Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα O Ελληνισμός στην Αλβανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα O Ελληνισμός στην Αλβανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Αυγούστου 2018

Αριστοτέλης Γκούμας-Χειμάρρα. Η δολοφονία του Ελληνισμού συνεχίζεται



Θεοφάνης Μαλκίδης

Αριστοτέλης Γκούμας-Χειμάρρα. Η δολοφονία του Ελληνισμού συνεχίζεται

Συνηθίζεται να λέγεται ότι το έγκλημα που δεν τιμωρείται επαναλαμβάνεται. Αυτό που τελεί ο θύτης, αυτό που βιώνει το θύμα, όταν δεν τιμωρείται επαναλαμβάνεται και μάλιστα με τραγικότερο και πιο επώδυνο τρόπο.

Λίγο πριν ,λίγο μετά τον Δεκαπενταύγουστο και την Παναγία μας, η Εκκλησία και ο λαός μας, τιμά την μνήμη των Αγίων Μαρτύρων της Πίστεως και της Πατρίδος, κληρικών, οι οποίοι υπέστησαν μαρτύρια και βρήκαν φρικτό θάνατο, τις ημέρες κατά τις οποίες εξελίχθηκε η Μικρασιατική καταστροφή.

Ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, ο Κυδωνιών Γρηγόριος μαζί με τους 38 ιερείς του, ο Μοσχονησίων Αμβρόσιος και οι 9 ιερείς της συνοδείας του, ο Ικονίου Προκόπιος, ο Ζήλων Ευθύμιος, ο Αρχιμανδρίτης Πλάτων και πολλοί άλλοι, ήταν η προσφορά της αγωνιζόμενης Μικρασιατικής εκκλησίας στη θυσία του Ελληνισμού. Δυστυχώς πριν δολοφονηθούν πρόλαβαν να δουν και την καταστροφή των εκκλησιών όπου λειτουργούσαν.....

Το έγκλημα αυτό που στοίχισε τη ζωή σε 1.000.000 και πλέον Έλληνες και Ελληνίδες, που εξαφάνισε τον πολιτισμό, τις οικίες, τα μνήματα  και τις εκκλησίες,  αφού  δεν τιμωρήθηκε,  επαναλήφθηκε το 1955 και το 1964 στην Κωνσταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο, το 1974 στην Κύπρο και δυστυχώς και στις μέρες μας, με τη βάρβαρη δολοφονία του Αριστοτέλη Γκούμα στη Χειμάρρα στις 12 Αυγούστου 2010.



Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

Ο Αλβανικός εθνικισμός και η Ακρόπολη.......


ΧΩΡΙΣ ΚΟΣΟΒΟ ΚΑΙ ΤΣΑΜΟΥΡΙΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΒΑΝΙΑ. ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΚΟΣΟΒΟ

Ο  Αλβανικός εθνικισμός και η Ακρόπολη.......

Του Θ. Μαλκίδη

Ήδη από το 2006 όταν πραγματοποίησα τη μετάφραση και έγινε η έκδοση του κειμένου της Ακαδημίας Επιστημών των Τιράνων για το Αλβανικό εθνικό ζήτημα, ανέδειξα  την εντεινόμενη δράση του αλβανικού εθνικισμού και των αλβανικών (παρα)στρατιωτικών σωμάτων στο Κοσσυφοπέδιο και στο Πρέσεβο στη Σερβία και στα Σκόπια τα τελευταία χρόνια, συνεχίστηκε με το αίτημα για δικαιώματα στους Αρβανίτες και Αλβανούς που ζουν στην Ελλάδα. 
Ένα αίτημα που τέθηκε τόσο πολιτικά, όσο και θεωρητικά με τη δημοσίευση-πρωτοβουλία της Ακαδημίας Επιστημών των Τιράνων- του κειμένου για το εθνικό ζήτημα. ενός εξαιρετικής σημασίας βιβλίου με τίτλο «Πλατφόρμα για την επίλυση του Αλβανικού Εθνικού ζητήματος». Το βιβλίο το οποίο κυκλοφόρησε το 1998 στην αλβανική και αγγλική γλώσσα κατέγραφε την αλβανική οπτική για τη χερσόνησο του Αίμου και τους αλβανικούς πληθυσμούς του χώρου, σκοπεύοντας να το μετατρέψει σε πρόγραμμα δράσης όλων των Αλβανών.
Η Νατοϊκή επέμβαση στο Κοσσυφοπέδιο το 1999 και οι συγκρούσεις στην πΓΔΜ το 2001 που κατέληξαν στη συγκυριαρχία των Αλβανών με τη συμφωνία της Αχρίδας του ίδιου έτους, έδωσαν τη δυνατότητα στον αλβανικό παράγοντα να εδραιώσει και να υλοποιήσει εν μέρει ξανά, πενήντα χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τις εθνικές του διεκδικήσεις . στο μεν Κοσσυφοπέδιο με την μονομερή ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, στη δε πΓΔΜ με την ουσιαστική συγκυβέρνηση με το σλαβικό πληθυσμό και τη διαφαινόμενη αλλαγή συνόρων και εδώ. Ακολούθησαν τα αιτήματα για παραχώρηση περισσότερων δικαιωμάτων στους Αλβανούς στη νότια Σερβία (κοιλάδα του Πρέσεβο), του Μαυροβουνίου και της Ελλάδας και διεκδικήσεις εδαφών από τις τρεις αυτές χώρες και τη νέα ολοκληρωμένη προσέγγιση του εθνικού ζητήματος.

Ο αλβανικός εθνικισμός και η Ελλάδα
Πριν λίγο καιρό Αλβανοί διανοούμενοι με επιστολή τους στην αγγλική, αλβανική και ελληνική γλώσσα, η οποία στάλθηκε προς τη Βουλή των Ελλήνων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τον ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ και την αλβανική Βουλή, έκαναν γνωστές τις θέσεις τους για τους Αλβανούς και Αρβανίτες που ζουν στην Ελλάδα. Όπως ανέφερε η εθνικιστική εφημερίδα Shqip των Τιράνων, οι αλβανοί διανοούμενοι ζητούν δικαιώματα για τους Αρβανίτες, θεσμοθέτηση της αλβανικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας, νεκροταφεία και απόδοση των περιουσιών και της ελληνικής ιθαγένειας για τους Τσάμηδες. Με την επιστολή ζητείται από την Ελλάδα να θεσμοθετήσει την αλβανική ως πρώτη επίσημη γλώσσα σε περιοχές όπου κατοικούν «αυτόχθονες πολίτες αλβανικής εθνικότητας» (Αρβανίτες) και ειδικά στις περιοχές Καστοριάς, Φλώρινας, Κόνιτσας, Ιωαννίνων, Φιλιατών, Μαργαρίτη, Ηγουμενίτσας, Πάργας, Πρέβεζας, Σουλίου! 

Ένα δεύτερο αίτημα είναι η απογραφή του πληθυσμού για το σωστό προσδιορισμό του «αυτόχθονος αλβανικού πληθυσμού στην Ελλάδα», στις προαναφερόμενες περιοχές καθώς και των Αλβανών μεταναστών στην Ελλάδα. (Σύμφωνα με την πρεσβεία της Αλβανίας στην Αθήνα και το Ινστιτούτο Watson οι Αλβανοί μετανάστες στην Ελλάδα κυμαίνονται μεταξύ 600.000 και 700.000 ατόμων, η ελληνική απογραφή του 2001 έδινε 445.000 Αλβανούς, δεδομένα που κατά τη γνώμη μας δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και σαφώς διαφοροποιούνται προς τα πάνω ).
Οι Αλβανοί διανοούμενοι ζητούν από τη Βουλή των Ελλήνων να προβεί σε συνταγματικές τροποποιήσεις για παροχή δικαιωμάτων στον αλβανικό πληθυσμό, τόσο των «αυτόχθονων», όσο και των μεταναστών. Ζητούν χρηματοδότηση από την ελληνική κυβέρνηση για δημιουργία νηπιαγωγείων, δημοτικών σχολείων, λυκείων, πανεπιστημίου, ακαδημίας, κ.ά στην αλβανική γλώσσα, (σύμφωνα με αλβανικές πηγές οι Αλβανοί μαθητές στην Ελλάδα υπολογίζονται σε 120.000) Παράλληλα υποστηρίζουν ότι «η στρατηγική αυτή θα βοηθούσε στην πρόοδο την πολυεθνικής ελληνικής κοινωνίας με τις εθνότητες που ζουν στη χώρα όπως Τούρκοι, Ρωσοπόντιοι, Βλάχοι, Μακεδόνες, Ρομ και Ισραηλινοί». Τέλος οι Αλβανοί διανοούμενοι ζητούν την άρση της εμπόλεμης κατάστασης με την Αλβανία, δημιουργία νεκροταφείου στην Ελλάδα για τους «Αλβανούς πεσόντες στην Τσαμουριά» και μνημείο προς τιμήν τους, την επιστροφή των περιουσιών των Τσάμηδων, περισσότερα δικαιώματα για τους Αλβανούς μετανάστες καθώς και να υπάρξει τέλος στην αστυνομική βία εις βάρος τους.

Ο Αλβανικός εθνικισμός και η  Ακρόπολη..... 

Το αλβανικό εθνικό ζήτημα στη σύγχρονη περίοδο αποτέλεσε μείζον πολιτικό θέμα για τις ελίτ που διαχειρίστηκαν την εξουσία, τόσο στην Αλβανία, όσο και στο Κοσσυφοπέδιο και την πΓΔΜ. Παράλληλα ο εθνικισμός αναπτύχθηκε και ενισχύθηκε από εσωτερικά και εξωτερικά κέντρα τα οποία επιθυμούν τη δημιουργία μίας νέας κατάστασης στα Βαλκάνια. Η επιστολή των Αλβανών διανοουμένων σε εθνικούς και υπερεθνικούς θεσμούς, με την οποία ζητούνται δικαιώματα για «τους αυτόχθονες αλβανικούς πληθυσμούς και τους Αλβανούς μετανάστες» και βεβαίως οι δηλώσεις του Ράμα για την Ακρόπολη (....) αποτελεί μία ένδειξη ότι ο αλβανικός εθνικισμός έχει στρέψει την προσοχή του στην Ελλάδα. 
Μετά την επίτευξη των στόχων του στο Κοσσυφοπέδιο και την πΓΔΜ, η Ελλάδα αποτελεί σημαντικό, αν όχι κεντρικό άξονα της αλβανικής εθνικιστικής πολιτικής και αυτό ελπίζουμε ότι έχει γίνει κατανοητό από τους θεσμούς εκείνους που παρακολουθούν και αναλύουν τις ελληνοαλβανικές σχέσεις. 

Αποτέλεσμα εικόνας για Μαλκίδης  αλβανικό εθνικό ζήτημα


Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Η Ελληνική μειονότητα στην Αλβανία


Δίγλωσσες πινακίδες, γραμμένες στα αλβανικά και στα ελληνικά, που βρίσκονταν κατά μήκος του εθνικού άξονα Σαράντα – Κόνισπολη και τοποθετήθηκαν κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, αφαιρέθηκαν κατόπιν εντολής της Γενικής Διεύθυνσης Οδοποιίας, γράφει η αλβανική εφημερίδα ‘Γκαζέτα Σκιπτάρε’ και συνεχίζει:
Η απόφαση ελήφθη λίγες μόνον ημέρες μετά το δημοσίευμα της ‘Gazeta Shiqiptare’ της 18 Σεπτεμβρίου 2010, που αναφερόταν για το σκάνδαλο αυτό.Στο δημοσιευθέν άρθρο, εκτός των άλλων, εξέγειρε ανησυχίες ότι οι πινακίδες με τις ελληνικές ονομασίες των πόλεων δεν βρίσκονταν σε εθνικές μειονοτικές περιοχές, αλλά σε περιοχές που κατοικούνταν κατά συντριπτική πλειοψηφία από Αλβανούς.« Δεν τοποθετήθηκαν μόνον στην είδος των μειονοτικών χωριών της περιοχής, αλλά και σε χωριά που κατοικούνται από αλβανικό πληθυσμός, κυρίως τσάμηδες. Δίγλωσσες πινακίδες βρίσκονται στην είσοδο των Αγίων Σαράντα, στους οποίους η συντριπτική πλειοψηφία κατοικείται από Αλβανούς. Η τοποθέτηση πινακίδων με ελληνικές ονομασίες σε χωριά που κατοικούνται μόνον από Αλβανούς, φαίνονται να έχουν πρόθεση ώστε να χαρακτηρίζονται ως περιοχές της ελληνικής μειονότητας», είχε δημοσιευθεί τότε στο άρθρο της εφημερίδας.

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

Για τον Ελληνισμό της Αλβανίας

.


ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ
INTERNATIONAL COORDINATING COMMITTEE FOR NORTHERN EPIRUS ISSUE

WWW.PSEVA.COM



Μπροστά στις προκλήσεις που υπάρχουν για το παρόν και κυρίως το μέλλον του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού προκύπτει ως επιτακτική ανάγκη η συγκρότηση μίας Παγκόσμιας Συντονιστικής Επιτροπής Βορειοηπειρωτικού Αγώνα. Αυτή θα πρέπει να έχει ως κύριους στόχους τους εξής:
A. Την εκπροσώπηση των βορειοηπειρωτών
B. Την άμεση παρέμβαση για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τόσο προς την Ελλάδα όσο και προς την Αλβανία.
Γ. Την παρουσία των Βορειοηπειρωτών σε διεθνείς οργανισμούς (ΟΗΕ, Συμβούλιο της Ευρώπης, Ευρωπαϊκή Ένωση, Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη κ.α) όπου η Αλβανία έχει υπογράψει σχετικές συμβάσεις για τα ανθρώπινα και μειονοτικά δικαιώματα αλλά δεν τις έχει υλοποιήσει. Ειδικότερα παρεμβάσεις μπορούν να έχουν αποδέκτη: α) τον ΟΗΕ, β) Το Συμβούλιο της Ευρώπης γ) τον ΟΑΣΕ δ) την Ευρωπαϊκή Ένωση
Επίσης στόχοι της Επιτροπής μπορεί να είναι:
Α. Η επιστροφή των περιουσιών που αφαιρέθηκαν από το προηγούμενο καθεστώς και η σημερινή Αλβανική κυβέρνηση κωλυσιεργεί στην απόδοσή τους
Β. Η ίδρυση μειονοτικών σχολείων σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και όχι μόνο στις μειονοτικές ζώνες που αυθαίρετα χωρίστηκαν
Γ. Η ελεύθερη λειτουργία πολιτικών και άλλων ενώσεων
Δ. Η ελεύθερη και ανεμπόδιστη άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων και η επιστροφή εκείνων που βίαια εκτοπίστηκαν και
Ε. Οι πολίτες να δηλώνουν την εθνική τους ταυτότητα.
Στην Παγκόσμια Συντονιστική Επιτροπή Βορειηπειρωτικού Αγώνα θα μπορούν να συμμετέχουν:
1. Φορείς οι οποίοι μετά την κατάρρευση του καθεστώτος στην Αλβανία, κράτησαν, παρά τα προβλήματα, κύριο ρόλο στην προσπάθεια συγκέντρωσης και άρθρωσης του πολυδιάστατου λόγου της Ελληνικής μειονότητας, για την προβολή των αιτημάτων και την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων του Ελληνισμού της Αλβανίας.
2. Έλληνες όλων των Αλβανικών κομμάτων που ασπάζονται τις θέσεις της Παγκόσμιας Συντονιστικής Επιτροπής Βορειοηπειρωτικού Αγώνα.
3. Βορειοηπειρώτες επιστήμονες οι οποίοι θα συμβάλλουν με τις τεκμηριωμένες απόψεις τους στους σκοπούς της επιτροπής.
4. Κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο ασπάζεται το καταστατικό της Παγκόσμιας Συντονιστικής Επιτροπής Βορειοηπειρωτικού Αγώνα και λειτουργεί μέσα στο πλαίσιό της για την υλοποίηση των στόχων της.
Η Παγκόσμια Συντονιστική Επιτροπή Βορειοηπειρωτικού Αγώνα, η οποία δεν καταργεί κανένα υφιστάμενο όργανο, αλλά συμπληρώνει το πλαίσιο διεκδίκησής μας, μπορεί να έχει τη μορφή τριτοβάθμιας οργάνωσης, μη κυβερνητικού χαρακτήρα, η οποία θα εγγραφεί στις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΝGO’s) του ΟΗΕ και άλλων διεθνών οργανισμών για να παρεμβαίνει προς την υλοποίηση των στόχων της.
5. Συμπεράσματα
Τα προβλήματα των μειονοτήτων είναι αναμφισβήτητα υπαρκτά. Οι περισσότερες χώρες, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, κατά την οποία αναπτύσσεται μια έντονη δραστηριότητα για τα μειονοτικά ζητήματα με διεπιστημονικές και πολιτικές προσεγγίσεις αποκαθιστούν το μειονοτικό ως ένα από τα κεντρικά σημεία αναφοράς της κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής ιστορίας, αλλά και δεν προχωρούν σε ουσιαστική επίλυση των προβλημάτων τους. Μία τέτοια περίπτωση είναι και η Αλβανία η οποία συμπεριφέρεται στην Ελληνική μειονότητα με αντιδημοκρατικό τρόπο. Οι εθνικές μειονότητες και ειδικότερα η Ελληνική μειονότητα δεν είναι περιθωριακό στοιχείο των κρατών της Βαλκανικής και της Αλβανίας αλλά ένα δημιουργικό της τμήμα. Υπό τον όρο αυτό είναι αναγκαίος ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως εγγυώνται οι διεθνείς οργανισμοί. Η Παγκόσμια Συντονιστική Επιτροπή Βορειοηπειρωτικού Αγώνα με παρεμβάσεις και παραστάσεις τόσο προς την Αλβανική κυβέρνηση, όσο και προς την Ελληνική, αλλά και προς τους διεθνείς οργανισμούς, μπορεί να αποτελέσει μία δυναμική ομάδα προώθησης των συμφερόντων της Ελληνικής μειονότητας και να συνεισφέρει αποτελεσματικά για το μέλλον της Ελληνικής μειονότητας.
Η Παγκόσμια Συντονιστική Επιτροπή Βορεοηπειρωτικού Αγώνα. Να συμβάλλει με τις αποφάσεις της, προτείνοντας τα πρόσωπα, τους φορείς και το πλαίσιο για να λειτουργήσει στο αμέσως επόμενο διάστημα η Παγκόσμία Συντονιστική Επιτροπή Βορειοηπειρωτικού Αγώνα. Είναι επιτακτική ανάγκη για να βγει το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα από το λήθαργο και να αναδειχθεί ξανά στο διεθνές στερέωμα το ζήτημα της Ελληνικής μειονότητας, ως θέμα ελευθερίας, δημοκρατίας και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων .

Η Ιδρυτική Επιτροπή αποτελείται από τους κάτωθι:
Μιχάλης Σέρβος
πρώην Πρόεδρος Πανηπειρωτικής Ομοσπονδίας Αμερικής
Δημήτριος Βάσσος
πρώην Πρόεδρος Βορειοηπειρωτικού Συλλόγου Πύρρος N.Y.
Ιερέας Κοσμάς Καραβέλλας
πρώην Πρόεδρος Βορειοηπειρωτικού Συλλόγου D.C.

