Ο συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος - ο βιογράφος του Αρη Βελουχιώτη- είπε ορισμένες δικές του αλήθειες !
Εδώ, αυτή την φορά, με αφορμή την επικείμενη έκδοση του βιβλίου του σε λίγες ημέρες, ο Πειραιώτης συγγραφέας μιλάει στο «Βιβλιοδρόμιο» των ΝΕΩΝ-Σαββατοκύριακο για όλα – μεταξύ άλλων, για το σοβαρό θερμό επεισόδιο στα τέλη του 1967 στον Έβρο, για τη ''Χρυσή Αυγή'', την πολιτική κατάσταση σήμερα,όπως την βλέπει ο ίδιος φυσικά.ΤΑ ΝΕΑ έχουν στο κομμάτι τον τίτλο: Διονύσης Χαριτόπουλος: «Χαρίσαμε την πατρίδα στον υπόκοσμο».
Όλη η συνέντευξη του Διονύση Χαριτόπουλου - στην φωτογραφία όταν ήταν Δόκιμος (ΔΕΑ) στον Εβρο το 1967- στον Μανώλη Πιμπλή, μετά του σχετικού προλόγου:
<< Στις 16 Νοεμβρίου του 1967 η τουρκική Εθνοσυνέλευση εξουσιοδότησε την κυβέρνηση Ντεμιρέλ για πόλεμο με την Ελλάδα. Στις 19 Νοεμβρίου ο Ελληνικός Στρατός στον Εβρο πήρε εντολή για ύψιστη ετοιμότητα και προώθηση στις τελικές θέσεις. «Ώς εδώ ήταν το λαδάκι μας. Εδώ πιθανόν θα πεθάνεις» σκέφτεται ο Δόκιμος (σ.σ Δόκιμος Εφεδρος Αξιωματικός -ΔΕΑ). Και λέει: «Πετιέμαι στο πιο κοντινό χωριό για τσιγάρα. Χτυπάω και δυο κονιάκ για το κρύο. Ενας πιτσιρικάς σκάβει με τα χέρια το χιόνι. Τον παρακολουθώ. Στη λακκούβα βάζει ένα μικρό παιχνίδι και το θάβει. Το σκεπάζει καλά. Το πατικώνει. Πάω κοντά του. Τον ρωτάω γιατί το κρύβει. – Θα μ’ το πάρουν οι Τούρκοι, μου κάνει αθώα».
Ο Διονύσης Χαριτόπουλος ήταν στρατευμένος εκείνη την εποχή και υπηρετούσε στα σύνορα. Ο δόκιμος ήρωάς του, ένα μυθιστορηματικό alter ego του με το οποίο προφανώς δεν ταυτίζεται πάντα, ανασύρει από τη λήθη εκείνα τα περίεργα γεγονότα του τέλους του 1967, λίγους μήνες μετά το απριλιανό πραξικόπημα, τα οποία δεν έπαιξαν ασήμαντο ρόλο στις εξελίξεις που θα ακολουθούσαν, ιδίως στο Κυπριακό.
Οι πραξικοπηματίες συνταγματάρχες, θέλοντας να αποκτήσουν λαϊκό έρεισμα, προσπάθησαν να προβούν σε άμεσες ενέργειες στην Κύπρο για να πετύχουν την ένωση με την Ελλάδα και τα έκαναν μούσκεμα. Το αποτέλεσμα ήταν ταπεινωτικοί τουρκικοί όροι που το δικτατορικό καθεστώς δέχτηκε αμέσως.
Ο Χαριτόπουλος δίνει πολύ καλά το κλίμα της περιόδου μέσα από το ημερολόγιο που κρατούσε ο Δόκιμος Αξιωματικός - ήρωας του νέου μυθιστορήματός του με τίτλο «Πρόβες πολέμου», το οποίο πρόκειται να κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Τόπος. Εκπαιδευμένος στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Ανορθόδοξου Πολέμου στη Ρεντίνα, ο δόκιμος παίρνει μετάθεση ανατολικά και η αφήγηση των περιπετειών του σε Ορεστιάδα, Διδυμότειχο, Αλεξανδρούπολη και στις όχθες του Εβρου έχει ατμόσφαιρα και αρκετό σασπένς. Ολοι θεωρούν ότι θα πολεμήσουν – σε σημείο που και ο δόκιμος, παρά και τη δική του ετοιμότητα, να αναφωνήσει κάποια στιγμή: «Ρε μανία με τον πόλεμο…». Κρυμμένα στρατόπεδα αλλά και έρωτες, κορίτσια που γνωρίζονται με τους στρατιώτες στις περαντζάδες των μικρών πόλεων, χαρτοπαιξία, οράματα για την Αγια-Σοφιά, προκλητικοί Ελληνες και Τούρκοι κομάντος που περνάνε το ποτάμι («χάνονται ψυχές εκεί» λέει), χαρακτήρες στρατευμένων που αφήνουν αποτύπωμα. Και από δίπλα οι Παπαδόπουλος, Λαδάς και Σπαντιδάκης που συναντιούνται στα σύνορα με τον Ντεμιρέλ, ο οποίος καταλαβαίνει αμέσως την ανεπάρκειά τους. Και ένα βασιλικό κίνημα που πέφτει στο κενό σαν κερασάκι στην τούρτα.
