Η συγγραφέας διαβάζει από το βιβλίο της «Σε τέμπο κόκκινο» το κεφάλαιο «Ηθοποιός», Ηχογράφηση στον Ραδιοφωνικό σταθμό της Εκκλησίας της Ελλάδας
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγάλη Εβδομάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγάλη Εβδομάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 15 Απριλίου 2020
Κυριακή 13 Απριλίου 2014
Κύριε ο Σταυρός Σου έγινε ζυγαριά...πλάστιγγα
Δάσκαλος προσευχῆς ὁ ληστής. Πόσους δέν γλύκανε μέσα στούς αἰῶνες ἡ προσευχή του, πόσο βάλσαμο δέν ἔχυσε σέ πονεμένες καρδιές, πόση παρηγοριά καί εἰρήνη δέν ἔδωσε σέ ψυχές πού περνοῦσαν δύσκολες ὧρες, πόσους δέν μετέφερε ἀπό τό σκοτάδι τῆς ἀπελπισίας στό φῶς τοῦ Χριστοῦ! Τό «μνήσθητί μου, Κύριε!» ἔγινε ἡ ἀγαπημένη προσευχή τῶν χριστιανῶν καί τό ἐπιθανάτιο ἐφόδιο, πού σφραγίζει τήν ἐπίγεια ζωή τους…

Οπως μᾶς πληροφοροῦν οἱ εὐαγγελιστές Ματθαῖος καί Μᾶρκος, στήν ἀρχή καί οἱ δύο ληστές μαζί μέ τόν ὄχλο καί τούς ἄρχοντες καταφέρονταν κατά τοῦ ᾿Ιησοῦ. Βλασφημοῦσαν καί κορόιδευαν, «ὠνείδιζον αὐτὸν» (βλ. Μθ 27,44· Μρ 15,32). Οἱ ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ ἐκτόνωναν τήν μανία τους στόν ἐσταυρωμένο Κύριο. Οἱ ληστές, ᾿Ιουδαῖοι κι αὐτοί, τόν χλεύαζαν γιά νά διασκεδάσουν τόν δικό τους πόνο. ῎Ισως μάλιστα νά ἤλπιζαν ὅτι συμμεριζόμενοι τήν ἀπρεπῆ συμπεριφορά τοῦ ὄχλου θά ἀποσποῦσαν τήν εὔνοιά του.
῏Ηταν μελλοθάνατοι. Καρφωμένοι στόν σταυρό, δέν εἶχαν τήν δύναμη νά κουνήσουν οὔτε πόδια οὔτε χέρια. Μετρημένες οἱ ὧρες τους, ἀνοιχτός ὁ τάφος τους, ἕνα βῆμα τούς χώριζε ἀπό τόν θάνατο. Κακοποιοί ἦταν καί φαίνονταν ἀποφασισμένοι νά πεθάνουν ὅπως ἔζησαν, ὡς κακοποιοί, ἀφοῦ καί αὐτή τήν τελευταία ὥρα τῆς ζωῆς τους πάνω στόν σταυρό χλευάζουν τόν Κύριο.Ο ἕνας ἀπό τούς δύο ληστές οὔτε καί τήν στιγμή τῆς ἔσχατης ἀδυναμίας του δέν ταπεινώνεται. Παραμένει ὥς τό τέλος πωρωμένος καί ἀνάλγητος.
Ο τραγικός θάνατος πού τόν τυλίγει δέν δαμάζει τήν σκληρότητά του.Μέσα στούς βασανισμούς καί στό ψυχορράγημά του δέν παύει νά ξεστομίζει βλασφημίες μέ ἀγριότητα καί ἀναίδεια. Στρέφεται πρός τόν μεσαῖο σταυρό καί καταφέρεται ἐναντίον τοῦ πάσχοντος Κυρίου, πού σέ τίποτε δέν τόν ἐνόχλησε καί ἀσφαλῶς δέν ἦταν ὑπεύθυνος γιά τήν δική του καταδίκη. Μέ χλευασμό καί περιφρόνηση λέγει· «εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, σῶσον σεαυτὸν καὶ ἡμᾶς».«Εἶσαι ἕνας ψευτομεσσίας.῎Αν ἐσύ ἤσουν ὁ ἀληθινός Χριστός, θά μποροῦσες νά σώσεις τόν ἑαυτό σου καί ἐμᾶς»!Δέν συμβαίνει ὅμως τό ἴδιο μέ τόν ἄλλο ληστή.