Πρόεδρος Ιδρυτικής Επιτροπής

Ιερέας Κοσμάς Καραβέλλας

Για τους Τσάμηδες

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ
INTERNATIONAL COORDINATING COMMITTEE OF NORTHERN EPIRUS ISSUE


P.O. BOX 6434, CLEARWATER, FL 33758 USA dodonaios@aol.com

ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
κ. Γεώργιο Παπανδρέου Αριθ. Πρωτ. 7016/2010

Εξοτότατε κ. Πρόεδρε

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

ΘΕΜΑ: Για το ζήτημα των Τσάμηδων και τον Αλβανικό εθνικισμό

1. Η Ιστορία και η πραγματικότητα
Οι πρόσφατες εθνικιστικές κινήσεις στην Αλβανία για το ζήτημα των Τσάμηδων- «εορτασμός της ημέρας μνήμης της Γενοκτονίας των Τσάμηδων από την Ελλάδα», «4ο Φεστιβάλ Τραγουδιού και χορού για την «Τσαμουριά» με επίσημο υποστηρικτή τη σύζυγο του Αλβανού πρωθυπουργού και το υπουργείο Πολιτισμού- έφεραν ξανά στην επικαιρότητα ένα θέμα το οποίο απασχολεί τις ελληνοαλβανικές σχέσεις.
Να θυμίσουμε ότι οι εθνικιστές Αλβανοί που βάζουν το ζήτημα ως θέμα αποζημίωσης, επιστροφής των περιουσιών και απόδοσης της ελληνικής ιθαγένειας, είναι οι απόγονοι των Τσάμηδων που συνεργάστηκαν με τις γερμανικές και ιταλικές δυνάμεις κατοχής και συγκρότησαν την το «Αλβανικό Σύστημα Πολιτικής Διοικήσεως» με 14 Τάγματα έχοντας ως κύριο στόχο τους την εξολόθρευση του ελληνικού πληθυσμού στην περιοχή της Ηπείρου. Τραγικό αποτέλεσμα, ο θάνατος πολλών Ελλήνων, η πυρπόληση 25.000 σπιτιών, η ερήμωση 243 χωριών, η δημιουργία 100.000 Ελλήνων προσφύγων. Ενέργειες για τις οποίες καταδικάστηκαν και μάλιστα πολλούς εξ' αυτών με την ποινή του θανάτου.
Είναι οι απόγονοι αυτών που ακόμη και ο Ενβέρ Χότζα τους αντιμετώπισε με πολύ μεγάλη δυσπιστία, αφού θεωρήθηκαν συνεργάτες του φασισμού και γι΄ αυτό ένα μεγάλο μέρος τους μετακινήθηκε προς το Δυρράχιο, στο Φίερι και την Αυλώνα και όχι στα σύνορα με την Ελλάδα.
Μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία το θέμα των Τσάμηδων επανήλθε στην επικαιρότητα, με αποκορύφωμα την ανακήρυξη (1994), μετά από ομόφωνη απόφαση της αλβανικής βουλής, της 27ης Ιουνίου ως «ημέρα Γενοκτονίας των Τσάμηδων». Επίσης, οι Τσάμηδες έχουν ιδρύσει τον «Σύνδεσμο της Τσαμουριάς» μια 100μελή «βουλή», ο οποίος έγινε μέλος της «οργάνωσης υπο-αντιπροσωπευμένων λαών» του ΟΗΕ το 1995, ενώ διατείνονται ότι διαθέτουν τον απελευθερωτικό στρατό της Τσαμουριάς (UCC- Ushtria Nacionalclirimtare e Chameria) «με σκοπό την απελευθέρωση των εδαφών που τους ανήκουν».

2. Η σημερινή κατάσταση και η ανάγκη για πολιτική έναντι της αλβανικής προπαγάνδας
Είναι γεγονός ότι το ζήτημα των Τσάμηδων αποτελεί για την αλβανική πλευρά θέμα που ξεπερνά τις εσωτερικές του διαστάσεις και συνδέεται άμεσα με την εξωτερική πολιτική. Η στάση των κατά καιρούς Αλβανικών κυβερνήσεων οι οποίες θέτουν το ζήτημα στην ελληνική πλευρά θεωρώντας ότι υφίστανται και στις διαστάσεις του, απόδοση περιουσιών και ιθαγένειας, αποζημιώσεις και επιστροφή των Τσάμηδων στην Ελλάδα, δεν αποτελεί απλώς διαχείριση ενός θέματος για λόγους εσωτερικής συνοχής, την περίοδο μάλιστα που είναι στο προσκήνιο το μέλλον των αλβανικών πληθυσμών στα Βαλκάνια.
Οι (άκομψες) κινήσεις επαναφοράς του ζητήματος ως κυρίαρχο στις ελληνοαλβανικές σχέσεις, ακόμη και από την πλευρά του Αλβανού προέδρου της Δημοκρατίας (Δεκέμβριος 2004 και Νοέμβριος 2005) υποδηλώνει ότι η αλβανική πλευρά συντηρεί το θέμα ως κεντρική συνιστώσα της εξωτερικής της πολιτικής, αλλά και ως σύμβολο ενότητας της πολιτικής και της κοινωνίας. Η πρώτη μάλιστα τις περισσότερες φορές συνηγορεί σε κινήσεις της δεύτερης ακόμη και εάν αυτές έχουν σαν αποτέλεσμα να δημιουργούνται σημαντικά προβλήματα στις διμερείς σχέσεις στις οποίες πρακτικά στηρίζεται η Αλβανία (ελληνικές επενδύσεις). Το εθνικιστικό κλίμα που διαπνέει σε αρκετές περιπτώσεις την αλβανική πολιτική και κοινωνία το οποίο από την μεν πρώτη εκφράζεται με τα γνωστά επιχειρήματα περί «σεβασμού των δικαιωμάτων των Τσάμηδων», από τη δε δεύτερη με πιο δυναμικές κινήσεις (διεκδίκηση εδαφών μέχρι την Πρέβεζα, εκτύπωση χαρτών, κ.λ.π) αποτελεί μία πραγματικότητα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.
Η Επιτροπή διαμαρτύρεται για τη συνεχιζόμενη από την αλβανική πλευρά εθνικιστική πολιτική για το ζήτημα των Τσάμηδων και καλεί τις δυνάμεις εντός και εκτός Βουλής και Κομμάτων στην Αλβανία και να δουν το μέλλον στην περιοχή έξω από αντιπαραθέσεις και εθνικιστικές επιδιώξεις. Ταυτόχρονα καλεί την Ελληνική κυβέρνηση και τα Κόμματα να απαντήσουν συνολικά για το θέμα, χωρίς να επιτρέπουν σε επίσημους και ανεπίσημους φορείς της Αλβανίας να κάνουν προπαγάνδα, διασύροντας την Ελλάδα στο εξωτερικό. Παράλληλα καλεί την Ελλάδα να στηρίξει την ελληνική μειονότητα στην Αλβανία, η οποία ενώ θα έπρεπε να έχει την βοήθειά της, διώκεται ξανά και μπαίνει στο ίδιο επίπεδο με την εθνικιστική επιδίωξη της Αλβανίας που σχετίζεται με τους Τσάμηδες.

Με Τιμή

Ιερέας Κοσμάς Καραβέλλας Υπεύθυνος
Πρόεδρος Γραφείου Τύπου
Κοινοποίηση:
Βουλή των Ελλήνων Μιχάλης Σέρβος
Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης dodonaios@aol.com

Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010

Η ελληνική μειονότητα στην Αλβανία


ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΑΙ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ
- του Χ. Κίτσου - Οι ελληνοδιδάσκαλοι της Βορείου Ηπείρου έχουν κάνει προσπάθειες και αγώνες για τη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού φρονήματος.Ιδιαίτερα γνωστή είναι η δράση αυτών των παλαιών δασκάλων επί Τουρκοκρατίας, που λειτουργούσαν οι μοναστηριακές σχολές, όπως του Διβροβουνίου, του Θεολόγου, της Λεσινίτσας, της Μονής Δρυάνου και αλλού. Επίσης στα νεότερα χρόνια, μετά την ίδρυση του Αλβανικού κράτους, οι διδάσκαλοι βρέθηκαν μπροστά στις εθνικιστικές αλβανικές προκαταλήψεις, που προσπαθούσαν να εξαφανίσουν τα ελληνόγλωσσα σχολεία της Βορείου Ηπείρου. Μπροστά σ’ αυτό τον κίνδυνο το 1934 οργανώνεται η μεγάλη σχολική απεργία και στάλθηκε μυστική διαμαρτυρία με χιλιάδες υπογραφές στην Κοινωνία των Εθνών. Σαν αποτέλεσμα τα αιτήματα δικαιώθηκαν και το 1935 ξαναλειτούργησαν τα σχολεία στην ελληνική γλώσσα. Τότε εξορίστηκαν 12 ελληνοδιδάσκαλοι.Οι Έλληνες διδάσκαλοί και οι Έλληνες επιστήμονες ήταν στο στόχαστρο των διώξεων. Αμέσως μετά την οπισθοχώρηση του ελληνικού στρατού, οι Ιταλοί έκαναν εκτεταμένες συλλήψεις δασκάλων, διανοούμενων και πατριωτών που τους φυλάκισαν στον Καλιά του Αργυροκάστρου.Οι διώξεις συνεχίστηκαν κατά την περίοδο του αντιστασιακού κινήματος και εντάθηκαν μετά την εφαρμογή της κομμουνιστικής δικτατορίας. Ο Ενβέρ Χότζα κατανοούσε ότι δεν θα μπορούσε να δαμάσει την Εθνική Ελληνική Μειονότητα, αν δεν έπαιρνε δραστικά μέτρα κατά των διανοούμενων, που τους θεωρούσε επικίνδυνούς για τον σοσιαλισμό. Χρειάζονταν πολιτική εκφοβισμού. Μ’ αυτή την ταχτική οι Αλβανοί σιγά-σιγά πέρασαν στην τελική σχεδόν αλβανοποίηση των ελληνόγλωσσων σχολείων.Κατάλογος εκπαιδευτικών και επιστημόνων που διώχτηκαν και μαρτύρησαν την περίοδο 1943-1990.1. Ανδρέας Ανδρεάδης - Καλογοραντζή, διδάσκαλος, εκτελέστηκε. 2. Ευθύμιος Γκίκας – Σωπική , διδάσκαλος , εκτελέστηκε. 3. Παναγιώτης Ζέρβας- Χλωμό, διδάσκαλος, εκτελέστηκε. 4. Θεοδόσης Λαζάκης, Κλεισάρι, διδάσκαλος, εκτελέστηκε. 5. Ευθύμιος Τάταρης, Δρόβιανη, διδάσκαλος, εκτελέστηκε. 6. Γεώργιος Λίτσας, Κ. Λεσινίτσα, διδάσκαλος, εκτελέστηκε. 7. Λευτέρης Χαρμπάτσης, Δίβρη, διδάσκαλος, εκτελέστηκε. 8. Χριστάκης Γκίνης, Βάνιστα, δικηγόρος, εκτελέστηκε. 9. Γρηγόρης Λαμποβιτιάδης, Δούβιανη, οδοντίατρος, εκτελέστηκε. 10. Βασίλης Σαχίνης, Δούβιανη, ταξιδ. Πράκτορας. εκτελέστηκε. 11. Νίκος Λέζος, Κ. Λεσινίτσα, Χημικός, εκτελέστηκε. 12. Πέτρος Νάκος, Σμήνετση, ιατρός, δολοφονήθηκε. 13. Μιχάλης Βράνος, Βουλιαράτες, διδάσκαλος, κάθειρξη. 14. Νικόλας Γκαζίκας, Βουλιαράτες, διδάσκαλος, κάθειρξη. 15. Μιχάλης Γκιώκας, Πέπελη, διδάσκαλος, κάθειρξη. 16. Γιάννης Ζώης, Τεριαχάτι, διδάσκαλος, κάθειρξη. 17. Κώστας Θάνος, Γορίτσα, διδάσκαλος, κάθειρξη . 18. Αριστείδης Κυρούσης, Πολύτσιανη διδάσκαλος, κάθειρξη. 19. Χρήστος Λιάκος, Δερβιτσιάνη, διδάσκαλος, κάθειρξη. 20. Κώστας Λώλης, Βόδριστα, διδάσκαλος, κάθειρξη. 21. Θοδωρής Μάλλιος, Δερβιτσιάνη, διδάσκαλος, κάθειρξη. 22. Σπύρος Μάσσιος, Δερβιτσιάνη, διδάσκαλος, κάθειρξη. 23. Λάμπης Μπέκας, Λόγγος, διδάσκαλος, κάθειρξη. 24. Γιώργος Τσιάμης, Τεριαχάτι, διδάσκαλος, κάθειρξη. 25. Θωμάς Φωτίου, Τεριαχάτι, διδάσκαλος, κάθειρξη 26. Σπύρος Σακελλάρης, Δίβρη, διδάσκαλος, κάθειρξη. 27. Δημήτριος Οικονόμου, Δίβρη, ιατρός, κάθειρξη. 28. Νικόλαος Κώτσης, Δίβρη, διδάσκαλος, φυγάς. 29. Σπύρος Θωμάς, Αρδάσοβα, διδάσκαλος, φυγάς. 30. Γιάννης Παππάς, Αλίκο, διδάσκαλος, φυγάς.31. Λευτέρης Γκουβέλης, Δρόβιανη, διδάσκαλος, φυγάς. 32. Λευτέρης Τάλλιος, Χαντήραγα, διδάσκαλος, δολοφονημένος.

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

Ανάσταση στη Βόρεια Ήπειρο


Ανάσταση στη Βόρεια Ήπειρο
Φίλιππος Πανταζής. Εφημερίδα Αδέσμευτος Τύπος (Μ. Σάββατο 3 Απριλίου, Κυριακή του Πάσχα 4 Απριλίου 2010),

Σε ένα δισέλιδο αφιέρωμα ο δημοσιογράφος Φίλιππος Πανταζής στην εφημερίδα Αδέσμευτος Τύπος (Μ. Σάββατο 3 Απριλίου, Κυριακή του Πάσχα 4 Απριλίου 2010), καταγράφει την Ανάσταση στη Βόρεια Ήπειρο. Το ρεπορτάζ καταγράφει το Γολγοθά επί καθεστώτος Χότζα για την ελληνική μειονότητα και την καταπίεση της θρησκευτικής ελευθερίας, ενώ φτάνει μέχρι το σήμερα όπου ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος ξεπέρασε τον ανηλεή πόλεμο των πρώτων ετών και συνεχίζει να επιτελεί ένα μεγάλο έργο. Το ρεπορτάζ περιλαμβάνει δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστάσιου και κείμενο του Φάνη Μαλκίδη για τη θρησκευτική ελευθερία της ελληνικής μειονότητας από την ίδρυση του αλβανικού κράτους μέχρι σήμερα.
Η θρησκευτική ελευθερία της ελληνικής μειονότητας υπήρξε σημαντικό κεφάλαιο στις σχέσεις Ελλάδας – Αλβανίας. Ειδικότερα η Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας αποτέλεσε έναν αποφασιστικό παράγοντα στην εξέλιξη της πορείας των ελληνο-αλβανικών σχέσεων. Από την εποχή που δημιουργήθηκε το Αλβανικό κράτος, καλλιεργούνταν η ιδέα της δημιουργίας Αυτοκέφαλης Αλβανικής Εκκλησίας ως το αποτελεσματικότερο μέσο για την εξουδετέρωση της επιρροής του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ελλάδας πάνω στους ορθοδόξους.
To 1949 με το υπ. Αρ. 743/26.11.1949 διάταγμα «περί θρησκευτικών κοινοτήτων» δημεύθηκε και κρατικοποιήθηκε η κινητή και ακίνητη εκκλησιαστική και μοναστηριακή περιουσία και εντάθηκε ο έλεγχος του κράτους επί της εκκλησίας.
Στη συνέχεια η πολεμική ενάντια στην ορθόδοξη εκκλησία εντάθηκε. Η μάχη έναντι της Ορθοδοξίας επισημοποιήθηκε το 1967 με το διάταγμα 4337, με το οποίο καθιερώθηκε η αθεΐα στην Αλβανία. Το 1967 φυλακίζεται και ο επικεφαλής της ορθόδοξης εκκλησίας Δαμιανός (Κοκονέσσης) ο οποίος θα πεθάνει στη φυλακή το 1973, οι ορθόδοξοι ιερείς κατηγορούνται ως εχθροί του λαού και αποσχηματίζονται και κλείνουν 630 εκκλησίες.
Στις ενέργειες του αλβανικού καθεστώτος ενάντια στη ορθόδοξη εκκλησία προστέθηκαν οι απαγορεύσεις για την εμφάνιση θρησκευτικών συμβόλων, την τέλεση μυστηρίων, επί ποινή φυλάκισης και εξορίας, την τέλεση θρησκευτικών πανηγυριών που αντικαταστάθηκαν από την ημέρα των οικοδόμων, των ανθρακωρύχων, των τοπογράφων, κ.ά.,. Με το διάταγμα υπ. αριθ. 5339/23.9.1975 επιβλήθηκε η αλλαγή των χριστιανικών και ελληνικών ονομάτων με άλλα από εγκεκριμένο από το καθεστώς κατάλογο, σύμφωνο με τις πολιτικές, ιδεολογικές και ηθικές προδιαγραφές του κράτους. Το Σύνταγμα του 1976 κωδικοποίησε τις ενέργειες κατά της θρησκείας, αφού κάθε θρησκευτική ενέργεια , κηρυσσόταν παράνομη, και κάθε κατοχή παράγωγη και διανομή ή κατοχή θρησκευτικής λογοτεχνίας αντιμετωπιζόταν με ποινές φυλάκισης από τρία έως δέκα χρόνια.
Μέσα σ΄ αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου δεν μπορούσαν να εορτάσουν καμία απολύτως θρησκευτική εορτή. Υπάρχουν ωστόσο πολλές αναφορές όπου οι Έλληνες με φόβο της φυλάκισης, της εξορίας, ακόμη και του θανάτου, εόρταζαν κρυφά την Ανάσταση ανά οικογένειες, συγγενείς, φίλους, κλπ.
Γνωρίζοντας την κατάσταση αυτή, ο Μητροπολίτης Κονίτσης και Δρυινουπόλεως Σεβαστιανός τοποθετεί, από την άλλη πλευρά των συνόρων, μεγάφωνα στο μεθοριακό χωριό Μαυρόπουλο και το «Χριστός Ανέστη», ακούγεται σε όλη της Δρόπολη της Βορείου Ηπείρου. Η Ανάσταση του Χριστού, όσοι την ακούνε, οι άλλοι απλώς ψιθυρίζουν την αναστάσιμη ευχή, είναι μία παρηγοριά για τους καταπιεσμένους Έλληνες οι οποίοι περιμένουν και τη δική τους Ανάσταση, η οποία θα έρθει στις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος παρά τις δυσκολίες με τη βοήθεια των άξιων στελεχών, χειροτόνησε κληρικούς, οργάνωσε ορθόδοξες κοινότητες, έχτισε νέους ναούς, αναστήλωσε κατεστραμμένα θρησκευτικά μνημεία. Ακόμη χτίστηκαν κτίρια για να στεγάσουν την Αρχιεπισκοπή, μητροπόλεις, σχολεία, ξενώνες, εργαστήρια, ιδρύματα, δημιουργήθηκαν υποδομές στον κοινωνικό τομέα (ιατρικό διαγνωστικό κέντρο, πολυιατρεία, στον εκπαιδευτικό. Η Ανάσταση για την Ορθοδοξία στην Αλβανία και τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου, είναι πραγματικότητα.

