Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεομητορικές εορτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεομητορικές εορτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

Γιατί ο Θεός επέλεξε ειδικά την Παναγία και όχι άλλη γυναίκα;

'Ο Θεός ναι μεν επέλεξε την Υπεραγία Θεοτόκο, αλλά ζήτησε και την συγκατάθεση της πριν, δια μέσω του Αγγέλου που Εκείνος απέστειλε σε αυτήν.
είπε δε Μαριάμ· ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου. και απήλθεν απ΄ αυτής ο άγγελος. (Λουκ. Α’,38) Η Παναγία εδώ θα μπορούσε να πει όχι, δεν μπορώ, δεν δέχομαι, δεν θέλω. Είχε κάθε δικαίωμα να το κάνει. Οι πατέρες της εκκλησίας μας λένε ότι ακόμα και αν η Παναγία δεν δεχόταν και έδινε άλλη απάντηση στον Γαβριήλ, από αυτή που μας περιγράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς στο σχετικό εδάφιο, το σχέδιο του Θεού για την σωτηρία του ανθρώπου, απλά θα ματαιωνόταν για λίγο. Αυτό είναι πολύ σημαντικό και μας δείχνει ότι τίποτε δεν είναι προορισμένο στον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος δια μέσου της ελεύθερης του βούλησης και επιλογής, πορεύεται.
Όμως ο Θεός βεβαίως και επέλεξε την Παναγία μας. Και την επέλεξε γνωρίζοντας ότι αυτή η γυναίκα ήταν σε θέση και πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις για να γίνει ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των ανθρώπων και του Θεού .

Να ένα ωραίο κείμενο του π. Αθανασίου Γιουσμά:
«Την ωραιότητα της παρθενίας σου…». Ας το θυμηθούμε σε μετάφραση: «Την ομορφιά της παρθενίας Σου και την λαμπρότητα της αγνότητάς Σου, θαυμάζοντας ο Αρχάγγελος Γαβριήλ κατάπληκτος Σου έλεγε Θεοτόκε: Ποιο εγκώμιο, αλήθεια, μπορώ να Σου προσφέρω που να Σου αξίζει, Παναγία; Και πώς να Σε αποκαλέσω; Απορώ και εκπλήττομαι. Γι’ αυτό, όπως έχω εντολή από το Θεό, Σου απευθύνω τούτον τον απλό και σημαντικό χαιρετισμό: Χαίρε Εσύ που είσαι η Κεχαριτωμένη όλων»! Στους «Οίκους» των Χαιρετισμών της Θεοτόκου πάλι, ο υμνογράφος θεωρεί τον Αρχάγγελο που στάλθηκε από τον ουρανό στη φτωχή και μικρή κόρη της Ναζαρέτ, να Την κοιτά, να Τη θαυμάζει και να Της λέει με την «ασώματη φωνή» του, πολύ δυνατά, «κραυγάζοντας», τα αναρίθμητα «χαίρε». Αλήθεια, τι ήταν αυτό το ιδιαίτερο που κοσμούσε τη Θεοτόκο και προξένησε τόσο θαυμασμό στον Αρχάγγελο Γαβριήλ, καθώς Την αντίκρισε εκείνη την ημέρα του Ευαγγελισμού; Δεν υπήρξαν πιο πριν άλλες γυναίκες παρθένες ή τόσο αγνές σαν την Κυρία Θεοτόκο; Δεν είχε συναντήσει ο Αρχάγγελος άλλο παρόμοιο πρόσωπο με Εκείνη; Ποια απάντηση θα μπορούσαμε να δώσουμε σε τούτη την ερώτηση και απορία; Είναι αλήθεια πανθομολογούμενη από τους Ιερούς Πατέρες της Εκκλησίας μας, πως καμιά γυναίκα της Παλαιάς Διαθήκης δεν κατάφερε μέσα στους τόσους αιώνες που πέρασαν από την πτώση των Πρωτοπλάστων, να συγκεντρώσει στο πρόσωπό της τόσες πολλές αρετές και μάλιστα από την εφηβική της ηλικία, όπως η Θεοτόκος! Την Παναγία μας δεν Την κοσμούσε μονάχα η παρθενία, αλλά και όλη Της η ζωή ήταν κατά τον Άγιο Φώτιο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως: «Ανωτέρα των ουρανίων νοών»! Ανώτερη από τον αγγελικό κόσμο. Πρόσωπο που δέσποζε ανάμεσα σε όλα τα άλλα δημιουργήματα του Θεού!


Σε ένα του ποίημα ο Μανουήλ, ο επονομαζόμενος Μεγάλος ρήτωρ, σημειώνει: «Άχραντε, οι χορείες των Αγίων αΰλων Αγγέλων, στέκονται εμπρός Σου δουλικά και με δέος Σε ανυμνούν, γιατί Εσύ τους ξεπέρασες στην καθαρότητα»! Η Μητροπάρθενος Μαρία, κατά τον υμνογράφο Άγιο Ιωάννη τον Ευχαΐτων ήταν: «Η καλή και ωραία κόρη», την οποία επέλεξε «ο ωραίος κάλλει Κύριος»! Ήταν κατά τον ίδιο Άγιο: «Ωραία ψυχή και σώματι, ωραίαν και τω νοΐ»! Στην ψυχή και στο σώμα και στο μυαλό ωραία! Γι’ αυτό και έγινε μετά την Αρχαγγελική φωνή και με τη θέληση του Πατέρα Θεού: «Ναός και πύλη και λυχνία, κιβωτός και στάμνα και ράβδος και σκηνή, γη αγία και θεία τράπεζα, γέφυρα και σκάλα, θρόνος και νυφικό παλάτι του Θεού Υιού και Λόγου»! Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ –όπως και κάθε Άγγελος– δεν διέθετε παντογνωσία, αυτή είναι ιδιότητα μόνο του Θεού. Δεν γνώριζε το πλήθος των αρετών της Θεοτόκου πριν Τη συναντήσει, γι’ αυτό κοιτώντας Την «εξίσταται» και απορεί. Απορεί γιατί ήταν «δυσθεώρητη» ακόμα και για τα μάτια των Αγγέλων! Θαυμάζει γιατί Αυτή κατόρθωσε μόνη από όλους τους ανθρώπους να τραυματίσει τους δαίμονες με την απειθαρχία Της σ’ αυτούς! Εκπλήττεται γιατί η Παναγία Μητέρα του Θεού του με την άγια βιωτή Της αποκαλύπτει στους ανθρώπους «των αγγέλων τον βίον» και αποτελεί για τους Αγγέλους το πανθαύμαστο «θαύμα»! Στο «Θεοτοκάριο» του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου –ένα λειτουργικό Θεομητορικό βιβλίο– υπάρχουν θησαυρισμένες μπόλικες κι άλλες σχετικές απαντήσεις, που σε όμορφη ποιητική μορφή μαρτυρούν την αναμαρτησία της Κυρίας των Αγγέλων. Αυτό, δηλαδή, που είδε και κατάλαβε και διέγνωσε ο Γαβριήλ κατά τον Ευαγγελισμό.

   Αλήθεια, αν σταλεί σήμερα στη γη μας ο Αρχάγγελος Γαβριήλ τι θα δει, τι θα βρει και τι θα διαπιστώσει; Δεν απαντώ. Η καθημερινότητα η δική μου και των άλλων βοά απαντητικά… Γι’ αυτό σαρακοστιανά, νηστευτικά, όπως οι Νινευΐτες, ας ομολογήσει ο καθένας μας κι όποιος το νιώθει, εκείνο που έψελνε με δάκρυα στην Παναγία ο Στουδίτης μοναχός Θεόκτιστος: «Μονάχος μου εγώ κι απ’ όλους τους χωματένιους ανθρώπους, έχω υπερβεί κάθε είδους ανωμαλία. Έζησα και ζω στην ασωτία. Έγινα ανοητότερος και των άμυαλων κτηνών. Βοήθησέ με Παρθένε, εσύ που είσαι η δόξα των Αγίων Αγγέλων, με τις δικές Σου μεσιτείες». Αμήν!''

 πηγή 

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Μητέρες,λύπην πάσαν αποθέμεναι,χαρμονικώς συνακολουθήσατε,υμνούσαι την Μητέρα Θεού και της χαράς του κόσμου πρόξενον

Σήμερον τὰ στίφη τῶν Πιστῶν συνελθόντα, πνευματικῶς πανηγυρίσωμεν, καὶ τὴν θεόπαιδα Παρθένον καὶ Θεοτόκον, ἐν Ναῷ Κυρίου προσαγομένην, εὐσεβῶς ἀνευφημήσωμεν· τὴν προεκλεχθεῖσαν ἐκ πασῶν τῶν γενεῶν, εἰς κατοικητήριον τοῦ Παντάνακτος Χριστοῦ, καὶ Θεοῦ τῶν ὅλων
Παρθένοι λαμπαδοφορούσαι  προπορεύεσθε,της αειπαρθένου τιμώσαι την σεβάσμιον πρόοδον.Μητέρες,λύπην πάσαν αποθέμεναι,χαρμονικώς συνακολουθήσατε,υμνούσαι την Μητέρα Θεού και της χαράς του κόσμου πρόξενονἍπαντες οὖν χαρμονικῶς, τὸ χαῖρε σὺν τῷ Ἀγγέλῳ ἐκβοήσωμεν, τῇ Κεχαριτωμένῃ, τῇ ἀεὶ πρεσβευούσῃ, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.


 Δοξαστικό των Αποστίχων της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Λόγος εις τα Εισόδια της Θεοτόκου - Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς

..Εάν το δένδρο αναγνωρίζεται από τον καρπό, και το καλό δένδρο παράγει επίσης καλό καρπό, η μητέρα της αυτοαγαθότητος, η γεννήτρια της αιώνιας καλλονής, πως δεν θα υπερείχε ασύγκριτα κατά την καλοκαγαθία από κάθε αγαθό εγκόσμιο και υπερκόσμιο;
Διότι η δύναμη που καλλιέργησε τα πάντα, ο προαιώνιος και υπερούσιος Λόγος, από ανέκφραστη φιλανθρωπία και ευσπλαχνία για χάρη μας θέλησε να περιβληθεί τη δική μας εικόνα, για να ανακαλέσει τη φύση πού σύρθηκε στον Άδη και να την ανακαινίσει, γιατί είχε παλαιωθεί και να την αναβιβάσει προς το υπερουράνιο ύψος της βασιλείας και θεότητός του.
Και βρίσκει αυτήν την αειπάρθενη η οποία υμνείται από μας σήμερα που γιορτάζουμε την παράδοξη είσοδό της στα άγια των αγίων και την εκλέγει ανάμεσα από όλους ανά τους αιώνες εκλεκτούς και θαυμαστούς και περιβόητους για την ευσέβεια και σύνεση και σε λόγια και σε έργα.
Ήταν αδύνατο η υψίστη και υπεράνω του νου καθαρότης, ο σαρκωθείς Λόγος, να ενωθεί με μολυσμένη φύση, γιατί ένα μόνο πράγμα είναι αδύνατο στο θεό, το να έλθει σε ένωση με ακάθαρτο, πριν αυτό καθαρισθεί. Γι' αυτό και χρειαζόταν κατ' ανάγκη μια τελείως αμόλυντη και καθαρότατη παρθένο για κυοφορία και γέννηση εκείνου που είναι και εραστής της και δοτήρας της καθαρότητας, η οποία και προορίσθηκε και φανερώθηκε και το σχετικό με αυτήν μυστήριο τελέσθηκε, με πολλά παράδοξα γεγονότα.
Πρώτα η γέννησή της από το ζεύγος που ζητούσε με άσκηση και προσευχή τη λήξη της ατεκνίας τους και έλαβαν την υπόσχεση και συνέλαβαν τη τωρινή Θεομήτωρ. Και επειδή οι πολυάρετοι γονείς της πέτυχαν το ζητούμενο, έσπευσαν να εκπληρώσουν την προς το Θεό υπόσχεσή τους και μετά τον απογαλακτισμό την οδηγούν στο ιερό του Θεού και στον ιεράρχη που ευρίσκετο εκεί, αλλά και αυτή μόνη της με ελεύθερη γνώμη προσήλθε στο Θεό και διέμενε στα άγια των αγίων. Τρεφόταν δε από πάνω με άγγελο με απόρρητη τροφή που δυνάμωνε καλύτερα τη φύση της και τελειοποιούσε τον εαυτό της κατά το σώμα, ώστε το κατάλληλο καιρό να ανοιχθούν οι ουράνιες μονές και να δοθούν για αιώνια κατοίκηση σε όσους πιστεύουν στη παράδοξη γέννα της.
Έχοντας πλέον από τη μητρική ακόμη κοιλιά τέτοια θεία χαρίσματα και φυσικά δώρα, δεν δέχθηκε ούτε καμιά άλλη επίκτητη φύση (διότι έτσι νομίζω ότι πρέπει να ονομάζουμε τα από τους δασκάλους αποκτήματα) να εισφέρει μέσα της φοιτώντας σε δασκάλους. Αντίθετα, αφού παρέδωσε στο Θεό τον ηγεμονικό νου ως υπήκοο σε όλα, εγκατέλειψε δε τελείως τα διδάγματα των ανθρώπων και έτσι δέχθηκε άφθονη την από τα άνω σοφία, στο σημείο της ηλικίας που οι γονείς τοποθετούν τα παιδιά χωρίς τη θέλησή τους ως νήπια κάτω από τη καθοδήγηση νηπιαγωγού και τα παραδίδουν σε γραμματοδιδασκάλους, αυτή παρακάθεται μαζί με το Θεό σε άγια άδυτα σαν θεσπέσια ανάκτορα, ως βασιλικός έμψυχος θρόνος ανώτερος από κάθε έδρα, στολισμένος ολόκληρος με αρετές που πρέπουν σε τέτοιο βασιλέα που κάθεται σε αυτόν.
Μόλις τριών ετών που μόλις είχε αποκοπεί από το θήλασμα και τη δίαιτα της αγκαλιάς δείκνυε το πρέπον σε όσους γνωρίζουν να κρίνουν αλάθευτα. Όταν έφθασε κοντά στα πρόθυρα του ιερού, ενώ νεάνιδες ευγενείς ντυμένες επάξια προς το γένος τους την περιστοίχιζαν κρατώντας λαμπάδες και έτσι με επισημότατη πομπή την προέπεμπαν με ευταξία προς το εσωτερικό, σε αυτό το σημείο φάνηκε ότι αισθανόταν καλύτερα από όλους όσα συμβαίνουν και πρόκειται να της συμβούν. Σεμνή τότε και χαρούμενη και θαυμαστή με το κατάλληλο παράστημα και ήθος και φρόνημα προχωρούσε και έρχεται σε συνάντηση με τον αρχιερέα.
Και αμέσως εγκατέλειψε όλους γονείς, τροφούς, συνομήλικες και αποχωρίσθηκε από τους συναγμένους, μόνη εντελώς, χαρούμενη προχωρεί στον αρχιερέα ο οποίος την εισήγαγε στα άγια των αγίων και έπεισε όλους τους τότε ζώντας να δέχονται το γεγονός αυτό, με τη σύμπραξη και τη συναπόφαση του Θεού. Διότι επρόκειτο να γίνει σκεύος εκλογής, όχι όπως η κιβωτός γεμάτο σκιές και τύπους, αλλά γεμάτο αλήθεια, για να βαστάει κυοφορώντας εκείνον τον ίδιο, του οποίου το όνομα είναι θαυμαστό. Τι σπουδαίο  θαύμα;
Ας δούμε λοιπόν, πως τίθεται τέλος στους τύπους, πως πάνω σε εκείνη ακριβώς τη σκιαγραφία τελετουργείται η μορφή της αλήθειας. Εισήλθε στα πρόσκαιρα άγια των αγίων η παντοτινή αγία των αγίων. Εισήλθε η αχειροποίητη σκηνή του Λόγου, η λογική και έμψυχη κιβωτός του άρτου της ζωής που αληθινά αποστάλθηκε σε εμάς από τους ουρανούς. Εισήλθε η βίβλος της ζωής, που δεν δέχθηκε τύπους λόγου, αλλά τον ίδιο το Λόγο του Πατρός απορρήτως. Σε αυτήν την αληθινή κιβωτό παρίστανται όχι οι τύποι των αγγέλων, αλλά οι ίδιοι οι άγγελοι και το σπουδαιότερο είναι ότι δεν επεσκίαζαν απλά, αλλά διακονούσαν και υπηρετούσαν στη διατροφή. Διατροφή που δεν είναι δυνατό να πούμε ούτε τι ήταν, τόσο ξεπερνούσε σε θαυμασμό και το πολυθρύλητο εκείνο μάννα.
Ο διακομιστής  ήταν καθαρό σύμβολο της αγγελικής πολιτείας της Παρθένου σε αυτό το στάδιο της ηλικίας την υπηρετούσε συνεχώς και δεν την επεσκίαζε, υποσχόμενος σε αυτήν το μελλοντικό μεγαλείο. Αυτήν άλλωστε πρόκειτο να επισκιάσει, όχι άγγελος ούτε αρχάγγελος ούτε τα ίδια τα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ, αλλά η ίδια η ενυπόστατη δύναμη του Υψίστου. Τούτο μάλιστα δεν είναι επισκίαση αλλά καθαρά ένωση, όχι μόνο στη γαστέρα αλλά και μόρφωση. Και το μορφωμένο από τα δύο, δηλαδή από τη δύναμη του Υψίστου και στη παναγία και παρθενική εκείνη γαστέρα ήταν ο Λόγος Θεού σαρκωμένος.
Πω πω, σε ποιό βάθος μυστηρίου κατεβάσαμε το λογο! Και έτσι ζούσε λοιπόν σαν στο παράδεισο, βίο απαράσκευο, αφρόντιστο, αμέριμνο, αμέτοχο αγενών παθών, ζώντας μόνο για το Θεό, βλεπόμενη μόνο από το Θεό, τρεφόμενη μόνο από το Θεό και γενικά αφιερωμένη συνεχώς στο Θεό.
Ζούσε την ιερά ησυχία, τη στάση του νου και του κόσμου, τη λησμονιά των κάτω, την μύηση των άνω, την απόθεση των νοημάτων προς το καλύτερο, δια της παιδείας από την ησυχία που θεωρούμε μέσα το Θεό. Αφού λύθηκε από κάθε υλικό δεσμό ανυψώθηκε πάνω και από αυτή τη συμπάθεια προς το σώμα της, σύνηψε το νου της με τη προς τον εαυτό στροφή και προσοχή και με τη αδιάλειπτο θεία προσευχή. Και δι' αυτής ερχόμενη τελείως στον εαυτό της και υπερβαίνοντας το πολύμορφο συρφετό των λογισμών, διέκρινε νέα και απόρρητη οδό στους ουρανούς, που θα την έλεγα νοητή σιγή.
Αφού έτσι μυήθηκε στα ανώτατα μυστήρια με αυτές τις ακρότατες θεωρίες και κατά το τρόπο αυτόν ενώθηκε και αφομοιώθηκε με το Θεό, μόνη αυτή στους αιώνες επετέλεσε αυτή την υπερφυά πρεσβεία για χάρη μας και μόνη της την αποπεράτωσε, πραγματοποιώντας το μέγα και το πάνω από το μέγα κατόρθωμα. Διότι δεν έγινε μόνο καθ' ομοίωση Θεού, αλλά και έκαμε το Θεό καθ' ομοίωση ανθρώπου. Και δεν το έκανε αυτό πείθοντάς τον, αλλά και τον κυοφόρησε ασπόρως και τον γέννησε αφράστως, κατά την χάρη από το Θεό (γι' αυτό και προσαγορεύθηκε από τον αρχάγγελο, κεχαριτωμένη).
Ποιος μπορεί να περιγράψει τα μεγαλεία σου, παρθένε; Έγινες Θεομήτωρ, ένωσες το νου με το Θεό, ένωσες το Θεό με τη σάρκα, έκανες το Θεό υιό ανθρώπου και τον άνθρωπο υιό Θεού, συμφιλίωσες τον κόσμο με τον ποιητή του κόσμου. Μας δίδαξες με έργα ότι το θεωρείν δεν προσγίνεται μόνο με αίσθηση ή και λογισμό στους πραγματικούς ανθρώπους (διότι τότε θα ήσαν λίγο μόνο καλύτεροι από τα άλογα), αλλά πολύ περισσότερο με τη κάθαρση του νου και τη μέθεξη της θείας χάριτος, κατά την οποία εντρυφούμε στα θεοειδή κάλλη όχι με λογισμούς, αλλά με άυλες επαφές. Έκαμες τους ανθρώπους ομοδίαιτους με τους αγγέλους, ή μάλλον αξίωσες και μεγαλύτερων βραβείων, αφού συνέλαβες από το άγιο Πνεύμα θεανδρική μορφή και την γέννησες παράδοξα και κατέστησες την ανθρώπινη φύση απορρήτως συμφυή και, θα λέγαμε, ομόθεη με τη θεία φύση.
Ας φυλάττουμε επομένως τη προς το Θεό και προς αλλήλους ενότητα, που έχει εντυπωθεί σ' εμάς από το Θεό θείως, δια των δεσμών της αγάπης. Ας βλέπουμε πάντοτε προς τον άνω γεννήτορα. Ας υψώσουμε άνω προς αυτόν τη καρδιά μας. Ας παρατηρήσουμε το μέγα τούτο θέαμα, τη φύση μας να συνδιαιωνίζει αύλως με το πυρ της Θεότητος, και, αποβάλλοντας τους δερμάτινους χιτώνες, που έχουμε ενδυθεί από τη παράβαση, ας σταθούμε σε αγία γη, αναδεικνύοντας ο καθένας μας τη δική του γη αγία δια της αρετής και της προς το Θεό σταθερής αφοσιώσεως, να φωτισθούμε και φωτιζόμενοι να συνδιαιωνίσουμε σε δόξα της τρισηλίας Θεότητος που πρέπει κάθε δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνηση τώρα και στους ατέλειωτους αιώνες. Γένοιτο...».
 Απόσπασμα από τις Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τόμος 11ος

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Τα Εισόδια της Θεοτόκου και το αδύνατον της «χειροτονίας- ιερωσύνης των γυναικών»


Η είσοδος της Κυρίας Θεοτόκου στό νομικό ναό προξενεί στούς Ορθοδόξους Χριστιανούς εορτή θαυμασία καί παγκόσμια, επειδή αυτή έγινε μέ παράδοξο τρόπο καί είναι ένα προοίμιο του μεγίστου καί φρικτού μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου, τό οποίο διά μέσου της Θεοτόκου επρόκειτο νά γίνει στόν κόσμο. Έλαβε δέ τήν αφορμή η εορτή των Εισοδίων από τήν εξής υπόθεση. Η παναοίδιμος αγία Άννα, επειδή όλη σχεδόν τή ζωή της πέρασε στείρα, χωρίς νά γεννήσει παιδί, παρακαλούσε τόν Δεσπότη της φύσεως μαζί μέ τόν άνδρα της, τόν άγιο Ιωακείμ, νά χαρίσει σ’αυτούς παιδί καί, αν επιτύγχαναν του ποθουμένου, ευθύς θά αφιέρωναν στόν Θεό τό παιδί, πού θά γεννούσαν. Καί, λοιπόν, γέννησε η αγία Άννα παραδόξως, εξ επαγγελίας καί μετά σπέρματος ανδρός, αυτήν πού έγινε πρόξενος της σωτηρίας του γένους των ανθρώπων, τήν καταλλαγή καί συμφιλίωση του Θεού μέ τούς ανθρώπους, τήν αιτία της αναπλάσεως, της εγέρσεως καί της θεώσεως του πεσόντος Αδάμ, δηλ. αυτή τήν Υπεραγία καί Δέσποινα Θεοτόκο Μαρία.