Ξαφνικά καί ἀπρόσμενα ἐκεῖνος παρουσιάζει μία συμπεριφορά πού καταπλήσσει, μία θαυμαστή ἀλλοίωση στίς ἐκδηλώσεις του. ῎Οχι μόνο παύει νά χλευάζει τόν ᾿Ιησοῦ ἀλλά καί ἀναλαμβάνει τήν ὑπεράσπισή του ἔναντι τοῦ ληστῆ πού κρέμεται στόν ἄλλο σταυρό. ῾Η στάση του φανερώνει μιά ἐσωτερική μεταμόρφωση.
῾Ο φόβος τοῦ Θεοῦ ἔχει ἀγγίξει τήν καρδιά του καί ὑπό τό κράτος αὐτοῦ τοῦ ἁγίου συναισθήματος ἐπιχειρεῖ νά συνετίσει τόν σύντροφό του πού βλασφημεῖ.Γι᾿ αὐτό τόν ἐπιτιμᾶ.Νά ἦταν, ἄραγε ὁ πρῶτος ληστής χειρότερος ἀπό τόν συγκατάδικό του; Δέν ἔχουμε δικαίωμα νά ἰσχυρισθοῦμε κάτι τέτοιο. Δέν μποροῦμε νά τό ἀποδείξουμε. Οἱ πληροφορίες λένε ὅτι:
Καί οἱ δύο ἦταν ἀποδεδειγμένα κακοῦργοι.
Καί οἱ δύο τιμωρήθηκαν μέ τήν ἴδια καταδίκη.
Καί οἱ δύο ἦταν κρεμασμένοι δίπλα στόν σταυρό τοῦ Χριστοῦ.
Καί οἱ δύο τόν ἄκουσαν νά εὔχεται γιά τούς σταυρωτές του.
Καί οἱ δύο τόν εἶδαν νά ὑποφέρει μέ ὑπομονή.
Καί οἱ δύο ἦταν ἀποδεδειγμένα κακοῦργοι.
Καί οἱ δύο τιμωρήθηκαν μέ τήν ἴδια καταδίκη.
Καί οἱ δύο ἦταν κρεμασμένοι δίπλα στόν σταυρό τοῦ Χριστοῦ.
Καί οἱ δύο τόν ἄκουσαν νά εὔχεται γιά τούς σταυρωτές του.
Καί οἱ δύο τόν εἶδαν νά ὑποφέρει μέ ὑπομονή.

᾿Αλλά ἐνῶ ὁ ἕνας μετανοεῖ, ὁ ἄλλος γίνεται σκληρότερος. ῾Ο ἕνας στρέφεται στόν ᾿Ιησοῦ μέ συντριβή καί κατάνυξη καί κατακτᾶ τόν παράδεισο, ὁ ἄλλος παραμένει μιαρός καί πωρωμένος, πεθαίνει ὅπως εἶχε ζήσει καί κερδίζει τήν κόλαση, τήν ὁποία μόνος του διάλεξε. Τί βάθος καί τί μυστήριο ἀνεξερεύνητο κρύβει ἡ ἀνθρώπινη καρδιά! ᾿Αλλά καί πόσο φοβερή εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἐλευθερίας, μέ τήν ὁποία μᾶς ἔχει προικίσει ὁ Θεός! Μόνος του ὁ καθένας ἐπιλέγει τήν εὐλογία ἤ τήν κατάρα τήν αἰώνια σωτηρία ἤ τήν ἀτελείωτη καταδίκη του.