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Η ελληνική μειονότητα στην Αλβανία

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΤΗ ΧΑΓΗ

Ένα χρόνο μετά

Δελτίο Τύπου της Επιτροπής Προσφυγής

Προ ημερών συμπληρώθηκε κιόλας ένας χρόνος από τότε που έγινε η κατάθεση στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης, της προσφυγής των Βορειοηπειρωτών κατά των Αλβανικών αρχών, για παραβίαση των πολιτιστικών, μειονοτικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους.
Στις 24 Φεβρουαρίου 2009, άτομα ελληνικής εθνικότητας κατέθεσαν στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου της Χάγης, ένα πραγματικά σημαντικό φάκελο, με λεπτομέρειες πολύ σοβαρών παραβιάσεων του Διεθνούς Ποινικού Δικαίου, των οποίων θύμα είναι η Ελληνική κοινότητα της Αλβανίας.
Κατ’ αρχήν θύματα του κομμουνιστικού καθεστώτος του Εμβέρ Χότζα. Οι Έλληνες της Αλβανίας, μετά την πτώση του καθεστώτος εκείνου το 1990, υπήρξαν και παραμένουν ακόμη θύματα συστηματικών επιθέσεων και προσβολών εκ μέρους του Αλβανικού κράτους και των τοπικών Αρχών, που στόχο έχουν να εξοντώσουν τον λαό αυτό ως μειονότητα εθνική, πολιτιστική και θρησκευτική.
Στη διάρκεια, λοιπόν, των τελευταίων 12 μηνών, άτομα που είχαν την πρωτοβουλία της προσφυγής ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου της Χάγης, έχουν καταθέσει έναν συνεχώς αυξανόμενο αριθμό από φωνές που δεν ζητούν τίποτε περισσότερο από το να εισακουσθούν, όλοι μαζί, για τις παραβιάσεις στις οποίες υπόκεινται.
Αρχικά προσκομίστηκε πλήθος αποδεικτικών στοιχείων (δημόσια έγγραφα, αποκόμματα εφημερίδων, έντυπα, βιβλία, κλπ), καθώς και ένας κατάλογος υπογραφών από 1.032, Έλληνες Βορειοηπειρώτες. Θα πρέπει να τονιστεί εδώ ότι, τόσο ο κατάλογος με τα αποδεικτικά στοιχεία για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όσο και ο κατάλογος των υπογραφών, παραμένουν ανοικτοί για περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία και υπογραφές από τους Έλληνες Βορειοηπειρώτες.
Μέχρι σήμερα, έχουν υποβληθεί 139 αποδεικτικά στοιχεία (ντοκουμέντα) και πάνω από 17.000 υπογραφές Βορειοηπειρωτών, ενώ πρέπει να αναφέρουμε ότι έχει αρχίσει, τελευταία, η συλλογή υπογραφών και από Έλληνες «απανταχού της γης».
Τα βάσανα που περνά αυτή η μειονότητα είναι πολύ μεγάλα και πολύπλοκα, ενώ δεν απολαμβάνει ούτε τα θεμελιώδη δικαιώματα που προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο και που περιλαμβάνονται σε όσα θα πρέπει να σέβεται η Αλβανία, ως υποψήφιο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντιθέτως δε, θεωρείται ότι γίνονται σεβαστά από την Αλβανία και ότι είναι ασφαλή, σε γενικές γραμμές, τα δικαιώματα της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας. Βεβαίως, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο και απόδειξη αποτελεί η λίστα των παραβιάσεων που ακολουθεί:
- Απουσία απογραφής του Ελληνικού πληθυσμού με βάση τον αυτοπροσδιορισμό της εθνικότητας
- Περιορισμός της περιφέρειας όπου η Ελληνική Μειονότητα αναγνωρίζεται, ενώ δεν αναγνωρίζεται επίσης η μειονότητα και δεν προστατεύονται τα δικαιώματά της, έξω από την περιφέρεια αυτή
- Άρνηση αναγνώρισης της προέλευσής της και προσπάθεια αφομοίωσής της με
- Μη απόδοση των δημευθέντων περιουσιών της Ορθόδοξης Εκκλησίας
- Σιωπηρή ένταξη και αφομοίωση των ελληνορθόδοξων Κοινοτήτων υπό τη σκέπη της αλβανορθόδοξης εκκλησίας
- Συστηματική και προοδευτική εξαφάνιση των δημοσίων Ελληνικών σχολείων
- Μη χρήση της Ελληνικής γλώσσας στη Δημόσια Διοίκηση όπου προβλέπεται
- Αδικαιολόγητη απαλλοτρίωση των ελληνικών περιουσιών
- Κατάσχεση Ελληνικών Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης
- Πολύ περιορισμένη παρουσία Ελλήνων εργαζομένων στη δημόσια διοίκηση
- Καθόλου δημοκρατική και δίκαια κατανομή της οικονομικής ενίσχυσης και των δημοσίων πόρων
Για όλους τους παραπάνω λόγους, οι ενάγοντες, εκ των οποίων μερικοί είναι Έλληνες, μη μέλη της μειονότητας της Βορείου Ηπείρου, εκτιμούν ότι είναι λίαν απαραίτητο να καταγγείλουν σήμερα στη Διεθνή σκηνή, την προσβολή εναντίον ολόκληρου του ξεχασμένου αυτού λαού της Ευρώπης.
Πρέπει να τονισθεί εδώ, ότι όλες οι σχετικές ενέργειές μας γίνονται, σύμφωνα με το Άρθρο 7 (h) της Συνθήκης της Ρώμης.

«Επιτροπή Προσφυγής»
E-mail: epitrophprosfyghs@yahoo.gr

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

Επιστολή στον πρόεδρο της Αλβανικής Δημοκρατίας για το Αλβανικό Λεξικό.

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΥΤΟΥ ΕΞΟΧΟΤΗΤΑ
ΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

Προς πρόεδρο της Αλβανίας
Δρ. Μπαμίρ Τόπι Αρ. Πρωτ. 1503-20010

Εξοχότατε κ. Πρόεδρε

Όπως γνωρίζετε η Ακαδημία Επιστημών αποτελεί το πιο σημαντικό επιστημονικό ίδρυμα της χώρας. Οι κύριοι στόχοι της Ακαδημίας είναι η ανάληψη και η δημοσιοποίηση μελετών και ερευνών σε διάφορους τομείς της επιστήμης, η συνεργασία με το δίκτυο των ιδρυμάτων της και άλλα επιστημονικά ιδρύματα και πανεπιστήμια στην Αλβανία, η συμμετοχή του επιστημονικού της δυναμικού σε ποικίλες δραστηριότητές τους, η συγκρότηση των διαδικασιών για την απόκτηση επιστημονικών βαθμών και τίτλων, η οργάνωση εθνικών και διεθνών δραστηριοτήτων, η δημιουργία και η σύσφιγξη σχέσεων καθώς και η συνεργασία με τις ξένες Ακαδημίες.
Μετά την αλλαγή του καθεστώτος στη χώρα, όταν κατέρρευσε το σύστημα του Κόμματος Εργασίας, πιστεύαμε ότι η Ακαδημία θα επιτελούσε ανεξάρτητα το έργο της, χωρίς να επιδίδεται σε εθνικιστικές κινήσεις, έξω από κάθε πλαίσιο συνεργασίας και ειλικρινούς φιλίας.

Το 1998 ήρθε η δημοσίευση του βιβλίου της Ακαδημίας «Πλατφόρμα για την επίλυση του Αλβανικού Ζητήματος», η οποία χαρακτηρίζεται από αλυτρωτισμό, αφού υποστηρίζεται η «ένωση όλων των Αλβανών σε ένα εθνικό κράτος», ενώ τα όρια του «ιστορικά εθνικού αλβανικού χώρου» απλώνονται πολύ πέρα από τις κατοικούμενες από Αλβανούς περιοχές της πρώην Γιουγκοσλαβίας, για να περιλάβουν την «μείζονα Τσαμουριά» (μέχρι την Πρέβεζα), την Καστοριά και τη Φλώρινα.
Η ίδια τακτική ακολουθείται και στη νέα έκδοση της Ακαδημίας με το Αλβανικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό.

Στους δύο τόμους που έχουν κυκλοφορήσει το Αλβανικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς περί αλβανικής καταγωγής και εθνικότητας της Άρτας, των Ιωαννίνων, Πρέβεζας και Ηγουμενίτσας, περιοχές οι οποίες, σύμφωνα με το Λεξικό, παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα με τη χάραξη των Ελληνο-αλβανικών συνόρων.
Επίσης, έντονη είναι η παραχάραξη και η οικειοποίηση της ελληνικής ιστορίας κυρίως σε σχέση με την Ήπειρο, ενώ δυσφημιστική είναι η στάση του Λεξικού προς την ελληνική μειονότητα. Το λεξικό δεν έχει διαφορετικές προσεγγίσεις για τον προσδιορισμό της ελληνικής μειονότητας και ούτε για το ρόλο της στο αλβανικό κράτος.
Στο σημείο όπου αναφέρεται στη «Δρόπολη», περιοχή με ελληνικό πληθυσμό, περιοχή στην οποία στο καθεστώς Χότζα, αναγνωρίστηκε ως μειονοτική περιοχή και προπαγανδιστικά ήταν το σύμβολο εκπροσώπησης του συνόλου της ελληνικής μειονότητας, οι Έλληνες δεν θεωρούνται αυτόχθονες χωρίς να προσδιορίζεται το πότε εγκαταστάθηκαν.

Επίσης το Λεξικό αναφέρει ότι οι κάτοικοι δύο χωριών της περιοχής, η Φράστανη και η Λιούγκαρη είναι αλβανικής εθνικότητας.
Για άλλες περιοχές με ελληνικό πληθυσμό, όπως η Φοινίκι, το Αλίκο, η Δίβρη, ο Μεσοπόταμος, δεν αναφέρεται, η ελληνικότητά τους, ενώ επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός ανήκει στην ελληνική μειονότητα.
Για τον πληθυσμό της Λιβαδειάς, δεν αναφέρεται η ελληνική του εθνικότητα, ενώ το ίδιο γίνεται και για την περιοχή της Χιμάρας, η οποία αποτελεί διαχρονικό στόχο της αλβανικής εθνικιστικής πολιτικής.
Επίσης καταβάλλεται προσπάθεια ώστε να απεικονισθεί ότι στις περιοχές με ελληνικό πληθυσμό, ήταν έντονο το αλβανικό στοιχείο ιστορικά, αναφέρονται τα ονόματα που οι Αλβανοί είχαν δώσει στα ελληνικά χωριά, ή με τα αλβανικά ονόματα που έδωσε το Κόμμα Εργασίας της Αλβανίας.

Στο λεξικό δεν αναφέρονται οι προσωπικότητες της ελληνικής μειονότητας, ενώ στις ελάχιστες αναφορές σε μορφές, ή αναφέρεται ότι κατάγονται από οικογένεια με γονείς ελληνικής εθνικότητας, ή παρουσιάζονται ως Αλβανοί.

Αξιότιμοι κύριε
Η επιστολή έχει σαν στόχο να κάνει γνωστό ένα ζήτημα που αφορά την δράση της Ακαδημίας Επιστημών έναντι της Ελληνικής ιστορίας και της παρουσίας των Ελλήνων στην Αλβανία.
Ο εθνικισμός είναι ένας κακός σύμβουλος, ιδιαίτερα στην περιοχή των Βαλκανίων, αφού έχει ωθήσει σε πολύχρονες και αιματηρές διαμάχες.
Γι ΄ αυτό στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων σας θα σας παρακαλούσαμε να προβείτε στις απαραίτητες ενέργειες για να απαλειφθούν οι παραπάνω αναφορές από τα κείμενα της Ακαδημίας, και να φροντίσετε ώστε στο μέλλον να μην επαναληφθούν.

Με Τιμή


Μιχάλης Σέρβος
Πρόεδρος
Ιδρύματος Ελληνισμού Αμερικής
www.hellenes.com

Κοινοποίηση:

Πρωθυπουργό της Αλβανίας
Πρόεδρο της Αλβανικής Βουλής
Αλβανικά Κόμματα
Αλβανικό Κοινοβούλιο
Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης


LETËR E HAPUR

Nr. Prot. 1503-2010

Drejtuar Presidentit të Republikës së Shqipërisë, Shkëlqesisë së tij z. Bamir Topi


I nderuar z. President,
Siç e njeh dhe Shkëlqesia juaj, Akademia e Shkencave, përbën institucionin më të rëndësishëm shkencor të çdo vendi. Synimet kryesore të çdo akademie janë: ndërmarrja e studimeve dhe hulumtimeve në fusha të ndryshme të shkencës, publikimi i tyre, bashkëpunimi me rrjetin e institucioneve të saj dhe me institucione të tjera si dhe me universitetet në Shqipëri, pjesëmarrja e potencialit shkencor të saj në veprimtari të ndryshme, si dhe krijimi dhe përforcimi i lidhjeve dhe i bashkëpunimit me Akademi të huaja.

Me ndryshimin e regjimit në Shqipëri, kur ra sistemi i Partisë së Punës, besuam se Akademia do t’i përkushtohej një vepre të pavarur, pa u ndikuar nga idetë nacionaliste dhe duke qëndruar gjithmonë brenda kuadrit te bashkëpunimit dhe të miqësisë së sinqertë.
Viti 1998 solli botimin e Akademisë me titull: «Platforma për zgjidhjen e çështjes Shqiptare», një botim i cili karakterizohet prej një shovinizmi të pa fre, përderisa mbron «bashkimin e gjithë shqiptarëve në një shtet etnik», dhe «hapësirën etnike shqiptare historikisht», e shtrin shumë më tej krahinave që banohen prej Shqiptarëve, në ish Jugosllavinë, ose duke përfshirë edhe Prevezën, Kosturin dhe Follorinën.

E njëjta taktikë ndiqet edhe në botimin e ri të Akademisë që është «Fjalori Enciklopedik Shqiptar».
Në të dy vëllimet që qarkulluan prej tij, «Fjalori Enciklopedik Shqiptar», përsërit të njëjtat gjëra dhe këmbëngul për prejardhjen etnike Shqiptare të Artës, të Janinës, të Prevezës dhe Igumenicës, krahina të cilat i përkasin Greqisë të paktën që me vendosjen e vijës kufitare midis Greqisë dhe Shqipërisë.
Gjithashtu, shpesh bëhet falsifikimi dhe përvetësimi i historisë helene, sidomos e pjesës që ka lidhje me Epirin. Shpifës dhe shpërfolës është gjithashtu Fjalori në fjalë, për Minoritetin Etnik Grek. Ai nuk përmban trajtime të ndryshme lidhur me përcaktimin e Minoritetit Etnik Grek dhe as për rolin që luan në shtetin shqiptar.

Në pikën që i referohet termit «Dropull», (një krahinë me popullsi greke, që edhe regjimi i E. Hoxhës e njihte si krahinë minoritare, qoftë për propagandë, mbahej si simbol i përfaqësimit të gjithë Minoritetit Etnik Grek), popullsia greke e saj nuk konsiderohet autoktone dhe as përcaktohet periudha historike e vendosjes së grekëve aty.
Gjithashtu Fjalori cilëson banorët e dy fshatrave të Dropullit: Frashtan dhe Lugar si shqiptarë.
Për treva të tjera me popullsi greke, siç janë Vurgu, krahinat e Delvinës, Theologo, Livadhja nuk përmendet kombësia e banorëve tyre, ndërkohë thekson se kjo popullsi i përket minoritetit Grek.

Për popullsinë e Livadhjasë nuk përmendet kombësia greke e saj, po ashtu edhe për popullsinë e krahinës së Himarës, e cila është gjithmonë në shënjestër të politikës nacionaliste shqiptare.
Gjithashtu bëhen përpjekje që të krijohet imazhi se në krahinat me popullsi greke mbizotëron elementi shqiptar me prezencë historike. Fshatrat përmenden me emrat që imponoi shteti shqiptar ose i kishte vënë arbitrarisht Partia e E. Hoxhës.
Në Fjalor nuk përmenden personalitetet e Minoritetit Etnik Grek, ndërsa tek referimet e pakta që bëhen në figurat e tij, thuhet se kanë prejardhje nga prindër me kombësi greke, ose thjesht janë shqiptarë.

Të nderuar zotërinj,

Letra ime ka për synim të publikojë një çështje që ka lidhje me veprimtarinë e Akademisë suaj të Shkencave, që ka për qëllim t’u kundërvihet fakteve historike të cilat vërtetojnë prezencën e lashtë në trojet e veta të Grekëve të Shqipërisë.
Nacionalizmi është një këshilltar i keq, veçanërisht në trevat e Ballkanit, përderisa gjithmonë ka shtyrë popujt që jetojnë këtu, në luftëra të përgjakshme dhe shumëvjeçare.
Prandaj, në kuadrin e kompetencave tuaja, do t’ju luteshim të ndërmerrni iniciativa konkrete për heqjen e fakteve absurde nga faqet e Fjalorit Enciklopedik Shqiptar, me qëllim që t’u vihet fre njëherë e përgjithmonë qëndrimeve nacionaliste.

Me respekt
Kryetari i Fondacionit Hellen në Amerikë

Michalis Servos
www. hellenes.com

Për njoftim:

1. Kryeministrit të Shqipërisë.
2. Kryetarit të Parlamentit Shqiptar.
3. Kryesisë së Parlamentit Shqiptar.
4. Të gjitha Partive parlamentare të Shqipërisë.
5. Gjithë mediave.

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

Ελληνική μειονότητα στην Αλβανία



ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑΣ “OMONOIA”
BASHKIMI DEMOKRATIK I MINORITETIT ETNIK GREK “OMONIA”
DEMOCRATIC UNION OF GREEK MINORITY IN ALBANIA “OMONOIA”

Άγιοι Σαράντα 06/02/2010

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ


Την αναγκαιότητα της απογραφής του πληθυσμού στην Αλβανία η Ομόνοια την επισημαίνει από την ίδρυσή της. Το αυτονόητο αυτό αίτημα εκφράζεται δυναμικά και από το διεθνή παράγοντα σε όλες τις εκθέσεις που αφορούν την Αλβανία.
Έστω και αργά το πρώτο βήμα έγινε. Περιμένουμε μια ελεύθερη και ρεαλιστική απογραφή που θα αποτελεί σημαντικό εργαλείο του κράτους στο να εφαρμόσει μια δίκαιη πολιτική έναντι των πολιτών και των ομάδων που το απαρτίζουν. Κατανοούμε τις τεχνικές δυσκολίες που υπάρχουν, επισημαίνουμε όμως ότι εάν υπάρχει η βούληση όλων των ενδιαφερόμενων μερών, μπορούν να ξεπεραστούν. Ελπίζουμε οι δυσκολίες αυτές να μην αποτελούν άλλοθι για αυτούς που δεν θέλουν την πραγματική αποτύπωση της κοινωνίας, γι’ αυτούς που θέλουν μια απογραφή για το θεαθήναι και την ικανοποίηση του διεθνή παράγοντα.
Τις τελευταίες μέρες παρατηρούμε ένα έντονο ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης. Είναι λογικό εφόσον για πρώτη φορά πραγματοποιείτε ελεύθερη απογραφή στην Αλβανία. Παρατηρούμε επίσης τους μόνιμους αυτόκλητους εκπρόσωπους της αλβανικής κοινωνίας που τους συνηθίσαμε στα πάνελ των αλβανικών τηλεοράσεων σε ένα ρόλο «υπερασπιστών» του αλβανικού έθνους και που δε χάνουν την ευκαιρία να δείξουν τον ανθελληνισμό τους, να θέτουν ψευτοδιλήμματα και να καταφέρονται κατά της απογραφής. Αλήθεια, ποιον ενοχλεί η αλήθεια; Ενδεχομένως τους συγκεκριμένους κυρίους να μην τους ενδιαφέρει η αλήθεια και η ειρηνική συνύπαρξη, γιατί έτσι χάνουν το ρόλο τους. Η Αλβανία μπήκε στο δρόμο χωρίς επιστροφή της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και το μόνο που κάνουν οι προαναφερόμενοι είναι να βάζουν εμπόδια σε αυτό το δρόμο.
Παρακολουθούμε με μεγάλο ενδιαφέρων όλα τα βήματα και αναμένουμε την πρόσκληση των αρμοδίων για να καταθέσουμε τις προτάσεις μας

Γραφείο Τύπου και Επικοινωνίας

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

Καταπατήσεις περιουσιών της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία


Με πλαστά οθωμανικά φιρμάνια καταπατούνται οι περιουσίες των ελλήνων στη Β.Ήπειρο. Αγανάκτηση Βορειοηπειρωτών.


ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑΣ “OMONOIA”


Άγιοι Σαράντα 21/1/2010


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ


Η Ελληνική Μειονότητα στην Αλβανία συνεχίζει να αποτελεί καθημερινό στόχο των καταπατητών χωραφιών και λιβαδιών. Τεράστιες εκτάσεις δίνονται σε «πρώην ιδιοκτήτες», με τεκμήρια πλαστά οθωμανικά φιρμάνια και σύμμαχο το Αλβανικό παρακράτος. Δικαστήρια, υποθηκοφυλακεία, επιτροπές επιστροφής των περιουσιών και άλλες κρατικές υπηρεσίες, γίνονται πρόθυμοι σύμμαχοι των καταπατητών όταν οι εκτάσεις που διεκδικούνται είναι στην περιοχή της Ελληνικής Μειονότητας.Με συνοπτικές διαδικασίες, στην οικογένεια Xhelo Xhelili, παραχωρήθηκαν 260 στρέμματα λιβαδιών και αγροτικών εκτάσεων στο χωριό Φανάρι της Επαρχίας Αλύκου.
Ο συγκεκριμένος κύριος, διεκδικούσε πριν από κάποιους μήνες, εκτάσεις σε άλλο χωριό της Επαρχίας. Μετά την αρνητική απάντηση του Έπαρχου Αλύκου στις διεκδικήσεις του, εμφανίστηκε στην Επαρχία, έχοντας τίτλους ιδιοκτησίας σε μια άλλη περιοχή. Για την παραχώρηση τους, όχι μόνο δεν υπάρχει ίχνος νομιμότητας, αλλά δεν τηρήθηκαν ούτε οι τυπικές διαδικασίες.
Αρκεί να αναφέρουμε ότι
1) Παραχωρήθηκαν χωράφια που ανήκουν στο χωριό Φανάρι με τον νόμο 7501, κάτι που απαγορεύεται ρητά από το νόμο.
2) Στο δικαστήριο - που αμφιβάλουμε αν έγινε ή υπογράφηκε από κάποιο δικαστή – δεν καλέστηκαν ως ενδιαφερόμενα μέρη η κοινότητα του Φαναριού και η Επαρχία Αλύκου.Εκφράζουμε την αγανάκτηση μας για αυτά τα φαινόμενα και δηλώνουμε ότι δεν πρόκειται να ανεχθούμε καμία αδικία. Όλες οι υποθέσεις επέστρεψαν στα δικαστήρια, ενημερώνοντας παράλληλα και των διεθνή παράγοντα τον οποίο καλούμε να μην περιορίζεται σε δηλώσεις κατανόησης. Καλούμε τις εισαγγελικές αρχές επιτέλους να ασχοληθούν με θέματα ουσίας, οδηγώντας τους εμπλεκόμενους κρατικούς λειτουργούς στη δικαιοσύνη και όχι με θέματα φτηνής επικαιρότητας και εντυπώσεων.
Η ισονομία και οι δεσμεύσεις του πρωθυπουργού φαίνεται δεν είναι ικανές να μας προστατεύσουν από το παρακράτος που θέλει να απογυμνώσει την Ελληνική Μειονότητα από τις περιουσίες της. Γι’ αυτό καλούμε τον πρωθυπουργό της χώρας, εφόσον είναι ειλικρινής στις δηλώσεις του, να προχωρήσει σε κατάλληλες νομοθετικές ρυθμίσεις δημιουργώντας ειδικό καθεστώς στα περιουσιακά της μειονότητας..


Γραφείο Τύπου και Επικοινωνίας

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

Ο Ελληνισμός της Αλβανίας και το Συνέδριο του ΚΕΑΔ





Σε ενωτικό πνεύμα και παρά τις αντίθετες εκτιμήσεις από πρώην διαφωνούντες το έκτακτο συνέδριο του Κ.Ε.Α.Δ. άνοιξε νέα σελίδα όπου πρυτάνευσε η ομοψυχία ενώ όλοι περιμένουν η συνεργασία με την ΟΜΟΝΟΙΑ να αποφέρει θετικά αποτελέσματα τα οποία έχουν στερηθεί λόγω διαζυγίου με το Δημοκρατικό κόμμα. Οι απεσταλμένοι των παραρτημάτων του Κ.Ε.Α.Δ. γέμισαν την μεγάλη αίθουσα συνεδριάσεων στο ξενοδοχείο TIRANA και παρακολούθησαν με προσοχή τις ομιλίες των Βαγγέλη Ντούλε προέδρου του Κ.ΕΑ.Δ., Βασίλη Μπολάνου δημάρχου Χειμάρρας και προέδρου της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, Έντι Ράμα προέδρου του Σοσιαλιστικού κόμματος και πολλών άλλων στελεχών του Κ.Ε.Α.Δ.. Το Κ.Ε.Α.Δ. έζησε στην εκλογική αναμέτρηση της 28ης Ιουνίου σφοδρή επίθεση και άγρια επιδρομή που δεν την είχε δει καμιά άλλη φορά. Δεν είχαμε απέναντι το Δημοκρατικό Κόμμα γιατί εμείς μπορούσαμε να το αντιμετωπίσουμε με πολιτικά τεκμήρια, με πολιτική πλατφόρμα. Εμείς είχαμε απέναντι το κομματικό κράτος του Δ.Κ. τόνισε ο κύριος Ντούλες. Για την Ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας ο κύριος Ντούλες ανέφερε ότι ο δρόμος για την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι στρωμένος με λουλούδια. Είναι μακρύς αλλά πάνω από όλα θέλει όραμα, θέλει ενσωμάτωση όχι μόνο της πολιτικής τάξης άλλα και ολόκληρης της κοινότητας. Ενδιαφέρον παρουσίασε η απάντηση του κυρίου Ράμα στην ερώτηση που του έκανε κ κύριος Ντούλες. Για την αδιαφορία του Σ.Κ. να προστατεύσει τις ψήφους του Κ.Ε.Α.Δ. στις πρόσφατες εκλογές ο κύριος Ράμα απάντησε ότι η αλήθεια που έθεσε σε εμένα ο πρόεδρος του Κ.Ε.Α.Δ. κρύβετε στα κουτιά που δεν ανοίγει ο Σαλί Μπερίσα. Ίσως η τύχη που δεν ήμασταν μαζί την στιγμή που σχεδιάζαμε τον κώδικα δεν μας έδωσε την απαιτούμενη δύναμη να υλοποιήσουμε τον στόχο. Χαιρετισμό εκ μέρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. απηύθυνε ο βουλευτής Λάμπρος Μίχος. Είμαστε σήμερα εδώ από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ο Γιώργος Τζομάκας, ο Γιώργος Τρίχας, ο Νίκος Σιώκος και ο γραμματέας νεολαίας του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Κώστας Πανταζής. Σας μεταφέρουμε το χαιρετισμό του προέδρου μας και πρωθυπουργού της Ελλάδος του Γεώργιου Παπανδρέου προς όλους τους φίλους, γείτονες, πολίτες της Αλβανίας. Η νέα κυβέρνηση στην Ελλάδα με πρόσφατη ισχυρή εντολή έχει αναλάβει πρωτοβουλίες να βγάλει την χώρα από την οικονομική κρίση και στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής να βοηθήσει τις χώρες των δυτικών Βαλκανίων να ενσωματωθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.Ο πρόεδρος της ΟΜΟΝΟΙΑΣ Βασίλης Μπολάνος δήλωσε ότι θα είναι αρωγός στις προσπάθειες του κυρίου Ντούλε ενώ του ζήτησε να δυναμώσει την φωνή του στα θέματα που απασχολούν την ελληνική μειονότητα.



ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΚΕΑΔ ΒΑΓΓΕΛΗ ΝΤΟΥΛΕ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΕΑΔ


Κυρίες και κύριοι,κύριε Λάμπρο Μίχο βουλευτή του ΠΑ.ΣΟ.Κ.,κύριε Σταύρο Παπασταύρου μέλος της επιτροπής εξωτερικών σχέσεων της Νέας Δημοκρατίας, κύριε Κώστα Πανταζή γραμματέα της νεολαίας του ΠΑ.ΣΟ.Κ.,κύριε πρόεδρε του Κ.Ε.Α.Δ. Βαγγέλη Ντούλε,Το έκτακτο συνέδριο του Κ.Ε.Α.Δ. γίνετε σε όχι και τόσο ευχάριστη περίοδο. Τα προβλήματα είναι πολλά: ιδιοτελή συμφέροντα, μη καθαροί κανόνες στην σημερινή πολιτική ενώ ο εκλογικός νόμος δυσκόλεψε αφάνταστα τη δική μας συμμετοχή και παρόλο αυτά το κόμμα μας επέζησε και αυτό δείχνει καθαρά πως το δικό μας εκλογικό σώμα θέλει την παρουσία μας στην Βουλή ενώ μας εκτίμησε για την φιλοσοφία και τον τρόπο συνεργασίας και την θετική μας συμβολή στην πολιτική ζωή του τόπου. Για όλα αυτά που ανέφερα χρειάζεται αποτίμηση της κατάστασης και ανάλυση των εκλογικών αποτελεσμάτων από το Κ.Ε.Α.Δ. το οποίο πρέπει να εργαστεί για να βελτίωση την εικόνα του στην βάση.Τα γνωστά προβλήματα που δημιουργήθηκαν πρέπει να μας απασχολήσουν προς δύο κατευθύνσεις. Πρώτα στην στρατηγική που έχει να κάνει με την διαφύλαξη αξιών της γέννησης αυτού του πολιτικού οργανισμού και από την οργανωτική πλευρά τη συστράτευση μελών και στελεχών στο Κ.Ε.Α.Δ. που πρέπει να είναι ο στόχος του έκτακτου συνεδρίου και οργάνων που θα προκύψουν από αυτό. Όπως ανέφερε στην ομιλία του ο φίλος μου και γενικός γραμματέας Λεονάρδος Σώλης εμείς έχουμε χρέος να ακολουθούμε ανεξάρτητη πολιτική εκπροσωπώντας με αξιοπρέπεια και αντικειμενικά το εκλογικό μας σώμα. Αυτά γίνονται πραγματικότητα εάν εμείς συνεχίσουμε τις προσπάθειες πρώτα από όλα στην αίθουσα της Βουλής και δεύτερον ένα συνεχή διάλογο με τον κόσμο μας. Αυτή πρέπει να είναι η δική μας φιλοσοφία και καθοδήγηση, επίμονη συνεργασία για τα συμφέροντα της κοινότητας μας και παραλλήλως προς όφελος της ένταξης της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κύριε πρόεδρε του Κ.Ε.Α.Δ., στο όνομα της οργάνωσης μας ΟΜΟΝΟΙΑ, ως εκπρόσωπος της ελληνικής μειονότητας αλλά και εκ μέρος μου σας εγγυόμαστε την συνεχή αρωγή μας και συνάμα ζητούμε ο πολιτικός σας λόγος να είναι πιο δυνατός για όλα τα προβλήματα που απασχολούν την ελληνική κοινότητα της Αλβανίας. Εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία που μου δώσατε για τον σύντομο χαιρετισμό σας εύχομαι επιτυχίες στο έκτακτο συνέδριο αλλά και στον ιερό σκοπό που υπηρετείται προς όφελος των αδυνάτων.


ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΕΑΔ της ΥΠΟΨΗΦΙΑΣ με την ΟΜΟΝΟΙΑ στις βουλευτικές εκλογές ΗΕΛΚΤΡΑΣ ΚΙΚΗ

Τίρανα, 19.12.2009

Αγαπητοί σύνεδροι,Αξιότιμοι κυρίες και κύριοι,
καταρχήν θα ήθελα να ευχηθώ καλή επιτυχία στο συνέδριο του κόμματός μας. Εγώ, μαζί με μία ημερίδα ανθρώπων που ζούμε και εργαζόμαστε στην Ελλάδα, αλλά όλα αυτά τα χρόνια ήμασταν ενεργά μέλη είτε της Ομόνοιας είτε του ΚΕΑΔ, βρισκόμαστε σήμερα εδώ να ενισχύσουμε την πολιτική μας δύναμη και να συμβάλλουμε στην εξάλειψη της εσωστρέφειας και του διχασμού που το τελευταίο χρονικό διάστημα κάποιοι προσπάθησαν να σπείρουν. Βρισκόμαστε σήμερα εδώ να δηλώσουμε ότι ο Βορειοηπειρωτικός Ελληνισμός ζητά ένα κόμμα ισχυρό, ανεξάρτητο και σταθερό στις αποφάσεις του. Σήμερα η ιστορία του κόσμου καταγράφεται με ραγδαίες εξελίξεις και εμείς θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι δίπλα στην αφυπνισμένη συνείδησή μας να λειτουργήσει ο ορθολογισμός και η δύναμη του «αγωνίζομαι».
Αγαπητοί συναγωνιστές,εμείς που συμμετάσχουμε στο συνέδριο, έχουμε ο καθένας μας διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές πεποιθήσεις. Στην Ελλάδα, ως επί το πλείστον, έχουμε ενταχθεί σε διάφορα πολιτικά κόμματα. Σήμερα όμως βρισκόμαστε εδώ, τι μας ενώνει; Θα έλεγα πως μας ενώνει και θα μας ενώνει για πάντα η εθνική μας ταυτότητα, η εθνική μας συνείδηση, ώστε στο πολιτικό γίγνεσθαι της Αλβανίας να είμαστε μέλη μόνο ενός κόμματος, του κόμματος που εξυπηρετεί επάξια τα συμφέροντα του έθνους μας, τα συμφέροντα κάθε Δροπολίτη, κάθε Βουρκάρη, κάθε Χιμαριώτη, κάθε Κορυτσαίου και εν γένει κάθε Βορειοηπειρώτη. Και αυτό το κόμμα, αυτή η πολιτική δύναμη είναι μόνο η Ομόνοια και το ΚΕΑΔ που δημιουργήσαμε και που στα χρόνια του μετά την πτώση του κομμουνισμού στην Αλβανία απέδειξαν στην πράξη ότι είναι ικανά, παρ’ όλες τις δικαιολογημένες αδυναμίες τους, να φέρουν εις πέρας την αποστολή που τους ανέθεσε η ιστορία.
Με καθαρό πατριωτικό αίσθημα έθεσα τον εαυτό μου στη διάθεση της οργάνωσης ΟΜΟΝΟΙΑ-ΚΕΑΔ και κατ΄ επέκταση του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού, με γνώμονα το εθνικό συμφέρον και πιστή στα ιδεώδη της φυλής μας. Ως υποψήφια βουλευτής, έδωσα έναν δίκαιο και καθαρό αγώνα έχοντας κατά νου τα προβλήματα του απλού Βορειοηπειρώτη και τις τρέχουσες εθνικές εξελίξεις.
Με λύπη μου και με μεγάλη έκπληξη διαπίστωσα ότι μέλη του Γενικού Συμβουλίου της Ομόνοιας και του ΚΕΑΔ που εδώ και χρόνια μας πουλούσαν και αγόραζαν «πατριωτισμό», έφθασαν στο σημείο να εξυπηρετούν συμφέροντα αλβανικών κομμάτων με σκοπό πάντα το προσωπικό τους όφελος. Ο εκφοβισμός, ο εκβιασμός και η απόλυση δημοσίων υπαλλήλων από τα καθήκοντά τους ήταν τα βασικότερα επιχειρήματα της πολιτικής τους πρακτικής. Βέβαια, όλα αυτά είχαν ένα σκοπό: την καταλήστευση των ψήφων των Βορειοηπειρωτών. Το αποτέλεσμα δεν ήταν το αναμενόμενο και γι’ αυτό φέρει ευθύνη σύσσωμος ο Βορειοηπειρωτικός Ελληνισμός.
Ως υποψήφια της Ομόνοιας – ΚΕΑΔ στις εκλογές της 28ης Ιουνίου στην περιφέρεια Αργυροκάστρου, συμμετέχοντας άμεσα στην προεκλογική καμπάνια τόσο στο Αργυρόκαστρο όσο και στην Ελλάδα, κατέληξα στα κάτωθι συμπεράσματα: Πρώτο: Η επιλογή των ατόμων που εκπροσωπούν την πολιτική δύναμη δύναται να γίνεται με κριτήριο την δράση τους στο χώρο της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας. Δεύτερο: Αυτοί που θα εκλέγονται θα πρέπει να είναι απαλλαγμένοι από οικονομικά συμφέροντα και ιδιοτελείς σκοπούς.
Κατά την άποψή μου, τα τελευταία γεγονότα που έλαβαν χώρα στους κόλπους της Ομόνοιας και του ΚΕΑΔ οφείλονται σε αλλότριους σκοπούς, οι οποίοι οδήγησαν κάποιους να απομακρυνθούν από τους πολιτικούς σχηματισμούς και να «δωρίσουν» τη διάσπαση στην Εθνική Ελληνική Μειονότητα. Όλοι αυτοί οι καρεκλομανείς και οι θεσιθήρες είναι οι πιο επικίνδυνοι στο υγιές σώμα του πολιτικού μας φορέα, διότι προσπάθησαν και προσπαθούν να υπονομεύουν την ενότητα στο κόμμα και στην οργάνωση.
Όμως δεν θα μακρηγορήσω για γεγονότα, τα οποία είναι ευρέως γνωστά και για άτομα, τα οποία η ιστορία μας τα έχει διαγράψει από τις σελίδες της.
Τι πρέπει να κάνουμε από εδώ και στο εξής; Πώς πρέπει να ενεργήσουμε για την περαιτέρω ενίσχυση του κόμματος; Εκφράζω κι εγώ την ταπεινή μου άποψη.
Εκείνο που έχω διαπιστώσει και χρήζει άμεσης επεμβάσεως είναι η ουσιαστική αναδιοργάνωση του κόμματος. Μια τέτοιου είδους αναδιοργάνωση θα δημιουργήσει σχέσεις εμπιστοσύνης ανάμεσα στο κόμμα και στην εκλογική βάση. Μας παρουσιάζεται μοναδική δυνατότητα να προχωρήσουμε μπροστά, να εκμεταλλευτούμε τα πρόσφατα γεγονότα τώρα που έχει χωρίσει η ήρα από το στάρι. Στη συνέχεια, το βασικό κύτταρο του κόμματος να αποτελείται από στελέχη που έχουν αποδείξει με το έργο τους, την ικανότητά τους και την ανιδιοτέλειά τους. Επίσης θα πρέπει στα αντιπροσωπευτικά όργανα να συμμετάσχουν και εν Ελλάδι Βορειοηπειρώτες, αφού το μεγαλύτερο δυναμικό μας διαβιεί στην Ελλάδα.
Τέλος κατά την άποψή μου, εφόσον το ΚΕΑΔ στη συντριπτική του πλειοψηφία πλαισιώνεται από μέλη της ελληνικής κοινότητας, συμπεριλαμβανομένων και των Ελληνοβλάχων, θα πρέπει να υπάρχει ρητή διάταξη πουν θα αναφέρεται στην προστασία και κατοχύρωση των απαράγραπτων δικαιωμάτων της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας, χωρίς να θέλω να θίξω καμία άλλη εθνική ομάδα. Με αυτόν τον τρόπο θα αφοπλιστούν όλοι εκείνοι που επιδιώκουν να δημιουργήσουν άλλον πολιτικό φορέα και θα έχουμε μία πιο ισχυρή αντιπροσώπευση στα πολιτικά δρώμενα.
Σας ευχαριστώ για την καλοσύνη σας να με ακούσετε, προτού εκφράσω για μία ακόμη φορά τις ευχές μου για την επιτυχία του συνεδρίου θέλω να τονίσω ότι διανύουμε δύσκολους καιρούς για το εθνικό μας θέμα. Ας μην επιτρέψουμε σε εξωγενείς παράγοντες να αποφασίζουν για εμάς χωρίς εμάς.



ΟΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΛΒΑΝΩΝ ΕΘΝΙΚΙΣΤΩΝ ΤΣΑΜΗΔΩΝ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΕΑΔ


Βάρβαρη επίθεση πραγματοποίησαν οι τσάμηδες βουλευτές στην χθεσινή συνεδρίαση της αλβανικής Βουλής εναντίον του προέδρου του Κ.Ε.Α.Δ. Βαγγέλη Ντούλε.
Αφορμή στάθηκε η ομιλία του προέδρου του Κ.Ε.Α.Δ. στο συνέδριο του κόμματος του που διεξήχθη πριν από λίγες ημέρες. Ο κύριος Ντούλες υποστήριξε ότι η πολιτική σκηνή στην Αλβανία είναι σε μαύρο χάλι, υπάρχουν κόμματα τα οποία προσπαθούν να βρουν κομματική πελατεία σε φαντάσματα του παρελθόντος.

Στην δήλωση αυτή του προέδρου του Κ.Ε.Α.Δ. αντέδρασαν οι τσάμηδες βουλευτές Ιντρίζι και Ταχίρι καθώς αναγνώρισαν τους εαυτούς τους. Στην πεντάλεπτη ομιλία του ο κύριος Ταχίρι αναφέρθηκε στον κύριο Ντούλε βρίζοντας τον και χαρακτηρίζοντας τον ανθαλβανό και εχθρό των τσάμηδων κ.α..
Ο κύριος Ντούλες απάντησε λέγοντας ότι δεν έκανε καμιά συγκεκριμένη αναφορά και όποιος έχει την μύγα μυγιάζεται.
Η τακτική αυτή μπορεί να αποφέρει κάποιους ψήφους στους τσάμηδες βουλευτές αλλά δεν βοηθά την ευρωπαϊκή προοπτική της Αλβανίας.
Με ακόμη πιο βαριές εκφράσεις καταφέρθηκε εναντίον του κυρίου Ντούλε και ο έτερος τσάμης βουλευτής Αυλώνος κύριος Ιντρίζι.
Την στιγμή που ο πρόεδρος του Κ.Ε.Α.Δ. απαντούσε στις αιτιάσεις του κυρίου Ιντρίζι, όπως προβλέπει ο κανονισμός της αλβανικής Βουλής, ο κύριος Ταχίρι κινήθηκε απειλητικά εναντίον του κυρίου Ντούλε και χάρις την ψυχραιμία των περισσοτέρων αποφεύχθηκαν τα χειρότερα.
Οι προκλήσεις προς τον πρόεδρο του Κ.Ε.Α.Δ. συνεχίστηκαν και σήμερα καθώς άτομο κάλεσε από αναγνωρίσιμο τηλέφωνο κάνοντας αναφορά στο τσάμικο θέμα ενώ απείλησε ακόμη και για την ζωή του. Ο κύριος Ντούλες έκανε αναφορά και καταγγελία στην εισαγγελία του κράτους.
Σε αυτό το σημείο θα θέλαμε να τονίσουμε και να υπενθυμίσουμε ότι ο κύριος Ταχίρι είναι στην Βουλή χάρις στους ψήφους που μάζευαν για την δεξιά συμμαχία οι κύριοι Μπάρκας, Μήτσιος κ.α. συνεπικουρούμενοι από κάποιους ανεύθυνους νομάρχες στον ελληνικό χώρο.
Μέσω των διπλωματικών αρχών ενημερώθηκε η ελληνική πολιτεία για την αναίτια και βάρβαρη πρόκληση ενώ αναμένεται η αντίδραση της.

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Ο Ελληνισμός της Αλβανίας




Κοινωνία και Παιδεία της
Ελληνικής Μειονότητας στην Αλβανία.


Θεοφάνης ΜΑΛΚΙΔΗΣ

Εισαγωγή


Εδώ και πολλά χρόνια, ουσιαστικά αιώνες σε πολλές περιοχές στον Ευρωπαικό χώρο, τα προβλήματα των μειονοτήτων και ιδιαίτερα τα εκπαιδευτικά, είναι αναμφισβήτητα υπαρκτά και έντονα. Οι περισσότερες χώρες, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, όπου αναπτύσσεται μια έντονη δραστηριότητα για τα μειονοτικά ζητήματα με διεπιστημονικές προσεγγίσεις που αποκαθιστούν το μειονοτικό ως ένα από τα κεντρικά σημεία αναφοράς της κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής ιστορίας του τόπου (Λαφαζάνη, 1997, 12), αν και δείχνουν θέληση και πρόθεση για την αντιμετώπισή τους, δεν προχωρούν σε ουσιαστική επίλυση των προβλημάτων τους.
Στη χρονική φάση που διανύουμε, παρατηρείται μία συνεχώς αυξανόμενη ένταση στον τομέα των μειονοτικών διεκδικήσεων. Οι πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις, στην περιοχή της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, καθώς και στο χώρο της Χερσονήσου του Αίμου, έφεραν (ξανά) στο προσκήνιο ένα πρόβλημα, το οποίο στην πραγματικότητα δεν είχε ποτέ διευθετηθεί και επιλυθεί: το ζήτημα της προστασίας της ταυτότητας, αλλά και της ίδιας της ύπαρξης των μειονοτικών πληθυσμών. Εξάλλου, στον Ευρωπαϊκό χώρο, και ιδιαίτερα στη Βαλκανική χερσόνησο, όπου οι εδαφικές και πληθυσμιακές ανακατατάξεις αποτελούν πολιτική και πρακτική αιώνων, είναι αναμενόμενο το φαινόμενο αυτό να παρουσιάζεται πολύ πιο έντονο και διαρκές.
Το ζήτημα της μειονοτικής εκπαίδευσης, το θέμα της διάχυσης της γνώσης στη μητρική γλώσσα, της ύπαρξης εκπαιδευτηρίων, τα οποία θα συμβάλλουν στην ύπαρξη των μειονοτικών ομάδων, κυριαρχεί στα αιτήματα των μειονοτικών ομάδων και αποτελεί ένα από τα βασικά αίτια προστριβών, πολιτικών αντεγκλήσεων, ενώ προτάσσεται ως καθοριστικός παράγοντας ακόμη και για την ανάληψη ένοπλης δράσης, ενάντια στην πλειονότητα.
Η ανάλυση του ζητήματος της μειονοτικής εκπαίδευσης, στην περίπτωση της Ελληνικής κοινότητας στην Αλβανία, λαμβάνει υπ’ όψην τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της παιδείας στη χώρα, όπως διαμορφώνονται τόσο από την εφαρμογή διεθνών συνθηκών και τις τοπικές νομικές και άλλες ρυθμίσεις, όσο και από τις κοινωνικές, πολιτικές και γεωγραφικές συνθήκες της περιοχής.
Επιχειρείται μια προσέγγιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η μειονοτική εκπαίδευση στην Αλβανία, καθώς και η δυσκολία να εξασφαλιστεί η πολιτισμική διαφορετικότητα και να διατηρηθεί η κοινωνική συνοχή, στην παιδεία αλλά και τη συνέχεια της ελληνικής μειονότητας. Γεγονός το οποίο έχει άμεση επίπτωση στην εκπαιδευτική, κοινωνική και οικονομική υστέρηση των μελών και τελικό αποτέλεσμα τον κοινωνικό και πολιτισμικό αποκλεισμό της από την ευρύτερη κοινωνία.


Το πλαίσιο για τις μειονότητες


Η αρχή της μη διάκρισης για τις μειονότητες.
Η προβληματική της διεθνούς κοινότητας, όσον αφορά στην αντιμετώπιση των προβλημάτων των μειονοτικών ομάδων, έχει περάσει από διάφορα στάδια. Από την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών (ΚτΕ), όπου και οι συμβάσεις «περί μειονοτήτων» (Azcarate, 1945, 23) μέχρι την αρχή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου είχε δοθεί έμφαση στο θέμα της ομαλής ενσωμάτωσης των διαφόρων ομάδων στις κυρίαρχες κοινότητες. Με το τέλος του πολέμου και την ίδρυση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε), και έχοντας υπόψη, τα ζητήματα που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας σύγκρουσης σχετικά με τις μειονότητες, η διεθνής κοινότητα θα προβεί σε ενέργειες προς τη δημιουργία ενός θεσμικού πλαισίου, το οποίο θα μπορούσε να διασφαλίσει το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθιερώνοντας την αρχή της μη-διάκρισης λόγω φυλής, φύλου, θρησκείας ή γλώσσας.
Στο σημείο αυτό γίνεται ένα σημαντικό βήμα, το οποίο δεν είναι, ωστόσο, αρκετό για να εξασφαλίσει την ουσιαστική προστασία των μειονοτήτων και να διαφυλάξει τη διαφορετικότητά τους. Το βασικό μειονέκτημα της προσέγγισης αυτής, εκτός από το γεγονός ότι τα μειονοτικά δικαιώματα εντάχθηκαν ως ιδιότυπη προστασία στο corpus των δικαιωμάτων του ανθρώπου χωρίς να κρατήσουν την αυτοτέλειά τους, (Τσιτσελίκης, 1997, 26) ήταν ότι θεωρούσε πως η εφαρμογή της αρχής της μη-διάκρισης αποτελεί επαρκή εγγύηση για την προστασία των μειονοτήτων, άποψη η οποία επέφερε μια ταύτιση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων με τα ατομικά δικαιώματα.
Ο προβληματισμός και η συζήτηση στη διεθνή κοινότητα, βασίζεται στο συλλογισμό ότι, για να ενταχθούν ομαλά στο κοινωνικό σύνολο, τα μέλη των μειονοτικών ομάδων δεν θα έπρεπε να διαφέρουν από τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας μέσα στην οποία ζουν, θεωρία που κυριαρχεί σε όλα τα διεθνή συμβατικά κείμενα της περιόδου. Έτσι τα συμβαλλόμενα κράτη αναλαμβάνουν απλώς την υποχρέωση να μην εμποδίζουν τα μέλη των μειονοτικών ομάδων να κάνουν χρήση της γλώσσας τους, να ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα ή να τηρούν τα έθιμά τους. Η προσέγγιση αυτή πηγάζει κυρίως από την αντίθεση πολλών κρατών στο να παραχωρήσουν συλλογικά δικαιώματα σε μειονοτικές ομάδες, φοβούμενα ότι μια τέτοια παραχώρηση θα εισήγαγε μια συλλογική διάσταση μειονοτικής πραγματικότητας και ύπαρξης και θα οδηγούσε στην ανεπιθύμητη συσπείρωση των μειονοτικών πληθυσμών. Η προσέγγιση αυτή γινόταν πολύ πιο δύσκολη στην υλοποίησή της, τόσο έχοντας υπόψην τα πρόσφατα γεγονότα του πολέμου, όσο και τα επίκαιρα κινήματα στις χώρες της περιφέρειας.
Η μελέτη των συμβατικών κειμένων που υιοθετήθηκαν, κυρίως μέσα από διαδικασίες του Ο.Η.Ε., δίνει την εντύπωση ότι τα κυρίαρχα κράτη δεν επιθυμούν να δεσμευθούν απέναντι στις μειονότητές τους. Ουσιαστικά διακηρύσσουν την πρόθεσή τους να μη σταθούν εμπόδιο στην άσκηση των δικαιωμάτων των εθνικών, θρησκευτικών και γλωσσικών μειονοτήτων, χωρίς, να δεσμεύονται να προωθήσουν και να στηρίξουν τις προσπάθειες των ομάδων αυτών για συνοχή. Χαρακτηριστικά αναφέρονται η ιταλοαυστριακή σύμβαση σχετικά με τη γερμανόφωνη μειονότητα του Άλτο Άντιτζε, η ιδρυτική συνθήκη του αυστριακού κράτους, η οποία καθορίζει το πλαίσιο προστασίας της ουγγρικής, σλοβενικής και κροατικής μειονότητας, οι διακυρήξεις της Δανίας και της Γερμανίας για τις μειονοτικές ομάδες. (Minority Rights Group, 1991, 45)
Ειδικότερα η Αλβανία, μεταπολεμικά παρουσιάστηκε απρόθυμη στην επικύρωση βασικών διεθνών συμβάσεων, όπως το Διεθνές Σύμφωνο Οικονομικών, Κοινωνικών και Πολιτιστικών Δικαιωμάτων του Ο.Η.Ε, το οποίο καταχύρωνε και εκπαιδευτικές πληροφορίες, ενώ επικύρωσε άλλες, όπως η Συμφωνία για τα Πολιτικά Δικαιώματα της Γυναίκας (1952) και τη Συμφωνία για την Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας (1948) (Amnesty Interantional 1991, 92).
Το ζήτημα της προστασίας των μειονοτήτων, αντιμετωπίζεται πιο συγκροτημένα και ολοκληρωμένα -το ψυχροπολεμικό ωστόσο πλαίσιο υπάρχει ακόμη- από τη Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (Δ.Α.Σ.Ε), σήμερα Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη ( Ο.Α.Σ.Ε.), καθώς στην Τελική Πράξη του Ελσίνκι (1975) γίνεται κάποια αναφορά, στην πολιτιστική συνεισφορά των μειονοτικών πληθυσμών και στην ανάγκη διευκόλυνσής τους από τα κράτη διαβίωσή τους. Οι εξαγγελίες και η ύπαρξη αναφορών περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων που συμπεριλαμβάνονταν στην Τελική Πράξη, αν και δημιουργούσαν την εντύπωση ότι δεν είχαν σημαντικές διαφορές από τα αντίστοιχα κείμενα του Ο.Η.Ε., εντούτοις εμφάνιζαν κάποιου είδους παραχωρήσεις από την κρατική πλευρά και αναφέρονταν, για πρώτη φορά, όχι μόνο στην ανάγκη για σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και για «προαγωγή και ενθάρρυνσή τους».
Στο κείμενο της Βιέννης (1989), το τελευταίο πριν τις αλλαγές στον Ευρωπαικό και Βαλκανικό χώρο με την πτώση των σοσιαλιστικών καθεστώτωνν, που έδωσε μία άλλη διάσταση στο ζήτημα των μειονοτήτων, αναφέρεται ότι τα κράτη θα πρέπει «να φροντίσουν ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στα άτομα που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες ή τοπικούς πολιτισμούς […] να αναπτύσσουν τον πολιτισμό τους σε όλους του τομείς». Σχετικά με το θέμα της εκπαίδευσης, αναγνωρίζεται στα μέλη των μειονοτικών ομάδων το δικαίωμα να «…μεταδίδουν ή να λαμβάνουν παιδεία που να σχετίζεται με το δικό τους πολιτισμό, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος των γονιών να μεταφέρουν στα παιδιά τους τη γλώσσα, τη θρησκεία και την πολιτιστική τους ταυτότητα…», χωρίς όμως να υπάρχουν και να οριοθετούνται και εδώ, κάποιες συγκεκριμένες υποχρεώσεις από την πλευρά των κρατών.

Οι αλλαγές στον Ευρωπαικό χώρο μετά το 1991


Η πτώση των καθεστώτων που κυριαρχούσαν στην ανατολική και κεντρική Ευρώπη καθώς και στη Χερσόνησου του Αίμου- ορισμένα είχαν κάποιας μορφής μειονοτική πολιτική- ανέδειξε το θέμα της παραχώρησης ειδικών δικαιωμάτων, τα οποία αποσκοπούν πλέον στη διάσωση της ελεύθερης έκφρασης της διαφορετικότητας αλλά και της ίδιας της ύπαρξης των μειονοτικών ομάδων.
Ο διεθνής παράγοντας αρχίζει να κατανοεί και μπροστά στο πρόβλημα των προσφύγων που δημιουργούνται λόγω των κρατικών πολιτικών, αλλά και των ένοπλων συγκρούσεων που αρχίοζυν, ότι επιβάλλεται να προχωρήσει στη διαμόρφωση του δικαιώματος στην προστασία της ιδιαίτερης ταυτότητας μειονοτήτων, όσο και στο ζητούμενο του εκδημοκρατισμού των καθεστώτων. Τον Ιούνιο του 1990 υιοθετείται το κείμενο της Διακήρυξης της Κοπεγχάγης, στο οποίο για πρώτη φορά τα συμβαλλόμενα κράτη αναλαμβάνουν τη δέσμευση να προστατεύσουν την εθνική, πολιτιστική, γλωσσική και θρησκευτική ταυτότητα των μειονοτικών ομάδων και να δημιουργήσουν τις κατάλληλες συνθήκες για την προώθησή της.
Στο 4ο κεφάλαιο, παρ.33, της Διακήρυξης, περιλαμβάνεται ένα σύνολο διατάξεων, το οποίο αναφέρεται συγκεκριμένα στην προστασία των μειονοτήτων και των μελών τους. Στη συνέχεια τονίζεται ότι, για την προώθηση του έργου που αναλαμβάνουν τα κράτη προτείνεται να συμβουλεύονται αντιπροσώπους των μειονοτικών πληθυσμών. Με τον τρόπο αυτό οι διάφορες ομάδες, μέσα στις πολιτιστικές και άλλες τους διαφοροποιήσεις, αναγνωρίζονται για πρώτη φορά όχι μόνο ως φορείς δικαιωμάτων αλλά και ως αποδέκτες μιας επίσημης κρατικής πολιτικής. Τα κράτη τα οποία υπογράφουν και επικυρώνουν τη Σύμβαση συμφώνουν και διακυρρήτουν ότι «…ο σεβασμός των δικαιωμάτων των ατόμων που ανήκουν σε μειονότητες […] αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα για την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, τη σταθερότητα και τη δημοκρατία…».
Στο κείμενο της Διακήρυξης σημειώνεται επίσης το δικαίωμα των μειονοτικών πληθυσμών να «…προστατεύσουν την εθνική, πολιτιστική, γλωσσική και θρησκευτική ταυτότητά τους…», με τη βοήθεια των κρατών μέσα στα οποία ζουν, σημείο το οποίο για πρώτη φορά γίνεται τόσο σαφές . Η Διακήρυξη εκχωρεί στα άτομα που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες έναν αριθμό συγκεκριμένων δικαιωμάτων, τα οποία θα μπορούν να εξασκούν ατομικά ή και από κοινού με άλλα μέλη της ομάδας τους. Τους αναγνωρίζεται το δικαίωμα να χρησιμοποιούν ελεύθερα τη μητρική τους γλώσσα, κατ’ ιδίαν ή δημόσια, να συγκροτούν και να συντηρούν ιδρύματα, οργανώσεις και εκπαιδευτικούς, πολιτιστικούς και θρησκευτικούς συνδέσμους, και να ακολουθούν και να ασκούν ελεύθερα το θρήσκευμά τους. Η Αλβανία προσήλθε ως παρατηρητής στην Κοπενχάγη, υιοθετώντας μια σειρά από ζητήματα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. (Revue Universelle des Droit del’ Homme, 1990, 339-346).

