"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Οι κίνδυνοι της "διεθνοποίησης" του Συνταγματικού Δικαίου

Του Χαράλαμπου Ανθόπουλου
Επίκουρου καθηγητή στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

Η αναζήτηση και η συστηματοποίηση των εν ευρεία έννοια συνταγματικών κανόνων που διέπουν τα θεμελιώδη δικαιώματα έχουν γίνει μια δύσκολη υπόθεση, ακόμη και για τους εξειδικευμένους νομικούς. 

Η επίλυση των νομικών προβλημάτων που σχετίζονται με τα θεμελιώδη δικαιώματα προϋποθέτει πλέον τον συνδυασμό μεταξύ εθνικών συνταγματικών κανόνων, κανόνων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και άλλων κρίσιμων ενδεχομένως κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων, κανόνων του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης στο σύνολό του, νομολογιακών αποφάσεων των Συνταγματικών ή Ανωτάτων Δικαστηρίων, καθώς και των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης. 

Πρόκειται για το φαινόμενο του λεγόμενου "πολυ-επίπεδου συνταγματισμού", το οποίο εκτός από τα πλεονεκτήματά του -είναι πολύ σημαντική, για παράδειγμα, η συμβολή της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην επαύξηση της προστασίας της ελευθερίας του Τύπου- έχει και ένα σοβαρό μειονέκτημα: την αβεβαιότητα του δικαίου και τελικά την υποκατάσταση του εθνικού συνταγματικού δικαίου στο πεδίο των θεμελιωδών δικαιωμάτων από ένα απρόβλεπτο υπερεθνικό νομολογιακό συνταγματικό δίκαιο. Πράγματι, τα δύο Ευρωπαϊκά Δικαστήρια δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τους κανόνες και τον ρόλο των εθνικών Συνταγμάτων και σε κάποιες περιπτώσεις -τελευταία ολοένα πιο συχνές- δείχνουν να θέλουν να αποδεσμευθούν πλήρως από τα Συντάγματα αυτά.

Οσον αφορά ειδικότερα τα κοινωνικά δικαιώματα και την εφαρμογή τους από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αυτή η τάση ίσως ενισχυθεί περαιτέρω μετά την ενεργοποίηση της Συνθήκης της Λισσαβόνας από την 1η Δεκεμβρίου 2009 και την ταυτόχρονη θέση σε ισχύ του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Είναι κατ' αρχήν χαρακτηριστικό ότι από τον Χάρτη απουσιάζει το δικαίωμα-σύμβολο του ευρωπαϊκού κοινωνικού Συνταγματισμού του 20ού αιώνα, δηλαδή το κοινωνικό δικαίωμα στην εργασία. Αλλά και η όλη σύλληψη των κοινωνικών δικαιωμάτων είναι προσαρμοσμένη στη λογική του "συνταγματισμού της αγοράς", που αποτελεί πλέον την επίσημη συνταγματική ιδεολογία της ΕΕ.

Δηλαδή αυτά τα δικαιώματα ισχύουν και γίνονται σεβαστά μόνο κατά το μέτρο που δεν εμποδίζουν την άσκηση των θεμελιωδών οικονομικών ελευθεριών της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων, εμπορευμάτων, υπηρεσιών και κεφαλαίων και ελευθερία εγκατάστασης) και την ανάπτυξη μιας ενιαίας αγοράς με ελεύθερο και ανόθευτο ανταγωνισμό. 

Ακριβώς το αντίθετο απ' ό,τι ισχύει σε ορισμένα ευρωπαϊκά Συντάγματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα, στα οποία η οικονομική ζωή οργανώνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να ανταποκρίνεται στις βασικές αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης. 

Από αυτήν την άποψη οι πρόσφατες "αντικοινωνικές" αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Laval, Viking και άλλες) εμφανίζονται απόλυτα συνεπείς προς τη λογική του Χάρτη και δικαιολογούν την πρόβλεψη ότι στο σύστημα των δικαιωμάτων της ΕΕ δεν είναι αναγκαία τα κοινωνικά δικαιώματα.