Ο ἐσταυρωμένος Κύριος στέκει σάν μία ζυγαριά, πού αὐτόματα δείχνει τό πνευματικό βάρος τοῦ καθενός ἀπό τούς δύο ληστές.
Κύριε, ὁ σταυρός σου ἔγινε ζυγαριά, πλάστιγγα. Τόν ἕναν ληστή, ἐξαιτίας τοῦ βάρους τῆς βλασφημίας του, τόν κατέβασε στόν ἅδη, ἐνῶ τόν ἄλλον, πού μετανόησε, τόν ξαλάφρωσε ἀπό τό φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν του, τοῦ φανέρωσε τά μυστήρια τῆς θεολογίας σου, τοῦ χάρισε τόν παράδεισο.
Αλλά ἡ θέση τοῦ ἐσταυρωμένου ᾿Ιησοῦ ἀνάμεσα στούς δύο κακούργους ἀποτελεῖ ἐπίσης, κατά τούς ἁγίους πατέρες, εἰκόνα τῆς μελλούσης κρίσεως. ῞Οταν ὅλοι θά σταθοῦμε μπροστά στό βῆμα τοῦ μεγάλου Κριτοῦ, ἐκεῖνοι πού μετανόησαν θά πᾶνε στά δεξιά, μαζί μέ τόν ληστή πού μετανόησε, ἐνῶ οἱ ἀμετανόητοι θά πᾶνε στά ἀριστερά καί θά καταδικασθοῦν. ῾Ο ᾿Ιησοῦς σώζει τούς μετανοοῦντες. Οἱ ἀμετανόητοι παραμένουν τραγικοί μακριά του. ᾿Αλλά μόνοι τους ἔχουν ἐπιλέξει αὐτή τήν τραγικότητα.
Τρεῖς σταυροί ὑψώνονται στόν Γολγοθᾶ. Στό κέντρο ὁ σταυρός τοῦ ἀναμαρτήτου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. ῎Εγινε τό κριτήριο γιά τούς δύο ληστές, παραμένει καί στούς αἰῶνες κριτήριο γιά ὅλη τήν ἀνθρωπότητα. ᾿Αποδεικνύεται, ὅπως τό εἶχε προφητεύσει ὁ Συμεών γιά τόν ᾿Ιησοῦ «σημεῖον ἀντιλεγόμενον» (Λκ 2,34) ὄχι μόνο γιά τούς ᾿Ισραηλῖτες ἀλλά γιά ὅλα τά ἔθνη. ᾿Ενώπιον τοῦ Θεοῦ ὅλοι εἴμαστε ἔνοχοι καί κακοποιοί. Δέν μᾶς καταδικάζει ὅμως ἡ ἁμαρτία μας, διότι τό αἷμα τοῦ Θεανθρώπου, πού χύθηκε πάνω στόν σταυρό ἔχει τήν δύναμη νά μᾶς καθαρίσει «ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας» (Α´ ᾿Ιω 1,7). Μᾶς καταδικάζει ἡ ἀμετανόητη ἐμμονή μας στήν ἁμαρτία, ἡ ἀμετανοησία μας. ῎Ας τό σκεφθοῦμε καλά. ῾Ο καθένας ἀπό μᾶς θά ἐπιλέξει τήν δική του θέση ἔναντι τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τώρα καί γιά τήν αἰωνιότητα, μέ κριτήριο τήν μετάνοια ἤ τήν ἀμετανοησία του.
Ο ἐσταυρωμένος Κύριος στέκει σάν μία ζυγαριά, πού αὐτόματα δείχνει τό πνευματικό βάρος τοῦ καθενός ἀπό τούς δύο ληστές.
Κύριε, ὁ σταυρός σου ἔγινε ζυγαριά, πλάστιγγα. Τόν ἕναν ληστή, ἐξαιτίας τοῦ βάρους τῆς βλασφημίας του, τόν κατέβασε στόν ἅδη, ἐνῶ τόν ἄλλον, πού μετανόησε, τόν ξαλάφρωσε ἀπό τό φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν του, τοῦ φανέρωσε τά μυστήρια τῆς θεολογίας σου, τοῦ χάρισε τόν παράδεισο.

