Subscribe Twitter Twitter

Παρέμβαση - Τίτλοι Αναρτήσεων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Μπατσικανής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Μπατσικανής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Ένα ακόμη βιβλίο του Πελασγιώτη Νίκου Μπατσικανή



Η εργασία έχει αποσπάσει το Αριστείο Δοκιμίου σε Πανελλήνιο Διαγωνισμό.
Η εκδήλωση απονομής έλαβε χώρα στις 22 Φεβρουαρίου 2013, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, μα και πλήθος κόσμου.


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Νίκος Μπατσικανής
«Τη Γλώσσα μού έδωσαν Ελληνική»
 
ΙΣΤΟΡΙΑ - ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ – ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
ΑΛΛΑΓΕΣ – ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ – ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΣΕ ΞΕΝΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ





                                                                            

Μελέτη                   
                        Bεργίνα, 20
                                                              ISBN: 978-960-9523-45-5
      Σχήμα: 14 Χ 21                                                                        
      Σελίδες: 145                                                                      
                                     Τιμή: 10,00 euro                
Ύμνος στην Ελληνική, την αρχαιότερη, σε χρήση,
και μεγαλύτερη, σε έκταση, Γλώσσα τού Κόσμου,
κι εργαλείο γνώσης - μάθησης.
Ένα βιβλίο απαραίτητο σε όλους.

Διάθεση - δυνατότητα αποστολής με αντικαταβολή:
Τ/φ: 6974647947, Ηλεκτρονική Διεύθυνση: batsikanisnikos@gmail.com

Εκδόσεις «Βεργίνα»: Φειδίου 14-16, Αθήνα, και σε όλα τα βιβλιοπωλεία.
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Νομίσματα Κρεμαστής Λάρισας («Κάστρο» Πελασγίας)



