Γι’αυτό, όταν αυτή έγινε τριών χρονών, τήν πήραν οι γονείς της καί, αφού συγκέντρωσαν τίς παρθένες της γειτονιάς, οι οποίες λαμπαδοφορώντας συνόδευαν τήν Παρθένο, τήν προσέφεραν κατά τήν σημερινή ημέρα στό ναό. Καί, εκπληρώνοντας τίς υποσχέσεις τους, αφιέρωσαν τήν κόρη τους στόν Θεό, πού τούς τήν χάρισε. Γι’αυτό τήν παραδίδουν στούς ιερείς καί μάλιστα στόν τότε αρχιερέα προφήτη Ζαχαρία, τόν πατέρα του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος άρχισε νά εγκωμιάζει τόσο τήν Παρθένο όσο καί τούς γονείς της, τόν Ιωακείμ καί τήν Άννα, η οποία, απευθυνομένη στόν προφήτη Ζαχαρία, του είπε˙ «Δέξου, Αρχιερεύ, τήν κόρη μου, μάλλον τήν κόρη του Θεού. Δέξου τήν καθαρά καί αμόλυντη καί υψηλοτέρα του ουρανού. Βάλ’την στό Ναό, επειδή αυτού πρέπει νά κατοικεί. Ναός Θεού είναι, σέ Ναό της ταιριάζει νά κατοικεί. Αγία είναι, σέ καθαρό τόπο βάλ’την. Στά χέρια του Θεού παράδωσέ την. Σέ τόπο άγιο πρόσθεσέ την , γιά ν’αγιάσει. Πάρε, Ζαχαρία, τήν κόρη μου καί αφιέρωσέ την στό Ναό, γιατί έτσι τάξαμε». Σάν άκουσε ο Ζαχαρίας ότι τήν είχαν ταμμένη στόν Θεό, τήν πήρε νά τήν πάει στό Βήμα. Εκεί μέσα ήταν η στάμνος του Μωϋσέως, πού κάποτε είχε τό μάννα, η ράβδος του Ααρών, τό χρυσό θυμιατήριο, οι πλάκες, πού ήταν γραμμένος ο νόμος. Μόλις μπήκε η Παναγία, έπεσαν όλα καί τήν προσκύνησαν. Αφού, λοιπόν, ο Ζαχαρίας τήν παρέλαβε, τήν έβαλε στό ενδότατο του ναού, όπου έμπαινε μόνος του ο αρχιερεύς μία φορά τόν χρόνο. Καί αυτό τό έκανε κατά βούλησιν Θεού, ο οποίος επρόκειτο σέ λίγο νά γεννηθεί από αυτή, γιά τήν διόρθωση καί σωτηρία του κόσμου.
Μερικοί υποστήριξαν λανθασμένως ότι στό ναό υπήρχε χωρισμένος τόπος, όπου έμεναν μόνο οι παρθένες, καί μαζί μ’αυτές έμενε καί η Θεοτόκος. Οι μέν άλλες παρθένες έβγαιναν μετά τήν απόλυση καί πήγαιναν στά σπίτια τους, μόνο δέ η Θεοτόκος προσκαρτερούσε στό ναό. Η άποψη αυτή είναι εσφαλμένη, διότι η Θεοτόκος εισήλθε όχι στόν οίκο των παρθένων, αλλά σ’αυτά τά άγια των αγίων καί εκεί έμεινε τρεφομένη από τόν άγγελο. Καί αν αυτό φαίνεται άτοπο, τό νά εισέλθει δηλ. γυναίκα στό ενδότατο του ναού, αυτό τό φαινομενικά άτοπο τό διόρθωσε ο Ζαχαρίας, λέγοντας στό λαό ότι ο Θεός δείχνει στό Λογείο, πού ήταν κρεμασμένο μπροστά του, ότι θέλει νά μπει η Παρθένος μέσα σ’αυτά τά άγια των αγίων καί έτσι έπεισε τόν λαό νά δεχθεί νά βάλει τήν Παρθένο εκεί. Αφού, όμως, η Κυρία Θεοτόκος γέννησε τόν Κύριο, ο Ζαχαρίας τήν συναρίθμησε μέ τίς παρθένες, πού προσκαρτερούσαν στό ναό, επειδή ήταν Παρθένος καί μετά τόκον, γι’αυτό καί φονεύθηκε.
Εκεί, λοιπόν, η Παρθένος διέμεινε δώδεκα χρόνια, τρεφομένη μέν ξενοπρεπώς από τόν Αρχάγγελο Γαβριήλ μέ ουράνια τροφή, αξιουμένη δέ της εμφανείας του Θεού καί της ομιλίας μέ τούς Αγγέλους, έως ότου πλησίασε ο καιρός του θείου Ευαγγελισμού καί των ουρανίων καί υπερφυσικών εκείνων μηνυμάτων, τά οποία εμήνυαν ότι ο Θεός ευδόκησε νά σαρκωθεί απ’αυτή φιλανθρώπως, γιά ν’αναπλάσει τόν κόσμο, πού είχε φθαρεί από τήν αμαρτία. Τότε η Θεοτόκος, αφού εξήλθε από τά άγια των αγίων, παραδόθηκε στόν μνήστορα άγιο Ιωσήφ, γιά νά υπάρξει εκείνος φύλακας καί μάρτυς της παρθενίας της καί γιά νά υπηρετήσει καί στόν άσπορο τόκο της καί στή φυγή στήν Αίγυπτο καί στήν επάνοδο στή γη του Ισραήλ[1].
Θα θέλαμε να κάνουμε ένα μικρό σχόλιο σχετικά με αυτή την ξενοπρεπή, ουράνια τροφή της Θεοτόκου από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ. 
Στην περίπτωση αυτή έχουμε πρακτική εφαρμογή του λόγου του Κυρίου : «ουκ επ’άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος, αλλ’εν παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού»[2], δηλ. ο άνθρωπος δεν θα ζει με άρτο μόνο, αλλά και με κάθε λόγο, που βγαίνει από το στόμα του Θεού. Εδώ διαφαίνεται η σχέση σωματικής και πνευματικής τροφής. Και οι δύο είναι απαραίτητες και αναγκαίες, για να τραφεί το σώμα και η ψυχή. Την ανωτερότητα, όμως, και την υπεροχή στην ιεράρχηση κατέχει η πνευματική τροφή. Όταν δε ο Θεός πει, ο άνθρωπος ζει και χωρίς σωματική τροφή, όπως αυτό συνέβη και συμβαίνει στη ζωή αγίων ασκητών. Αυτό θα μπορούσε να είναι και μία απάντηση, μία λύση διεξόδου, μπροστά στην παγκόσμια οικονομική κρίση, που μαστίζει τον κόσμο, η οποία ουσιαστικά είναι κρίση βαθύτατα πνευματική και ηθική, που εδράζεται στην απιστία, την αθεΐα, την αποστασία από το θέλημα του Αγίου Τριαδικού Θεού και την αμετανοησία, μέσα στα πλαίσια της οποίας πάρα πολλοί συνάνθρωποί μας στερούνται ακόμη και τα προς το ζην και της σωματικής τροφής. Ότι δηλ. οφείλουμε να επικεντρώσουμε την προσοχή μας και την φροντίδα μας περισσότερο στην πνευματική τροφή της ψυχής. Αν κάποιος είναι τακτοποιημένος κατά το δυνατόν ως προς τα πνευματικά με την ακρόαση, μελέτη και εφαρμογή του θείου λόγου, του θείου θελήματος, με μυστηριακή ζωή δηλ. με συχνή και αδιάλειπτη προσευχή, μετάνοια, εξομολόγηση, εκκλησιασμό και θεία Κοινωνία, τότε δεν έχει να φοβάται σε τίποτε την έλλειψη της σωματικής τροφής. Γιατί η έλλειψη της πνευματικής τροφής, ο πνευματικός λιμός είναι ασυγκρίτως χειρότερος από την έλλειψη της σωματικής τροφής, του σωματικού λιμού. Και ο ίδιος ο Κύριος λέει : «Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι. Φοβήθητε δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα απολέσαι εν γεέννη»[3]. Δηλ.  μη φοβηθείτε από τους διώκτες, οι οποίοι θανατώνουν το σώμα, δεν έχουν όμως την δύναμη να θανατώσουν την ψυχή. Αλλά, να φοβηθείτε περισσότερο τον Θεό, ο οποίος μπορεί να καταδικάσει στην απώλεια της κολάσεως και την ψυχή και το σώμα. Αλλά και στην περίπτωση του σωματικού λιμού, της ελλείψεως της σωματικής τροφής, και πάλι ο Χριστός έχει δώσει την λύση στο ερώτημα-απορία πώς θα τρεφόμαστε με θαυματουργικές επεμβάσεις. Στην Π.Δ. έδωσε το μάννα στον Ισραηλιτικό λαό στην Αίγυπτο. Στον προφήτη Ηλία έστειλε το κοράκι, που του μετέφερε κρέας. Στα εισόδια της Θεοτόκου έστειλε τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, ο οποίος έτρεφε την Παναγία με ουράνια τροφή. Αλλά και στην Κ.Δ. ο ίδιος Χριστός επετέλεσε το θαύμα πολλαπλασιασμού των άρτων και των ιχθύων. Τα πάντα μπορεί να καταφέρει ο Θεός, φτάνει εμείς να καταφάσκουμε συνεχώς, να συνεργαζόμαστε, να έχουμε απόλυτη πίστη στην θεία πρόνοιά Του.
Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρεται στήν Παναγία ως ησυχάστρια, στηριζόμενος στόν άγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά, σύμφωνα μέ τόν οποίο όλα τά δώδεκα χρόνια, πού πέρασε η Παναγία μέσα στό ναό, από τά Εισόδια μέχρι τόν Ευαγγελισμό, έζησε ησυχαστική καί ασκητική ζωή, ως η πρώτη ησυχάστρια καί ασκήτρια. Ήταν τόσο πολύ αφιερωμένη στό έργο της προσευχής, ώστε βαθούλωσαν τά μάρμαρα του ναού από τίς πολλές γονυκλισίες, πού έκανε.
Επίσης, κατά τόν άγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά, η Θεοτόκος, βρισκομένη δώδεκα χρόνια στά άγια των αγίων, άκουγε τίς θείες Γραφές, δηλ. τήν Π.Δ., πού διαβάζονταν στό ναό κατά τίς ακολουθίες καί από εκείνες έμαθε τήν παράβαση καί τό ολίσθημα των Προπατόρων καί τίς προφητείες περί του εαυτού της καί του Υιού της[4].
Όπως όλες οι Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές έχουν αντίκτυπο και προσφέρουν πολλά διδάγματα εις πνευματικήν ωφέλειαν ημών των Χριστιανών, έτσι και η Θεομητορική εορτή των Εισοδίων. Οι άγιοι Πατέρες κάνουν λόγο για τρία είδη εισόδου του ανθρώπου. Το πρώτο είδος εισόδου είναι η είσοδος του ανθρώπου στην επίγεια ζωή με την φυσική, βιολογική του γέννηση. Αυτή η είσοδος λέγεται νυκτερινή είσοδος, διότι ο άνθρωπος γεννιέται μέσα στην αμαρτία. Ο προφητάναξ Δαβίδ, αναφερόμενος σ’αυτή τη είσοδο, λέει χαρακτηριστικά στον Ν΄ (50ό) ψαλμό : «Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου». Το δεύτερο είδος εισόδου είναι η είσοδος του ανθρώπου στην Ορθόδοξη Εκκλησία και την πνευματική ζωή με την διά του αγίου Βαπτίσματος γέννηση. Η είσοδος αυτή λέγεται φώτισμα. Τέλος, το τρίτο είδος εισόδου είναι η είσοδος του ανθρώπου στα πραγματικά Άγια των Αγίων, δηλ. στην επουράνιο και αιώνιο Βασιλεία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού διά της αξίας μεταλήψεως του Τιμίου Σώματος και Αίματος του Χριστού, με την οποία λαμβάνει την πρόγευση και τον αρραβώνα της Βασιλείας, και διά της καθολικής Αναστάσεως στη Β΄ Παρουσία, με την οποία μετέχει στους γάμους της Βασιλείας.   
Η είσοδος της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων είναι όντως ένα καινοφανές και μη επαναλαμβανόμενο γεγονός στην ιστορία. Καινοφανές μεν γιατί πρώτη φορά επετράπη σε γυναίκα να εισέλθει στα Άγια των Αγίων, μη επαναλαμβανόμενο δε διότι δεν επετράπη έκτοτε να εισέρχεται γυναίκα στο Άγιο Βήμα, το Ιερό. Η απαγόρευση αυτή μάλιστα έχει πάρει άκαμπτο συνοδικό χαρακτήρα με ιεροκανονική επικύρωση.
Στην ακολουθία των Χαιρετισμών των Εισοδίων της Θεοτόκου στον οίκο, που αρχίζει με το γράμμα «Μ», ο ιερός υμνογράφος αναφέρει : «Μη τολμήση γυνή τις, εισελθείν εν Αγίω Βήματι, όπου μόνη εισήλθε, η Αγία εν ταις γυναιξίν, εις τα των Αγίων Άγια, ου μόνος ο Αρχιερεύς εισήρχετο, του ενιαυτού άπαξ». Επίσης, στον οίκο με το γράμμα «Ψ», λέει : «Χαίρε, μόνη η αξία εν τω Βήματι εισελθείν˙ χαίρε, σοι γαρ μόνη έξεστιν εν τω Ιερώ οικείν».
Ο 69ος Ιερός Κανόνας της ΣΤ΄ Οικουμενικής  Συνόδου ορίζει : «Μη εξέστω τινί των απάντων εν λαϊκοίς τελούντι, ένδον του ιερού εισιέναι θυσιαστηρίου». Το άγιον Βήμα είναι αφιερωμένο στους ιερωμένους. Γι’αυτό ο παρών Κανών εμποδίζει την είσοδο σ’αυτό των λαϊκών. Και σημειώνει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης : «Γι’αυτό ας παρακινηθούν οι ιερείς και πνευματικοί να αποκόψουν την παράνομη συνήθεια, που επικρατεί σε πολλούς τόπους, το να εισέρχονται λαϊκοί μέσα στο άγιο βήμα, η οποία (συνήθεια), μη διακρίνοντας ιερείς από λαϊκούς, κάνει να πίπτουν οι λαϊκοί στην ποινή του βασιλέως Άχαζ, ο οποίος, λαϊκός όντας, τόλμησε να επιχειρήσει τα έργα των ιερωμένων. Κατά κάποιον τρόπο κι αυτοί, εισερχόμενοι στον διορισμένο τόπο των ιερέων, οικειοποιούνται τα των ιερέων»[5].
Το γεγονός αυτό της εισόδου της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων το εκμεταλλεύονται δυστυχώς οι προοδευτικοί, εκσυγχρονιστές, ανανεωτές, οικουμενιστές κληρικοί και θεολογοι και ομιλούν και ενθέρμως υποστηρίζουν ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία θα πρέπει να σπάσει να ανωτέρω στεγανά και να επιτρέψει την χειροτονία και την μυστηριακή ιερωσύνη των γυναικών, διακηρύσσοντας μάλιστα μέσω συνεδρίων ότι δήθεν η ορθόδοξος παράδοση δεν έχει ισχυρά επιχειρήματα εναντίον της χειροτονίας των γυναικών.  