Τρεῖς σταυροί ὑψώνονται στόν Γολγοθᾶ. Στό κέντρο ὁ σταυρός τοῦ ἀναμαρτήτου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. ῎Εγινε τό κριτήριο γιά τούς δύο ληστές, παραμένει καί στούς αἰῶνες κριτήριο γιά ὅλη τήν ἀνθρωπότητα. ᾿Αποδεικνύεται, ὅπως τό εἶχε προφητεύσει ὁ Συμεών γιά τόν ᾿Ιησοῦ «σημεῖον ἀντιλεγόμενον» (Λκ 2,34) ὄχι μόνο γιά τούς ᾿Ισραηλῖτες ἀλλά γιά ὅλα τά ἔθνη. ᾿Ενώπιον τοῦ Θεοῦ ὅλοι εἴμαστε ἔνοχοι καί κακοποιοί. Δέν μᾶς καταδικάζει ὅμως ἡ ἁμαρτία μας, διότι τό αἷμα τοῦ Θεανθρώπου, πού χύθηκε πάνω στόν σταυρό ἔχει τήν δύναμη νά μᾶς καθαρίσει «ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας» (Α´ ᾿Ιω 1,7). Μᾶς καταδικάζει ἡ ἀμετανόητη ἐμμονή μας στήν ἁμαρτία, ἡ ἀμετανοησία μας. ῎Ας τό σκεφθοῦμε καλά. ῾Ο καθένας ἀπό μᾶς θά ἐπιλέξει τήν δική του θέση ἔναντι τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τώρα καί γιά τήν αἰωνιότητα, μέ κριτήριο τήν μετάνοια ἤ τήν ἀμετανοησία του.
Κυριακή 17 Απριλίου 2011
Το αντίδωρο της Μεγάλης Παρασκευής
Ημουν μικρό παιδί, μαθητής του Δημοτικού,και βοηθούσα ως παπαδάκι όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα στο Ιερό του Αγίου Κωνσταντίνου. Ήταν Μεγάλη Παρασκευή καί ή ακολουθία των Ωρών και της Άποκαθήλωσης είχε τελειώσει. Οι ιερείς ταχτοποιούσαν τα άμφια τους, οί πιο βιαστικοί από το εκκλησίασμα είχαν κιόλας προσκυνήσει καί τρία τέσσερα παιδιά από μας, μέσα στο ιερό, μαδούσαμε μερικά μπουκέτα από βιολέτες ή άλλα λουλούδια για να ξαναγεμίσουμε τα πανέρια πού κρατούσαν τα κορίτσια, πλάι στον επιτάφιο. Κάποια στιγμή μισάνοιξε ή πόρτα του ιερού καί φάνηκε μια γυναίκα, γύρω στα τριάντα, κοντή, αδύνατη πολύ κι ηλιοκαμένη καί με μια σκούρα καφετιά μαντήλα στο κεφάλι, όπως φορούν σε μερικά νησιά οί γυναίκες ακόμα καί σήμερα. - Ψιτ, μικρέ, είπε σιγανά, γνέφοντας προς το μέρος μου,έλα να σου πω. "Αφησα τα λουλούδια πού κρατούσα καί πήγα προς το μέρος της. - Δώσε μου σε παρακαλώ ένα αντίδωρο. Την κοίταξα απορημένος. Δεν θυμόμουν τη μέρα εκείνη να είχαμε πάει - όπως κάναμε κάθε Κυριακή προς το τέλος της λειτουργίας - τα πανέρια με τα αντίδωρα πλάι στην Αγία Τράπεζα για να ευλογήσει ό ιερέας. Όμως πριν απαντήσω, κοίταξα καλού κακού καί προς τον πάγκο πού αφήναμε τα πανέρια. Ήταν άδεια... -Δεν έχει αντίδωρο, της είπα. Ή γυναίκα με τη μαντήλα κατσούφιασε: -Κοίταξε καλά. Κάπου θα 'χει μείνει κανένα.