Μετά από ορισμένες επισκέψεις στο Νομισματικό Μουσείο της Αθήνας, δεν εντοπίζονταν κέρματα, τα οποία να σχετίζονται με τον Αχιλλέα και τη Θέτιδα -όπως οι πληροφορίες έλεγαν- που να έχουν βρεθεί στον αρχαιολογικό χώρο «Κάστρο» (Κρεμαστή Λάρισα), ο οποίος βρίσκεται Β.Α. της Πελασγίας, Νομού Φθιώτιδας, απ’ όπου και κατάγομαι. Ούτε στις βιτρίνες υπήρχε κάτι, ούτε οι κατάλογοι των εκθεμάτων ανέφεραν οτιδήποτε, αλλά ούτε και οι φύλακες γνώριζαν.
Τελικώς, στο βιβλίο «ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΣΜΑ», έκδοσης του Νομισματικού Μουσείου (Αθήνα, 2011) στη σελίδα 183, εντοπίστηκαν δύο τέτοια νομίσματα, τα οποία έχουν κοπεί στην περίοδο 302 - 286 π.Χ., όταν η περιοχή τελούσε υπό την
κατοχή των επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ως συνέχεια των κατακτήσεων του Φιλίππου Β΄. 
Α.Α. 378. Νόμισμα χάλκινο, διαμέτρου 18 χιλ. με τη μορφή του Αχιλλέα, το οποίο ανήκει στο Νομισματικό Μουσείο, στη συλλογή Γρηγόρη Εμπεδοκλή (1861 - 1951, τραπεζίτης, συλλέκτης, ιδρυτής της Εμπορικής Τράπεζας).   
Α.Α. 379. Νόμισμα χάλκινο, διαμέτρου 17 χιλ. με τη Θέτιδα πάνω σε ιππόκαμπο, μεταφέρουσα τα όπλα του Αχιλλέα, και χαραγμένα πάνω του τα: ΛΑΡΙ και ΑΧ, το οποίο ανήκει στη συλλογή της Τράπεζας ΑΛΦΑ (ALFA BANK).
Το τραγικό είναι ότι δίπλα στη λέξη Κρεμαστή Λάρισα (όπως είναι η επίσημη ονομασία του αρχαιολογικού χώρου «Κάστρο») αναγράφει Θεσσαλία, κάτι για το οποίο και διαμαρτυρήθηκα σε αρχαιολόγο του Μουσείου, λέγοντάς του πως πρόκειται για λάθος. Επιχειρήματα: ούτε σήμερα, ούτε την εποχή που κόπηκαν τα νομίσματα, αλλά ούτε και την εποχή στην οποία έζησαν Θέτιδα κι Αχιλλέας (σύμφωνα με τη Μυθολογία: 1300 - 1240 π.Χ.) η περιοχή ανήκε στη Θεσσαλία, αλλά στη Φθιώτιδα κι αρχαία Φθία. Ακόμα κι όταν η αρχαία Φθία υποτάχθηκε στη Θεσσαλία, τον 6ο π.Χ. αιώνα, περίπου, η λεγόμενη: Τετράς Φθιώτις (Άλος, Πελασγικόν Άργος (Κρεμαστή Λάρισα,) Αλόπη, Τραχίνα, θεωρούνταν εξω-Θεσσαλική περιοχή, ενώ, και χιλιάδες χρόνια πριν, αμέσως μετά τον Κατακλυσμό, που λέγεται πως έλαβε χώρα 9.000 χρόνια π.Χ, έχει αναφερθεί πως ο Δευκαλίωνας βασίλεψε στη Θεσσαλία και στη Φθία, σε δύο ξεχωριστές περιοχές, δηλαδή. Αντιθέτως, στη διάρκεια της αρχαιότητας μα και στο πρόσφατο παρελθόν (μέχρι τον 20ο αιώνα) τμήματα της Θεσσαλίας ανήκαν στη Φθία - Φθιώτιδα, εξ ου και Φθιώτιδες Θήβες (στη Νέα Αγχίαλο). Το γεγονός ότι, για παράδειγμα, η Αθήνα ήταν, κάποτε, υπό τουρκική κατοχή, δε σημαίνει πως αυτή ανήκει στην Τουρκία.
Η παραπάνω ανακρίβεια, σε συνδυασμό και με πολλές άλλες που κυκλοφορούν, δίνουν το δικαίωμα, στον καθέναν, να ισχυριστεί πως οι: Πηλέας - Αχιλλέας, Μυρμιδόνες και Φθιώτες είναι Θεσσαλοί, κάτι το οποίο είναι ψευδές.
Για το παραπάνω, και με σκοπό την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, αλλά και παράκληση ανασκαφής του αρχαιολογικού χώρου Πελασγίας, ο οποίος, για αιώνες, παραμένει ανεξερεύνητος, βορά στον κάθε αρχαιοκάπηλο, υπενθυμίζοντας πως -αν το θελήσουμε- η έρευνα μπορεί να γίνει κι από ξένο πανεπιστήμιο, μιας και η χώρα μας δε διαθέτει τις απαραίτητες πιστώσεις, στέλνω το παρόν άρθρο - επιστολή σε:
Υπουργό Πολιτισμού, κύριο Κωνσταντίνο Αρβανιτόπουλο: minoff@culture.gr
Διευθυντή Νομισματικού Μουσείου, κύριο Γεώργιο Κακαβά: gkakavas@culture.gr
Αρχαιολογική Εταιρεία: archetai@otenet.gr
                                                                                   
Αθήνα, 11 Οκτωβρίου 2012                                              Νίκος Μπατσικανής
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Περιοδεύων Θίασος



