Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Heidegger. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Heidegger. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Ιουλίου 2021

Χειρόγραφα....

 



Χρειάστηκα συνήθη γραφική ύλη και ξαφνικά είδα μια επώνυμη σειρά με σημειωματάρια και μολύβια σε δυσθεώρητες τιμές. Φίλος από αυτό τον χώρο, μού εξήγησε πως ό,τι σχετίζεται με τη γραφή - εκτός των σχολικών - παρατηρείται  μια μικρή εμπορική αναγέννηση. Φαίνεται πως η γραφή με μολύβι , γόμμα και χαρτί επανέρχεται σαν μόδα «υψηλής τεχνολογίας» για λίγους , αφήνοντας την ψηφιακή γραφή στη «μάζα».

Ο ύστερος Χάιντεγκερ (1) είχε δει μια βαθύτερη σχέση Ανθρώπου-  Γραφής  και είχε περιγράψει με δραματικούς τόνους τη διαταραχή αυτής της σχέσης:

«Η γραφομηχανή επικαλύπτει την ουσία της γραφής και του γραφόμενου. Αποσύρει τον ‘Άνθρωπο από τη βασική του σχέση με τα χέρια. Μάλιστα δεν ζει καν αυτή την απόσυρση και δεν μπορεί να αναγνωρίσει ότι μετασχηματίζεται η σχέση του με το Είναι».

«Το  χέρι προστατεύει τη σχέση του με τον άνθρωπο και τα όντα. Το χέρι επενεργεί. Το χέρι «νοιάζεται» για τη γραφή, την επενέργεια ,το γραφόμενο. Όταν το διακύβευμα είναι θεμελιώδες ,λέμε «είναι σε καλά χέρια», ακόμα και όταν δεν χρειάζεται η φυσική επενέργεια των χεριών».

«Όταν η γραφή αποσυνδέθηκε από την ουσία της (από το χέρι) και άρχισε να μεταφέρεται στη μηχανή ,μετασχηματίστηκε η σχέση Ανθρώπου και Είναι. Δεν είναι τυχαίο πως η  τυπογραφία συμπίπτει με την νεωτερικότητα»

«Η τυπογραφία δημιούργησε ένα νέφος χωρίς πραγματικά σημεία».

Ο εντεκάχρονος  ήρωας του Καμάλ Νταούντ «Ζαμπόρ» (2) επεκτείνει ,ποιητική αδεία, τις δυνατότητες της γραφής. Αυτή θεραπεύει τον γράφοντα  αλλά και αυτούς για τους οποίους γράφει!

Στο ποιητικό σύμπαν του Ζαμπόρ συμβαίνουν περίεργα πράγματα: η γραφή, η χειρογραφή για την ακρίβεια  , επενεργεί παντού. Θεραπεύει ,διεισδύει, διαλύει και ανοίγει κόσμους, ενώ ταυτόχρονα προδίδει συναισθήματα, ιστορίες  και μυστικά. Ο Νταούντ όπως πολλοί Αλγερινοί είναι « μαθημένοι» στα  πολλαπλά αλφάβητα : λατινικό, αραβικό, φοινικικό , αρχαϊκό των νομάδων κλπ. ‘Έτσι, έχοντας ο ίδιος  το προνόμιο των πολλαπλών χειρογράφων,  όντας τελικά δεξιοτέχνης ,διαπραγματεύεται αριστοτεχνικά «τα ζητήματα της γραφής ,μέσω  της λογοτεχνικής  του μαγείας.

 

Αναφέρει ο Νταούντ:

 

«Απ’ αυτά τα κάπως ανόητα χρόνια της θρησκευτικής αφοσίωσης ,συγκράτησα πως το να γράφει κανείς ακούραστα στίχους πάνω σ’ ένα ξύλινο αβάκιο , η καμπύλη που διαγράφει το μελάνι στις λεπτές γραμμές των καλλιγραφικών χαρακτήρων , η φροντίδα που απαιτείται για να αναδειχθεί ο κάθε χαρακτήρας με το κατάλληλο πάχος, όλα αυτά είναι σαν εναπόθεση των χεριών πάνω σ’ ένα σώμα, σαν την απαρχή της ίασης που ξεκινά με την ψηλάφηση . Αν η γραφή γεννιέται απ’ το χέρι, μπορούμε τότε από το γράφημα να φτάσουμε ως την παλάμη και από την παλάμη , στη συνέχεια , ως την καρδιά ή ως την ασθένεια . Αυτός ήταν ο  μόνος άγραφος νόμος ετούτης της τέχνης   που ασκούσαν οι τάλεμπ και οι αφηγητές του Ιερού Βιβλίου προσπαθώντας να σώσουν απ΄ τη λήθη την ακριβή εκδοχή του λόγου του Θεού έτσι όπως τον αποκάλυψε ο Προφήτης. Αυτή ήταν η αιτία που ανέκαθεν θεωρούσα τον αδέξιο τρόπο γραφής σαν ένα ανησυχητικό μίασμα που συγγενεύει με την προδοσία ή με την επιδημία.» ( σ 154)