Καί καθώς είδε την αμηχανία μου πρόσθεσε: -Φώναξε κανένα μεγαλύτερο. Πήγα στο νεωκόρο καί τον κάλεσα. Παράτησε απρόθυμα τη δουλειά του - γυάλιζε κάτι λαμπάδες για τη βραδινή έξοδο του Επιταφίου - καί ήρθε προς την πόρτα. Όταν άκουσε τί ζητούσε ή γυναίκα, απάντησε απότομα: -Δεν έχει σήμερα, κυρά μου, αντίδωρο. Εκείνη έμεινε ακίνητη καί είπε με τόνο παρακλητικό αλλά σταθερό: - Δώσε μου έστω ένα κομματάκι. Το έχω μεγάλη ανάγκη. - Δεν υπάρχει αντίδωρο, κυρά μου. Δεν καταλαβαίνεις τί
σου λέω; απάντησε νευριασμένος ό νεωκόρος καί της βρόντησε την πόρτα στα μούτρα. Έμεινε εκεί, πίσω άπ' την κλειστή πόρτα, για πολλή ώρα. Δεν μίλαγε, μόνο κοίταγε προς το ιερό με παράπονο, σαν το σκυλί του δρόμου πού κοιτάζει την πόρτα του σπιτιού μπας καί του ρίξουν ένα ξεροκόμματο. Μπήκα καί βγήκα αρκετές φορές εκείνο το πρωινό άπ' την πόρτα του ιερού, κουβαλώντας λουλούδια ή άλλα πράγματα καί έμεινε στο μυαλό ή εικόνα της, όλο ικεσία αλλά καί περηφάνια. Πέρασε ό καιρός κι όλη την υπόλοιπη χρονιά είδα μερικές φορές την παράξενη γυναίκα μόνο από μακριά. Δεν μου ξαναμίλησε ούτε πλησίασε άλλη φορά στο ιερό. Ώσπου την άλλη χρονιά, πάλι Μεγάλη Παρασκευή, την ώρα πού γινόταν ή απόλυση, φάνηκε πάλι πίσω από την πόρτα. Αυτή τη φορά φώναξε ένα άλλο παιδί, πού ήταν πιο κοντά. Δεν άκουσα τί του είπε μα από την κίνηση πού έκαμε εκείνο κατάλαβα τί ζητούσε. Πήγα κι εγώ κοντά, τη βεβαίωσα για μια ακόμα φορά πώς δεν υπήρχε αντίδωρο. Καθώς επέμενε, φωνάξαμε έναν από τους μεγαλύτερους πού μας πρόσεχαν καί φρόντιζαν τις εξόδους καί την πομπή του Επιταφίου. Ήταν παλληκάρι ευγενικό καί πρόθυμο - φοιτητής, θαρρώ, της Φιλολογίας.