Ένα διήγημα του Νίκου Μπατσικανή 

Είχαν ένα καρότσι της λαϊκής˙ απ’ τα μεγάλα, τα γερά, και δυο μπόγους. Ο Σπύρος όλα. Να τραβάει το όχημα, τίγκα ως επάνω, και με τους μπόγους αγκαζέ, αγκομαχώντας. 
Εκείνη; Μόνο μια μικρή τσάντα λουστρίνι. Μαύρη. 
Βαμμένη της κακιάς ώρας, προχωρούσε μπροστά, με το τσιγάρο στο στόμα, κι έδινε οδηγίες. 
-Προχώρα, έγινα μούσκεμα, και πού θα στεγνώσω νυχτιάτικα; 
-Βόηθα λιγάκι, την «τύχη μου». Τι προχώρα; Δε βλέπεις ότι κόλλησα; 
-Τα έχουμε  συμφωνήσει  αυτά  –εσύ τα πράγματα κι εγώ το νοικοκυριό. Το ξέχασες; 
-Ποιο νοικοκυριό, Λευτεράκι; Εδώ χανόμαστε, έρχεται μπόρα. Σπρώξε κι εσύ, να τελειώνουμε. Να εδώ, σε λίγο, στην Αγία Φωτεινή, είναι μια στοά μούρλια. 
-Πρώτον, δε θα με λες Λευτεράκι, ούτε Ελευθερία, σου το είπα εκατό φορές.  Φρίντα με φωνάζουν.  Και δεύτερον, σπρώχνω, αλλά μ’ έναν όρο. Θα μου κουβαλήσεις νερό, για να πλύνω αύριο. Ζεστό. Δεν ξέρω πού θα το βρεις, θέλω ζεστό.  Να κόψεις το λαιμό σου. Δεν μπορώ εγώ να χαλάω τα χέρια μου στα κρύα, με τα σκουτιά σου. 
-Εντάξει, έλα τώρα, δώσ’ ένα χεράκι να φτάσουμε. 
-Έεελεγες κοντά, κι εμείς φάγαμε το μισό λεκανοπέδιο. Έπρεπε να  μου πεις στον Ιλισό, να καταλάβω. Είπες Αγία Φωτεινή, και νόμισα Νέα Σμύρνη μεριά. 
-Αχ, κοψομεσιάστηκα, ο έρμος. Να καθίσω λίγο, να πάρω μια ανάσα. Εδώ˙ βλέπεις τι είναι δω; Παράδεισος! Αύριο που θα ξημερώσει, θα δεις –παγκάκια,  βρύση με νερό. Όχι παίξε-γέλασε. Ας είναι καλά ο Μπέης. 
-Τι μπέης και πασάς, μου τσαμπουνάς; Μίλα σαν άνθρωπος. 
-Μπέης, μάτια μου, ο  δήμαρχος.  Ξέρεις,  ότι  όλα  τα παγκάκια της Αθήνας τα έβαλε εκείνος, σε μια νύχτα;  Ξύπνησα ένα πρωί, και είχε γεμίσει ο τόπος. Ήταν για να πάρει τις εκλογές,  είπαν  μερικοί, μα  τι με κόφτει εμένα;  Βρίσκει ο  φτωχός κάπου ν’ ακουμπήσει… ν’ ανασάνει, βρε αδελφέ, να ξαποστάσει. Έβαλαν και οι άλλοι, δε λέω. Μα ο Μπέης; άλλο πράμα.  Όμως, από τότε, δεν τον ξανάκουσα.  Όλοι οι καλοί χάνονται˙ κρίμα. 
Ενώ τούτος, εδώ, όλο κάγκελα παντού. Στάσου, ρε φίλε, κι από πού θα περάσει το καροτσάκι; Σκέφτηκες; Δεν είμαστε ζητιάνοι εμείς, επαγγελματίες είμαστε. 
-Και γιατί τον λες μπέη; Τούρκος ήταν; 
