Κυριακή πρωί, ώρα εφτάμιση.
Η ειδοποίηση από το κινητό τού θύμισε
ότι έπρεπε να σηκωθεί. Η ζεστασιά της κουβέρτας δεν τον βοηθούσε. Πάτησε
την αναβολή και γύρισε πλευρό. Δεν κατάλαβε πότε πέρασαν δέκα λεπτά. Το
κινητό ξαναχτύπησε. Σηκώθηκε εκνευρισμένος.
Οι γονείς έλειπαν, είχαν πάει στο χωριό
τους. Τους υποσχέθηκε ότι θα πήγαινε σήμερα στο μνημόσυνο ενός γείτονα,
εκπροσωπώντας όλη την οικογένεια. Τα βαριέται αυτά τα τυπικά, τα δήθεν,
τα «είναι υποχρέωσή μας να πάμε», αλλά τώρα δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.
Ντύθηκε βιαστικά και μπήκε στο
αυτοκίνητο. Το μνημόσυνο θα γινόταν σε μια εκκλησία των νοτίων
προαστίων. Στους λεφτάδες. Δεν είχε ιδέα από αυτές τις γειτονιές. Έβαλε
σε λειτουργία το GPS και ακολούθησε τις οδηγίες της εικονικής συνοδηγού
του.



