Η ιερωσύνη, όμως, όπως είναι γνωστό, πηγάζει από τόν Ίδιο τόν Ιησού Χριστό, δηλαδή τό αρχιερατικό Του αξίωμα, γι’αυτό καί ο Ίδιος αποκαλείται ο Μέγας Αρχιερεύς. Η ιερωσύνη του Χριστού προτυπώθηκε στήν Παλαιά Διαθήκη, τόσο από τήν ιερατική φυλή του Λευί, όσο καί από τόν Μελχισεδέκ, γιά τόν οποίο κάνει λόγο ο Απόστολος Παύλος στήν πρός Εβραίους επιστολή. Ο Αρχιερεύς Χριστός παρέδωσε τήν ιερωσύνη, χειροτονώντας τούς αγίους Αποστόλους καί αυτοί μέ τή σειρά τους «επέθηκαν τάς χείρας των επί»[6]άλλους άνδρας αξίους της ιερωσύνης καί όχι γυναίκας, όπως εσφαλμένα συμβαίνει μέ τά απεξηραμμένα φύλλα της αιρετικής παρασυναγωγής του Προτεσταντισμού καί δή των Αγγλικανών, των Λουθηρανών καί των Μεταρρυθμισμένων, οι οποίοι, επηρρεασμένοι από τό ανόητο φεμινιστικό κίνημα, επιτρέπουν τήν συμμετοχή γυναικών στό Μυστήριο της ιερωσύνης, τήν οποία δυστυχώς υιοθετούν ακόμη καί ακαδημαϊκοί οικουμενιστές «θεολόγοι». Αυτή η ακατάπαυστη διαδοχή της ιερωσύνης συνεχίσθηκε ανά τούς αιώνες καί φθάνει μέχρι καί τίς ημέρες μας, αλλά καί έως συντελείας αιώνων. Γι’αυτό καί στήν Ορθόδοξη Εκκλησία ομιλούμε περί αποστολικής διαδοχής.
Ο ομότιμος καθηγητής της Χριστιανικής Ηθικής στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ κ. Γεώργιος Μαντζαρίδηςσημειώνει τα εξής σχετικά με το θέμα : «Το ενδιαφέρον του θέματος από την πλευρά της Χριστιανικής ηθικής συνίσταται κυρίως στην άποψη ότι η άρνηση της χειροτονίας των γυναικών συνδέεται με κάποια γενικότερη υποτίμησή τους στην Εκκλησία. Η άποψη όμως αυτή παραθεωρεί και βασικά στοιχεία, που έχουν σχέση με τη λειτουργική υπεροχή της γυναίκας στη ζωή και τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Και πρίν απ’όλα παραμερίζει την πρόταξη της γυναίκας στη σωτηρία του ανθρώπου και τη συντριβή του διαβόλου. Η έχθρα ανάμεσα στον άνθρωπο και τον διάβολο είναι κυρίως έχθρα ανάμεσα στη γυναίκα και το διάβολο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι γίνεται λόγος και για «σπέρμα» της Εύας, που θα συντρίψει το διάβολο[7]. Η  Εύα έλαβε το πρωτευαγγέλιο της σωτηρίας και η Παναγία δέχθηκε τον Ευαγγελισμό της θείας ενανθρωπήσεως.
Η γυναίκα λοιπόν που πρωτοστάτησε στη πτώση πρωτοστατεί και στην ανόρθωση του ανθρώπου. Ο άνδρας συμπαρασύρεται στη πτώση και συμπορεύεται στην ανόρθωση. Ο πρώτος ρόλος δε βρίσκεται σ’αυτόν, αλλά στη γυναίκα. Και στις δύο περιπτώσεις η γυναίκα πρωτοστατεί και ο άνδρας ακολουθεί. Ειδικότερα η Παναγία γίνεται συναίτιος της θείας ενανθρωπήσεως, μαζί με τον ίδιο τον Θεό. Δανείζει στον Θεό την ανθρώπινη φύση, που γίνεται η απαρχή της καινής κτίσεως. Από την άποψη αυτή η Παναγία είναι «μετά τον πρώτον ιεράρχην Χριστόν, έτερος Ιεράρχης»[8]. Ο αποκλεισμός όμως της γυναίκας από την μυστηριακή ιερωσύνη έχει πραγματικό και συμβολικό νόημα. Η γυναίκα συνεργεί στο μυστήριο της σωτηρίας, ενώ ο άνδρας διακονεί. Οι ιέρειες ήταν ευρύτατα γνωστές στον προχριστιανικό κόσμο εκτός του Ισραήλ. Ειδικότερα υπήρχαν στις θρησκείες των Ελλήνων και των Ρωμαίων, με τις οποίες ήρθε σε άμεση σχέση η Εκκλησία, αλλά και ο Ισραήλ. Γι’ αυτό από κοινωνική άποψη φαίνεται παράδοξη η απουσία ιερειών στον ιουδαιοχριστιανικό κόσμο, όπου μάλιστα η θέση της γυναίκας ήταν υψηλότερη. Επιπλέον σε ολόκληρη τη χριστιανική γραμματεία, όπου παρουσιάζονται πλείστα εκκλησιαστικά ζητήματα, ουδέποτε ανέκυψε ζήτημα ιερειών. Μόνο η γνωστικίζουσα αίρεση του Μοντανισμού δεχόταν γυναίκες στον επισκοπικό και τον πρεσβυτερικό βαθμό, πράγμα που χαρακτήρισε ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου ως «ειδωλοποιόν επιτήδευμα» και «εγχείρημα διαβολικόν»[9].
Οι χαρακτηρισμοί του αγίου Επιφανίου δεν πρέπει να θεωρηθούν τυχαίοι, αλλά δηλωτικοί της στάσεως της Εκκλησίας απέναντι στην μυστηριακή ιερωσύνη των γυναικών. Οι επίσκοποι και οι πρεσβύτεροι είχαν εξαρχής όχι μόνο λειτουργική, αλλά και συμβολική θέση στο σώμα της Εκκλησίας. Αυτοί υπάρχουν «εις τύπον του Πατρός» ή «εις τύπον Θεού»[10]. Ενώ στο «βασίλειον ιεράτευμα»[11] προσέρχονται αδιακρίτως άνδρες και γυναίκες, στην μυστηριακή ιερωσύνη προσλαμβάνονται μόνο άνδρες. Η παρουσία ιερειών θα υποδήλωνε την ύπαρξη γυναικείων θεοτήτων, όπως συνέβαινε στις προχριστιανικές θρησκείες. Η άρνηση δηλ. της ειδωλολατρίας, που συνεπάγεται και την άρνηση θεοτήτων των δύον φύλων, συμβαδίζει με την απουσία ιερειών. Η Εκκλησία είχε μόνο διακόνισσες, που εξυπηρετούσαν πρακτικές λειτουργικές ανάγκες, και όχι ιέρειες με μυστηριακή ιερωσύνη συμβολικού χαρακτήρα, που χαρακτηρίζεται ως «ειδωλοποιόν επιτήδευμα» ή «εγχείρημα διαβολικόν», δηλ. ειδωλολατρία. Και δεν είναι τυχαίο ότι ο Μοντανισμός εκτός από την ιερωσύνη των γυναικών διατήρησε και άλλα ειδωλολατρικά στοιχεία, ενώ ο εισηγητής του Μοντανός ήταν αρχικά ιερέας της θεάς Κυβέλης. Αλλά και σήμερα η προώθηση γυναικών στην ιερωσύνη δεν είναι άσχετη με τη διάδοση νεογνωστικών και νεοπαγανιστικών αντιλήψεων, που χαρακτηρίζουν το γενικότερο πνεύμα της εποχή μας»[12].
Υπάρχουν και άλλα πάμπολλα επιχειρήματα εναντίον της χειροτονίας των γυναικών, τα οποία παραθέτουμε στη συνέχεια, όπως τα καταγράφει ο κ. Χρήστος Λιβανός [13] :
α) Η ρίζα της αληθείας, ότι μόνο άρρενες πρέπει να λαμβάνουν ιερωσύνη βρίσκεται στην εντολή του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη «παν άρσεν διανοίγον μήτραν, άγιον τω Κυρίω κληθήσεται»[14].
β) Η ιερωσύνη κατά την Παλαιά Διαθήκη εδίδετο μόνο σε άνδρες.
γ) Ο Χριστός δεν επέλεξε καμμία γυναίκα ως Απόστολό Του. Και οι δώδεκα Απόστολοί Του ήσαν άνδρες.
δ) Ο προδότης Ιούδας δεν αντικαταστάθηκε από γυναίκα, αλλά από άνδρα, τον Απόστολο Ματθία[15].
ε) Στον Μυστικό Δείπνο ο Χριστός κάλεσε μόνο τους Δώδεκα και σ’αυτούς παρέδωσε το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.
στ) Την εντολή να βαπτίσουν «πάντα τα έθνη» έδωσε ο Χριστός μόνο στους Αποστόλους και όχι στον ευρύτερο κύκλο των μαθητών Του, που αποτελούσαν και γυναίκες[16].
ζ) Την εξουσία του «δεσμείν και λύειν αμαρτίας» έδωσε ο Χριστός μόνο στους Αποστόλους Του και όχι σε γυναίκες[17].
η) Η Παναγία, αν και προερχομένη, κατά τον άγιο Γερμανό Κωνσταντινουπόλεως, «εκ γένους ιερατικού, φυλής Ααρωνείτιδος, ρίζης προφητικής και βασιλικής»[18], δεν έλαβε την ιερωσύνη. Ο ίδιος ο Υιός της δεν την συμπεριέλαβε μεταξύ των Αποστόλων.
θ) Οι Απόστολοι ουδέποτε χειροτόνησαν γυναίκες.
ι) Η Παύλειος διδασκαλία είναι αληθινός καταπέλτης εναντίον της ιερωσύνης των γυναικών. «Αι γυναίκες υμών εν ταις εκκλησίαις σιγάτωσαν», παραγγέλλει στους Κορινθίους[19], «γυναικί δε διδάσκειν ουκ επιτρέπω», γράφει προς τον Απόστολο Τιμόθεο[20]. Πώς λοιπόν θα χειροτονήσουμε γυναίκες, εφ’όσον ο ίδιος ο Κύριος[21] απαγορεύει σ’αυτές το «διδάσκειν», το οποίο είναι αναπόσπαστο μέρος της θείας Λατρείας και από τα βασικότερα καθήκοντα του πρεσβυτέρου και του επισκόπου;
ια) Ο πρεσβύτερος πρέπει να είναι «μιάς γυναικός ανήρ»[22], συμβουλεύει ο Απόστολος, χωρίς όμως να προσθέσει και το αντίστροφο, «ενός ανδρός γυνή».
ιβ) Ο επίσκοπος ίσταται «εις τύπον και τόπον Χριστού». Ο Χριστός είναι άνδρας. Δύναται γυναίκα να σταθεί εις τύπον και τόπον του ανδρός Χριστού;
ιγ) Ο ιερεύς είναι «alter Christus», άλλος Χριστός. Ο Χριστός είναι ο Νυμφίος, η δε Εκκλησία η Νύμφη. Δύναται γυναίκα να θεωρηθεί Νυμφίος; Θα τολμήσουμε να συμβολίσουμε την υπερφυά σχέση Χριστού-Εκκλησίας με τη διεστραμμένη σχέση ομοφυλοφίλου ζεύγους; Αυτό ακριβώς πράττουν όσοι ετερόδοξοι παρέχουν την ιερωσύνη στις γυναίκες.
ιδ) Η Ιερά Παράδοση, την οποία δεν παραδέχονται οι Προτεστάντες, μαρτυρεί κατά της χειροτονίας γυναικών, αφού επί 2012 έτη τώρα όλοι οι φορείς της ιερωσύνης ήταν και είναι άνδρες.
ιε) Πλήθος αγίων γυναικών κοσμεί το νοητό στερέωμα της Εκκλησίας μας. Μεταξύ αυτών οι Μυροφόρες, οι ισαπόστολοι Φωτεινή και Ελένη, καθώς και άγιες μητέρες μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας. Καμμία απ’αυτές δεν υπήρξε ιερουργός των θείων Μυστηρίων. Καμμία από τις αρχαίες διακόνισσες ή τις ανά τους αιώνες μοναχές δεν απαίτησε να λάβει το αξίωμα της ιερωσύνης.
ιστ) Οι Αποστολικές Διαταγές είναι σαφείς και κατηγορηματικές: «Ουκ επιτρέπομεν ουν γυναίκας διδάσκειν εν εκκλησία, αλλά μόνον προσεύχεσθαι και των διδασκάλων επακούειν. Και γαρ και αυτός ο διδάσκαλος ημών Κύριος Ιησούς Χριστός ημάς τους δώδεκα πέμψας μαθητεύσαι τον λαόν και τα έθνη, γυναίκας ουδαμού εξαπέστειλεν εις το κήρυγμα… Ει δε εν τοις προλαβούσι διδάσκειν αυταίς ουκ επιτρέπομεν, πως ιερατεύσαι ταύταις παρά φύσιν τις συγχωρήσει; Τούτο γαρ της των Ελλήνων αθεότητος το αγνόημα θηλείαις θεαίς ιερείας χειροτονείν, αλλ’ ου της του Χριστού διατάξεως»[23].
ιζ) Ο Τερτυλλιανός γράφει : «Δεν επιτρέπεται στη γυναίκα να ομιλεί στην εκκλησία ούτε να διδάσκει ούτε να χρίει ούτε να κάνει την προσκομιδή ούτε να διεκδικεί για τον εαυτό της οποιοδήποτε αξίωμα που έχουν οι άνδρες ή κάποιο ιερατικό λειτούργημα»[24].
ιη) Ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου ρωτά : «τίνι ουν σαφές εστιν ότι των δαιμόνων εστί το δίδαγμα και σχήμα και ηλλιοωμένον το επιχείρημα»; Και προσθέτει : «Θεώ γαρ απ’αιώνος ουδαμώς γυνή ιεράτευσεν»[25].
ιθ) Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συμβουλεύει «οι γυναίκες να απομακρύνονται από μια τέτοια υπηρεσία, όπως και το πλείστον των ανθρώπων», προσθέτοντας ότι «ο θείος νόμος απομακρύνει τις γυναίκες από το ιερατικό λειτούργημα, αλλ’αυτές επιζητούν να το κατακτήσουν δυναμικά»[26].
Τέλος, η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν υιοθέτησε και δεν πρέπει να υιοθετήσει ποτέ την χειροτονία-ιερωσύνη των γυναικών, για να διακρίνεται και να μην εξομοιώνεται με την αιρετική παρασυναγωγή του Προτεσταντισμού καί δή των Αγγλικανών, των Λουθηρανών καί των Μεταρρυθμισμένων. Μπροστά στην ανωτέρω ακαταμάχητη θεολογική επιχειρηματολογία εναντίον της χειροτονίας των γυναικών, τί έχουν να απολογηθούν οι Οικουμενιστές, οι οποίοι αδιάντροπα και ανερυθρίαστα συμμετέχουν στο παμπροτεσταντικό Παγκόσμιο Συμβούλιο των δήθεν «Εκκλησιών» ή καλύτερα των Αιρέσεων, αλληλοασπαζόμενοι, συναγελαζόμενοι, συντρώγοντες, συμπίνοντες και κυρίως συμπροσευχόμενοι με παστόρισσες και ιέρειες και αναγνωρίζοντες την «ιερωσύνη» ή μάλλον μιαροσύνη τους;



