Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδομάρτυρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδομάρτυρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Το άγιο Νήπιο και ο άγιος Ρωμανός (18 Νοεμβρίου)

Οι άγιοι Πλάτων, Ρωμανός, Βαρουλάς (το όνομα του Νηπίου, σύμφωνα με μια ρωσική παράδοση), Ζακχαίος και Αλφαίος. Από το μηνολόγιο του Νοεμβρίου
«Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον» (Ματθ. ΚΑ’ 16) λέγει ο Ψαλμωδός. Και αυτός ο αίνος δεν είναι φανταστικός, ούτε ρητορικό σχήμα, αλλά μια μεγαλειώδης και ένδοξη πραγματικότητα, με αληθινά νήπια ευλογημένα, που ομολόγησαν και εμαρτύρησαν και θυσιάστηκαν για τον Χριστό. Ναι, νήπια και μικρά παιδιά, που φωνάζουν και διαλαλούν την πίστι τους μέσα στους αιώνες και τραγουδούν αγγελικά το όνομα του Ιησού Χριστού! Πολλά είναι τα νήπια, που ανέβηκαν στον υψηλότατον βωμό του Μαρτυρίου. Από τις 14.000 νήπια, που κατέσφαξε ο αιμοσταγής Ηρώδης ο θηριόψυχος, έως τον τριετή Κήρυκο και ως τα «μειράκια» των νεομαρτύρων. Ένα από αυτά τα Άγια Νήπια γιορτάζει και η Εκκλησία μας, μαζί με τον Άγιο Ρωμανό και τον Άγιο Παιδομάρτυρα Πλάτωνα, στις 18 Μοεμβρίου. Μένει ανώνυμο στα Συναξάρια το Άγιο αυτό Νήπιο και άγνωστο το όνομά του σε μάς σήμερα. Είναι όμως γνωστό και ένδοξο στην Βασιλεία του Θεού.
Το Συναξάρι του Αγίου Νηπίου, που είναι συνδεδεμένο με το Συναξάρι του Αγίου Ρωμανού, αναφέρει τους εξής δύο στίχους:
«Κόλπους Αβραάμ νήπιον λαχόν ξίφει τοις Βηθλεέμ σύνεδρον ώφθη νηπίοις».
Και στην σημερινή γλώσσα σημαίνει ότι το «νήπιον με τον αποκεφαλισμό του δια ξίφους επέτυχε να πάη στους κόλπους του Αβραάμ (μεταφορική παρομοίωσι του Παραδείσου) και να εχη συντροφιά τα νήπια της Βηθλεέμ». Οι δύο – τρεις στίχοι, που προτάσσονται πάντοτε σε κάθε Συναξάρι των Αγίων και των Μαρτύρων της Εκκλησίας, είναι σαν ένα είδος ταυτότητος, μιας ατομικής καταγραφής της κάθε περιπτώσεως και περιέχει πολύ συνοπτικά, σχεδόν επιγραμματικά το όνομα, το μαρτύριο, τον τύπο, την ιδιότητα και την ήμερα της θυσίας του Μάρτυρος, θα μπορούσαμε να πούμε ότι μοιάζουν σαν τις επιγραφές, που βάζουν σήμερα πάνω στους επιτάφιους σταυρούς των Χριστιανών, με το όνομα, την πατρίδα, την ιδιότητα και την χρονολογία γεννήσεως και θανάτου του αποβιώσαντος.
 Γι’ αυτό και υπάρχουν πολλά τέτοια μεμονωμένα περιστατικά στα Συναξάρια, όπου μνημονεύονται οι Άγιοι και οι Μάρτυρες, χωρίς υπόμνημα (βιογραφία) και μόνο με τους αρχικούς στίχους, που διασώθηκαν από την θυελλώδη εκείνη περίοδο των διωγμών, κατά την οποία δεν υπήρχαν οι δυνατότητες και οι προϋποθέσεις να γίνωνται γνωστά όλα τα στοιχεία και να καταγράφωνται με πληρότητα. Οι Χριστιανοί ήταν συνεχώς διωκόμενοι και η Εκκλησία κρυμμένη από τα μάτια της κοσμικής εξουσίας, έτσι, που πολλές φορές μετακόμιζαν από πόλι σε πόλι και πολλά στοιχεία και βιβλία και πληροφορίες χάνονταν, καίγονταν ή καταστρέφονταν από την αναστάτωσι, τις μετακινήσεις, τους διωγμούς, τις καταστροφές και τις πυρκαγιές. 
Γι’ αυτό και πρέπει να ευγνωμονούμε όλους εκείνους, που βοήθησαν, κουράστηκαν και κινδύνευσαν για να διασωθούν ως τις μέρες μας, όλα τα σπουδαία στοιχεία, που έχουμε από την μεγάλη και ηρωική εκείνη εποχή, την πιο βάρβαρη σε αγριότητα, αλλά και την πιο υψηλή και ένδοξη μέσα στην παγκόσμια ιστορία. Είναι η πιο κορυφαία στιγμή του ιστορικού ανθρώπου, στην προσπάθειά του να ξαναγυρίση κοντά στον Δημιουργό του και να απάντηση στο μέγα κάλεσμα της αγάπης του Θεού.
Ας επιστρέψουμε όμως στην ιστορία του Αγίου Νηπίου και του Αγίου Ρωμανού, που ζούσαν την εποχή του βασιλέως της Ρώμης Μαξιμιανού, το 286 – 304 μ.Χ. Ο Ρωμανός ήταν διάκονος στην Καισάρεια της Παλαιστίνης και αργότερα πήγε στην Αντιόχεια. (Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι οι Συναξαριστές μιλούν για δύο συνωνύυμους Αγίους την ίδια μέρα, με το όνομα Ρωμανός, μέσα στην ίδια περιοχή σχεδόν και με το ίδιο μαρτύριο, που γιορτάζονται την ίδια μέρα. Η μόνη διαφορά τους είναι το επεισόδιο με το νήπιο. Πιθανόν να πρόκειται για δύο ξεχωριστούς Αγίους, αλλά εξ ίσου πιθανόν είναι να πρόκειται για ένα και το ίδιο πρόσωπο, που όμως παραδόθηκε από δύο διαφορετικές πηγές).
Μιαν ημέρα, που ο Έπαρχος Ασκληπιάδης έμπαινε στο ναό των ειδώλων, ο διάκονος Ρωμανός, που είχε αγωνιστικότατον φρόνημα, δεν δίστασε να ελέγξη τολμηρά και δημόσια τον άρχοντα και τού είπε:
– Δεν είναι θεοί τα είδωλά σας, οι δε Χριστιανοί υπερέχουν σε ευσέβεια, γιατί λατρεύουν τον αληθινό Θεό. Αυτό το μαρτυρούν ακόμα και τα μικρά παιδιά.
Και για να επιβεβαιώση τα λόγια του εζήτησε την μαρτυρία ενός μικρού παιδιού, γύρω στα πέντε του χρόνια, που το κρατούσε η μητέρα του στην αγκαλιά. Το πήρε λοιπόν ένας από τους στρατιώτες, που ακολουθούσαν τον Έπαρχο και το πλησίασαν κοντά του και ο Ασκληπιάδης ερώτησε το νήπιον:
– Ποίον δει σέβειν Θεόν; (Ποιόν Θεόν πρέπει να σεβώμεθα;).
– Τον Χριστόν, απήντησε το μικρό παιδί.
Οργισμένος και ντροπιασμένος ο Έπαρχος χτύπησε στο πρόσωπο το νήπιο και διέταξε να κόψουν την γλώσσα του Αγίου Ρωμανού. Οι δήμιοι εξετέλεσαν αμέσως την διαταγή του Επάρχου, αλλά ο Μάρτυς και με κομμένη την γλώσσα συνέχισε να μιλά θαυματουργικά με κανονική φωνή και δόξαζε τον Θεό και το άπειρο έλεός του. Το νήπιο, που το ξαναχτυπούν οι στρατιώτες και διψά, ζητά λίγο νερό. Η μητέρα του όμως, η οποία βρίσκεται κοντά του, του φωνάζει:
– Μη πιής, παιδί μου, από το νερό των ειδωλολατρών. Να κάνης υπομονή και να πιής το νερό, που θα σου δώση ο ίδιος ο Χριστός.
Το νήπιο, που τόσο θαρρετά ωμολόγησε την πίστι του στον Χριστό, θα αποκεφαλισθή από κάποιον στρατιώτη, κατά διαταγή του Επάρχου, ενώ ο Ρωμανός θα κλεισθή στην φυλακή, όπου και θα συνεχισθούν οι ξυλοδαρμοί και τα μαρτύρια. Το γεγονός της γενναίας και δημοσίας ομολογίας του θα το μάθη ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός, καθώς και το παράδοξο θαύμα, να μιλά δηλαδή ο Μάρτυρας και με κομμένη την γλώσσα, πράγμα φυσικώς αδύνατο, αντί νσ θαυμάση και νσ σκεφθή την δύναμι του Θεού του ζώντος, αγριεύει και δίνει αυστηρή διαταγή νσ θανατωθή και ο Ρωμανός στην φυλακή με απαγχονισμό. Η διαταγή του αυτοκράτορος, που φοβάται μη γνωσθή ευρύτερα το γεγονός και οι Χριστιανοί πάρουν θάρρος και αρχίζουν να ελέγχουν δημοσίως τους τυράννους των, εκτελείται αμέσως. Ο απαγχονισμός του Αγίου έγινε μέσα στην φυλακή και ο πιστός Ρωμανός έλαβε τον στέφανον της μαρτυρικής θυσίας του. Οι δύο στίχοι του Συναξαριού του αναφέρουν χαρακτηριστικά:
«Ρωμαλέος ην Ρωμανός προς βασάνους
ρώμη κρατυνθείς παντοδυνάμου Λόγου».
Και σε σημερινή μετάφρασι:
«Γενναίος εστάθηκε στα βάσανα ο Ρωμανός
αφού δυναμώθηκε με την δύναμι του παντοδυνάμου Λόγου».
Η θυσία της πρόσκαιρης και μάταιης ζωής αυτού του κόσμου όμως τον ανέβασε στα υψη της ουράνιας δόξας και της αιωνίας ευτυχίας στην Βασιλεία των Ουρανών, όπου βρίσκεται τώρα. Γι’ αυτό και ταιριάζει να κλείσουμε τις λίγες αυτές γραμμές, με το θαυμάσιο Κοντάκιόν του, που ψάλλεται κάθε χρόνο στην γιορτή του, σε ήχο Δ’ (Προσόμοιον: «Επεφάνης σήμερον»):
«Ως αστέρα μέγιστον, η Εκκλησία,
Ρωμανέ πανεύφημε,
σε κεκτημένη αληθώς,
φωταγωγείται τοις άθλοις σου,
την φωτοφόρον δοξάζουσα μνήμην σου».
Π. Μ. Σωτήρχου, Παιδομάρτυρες, σελ. 81-86