Κόμματα και αυτοδιοίκηση

Από τον Χαράλαμπο Ανθόπουλο,
Επίκουρο Καθηγητή στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

Αποτελεί σταθερό γνώρισμα της ελληνικής νομοθεσίας για την Τοπική Αυτοδιοίκηση η απαγόρευση της επίσημης συμμετοχής των πολιτικών κομμάτων στις τοπικές εκλογές, δηλαδή με συνδυασμούς που φέρουν το όνομα ή το έμβλημά τους. Η απαγόρευση αυτή διατηρήθηκε και υπό τον «Καλλικράτη» (άρθρα 19 παρ. 5 και 121 παρ. 5 του ν. 3852/2010). Φυσικά δεν μπορεί να απαγορευθεί στα πολιτικά κόμματα η εκδήλωση υποστήριξης υπέρ συγκεκριμένων συνδυασμών -κάτι τέτοιο θα παραβίαζε την ελευθερία του πολιτικού λόγου-, αν και η υποστήριξη αυτή δεν επιτρέπεται να πάρει τη μορφή της χρηματοδότησής τους (βλ. τον πρόσφατο ν. 3870/2010).

Η απαγόρευση των κομματικών ψηφοδελτίων στις τοπικές εκλογές αποτελεί μια ελληνική ιδιαιτερότητα. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, για παράδειγμα στη Γαλλία ή στην Ιταλία, τα πολιτικά κόμματα μπορούν να λαμβάνουν μέρος «αυτοπροσώπως» στις τοπικές εκλογές και η σχέση τους με την ομάδα των αιρετών τους, ιδίως στο επίπεδο των περιφερειακών συμβουλίων, δεν διαφέρει ουσιωδώς από τη σχέση τους με τις Κοινοβουλευτικές τους Ομάδες.

Η σκέψη πάνω στην οποία στηρίζεται η ανωτέρω απαγόρευση, δηλαδή ότι η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων αποτελεί μια ουδέτερη ζώνη στην οποία δεν πρέπει να έχουν πρόσβαση τα πολιτικά κόμματα, δεν βρίσκεται σε αρμονία προς τα συνταγματικά δεδομένα. Πράγματι, κατά το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα, τα πολιτικά κόμματα αποτελούν τον βασικό -αν και όχι τον αποκλειστικό- δίαυλο άσκησης της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία εκφράζεται τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο, δηλαδή όχι μόνο διά του Κοινοβουλίου, αλλά και διά των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων. Εκτός από συνταγματικά προβληματική, η σχετική ρύθμιση είναι βέβαια και προσχηματική. Κατά τη μεταπολιτευτική ιδίως περίοδο οι τοπικές εκλογές είναι στενά συνδεδεμένες με τον εθνικό κομματικό ανταγωνισμό και τα όποια συμπτώματα «αποκομματικοποίησής» τους οφείλονται στη γενικότερη κρίση των κομμάτων και όχι στην απαγόρευση αυτή καθ’ εαυτήν.

Η εικονική αυτή ρύθμιση έχει όμως και κάποιες συγκεκριμένες συνέπειες που πρέπει να επισημανθούν. 

Κατά πρώτον, επιτρέπει στα κόμματα να εμφανίζονται αμέτοχα για την αναποτελεσματική ή και κακή διοίκηση των τοπικών υποθέσεων, έστω και αν έχουν δώσει το «χρίσμα» στον υπαίτιό της. 

Επιπλέον, από τη στιγμή που δεν τους καταλογίζεται πολιτική ευθύνη για τη λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τα κόμματα δεν έχουν ιδιαίτερο λόγο να ασχολούνται σοβαρά με τη χάραξη τοπικών πολιτικών. 

Τέλος, και αυτό ίσως είναι το πιο σημαντικό, εφόσον τα κόμματα δεν είναι οι κύριοι φορείς της διεξαγωγής των τοπικών εκλογών, περνάει αναγκαστικά σε δεύτερη μοίρα και το ζήτημα της εσωτερικής αποκέντρωσής τους σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. 

Μπορεί όμως να υπάρξει πολιτική αποκέντρωση -όπως αυτή που επιχειρεί ο «Καλλικράτης»- χωρίς εσωτερική αποκέντρωση των κομμάτων;