-Α, εσύ δεν τρώγεσαι. Εσένα, το Φρίντα πώς σου ήρθε, μου λες; Σε γνωρίζω μια βδομάδα… και δε μου ’χεις πει. 
-Από το θέατρο. Ξέρεις ότι εμένα με ζήτησε κάποιος θιασάρχης να με κάνει ηθοποιό; 
-Ποιος θιασάρχης; Πού σε βρήκε σένα ο θιασάρχης; 
-Ήταν ένας περιοδεύων θίασος˙ του Διαμαντή.  Είχε  έλθει  μια  φορά στο χωριό μου, τη Μηλίτσα, κι έμειναν στο σπίτι μας τρία βράδια. Με άκουσε που τραγούδαγα. Είχα βάλει τη σκούπα στον ώμο για να ξεκουραστώ λίγο. Καθόμουν σ’ ένα  μεγάλο κούτσουρο στην αυλή κι έλεγα ένα τραγούδι: «Η  Ρόζα η ναζιάρα». Μεγάλο  σουξέ της εποχής, αν  θυμάσαι. 
Οι  άλλοι είχαν πάει να στήσουν τη σκηνή στο καφενείο. Στάθηκε δίπλα μου, με χάιδεψε στο κεφάλι, λέγοντάς μου: «Έχεις ωραία φωνή. Αν θέλεις, σε λίγα χρόνια θα ξανάρθω να σε πάρω μαζί μου στην Αθήνα, να σε κάνω πρωταγωνίστρια. Πόσο χρονών είσαι;» 
Έντεκα, είπα, τον  άλλο  μήνα μπαίνω στα δώδεκα˙ ανήμερα της 25ης Μαρτίου. Η μάνα μου έλεγε ότι μετά  τη δοξολογία, την ώρα που όλοι έλειπαν από το σπίτι στη γιορτή του σχολείου, την έπιασαν οι πόνοι και δεν είχε πώς να ειδοποιήσει τη μαμή. Φώναζε, μα δεν την άκουγε κανείς. 
Ζέστανε το νερό μόνη της, έβρεξε  καθαρές πετσέτες του αργαλειού, της προίκας της, αχρησιμοποίητες, και κάθισε στο κρεβάτι, για να κρατιέται από τα σίδερα και να σφίγγεται. Τρία παιδιά είχε κάνει, ήξερε απ’ αυτά.  
Όταν οι αδελφές μου γύρισαν στο σπίτι, εγώ ήμουν γεννημένη, και γι’ αυτό μ’ έβγαλαν Ελευθερία. Ένα η μέρα, κι ένα που η μάνα μου έταξε στην Ελευθερώτρια να βγω με το καλό, γιατί ήρθα πρόωρα. Οι γιαγιάδες είχαν βγάλει τα ονόματά τους στις δύο πρώτες, και για τη θεία μου, που χάθηκε από κακιά αρρώστια, λέγανε τη Σταυρούλα, την τρίτη μας. 
Εκείνος μ’ έβγαλε έτσι. Φρίντα, μου είπε, θα σε λένε στο θέατρο. 
-Και γιατί, τελικά, δεν έγινες; 
-Κουτός είσαι;  Άφηνε ο πατέρας μου να με πάρει μαζί του για τέτοια δουλειά; Να σηκώνω τα ρούχα μου, όπως οι άλλες στο έργο; Άλλωστε, δεν ήξερα πολλά Γράμματα. Μόνο στο Δημοτικό είχα προλάβει να πάω. Ένα χρόνο ακριβώς μετά –το ’40, έκλεισαν τα σχολεία. 
Οι αδελφές μου παντρεύτηκαν κάποια στιγμή, εγώ ήμουν η νοικοκυρά  του σπιτιού˙  οι γονείς μου έλειπαν όλη μέρα στα χωράφια. 
  