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

Η Αγία Ιερουσαλήμ και τα τέκνα αυτής Κέγουρος, Σεκενδίνος και Σέκενδος οι Μάρτυρες

Η Αγία Ιερουσαλήμ και τα τέκνα αυτής Κέγουρος, Σεκενδίνος και Σέκενδος οι Μάρτυρες εορτάζουν στις 4 Σεπτεμβρίου
Ένδοξος καταγωγή
Η Αγία έζησε και μαρτύρησε τότε, που αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Μάρκος Αυρήλιος Πρόβος (276-282 μ.Χ.). Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, από πλούσια οικογένεια. Οι γονείς της ήσαν Χριστιανοί και την ανέθρεψαν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Την έβαλαν εις ένα Παρθενώνα. Εκεί έμαθε τα Ιερά Γράμματα και εννόησε την ματαιότητα του κόσμου τούτου. Καίτοι ήθελε να μείνει αφιερωμένη παρθένος εις τον Θεό, εν τούτοις οι γονείς της και χωρίς να θέλει την παντρέψανε. Γέννησε τρία παιδιά τον Σεκένδο, Σεκένδικο και Κήγορο. Τα παιδιά της η Αγία τα οδηγούσε με επιμέλεια στο δρόμο του Θεού. Αλλά και εκείνα ήσαν καλόγνωμα. Έπειτα όμως από οκτώ χρόνια, πέθανε ο 
σύζυγός της και αυτή έμεινε χήρα σε νεαρή σχετικά ηλικία. Ζούσε, όπως ήθελε ο Θεός, ζωήν αγία.
Αποφασίζει να κηρύξει τον Χριστό
Μετά το θάνατο του συζύγου της, γύρισε πολλούς τόπους κηρύττοντας τον Χριστό και όπου έφτασε στη Ρώμη. Εκεί στην πρώτευουσα του Ρωμαϊκού κράτους, η αγία της ζωή, οι κόποι της, οι νηστείες της, οι προσευχές, οι διδασκαλίες, η πραότητα, η ταπείνωσις και άλλες αρετές της, τράβηξαν πολλούς στον Χριστιανισμό. Επισκεπτόταν τους αρρώστους, τους φυλακισμένους και τους βοηθούσε όσο μπορούσε. Τα παιδιά της τα συμβούλευε κάθε μέρα να μισήσουν τα φθαρτά και μάταια και γήινα και ν’ αγαπήσουν τα άφθαρτα και αιώνια.
Την εποχή εκείνη ο Αυτοκράτωρ Αυρηλιανός γιόρταζε τα γενέθλιά του. Έκανε θυσίες γι’ αυτό διέταξε να τιμώνται και να διευκολύνονται όσοι θα δέχονταν την λατρεία του πυρός του ήλιου. Αφ’ ετέρου να τιμωρούνται και να εξοντώνονται όσοι λάτρευαν τον Χριστό. Άναψε παντού ο διωγμός. Η Άγια τότε ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα. Αψηφούσε τους κινδύνους και τους επισκεπτόταν στις φυλακές ή πήγαινε κοντά τους εις τα μαρτύρια και τους τόνωνε να μείνουν πιστοί μέχρι θανάτου, για την αγάπη του Χριστού. Επίσης παρελάμβανε τα λείψανα των μαρτύρων και τα ενταφίαζε με αρώματα και πολλή ευλάβεια.
Η Άγια είχε μαζί της και μία συγγενή της, που τη λέγανε Σεβαστιανή. Αυτή ήταν εξαιρετικά όμορφη Ο βασιλιάς πληροφορήθηκε για το κάλλος της και έστειλε ανθρώπους να την φέρουν μπροστά του. Έτσι και έγινε. Ο αυτοκράτωρ, όταν είδε το κάλλος της, εξεπλάγη. Συζήτησε αρκετή ώρα κι έμαθε από την Σεβαστιανή για την Ιερουσαλήμ, για την ευγένεια της καταγωγής της, τις αρετές της και τα φυσικά προτερήματα της.
Έστειλε τότε ο βασιλεύς το παιδί του με στρατιώτες να συλλάβουν την Αγία και να την φέρουν μπροστά του. Στο δρόμο όμως, που πήγαιναν, εξαγριώθηκε τ’ άλογο του Φιλοδώρου, έτσι τον έλεγαν το υιό του βασιλέως, και τον έριξε κάτω σε ένα γκρεμό. Συντρίφτηκε το ένα του πόδι και είχε σφοδρούς πόνους. Τον έφεραν επάνω σ' ένα αμάξι στον βασιλέα. Ο βασιλεύς, λυπήθηκε πολύ. Η Σεβαστιανή είπε, ότι η Ιερουσαλήμ μπορεί με τις προσευχές της να κάμει καλά τον υιό του. Αυτό, όταν το άκουσε ο Φιλόδωρος, ο υιός του, τον παρεκάλεσε να στείλει και να την φέρει. Πράγματι, ο βασιλεύς έστειλε ανθρώπους με δώρα για την Αγία και να την παρακαλέσουν να έλθει να προσευχηθεί, για να λάβει ο Φιλόδωρος την υγεία του. Η Αγία δεν πήγε, αλλά έγραψε στον βασιλέα το εξής γράμμα:
-Βασιλεύ, Αυρηλιανέ, αν πιστέψεις στον Κύριον μου Ιησούν Χριστόν τον επουράνιον βασιλέα και Θεόν των απάντων, θα ιατρευθεί ο υιός σου Φιλόδωρος.
Ο βασιλεύς έλαβε το γράμμα με ευλάβεια και με πίστη, το έβαλε επάνω εις το συντριμμένο πόδι του γιου του, που πονούσε φοβερά. Αμέσως τότε ο Φιλόδωρος έγινε τελείς καλά, όπως προηγουμένως και περπατούσε χαρούμενος. Ο βασιλεύς, η Σεβαστιανή, ο θεραπευθείς Φιλόδωρος και πολλοί μεγιστάνες πήγαν στην Ιερουσαλήμ. να την ευχαριστήσουν. 
Τότε βρήκε ευκαιρία η Αγία και τους μίλησε για τον Χριστόν και πως θα σωθούν και να κερδίσουν την ευτυχία της άλλης ζωής. Πολλοί από αυτούς βαπτίσθηκαν.