Ο νέος μηχανισμός προστασίας των μειονοτήτων


Την 21η Νοεμβρίου του 1990 θα υπογραφεί «ο Χάρτης του Παρισιού για μια νέα Ευρώπη», ο οποίος εξέταζε το μειονοτικό ζήτημα από θετική οπτική γωνία, αποτελώντας ταυτόχρονα πραγματική διακήρυξη των πιστεύω της ηπείρου μετά την πτώση του τείχους, καθώς τόνιζε την άμεση σύνδεση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με τους δημοκρατικούς θεσμούς και το κράτος δικαίου.
Συνειδητοποιώντας την επιτακτικότητα της ενίσχυσης συνεργασίας, σε συνδυασμό με τις ραγδαίες αλλαγές στο χώρο, αλλά και σε διεθνές επίπεδο στο θέμα των μειονοτήτων, τα κράτη που συμμετείχαν στο Παρίσι, αποφάσισαν τη σύγκληση ειδικής επιτροπής εμπειρογνωμόνων με σκοπό την περαιτέρω διευκρίνιση και διεύρυνση των αρχών της Κοπεγχάγης. Τον Ιούνιο του 1991, στη Γενεύη, οι διαπραγματεύσεις αποδείχτηκαν εξαιρετικά δύσκολες, σε σημείο μάλιστα ώστε να υπάρξει κίνδυνος οι συμμετέχοντες να μην καταφέρουν να καταλήξουν σε ένα τελικό κείμενο. Τα αποτελέσματα της Σύσκεψης, όπως αποτυπώνονται στην Έκθεση της Γενεύης, ήταν απογοητευτικά, καθώς επιβεβαίωναν τη δυσχέρεια και τη δυσκολία επίλυσης του ζητήματος των μειονοτήτων. Περιορίστηκαν στο συμπέρασμα ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό να επιλυθούν τα προβλήματα στις περιοχές όπου γίνεται προσπάθεια για ενδυνάμωση των δημοκρατικών θεσμών, καθώς εκεί τα θέματα που αφορούν στους μειονοτικούς πληθυσμούς είναι ιδιαίτερα επιτακτικά και η επίλυσή τους αποτελεί ίσως το σημαντικότερο βήμα προς την πολιτική σταθερότητα και την κοινωνική πρόοδο.
Το φθινόπωρο του 1991 (Σεπτέμβριος – Οκτώβριος) πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του της ΔΑΣΕ (Ο.Α.Σ.Ε.), στην οποία η Αλβανία είχε γίνει μέλος με τη σύμφωνη γνώμη της Ελλάδας, η Συνδιάσκεψη της Μόσχας, κατά τη διάρκεια της οποίας κατεβλήθησαν προσπάθειες προσέγγισης του ζητήματος, με σκοπό να καταστεί σαφές σε όλα τα κράτη ότι η αποτελεσματική προστασία των μειονοτικών πληθυσμών που βρίσκονται στην επικράτειά τους είναι και προς δικό τους όφελος και δεν οδηγεί στην αποσύνθεση της εθνικής τους ενότητας. Παράλληλα, ένα πολύ σημαντικό βήμα προόδου ήταν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η Συνδιάσκεψη, δηλώνοντας ότι πρέπει να ασκηθεί η απαραίτητη πίεση ώστε να μην έγκειται πλέον στη διακριτική ευχέρεια του κάθε κράτους η εφαρμογή ή μη των διεθνών κανόνων προάσπισης των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των μειονοτικών πληθυσμών. Στη Συνδιάσκεψη έγινε παρέμβαση από εκπροσώπους της ελληνικής κοινότητας στην Αλβανία, οι οποίοι τόνισαν τον περιορισμό των δικαιωμάτων των Ελλήνων, ενώ έθεσαν και το ζήτημα της εκπαίδευσης, τονίζοντας την πολιτισμική καταπίεση και την αφομοίωση της μειονότητας. (Αmpatzis – Malkidis, 2000, 45)
Η στάση της διεθνούς κοινότητας στον τομέα του σεβασμού της ταυτότητας των μειονοτήτων, ήταν για μεγάλη χρονική περίοδο αμφιλεγόμενη, καθώς από τη μια πλευρά εκδηλώνε την επιθυμία της να προστατεύσει τους μειονοτικούς πληθυσμούς και να συμβάλλει ενεργά στο σεβασμό της διαφορετικότητάς τους και από την άλλη απέφευγε να προβεί σε δεσμεύσεις και κυρίως επίσημες αναγνωρίσεις της οντότητας των μειονοτικών πληθυσμών. Η περίπτωση του Ευρωπαικού Χάρτη για τις Περιφερειακές ή Μειονοτικής Γλώσσες, και πολύ έντονα της Σύμβασης Πλαίσιο για τις Εθνικές Μειονότητες του Συμβουλίου της Ευρώπης, είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα, αφού η διεθνής κοινότητα υιοθέτησε ένα εξαιρετικά εύκαμπτο σχήμα, το οποίο θα μπορούσε να ανταποκρίνεται στις κατά τόπους ειδικές περιστάσεις στις οποίες χρησιμοποιείται η μειονοπτική γλώσσα, ενώ την ταυτόχρονα απέφευγε να συγκεκριμενοποιήσει και να αναλύσει το νομικό πλαίσιο σε δικαιώματα υπέρ των μειονοτήτων.
Είναι λοιπόν εμφανές το πόσο ισχυρός και επικίνδυνος παράγοντας θεωρείται η συνειδητοποίηση της ιδιαίτερης ταυτότητας των μειονοτικών πληθυσμών, και οι προσπάθειες για κατοχύρωσή της από την πλευρά των μειονοτήτων, κυρίως όταν τα ίδια τα κράτη έχουν πλήρη επίγνωση ότι την έχουν εσκεμμένα αγνοήσει τόσο καιρό. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, ακολουθεί η διεθνής κοινότητα ένα δρόμο χαμηλής και ήπιας προσέγγισης, προσπαθώντας να περιορίσει στο μικρότερο βαθμό δυνατόν τη λήψη μέτρων, τα οποία θα μπορούσαν να προκαλέσουν ανακατατάξεις και αναταράξεις και να φέρουν σε δύσκολη θέση τις κράτη, που έχουν αποδεχθεί κάποιες δεσμεύσεις.
Την περίοδο που ακολούθησε την ίδρυση του Ο. Η. Ε., ήταν αυτή των θεωρητικών προσεγγίσεων και δεσμεύσεων των κρατών στα μειονοτικά ζητήματα, που αποδεικνύει την ελλειπή κάλυψη που παρείχε το διεθνές περιβάλλον και σύστημα. Το κύριο βάρος σήμερα πρέπει να δοθεί στους μηχανισμούς διασφάλισης της εφαρμογής του θεσμικού πλαισίου που ήδη υπάρχει, καθώς και στην περαιτέρω διεύρυνσή του. Τα κράτη οφείλουν να κατανοήσουν ότι η λήψη των αναγκαίων από τις σημερινές κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές περιστάσεις, μέτρων για την αποτελεσματική προστασία των μειονοτικών πληθυσμών είναι και προς δικό τους όφελος και δεν οδηγεί στην αποσύνθεση της εθνικής τους ενότητας. Το κυρίαρχο κράτος οφείλει να κατανοήσει ότι μπορεί να συνυπάρχει με τις μειονότητες, να τις βοηθήσει να ενταχθούν στην κοινωνία, σεβόμενη την ταυτότητά τους, και να χρησιμοποιήσει εποικοδομητικά την παρουσία τους, εξασφαλίζοντάς τους την προστασία του κράτους και ίσες ευκαιρίες με τους υπόλοιπους πολίτες. Η παρουσία και η έννομη δράση των μειονοτήτων κάθε είδους αποτελεί, όχι μόνο μια δημοκρατική υποχρέωση αλλά ένα ουσιαστικό στοιχείο του πολιτισμού των διαφόρων χωρών. (Καραμπελιάς, 1993,122)
Η ελληνική μειονότητα μπορεί να αποτελέσει μέσα σε ένα πλαίσιο που οφείλει να δημιουργήσει ή να εφαρμόσει η Αλβανία, αφού υπάρχει η διεθνής εμπειρία, μια δύναμη υπέρβασης των εθνικών απομονωτισμών, όταν δεν λειτουργεί ως στρατηγική μειονότητα που χρησιμοποιείται από τη χώρα μητρόπολη σε βάρος της χώρας διαμονής τους. Τότε γίνεται παράγοντας έχθρας, αντιπαράθεσης. Η ελληνική μειονότητα με την ίδια την ύπαρξή της, μπορε;i να συνεισφέρει με την ιδιαίτερη πολιτιστική ταυτότητά της στην ανασυγκρότηση της Αλβανίας, μπορεί να στηρίξει και να συμβάλλει ουσιαστικά, στη βαλκανική συνεννόηση και την πορεία της Αλβανίας, προς τη δημοκρατία, το σεβασμό των πολιτικών και ανθρώπινων ελευθεριών και την ανάπτυξη. (Φιλανιώτης-Χατζηαναστασίου, 1992,105).
Και αυτό μπορεί να το πετύχει αφού έχει ιστορικά καλές σχέσεις με τις ομάδες του αλβανικού λαού, διαθέτει βαθιά δημοκρατική παράδοση με την ενεργό της συμμετοχή στον αντιφασιστικό αγώνα και έχει πείρα ζωής της ελληνοαλβανικής κοινωνικής ζωής και των βαλκανικών ισορροπιών.

Η Αλβανία και η Ελληνική μειονότητα


Η εκπαίδευση της ελληνικής μειονότητας, στοιχείο των Ελληνοαλβανικών σχέσεων


Η Αλβανία, συνορεύει με την Ελλάδα, την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας και βρέχεται από το Ιόνιο Πέλαγος και την Αδριατική Θάλασσα. Έχει έκταση 28.750 τ.χλμ και πληθυσμό (1994) 3.374.000 άτομα (1994). Γλώσσα είναι η Αλβανική (επίσημη), ελληνική, ενώ τοπικά ομιλούνται διάφορες άλλες γλώσσες. Η Εθνολογική σύνθεση είναι Αλβανοί 85-92%, Ελληνες 6-12% και το με βάση το θρήσκευμα υπολογίζεται ότι υπάρχουν Μουσουλμάνοι σε ποσοστό 70%, χριστιανοί ορθόδοξοι 20%, ρωμαιοκαθολικοί 10%.Το Ακαθάριστο Εθνικό Προιόν της χώρας ήταν 2.106.875.000 δολάρια ΗΠΑ (2000) ο μέσος μηνιαίος μισθός: 75 δολάρια ΗΠΑ, ο πληθωρισμός: 42,1% και η ανεργία έφτανε στα 171.000 άτομα. (Μαλκίδης 2002, 34)
Η παρουσία της ελληνικής μειονότητας στο αλβανικό έδαφος και ο τρόπος αντιμετώπισής της από τις αλβανικές αρχές υπήρξαν ένα από τα σημαντικότερα θέματα που απασχόλησαν τις ελληνοαλβανικές σχέσεις από την εποχή ακόμη της ίδρυσης του αλβανικού κράτους. Λίγο πριν τη δημιουργία του αλβανικού κράτους οι τουρκικές στατιστικές ανέβαζαν τον ελληνικό πληθυσμό σε 113.000 άτομα, ενώ η ελληνική διοίκηση σε 117.000 σε συνολικό πληθυσμό 230.000 περίπου. Τα αριθμητικά δεδομένα υπέστησαν αλλοιώσεις κατά την πάροδο των ετών, και παρά τις αφομοιωτικές και άλλες πολιτικές που υπέστη η ελληνική μειονότητα, ο ρυθμός πληθυσμιακής αύξησής της, ήταν ανάλογος με αυτόν της υπόλοιπης Αλβανίας. Σύμφωνα με στοιχεία των Ελληνικών προξενικών αρχών, ο αριθμός των Ελλήνων ανερχόταν σε 200.000 -250.000 άτομα. Στη δεκαετία του 1980, τα ηπειρωτικά σωματεία, όπως η «Κεντρική Επιτροπή Βορειοηπειρωτικού Αγώνα», ο «Σύνδεσμος Βορειοηπειρωτών», η «Πανηπειρωτική Επιτροπή Αμερικής και Καναδά», δήλωναν ότι με στοιχεία, η μειονότητα αριθμούσε 400.000 άτομα τουλάχιστον. Η Δημοκρατική Ένωση της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας στην Αλβανία, ΟΜΟΝΟΙΑ σε υπόμνημα της στη ΔΑΣΕ (Μόσχα 1991) υποστήριξε ότι η ελληνική μειονότητα πλησιάζει τις 300.000 άτομα, κάνοντας ταυτόχρονα λόγο για «αυθαίρετο γεωγραφικό διαχωρισμό της μειονότητας και στατιστική γενοκτονία». Στέλεχος της Διεθνούς Εταιρείας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε έρευνα που πραγματοποίησε στην Αλβανία, το 1991, τόνιζε ότι ο πραγματικός αριθμός των Ελλήνων είναι περίπου 300.000 και με εγκατάσταση σε όλη τη χώρα, δηλώνοντας ότι μόνο στα Τίρανα ζούσαν 15.000. (Waehling, Η Φωνή της Ομόνοιας 3/12/1991).
Από την άλλη πλευρά οι αλβανικές αρχές, υποστήριζαν, καθόλη τη διάρκεια του προηγούμενου καθεστώτος ότι ο αριθμός των ατόμων που συγκροτούσαν την ελληνική μειονότητα κυμαινόταν γύρω στις 50.000 με 59.000, στοιχεία που αντλούσαν από την τελευταία απογραφή του 1988.
Σύμφωνα με τη συνθήκη του Λονδίνου (17/5/1913), με την οποία ιδρυόταν το Αλβανικό κράτος, προβλεπόταν στο άρθρο 7 ότι «τα αφορώντα εις την εθνικότητα ζητήματα κανονισθήσονται δι’ ειδικών συνθηκών». Ήδη από την πρώτη στιγμή, όταν η ελληνική μειονότητα αναγνωρίστηκε επίσημα, ως εθνική και γλωσσική και τέθηκε υπό την προστασία της ΚτΕ, μετά από τη σχετική δήλωση της Αλβανίας της 2ας Οκτωβρίου 1921, το αλβανικό κράτος έδειξε ότι δεν είχε καμία πρόθεση να τηρήσει τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει για σεβασμό των εκπαιδευτικών και άλλων δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας που διαβιούσε στο έδαφός του μετά την οριοθέτηση της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Τον Ιούνιο του 1921 το αλβανικό κράτος, είχε απαντήσει θετικά στα αιτήματα της Μόνιμης Ελληνικής Γραμματείας στην ΚτΕ για «τη λήψη αναγκαίων μέτρων για ανοικοδόμηση και συντήρηση ακινήτων χριστιανικής λατρείας, σχολείων και αγαθοεργίας καθώς και για ίση μεταχείριση και aσφάλεια στο νόμο και στην πράξη των Αλβανών υπηκόων που ανήκουν στις φυλετικές, γλωσσικές και θρησκευτικές μειονότητες με τους υπόλοιπους Αλβανούς», αλλά το προστατευτικό πλέγμα λειτούργησε ανεπαρκώς για την ελληνική μειονότητα. (Γεωργούλης, 1995, 191)
Η ελληνική μειονότητα, αντιδρώντας στην πολιτική του αλβανικού κράτους, που ουσιαστικά δεν επέτρεπε την δημιουργία πλαισίου για την εκπαίδευση, προσέφυγε στην ΚτΕ στις 7 Αυγούστου 1934 (αριθμός αναφοράς στον γενικό Γραμματέα C.336.1), θέτοντας ως πρώτο ζήτημα την Αλβανική στάση, «της επιβράδυνσης ανοίγματος σχολείων και αδικαιολόγητης άρνησης διορισμού των κοινοτικών δασκάλων». Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, όπου και παραπέμφθηκε από την ΚτΕ το θέμα, αποφάνθηκε (Αριθ. Πινακίου 62, Σειρά Α/Β Τεύχ. Αριθμ. 64 /6/4/1935), με την εξής γνωμοδότηση : «Όθεν το δικαστήριον καταλήγει εις το συμπέρασμα ότι το άρθορν 5 παρ. 1 της από 2ας Οκτωβρίου 1921 δηλώσεως εξασφαλίζει εις τους Αλβανούς υπηκόους ανήκοντας εις μειονότητας, φυλής, θρησκείας ή γλώσσης το δικαίωμα όπως διατηρώσει, διευθύνωσι και ελέγχωσι ιδίοις εξόδοις και ιδρύωσιν εν τω μέλλοντι αγαθοεργά ιδρύματα, θρησκευτικά ή κοινωνικά, σχολεία ή άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα μετά του δικαιώματος να ποιώνται εν αυτοίς χρήσιν της ιδίας των γλώσσης και να εξασκώσιν ελευθέρως την θρησκείαν των». Δια ταύτα το Δικαστήριον «δια ψήφων οχτώ έναντι τριών, είναι της γνώμης ότι η θέσις της Αλβανικής Κυβερνήσεως, κατά την οποίαν η κατάργησις των εν τη Αλβανία ιδιωτικών σχολείων, αποτελούσα γενικόν μέτρον, εφαρμοζόμενον τόσο επί της πλειονότητος, όσον και επί της μειονότητος, είναι σύμφωνος προς το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 1 της από 2ας Οκτωβρίου 1921 δηλώσεως, δεν είναι βάσιμος»
Ωστόσο παρά την απόφαση αυτήν, η τακτική της παρεμπόδισης της μειονοτικής παιδείας, διατηρήθηκε αναλλοίωτη σε όλη την περίοδο που προηγήθηκε του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, για να γίνει ακόμη σκληρότερη και να προσλάβει πρωτόγνωρες διαστάσεις μετά την επικράτηση του κόμματος Εργασίας, το 1945. Σε εφαρμογή της πολιτικής αυτής οι επίσημα αναγνωρισμένες περιοχές της μειονότητας συρρικνώθηκαν αυθαίρετα σε 99 μόνο χωριά των νομών Αργυροκάστρου και Αγίων Σαράντα. Η διακυβέρνηση της Αλβανίας, από το Κόμμα Εργασίας, και η πολιτική που εφάρμοσε το καθεστώς του Ενβέρ Χότζα, είχε ως αποτέλεσμα να στερηθούν σημαντικά ιστορικά κέντρα του χώρου, όπως η Χιμάρα, το Αργυρόκαστρο, η Κορυτσά, το Δέλβινο, την ελληνική παιδεία, τα σχολεία, τη χρήση της γλώσσας και οι κάτοικοί των, την ιδιαιτερότητα της εθνικής καταγωγής, το δικαίωμα στον εθνικό αυτοκαθορισμό, ενώ συνέπεια της κρατικής στάσης, «ο λαογραφικός θησαυρός των Ηπειρωτών, υπέστη μέγιστη βιβλική διάβρωση».(Ντάγιος, 1997,19) .
Τα 99 αυτά χωριά χαρακτηρίστηκαν ως «μειονοτικές ζώνες» και μόνο οι κάτοικοί τους είχαν πλέον τη δυνατότητα να χαρακτηριστούν ως «μειονοτικοί» και να διατηρήσουν τα λίγα, άλλωστε, δικαιώματα που τους εξασφάλιζε αυτός ο χαρακτηρισμός. Οι μειονοτικές περιοχές, απομονώνονται, οικονομικά, συγκοινωνιακά και πολιτικά, χώροι χαρακτηρίζονται, απαγορευμένοι, επιτηρούμενοι και εγκαθίστανται Αλβανοί δημόσιοι υπάλληλοι και στρατιωτικοί από τις βόρειες επαρχίες, με τελικό στόχο η επίτευξη της αλλοίωσης της εθνικής σύνθεσης του πληθυσμού, ενώ παράλληλα, πραγματοποιήθηκαν συστηματικές προσπάθειες αφελληνισμού των ίδιων των μειονοτικών ζωνών με την αλβανοποίηση ονομάτων και τοπωνυμίων.
Ανάλογη ήταν η τύχη που επιφυλάχθηκε και για την εκπαίδευση των Ελλήνων. Τις συστηματικές προσπάθειες για τον περιορισμό του αριθμού των ελληνικών μειονοτικών σχολείων και των ωρών διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας, που πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, συνέχισε και το μεταπολεμικό αλβανικό καθεστώς. Πρωταρχικοί στόχοι του νέου εκπαιδευτικού συστήματος υπήρξαν η άμβλυνση των εθνικών διαφορών, η καλλιέργεια της σοσιαλιστικής συνείδησης στους νέους και η πλήρης ενσωμάτωση των Ελλήνων στο νέο κοινωνικό πρότυπο που διαμορφωνόταν. Η παιδεία παρείχε στρατευμένη μόρφωση, η οποία πολλές φορές, όπως προκύπτει και από την εξέταση σχολικών εγχειριδίων, είχε σαφώς ανθελληνικό χαρακτήρα. (Παπαδόπουλος, 1981, 208).
Στις μειονοτικές περιοχές λειτούργησαν κρατικά οκτατάξια δημοτικά σχολεία, στις τέσσερις πρώτες τάξεις των οποίων η διδασκαλία των μαθημάτων γινόταν στην ελληνική, ενώ η αλβανική διδασκόταν ως ξένη γλώσσα. Η αναλογία αυτή αντιστρεφόταν εξολοκλήρου στις τέσσερις τελευταίες τάξεις. Τα βιβλία που χρησιμοποιούνταν ήταν απλές μεταφράσεις των αντίστοιχων αλβανικών και κάθε αναφορά στην ελληνική καταγωγή των μαθητών, την ελληνική ιστορία ή τον πολιτισμό απουσίαζε. Ελληνικά γυμνάσια δεν υπήρχαν, ενώ η μόνη ανώτερη σχολή σε ελληνική γλώσσα που λειτουργούσε ήταν η Παιδαγωγική Ακαδημία του Αργυροκάστρου, από όπου αποφοιτούσαν οι δάσκαλοι που προορίζονταν για τα ελληνικά μειονοτικά σχολεία.