-Στο βιβλίο σας υπάρχουν δύο βαρύνοντα στοιχεία: το κλίμα μιας στρατιωτικής θητείας στην παραμεθόριο στην αρχή της χούντας και το μάλλον ξεχασμένο επεισόδιο με την Τουρκία τον Νοέμβριο του 1967 που μας έφερε στα πρόθυρα πολέμου. Τι ακριβώς σας οδήγησε να γράψετε ένα βιβλίο για τη συγκεκριμένη περίοδο;
Ως συνήθως, οι μεγαλύτεροι ανησυχούν για τους νέους. Ενα ερώτημα που αιωρείται για τη νεολαία είναι αν θα έχει το σθένος να υπερασπιστεί την πατρίδα μας σε μια κρίσιμη στιγμή. Οπως διαβάσατε στο βιβλίο, οι νέοι και τότε συμπεριφέρονταν σαν απροσάρμοστοι και γραψαρχίδηδες, αλλά μπροστά στον εξωτερικό κίνδυνο άλλαξαν αυτομάτως και τον αντιμετώπισαν με εντυπωσιακή αυταπάρνηση. Εύχομαι να μη χρειαστεί ποτέ, αλλά πιστεύω ακράδαντα πως το ίδιο θα κάνουν και τα σημερινά παιδιά. Είναι στο κύτταρό μας. Τα έχει γράψει ο σπουδαίος Νίκος Σβορώνος, αυτό που μας χαρακτηρίζει είναι το έντονα αντιστασιακό και ανυπότακτο στοιχείο του λαού μας.
-Στα πρώτα δείγματα της δικτατορίας, μετά τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας, περιλαμβάνεται και μια επιθετική πολιτική στο Κυπριακό που, όπως εξηγείτε στο βιβλίο, κατέληξε γρήγορα σε φιάσκο. Ποια ήταν τα συναισθήματα των κληρωτών που έπρεπε να ισορροπήσουν ανάμεσα σε μια υγιή φιλοπατρία και στον τυχοδιωκτισμό των συνταγματαρχών;
Το ερώτημα έχει απαντηθεί στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο. Και τότε δικτατορία είχαμε. Αλλά οι άνθρωποι ήξεραν και τότε, ξέρουν και σήμερα πως το κράτος δεν είναι πατρίδα. Είναι απλώς ένας διαχειριστής της κοινωνίας, καλός ή κακός. Συνήθως άθλιος. Η πατρίδα είναι μέσα μας κάτι πολύ πιο βαθύ, αναλλοίωτο και πανάρχαιο. Και προκειμένου να την υπερασπιστείς, δεν χωράνε διλήμματα, τακιμιάζεις και με τον διάολο.
-Τα στοιχεία της ντομπροσύνης και της γενναιότητας, έτσι όπως τα περιγράφετε στους χαρακτήρες των στρατιωτών και των αξιωματικών, αποτελούν στοιχεία μιας συγκεκριμένης κουλτούρας και, αν ναι, πώς θα την περιγράφατε;
Είναι κώδικες επιβίωσης με βάση την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Οι απέναντι είναι απειλή υπαρκτή και διαρκής. Η ασθένεια της δύναμης είναι η βία. Οταν νομίζεις ότι μπορείς να επιβάλεις κάτι, μπαίνεις στον πειρασμό να δοκιμάσεις. Ο Χίτλερ διέλυε χώρες γιατί μπορούσε να το κάνει. Αν ήξερε πως δεν τον παίρνει, δεν θα το αποτολμούσε. Αντίστοιχα η Τουρκία νομίζει ότι μπορεί να μας επιβληθεί με τον όγκο της. Είναι κοντά 80 εκατομμύρια, αν ήταν 10-15 δεν θα είχαμε αυτά τα προβλήματα στη Θράκη, στο Αιγαίο και στην Κύπρο.
-Στην εποχή μας φαίνεται να υπάρχει μια σύγχυση προτύπων. Κάποιοι φαίνεται να θεωρούν γενναιότητα ή «μαγκιά» την αιφνιδιαστική - και κάποτε φονική - επίθεση πολλών μαζί εναντίον μεμονωμένων ανυπεράσπιστων ανθρώπων απλώς επειδή οι τελευταίοι είναι διαφορετικοί από εκείνους. Τι ακριβώς μπερδεύουν;
Μιλάτε για το τσίρκο της Χρυσής Αυγής; Αυτοί μόνο μάγκες δεν είναι. Ο μάγκας άνδρας δεν τα βάζει με αδύναμους και ανέστιους, δεν χυδαιολογεί, είναι σοβαρός, δωρικός και με μπέσα. Μόνο που φταίμε όλοι για τη ΧΑ και ιδίως η Αριστερά. Από τη Μεταπολίτευση και μετά χαρίσαμε εύκολα την πατρίδα στον υπόκοσμο εν ονόματι μιας δήθεν κοσμοπολίτικης, κοινωνικής αντίληψης. Ψευτίσαμε, ξεφτίσαμε, την πατήσαμε. Καιρός να αναθεωρήσουμε σε ζητήματα που όσο κι αν τα θάβουμε είναι υπαρκτά και τα βρίσκουμε μπροστά μας.