Την άκουσε κι όταν είδε την επιμονή της, προσπάθησε να της εξηγήσει με ήρεμο καί γλυκό τρόπο ότι αυτή τη μέρα δε γίνεται Θεία Λειτουργία καί επομένως δεν υπάρχει αντίδωρο. Ηταν σαν να μιλούσε στην πέτρα. Ή γυναίκα συνέχιζε να τον παρακαλάει, του ευχόταν να δει καλό στην υγειά του αν τη βοηθήσει, του είπε ότι είναι φτωχιά για να πληρώσει γιατρούς καί στα νοσοκομεία δεν της δίναν σημασία. Μ' ένα χείμαρρο από λόγια του εξήγησε ότι το μοναχοπαίδι της ήταν άρρωστο,παράλυτο στο κρεβάτι, κι αφού απελπίστηκε άπ' τους γιατρούς, βρέθηκε ένας άνθρωπος και της είπε ότι το παιδί της θα γίνει καλά μόνο αν του δώσει να φάει λίγο αντίδωρο της Μεγάλης Παρασκευής. - Πρόσεξε καλά όμως, της είχε πει. Το αντίδωρο αυτό το φυλάνε και το δίνουνε σε λίγους. Θα σου πούνε πώς δεν υπάρχει και θα σε διώξουνε. Μόνο αν επιμείνεις πολύ ή αν γνωρίζεις κανέναν από μέσα μπορεί να σου το δώσουν. Το παλληκάρι την άκουγε απορημένο. Εγώ πού ήμουν πιο μικρός δεν καταλάβαινα τί γίνεται. Ακόμα και σήμερα πού το σκέπτομαι, αναρωτιέμαι για ποιο λόγο της είχε πει εκείνος ό άνθρωπος αυτά τα λόγια. Ήταν τόσο άκαρδος πού να την περιγελάει μέσα στον πόνο της; Ήταν τρελός; Ήθελε να της πει κάτι συμβολικό πού δεν το καταλαβαίναμε; Πάντως ό,τι κι ανσυνέβαινε, εκείνη το 'χε πιστέψει τόσο βαθιά μες στην απελπισία της πού δεν πίστευε σε καμιά εξήγηση. Στό τέλος ήρθε προς το μέρος μας ό νεωκόρος να δει γιατί χασομεράμε από τη δουλειά μας. Σάν την είδε μουρμούρισε «πάλι αυτή ή παλαβή;», καί την πλησίασε αγριεμένος. Βλέποντας όμως τα μάτια της βουρκωμένα άλλαξε κάπως τό υφός του καί της είπε πιο μαλακά: - Σοϋ το 'παμε, κυρά μου. Σήμερα ό Χριστός είναι στον τάφο, είναι πεθαμένος... Δεν έχουμε ούτε αντίδωρο οϋτε πανηγύρια. Έλα αϋριο το πρωΐ πού θα τον αναστήσουμε να σου δώσω ένα κοφίνι. Καί της ξανάκλεισε την πόρτα, αλλά αυτή τη φορά πιο απαλά. Τρίτη χρονιά - πάλι Μεγάλη Παρασκευή - ήρθε καί με βρήκε πιο αργά. Ή εκκλησία είχε αδειάσει σχεδόν κι ό νεωκόρος είχε πεταχτεί στο σπίτι του να ξεκουραστεί. Μάλλον τον παραφύλαγε να φύγει καί με πλησίασε άκροπατώντας στα δάχτυλα. Έμοιαζε πιο ξερακιανή από πρώτα καί μου χαμογέλασε αχνά, με μισόσφιχτα τα χείλη. - Έλα δω, εσύ είσαι καλό παιδί. Βοήθησε με, σε παρακαλώ.Εσύ θα ξέρεις πού τα κρύβουν τα αντίδωρα. Δώσ' μου ένα μικρό κομματάκι. Τόσο δα. Τώρα όλοι λείπουν. Κανείς δε θα σε
καταλάβει. Κι όπως δεν έβλεπε να φέρνει αποτέλεσμα ή ικεσία της, πρόσθεσε: - Θα σου δώσω κι ένα φράγκο. Να, εδώ το έχω.