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Αγία Βάσσα και τα παιδιά της Θεόγνιος, Αγάπιος και Πιστός-21 Αυγούστου

Η Αγία Βάσσα έζησε στα χρόνια του Διοκλητιανού, και κατοικούσε στην Έδεσσα (το πιθανότερο της Μακεδονίας). Είχε παντρευτεί ειδωλολάτρη Ιερέα, τον Ουαλέριο, από τον οποίο απέκτησε τρεις γιους, τον Θεόγνιο, τον Αγάπιο και τον Πιστό.
2. Sf Mc Vasa si copiii ei Teognie, Agapie si Pist (sec III) 2.1
 Στη Βάσσα όμως, ψυχή που αγαπούσε την αλήθεια και την αρετή, δόθηκε η ευκαιρία να διδαχθεί και να προσέλθει στη χριστιανική πίστη. Μαζί της έφερε και τους τρεις γιους της, που την αγαπούσαν με όλη τους την καρδιά. 

Όταν πληροφορήθηκε αυτό το πράγμα ο Ουαλέριος (περί το 290 μ.Χ.), προσπάθησε με ποικίλα τεχνάσματα να τους επαναφέρει στην ειδωλολατρία. Μάταια όμως. Διότι αντίθετα η Βάσσα, αγωνιζόταν αυτή να διαφωτίσει τον ειδωλολάτρη άντρα της. 
2. Sf Mc Vasa si copiii ei Teognie, Agapie si Pist (sec III) 1
Εξοργισμένος τότε ο Ουαλέριος, κατάγγειλε και τους τέσσερις στον ανθύπατο Βικάριο, που αμέσως διέταξε τη σύλληψη τους. Και ο μεν πρωτότοκος Θεόγνιος, όταν ομολόγησε τον Ιησού αμέσως πέθανε, αφού του έσχισαν τα στήθη και τις πλευρές. Οι δε υπόλοιποι ρίχτηκαν στην φυλακή. 
Sf Mc Vasa

Αλλά επειδή δεν κάμφθηκε το φρόνημα τους, τον μεν Αγάπιο τον σκότωσαν, αφού του έγδαραν το δέρμα από το κεφάλι μέχρι το στήθος και κατόπιν έκαψαν το γδαρμένο σώμα. Το μαρτύριο ήταν φρικτό, αλλά ο νεαρός αθλητής φώναξε: «ουδέν ούτως ηδύ, ως το πάσχειν υπέρ Χριστού». Τον δε τρίτο γιο, τον Πιστό, τον αποκεφάλισαν.
2. Sf Mc Vasa si copiii ei Teognie, Agapie si Pist (sec III) 12.1
Το μαρτύριο της Αγίας Βάσσας
Από μηνολόγιο του 14ου αιώνα το οποίο βρίσκεται στην Οξφόρδη

Τη μητέρα την άφησαν ελεύθερη. Κατόπιν όμως την συνέλαβε ο έπαρχος Κυζίκου, και αφού της έσπασε πόδια και χέρια, την αποκεφάλισε.
πηγή

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΠΛΑΤΩΝ(+18 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