[1] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τ. Β΄ (Νοέμβριος-Δεκέμβριος), εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλλη, Θεσ/κη 2003,                                              
   σσ. 148-151.
[2] Ματθ. 4, 4.
[3] Ματθ. 10, 28.
[4] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Η Υπεραγία Θεοτόκος στη ζωή και το έργο του αγίου Νικοδήμου»,Κολλυβαδικά. Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης-Άγιος Αθανάσιος Πάριος, εκδ. Βρυέννιος, Θεσ/κη 2004, σσ. 33-35.
[5] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σσ. 280-281.
[6] Πράξ. 6, 6.
[7] Γέν. 3, 15.
[8] Θεοφάνους Νικαίας, Λόγος  εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον  11, εκδ. M. Jugie, Theorhanes Nicaenus (+ 1381), Sermo in Sanctissimam Deiparam,  
  Lateranum Romae 1935, σ. 64.
[9] ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΦΆΝΙΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Πανάριον  49, PG 42, 745BC.
[10] ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ, Προς Μαγνησιείς 4, Προς Τραλλιανούς 3. 
[11] Α΄ Πέτρου 2, 9.
[12] ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗΣ, Χριστιανική ηθική  ΙΙ, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη, σσ. 384-387.
[13] ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΙΒΑΝΟΣ, «Εμπόδια στόν διάλογο μέ τόν Προτεσταντισμό», εν Οικουμενισμός˙ Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις. Πρακτικά διορθοδόξου επιστημονικού συνεδρίου. Αίθουσα τελετών Α.Π.Θ. 20-24 Σεπτεμβρίου 2004, τ. Β΄, εκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2008, σσ. 627-632.
[14] Λκ. 2, 23.
[15] Πράξ. 1, 21-26.
[16] Μτθ. 28, 16-20.
[17] Ιω. 20, 23.
[18] ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, Εις την Είσοδον της Θεοτόκου Β΄, PG 98, 313A.
[19] Α΄ Κορ. 14, 34.
[20] Α΄ Τιμ. 2, 12.
[21] Α΄ Κορ. 14, 35.
[22] Τίτ. 1, 6.
[23] Αποστολικαί Διαταγαί  ΙΙΙ, 6, 1-2 και 9, 1-4.
[24] ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΣDe Virginibus, IX, 1, C.C. ii, 1218-19.
[25] ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Κατά αιρέσεων  49, 2-3, PG 41, 881.
[26] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Περί Ιερωσύνης  ΙΙ, 1, 2.