Το μοτίβο δεν είναι νέο.

Το παλαιό, αυθεντικό επανεισάγεται  όχι ως  προϊόν παλαιοπωλείου αλλά σαν κάτι νέο  εκλεκτό , ακριβό για λίγους  , βασισμένο στην  αυθεντική συνταγή. Η ψηφιακή μάζα είναι εγκλωβισμένη σε «σκληρούς δίσκους» και  διάτρητα clouds (o Χάιντεγκερ ονομάζει σχεδόν προορατικά, σύννεφο, την ίδια την τυπογραφία) . Οι πολλοί καταναλώνουν ψηφιακά ίχνη, δηλαδή ενέργεια και σπάνιες γαίες, ενώ οι λίγοι , οι εκλεκτοί , διατηρώντας  διπλογραμμένα σημειωματάρια  σπαταλούν  άνθρακα , ξύλο και γόμα. Οι πολλοί έχουν την ασφάλεια του αυτόματου διορθωτή ενώ οι λίγοι πρέπει να διακινδυνεύσουν μια ανορθογραφία ή να έχουν το λεξικό δίπλα , ακόμα και το ψηφιακό για να διορθώνουν.

Πόσο διαφορετικά θα διαβάζαμε τα βιβλία εάν οι συγγραφείς τους τύπωναν δίπλα στις σελίδες και κανένα χειρόγραφο;

 

Info :

1.-M.Heidegger (Parmenides1982)

2.-Κ.Νταούντ.Ζαμπόρ ή Οι Ψαλμοί ( 2021)

 

Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2018

Κάθοδος προς τη Βιολογία


 
 