Σύντομος ό βίος, μεγάλα τα μαρτύρια και ή πίστη του. Τον τίμα και τον δοξάζει ή Εκκλησία μας κάθε χρόνο στις 18 Νοεμβρίου. Πρόκειται για τον Μεγαλο­μάρτυρα "Αγιον Πλάτωνα, τον αδελφό του Αγίου και επίσης Μάρτυρα "Αντιόχου, που ήταν γιατρός και προσ­έφερε τις καλές του υπηρεσίες με άληθινήν άγάπην και μαζί μ' αυτές και τον καλό του λόγο και το κήρυγμα της σωτηρίας. Τα δύο αγιασμένα αυτά αδέλφια είχαν μεταξύ τους μεγάλην αγάπη, άλλα και μεγάλην διαφοράν ηλικίας. Υπάρχει όμως ή παράδοσις ότι ό μικρό­τερος αδελφός, πού ήταν ό Πλάτων καΐ ανεδείχθη με­γαλύτερος κατά τους βασανισμούς, είναι εκείνος, πού ώδήγησε τον άδελφόν του εις την όρθήν πίστιν του Χρί­στου. "Η καταγωγή τους ήταν από την Γαλατία της Μικρας Ασίας και ακριβέστερα από την περιοχή της πό­λεως "Αγκύρας, της σημερινής πρωτευούσης της Τουρ­κίας, της οποίας είναι ό πολιούχος "Αγιος, καθώς ανα­φέρει και ή σχετική υμνολογία του. «Βαρβάρων ρΰσαι την πόλιν σου "Αγιε». Ιδού το ώραίον Κοντάκιον του Μεγαλομάρτυρας Αγίου Πλάτωνος, -πού ψάλλεται στον "Ορθρον της εορτής του:
ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ του Αγίου Πλάτωνος
Ηχος Γ' (Προσόμοιον: «Ή Παρθένος σήμερον»)
«Ή αγία μνήμη σου, την οίκουμένην ευφραίνει,συγκαλούσα άπαντας, εν τω πανσέπτω ναω σου,
ένθα νυν, μετ'ευφροσύνης συναθροισθέντες,άσμασι, τάς άριστείας Πλάτων ύμνούμεν,και εν πιστει έκβοώμεν.Βαρβάρων ρύσαι την πόλιν σου "Αγιε».
Τα δύο αυτά αδέλφια ζούσαν στα τέλη του 3ου αιώνος, όταν αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν ό Διοκλητιανός (284 - 305 μ.Χ.). Το όλιγόλογο Συναξάρι του Μεγαλομάρτυρας Πλάτωνος, πού διασώθηκε αναφέρει στην αρχή τους ακολούθους τρείς στίχους:
«Μικρού λαβών παρήλθεν ημάς Πλάτων, Πλάτων εκείνος όν πλατύ κτείνει ξίφος. Όγδοάτη δεκάτη τε Πλάτων άορ κατέφνε».
Και σε σύγχρονη άπόδοση:
«Σέ σύντομο διάστημα ό Πλάτων μας άφησε ό Πλάτων εκείνος, πού το πλατύ ξίφος τον σκότωσε.
Την δεκάτη ογδόη ό Πλάτων φονεύθηκε με οπλο».
Νέο παιδί ήταν ό Πλάτων, αλλά γεμάτος ζήλο και πίστη και δεν έχανε ευκαιρία, μάλλον την δημιουργούσε, για να μιλήση για τον Χριστό και την Άνάσταση και την Βασιλεία των Ουρανών. Μιλούσε φανερά, μιλούσε παντού, σε όλους. Γι'αυτό και δεν άργησαν να τον καταγγείλουν, ως Χριστιανό, στον ηγεμόνα της περιοχής Άγριππίνον. Εκείνος διέταξε να συλληφθή αμέσως ό Πλάτων και να βασανισθή. Τον έκλεισαν στην φυλακή και άρχισαν να τον δέρνουν δώδεκα στρατιώτες, όλοι μαζί, ενώ ό Μάρτυς προσευχόταν συνεχώς και ζητούσε την βοήθεια του Κυρίου.
— "Ωστε πιστεύεις στον Χριστό και κηρύττεις την Ανάσταση, ε;
Τον χτυπούσαν και τον έδερναν αλύπητα, ενώ άλλοι ετοίμαζαν στην φωτιά ένα σιδερένιο κρεββάτι, για να συνεχίσουν έκεί πάνω τους βασανισμούς.
— Είσαι λοιπόν Χριστιανός και δεν προσκυνάς τα είδωλα; φώναξαν αγρία οι δήμιοι.
— Ναί, είμαι Χριστιανός και μόνον τον Χριστό μου προσκυνώ και λατρεύω και όσα μαρτύρια κι' αν μου κάνετε δεν θα τον αρνηθώ ποτέ!
Θύμωσαν ακόμα πιο πολύ οί δήμιοι και συνέχισαν να τον χτυπούν, να τον βρίζουν και να τον είρωνεύωνται. Κατά την συνήθεια της εποχής εκείνης τα βασανιστήρια τα παρακολουθούσε πολύς λαός, πιστοί και άπιστοι και οί αρχές το επέτρεπαν αυτό και το ενίσχυαν, διότι το θεωρούσαν φρονηματιστικό και διδακτικό για τον λαό, για να φοβάται τους άρχοντες καί να ξέρη ο κόσμος τι τον περιμένη αν δεν προσκυνά τα είδωλα καί τον αυτοκράτορα της Ρώμης. "Ετσι καί τώρα, οί πιστοί παρακολουθούσαν τα μαρτύρια και μέσα τους προσεύχονταν μυστικά να δοηθήση ό Θεός τον νεαρό Μάρτυρα να αντέξη την φοβερή δοκιμασία καί να μείνη «πιστός άχρι τέλους». "Οσοι δεν ήξεραν τον Πλάτωνα είχαν ένα μικρόν φόβο, γιατί ήταν πολύ νέος στην ηλικία.
Σέ λίγο οί δήμιοι τον έβαλαν πάνω στο πυρωμένο κρεββάτι, οπού συνέχιζαν να τον χτυπούν με ρόπαλα καί μαστίγια.
— Κύριε, βοήθα με!
Πονούσε ό Μάρτυς, αλλά δεν λύγιζε, ούτε παραπονιόταν. "Ετρεχαν τα αίματα από το κορμί του, καιγόνταν οι σάρκες του, αλλά ή ψυχή του έμενε αλύγιστη και πιστή στον Χριστό, πού έβασανίστηκε και μαρτύρησε πάνω στον σταυρό για να γίνη ό μέγας Άρχιμάρτυς και υπόδειγμα για όλους τους πιστούς Χριστιανούς. Οι βασανιστές του Αγίου, πού τον έβλεπαν να ύπομένη καρτερικά τους τρομερούς πόνους, σκέφτηκαν νέους παιδεμούς και του εβαλαν πυρωμένες σφαίρες στις μασχάλες και τα πλευρά του για να του προκαλέσουν αφόρητα βάσανα. "Ολο του το κορμί άργοψηνόταν, αλλά ο "Αγιος δεν υποχωρούσε.
Κράτησε ώρες ό βασανισμός του Μάρτυρος. Οί δήμιοι τον παίδευαν και εκείνος προσευχόταν ολόψυχα και ό Χριστός παρέστεκε στην θυσία του πιστού τέκνου Του, πού αψηφούσε τα πάντα για την αγάπη του Κυρίου. Κι όσο περνούσε ή ώρα τόσο οι δήμιοι εξαγριώνονταν και μηχανεύονταν και νέα βασανιστήρια για τον γενναίο Μάρτυρα της Πίστεως. "Ετσι οι βάρβαροι στρατιώτες του Διοκλητιανοΰ άρχισαν να τον γδέρνουν από πίσω και να βγάζουν λουρίδες - λουρίδες το δέρμα του. Οί πιστοί, πού παρακολουθούσαν βουβοί το μαρτύριο, συνέπάσχον με τον "Αγιο και έκλαιγαν για τα όσα υπέφερε σαν να βρίσκονταν οι ίδιοι πάνω στο πυρωμένο κρεββάτι, οπού χτυπούσαν και έγδερναν τον Πλάτωνα. Έκεΐνος όμως έκανε τεράστια υπομονή, σαν τον Ίώβ, και έβλεπε τον Κύριο, πού στεκόταν κοντά του και τον ενίσχυε στον υπεράνθρωπο αυτόν αγώνα. Κι όσο ό Μάρτυς σιωπούσε και ύπέμενε με καρτερία τα πάνδεινα, τόσο οι δήμιοι πεισμάτωναν και τον παίδευαν με κάθε τρόπο για να τον κάνουν να λυγίση και να άρνηθή τον Χριστό.
Περνούσαν όμως οι ώρες χωρίς αποτέλεσμα για τους ειδωλολάτρες. Ό νεαρός Πλάτων αντέχει με την χάρι του Θεού. Εκείνοι, πού δεν αντέχουν πια και έχουν λυσσάξει, είναι οι δήμιοι και οί άρχοντες, που διατάζουν καΐ καθοδηγούν τους βασανιστές. Με τα ειδικά σιδερένια νύχια, πού έχουν μαζί με τα αλλά σύνεργα για τους βασανισμούς, ξεσχίζουν το κορμί του Μάρτυρος, καθώς και στο πρόσωπο, στα πλευρά και σε όλο του το σώμα, πού δεν είχε καη ακόμα πάνω στην πυρωμένη σιδερένια κλίνη. Τώρα πια τα χαρακτηριστικά του Αγίου έχουν παραμορφωθή. Είναι μια άμορφη μάζα από σάρκες και κόκκαλα. Ή ψυχή του όμως μένει απείραχτη και το στόμα του ψελλίζει συνεχώς το όνομα του Χρίστου.
— Χριστέ μου, Χριστέ μου, Χριστέ...
Ζη ακόμα σ' αυτόν τον κόσμο, άλλα ή ψυχή του, το πνεύμα του βλέπουν την "Ανω Ιερουσαλήμ, όπως λέγεται μεταφορικά ή Βασιλεία των Ουρανών. Και τότε έρχεται ή διαταγή του αποκεφαλισμού του με ξίφος. Ηταν ή 18η Νοεμβρίου. Γι' αυτό και κατά τον Κανόνα της Εκκλησίας, που ορίζει οι Μάρτυρες και οί "Αγιοι να έορτάζωνται την ήμερα της τελευτης τους, τιμάται ή μνήμη του κάθε χρόνο την ίδια μέρα και ψάλλεται ακολουθία του. Τότε, στην αρχή του Δοξαστικού του, λέγεται:
«Φοβερά και παράδοξα τα τρόπαια Κύριε, του Μάρτυρος Σου...».
Φοβερά όντως καί παράδοξα τα τρόπαια του Μεγαλομάρτυρος Πλάτωνος, κατά τον άψευδή λόγον της Εκκλησίας. Μεγάλα όμως καί απερίγραπτα εΐναι καί τα αγαθά, πού απολαμβάνει τώρα στην Βασιλεία του Θεού καί κορυφαία ή τιμή καί ή δόξα του ως Αγίου καί μάλιστα Μεγαλομάρτυρας.
"Αγιε Πλάτωνα, που έχεις παρρησία στον Θεό, πρέσβευε υπέρ ημών καί όλου του κόσμου. Αμήν.


πηγή-«Παιδομάρτυρες»
Π.Μ.ΣΩΤΗΡΧΟΥ

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

Τα επτά αδέλφια που μαρτύρησαν μαζί με τους γονείς τους(+28 0κτωβρίου)

Στης 28 Οκτωβρίου ή Εκκλησία μας,Μητέρα μονα­δική και μονάκριβη, τίμα και εορτάζει μια οικογένεια Μαρτύρων, πού θυσιάστηκε ολόκληρη για τον Χριστό. Είναι οί δυο άριστοι γονείς και τα επτά παιδιά τους, πού ή πίστι στον Χριστό τους είχε αλλάξει την ζωή, αλλα και τον θάνατο τους.Γιατί ό Χριστός μεταμορφώνει και ευλογεί κάθε στιγμή του ανθρώπου και τον ανεβάζει συνεχώς «προς τα άνω», προς την τελειότητα, προς την θεοποίησιν «κατά χάριν».