Μπορεί να 'ταν καί το μοναδικό της... Πιάστηκε ή ψυχή μου πού δεν μπορούσα να τη βοηθήσω. Της ορκίστηκα πώς δεν υπάρχει αντίδωρο, πώς εγώ τουλάχιστο δεν είδα να κόψανε σήμερα αντίδωρο κι ας ήμουν εκεί άπ' το πρωί. Δεν ξέρω αν με πίστεψε, πάντως έφυγε απελπισμένη. Φαίνεται πώς ένα αγνό παιδί σαν εμένα ήταν ή τελευταία της ελπίδα σ' ένα κόσμο πού όλοι οι μεγάλοι ήταν συνεννοημένοι να της λένε ψέματα καί δεν ήθελαν να γίνει καλά το παιδί της. Συγκινημένος άπ' το θέαμα της, μα καί με μια μικρή αμφιβολία μήπως τελικά είχε δίκιο, διηγήθηκα το ϊδιο απόγευμα όλη την Ιστορία στο γέρο - εφημέριο πού είχε έρθει πιο νωρίς να φροντίσει τα καλύμματα της Αγίας Τράπεζας πρίν από τη βραδινή ακολουθία,άκουσε προσεκτικά καί κούνησε το κεφάλι του: -Δύστυχη γυναίκα. Εχει εδώ μπροστά της το Σταυρό του Κυρίου, έχει παραπέρα το ϊδιο το σώμα Του - πάνω στον Επιτάφιο - κι αντί να σκύψει πλάι τους, να κολλήσει το κεφάλι της στη γη καί να παρακαλέσει για το παιδί της, εκείνη ψάχνει το αντίδωρο της Μεγάλης Παρασκευής. Έχει μπροστά της το χειροπιαστό καί κυνηγάει το ανύπαρκτο... Δεν ξαναεΐδα από τότε εκείνη την κοντή, αδύνατη κι ήλιοκαμμένη γυναίκα με τη σκούρα καφετιά μαντήλα. Δεν ξέρω τί απόγινε οϋτε εκείνη οϋτε το παιδί της. Τη θυμάμαι όμως πάντα,κι ώρες - ώρες αναρωτιέμαι πόσες φορές της μοιάζουμε κι εμείς, πόσες φορές δεν βλέπουμε αυτό πού έχουμε μπροστά μας κι αναζητούμε το άπιαστο, το ασήμαντο ή το ανύπαρκτο.
Έχουμε την υγειά μας, τη δουλειά μας, το σπίτι μας κι αναζητούμε τη δόξα, τον περίσσιο πλούτο, την ηδονή, τη μεγάλη ζωή. Έχουμε καταφύγιο, Πατέρα στοργικό, πίστη ζωντανή κι αποζητάμε την ευτυχία σε αστρολόγους, χαρτορίχτρες, λαοπλάνους καί αγύρτες. Τα έχουμε όλα καί κυνηγάμε το τίποτα...το αντίδωρο της Μεγάλης Παρασκευής...
Του ιατρού Αθαν.Γιαλουρή-''Πειραική Εκκλησία''
Σκόρπα το Μύρο σου,Γυναίκα!
Mεγάλη Τρίτη και σκέφτομαι πώς ή μεγάλη μέρα της Γυναίκας,ειν' αυτή. Γιατί - για συλλογίσου - δίνει στον άοσμο κόσμο ή Γυναίκα, μυρωδιά. Από αυτήν, εύωδιάζεται ή οικουμένη! Μα πρόσεξε, την ευωδιά τη δίνει, τη σκορπά, εκείνη πού είναι στο Χριστό κοντά! Μας έμαθε ό κόσμος εμπόριο να κάνουμε σωστό. Δώσε μου τόσα, στη ζυγαριά, θα μπεί αυτό πού μούδωοες, να ξέρω πόσα θα σου δώσω εγώ.Καί μέσα στη συναλλαγή, νάτη ή Γυναίκα πού αρνήθηκε αυτό το άλισβερίσι. Γι' αυτήν μιλώ πού άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού.Πανάκριβο το μύρο, τ' αγόρασε με στέρηση, με το αίμα της καρδιάς της το αγόρασε, για να το δώσει σε Εκείνον. Όλοι μιλούν για τη στιγμή πού το περίχυσε στα πόδια του Χριστού. για την αθέατη πλευρά, πώς έγινε και το αγόρασε το μύρο, δε το μαθαίνουμε. Καί συλλογιέμαι πώς: "Αν μια γυναίκα σαν έμενα, σαν εσένα, μια συνηθισμένη γυναίκα δηλαδή, ήθελε να κάνει δώρο ακριβό, σε πρόσωπο ακριβό κι αγαπημένο τί θα έκανε;Τό πρώτο, θα πήγαινε στα μαγαζιά, θα κοίταζε στίς όμορφες βιτρίνες, θά βλεπε τις τιμές, θα συλλογιόταν τα λεφτά που χει στο πορτο-φόλι της. Μετά, θάμπαινε μες στο μαγαζί. Να ψάξει κι άλλο θέλει. Καί να, αναπηδά. Το βρήκε επί τέλους! Μα ή τιμή!!! "Ω τί τιμή!! Τί ακριβό δώρο! Βγάζει το πορτοφόλι της, μετρά, ξαναμετρά, αδύνατο να τ' άγορά- σει Πρέπει να μην αδειάσει καί το πορτοφόλι ολότελα. Πρέπει να μείνει κατιτίς καί γι' άλλα ψώνια. Οι ανάγκες βλέπεις δεν τελειώνουνε ποτέ. Ή λογική δεν έβλαψε κανένα. Να δώσουμε, δε λέω, μα νάναι άπ' το περίσσευμα. Οχι κι από το στέρημα να είναι! Μα αυτή πού πήγε στο Χριστό κι έπεσε στα ποδάρια Του, θα έδωσε χωρίς κρατούμενα. "Ο,τι είχε καί δεν είχε τόδωσε, για ν' αγοράσει το πανάκριβο το μύρο. Καί το προσφέρει απλόχερα. Όχι μονάχο του. Με δάκρυα μετάνοιας γίνεται το μύρο ατίμητο. Καί τα μαλλιά της να σφουγγίζουνε δάκρυα καί μύρο μπερδεμένα. Οι άντρες πού βλέπουνε εκεί μπροστά στα μάτια τους να χύνεται, να σπαταλιέται κάτι τόσο ακριβό όπως το μύρο, ταράζονται. Γιατί θα έπρεπε τόσα λεφτά να πάν χαμένα; Τόσοι φτωχοί υπάρχουνε, τόση ανάγκη υπάρχει στον πλανήτη για λεφτά! Κι αυτή να τα σκορπά χωρίς να βάζει λογική στη σκέψη της, στην πράξη της!!! Καί τάπαν όλα ετούτα, γιατί ξέρανε μόνο την τιμή πού χε το δώρο.Πώς είν' ατίμητο, γιατί ατίμητη ή Αγάπη, «δε τόξεραν οι αντρικές καρδιές». Την ώρα πού κάθε είδος στο Σούπερ μάρκετ έχει καρφιτσωμένη άπάνω τήν τιμή, θέλαν καί την Αγάπη, ναι κι αυτή, να την κοστολογήσουν. Πόσο πηγαίνει το κιλό ή Αγάπη, πόσο το δίκιλο; Σέ κείνο το μεγάλο το οικονομικό κουτί; Πόσο στοιχίζει, πόσο πουλιέται, πόσο αγοράζεται, άραγε, ή Αγάπη; Μα οί μυρωδιές πού έχυσε ή γυναίκα στα πόδια του Χριστού καί πού γιόμισαν ευωδιές το σύμπαν, δεν έχουνε τιμή. Να ή Γυναίκα. Ή πονεμένη, ή απλή, ή παιδεμένη. Εσύ πού δίπλα μου περνας, Γυναίκα, στη σιωπή το Μύρο ετοιμάζεις. Με στέρηση, με πόνο καί οδύνη κι απέ απλόχερα το δίνεις, το σκορπάς στα πόδια του Χριστού. Κι οί μυρωδιές απλώνονται στην Πλάση κι αγιάζεται ή πλάση από τούτο το μοσκομύριστο μυρωδικό. Αυτό πού τόσο, ώ πόσο ακριβά! στοιχίζει! Τόσο ακριβά, πού μόνο ό Χριστός το κοστολόγησε σωστά!! Μεγάλη Τρίτη! Καί σκέφτομαι πώς τούτη είναι ή μεγάλη μέρα της Γυναίκας
Της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