 
To Blade Runner 2049 είναι μια ευχάριστη έκπληξη. Ενώ θα μπορούσε να γίνει μια πιο ποπ συνέχεια , διατήρησε το σκοτεινό σχεδόν πεσιμιστικό χαρακτήρα του πρώτου Blade Runner. H δραματουργική συνέχεια διατήρησε με έξυπνο τρόπο τον καμβά του πρώτου έργου με εξέλιξη των χαρακτήρων και δύο από τους βασικούς ηθοποιούς της αρχικής διανομής. Από το αρχικό BD στο BD 2049 υπάρχει μια ενδιαφέρουσα φιλοσοφική διολίσθηση.
Στην πρώτη ταινία κυριάρχησε η υπαρξιακή αγωνία των κλώνων της Tyrell. Είναι πλήρη ανθρώπινα όντα με ανεπτυγμένες όλες τις νοητικές και συναισθηματικές διαστάσεις , ένα ενεργό ασυνείδητο , βασανίζονται όμως από το υπαρξιακό τραύμα της βιομηχανικής καταγωγής τους : οι κλώνοι δεν γεννιόνται αλλά κατασκευάζονται ως βιομηχανικό προϊόν και το ασυνείδητο τους εμφυτεύεται, ως πακέτο bytes,  δεν αναπτύσσεται οργανικά.
Όμως η καταληκτική σκηνή  του Roy ( Ρούτγκερ Χάουερ) παρουσιάζει ένα αυθεντικό  θάνατο ενός ανθρώπου με διασταλμένες τις υπαρξιακές εντάσεις. Ο Roy ευρίσκεται αντιμέτωπος με την πιθανότητα του θανάτου του , ψηλαφεί το τέλος του και τελικά τον βιώνει με ένα συγκλονιστικό τρόπο.
Στην Χαιντεγκεριανή ανάλυση για τον θάνατο ( Είναι και Χρόνος) η ατομική σχέση με τον επερχόμενο θάνατο είναι μοναδική και καθορίζει την αυθεντικότητα του βίου. Με μια έννοια , ο Roy κατακτά την ανθρώπινη του υπόσταση ακριβώς με τον τρόπο που προσεγγίζει , ψηλαφεί τον θάνατο του. Ο  μονόλογος του  καταλήγει με την φράση : Time to die . Αυτή η προσέγγιση του θανάτου ως ατομικής υπόθεσης  ενός επερχόμενου «μη συμβάντος» , όχι μιας βιολογικής αλλαγής αλλά μιας υπαρξιακής ροής αυτοσυνειδησίας , λύνει σεναριακά το υπαρξιακό ζήτημα που διατρέχει την ταινία. Οι «κλώνοι» είναι τελικά άνθρωποι.
Στο BD 2049 το υπαρξιακό διερώτημα επανεισάγεται ως βιολογικό ζήτημα. Η ταύτιση με τους ανθρώπους δεν αναζητείται στον αυθεντικό βίο αλλά στην βιολογική εκκίνηση.
Η φιλοσοφική παλινδρόμηση γίνεται από τον BD των σχέσεων στον BD2049 των βιολογικών ταυτοτήτων.
Οι κλώνοι «ρίχνονται»  κανονικά στον κόσμο ως ρεαλιστική απεικόνιση μιας άλλης Χαιντεγκεριανής προβληματικής (πηγή). Ταυτόχρονα αναζητούν μια βιολογική ταυτότητα , ένα όνομα, δεν θέλουν να  λειτουργούν με το σειριακό αριθμό παραγωγής , όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Ντέκαρντ ( Χάρισον Φορντ). Το αίτημα της βιολογικής ταυτότητας γίνεται κατόπιν στην δραματουργική εξέλιξη, συλλογικό και θέτει την παρακαταθήκη για μια πιθανή συνέχεια της σειράς.
Παρότι το  BD 2049 διατηρεί την κινηματογραφική φινέτσα ενός υπαρξιακού φιλμ νουάρ, αναδιατυπώνει τα ζητήματα σε ένα επίπεδο «χαμηλότερα». Κινηματογραφικά αυτή η αναδιατύπωση γίνεται πιο εύκολα καθώς στο BD 2049 , ο κόσμος έχει κατακλυσθεί από εύκολα αναπαραγόμενους κλώνους, οργανικά ολογράμματα . Η αναζήτηση μιας βιολογικής ταυτότητας γίνεται σχεδόν μονόδρομος σε ένα κόσμο πληθώρας ομοιωμάτων.  Ακόμη και η έμφυλη ερωτική σχέση ολοκληρώνεται με το «έτερο ήμισυ» ως διαχείριση ενός ηλεκτρονικού ομοιώματος gadget  με αέναες λειτουργίες “on off”.  Το βιολογικό επίδικο γίνεται συγκριτικά το μόνο αυθεντικό στον ολοκληρωτικό κόσμο των ομοιωμάτων.
Έτσι η ενιαία ιστορία των BD αναδύει μια φιλοσοφική πολιτική οπισθοχώρηση. Στην πρώτη φάση μερικοί λίγοι κλώνοι αναζητούν μια υπαρξιακή τελείωση , αγωνίζονται και τελικά ένας θάνατος αναδύει ένα αυθεντικό ανθρώπινο βίο. Στη δεύτερη φάση μια συλλογικότητα κλώνων «ανθρωποποιείται» μέσω ενός δίκαιου αγώνα με ένα καθαρό βιολογικό επίδικο. Μια άλλη Χαιντεγκεριανή διάζευξη αναδεικνύεται στην ενιαία ιστορία. Στην πρώτη φάση οι κλώνοι διακατέχονται από τον υπαρξιακό τρόμο ( Angst) δεν φοβούνται τις εκάστοτε συγκεκριμένες απειλές ΄ και για αυτό εμφανίζουν μια ηρωική συμπεριφορά στις μάχες. Παραλύουν  όμως υπαρξιακά όταν οι συνθήκες  τους αμφισβητούν καθολικά το   «εν τω κόσμω είναι» τους, την ανοικτότητα των σχέσεων τους με τον κόσμο.  Αντίθετα στο BD 2049 οι κλώνοι είναι  μαχητές ήρωες χωρίς ταλαντεύσεις και υπαρξιακούς τρόμους.
Τα θεμέλια του BD ευρίσκονται στην δεκαετία του 60 ,στη νουβέλα του Ντικ με τον τίτλο «Ονειρεύονται οι κλώνοι ηλεκτρικά πρόβατα;».  Από το 1960 στο 2020 η διολίσθηση της προβληματικής των ταινιών ( από τον αυθεντικό βίο στην βιολογική εκκίνηση ) συνάδει με μεταβολή της συγκυρίας. Εδώ και 20 χρόνια ο προβληματισμός για την βιολογική συγκρότηση της ταυτότητας εισάγεται στον δημόσιο λόγο  με βάναυσες φυλετικές θεωρίες. Ο τρομερός κλώνος Roy παραμένει μια μοναδική ανθρώπινη φιγούρα κατευθείαν από τα 60ς των υπαρξιακών αναζητήσεων  την ώρα που οι μαχητές του 2049 ,ως ηρωικές φιγούρες, αναζητούν αδέλφια και τεκμήρια γεννήσεων.
 