Στό σύντομο Συναξάρι τους, πού σώζεται μέχρι σήμερα, διαβάζουμε τους στίχους, οί όποιοι βρίσκονται πάντα στην αρχή κάθε βιογραφίας Αγίου και φανερώνουν με πολλή συντομία, σε δυο - τρεις στίχους, το κυριότερο στοιχείο του μαρτυρίου τους, το όνομα τους καϊ την ημερομηνία της θυσίας τους:
«Σύν επτά τέκνοις ή δυάς των συζύγων τιμήν τομήν ήγεΐτο την εκ του ξίφους. Δειρήν όγδοάττη γε Τερέντιος εϊκάδι κάρθη».
Καΐ σε απλή μετάφρασι αναφέρει:
«Μαζί με τα επτά παιδιά ή δυάδα των συζύγων έθεώρησε τιμή τον αποκεφαλισμό της με ξίφος. Ό λαιμός του Τερεντίου κόπηκε την εικοστή ογδόη».
Δεν έχουμε πολλές λεπτομέρειες για την ολοκληρωτική αυτή θυσία της πίστης οικογενείας, που δεν έδίστασε ούτε στιγμή να προσφέρη τα πάντα. Δεν ξέρουμε λοιπόν με ακρίβεια ούτε το πότε έζησαν, ούτε που έμαρτύρησαν, ούτε ποιος τους βασάνισε, οΰτε άλλες σχετικές πληροφορίες, έξω από τα ονόματα τους, την ήμερα του μαρτυρίου τους και τον τρόπο της θυσίας τους.
Από τα ονόματα και τα βασανιστήρια τους μπορούμε να υπολογίσουμε ότι έμαρτύρησαν τον τρίτο αίώνα, σε κάποια χώρα της Μεσογείου, ή οποία βρισκόταν τότε υπό την εξουσία της απέραντης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ό πατέρας λεγόταν Τερέντιος, ή μητέρα Νεονίλλη και τα επτά παιδιά τους Σαρβήλος, Νιτας, Ίέρακας, Θεόδουλος, Φώτιος, Βήλη και Ευνίκη. "Ολοι ζούσαν μαζί σαν μία οικογένεια αγαπημένη και έλάτρευαν τον Θεό κρυφά στο σπίτι τους, γιατί φοβόντουσαν τους άγριους διωγμούς των ειδωλολατρών, πού έψαχναν παντού με λύσσα να βρουν τους Χριστιανούς και να τους παραδώσουν στην εξουσία των αρχόντων. "Ετσι έγινε και με τον Τερέντιο καί την οικογένεια του. Τον κατηγόρησαν στον ηγεμόνα καί εκείνος τον κάλεσε στο δικαστήριο για να κριθή αν ήταν Χριστιανός ή όχι. Έκεί από την πρώτη έρώτηση γονείς και παιδιά ώμολόγησαν ολόψυχα κι' ανεπιφύλακτα τον Χριστό.

— Ναί, άρχοντα, είμαστε όλοι μας Χριστιανοί, γιατί ό Χριστός είναι ό μόνος αληθινός Θεός, πού ενσαρκώθηκε για να σώση τον κόσμο. Τα είδωλα είναι άψυχα, ψεύτικα και δαιμονικά κατασκευάσματα. Κι ό αυτοκράτορας δεν εΐναι Θεός, αλλά ένας κοινός άνθρωπος σαν καί μας όλους. Μόνος αληθινός Θεός εΐναι ό Κύριος μας Ιησούς Χριστός ό Παντοδύναμος και Πανάγαθος.
Ή συνέχεια της δίκης απλή καί γνωστή σ' αυτές τις περιπτώσεις, θύμωσε ό ηγεμόνας καί διέταξε τον ανελέητο βασανισμό τους. Καί οί δήμιοι εκτέλεσαν αμέσως την διαταγή του. Κρέμασαν όλη την οικογένεια πάνω από μια φωτιά καί άρχισαν με σιδερένια νύχια να τους ξεσχίζουν τις σάρκες τους. Καί δεν έφτανε το διπλό αυτό μαρτύριο, αλλά έρριχναν πάνω στις πληγές τους ξύδι καί αλάτι, για να κάνουν να υποφέρουν πιο πολύ. Εκείνοι οί μακάριοι ύπέμεναν χωρίς παράπονο για την πίστη τους καί προσεύχονταν προς τον Κύριο να τους δίνη κουράγιο. Καί ό ένας έστήριζε τον άλλον με θαυμαστό ζήλο καί έλεγε να υπομείνουν όλοι ως το τέλος καί κανείς να μη λυγίση από τα φοβερά βασανιστή ρια.
Ό Πολυέλαιος Κύριος μας, πού παρακολουθούσε την τρομερή αυτή άναμέτρησι, όπως παρακολουθεί καί την ζωή όλων μας πάντοτε (κι εμένα, πού γράφω αυτήν την ώρα κι εσένα, πού διαβάζεις αυτήν την Ιστορία), έστέλνε τους αγγέλους του καί ελευθέρωναν τους Μάρτυρες από τα δεσμά τους και θεράπευαν αμέσως θαυματουργικά όλες τις πληγές τους. Οι άπιστοι, πού έβλεπαν τα θαύματα τούτα ξαφνιάστηκαν και φοβήθηκαν πολύ. Σταμάτησαν τα μαρτύρια και έκλεισαν τους πιστούς όμολογητές στην φυλακή.

Την άλλη μέρα οι δήμιοι άρχισαν να τους δέρνουν καί πάλι με ρόπαλα και μετά τους έδεσαν στους μεγάλους τροχούς καί συνέχισαν τον ξυλοδαρμό. Με την χάρι του Θεού όμως οί εννέα Αγιοι, πού προσεύχονταν συνεχώς, έμεναν άβλαείς. Τότε δόθηκε ή διαταγή να τους ρίξουν στα κλουβιά με τα πεινασμένα λιοντάρια. Άλλα καί πάλι ό Κύριος τους έπροστάτευσε καί τα θηρία δεν τους πείραξαν.
"Εκπληκτοι καί σαστισμένοι οί δήμιοι με τα πολλά θαύματα, πού εβλεπαν, δεν ήξεραν τι κάνουν. Ό άρχοντας ούρλιαζε από θυμό. Τότε σκέφθηκαν τα καζάνια με την βραστή πίσσα καί τους έρριξαν όλους μέσα έκεί. Ή δύναμι του Θεού όμως είναι υπέρτερη από κάθε άλλη δύναμη καί θαυματουργικά μετέτρεψε την πίσσα σε καθαρό καί δροσερό νερό καί οί πιστοί Μάρτυρες του έμειναν για άλλη μια φορά υγιείς καί απείραχτοι καί δόξαζαν συνεχώς τον ύπερένδοξο Κύριο μας.
Καί το σύντομο Συναξάρι της αγίας οικογενείας τελειώνει με αυτά τα λόγια: «Βλέποντες δε οί άσεβείς ότι διαφυλάττονται οί "Αγιοι αβλαβείς από τα βάσανα, απέκοψαν με το ξίφος τάς κεφάλας των καί οΰτως ελαβον οί μακάριοι τους στεφάνους του μαρτυρίου». Ηταν ή 28η του μηνός ,Οκτωβρίου.
"Ω, αγία οικογένεια του Τερεντίου καί της Νεονίλλης, μη παύσετε να ικετεύετε καί για μας τους αμαρτωλούς καί ό Θεός μας ό Πανάγαθος να μας αξίωση να έχουμε εσάς ως πρότυπον της οικογενειακής μας ζωής καί να δίνουμε όλοι παντου καί πάντοτε την καλήν όμολογίαν της Πίστεως. Αμήν.