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Λόγος Μεγ.Αθανασίου εις την Υπαπαντή του Κυρίου

Με το να είπή δέ ή Παναγία Παρθένος• «Ιδού ή δούλη Κυρίου, ας γίνη εις έμέ όπως είπες», έφανέ-ρωσε τούτο. Είμαι πίναξ, λέγει, επάνω εις τον όποιον γράφεται ό,τι θέλει ό Κύριος του παντός. Άφού δε ό άγγελος ελαβε την διαβεβαίωσιν της πίστεως της Παρθένου άνεχώρησεν άπ' αυτής.

«Δοξάζει ή ψυχή μου τον Κύριον».,.
«Διότι είδε με εύμένειαν την ταπεινην δούλην του.Διότι από τώρα θα με μακαρίζουν όλαι αι γενεαί», 'Αλλά πόσο μεγάλο κατόρθωμα είναι ή παρθενία; Όταν κανείς θέλη να άσκηση τάς αλλάς άρετάς καθοδηγείται από τον νόμον, ή παρθενία όμως, επειδή είναι ανωτέρα του νόμου και έχει ως ύψηλότερον σκοπόν την διαμόρφωσιν της προσωπικής ζωής,είναι άφ' ενός μεν γνώρισμα του μέλλοντος αιώνος, άφ' έτερου δε είκών της καθαρότητας των αγγέλων."Οταν δηλαδή ό Δεσπότης του παντός ό Θεός Λόγος,επειδή ήθελεν ό Πατήρ να άνεγείρη και να ανακαίνιση τα πάντα, επέλεξε, δια να γίνη μήτηρ του σώματος το όποιον έπρόκειται να φορέση, την Παρθένον, ή οποία και έγινε, και με αυτόν τον τρόπον ήλθε μεταξύ μας ως άνθρωπος ό Κύριος,έκαμε την επιλογήν αυτήν,ώστε,όπως τα πάντα έγιναν δι' αΰτού,έτσι και ή παρθενία να προέλθη εξ αύτού,και να δοθή πάλιν δι'αυτού το χάρισμα τούτο εις τους ανθρώπους και να πολλαπλασιάζεται. Πόσο μεγάλο θα έλεγε κανείς το καύχημα της αγίας Παρθένου και θεοειδούς Μαρίας,επειδή υπήρξε και είναι μήτηρ του Λόγου ως προς την γέννηοιν του Σώματος; Διότι το θείον αυτό γέννημα στρατιά μεν αγγέλων έδοξολόγηοε, κάποια γυναίκα δε ύψωσε την φωνήν και έλεγε: «Μακαριά ή κοιλία που σε έβάστασε και οι μαστοί που έθήλασες».Και ή ιδία ή Μαρία πού έγέννησε τον Κύριον και ή οποία έμεινεν άειπάρθενος, επειδή αντελήφθη αυτό πού συνέβη εις τον εαυτόν της, έλεγεν «Από τώρα θα με μακαρίζουν όλαι αί γε-νειαί». Αυτό πού συνέβη εις την Μαρίαν είναι καύχημα δι' όλας τάς παρθένους. "Ολαι δηλαδή αύται κρέμονται ωσάν παρθενικά παρακλάδια άπ' αυτήν, ή οποία είναι ωσάν ρίζα δι' αυτάς.
«Και όταν συνεπληρώθησαν αί ήμέραι του καθαρισμού, σύμφωνα προς τον Μωσαϊκόν νόμον, έφεραν αυτόν εις τα Ιεροσόλυμα, δια να τον παρουσιάσουν εις τον Κύριον, όπως είναι γραμμένον εις τον νόμον του Κυρίου,ότι κάθε άρσενικόν που ανοίγει μήτραν,πρέπει να θεωρηθή ως άφιερωμένον εις τον Κύριον, και δια να προσφέρουν θυσίαν,σύμφωνα με αυτό πού λέγει ό νόμος του Κυρίου εν ζεύγος τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια». Ούτος περιείίλήθη την σάρκα, Οχι δια να ύπάρχη και να ζή όπως οι άλλοι άνθρωποι, αλλ' έγινεν άνθρωπος δια να άγιάζη την σάρκα. Εάν δε νομίση κανείς ότι ή φράσις «δια να παρουσιάσουν εις τον Κύριον» αναφέρεται εις τον ίδιον τον Κύριον, έχει λάθος εις αυτήν την σκέψιν. Διότι πότε άπεκρύβη ό Κύριος από τα μάτια του Πατρός διά να μη ήμπορή ό Πατήρ να τον βλέπη; "Η ποίος τόπος ευρίσκεται έξω από την έξουσίαν του Κυρίου, ώστε να ευρίσκεται εκεί και να μη ευρίσκεται μαζί με τον Πατέρα, εάν δεν ανήρχετο εις Ιεροσόλυμα και δεν έπαρουσιάζετο εις τον ναόν; Και πώς προσέφερε τάς τυπικάς θυσίας, άφού ό ίδιος είναι ή αλήθεια; Μήπως αυτά δεν εγράφησαν δι' εκείνον, αλλά δι' ημάς; "Οπως δηλαδή, ενώ είναι Θεός,γίνεται κατά φυσικόν τρόπον άνθρωπος χωρίς να ύποστή μεταβολήν,και υφίσταται την περιτομήν και βαπτίζεται και τα άλλα σχετικά, όχι δια τον εαυτόν του,αλλά δι' ημάς,δια να γίνωμεν ημείς δια της χάριτος θεοί, ενώ είμεθα άνθρωποι, και δια να ύποστώμεν πνευματικήν περιτομήν και όχι νομικήν,και δια να καθαρισθώμεν από τον ρύπον της αμαρτίας δια του βαπτίσματος και δια να σταυρωθώμεν δια τον κόσμον και άναστηθώμεν δια τον Θεόν- ή ακακία και ή σωφροσύνη[...]


Μεγάλου Αθανασίου, Ερμηνεία εις το Κατά Λουκάν. "Εργα, 12, σελ. 317-321.

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ(Αγ.Λουκά Κριμαίας)

...Αν όλοι εμείς οι μεγάλοι πρέπει όλη τη ζωή μας να είμαστε στενά ενωμένοι με το Αληθινό Κλήμα, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό και να τρεφόμαστε με το ζωοποιό χυμό από τη Θεία Ρίζα, το ίδιο αυτό ισχύει καί για τα μικρότερα κλήματα του Αμπελιού, τα πιο μικρά πράσινα φύλλα καί τα μικρά τρυφερά άνθη, πού ανθίζουν στο άγιο Κλήμα. Αυτά τα άνθη, τα φύλλα καί τα μικρά κλήματα είναι τα παιδιά μας, τα όποια φροντίζουμε με τρυφερότητα, τα όποια αγαπάμε σαν την καρδιά μας.

Έχουν μεγάλο χρέος και ευθύνη ενώπιον του Θεού εκείνοι οι χριστιανοί, οι όποιοι δεν εκτελούν το ιερό καθήκον τους να προστατεύουν τα μικρά τους παιδιά, και όχι μόνο τα παιδιά αλλά καί τα βρέφη, από τους εχθρικούς άνεμους, οι όποιοι μπορούν να τα αποκόψουν από το Κλήμα του Χρίστου καί να τα πάνε πολύ μακριά καί να τα ρίξουν στη σκόνη καί στο βόρβορο, οπού θα τα πατήσουν με τα πόδια τους οι εχθροί της ανώτατης αλήθειας καί του αγαθού.
Ό Ιωακείμ καί ή "Αννα, οί γονεΐς τής Ύπεραγίας Παρθένου Μαρίας, το είχαν καταλάβει πολύ καλά. Μόνο τα τρία πρώτα χρόνια της ζωής της μικρής, ή οποία είχε εκλεχτεί από τον Θεό για να υπηρετήσει το μέγα μυστήριο της ενσάρκωσης του Υίού του Θεού, οί γονείς απολάμβαναν την χαρά της ζωής μαζί της καί της θερμής αγάπης της. Μόλις αύτη βγήκε από τη νηπιακή ηλικία την οδήγησαν στο Ναό της Ιερουσαλήμ καί την άφησαν εκεί, έμπιστεύοντας την αγωγή της στον ίδιο τον Θεό.
"Οχι μόνο ό Ιωακείμ καί ή "Αννα αφιέρωσαν τον καρπό του καθαρού τους γάμου στον Θεό αλλά καί πρίν καί μετά από αυτούς το ίδιο έκαναν οι αγίες καί σοφές μητέρες, τα ονόματα των οποίων εσείς οι σημερινές μητέρες πρέπει να τα θυμάστε. Ή αγία "Αννα, ή οποία ήταν στείρα, προσευχήθηκε θερμώς στον Θεό, δίνοντας του τον όρκο να αφιερώσει σ' Αυτόν το παιδί της, αν έλυνε την άτεκνία της καί θα της έδινε αγόρι. Ό Κύριος ακούσε την προσευχή της "Αννας και αυτή έγινε μητέρα του μεγάλου προφήτη Σαμουήλ. Να θυμάστε οι μητέρες καί το όνομα της αγίας Μάρθας, της μητέρας του μεγάλου όσιου του Συμεών του Στυλίτου, τον όποιο, όπως και ή αγία "Αννα τον Σαμουήλ, τον είχε αφιερώσει ή Μάρθα στον Θεό ακόμη πρίν γεννηθεί. Στήν πολύ νεαρή ηλικία ανέβηκε ό μέγας Συμεών στο στυλό και παρέμεινε εκεί μέχρι το θάνατο του σαν μία άσβηστη λαμπάδα ενώπιον του Θεού.

Να θυμάστε, ευσεβείς σημερινές μητέρες, πόσο μεγάλο καί ιερό ενώπιον του Θεού είναι το καθήκον σας να καλλιεργείτε στα παιδιά σας τον φόβο του Θεού καί να τα διαπαιδαγωγείτε στην αδιάσπαστη καί αδιάκοπη ενότητα με το Αληθινό Κλήμα, τον Κύριο μας Ίησοΰ Χριστό. Μόνο από σας, μητέρες καί πατέρες, τα παιδιά σας μπορούν να μάθουν το νόμο του Θεού, τον όποιο δεν τους διδάσκουν στα σχολεία. Καί μόνο τότε θα μπορέσουν να τον μάθουν αν, εσείς οι ίδιοι, θα μελετάτε με προθυμία το νόμο αυτό στίς εκκλησίες του Θεού, μαθαίνοντας τον από τους υπηρέτες του Θεού, τους ιερείς καί τους επισκόπους.
Να πηγαίνετε στους ιερούς ναούς τα παιδιά σας για να αναπνέουν, έστω καί για λίγο, τον αέρα του γεμάτου όχι μόνο με θυμίαμα αλλά καί μυστική χάρη των μεγάλων μυστηρίων, πού τελούνται σ' αυτόν, καί τις προσευχές πολλών ανθρώπων.

Δώδεκα ολόκληρα χρόνια τρεφόταν μέσα στην ιερότητα του Ναού της Ιερουσαλήμ ή Ύπεραγία καί Αχραντος Παρθένος, ή «τιμιωτέρα των Χερουβείμ, καί ενδοξότερα άσυγκρίτως των Σεραφείμ». Οι παντοδύναμες ενώπιον του Θεού πρεσβείες Της να σας βοηθήσουν στο μεγάλο αυτό έργο της αγωγής των παιδιών σας. Αμήν.


Αγιου Λουκά Κριμαίας
''Λόγοι και Ομιλίες''
Εκδ.''Ορθόδοξη Κυψέλη''

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ(Αλεξάνδρου Σμέμαν)

Ή ευλάβεια πού δείχνει, ή Εκκλησία στην Παναγία ριζώνει στην υπακοή της στον Θεό, στην εκούσια επιλογή της να δεχθεί μια πρόσκληση αδύνατη στα ανθρώπινα μέτρα. Ή Όρθόδοξη Εκκλησία ανέκαθεν τόνιζε τη σύνδεση της Παναγίας με τον άνθρωπο καί χαίρεται γι' αυτήν καί τη θεωρεί ως τον καλύτερο, καθαρότερο καί πιο υπέροχο καρπό της ανθρώπινης ιστορίας καί της αναζητήσεως του Θεού από τον άνθρωπο, της αναζητήσεως του εσχάτου νοήματος,του εσχάτου περιεχομένου της ζωής του ανθρώπου. Αν στη Δυτική Χριστιανοσύνη ή ευλάβεια προς την Παναγία περιστράφηκε γύρω από την άειπαρθενία της, ή καρδιά της ευλάβειας, της σκέψεως καί της αγάπης της Όρθόδοξης Ανατολής προς την Παναγία, υπήρξε πάντοτε ή Μητρότητα της, ή σχέση σαρκός καί αίματος πού είχε με τον Ίησοΰ Χριστό. Ή Ανατολή χαίρεται πού ό ρόλος του ανθρώπου είναι βασικός στο θείο σχέδιο. Ό Υιός του Θεού έρχεται στη γη, ό Θεός εμφανίζεται, για να λυτρώσει τον κόσμο, γίνεται άνθρωπος για να ενσωματώσει τον άνθρωπο στη θεϊκή του κλήση, καί σ' αυτό συμμετέχει ολόκληρη ή ανθρωπότητα. Αν αντιληφθούμε πώς ή κοινή φύση του Χρίστου με τη δική μας είναι ή μεγαλύτερη χαρά καί το μεγαλύτερο βάθος του Χριστιανισμού, ότι ό Χριστός είναι γνήσιος άνθρωπος κι όχι κάποιο φάντασμα ή κάποιο ασώματο φαινόμενο, ότι είναι κάποιος από μας καί παραμένει αιωνίως ενωμένος μαζί μας μέσω της ανθρώπινης φύσεως Του, τότε ή ευλάβεια προς την Παναγία γίνεται κατανοητή, επειδή αυτή του προσέφερε την ανθρώπινη φύση, τη σάρκα καί το αίμα Του. Αυτή δίνει τη δυνατότητα στον Χριστό να ονομάζεται πάντοτε "Υιός του Ανθρώπου".