 

 

Πέμπτη 27 Ιουλίου 2017

Φαντασιακά τεκμήρια αστήρικτες θεωρίες


 
 
 
 
Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών ένα άρθρο του Θ.Γεωργίου με τίτλο «Δημοσιονομικός Πατριωτισμός ;» (πηγή).Στο άρθρο διατυπώνεται μια πραγματολογική παρατήρηση για μια υποτιθέμενη εθελοντική καταβολή φόρων και μια θεωρητική αναφορά η οποία παραλλάσσει τον «συνταγματικό πατριωτισμό» προς τον αναδυόμενο «δημοσιονομικό πατριωτισμό» .

Ο ΘΓ αναφέρει

Το φαινόμενο της φοροδιαφυγής είναι παθολογικό φαινόμενο που εντοπίζεται διά γυμνού οφθαλμού. Τα τελευταία όμως χρόνια της κρίσης διαπιστώνουμε ότι τα πράγματα σχετικά με τη δημοσιονομική προσαρμογή αλλάζουν ριζικά. Αυτό αποδεικνύεται με τα περίφημα «πλεονάσματα» και τη δημοσιονομική πειθαρχία.

Ακόμη αναφέρει :

Το φαινόμενο της δημοσιονομικής κρατικής πειθαρχίας, είναι το αποτέλεσμα της ορθολογικής στάσης των φορολογουμένων στις τεχνοκρατικές συμφωνίες (μνημόνια) που υπογράφει η κυβέρνηση με τους εταίρους-δανειστές προβλέποντας κατά τις επόμενες δεκαετίες «πλεονάσματα», τα οποία προκύπτουν από τις εισπράξεις των φόρων.

Είναι φανερό πως ο ΘΓ στηρίζει μια ολόκληρη θεωρία σε μια φαντασίωση. Δεν υπάρχει φορέας άτομο ή συλλογικότητα που να έχει παρατηρήσει ή ανακοινώσει τέτοιο φαινόμενο. Δεν προκύπτει από πουθενά ότι τα φυσικά η νομικά πρόσωπα που έχουν την δυνατότητα να αποφύγουν φόρους δεν την χρησιμοποιούν στο όνομα μιας νέας ηθικής στάσης απέναντι στο κράτος. Η αύξηση των φόρων προέρχεται εξ’ ολοκλήρου από την αύξηση των συντελεστών , τους διασταυρούμενους ελέγχους γενικά από την τεχνική  επέμβαση στον φορολογικό μηχανισμό.

Το ενδιαφέρον είναι πως αυτή η φανταστική ατεκμηρίωτη εικόνα είναι το βάθρο επί του οποίου στηρίζεται μια θεωρητική κατασκευή η οποία πάσχει περισσότερο

Ο ΘΓ διευκρινίζει ότι εμπνέεται από τον Συνταγματικό Πατριωτισμό της μεταπολεμικής Γερμανίας. Ενώ περιγράφει την ευρύτητα του φαινομένου, ωστόσο υποτιμά τις ιστορικές ορίζουσες του  .  Ο αναφερόμενος Συνταγματικός Πατριωτισμός  είναι μια πετυχημένη επιχείρηση υπέρβασης του προπολεμικού Πατριωτισμού του «εδάφους και του αίματος» που οδήγησε την Ευρώπη στον ναζιστικό όλεθρο που έπρεπε αναγκαστικά να γίνει σε σχετικά μικρό διάστημα ως μονόδρομος. Η επίκληση των αξιών του διαφωτισμού και όχι του εθνικού κράτους ήταν αναγκαία, έτσι ώστε  η Γερμανία να απομακρυνθεί τελείως από τη δομή και τις αξίες του ναζιστικού  κράτους. Δεν υπήρξε ένα γενικό σχέδιο εν μέσω πολλαπλών επιλογών  αλλά μια προσηλωμένη και προσανατολισμένη πορεία αποστροφής από τις αξίες του «Boden und Blud» .