Από το βιβλίο του Π.Μ.Σωτήρχου''Παιδομάρτυρες''

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΓΙΑ ΡΑ"ΙΣ-Η δωδεκάχρονη παρθενομάρτυς

Μικρός ό βίος της, πού διεσώθη. Μικρή ή ηλικία της, αλλά μεγάλος ό άθλος και ή δόξα της ανήλικης Αγίας Ραΐδος, πού θυσιάστηκε για την αγάπη του Χρίστου στα δώδεκα της χρόνια! "Αλλα κορίτσια στην ηλικία της παίζουν με τα παιχνίδια τους και τις κούκλες ή ονειρεύονται το κοσμικό τους μέλλον και τις χαρές του μάταιου κόσμου. Αντίθετα ή μικρή Ραΐδα oλα τα είχε περιφρονήσει άπό μικρή και δεν αγαπούσε και δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο από τον Κύριο μας Ίησού Χριστό, τον Δημιουργό και Σωτήρα του σύμπαντος καί τον πιο μεγάλο, τον πιο αληθινό καί ασύγκριτο φίλο καί προστάτη των παιδιών. Κι όπως αναφέρει ό Συναξαριστής στα «Μηναία» (μήνας Σεπτέμδριος ΚΓ') :

«Ποθούσα κάλλος ή Ραΐς Θεού βλέπειν σαρκός το κάλλος έκδίδωσι τω ξίφει».
Καί σε σημερινή άπόδοσι:
«Ή Ραΐς ποθώντας να δη την ομορφιά του Θεού θυσίασε με το ξίφος την ομορφιά της σάρκας».
Δεν εΐναι ή πρώτη και δεν είναι ή μόνη ανήλικη Αγία, πού έμαρτύρησε για τον Χριστό. Αμέτρητα είναι τα αγόρια και τα κορίτσια, πού έθυσίασαν την ζωή τους και τις χαρές του κόσμου τούτου για τον Κύριο. Στρατιές από, μικρούς ενσαρκους αγγέλους, πού χαίρονται τώρα στην Βασιλεία των Ουρανών. Έκείνο, πού ξεχωρίζει την Ραΐδα από όλες τις άλλες μορφές των παιδιών, πού αγίασαν με το μαρτύριο, είναι ότι δόθηκε μόνη της, εθελοντικά στο μαρτύριο, χωρίς κανείς να την βιάση σε κάτι τέτοιο, Αντίθετα μάλιστα προσπάθησε και αγωνίστηκε να φτάση ως το μαρτύριο και να ξεπεράση τα εμπόδια, πού συναντούσε. Είναι μια από τις σπάνιες, άλλα και τόσο ώραΐες και μεγάλες κορυφώσεις έθελοθυσίας από αγάπη. Κι' όλα αυτά τα μαρτύρια και ό αποκεφαλισμός, οί σκληρές και άγριες ώρες, πού λυγίζουν ακόμη καϊ τους μεγάλους, να γίνονται σ΄' ένα κοριτσάκι δώδεκα χρονών και το κοριτσάκι αυτό αντί να λιπόψυχη και να άποφεύγη τον πόνο, να ζήτα μόνο του, από αγάπη και μόνο, τα βάσανα και τον θάνατο για την αγάπη και την δόξα του Θεού! "Ω., Κύριε των Δυνάμεων, πόσο θαυμαστά ξέρεις να μας διδάσκης και να μας δίνης οδηγούς για την ζωή μας κι' ας είμαστε εμείς τόσο ράθυμοι και σκληρόκαρδοι και εγωιστές και ανάξιοι για κάθε ευεργεσία. Πάντα το έλεος σου είναι μεγαλύτερο από κάθε σκέψη και από κάθε φαντασία της αμαρτωλής καρδίας μας!...

"Ας σταθούμε όμως μέσα στις λίγες αράδες, πού διέσωσαν για την Ραΐδα οί Συναξαριστές, μέσα στις μυριάδες των Άγιων και των Μαρτύρων, πού μετριούνται σε πολλά εκατομμύρια.
Γράφει λοιπόν το Συναξάρι της θαυματουργής Αγίας ότι γεννήθηκε στην πόλι Τάμμαν της Αιγύπτου. Δεν αναφέρεται όμως ή ακριβής ημερομηνία της γεννήσεως της. Πάντως υπολογίζεται ότι γεννήθηκε στο τέλος περίπου του τρίτου αιώνος. Ηταν κόρη ενός Χριστιανού ιερέως, -πού τον έλεγαν Πέτρο και είχε φροντίσει από νωρίς να της δώση χριστιανική ανατροφή και να της έμπνευση απεριόριστη πίστη και αγάπη για τον Χριστό. Μέρα και νύχτα ή μικρή Ραΐδα βρισκόταν μαζί με τον πατέρα της και ζούσε από κοντά την λατρευτική ζωή της Εκκλησίας, Κι όταν εξέφρασε την επιθυμία της να γίνη μοναχή, ό καλός πατέρας δέχτηκε μετά χαράς κι όχι όπως κάνουν σήμερα πολλοί γονείς, πού αρνούνται και αντιδρούν και αναστατώνουν τον κόσμο, εάν τα παιδιά τους αποφασίσουν να αφιερωθούν στο Χριστό...

Ευλόγησε λοιπόν ό ιερεύς Πέτρος την δωδεκάχρονη κόρη του, της έδωσε την ευχή του και τις καλές του πα¬ρικές συμβουλές και υστέρα την παρέδωσε στο γυναικείο μοναστήρι της Τάμμαν. Έκεί φόρεσε το σχήμα της δόκιμης μοναχής, μέχρι να φθάση στην νόμιμη ηλικία για να γίνη μοναχή.
Μια μέρα, πού πήγαινε μαζί με τις άλλες μοναχές στην πηγή για να κουβαλήση νερό, είδε ενα πλήθος από μοναχούς, μοναχές, κληρικούς και λαϊκούς, πού τους εΐχε συλλάβει ό σκληρός ηγεμόνας της περιοχής Λουκιανός. "Οταν έμαθε ότι τους είχαν δέσει γιατί ήταν Χριστιανοί και θα τους θανάτωναν, εάν δεν αρνιόνταν την πίστη τους, έτρεξε σαν μικρό έλαφάκι για να ένωθή μαζί τους και να όμολογήση τον Χριστόν Κύριον και Θεόν και Σωτήρα του κόσμου. Ό κομενταρίσιος (δεσμοφύλακας) την λυπήθηκε, καθώς την εΐΔε τόσο μικρή, με το μαύρο ράσο της και την σταμάτησε με καλό τρόπο:
— Που πας κοριτσάκι μου, εσύ με τους άλλους; Αυτούς θα τους σκοτώσουν αν επιμείνουν στην θρησκεία τους. Εσύ όμως γιατί να πεθάνης πριν από την ώρα σου; Κι οϋτε κανένας σε βιάζει να κάνης κάτι τέτοιο.
Είσαι μικρή ακόμα και δεν ξέρεις τι κάνεις...
— Ξέρω τι πιστεύω και τι κάνω, κομενταρίσιε, είπε θαρρετά ή μικρή Ραΐς. Κι οϋτε με νοιάζει πότε θα πεθάνω, τώρα ή αργότερα. Είμαι Χριστιανή και θέλω να ομολογήσω και να διακηρύξω την πίστη μου!

— Ξανασκέψου το, την συμβούλεψε ό δεσμοφύλακας.Είσαι τόσο μικρούλα. Κρίμα να χαθείς από τώρα, πρινγνωρίσης την ζωή και τον κόσμο.
— Για μένα δεν υπάρχει τίποτα πιο σπουδαίο από τον Χριστό και οποίος θυσιάζεται για τον Κύριο δεν πεθαίνει ποτέ του. Κατάλαβες; Μη στενοχωριέσαι λοιπόν για μένα και πες μου που είναι ό ηγεμόνας;
Της έδειξαν την αμαξά του κι' εκείνη χωρίς δισταγμό πλησίασε και είπε στον σκληρό Λουκιανό:
— "Αρχοντα Λουκιανέ, είμαι Χριστιανή κι' έτοιμη αν χρειασθή να πεθάνω για τον Χριστό και Θεό μου, πού τον αγαπώ και τον λατρεύω πάνω από όλα και από την ϊδια την ζωή !
— Μπα, μπα και τους δικούς μας θεούς δεν τους προσκυνάς, λοιπόν μικρή μου;
— Ούτε τους προσκυνώ, ούτε τους θεωρώ θεούς, αλλά ψεύτικα είδωλα καΐ τους περιφρονώ με όλη την καρδιά μου!