Υίός του Θεοϋ, Υίός του Ανθρώπου... ό Θεός πού κατήλθε κι έγινε άνθρωπος, ώστε να μπορέσει ό άνθρωπος να έξαγιαστεί, να μπορέσει να γίνει κοινωνός "θείας φύσεως" (Β' Πέτρου 1, 4), ή, σύμφωνα με την έκφραση των διδασκάλων της Εκκλησίας, να "θεωθεί". Ακριβώς έδώ,σ' αύτη την εξαιρετική αποκάλυψη της αυθεντικής φύσεως καί κλήσεως του ανθρώπου, βρίσκεται ή πηγή αυτής της ευγνωμοσύνης καί τρυφεράδας πού περιβάλλει τη Θεοτόκο, ως σύνδεσμο μας με τον Χριστό, καί μέσω Αύτοΰ με τον Θεό. Πουθενά δε άλλου δεν άντικατοπρίζεται αυτό καλύτερα άπ' 6,τι στη γέννηση της Θεοτόκου. Σέ κανένα όμως σημείο της Αγίας Γραφής δεν αναφέρεται τίποτε γι' αυτό το γεγονός. Γιατί όμως θα έπρεπε να αναφέρεται; Υπάρχει κάτι το αξιόλογο, κάτι το ιδιαίτερα μοναδικό στη συνηθισμένη γέννηση ενός παιδιού, σε μια γέννα όπως όλες οι άλλες; Αν όμως ή Εκκλησία άρχισε να μνημονεύει το γεγονός με μια ιδιαίτερη εορτή, αυτό δεν έγινε επειδή ή γέννα καθαυτή ήταν κάτι το μοναδικό ή θαυματουργικό ή ασυνήθιστο γεγονός. Το αντίθετο, μάλιστα.



Το ότι είναι τόσο συνηθισμένο γεγονός αποκαλύπτει μια φρεσκάδα καί μια λάμψη όσον αφορά το καθετί πού αποκαλούμε "ρουτίνα" καί συνηθισμένο, καί δίνει νέο βάθος στίς "ασήμαντες" λεπτομέρειες της ζωής του ανθρώπου. Τί παρατηρούμε στην εικόνα της εορτής, όταν την άντικρύζουμε με τα πνευματικά μας μάτια; Πάνω σ' ένα κρεβάτι είναι ξαπλωμένη μια γυναίκα, ή Άννα, σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, πού μόλις έχει γεννήσει μια κόρη. Δίπλα της είναι ό πατέρας του παιδιού, ό Ιωακείμ, σύμφωνα πάλι με την ϊδια παράδοση. Λίγες γυναίκες στέκονται εκεί κοντά, πού πλένουν το νεογέννητο για πρώτη φορά. Το πιο συνηθισμένο, δηλαδή, καί απαρατήρητο γεγονός. "Η δεν είναι έτσι; Μήπως ή Εκκλησία θέλει, μέσα άπ' αυτή την εικόνα, να μας πει πώς ή κάθε γέννα, ή είσοδος κάθε νέου ανθρώπου στον κόσμο καί στη ζωή, δεν είναι παρά ένα μέγιστο θαύμα, ένα θαύμα πού διαρρηγνύει κάθε ρουτίνα, επειδή σημαδεύει την αρχή κάποιου γεγονότος δίχως τέλος, την αρχή μιας μοναδικής καί ανεπανάληπτης ζωής,την αρχή ενός νέου προσώπου; Με κάθε γέννα ό κόσμος δημιουργείται, κατά μία έννοια, εξ αρχής, καί προσφέρεται ως δώρο σ' αυτόν το νέο άνθρωπο για να είναι ή ζωή του, ό δρόμος του,ή δημιουργία του.
Κατ' αρχάς, αυτή ή γιορτή δεν είναι παρά ένας γενικός εορτασμός της γεννήσεως του ανθρώπου, καί, όπως λέει. το Ευαγγέλιο, δεν θυμόμαστε πλέον την αγωνία "δια την χαράν ότι. έγεννήθη άνθρωπος εις τον κόσμον" (Ίωάν. 16,21). Δεύτερον,τώρα γνωρίζουμε αυτόν του οποίου την ιδιαίτερη γέννηση καί τον ερχομό εορτάζουμε: την Παναγία. Γνωρίζουμε τη μοναδικότητα, την ομορφιά, τη χάρη ακριβώς αυτού του παιδιού, τον προορισμό του, τη σημασία του για μας καί για ολόκληρο τον κόσμο. Καί τρίτον, γιορτάζουμε όλους όσοι προετοίμασαν τον δρόμο της Παναγίας, πού συνέβαλαν στο να κληρονομήσει τη χάρη καί την ομορφιά. Σήμερα πολλοί άνθρωποι μιλούν για κληρονομικότητα, αλλά μόνο με μια αρνητική, ύποδουλωτική καί αιτιοκρατική έννοια. Ή Εκκλησία πιστεύει σε μια θετική καί πνευματική κληρονομικότητα. Πόση πίστη, πόση καλωσύνη, πόσες γενιές ανθρώπων πού αγωνίστηκαν να ζήσουν την αγιότητα, δεν χρειάστηκαν πρίν το δένδρο της ιστορίας μπορέσει να βγάλει ένα τέτοιο υπέροχο καί εύωδιαστό λουλούδι -την Παρθένο Παναγία! Γι' αυτό ή εορτή της Γεννήσεως της είναι ένας εορτασμός της ανθρώπινης ιστορίας, εορτασμός της πίστεως στον άνθρωπο, ένας εορτασμός του ανθρώπου. Δυστυχώς όμως, ή κληρονομιά του κάκου είναι πολύ πιο ορατή καί γνωστή σήμερα. Υπάρχει τόσο κακό γύρω μας, ώστε αυτή ή πίστη στον άνθρωπο, στην ελευθερία του, στη δυνατότητα του να παραδίδει στίς μελλοντικές γενιές μια φωτεινή κληρονομιά καλωσύνης έχει σχεδόν εξατμιστεί κι έχει αντικατασταθεί από τον κυνισμό καί την υποψία... Αυτός ό εχθρικός κυνισμός καί ή αποθαρρυντική υποψία είναι ακριβώς ό,τι μας κάνει ν' απομακρυνόμαστε από την Εκκλησία, τη στιγμή πού αυτή γιορτάζει, με τέτοια χαρά καί πίστη, τη γέννηση ενός κοριτσιού, στο όποιο συγκεντρώνεται όλη ή καλωσύνη,ή πνευματική ομορφιά, ή αρμονία καί ή τελειότητα, πού είναι στοιχεία της γνήσιας ανθρώπινης φύσεως. Μέσα άπ' αυτό το νεογέννητο κορίτσι, ό Χριστός -το δώρο του Θεού, ή συνάντηση μαζί Του - έρχεται ν' αγκαλιάσει τον κόσμο. Εορτάζοντας έτσι τη γέννηση της Παναγίας, βρισκόμαστε ήδη στον δρόμο προς τη Βηθλεέμ, κινούμενοι προς το χαρμόσυνο μυστήριο της Παναγίας ως Θεοτόκου.
Από το βιβλίο του π.Αλ.Σμέμαν«Η Παναγία»εκδ.''Ακρίτας''

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

Το μήνυμα της Αθωνίτισσας Θεοτόκου προς τον σύγχρονο κόσμο

Το μήνυμα της Άθωνίτισσας Θεοτόκου προς τον σύγχρονο κόσμο είναι ένα, καίριο καί σημαντικό. Σιωπηλά ευαγγελίζεται ή ϊδια, λέγοντας προσωπικά κι εμπιστευτικά στον καθένα: «Μη φοβάσαι, παιδί μου, τον πόνο, μη δειλιάζεις, μη κάμπτεσαι, μη αγχεσαι καί μη αγωνιάς. Άποδέξου τον άγιο πόνο, παραδέξου τον, συμφιλιώσου μαζί του, αγάπησε τον, όπως εγώ. "Ομως με γνώση, με συνέπεια, με σοβαρότητα, με υπευθυνότητα καί προσοχή. "Οχι γιατί δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά, αλλά με την ελπίδα ότι αυτός ό πόνος είναι αναιρετικός αμαρτίας, οφειλή λαθών, κλειδί της Βασιλείας των Ουρανών. ' Η σημερινή αποτυχία, ασθένεια, δυσκολία, ταραχή καί περιφρόνηση, είναι μία παραχώρηση Θεοϋ, πού σου δίνεται για μία επανεξέταση της πορείας σου, για μια πνευματική ανασυγκρότηση, για μία επανατοποθέτηση του βίου σου...».
Ή Παναγία, πού είναι των πονεμένων ή άνάλγηση, γιατί ή ίδια πόνεσε πολύ κι έγινε τόσο λεπτή κι ευαίσθητη στον πόνο μας, μόνο εκείνη μας νοιώθει. ' Ο πονεμένος συνήθως γνωρίζει να συμπονά. Το βίωμα της Θεοτόκου είναι ένας δριμύς καί συνεχής πόνος. Ή πονεμένη εποχή μας δεν χρειάζεται να ψάξει για να βρει την ϊασή της, παρά ταπεινά να προσπέσει στην εικόνα της, ζητώντας τη βοήθεια της. Ή επώδυνος κραυγάζουσα εποχή μας αναζητά νόημα βίου καί λύτρωση. Το πρόβλημα της εποχής καί του τόπου μας είναι καθαρά πνευματικό.
Αυτό κατανοώντας οί Αθωνϊτες μοναχοί συνεχίζουν τον εκούσιο πόνο της ασκήσεως, μη αφήνοντας το κανδήλι της Παναγίας να σβύσει καί να μείνει το πρόσωπο της άφωτο καί να χαθεί ή ελπίδα μας. ' Ο πόνος με νέο πόνο γιατρεύεται, κατά τον άγιο Μάξιμο τον 'Ομολογητή. Οί εκούσια άγρυπνοΰντες μοναχοί, μπροστά στην Άθωνίτισσα Θεοτόκο, δέονται για τους ακούσια άύπνοΰντες, τους ηθελημένα ή αθέλητα πονεμένους, του σε μύριες ανάγκες κόσμου μας, με τη βέβαιη ελπίδα πώς ή Φωτοδόχος, ή Φωτοφόρος καί Φωτοτόκος Θεοτόκος, θα προεκτείνει στοργικά το άγιο μαφόρι της, τη σεπτή σκέπη της, καί θα σκεπάσει όλο τον ορθόδοξο κόσμο πού την επικαλείται. "Ωστε υπό το φως της προσευχόμενοι ευκολώτερα εϊσακουόμεθα καί βοηθούμεθα να δοϋμε το μέγεθος της μικρότητος καί της αδυναμίας μας, το όποιο τελικώς αποβαίνει νίκη καί κατάκτηση, μη έχοντας το δικαίωμα να διακρινόμεθα, αλλά με την πρόσληψη του ταπεινού της φρονήματος, γινόμαστε αήττητοι στίς δαιμονικές καί κοσμικές πλεκτάνες καί οι δοκιμασίες καθίστανται βαθμίδες ανόδου, ωριμότητας καί αυτογνωσίας.

Μωυσέως Μοναχού του Αγιορείτου
Από το βιβλίο «Η ευλογία του πόνου και ο πόνος της αγάπης»

Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

Τ'ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ Τ'ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΑ...

Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε πού ή ποιήτρια Μαρία Γουμενοπούλου, έγραψε αυτό το ποίημα     «Με τη γιαγιά μου την Καλή /με την κυρά Βασίλω /καί με τη Λεμονιά  συντροφιαστά πηγαίναμε / τ'Αυγούστου τ'απογεύματα / στην εκκλησιά.Και κει, στη Χάρη της μπροστά / γονατιστές έψάλλανε  γερόντισσες και νιές / καί στην Παρθένα Παναγιά  μετάνοιες κάναν όλες τους/καί προσευχές.

Πορτοκαλιά χρυσόσκονη / πασπάλιζε τα σύννεφα/  πέρα στη Δύση/ Χελιδονάκι στο ιερό/ανήσυχα καί φλύαρα /' πετάγματα είχε αρχίσει.
Με τη γιαγιά μου την Καλή /με την κυρά Βασίλω/και με τη Λεμονιά / συντροφιαστά πηγαίναμε / τ' Αυγούστου τ' απογεύματα / στην εκκλησιά...»