Οι εξελίξεις στην Αλβανία μετά το 1991


Οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις, που συγκλόνισαν τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης στις αρχές της δεκαετίας μας, δεν ήταν δυνατό να αφήσουν ανέπαφη την Αλβανία. Το 1991 υπήρξε, αναμφισβήτητα, μια χρονιά-σταθμός για τη νεότερη ιστορία της, καθώς η πτώση του καθεστώτος του κόμματος Εργασίας, σηματοδότησε την είσοδο της χώρας σε μια μακρά διαδικασία εκδημοκρατισμού και ενσωμάτωσης στη διεθνή κοινότητα. Στις 31 Μαρτίου διεξήχθησαν οι πρώτες πολυκομματικές εκλογές μετά από σαράντα και πλέον χρόνια ενώ ταυτόχρονα σχεδόν ξεκίνησε και η προσπάθεια (επανα)σύνδεσης της χώρας με τους διεθνείς οργανισμούς. Η Αλβανία στις 19 Ιουνίου 1991 έγινε δεκτή ως πλήρες μέλος της ΔΑΣΕ, αποδεχόμενη την Τελική Πράξη του Ελσίνκι, το Χάρτη των Παρισίων και όλα τα κείμενα της Διάσκεψης, μαζί με τις δεσμεύσεις και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτά. Στις 11 Μαΐου 1992 σύναψε δεκαετή συμφωνία οικονομικής συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, στις 25 Ιουνίου υπέγραψε την ιδρυτική διακήρυξη της Παρευξείνιας Πρωτοβουλίας, στις 2 Δεκεμβρίου έγινε μέλος της Ισλαμικής Διάσκεψης και στις 26 του ίδιου μήνα υπέβαλε αίτηση για την εισδοχή της στο ΝΑΤΟ. Στις 23 Φεβρουαρίου 1994 έγινε μέλος του προγράμματος Σύμπραξη για την Ειρήνη, ενώ στις 29 Ιουνίου 1995 η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Ευρώπης αποφάσισε την ένταξή της ως πλήρους μέλους.
Η ελληνική μειονότητα, η οποία πρωταγωνίστησε στις εξελίξεις και στην αλλαγή του καθεστώτος με μαζική συμμετοχή στις διαδηλώσεις του αλβανικού λαού, που είχαν ως επίκεντρο το πανεπιστήμιο των Τιράνων, θα ιδρύσει στις 11 Ιανουαρίου 1991, τη Δημοκρατική Ένωση της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας ΟΜΟΝΟΙΑ, με στόχο την εκπροσώπησή του έναντι του αλβανικού κράτους και την προάσπιση των εθνικών και πολιτισμικών δικαιωμάτων. Τριανταπέντε άτομα από τους Άγιους Σαράντα, το Αργυρόκαστρο και τα Τίρανα, υπογράφουν στην κωμόπολη Δερβιτσάνη, την ιδρυτική διακήρυξη της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, της πολιτικής οργάνωσης με έδρα τους Αγίους Σαράντα.
Η οργάνωση είχε ως βασικούς στόχους, «να ενώσει όλους τους Έλληνες μειονοτικούς ανεξάρτητα από την κομματική τοποθέτησή τους και τις πολιτικές πεποιθήσεις του καθενός» καθώς και «την ενίσχυση της εθνικής οντότητας της μειονότητας, μέσα από τη γλώσσα, την ιστορία, τον πολιτισμό, τις συχνότερες επαφές με τον εθνικό κορμό», ενώ στους σκοπούς της οργάνωσης συμπεριλαμβανόταν και «η συμβολή της μειονότητας στην προσπάθεια του αλβανικού λαού για πρόοδο, εκδημοκρατισμό και δημιουργία κράτους δικαίου». (Λαϊκό Βήμα, 28/2/1991).
Ως εκπρόσωπος της μειονότητας η ΟΜΟΝΟΙΑ έλαβε μέρος στις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1991, εξέλεξε πέντε βουλευτές και αναδείχθηκε τρίτη δύναμη στο αλβανικό Κοινοβούλιο. Η απόφαση όμως της αλβανικής κυβέρνησης της 27ης Ιουνίου 1991, με την οποία απαγορευόταν η συμμετοχή στις εκλογές κομμάτων ή οργανώσεων που συγκροτούνταν σε εθνική ή θρησκευτική βάση, πυροδότησε νέο κλίμα έντασης ανάμεσα, στην Ελλάδα και την Αλβανία, η οποία οξύνθηκε ιδιαίτερα κατά τις παραμονές των εκλογών της 22ας Μαρτίου 1992, εξαιτίας των επεισοδίων που σημειώθηκαν σε αρκετές περιοχές σε βάρος Ελλήνων. Στις εκλογές αυτές η ελληνική μειονότητα εκπροσωπήθηκε τελικά από το νεοιδρυθέν Κόμμα της Ένωσης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΚΕΑΔ), το οποίο εξέλεξε δύο βουλευτές. Οι εξελίξεις αυτές, δεν προώθησαν όπως ήταν φυσικό, το ζήτημα της εκπαίδευσης της ελληνικής μειονότητας,.

Το νομικό πλαίσιο και κατάσταση στη μειονοτική εκπαίδευση


Το μεγάλο θέμα που επηρεάζει άμεσα την εξέλιξη των ελληνοαλβανικών σχέσεων και που αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διαπραγματεύσεων και συχνής αντιπαράθεσης είναι το ζήτημα της λειτουργίας των ελληνικών σχολείων. Το κυριότερο από τα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η ελληνική εκπαίδευση στην Αλβανία είναι η απουσία οποιουδήποτε νομοθετικού πλαισίου που να καθορίζει σαφώς τις συνθήκες και τους όρους λειτουργίας της. Η κατάρρευση του καθεστώτος οδήγησε σε μια φυσική προσπάθεια απαλλαγής του εκπαιδευτικού συστήματος από τα δεσμά του παρελθόντος και στο πλαίσιο αυτό προτάθηκαν αρκετά σχέδια νόμων, χωρίς ωστόσο κανένα να καταλήξει σε νόμο του κράτους. Το αποτέλεσμα είναι να παραμένει το θεσμικό κενό, το οποίο καλύπτεται με κυβερνητικές αποφάσεις και διατάγματα που παρέχουν τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να χειρίζεται το θέμα με πολιτικά και όχι με αυστηρά εκπαιδευτικά κριτήρια.
Το πρώτο διάταγμα, που αποτελούσε ταυτόχρονα και την πρώτη προσπάθεια ρύθμισης του καθεστώτος λειτουργίας της μειονοτικής εκπαίδευσης, είχε εκδοθεί ήδη από το Σεπτέμβριο 1991. Το διάταγμα αυτό προέβλεπε ότι τα μαθήματα στα οκτατάξια σχολεία της ελληνικής μειονότητας θα διδάσκονταν στα ελληνικά, σύμφωνα με το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που θα καθοριζόταν από το Υπουργείο Παιδείας, ενώ η αλβανική θα διδασκόταν ως ξένη γλώσσα. Παρά το γεγονός ότι κανένας λόγος δεν γινόταν για τη διδασκαλία της ελληνικής στα γυμνάσια και τις ανώτερες βαθμίδες της εκπαίδευσης, εκτός από τη λειτουργία της Παιδαγωγικής Ακαδημίας του Αργυροκάστρου, ωστόσο η ρύθμιση αυτή δημιούργησε στο ελληνικό στοιχείο της Αλβανίας ένα κλίμα αισιοδοξίας σε ό,τι αφορούσε τα εκπαιδευτικά πράγματα, καθώς αποτελούσε σαφώς ένα πρώτο βήμα για τη βελτίωση της κατάστασης σε σχέση με το παρελθόν.
Η συνέχεια όμως δεν επιβεβαίωσε τις αισιόδοξες προβλέψεις, καθώς δεν έλειψαν τα προβλήματα και τα εμπόδια που διαρκώς παρεμβάλλονταν στη λειτουργία των ελληνικών σχολείων. Για παράδειγμα το σχέδιο νόμου που προέβλεπε στο άρθρο 4 ότι «οι πολίτες της Δημοκρατίας της Αλβανίας έχουν ίσα δικαιώματα για εκπαίδευση κάθε σχολικού επιπέδου που καθορίζει ο νόμος ανεξαρτήτως από την κοινωνική θέση, από την εθνικότητα, τη γλώσσα, το γένος, τη θρησκεία», δεν ψηφίστηκε ποτέ. Στις εγγενείς οικονομικές δυσκολίες και τα πρακτικά προβλήματα υλικοτεχνικής υποδομής που έπρεπε να αντιμετωπιστούν, ήρθαν να προστεθούν η επίμονη άρνηση της αλβανικής κυβέρνησης να καταργήσει το καθεστώς των μειονοτικών ζωνών, εντός των οποίων μόνο επιτρέπεται η λειτουργία μειονοτικών σχολείων, και η απαγόρευση της διδασκαλίας της ελληνικής ιστορίας και του πολιτισμού στα μειονοτικά σχολεία. (Εφημερίδα Φωνή της ΟΜΟΝΟΙΑΣ 5/2/1993, όπου και σχετική διαμαρτυρία του Γενικού Συμβουλίου της ΟΜΟΝΟΙΑΣ)
Η ανυπαρξία νομοθετικού πλαισίου σχετικά με την εκπαίδευση και οι περιορισμοί που παρεμβάλλονταν στη λειτουργία των κρατικών μειονοτικών σχολείων οδήγησαν το ελληνικό στοιχείο στην υιοθέτηση της λύσης της ίδρυσης φροντιστηρίων αποκλειστικά για την ελληνική γλώσσα, τα οποία χρηματοδοτούνταν από πολίτες και βορειοηπειρωτικές οργανώσεις. Παρ’ όλες τις αρχικές δυσκολίες για την εξασφάλιση αιθουσών και διδασκάλων με επαρκές επιστημονικό επίπεδο, τελικά, λειτούργησαν φροντιστήρια, στο Αργυρόκαστρο, στο Μπεράτι, στη Χιμάρα, στην Κορυτσά, Πρεμετή, Τεπελένι, ακόμη και στην πρωτεύουσα Τίρανα. Τα 110 φροντιστήρια που λειτουργούν σήμερα, είναι ένας «θεσμός», που λειτουργεί και στηρίζει την μειονοτική εκπαίδευση όχι όμως χωρίς εμπόδια και δυσκολίες. (Παράρτημα -Πίνακας 1 ).
Οι προσπάθειες και οι πρωτοβουλίες της μειονοτικής οργάνωσης ΟΜΟΝΟΙΑ, αυτόνομα, είτε μέσα από το ΚΕΑΔ, επικεντρώθηκαν και αυτές, κυρίως στα εκπαιδευτικά δικαιώματα της μειονότητας. Το Μάιο του 1993 παρουσιάζονται οι βασικές θέσεις της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, με το «Ψήφισμα για τα Δικαιώματα της Εθνικής Ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία», οι οποίες αποστέλλονται στον πρόεδρο Σ.Μπερίσα, τον πρόεδρο της Βουλής Π.Αρνμπνόρι και τον πρωθυπουργό Α.Μέξη. Στο ψήφισμα παρουσιάζονται σε 12 παραγράφους, τα θεμελιώδη δικαιώματα που η οργάνωση απαιτεί εξ ‘ ονόματος ολόκληρης της ελληνικής μειονότητας. Ζητείται πρώτο απ ‘όλα, το δικαίωμα της διδασκαλίας, της εκπαίδευσης και διαπαιδαγώγησης στη μητρική γλώσσα σε όλα τα επίπεδα και βαθμούς της παιδείας εκεί όπου τα μέλη της εθνικής ελληνικής μειονότητας αποτελούν την πλειοψηφία ή ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού, εννοώντας. Στη συνέχεια απαιτείται, η εκμάθηση της μητρικής γλώσσας, το δικαίωμα της διαφύλαξης της πολιτιστικής κληρονομιάς, η άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων, η ελεύθερη ίδρυση και συμμετοχή σε κάθε είδους πολιτικό σχηματισμό, το δικαίωμα εγγύησης της συμμετοχής των μελών της μειονότητας σε όλα τα επίπεδα και τομείς της εξουσίας και το δικαίωμα της μετανάστευσης αλλά και της επιστροφής.Τέλος ζητείται η εθνική ταυτότητα να καθορίζεται βάσει της ελεύθερης δήλωσης κάθε πολίτη, τη στιγμή κάθε απογραφής. (Κondis - Μanda, 1994, 56).
Το αίσθημα δυσπιστίας απέναντι στις προθέσεις της Ελλάδας, όπως και της μειονοτικής πολιτικής οργάνωσης και η αυξανόμενη επίδραση και άνοδο του εθνικιστικού κλίματος στην Αλβανία, ήταν τα στοιχεία εκείνα που θα διαμόρφωναν, από το 1994 και εντεύθεν, μετά τη σύλληψη 6 ηγετικών στελεχών της ΟΜΟΝΟΙΑΣ και τη δίκη τους, το περιβάλλον στις ελληνοαλβανικές σχέσεις. Επιδίωξη της ελληνικής πλευράς παρέμενε η απόσπαση εγγυήσεων για την ασφάλεια και το σεβασμό των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας, κυρίως των εκπαιδευτικών και των θρησκευτικών, καθώς και η κατάργηση των μειονοτικών ζωνών. Στην πολιτική της αυτή το ελληνικό κράτος, συναντούσε την επίμονη άρνηση της αλβανικής πλευράς, να παραχωρήσει στη μειονότητα, τα προβλεπόμενα από τις διεθνείς συμβάσεις που είχε πρόσφατα υπογράψει το αλβανικό κράτος.
Στα αιτήματα της ΟΜΟΝΟΙΑΣ και των ελλαδικών κυβερνήσεων, για εκπαίδευση στη μητρική γλώσσα, η αλβανική κυβέρνηση απάντησε με το διάταγμα αριθ. 19 της 13ης Σεπτεμβρίου 1993, το οποίο επανέφερε τη μειονοτική εκπαίδευση στο καθεστώς της κομμουνιστικής περιόδου. Σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις, η ύλη των μαθημάτων θα διδασκόταν στην ελληνική μόνο κατά τις τέσσερις πρώτες τάξεις των οκτατάξιων σχολείων, ενώ στις υπόλοιπες τέσσερις τάξεις τα μαθήματα θα διδάσκονταν στην αλβανική και η ελληνική θα διδασκόταν ως ξένη γλώσσα. Καμία αναφορά δεν γινόταν ούτε είχαν ληφθεί υπόψη τα αιτήματα που είχε υποβάλει η ΟΜΟΝΟΙΑ.
Το θέμα της εκπαίδευσης αποτελούσε σχεδόν κάθε φορά αντικείμενο των ελληνοαλβανικών συνομιλιών, τουλάχιστον όποτε αυτές βρίσκονταν σε εξέλιξη, και τέθηκε από τον Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών κατά τη διάρκεια της επίσκεψης που πραγματοποίησε στα Τίρανα το Νοέμβριο του 1993. Το σημαντικότερο από τα σημεία, για τα οποία επιτεύχθηκε τελικά μια συμφωνία, ήταν η ίδρυση και λειτουργία του Τμήματος Ελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Αργυροκάστρου, το οποίο έχει ως στόχο την εκπαίδευση των δασκάλων που προορίζονται να διδάξουν στα ελληνικά μειονοτικά σχολεία από την πέμπτη τάξη και εξής, το οποίο όμως ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά λειτουργικά προβλήματα.
Αργότερα, με την απόφαση αριθ. 396 της 22ας Αυγούστου 1994, το αλβανικό Υπουργικό Συμβούλιο επέβαλε ακόμη περισσότερους περιορισμούς στη λειτουργία της οκτάχρονης μειονοτικής εκπαίδευσης, καθώς στο άρθρο 6, υπήρχε η αναφορά πως για να δοθεί άδεια για το άνοιγμα νέων σχολείων έπρεπε να υπάρχουν 30 τουλάχιστον μαθητές. Ταυτόχρονα, καθιστούσε αναγκαία την υποβολή σχετικής αίτησης από τους γονείς των ενδιαφερόμενων μαθητών έξι μήνες πριν την έναρξη του σχολικού έτους. Επρόκειτο βέβαια για μιαν απόφαση προορισμένη να νομιμοποιήσει εκ των υστέρων το αυθαίρετο κλείσιμο από τις αλβανικές αρχές αρκετών ελληνικών σχολείων, στο Αργυρόκαστρο, τους Αγίους Σαράντα κ.ά., που είχε πραγματοποιηθεί ήδη από το 1993 με το πρόσχημα της έλλειψης μαθητών, ζήτημα πολύ έντονο λόγω της μετανάστευσης της ελληνικής μειονότητας στην Ελλάδα.
Πιο αισιόδοξη ήταν η κατάληξη της επίσκεψης που ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών, πραγματοποίησε το Μάρτιο του 1995 στα Τίρανα, ύστερα από την αποφυλάκιση των πέντε στελεχών της ΟΜΟΝΟΙΑΣ ( ο έκτος είχε αποφυλακισθεί νωρίτερα) και την επανέναρξη του ελληνοαλβανικού διαλόγου. Τότε, θα αποφασισθεί, η δημιουργία ελληνοαλβανικής επιτροπής της οποίας κύρια ασχολία θα ήταν το ζήτημα της μειονοτικής εκπαίδευσης. Η προσπάθεια της ελληνικής πλευράς επικεντρωνόταν κυρίως στην κατάργηση των μειονοτικών ζωνών και στο άνοιγμα νέων σχολείων για την ελεύθερη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας όπου υπάρχει ελληνικό στοιχείο. Για μιαν ακόμη φορά όμως οι προσδοκίες δεν επαληθεύτηκαν: κατά την επίσκεψη που πραγματοποίησε στην Αθήνα την 1η Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους ο Αλβανός Υπουργός Εξωτερικών και φάνηκε ότι η Αλβανική πλευρά, δεν ήταν διατεθειμένη να τηρήσουν τις υποσχέσεις που είχαν δώσει αναφορικά με το θέμα των σχολείων.
Η πολιτική και οικονομική κρίση του 1997 στην Αλβανία είχε ως αποτέλεσμα να περιορισθούν οι διεκδικήσεις σχετικά με το ζήτημα της εκπαίδευσης, ενώ στο τέλος αυτής της περιόδου θα μεταναστεύσει στην Ελλάδα και ένα δεύτερο κύμα Ελλήνων, με αποτέλεσμα τη μείωση και μειωθεί ακόμη περισσότερο ο αριθμός των μαθητών.