Ό Λουκιανός κάγχασε και μίλησε με άσέβεια για την πίστη των Χριστιανών. Ή Ραΐς αντί να του απάντηση με λόγια, έκανε ένα βήμα πιο κοντά στον ηγεμόνα και τον έφτυσε στο πρόσωπο. Εκείνος ξαφνιάστηκε στην αρχή με το τόλμημα της Ραΐδος και υστέρα ούρλιαξε από τον θυμό του, για την άπάντηση, πού πήρε στις βλασφημίες του κατά του αληθινού Θεού.
— Βασανίστε την! Σκοτώστε την! Κομματιαστέ την!
Ή μικρή Αγία όταν άκουσε τις φωνές του ηγεμόνα δεν ταράχτηκε ούτε φοβήθηκε. Ή καρδιά της χαιρόταν, πού θα υπέφερε για τον Κύριο, όπως κι' Εκείνος είχε υποφέρει πάνω στον σταυρό για την σωτηρία των ανθρώπων. Χαιρόταν, γιατί έφτυσε εναν εχθρό του Χρίστου, δπως κι Εκείνος είχε δεχθή «έμπτυσμούς» από τους βασανιστές του πριν σταυρωθή. Κι ακόμα έχαιρε, γιατί ό θάνατος της θα την εφερνε ολοκάθαρη καί πιο γρήγορα μπροστά στον θρόνο του Θεοϋ και θα μπορούσε να δη τις ομορφιές και τα μεγαλεία της Βασιλείας των Ουρανών.

Οι δήμιοι άρπαξαν την μικρή Ραΐδα και κατά διαταγήν του Λουκιανού, την βασάνισαν πολύ, πριν την αποκεφαλίσουν με ξίφος.
«Ποθούσα κάλλος ή Ραΐς Θεοϋ βλέπειν...»,
"Ετσι μόλις έπεσε στην γη το κομμένο κεφάλι της Αγίας ή ψυχή της πέταξε ψηλά στα ουράνια καϊ τότε ο πόθος της να δη την ομορφιά του Θεοϋ — μακάρι όλοι να την δουμε μια μέρα — έγινε πραγματικότης. Ό ίδιος ό Κύριος, πού στεφανώνει όλους τους Μάρτυρες, στεφάνωσε και την δωδεκάχρονη Ραΐδα με την αιώνια δόξα του Μαρτυρίου υπέρ Χρίστου και χαίρεται τώρα την «ά-νεκλάλητη χαρά» στους κόλπους του Αβραάμ. Άλλα κι' εδώ στη γη, ή Αγία Παρθενομάρτυς Ραΐς, θα λάμπη μέσα στο στερέωμα της μνήμης της Εκκλησίας, για να θυμίζη ότι ή δωδεκάχρονη 'Αγία έθυσίασε εθελοντικά την ζωή της για τον Κύριο και μας δείχνει πόσο πρέπει να αγαπούμε τον Χριστό και τίποτε να μη μας χωρίζη από Εκείνον, στον όποιον ανήκει, μαζί με τον Θεόν Πατέρα και το "Αγιον Πνεϋμα, ή δόξα, ή δύναμις και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν,

πηγή«Π.Μ.Σωτήρχος-Παιδομάρτυρες»

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ-Ένας μάρτυς υιός μαρτύρων(2 Σεπτεμβρίου)

Στη Βασιλεία του Χριστού κάθε ηλικία έχει να επιδείξει τους αντιπροσώπους της.