Η αναλογία ενός ειδικού ζητήματος του ελληνικού κράτους με μια θεμελιακή συνθήκη συγκρότησης ενός άλλου κράτους είναι άστοχη. Αν συνεχίσουμε την λογική του ΘΓ θα μπορούσαμε να αναζητήσουμε ένα «Αστυνομικό Πατριωτισμό» όπου οι πολίτες θα συνδράμουν την αστυνομία πέραν των τυπικών υποχρεώσεων ένα «Στρατιωτικό Πατριωτισμό» όπου θα πρέπει να ενισχυθούν οι οργανώσεις εθελοντών και ένα πλήθος μερικών πατριωτισμών , χωρίς τέλος. Ταυτόχρονα σε μια σειρά από λειτουργίες η ελληνική κοινωνία δείχνει αξιοσημείωτο «πατριωτισμό» συνδράμοντας το κράτος ( πρόσφυγες, πυροπροστασία, κλπ)

Ο ΘΓ αναφέρει:

Το δεύτερο επίπεδο δεν έχει να κάνει με την αλλαγή στον κοινωνικό βιόκοσμο. Συνδέεται περισσότερο με τον συνειδησιακό μετασχηματισμό και με την αντίληψη σύμφωνα με την οποία το κράτος δεν είναι μια ουδέτερη και εξωτερική οντότητα προς τα άτομα και τους πολίτες.

Το πρόβλημα είναι πως ο ΘΓ αναφέρεται γενικά στο «κράτος» χωρίς αναφορά στις λειτουργίες του και το τοποθετεί ως ενιαίο ως εξωτερική και ουδέτερη οντότητα.  

Το ζήτημα στην Ελλάδα δεν είναι πως το κράτος  είναι γενικώς ουδέτερο αλλά πως ειδικές λειτουργίες του πάσχουν επιχειρησιακά ως υποσυστήματα. Το θεώρημα του ΘΓ να ανυψώσουμε ένα ή άλλα  υποσυστήματα στο ανώτατο επίπεδο του πατριωτισμού , στο αντίστοιχο ύψος του Γερμανικού Πατριωτισμού παραπέμπει απ’ ευθείας σε υπερσυντηρητικές σχεδόν ολοκληρωτικές απόψεις για το κράτος.

Στην περίοδο της άμεσης εμπλοκής του Heidegger ( 1933-35) με το ναζιστικό καθεστώς έδωσε μια σειρά διαλέξεων πολιτικής φιλοσοφίας. Οι διαλέξεις ανακαλύφθηκαν μόλις το 1999 και αντικατοπτρίζουν την οπτική μιας υπερσυντηρητικής κατεύθυνσης. Γράφει ο Heidegger

«Η αγάπη του λαού για το κράτος, η επιθυμία και η έφεση για αυτό, εκφράζεται με θέσεις απόρριψης, ή αφοσίωσης , δηλαδή ο λαός νοιάζεται για την ουσία του κράτους»

Στις ίδιες διαλέξεις ο Heidegger διατυπώνει την αντίρρηση του για την φιλελεύθερη αντίληψη του κράτους ως μηχανισμό – οργανισμό λειτουργιών και προκρίνει ένα συμπαγές κράτος εντός του οποίου το φωτίζεται το «Είναι» των πολιτών .Ακόμη δυσπιστεί προς το κράτος διαχειριστή (Bismarck)  του εφικτού και την πολιτική ως ανώτατο πεδίο της σύγκρουσης ( Schmitt).

Οι υπερσυντηρητικοί αρνούνται να δεχθούν τις λειτουργίες του κράτους ως «τυπικές συμβάσεις» με τους πολίτες και εν συνεχεία επιχειρούν να τις "ανυψώσουν"   σε "ανώτερες" μη υπολογιστικές σχέσεις κράτους -πολίτη. Προσπαθούν να λύσουν τα "τεχνικά" ζητήματα μέσω μιας "υπέρβασης" .Είναι ενδιαφέρον πως για τον ΘΓ ο μοναδικός μετασχηματισμός του κράτους που ενδιαφέρει είναι ο «μετασχηματισμός σε «εισπρακτικό μηχανισμό» και φαίνεται να μην ενδιαφέρεται για το "χαμηλό" ΄ζήτημα των κρατικών παροχών που αντιστοιχούν στους συλλεγόμενους φόρους. 