Πόσα στ' άήθεια χρόνια έχουν περάσει από τότε πού πρωτοδιάβασα αυτό το αθώο, παιδικό ποίημα. Κι όμως δεν υπάρχει Αύγουστος, δειλινό Αυγουστιάτικο του πρώτου δεκαπενθήμερου πού να μην το θυμηθώ καί να μην το ψελλίσω. Καί να δω νοσταλγικά κείνο τον κόσμο πού είχε τάξη. Την τάξη πού το Σύμπαν δίδαξε στον άνθρωπο, τάξη πού σαν σαλευτεί, αφέντης γίνεται το Χάος.
Έναν κόσμο, γνώριζαν τα παιδιά, πού είχε αρχές, πού τους εξασφάλιζε μια εσωτερική ισορροπία, πού τους έδινε το ανεκτίμητο δώρο της ασφάλειας. Ό παππούς στη θέση του, γνωστά τα δικαιώματα, αλλά καί οί υποχρεώσεις του, ή γιαγιά, παρουσία με πολλά αν θέλετε αρνητικά, αλλά καί μοναδικά θετικά στοιχεία, ό μεγάλος ήταν μεγάλος, ό συνομήλικος συνομήλικος, ό μικρότερος παρών καί δική μας ευθύνη να τον προσέξουμε, να τον προστατεύσουμε, ό άντρας άντρας κι οί γυναίκες, ευτυχισμένες γι' αυτό.
Στόν ουρανό ό Θεός, κι οί "Αγιοι στα ποδάρια μας να μπλέκονται στις θλιμμένες ή χαρούμενες στιγμές της ζωής. Ή Τετάρτη καί Παρασκευή, άκουβέντιαστα, ήμερες του λαδερού φαγητού, ό τοπικός "Αγιος με το πανηγύρι του, ή αναμενόμενη προσδοκία.

Καί βεβαίως το Δεκαπενταύγουστο, το μεγάλο πανηγύρι, ποιο χωριό δεν έχει εκκλησιά, με τ' όνομα της Παναγιάς, να το γιορτάσει. Δεν ερχότανε ή γιορτή έτσι ξαφνικά. Δεκαπέντε μέρες οί γυναίκες καθάριζαν κάθε πρω'ί την εκκλησιά από χυμένα κεριά, το δάπεδο καθάριζαν, γιατί, με τόσο ποδαρικό πού πήγαινε στις παρακλήσεις, ήταν λερωμένο. Λιβάνι μοσκομύριζε ό τόπος καί τα χελιδονάκια με μεγαλωμένα πια φτερά, δοκίμαζαν το πέταγμα τους, για κείνο το μακρινό πέταγμα πού σε λίγο θ' άρχιζε: για το μεγάλο ταξίδι προς τις ζεστές χώρες.

Εμείς τα παιδιά, δεν καταλαβαίναμε τα λόγια της παράκλησης. Τώρα, μεγάλη πια, σκέφτομαι τί καταλάβαιναν κι οί μεγάλοι. Κι όμως φαίνεται πώς ένιωθαν απόλυτα κι όχι στο περίπου.
Τά κουρασμένα, βασανισμένα πρόσωπα, πρόωρα γηρασμένα άπ' τη δουλειά, τις πίκρες και τους καημούς, πού κανένα μέικ-απ δεν υπήρχε, ώστε να τα καλύψει όλα αυτά, τα τόσο όμως ανθρώπινα πρόσωπα, την οδύνη την έπρόσφεραν σα μόνο αγαθό πού είχαν πλούσιο, στην Παναγιά. Γονατίζαμε τα παιδιά πλάι στους μεγάλους καί μαζί με τη νύχτα πού έφτανε, έφτανε αντίδωρο από τον Ουρανό ή γαλήνη, ή μαλακωσιά.

Θυμάμαι πώς οι βραδινοί παιδικοί καβγάδες, τα πείσματα καί τα γινάτια, αραίωναν όσο αυτό το θαυμαστό δεκαπενθήμερο προχωρούσε. Τη μεγάλη μέρα, ατή Χάρη της, φρεσκοπλυμένοι με κείνο το πράσινο σαπούνι γερά πηγαίναμε να κοινωνήσουμε, αφού είχαμε ζητήσει συγχώρεση άπ' όλους, κι άφοϋ είχαμε φιλήσει ροζιασμένα, σταφιδιασμένα αδρά χέρια.
Κείνη τη μέρα δεν κάναμε καί μπάνιο στη θάλασσα, από σέβας στη Θεία Κοινωνία... Μη βιαστείτε να κατηγορήσετε για πλήξη κείνη την εποχή. Δεν ήταν πλήξη, αλλά τάξη αυτό πού ζούσαμε. Γιατί αν ήταν αλλιώς, πώς θα μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε το σημερινό φευγιό από την πλήξη με χάπια, ναρκωτικά, αλκοόλ ή χαρτιά για να «σκοτώσουμε την ώρα μας»; Πώς να δικαιολογήσουμε, την στιγμή πού έχουμε πολλές ποικιλίες σήμερα ζωής απογευματινής, βραδινής; Μεγάλη πληγή ή ανία.
Μη μου μιλήσετε για κείνη την πληκτική ζωή πριν δείτε σε κάποιο παραθεριστικό κέντρο τη νεολαία, καί πώς, μα καί πόσο πλήττει!

Σέρνονται τα παιδιά μας! Μικρά καί μεγάλα σέρνονται. Κι όσο μεγαλώνουν καί φτάνουν ή ζουν την εφηβεία, τόσο τα βήματα τους γίνονται ίδια ανατολίτικα τραγούδια, μακρόσυρτα. «Μέχρι να ση-κώσουν το να πόδι, τους τρώει ό σκύλος το άλλο», θάλεγε ή γιαγιά μου αν τα έβλεπε. Ξυπνούν αργά το πρωί - τι αργά, όταν κοντεύει να μεσημεριάσει ξυπνούν - πιο κουρασμένα από τότε πού πήγαιναν σχολειό.
Μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια τους. Βάζουν κάτι βιαστικά στο στόμα τους, όχι σπουδαία πράγματα, για να μην βαρύνει το στομάχι τους πού θα πάνε για μπάνιο. Καί αν είναι έφηβοι, πηγαίνουν μόνοι τους, να 'βρουν στη θάλασσα την παρέα τους. Γυρίζουν αργά, κουβαλώντας βαριεστημένα κι ένα εικονογραφημένο περιοδικό ή κάτι για διάβασμα (;) πού δεν θα τα κουράσει, τα καημένα...
Τρώνε καί ξαπλώνουν στα κρεβάτια. "Αν υπάρχει τηλεόραση θα... ξεκουραστούν βλέποντας ό,τιδήποτε, χωρίς καμία επιλογή.
Αποχαυνωμένα, κάποια στιγμή ξυπνούν. Έχει πια περίπου δύσει ό ήλιος. Αναρωτιούνται φωναχτά ή από μέσα τους: «Καί τώρα τί κάνουμε;»
"Αν υπάρχει τηλέφωνο, αρχίζουν για να «περάσει ή ώρα» την κουβέντα. Μια κουβέντα πού αν κάνετε τον κόπο να την παρακολουθήσετε, θα γεμίσετε πλήξη, τέτοια πλήξη έχει. Κανένα απρόοπτο δεν πρόκειται να συμβεί. Ή σινεμά, ή ντισκοτέκ. "Η καί τα δύο, πιο καλά. Για λεφτά δεν υπάρχει πρόβλημα. Εμείς μπορούμε να λαχταρίσουμε - πού λέει ό λόγος - το παγωτό, τα παιδιά μας όμως
είναι δυνατόν να αγοράσουν... παγωτατζίδίκο. Παίρνουν, λοιπόν, το απαραίτητο χρήμα καί χάνονται.

Θέλετε να τα πάρετε από πίσω; Όλο βαρεμάρα, σέρνονται στην παραλία, μέχρι να 'ρθει ή ευλογημένη ώρα να ανοίξει το ταμείο του κινηματογράφου. Μπουκάρουν μόλις ανοίξει, καί κατ' ευθείαν, για να σπάσουν την πλήξη τους, πάνε στο μπαρ. Γαριδάκια, δροσιστικά, πατατάκια, ό,τιδήποτε, αρκεί κάτι να 'χουν να κάνουν μέχρι να αρχίσει το έργο (αλήθεια τί παίζει; Ούτε αυτό πρόσεξαν). Τρώνε, μπουκώνοντας, καί Ίσως αυτό γίνεται για να μην πιάσουν μεγάλη κουβέντα, με πολλά λόγια. Βλέπετε, δεν ξέρουν οϋτε να συζητήσουνε.
Το έργο τελειώνει. Πρέπει να πείσουν τους γύρω, αλλά κυρίως τον εαυτό τους, πώς υπάρχουν. Γι' αυτό αρχίζουν παλαμάκια, γιουχαίσματα, χαβαλέ, όπως λένε.
Επιμένετε ακόμα να τα ακολουθήσετε; Τότε μπείτε μαζί τους στη ντισκοτέκ, γιατί προς τα εκεί οδηγήθηκαν.
Τώρα δε χρειάζεται οϋτε ή μονολεκτική κουβέντα. Στή διαπασών ή μουσική, μια βολική αιτία να μην ανταλλάξουν λέξη. Χορεύουν. Δεν αγγίζονται. Μόνος ό καθένας, χωρίς την ανάγκη συντρόφου, παρτενέρ, χορεύει. Ή ώρα ευτυχώς προχωρεί. Καί απόψε τη δολοφονήσαμε. Μπράβο μας!
Θα ήταν ίσως ένα ξάφνιασμα, θα ήταν ένα απρόοπτο, τέλος πάντων, θα ήταν κατιτίς, αν, όπως γυρίζαμε αργοπορημένοι, μας περίμενε κανένα ηχηρό ή μη χαστούκι από κάποιον αγριεμένο γονιό. Μπα, μην ελπίζεις οϋτε σ' αυτό. "Αν ένα χαστούκι ηχούσε, θα αποκτούσε νόημα ή ζωή μας, ζωή πού λένε αντιστασιακού. Με το φαί μέσα στο πιάτο σκεπασμένο καλά μην πάει κάτι καί το μολύνει, οί γονείς του σήμερα, πρέπει να το ομολογήσουμε, πολύ νοιάζονται για την υγεία μας!
Έλα, κουράγιο, αύριο ξημερώνει μια άλλη μέρα πού θα χρειαστεί να χουμε δυνάμεις να την δολοφονήσουμε κι αυτή.
Μη βιαστείτε, λοιπόν, να μιλήσετε για πλήξη του χτες, πρίν παρακολουθήσετε την ανία του σήμερα. Ανία πού οδηγεί σε «ταξίδια» πού σκοτώνουν. Ανία πού οδηγεί στην «παραμυθά», την παρηγοριά δηλαδή της ηρωίνης.
Με τη γιαγιά μου την Καλή /με την κυρά Βασίλω /καίμε τη Λεμονιά / ουντροφιαστά πηγαίναμε / τ' Αύγούοτου τ' απογεύματα / στην εκκλησιά...».

Πόσα χρόνια πέρασαν από τότες πού το πρωτάκουσα το αθώο παιδικό τούτο ποίημα. Κι όμως το θυμάμαι, το ψελλίζω καθώς χτυπάει ή καμπάνα για την Παράκληση καί ό ήχος της δε φτάνει στ' αυτιά καί στίς καρδιές των παιδιών, ίσως γιατί δε φτάνει οϋτε στα δικά μας αυτιά καί στίς καρδιές μας.

Τα χελιδονάκια ετοιμάζονται για το μακρινό καί επικίνδυνο ταξίδι τους, μαθαίνοντας να δοκιμάζουν τα φτερά τους άπ' τα γονικά τους. Ακούω φτερά των δικών μας παιδιών ν' ανοιγοκλείνουν. Ετοιμάζονται κι αυτά για το πόσο σαγηνευτικό καί επικίνδυνο της ζωής.
Τους παραστεκόμαστε; Μήπως τώρα το δεκαπενταύγουστο μπορούμε με αίτια αυτά τα Παρακλητικά απογεύματα, να τους κάνουμε φροντιστήριο;
Μήπως;
ΓΑΛΑΤΕΙΑ -ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΟΥ-ΣΟΥΡΕΛΗ
Περιοδικό ''Πειραική Εκκλησία(Αυγουστος 2000)