Γιατί κάθε ηλικία έχει προσφέρει σ' Αυτόν ό,τι διαλεχτό κι υπέροχο έχει να παρουσιάσει. Κι η εφηβική ηλικία, που είναι η πιο δύσκολη στη ζωή του ανθρώπου, έχει να προβάλει τους δικούς της.
Ο άγιος Μάμας είναι ένας απ' αυτούς. Διαλεχτός στους διαλεχτούς κι ωραίος στους ωραίους αποτελεί μια απ' τις πιο αγαπητές κι ηρωικές μορφές της Εκκλησίας μας των τριών πρώτων αιώνων.
Οι γονείς του Θεόδοτος και Ρουφίνα ζούσαν στη Γάγγρα της Παφλαγονίας και ήσαν χριστιανοί με μεγάλη κοινωνική θέση.
Την εποχή αυτή ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός κίνησε σκληρό διωγμό ενάντια στους χριστιανούς (270-275 μ.Χ.).
Μεταξύ των πρώτων συνελήφθη ο Θεόδοτος κι αφού ανακρίθηκε κι ομολόγησε τον Χριστό, ρίχτηκε στις φυλακές της Καισαρείας.
Η σύζυγος του, η ενάρετη Ρουφίνα, σαν έμαθε τη φυλάκιση του συντρόφου της, αν και ήταν ετοιμόγεννη, έτρεξε να τον συναντήσει. Εκεί με παρρησία ομολόγησε και αυτή την πίστη του Χριστού, που φλόγιζε την καρδία της, με αποτέλεσμα να κλεισθεί στη φυλακή.
Δύο αδελφές ψυχές, ευγενικές κι αγαπημένες, ενωμένες στη χαρά και στον πόνο. Μια νύχτα η Ρουφίνα εκεί στη σκοτεινή κι υγρή φυλακή, έφερε στον κόσμο το παιδάκι της. Η καρδιά της σκίρτησε από χαρά. Αλλά μόνο για μια στιγμή. Όταν πήρε το παιδάκι της να το δείξει στον σύζυγο της, τον καλό Θεόδοτο, τον βρήκε νεκρό. Τα μαρτύρια τα πολλά που δοκίμασε για την πίστη και την αγάπη του Χριστού, τον οδήγησαν πρόωρα στον θάνατο. Η πονεμένη μάνα με συντριβή ψυχής έβαλε το παιδί στην αγκαλιά του, γονάτισε δίπλα του κι έκαμε με δάκρυα την προσευχή της. Ύστερα έγειρε δίπλα του για να μη σηκωθεί ποτές. Την ίδια νύχτα παρέδωσε κι αυτή το πνεύμα. Η ψυχή της πέταξε κοντά στον Χριστό, που αγάπησε με την καρδιά της. Τα βάσανα και οι ταλαιπωρίες της φυλακής την οδήγησαν τόσο γρήγορα στον ουρανό, κοντά στον μάρτυρα σύζυγο της.
Και το παιδί της; Ορφανό, πεντάρφανο μένει τώρα! Τι άραγε θα γίνει; Την απάντηση δίνει το πνεύμα του θεού! "Ορφανόν και χήραν αναλήψεται". Το ορφανό και τη χήρα τα παίρνει υπό την προστασία του ο Θεός. Και να!
Μια ευσεβής γυναίκα, η Αμμία Ματρώνα οδηγημένη από ένα άγγελο πηγαίνει στη φυλακή. Παίρνει τα λείψανα των μαρτύρων γονιών και τα ενταφιάζει με σεβασμό. Ύστερα παίρνει στο σπίτι και το παιδί κι αναλαμβάνει με προθυμία και στοργή την ανατροφή του. Από τα πρώτα ψελλίσματά του "μάμα-μάμα" του έδωκε το όνομα Μάμας. Κοντά στην καινούργια μανούλα του το παιδί μεγάλωσε με της πίστης τ' άγιο "κι άφθαρτο μάννα". Και το τίμησε. Όχι μόνο ο ίδιος από παιδί αγωνιζόταν να ζει τη χριστιανική ζωή, αλλά και φρόντιζε τα όσα μάνθανε, να τα διδάσκει και στα παιδιά της ηλικίας του. Υπεράξιο παιδί αξίων γονιών, μα κι υπέροχης θετής μητέρας του.
Η διαγωγή αυτή και ο ζήλος του μικρού ιεραποστόλου δεν άργησαν να γίνουν γνωστά. Κάποια μέρα μερικοί εχθροί της πίστεως τον έπιασαν και τον οδήγησαν μπροστά στον σκληρό ηγεμόνα Δημόκριτο. Εκείνος, σαν είδε το παιδί, προσπάθησε με κολακείες στην αρχή κι απειλές αργότερα να τον μεταπείσει από τις αρχές και την πίστη του. Μα δεν μπόρεσε. Όλες του οι προσπάθειες πήγαν χαμένες. Τότες άρχισαν τα βασανιστήρια. Το ξύλο, το πλήγωμα του κορμιού με σιδερένια νύχια, το κάψιμο των πληγών με αναμμένες λαμπάδες και τέλος το ρίξιμο στη θάλασσα με μια σιδερένια σφαίρα δεμένη στον λαιμό.
Το αποτέλεσμα;
Μηδέν!
Οι βάρβαρες πράξεις του χριστομάχου πήγαν άδικα. Η σφαίρα κόπηκε και το παιδί με τη βοήθεια ενός Αγγέλου βγήκε στη στεριά κι ανέβηκε σ' ένα βουνά της Καισαρείας. "Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει". Στο μέρος αυτό ο πιστός κι ηρωικός Μάμας έζησε μέχρι τα δεκαπέντε του χρόνια με συντροφιά τα λιοντάρια και τ' άλλα άγρια ζώα. Τα εξημέρωσε και τα εβοσκούσε και τ' άρμεγε για να τρέφεται, μα και να φιλοξενεί κι εκείνους που τον επισκέπτονταν, για ν' ακούσουν τα λόγια του και να διδαχθούν.
Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός κι η παρουσία του φλογερού κι αληθινά πιστού εφήβου έγινε και πάλι γνωστή. Για δεύτερη φορά οι εχθροί του Χριστού πήγαν και τον έπιασαν. Για άλλη μια φορά τα μαρτύρια επαναλήφθηκαν σκληρότερα κι αγριότερα. Μα και αυτή τη φορά τίποτα δεν έκαμαν. Ο μάρτυρας έμεινε και τώρα άκαμπτος. Καμιά δύναμη δεν στάθηκε ικανή να τον λυγίσει και να τον αλλάξει. Ούτε οι δελεαστικές υποσχέσεις, ούτε κι οι απειλές, μα ούτε και το ξέσχισμα του κορμιού, ούτε και το αναμμένο καμίνι. Ο νεαρός μάρτυρας με το χαμόγελο στα χείλη τα αντιμετώπισε όλα ψάλλοντας μαζί με τον απόστολο Παύλο τα λόγια της παρρησίας και της βαθιάς πίστεως: "Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχώρια ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα"; Και την απάντηση την έδινε πάλιν ο ίδιος επαναλαμβάνοντας μ' απόλυτη πεποίθηση του Αποστόλου τα λόγια: "Πέπεισμαι ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών" (Ρωμ. η' 35-39). Καμιά δύναμη ούτε κι ο θάνατος δεν μπορεί να με αποσπάσει από σένα, Χριστέ μου. Ναι! Ούτε κι ο θάνατος. Και το απέδειξε.
Τα βασανιστήρια συνεχίστηκαν. Μα ο δεκαπεντάχρονος έφηβος έμεινε αλύγιστος. Ταπεινωμένος και ντροπιασμένος ο ασεβής ηγεμόνας από το θάρρος και την αντοχή του έδωσε διαταγή να, τον θανατώσουν. Κι ο δήμιος με μια σιδερένια τρίαινα (τρικάνι) τον κτύπησε στην κοιλιά. Ο γενναίος αθλητής έπεσε κάτω κι αφήκε την αγνή ψυχή του να πετάξει κοντά σ' Εκείνον, που αγάπησε και πόθησε και λάτρεψε, μα και κοντά στους μάρτυρες γονείς. Σύντομη υπήρξε η ζωή του. Σύντομη αλλά μεγαλειώδης και παραδειγματική. Νέος ήταν κι αυτός. Ναι! Νέος, στην άνοιξη της ζωής, με δυσκολίες και προβλήματα και πειρασμούς. Όμως δεν παρασύρθηκε. Δεν πλανήθηκε. Δεν λύγισε. Έμεινε πιστός κι ακλόνητος στις αρχές του μέχρι θανάτου. Για να διδάσκει. Και να δείχνει τον δρόμο σε όσους νοσταλγούν και ποθούν και θέλουν να ζήσουν μια ζωή ανώτερη. Μια αληθινή ζωή.
Στήν Κύπρο ο άγιος Μαμάς είναι ένας πολύ σεβαστός και δημοφιλής άγιος, Πολλοί ναοί και παρεκκλήσια, μα και χωριά φέρουν το όνομα του (Σ όλη την Κύπρο 66 ναοί περίπου είναι αφιερωμένοι στον Άγιο Μάμα).. Αλλά και πολλές κυπριακές παραδόσεις κυκλοφορούν μεταξύ του λαού γύρω από την άγια μορφή του. Μια τέτοια παράδοση που δημιουργήθηκε, όπως φαίνεται, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, δίνει μια πολύ όμορφη ερμηνεία της εικονογράφησης του αγίου, καβάλα σ' ένα λιοντάρι και μ' ένα αρνί στα χέρια. Μια χρονιά οι φοροθέτες τον έβαλαν να πληρώσει βαρύ κεφαλικό φόρο. Επειδή ο Άγιος αρνιόταν, κλήθηκε από τον διοικητή σε απολογία. Στον δρόμο που ερχόταν μαζί με τη συνοδεία των στρατιωτών που τον βρήκανΣύμφωνα με τη σχετική παράδοση ο άγιος Μάμας ήταν ένας φτωχός ερημίτης, που ζούσε σε μια σπηλιά κοντά στην κωμόπολη Μόρφου.  και τον ακολουθούσαν, ένα λιοντάρι πετάχτηκε μπροστά τους κι άρπαξε ένα αρνί, που κυνηγούσε. Ο Άγιος έκαμε νόημα στο θηρίο να σταματήσει, και ν' αφήσει το θύμα του. Το λιοντάρι υπάκουσε. Σταμάτησε με μιας, κι άρχισε να κουνάει την ουρά του, για να δείξει την υποταγή του. Ο αθλητής, κουρασμένος όπως ήταν από την οδοιπορία, πήρε το αρνί στα χέρια κι αφού καβαλίκεψε το θηρίο συνέχισε τον δρόμο του προς το Διοικητήριο... Όταν ο Διοικητής αντίκρυσε το απίθανο αυτό θέαμα, έδωκε διαταγή ν' αφήσουν ελεύθερο τον αθλητή και να τον απαλλάξουν απ' τη φορολογία σ' όλη του τη ζωή. Ο Άγιος αφήκε το αρνί σαν δώρο στον Διοικητή κι έφυγε.
Μια άλλη παράδοση αναφέρει, πώς το άγιο λείψανο του μάρτυρα μεταφέρθηκε στην Κύπρο από τη Μ. 'Ασία και τάφηκε στη Μόρφου. Ένας μεγαλοπρεπής ναός κτίστηκε δίπλα στη λάρνακα που φιλοξένησε το άγιο λείψανο του και πολλά θαύματα γίνονται κάθε φορά σε όσους με πίστη καταφεύγουν στη χάρη του.
Η φήμη του αγίου ως θαυματουργού είναι πολύ πλατιά διαδεδομένη στο νησί μας. Ο Λεόντιος Μαχαιράς (Κύπριος χρονογράφος του ΙΕ' αιώνος). στο χρονικό του λέει γι' αυτόν χαρακτηριστικά: "Άν ήτουν να γράψω ταίς γιάσεις του ως του νάζουν δεν έφταναν". Κάθε χρόνο στίς 2 του Σεπτέμβρη πλήθη χριστιανών τρέχουν να τιμήσουν τον μάρτυρα με πανηγυρικές λειτουργίες κι αγρυπνίες. Η μεγαλύτερη όμως τιμή, που μπορούμε όλοι να του προσφέρουμε είναι να μιμηθούμε το παράδειγμα του. Μας φαίνεται δύσκολο; Ναι! Μπορεί να 'ναι. Εδώ όμως βρίσκεται το αληθινό μεγαλείο
ΠΗΓΗ