«Σε ρωτάω, Αλέξη. Λίγο το έχεις, τις ζεστές μέρες, να φεύγεις απο το γραφείο σου, απο το οικονομικό κέντρο μιας Ευρωπαϊκής Πρωτεύουσας και να βρίσκεσαι σε μια τεράστια κλιματιζόμενη κλειστή αίθουσα με μικρές πισίνες;
Να χαλαρώνεις μαζί με τους συναδέλφους σου, πίνοντας το ποτό σου.
Να παρακολουθείς από μια μεγάλη οθόνη τις εξελίξεις του Χρηματιστηρίου η να βλέπεις μια επιλεγμένη ταινία.
Ενώ ταυτόχρονα θα μπορείς να είσαι on line με το γραφείο σου, μέσω ενός computer και μιας ιντερνετικής σύνδεσης.
Για δες εδώ, αυτή την φωτογραφία. Μη μου πεις, ότι δεν θα ήθελες και εσύ, να αφήνεις για λίγο το γραφείο σου, το μεσημέρι, και να δροσίζεσαι σε μια τέτοια μικρή privé πισίνα. Να κάνεις το μασάζ σου η το solarium και να τρως μετά ένα ζουμερό hamburger.
Αντί να τρέχεις σε παραλίες και σε ταβερνάκια με αμφίβολης ποιότητας φαγητό.
Ξέρεις πόσο ανανεωμένος θα επέστρεφες για δουλειά; Και πόσο πιο παραγωγικός θα ήσουνα;»
Αυτό ακριβώς με ρώτησε ο Τάσος, όταν τον συνάντησα την περασμένη Κυριακή στο παράλιο Άστρος, έπειτα από επιμονή της γυναίκας μου.
Και με το πού τελειώνει ο Τάσος αυτή την μεγάλη εισαγωγή, βγάζει και ένα prospectus για να μου δείξει, πως οι εργαζόμενοι στην Αμερική και την Ευρώπη χαλαρώνουν τα μεσημέρια τους.
Ο Τάσος, γέννημα-θρέμμα της Αρκαδίας, ζει και μεγαλουργεί στη Νέα Υόρκη.
Είναι ο Head Manager ενός Fund για επενδύσεις σε τουρισμό και ακίνητα σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.
Είναι ο εκτελεστής μεγάλων ξενοδοχειακών projects και επενδύσεων στους τομείς της οργανωμένης ψυχαγωγίας και του ξενοδοχειακού τουρισμού.
Από χρόνια έχει βάλει στο μάτι ένα Αρκαδικό ψαροχώρι.
Κάθε χρόνο περνάει τα καλοκαίρια στην ιδιαίτερη πατρίδα του.
Προσπαθεί, χωρίς να τα έχει μέχρι στιγμής καταφέρει, να κάνει business και στην Ελλάδα.
Τον ενδιαφέρει μια μεγάλη επένδυση στη γενέτειρα του.
Ένα οργανωμένο τουριστικό συγκρότημα με μαρίνες, σουίτες, spa και συνεδριακό κέντρο.
Τώρα, οι λόγοι που οι συμπατριώτες του, οι Αρκάδες, δεν θέλουν να ακούσουν για ξενοδοχεία τέρατα που σε κοιμίζουν και σε ταΐζουν όλη την μέρα, κλεισμένο μέσα, με εκατό πενήντα δολάρια την εβδομάδα, και τουρίστες που τους φορτώνει και ξεφορτώνει η Easy Jet με πενήντα δολάρια αλερετούρ, είναι μια άλλη ιστορία.
Τέλος πάντων. Τι να του απαντήσω, του Τάσου, που η συζήτηση μας είχε ξεκινήσει με αφορμή τα παράπονα του για τους ξεροκέφαλους πατριώτες του και κατέληξε σε μια νέα επενδυτική του ιδέα;
Δεν έφταιγε, όμως, αυτός. Η γυναίκα μου ήταν η αιτία της συνάντησης με τον Τάσο και της αμηχανίας που μου είχε δημιουργήσει η επαγγελματική συζήτηση, που είχα μαζί του.
Αλλά, ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Σάββατο μεσημέρι ήταν. Και επιστρέφοντας, η γυναίκα μου, από την παραλία μου είπε:
-Αλέξη, Αλέξη! Τάξε μου! Σου έχω καλά νέα. Ξέρεις ποιόν γνώρισα στο beach bar, σήμερα το πρωί;
«Δεν ξέρω, αλλά εάν είναι καμιά νέα επαγγελματική γνωριμία, να μου λείπει» της απάντησα κοφτά.
– Ακόμη κλαίμε τα λεφτά που μας έφαγε αυτό το λαμόγιο, ο Φαίδωνας, που γνώρισες πριν τρία χρόνια στις Σπέτσες. Είμαι σε διακοπές τώρα. Σε παρακαλώ. Δεν θέλω να τις χαλάσω με τίποτα.
Την έχω μάθει καλά, την γυναίκα μου. Είκοσι χρόνια, σχεδόν, μαζί.
Και έχω καταλάβει, ότι η αναπτυγμένη κοινωνικότητά της βρίσκει διέξοδο σε συναντήσεις με ανθρώπους που προσωπικά όχι μόνο δεν με ευχαριστούν, αλλά το αντίθετο, είτε μου δημιουργούν προβλήματα, είτε τους βαριέμαι αφόρητα.
«Σταμάτα βρε την φλυαρία και την μουρμούρα» μου απάντησε γελώντας, μη μπορώντας προφανώς να κρύψει την χαρά της, από αυτή τη νέα της γνωριμία. Και λες και εκείνη πάει πίσω, σε ακατάσχετη λογοδιάρροια, συνέχισε
-Τον ξέρεις τον Τάσο, έτσι; Μη μου πεις, ότι δεν τον ξέρεις.
-Ναι, τον ξέρω. Ένας άχρηστος μ@λάκας είναι.
-Ναι καλά. Όλοι οι άλλοι είναι μ@λάκες και άχρηστοι και εσύ με τον Μάκη είσαστε οι μάγκες και οι ξύπνιοι. Χέστηδες υπάλληλοι είσαστε, που κάνετε ότι σας πει ο τρόμπας, ο Γενικός σας. Να κάνετε κάτι δικό σας, ξέρετε; Δεν ξέρετε!