-Καλά. Έλα έξω τώρα, η βροχή σταμάτησε. 
-Εδώ; Τι θέλει; 
Τι εδώ, πανάθεμά σε; Μυαλό από λάχανα έχεις;  Η βροχή είπα, όχι το τρόλεϊ. 
-Δεν άκουσα, ένεκα τα χαρτόνια. Σκίζω, να στρώσουμε. Το χαρτόνι; Ένα κι ένα, σου λέει, για το κρύο. Να, πάρε κι εσύ μια εφημερίδα να βάλεις από μέσα. Πρώτο πράγμα, από τις μεγάλες. Αν σου τυχαίνει καμιά τέτοια να τη φυλάς, δε βρίσκονται τη «σήμερον». Εγώ άκουσα Ζωή, και λέω, πού βρέθηκε αυτή τέτοια ώρα εδώ; Τυχερή η ρουφιάνα! Της αγόρασε ο Σάκης μονοκατοικία και την έχει  βασίλισσα˙  με το πλυσταριό της, με τον καμπινέ της, με τα όλα της. Ενώ εγώ; 
-Έλα, τώρα, να στεγνώσουμε, άναψα τα κεριά. Πώς θα πέσουμε έτσι, νοτισμένοι; Θα πλευριτώσουμε. Ο Σάκης ήταν τυχερός. Βρήκε κείνο το μαρμάρινο κεφάλι και την «έκαναν». Πού τέτοια τύχη; Ξέρεις εσύ κανένα, να πάω να το φέρω;  Όλο μποτίλιες και μπακίρια. Πάλι καλά, δε λες; Έπειτα,  το δακτυλίδι δε στο ’δωσα; Φοράει άλλη τέτοιο μονόπετρο; Δε σε ρωτάνε, όλες, πού το βρήκες; Δε σε σέβονται; Κράτησα εγώ τίποτα; Το ρολόι της τσέπης, δεν το πασάρισα, αμέσως, προχθές; Αν μας δώσουν καλή τιμή, πάντως, να το δώσουμε.  Θα σου φύγει καμιά μέρα στο πλύσιμο, και θα ψαχνόμαστε. Δώσ’ το, να πάρει ο κόρακας, θα σου πάρω άλλο, πιο φτηνό. Έρχεται χειμώνας. Πώς θα τη βγάλουμε; Μ’ αυτούς τους καταραμένους κάδους, δε βρίσκει κανείς τίποτα –χοάνη. Τα ρίχνουν όλα μέσα, κι άντε να τ’ ανακαλύψεις. Παλιά ξέραμε… Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή, και σε σακούλες. Καθαρά πράματα. 
Τώρα το Κολωνάκι δε βγάζει «πράμα», όπως παλιά. Έμαθαν, λέει, ότι οι αντίκες έχουν αξία και τα μοστράρουν στους τοίχους. Άσε, πια, που τα «δεύτερα» τα δίνουν στις Φιλιππινέζες. Χαρίζουν, κυρά μου, οργάτζα κιπούρ στο φτωχό; Πού θα το φορέσει; 
Αμ’, το άλλο;  Όλες οι  «Κατίνες», εκεί μένουν τώρα. Τα μάθαμε.  «Έκαναν το σκατό τους παξιμάδι» κι αγόρασαν τα υπόγεια πέριξ της Δεξαμενής. 
Οι πλούσιοι ανηφόρισαν για Εκάλη. Πού να τους φτάσεις; 
Γι’ αυτό ήρθαμε δω. Παγκράτι, Κουκάκι, φουλ στο εμπόρευμα, λέει. 
Αύριο θα πλύνεις, και  μετά  θα το πάρουμε με το πόδι. Δεν έχει και κάγκελα εδώ, τριγύρω. Περάστε ελεύθερα. 

