἄς προσπαθήσουμε ὅμως νά διεισδύσουμε πίσω ἀπό τήν ἀρχαία ἐπιφάνεια στό νόημα καί στήν οὐσία τους, ὅπως γύρω στά πενήντα μέ ἑξήντα χρόνια πρίν ἐπιστήμονες ἔμαθαν νά μετακινοῦν τήν ἐπιφανειακή σκόνη καί καπνιά ἀπό τίς παλιές εἰκόνες.

Τί εἶναι ὁ χριστιανός;



Τί εἶναι ὁ χριστιανός; Ὁ χριστιανός εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ζῇ διά τοῦ Χριστοῦ καί ἐν τῷ Χριστῷ. Διά τοῦτο ἡ θεία ἐντολή τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ λέγει: «Περιπατεῖτε ἀξίως τοῦ Κυρίου» (Κολ. 1, 10), ζῆτε, δηλαδή, ἀξίως τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἐσαρκώθη καί παρέμεινε ὡς Θεάνθρωπος ὅλος εἰς τήν Ἐκκλησίαν Του, ἡ ὁποία δι’ Αὐτοῦ ζῆ καί ὑπάρχη αἰωνίως. Τότε ζῇ κανείς «ἀξίως τοῦ Θεοῦ», ὅταν ζῇ κατά τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ. Διά τοῦτο εἶναι αὐτονόητον νά ὑπάρχη αἰωνίως. Τότε ζῇ κανείς «ἀξίως τοῦ Θεοῦ», ὅταν ζῇ κατά τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ. Διά τοῦτο εἶναι αὐτονόητον νά ὑπάρχη καί ἡ ἑπομένη εὐαγγελική ἐντολή: «Ἀξίως τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ πολιτεύεσθε» (Φιλ. 1, 27).
Ἡ ζωή κατά τό Εὐαγγέλιον, ἡ ἁγία ζωή, ἡ θεία ζωή - αὐτή εἶναι ἡ φυσική καί κανονική ζωή διά τούς χριστιανούς. Διότι οἱ χριστιανοί κατά τήν κλῆσιν των εἶναι ἅγιοι. Αὐτή ἡ καλή ἀγγελία καί ἐντολή ἀκούεται μέσα ἀπό ὁλόκληρον τό Εὐαγγέλιον τῆς Καινῆς Διαθήκης1. Τό νά ἁγιασθῶμεν ὁλοτελεῖς, καί κατά τήν ψυχήν καί κατά τό σῶμα, αὐτή εἶναι ἡ κλῆσις μας (πρβλ. 1 Θεσ. 5, 22-23). Καί τοῦτο δέν ἀποτελεῖ θαῦμα, ἀλλά κανόνα, τόν κανόνα τῆς πίστεως, τήν φύσιν καί τήν λογικήν τῆς εὐαγγελικῆς πίστεως. Εἶναι πρόδηλος καί σαφής ἡ ἐντολή τοῦ θείου Εὐαγγελίου: «Κατά τόν καλέσαντα ὑμᾶς Ἅγιον καί αὐτοί ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε» (Α΄ Πέτρ. 1, 15). Τοῦτο δέ σημαίνει: κατά τόν Χριστόν = τόν Ἅγιον, ὁ Ὁποῖος σαρκωθείς καί ἐνανθρωπήσας ἔδειξεν ἐν Ἑαυτῷ τήν ἀπολύτως ἁγίαν ζωήν, καί ὡς  τοιοῦτος δίδει ἐντολήν εἰς τούς ἀνθρώπους: «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιός εἰμι» (Α΄ Πέτρ. 1, 16). Αὐτός ἔχει τό δικαίωμα νά ἐντέλλεται αὐτά, διότι γενόμενος ἄνθρωπος, δίδει δι’ Ἑαυτοῦ ὡς Ἁγίου, πάσας τάς θείας δυνάμεις («ἐνεργείας») εἰς τούς ἀνθρώπους τάς ἀναγκαίας «πρός ζωήν καί εὐσέβειαν» εἰς αὐτόν τόν κόσμον (πρβλ. 2 Πέτρ. 2, 3). Καί οἱ χριστιανοί, ἑνούμενοι πνευματικῶς καί κατά χάριν διά τῆς πίστεως μέ τόν Ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν, λαμβάνουν ἀπό Αὐτόν αὐτάς τά θείας δυνάμεις γιά νά ζήσουν τήν ζωήν τήν ἁγίαν.
Ζῶντες ἐν Χριστῷ οἱ ἅγιοι κάνουν τά ἔργα τοῦ ­Χριστοῦ, διότι δι’ Αὐτοῦ γίνονται ὄχι μόνον δυνατοί ἀλλά καί παντοδύναμοι: «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» (Φιλ. 4, 13). Κατ’ αὐτόν τόν τρόπον γίνεται πραγματικότης ὁ λόγος τῆς Αὐτοαληθείας, τοῦ Χριστοῦ, ὅτι οἱ πιστεύοντες εἰς Αὐτόν θά κάνουν τά ἔργα τά ἰδικά Του καί ἀκόμη μεγαλύτερα: «Ἀμήν, ἀμήν, λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τά ἔργα ἅ ἐγώ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καί μείζονα τούτων ποιήσει» (Ἰωάν. 14, 12). Και ὄντως ἡ σκιά τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου θεραπεύει τούς ἀρρώστους· ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἀθηναῖος μέ τόν λόγον του μετακινεῖ τό ὄρος καί πάλιν τό σταματᾶ... Ὅταν ὁ Θεός ἔγινεν ἄνθρωπος, τότε ἡ Θεία Ζωή ἔγινε καί τοῦ ἀνθρώπου ζωή· ἡ Θεία Δύναμις ἔγινε καί δύναμις τοῦ ἀνθρώπου· ἡ Θεία Δύναμις ἔγινε καί δύναμις τοῦ ἀνθρώπου· ἡ Θεία Ἀλήθεια καί τοῦ ἀνθρώπου ἀλήθεια καί ἡ Θεία Δικαιοσύνη καί τοῦ ἀνθρώπου δικαιοσύνη· ὅλα τά τοῦ Θεοῦ, ἔγιναν καί τοῦ ἀνθρώπου.

1. Πρβλ. 1 Θεσσ. 4, 3, 7. Ρωμ. 1, 7. 1  Κορ. 1, 2. Ἐφ. 1, 1, 18. 2, 19. 5, 3. 6, 18 Φιλ. 1, 1. 4, 21-22. Κολ. 1, 2, 4, 12, 22, 26. 1Θεσσ. 2, 13. 5, 17. 2 Τιμ. 1, 9. Φιλήμ. 5, 7. Ἑβρ. 3, 1. 6, 10. 13, 24. Ἰούδα 3.

Πηγή: Ἀπό τό βιβλίο «ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ» τοῦ π. Ἰουστίνου Πόποβιτς.