Η μειονοτική παιδεία σήμερα


Στο νομό Αργυροκάστρου λειτουργούσαν το 1991, 42 οχτάχρονα σχολεία και 3 λύκεια με 1658 και 170 μαθητές αντίστοιχα, ενώ το σχολικό έτος 2000-2001, ήταν κλειστά 22 οχτάχρονα και γράφτηκαν σ' αυτά 1137 λιγότεροι μαθητές. (Παράρτημα – Πίνακας 2) Μέσα στο 2000 θα πρέπει να επισημανθεί ότι λόγω της τρομοκρατίας και του κλίματος ανασφάλειας έκλεισαν τα σχολεία των Σχωριάδων, Χλωμού και Κουρά του νομού Αργυροκάστρου, γεγονός που ανέφερε και η αλβανική εφημερίδα Γκαζέτα Σκιπτάρ, της 12/1/2001. Η ίδια και πιο τραγική κατάσταση επικρατεί και σε άλλες περιοχές όπου ζει η ελληνική μειονότητα, όπως στους Αγίους Σαράντα, Πρεμετή, Χιμάρα, ενώ την ίδια στιγμή, το Αρσάκειο, σχολείο που λειτουργεί στα Τίρανα, αντιμετωπίζει συχνά προβλήματα τόσο από πολιτικούς όσο και από εθνικιστικούς, παρακρατικούς κύκλους, οι οποίοι στηρίζουν την κριτική τους τόσο στο ασαφές του νομοθετικού πλασίου, όσο και στον ελληνικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης.
Σε ημερίδα που διοργάνωσε η ΟΜΟΝΟΙΑ στους Αγίους Σαράντα για την Παιδεία της Ελληνικής μειονότητας και τα προβλήματά της στις 6/31999 αναφέρθηκαν, από το γραμματέα του Συλλόγου Ελλήνων Εκπαιδευτικών Αργυροκάστρου μεταξύ άλλων τα εξής: «Tην τελευταία δεκαετία όπως και σε όλους τους τομείς ξεκίνησαν ουσιαστικές αλλαγές...... γενική επισήμανση γι΄αυτή την περίοδο είναι η συρρίκνωση και υποβάθμιση της παιδείας.... η μαζική εγκατάλειψη του χώρου μας, τα τελευταία χρόνια διαμόρφωσε ένα διαφορετικό σκηνικό στην παιδεία μας. Μειώθηκε δραστικά ο αριθμός των μαθητών. Στο νομό Αργυροκάστρου από 3000 μαθητές στο σχολικό έτος 1991-1992 έχουμε μόνον 853 το 98-99. Στα περισσότερα σχολεία μας δημοτικά και οχτάχρονα, το μάθημα γίνεται με συνδιδασκόμενες τάξεις ενώ αρκετά σχολεία δημοτικά και 8χρονα έκλεισαν και αρκετά άλλα κινδυνεύουν άμεσα να κλείσουν. Σήμερα στο νομό Αργυροκάστρου διδάσκουν στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση περίπου 147 εκπαιδευτικοί από τους οποίους 17 ανειδίκευτοι και περίπου 21 νηπιαγωγοί από τους οποίους οι 9 είναι ανειδίκευτοι....οι εναπομείναντες δάσκαλοι, σήμερα με τις γνώσεις τους και τη δουλειά τους επιμένουν στην εκτέλεση του επαγγελματικού και εθνικού τους χρέους.....η μη καταβολή του επιδόματος τα τελευταία δύο χρόνια είχε σαν αποτέλεσμα τη φυγή αξιόλογων εκπαιδευτικών υποχρεωμένοι να αναζητήσουν άλλους τρόπου επιβίωσης πέρα από το επάγγελμά τους, κυρίως στον ελλαδικό χώρο.... απαίτησή μας είναι να συνεχισθούν οι υποτροφίες και στο μέλλον....θεωρούμε επιτακτική ανάγκη τη διεξαγωγή μακροπρόθεσμων σεμιναρίων». (Κουτσός, Νέα της ΟΜΟΝΟΙΑΣ 13-14/3/1999).
Σε άλλη εισήγηση τονίστηκε ότι «από τους 9000 μαθητές το 1989 σήμερα έμειναν μόνο 1600, από τους 700 δασκάλους έμειναν 270, οι κτιριακές εγκαταστάσεις είναι άθλιες σε πολλά σχολεία είναι χαώδης είναι κατάσταση σε σχολικά βιβλία, προγράμματα, εποπτικά μέσα διδασκαλίας». (Εφημερίδα Πρωινός Λόγος-13-14/3/1999).
Σε παρέμβαση φοιτητή του τμήματος Ελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Αργυροκάστρου, επισημάνθηκε ότι «πρέπει να γίνει συνένωση των σχολείων...σημαντικό πρόβλημα είναι η συντήρηση των σχολικών κτιρίων , όπου η κατάσταση που επικρατεί σήμερα είναι ανεπίτρεπτη... ενώ αρνητικό ρόλο παίζει και το οικονομικό αφού το επίδομα το ελληνικό κράτος εδώ και δύο χρόνια το έχει στερήσει». ( Δράπας, Νέα της Ομόνοιας 13-14/3/1999).
Ενώ σε περιοδικό που εκδίδεται στο μειονοτικό χώρο, ως σχόλια στην ημερίδα γραφόταν τα εξής: «Στο πλαίσιο της διακοινοτικής διένεξης υπάρχει από χρόνια τώρα μια επικίνδυνη εστία, στην Παιδαγωγική Ακαδημία Αργυροκάστρου όπου οι Έλληνες μαθητές οι οποίοι αποτελούν το 30% των μαθητών βρίσκονται υπό διωγμό από τους αλβανούς μαθητές. Για τη γλώσσα μας πρέπει να προωθήσουμε το αίτημα για δημιουργία σχολείων εκεί, όπου ζει η μειονότητά μας.....η Αλβανία οφείλει να επικυρώσει τη σύμβαση πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων ....οι περιοχές μας απειλούνται από την εγκατάλειψη των κατοίκων της, οι οποίοι πηγαίνουν στην Ελλάδα για να εργαστούν.Οι άνθρωποι αυτοί πρέπει να επιστρέψουν στα σπίτια τους.....χρειάζεται όμως η δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων ....για να επιστρέψουν, πρέπει να νιώσουν ασφάλεια. Κάτι που σήμερα ουδείς μπορεί να εγγυηθεί....η εγκατάλειψη της περιοχής όμως οφείλεται εκτός των άλλων στη φτώχεια που βασιλεύει στην περιοχή. Η αλβανική κυβέρνηση δείχνει να έχει εγκαταλείψει το νότο της χώρας...η διεθνής βοήθεια δεν κατανέμεται δίκαια.Οι περιοχές μας για να αναζωογονηθούν χρειάζονται επενδύσεις....να γίνουν έργα υποδομής .Υδραγωγεία, εξοπλισμός για παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και δρόμοι που θα συνδέουν τα ορεινά χωριά....». ( «Η Βόρειος Ήπειρος σήμερα», 1998,17)
Σημαντικό ζήτημα που έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια είναι το αίτημα της ελληνικής μειονότητας να ανοίξουν σχολεία, εκεί όπου το κράτος δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη της μειονότητας, ζήτημα που αναφέρεται τόσο σε εκθέσεις διεθνών οργανισμών όσο και κυβερνήσεων. (Reports on Human Rights Practises, 2001, 12)
Κεντρικό ρόλο στη διεκδίκηση του δικαιώματος εκπαίδευσης στη μητρική γλώσσα, κρατά η περιοχή της Χιμάρας. .Η αλβανική κυβέρνηση απέρριψε στις 13 Αυγούστου 1998 το αίτημα των Χιμαριωτών για την επαναλειτουργία του σχολείου στην περιοχή. Με πρωτοβουλία της οργάνωσης της Ομόνοιας Χιμάρας οι γονείς 26 παιδιών, που επρόκειτο να φοιτήσουν στη πρώτη τάξη δημοτικού σχολείου υπέγραψαν αίτηση προς το αλβανικό Υπουργείο Παιδείας ώστε οι μαθητές να διδαχθούν την μητρική εθνική τους γλώσσα.Ο διευθυντής της Οκτατάξιας Εκπαίδευσης Εδουάρδος Οσμάνη, απάντησε με το παρακάτω κείμενο στους αιτούντες γονείς: «Σχετικά με το αίτημά σας και μερικών κατοίκων της πόλης της Χιμάρας προς το Υπουργείο παιδείας και επιστημών με ημερομηνία 16-7-1998 σας διευκρινίζουμε. Το αίτημά σας για το άνοιγμα πρώτης τάξης στην ελληνική γλώσσα στην πόλη της Χιμάρας δεν στηρίζεται σε καμία απόφαση ή διάταγμα του Υπουργικού συμβουλίου. Στην Χιμάρα και στα άλλα γειτονικά παραλιακά χωριά δεν υπήρξε ελληνική μειονότητα και κατά συνέπεια ούτε ελληνικό σχολείο στην ελληνική γλώσσα Η ένταξη της ελληνικής ως ξένης γλώσσας επιλογής για την εκπλήρωση του αιτήματος μερικών μειονοτικών με διαμονή στη Χιμάρα ,παραμένει στα υπόψη για το μέλλον». Η απάντηση επιστράφηκε από τους αιτούντες κατοίκους στο Υπουργείο, ως απαράδεκτη, επισυνάπτοντας βαθμολόγια μαθητών, ενδεικτικά του 1946 καθώς και ταυτότητες ως ελάχιστο δείγμα της ελληνικότητας της περιοχής, ενώ η ΟΜΟΝΟΙΑ στη σύσκεψή του Γενικού της Συμβουλίου την 5η Σεπτεμβρίου 1998, «ανέφερε την απογοήτευσή της και την αντίθεσή της στην απάντηση του Αλβανικού Υπουργείου Παιδείας, που δεν έχει καμία ιστορική βάση». (Νέα της ΟΜΟΝΟΙΑΣ 12/9/1999)
Το Σεπτέμβριο του 1999, σε υπόμνημα της ΟΜΟΝΟΙΑ, που απέστειλε στο Συμβούλιο της Ευρώπης με 15.000 υπογραφές, αναφερόταν το ζήτημα της εκπαίδευσης στη Χιμάρα, (όπως και στην Πρεμετή), χωρίς όμως καμία βελτίωση ή συμμόρφωση από τις αλβανικές αρχές. Το αίτημα για σχολείο στη Χιμάρα επανήλθε με νέο υπόμνημα κατοίκων της στις 21 Μαρτίου 2000, προς τις Αλβανικές και Ελλαδικές αρχές, όπου μεταξύ άλλων αναφερόταν ότι «η Χιμάρα είχε ελληνικά σχολεία ανά τους αιώνες. Αυτό το μαρτυρούν οι παππούδες και οι γονείς μας, το μαρτυρούν τα σχολικά κτίρια , το μαρτυρεί το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης το 1935, το μαρτυρούν τα σχολικά έγγραφα μέχρι το 1946 όταν το ολοκληρωτικό σύστημα έκλεισε βίαια τα σχολεία». (Νέα της Ομόνοιας 25/3/200) Και το νέο όμως αυτό αίτημα απορρίφθηκε από τις Αλβανικές αρχές.

Συμπεράσματα


H εκπαίδευση της ελληνικής μειονότητας, δοκιμάζεται από εγγενή προβλήματα, από φόβους, επιφυλάξεις και καχυποψία του αλβανικού κράτους, απέναντι στην ελληνική παιδεία. Aλλαγή των συνθηκών μπορεί να υπάρξει εφόσον το Αλβανικό κράτος, κατορθώσει και πείσει με τις ενέργειές της τα μέλη της μειονότητας ότι δεν υπάρχει κίνδυνος αφομοίωσής τους από την κυρίαρχη ομάδα και απώλειας της πολιτισμικής τους ταυτότητας Έτσι θα βοηθήσει με τη συγκεκριμένη πολιτική τη μειονότητα να αισθανθεί την ανάγκη να μοιραστεί με την κυρίαρχη και ευρύτερη κοινότητα μερικές κοινές αξίες και να αγωνιστεί από κοινού, για την επίλυση των προβλημάτων της κοινής τους καθημερινότητας, τα οποία είναι έντονα και ολοένα και βαθαίνουν.
Kύρια αιτία για την αποτυχία του εκπαιδευτικού συστήματος της Αλβανίας σχετικά με την ελληνική μειονότητα, στον ένα από τους βασικούς διεθνείς στόχους του είναι η ανεπαρκής εκπαιδευτική πολιτική σε ζητήματα που αφορούν στην εκπαίδευση γλωσσικών, κοινωνικών, πολιτισμικών μειονοτήτων. H κοινωνική και πολιτισμική, αλλά και οικονομική- αναπτυξιακή πραγματικότητα της περιοχής και η διαφορετικότητα που τη χαρακτηρίζει, λόγω διεθνών δεσμεύσεων, την εκπαίδευση, αφενός δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια διαφορετική και ολοκληρωμένη προσέγγιση και αφετέρου απαιτούν ένα άλλο πρόγραμμα. H μειονοτική εκπαίδευση έχει ανάγκη από ευκαιρίες για συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών και από κοινά προγράμματα. O σεβασμός στη διαφορά δεν αποκλείει την ενίσχυση των κοινών χαρακτηριστικών. H επίτευξη αυτού του στόχου προϋποθέτει παιδεία που θα λαμβάνει υπόψη της, τις κοινωνικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες της μειονότητας και θα συνδυάζει την καλλιέργεια στοιχείων που οδηγούν στη διαφοροποίηση με στοιχεία που προωθούν την ενσωμάτωση. Παιδαγωγική θεωρία και εκπαιδευτική εμπειρία παρέχουν την εγγύηση για μια επιτυχημένη παρέμβαση, εκεί όπου σήμερα η παιδεία αντιμετωπίζει μια παρατεταμένη κρίση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Amnesty Interantional /EUR 11/01/91.
Αmpatzis, S.- Malkidis, F. (2000), La situation de la Minorite Grecque en Albanie. A l' egard du Droit International relatif a la protection des Minorites. Dimensions Politigues et Juridques.Alexandroupolis.
Azcarate. P. (1945), The League of Nations and national Minorities. Washington D. C.
Βίκερς, Τ.- Πέτιφερ, Μ.(1998), Αλβανία: Από την αναρχία σε μια βαλκανική ταυτότητα.Αθήνα, Καστανιώτης,.
Βlejer, M.(1992), Albania From Isolation Forward to Reform. Washington D.C, International Monetary Fund,.
Γεωργούλης, Σ. (1995), «Το καθεστώς των ελληνικών σχολείων από την ίδρυση του αλβανικού κράτους μέχρι σήμερα», 183-245 στο Βερέμης, Θ.- Κουλουμπής, Θ.- Νικολακόπουλος, Η.επιμ. (1995), Ο Ελληνισμός της Αλβανίας .Αθήνα, Πανεπιστήμιο Αθηνών –ΕΛΙΑΜΕΠ- Ι.Σίδερης.
Δώδος, Δ.(1994), Εκλογική γεωγραφία των μειονοτήτων .Μειονοτικά κόμματα στη Νότιο Βαλκανική. Ελλάδα, Βουλγαρία, Αλβανία. Αθήνα, Εξάντας.
Καραμπελιάς, Γ.επιμ.(1993), Η Ελληνική Ουτοπία. Αθήνα- Λευκωσία, Αιγαίον -Εναλλακτικές Εκδόσεις..
Κondis, Β. - Μanda, Ε.(1994), Τhe Greek Μinority in Αlbania. Α Documentary Record (1921-1993). Θεσσαλονίκη, ΙΜΧΑ.
Λαφαζάνη, Δ. (1997), «Εμείς και οι «άλλοι»:Η διαχείριση της εθνοπολιτισμικής διαφορετικότητας». Σύγχρονα Θέματα. τ.63, 11-15.
Letter from the CSCE High Commissioner on National Minorities to the Minister of Foreign Affairs of Albania , 19/9/1993.
Μαλκίδης, Θ. (2002) Οικονομία και Κοινωνία στον Παρευξείνιο χώρο. Αθήνα Γόρδιος.
Minority Rights Group, 1991, 45 Minorities and Autonomy in Western Europe, MRG International Report, London 1991.
Ντάγιος, Σ.(1997), Αποκληρωμένο Έθνος.Η λαϊκή λογοτεχνία των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου. Θεσσαλονίκη, Κυρομάνος.
Περράκη Στ. επιμ. (1993), Τα δικαιώματα των λαών και των μειονοτήτων. Αθήνα, Αντ. Ν. Σάκκουλας.
Παπαδόπουλου, Γ.(1981), Η εθνική ελληνική μειονότης εις την Αλβανίαν και το σχολικόν αυτής ζήτημα. Ιστορικόν αρχείον 1921-1979. Ιωάννινα, Ίδρυμα Βορειοηπειρωτικών Ερευνών.
Παπασωτηρίου,Χ.(1994), Τα Βαλκάνια μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.Αθήνα, Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων –Παπαζήσης.
Reports on Human Rights Practises. Albania 2001, Department of State, USA.
Revue Universelle des Droit del’ Homme, vol 2, No 9, Chapter I 22/10/1990 339-346.
Τσιτσελίκης, Κ.(1997), «Τα δικαιώματα των μειονοτήτων». Σύγχρονα Θέματα. τ.63, 26-32.
Φιλανιώτης-Χατζηαναστασίου, Τ.(1992), Το Ηφαίστειο του Αίμου.Τα Βαλκάνια μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Αθήνα, Εναλλακτικές Εκδόσεις.
Waehling S, Διεθνής Εταιρεία Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (IGFM) .Εφημερίδα Η Φωνή της ΟΜΟΝΟΙΑΣ -Αργυρόκαστρο 3/12/1991.