Ο ΘΓ, λοιπόν,  εκκινεί από ένα ανυπόστατο, αναπόδεικτο φαντασιακό τεκμήριο και μετά το θεωρητικοποιεί  σε μια πολύ αμφίβολη κατεύθυνση . Το πρόβλημα δεν είναι η συγκεκριμένη περίπτωση αλλά η αίσθηση πως η τρέχουσα ιδεοκίνηση  ρέπει σε μια συνθήκη  χάους όπου  όλες οι αθεμελίωτες απόψεις κυκλοφορούν ανεξέλεγκτες.

Θ.Γεωργίου : Δημοσιονομικός Πατριωτισμός; 
Η παρατεταμένη κρίση έχει μεταφορικά και κυριολεκτικά τοποθετήσει την ελληνική κοινωνία μπροστά στον καθρέφτη της. Σε όλα τα πεδία συγκρότησης της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας εντοπίζονται οι δομικές παθογένειές της. Μία θεμελιώδης είναι αυτή που έχει να κάνει με τη σχέση που αναπτύσσει ο πολίτης με την οντότητα που ονομάζεται κράτος. Για την ελληνική πραγματικότητα, για τον πολίτη της πολιτικής κοινωνίας, το κράτος ορίζεται ως ένα εξωτερικό πράγμα, κάτι που τοποθετείται έξω και πέρα από τη δράση του ως ατόμου.

Δεν χρειάζεται να καταφύγει κανείς σε περισπούδαστες θεωρητικές αναλύσεις για να σκιαγραφήσει τη σχέση πολίτη-κράτους στην ελληνική πραγματικότητα. Το φαινόμενο της φοροδιαφυγής είναι παθολογικό φαινόμενο που εντοπίζεται διά γυμνού οφθαλμού. Τα τελευταία όμως χρόνια της κρίσης διαπιστώνουμε ότι τα πράγματα σχετικά με τη δημοσιονομική προσαρμογή αλλάζουν ριζικά. Αυτό αποδεικνύεται με τα περίφημα «πλεονάσματα» και τη δημοσιονομική πειθαρχία.

Εγκυροι οικονομολόγοι κάνουν τις σχετικές μελέτες. Το θεωρητικό μου ενδιαφέρον στη σύντομη αυτή παρέμβαση αναφέρεται στη στάση των πολιτών οι οποίοι αυτοπροσδιορίζονται ως φορολογούμενοι και ανταποκρίνονται πλήρως στις υποχρεώσεις τους απέναντι στο κράτος. Το ζητούμενο είναι να ερμηνευτεί η ριζική αλλαγή της στάσης των φορολογουμένων απέναντι στο κράτος και κατά συνέπεια η νέα σχέση πολίτη – κράτους στη σύγχρονη ελληνική πολιτική κοινωνία.

Κατά την πρόσφατη ερευνητική παραμονή μου στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης και ενώπιον συναδέλφων καθηγητών του Πανεπιστημίου, όπως ο Axel Honneth και ο Rainer Forst, μου δόθηκε η επιστημολογική ευκαιρία να αναπτύξω μια θεωρία για τον «δημοσιονομικό πατριωτισμό», με την οποία επιχειρώ να ερμηνεύσω την αλλαγή της φορολογικής συμπεριφοράς των Ελλήνων και κατ’ επέκταση την αλλαγή της σχέσης του πολίτη προς το κράτος. Αυτή την «υπό κατασκευή θεωρία» θα εκθέσω σε γενικές γραμμές.

Κατ’ αρχάς η πηγή έμπνευσής μου βρίσκεται στην περιώνυμη πολιτική θεωρία του «συνταγματικού πατριωτισμού», η οποία αναπτύχθηκε στη Γερμανία από συνταγματολόγους, πολιτικούς επιστήμονες και φιλοσόφους κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Πρόκειται για θεωρία η οποία αναφέρεται στην πολιτική συνείδηση και ταυτότητα της μεταπολεμικής Γερμανίας και η οποία υποστηρίζει ότι η γερμανική πολιτική κοινωνία, μετά τον πόλεμο, αυτοθεσμίζεται (για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Καστοριάδη) με συνειδησιακά, αξιακά και φαντασιακά υλικά και περιεχόμενα, τα οποία δεν αντλούνται από τις παραδόσεις του εθνικού κράτους αλλά από τις ιδέες του πολιτικού διαφωτισμού. Δεν θα επεκταθώ στην ανάλυση της θεωρίας αυτής, η οποία δεν αντιπροσωπεύει απλώς μια θεωρία αλλά συνιστά τη συνειδησιακή δομή της σύγχρονης γερμανικής πολιτικής κοινωνίας.

Ας σκεφτούμε λοιπόν μερικά πράγματα για την ελληνική πραγματικότητα στην εποχή της κρίσης. Εισηγούμαι τον όρο «δημοσιονομικός πατριωτισμός» και προσπαθώ να ερμηνεύσω το φαινόμενο της δημοσιονομικής κρατικής πειθαρχίας, το οποίο είναι το αποτέλεσμα της ορθολογικής στάσης των φορολογουμένων στις τεχνοκρατικές συμφωνίες (μνημόνια) που υπογράφει η κυβέρνηση με τους εταίρους-δανειστές προβλέποντας κατά τις επόμενες δεκαετίες «πλεονάσματα», τα οποία προκύπτουν από τις εισπράξεις των φόρων.

Αυτό σημαίνει ότι ο πολίτης στη σύγχρονη ελληνική πολιτική κοινωνία αναγνωρίζει πως πρώτιστη μέριμνά του είναι να εξοφλεί τα χρέη του προς το κράτος. Κάτι το οποίο πριν από λίγα χρόνια όχι μόνον ήταν αδιανόητο, αλλά στον καθημερινό κοινωνικό βιόκοσμο η φοροδιαφυγή ήταν «πολιτική αρετή»!

Δύο είναι τα επιστημολογικά επίπεδα της «υπό κατασκευή θεωρίας» του «δημοσιονομικού πατριωτισμού». Οι επιμέρους μονάδες (δηλαδή οι φορολογούμενοι) σε ένα κοινωνικό σύνολο (το κράτος) αποφασίζουν να προτάξουν την επιβίωση του κοινωνικού συνόλου έναντι του εαυτού τους, επειδή συνειδητοποιούν ότι εκτός κράτους δεν υφίστανται. Από την άλλη, το κράτος μετασχηματίζεται σε εισπρακτικό μηχανισμό, επειδή οφείλει στη σύγχρονη διεθνή κοινότητα να υπάρξει ως ορθολογική οντότητα.

Ο αυτοπροσδιορισμός του ελληνικού κράτους ως οντότητας που οφείλει να πληρώσει το χρέος της «εκπαιδεύει» τους πολίτες της να καταστούν συνεπείς προς τις φορολογικές υποχρεώσεις τους. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο του «πατριωτισμού». Το να υπάρξει αυτή η οντότητα-κράτος εξαρτάται τελικά από τη ριζική αλλαγή στη φορολογική συμπεριφορά του φορολογουμένου. Η δομική, αξιακή αλλαγή είναι μία κατάκτηση.

Το δεύτερο επίπεδο δεν έχει να κάνει με την αλλαγή στον κοινωνικό βιόκοσμο. Συνδέεται περισσότερο με τον συνειδησιακό μετασχηματισμό και με την αντίληψη σύμφωνα με την οποία το κράτος δεν είναι μια ουδέτερη και εξωτερική οντότητα προς τα άτομα και τους πολίτες.

Αυτή η βαθύτερη ριζική αλλαγή στο επίπεδο της συνείδησης στη σχέση πολίτη-κράτους μάς επιτρέπει να μιλάμε για τον «δημοσιονομικό πατριωτισμό». Με άλλα λόγια, όπως η ναζιστική Γερμανία μετασχηματίστηκε σε σύγχρονη δημοκρατική πολιτική κοινωνία κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα, μέσω του «συνταγματικού πατριωτισμού», ενδεχομένως και η ελληνική πολιτική κοινωνία της κρίσης να καταστεί επίσης σύγχρονη πολιτική μορφή ζωής μέσω του «δημοσιονομικού πατριωτισμού». Βρισκόμαστε, άραγε, μπροστά σε μια ιστορική φάση μετασχηματισμού της πολιτικής ταυτότητας της ελληνικής κοινωνίας;

* καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

 Info:M.Heidegger "Nature-History-State" Bloomsbury 2015