Μ’ ακούς; Μπα, αυτή κοιμήθηκε, να δεις. 
-Δεν κοιμήθηκα… σκέπτομαι.  Θυμάμαι τον Αντώνη. Το ’49, που ήρθαμε με τη συχωρεμένη τη μάνα μου  στην Αθήνα, πήγα και τον βρήκα στην Ομόνοια, σ’ ένα καφενείο. Μου είχε πει: «Αν ρωτήσεις, εκεί μαζευόμαστε και κλείνουμε τις δουλειές». Άλλος άνθρωπος˙ είχε γεράσει, είχε ασπρίσει. Πού ο Αντώνης που ήξερα; Ήταν παντρεμένος και με δυο κόρες. Δε δούλευε, παρά μόνο σε καμιά «αρπαχτή». 
Με συνέστησε σ’ έναν άλλο θιασάρχη, μα πού δουλειά; Δυο φορές, όλες κι όλες, πάτησα στο σανίδι, κι αυτές κρυφά απ’ τη μάνα μου. 
Έπειτα, ο Ζήκος -έτσι τον λέγανε- ήθελε άλλα… ξέρεις. Μπούχτισα, τον σιχάθηκα. 
Εγώ, τότε, ήμουν ακόμα στα είκοσι δύο˙ παρθένα. Αγαπούσα κρυφά το Δήμο˙ ένα παιδί στο Μεταξουργείο, τη γειτονιά μου. Ήταν στρατιώτης στο Χαϊδάρι κι ερχόταν καμιά φορά τα Σαββατοκύριακα. 
Η μάνα του, η κυρα-Ζωή, έστηνε αμέσως μπουγάδα στην αυλή, να τον παστρέψει. 
Είχε μια αδελφή˙ την Άννα, ένα χρόνο  μικρότερή  μου,  που δουλεύαμε μαζί στου «Κεράνη». Από τότε το έμαθα το καταραμένο και δε λέω να το κόψω…  βάλε, τώρα, σαράντα-πέντε χρόνια. Η μάνα μου δεν τον ήθελε. Ήταν «αδημιούργητος»,  έλεγε, και με αδελφή της παντρειάς. «Τι να το κάνεις το νιάνιαρο; Αυτός είναι δυο χρόνια μικρότερός σου» Όταν απολύθηκε, έφυγε στην Αμερική. Είχαν ένα συγγενή εκεί, και του είχε κάνει πρόσκληση για δουλειά. Ποιος ξέρει τι ν’ απόγινε; Εμείς φύγαμε μετά. Η μάνα μου μπήκε εσωτερική μαγείρισσα σ’ ένα σπίτι απέναντι απ’ την Ακρόπολη, κι εγώ συγύριζα και σιδέρωνα. 
Παντρεύτηκα τον οδηγό τους, τον Άγγελο… αλλά μόνο τέτοιος δεν ήταν. Ό,τι παίρναμε το έπαιζε στα χαρτιά. Ακόμα και τα χρυσαφικά του αρραβώνα μας έφαγε, ο αχαΐρευτος. Άστα. Τι να σου λέω, τώρα; 
-Όχι, να μου πεις. Να μου τα πεις όλα, να ξέρω… Τι; έτσι θα σε πάρω; 
-Καλέ, στα λέω. Όλα θα τα ξέρεις. Εγώ, τρομάρα μου, τι ξέρω για σένα; 
Θέλησα μια Κυριακή να τα φορέσω, που θα πηγαίναμε στην κουνιάδα μου την Ντίνα, για φαγητό, και δεν υπήρχε τίποτα στο κουτί. 
-Σοβαρά; Α, το παλιοτόμαρο… Τι άνθρωποι υπάρχουν, Θεέ μου! 
-Ναιιι. Έκλαιγα όλη μέρα. Έπεσα στο κρεβάτι με τα καλά μου ρούχα, κλειδώθηκα και δεν άνοιγα σε κανέναν. Εκείνος πήγε και τους είπε ότι έχω ημικρανίες. Πώς να δικαιολογηθεί ο άχρηστος; Εγώ ημικρανίες; Όταν είπα τι είχε συμβεί, η Ντίνα τού έτριξε τα δόντια, μα κείνος το βιολί του. 
Γι’ αυτό, σου λέω, άστο το μονόπετρο, το καλό που σου θέλω. Μόνο αν μου κόψεις το δάκτυλο θα το πάρεις. 
Πιάσε τώρα λίγο ψωμί με ζάχαρη, να στανιάρεις, και το πρωί, είπαμε  –ζεστό νερό. 
-Φέρ’ το. Σιγάαα˙ θα χυθούν οι ζάχαρες και θα μας φάνε τα μυρμήγκια. 
Πέσε τώρα, κι αύριο τα λέμε. Μυρίζουν οι νεραντζιές και ζαλίστηκα˙ άνοιξη βλέπεις. 
Έχω κι εγώ τα δικά μου. Εσύ, τουλάχιστον, παντρεύτηκες. Εγώ έχασα τη γυναίκα που αγαπούσα, τη Λέλα μου, στα είκοσι. Πέθανε στην πείνα του ’41. Ήμουν στο βουνό τότε. Α! ένα κορίτσι «να το πιεις στο ποτήρι! Σαν τα κρύα τα νερά»! Όταν με ειδοποίησαν, και κατέβηκα, δεν τη γνώρισα. Πού είχαν πάει εκείνα τα κάλλη; Όλο τη σκέφτομαι… τα μάτια της…!  Όταν ήρθατ’ εσείς,  εγώ ήμουν εξορία.  Εκεί αρρώστησα. 
-Τι; κλαις, πάλι; Εμένα τι μ’ έχεις; Θα δεις…  Αύριο θα βρούμε εμπόρευμα και θα κατηφορίσουμε να το μοσχοπουλήσουμε, την Κυριακή, στο Μοναστηράκι. 
Θα φύγουμε το Σάββατο, πριν έλθουν οι παπάδες για τον Εσπερινό. Δε θ’ αφήσουμε τίποτα πίσω, και το δουν και μας τη «φυλάνε». Έχεις ιδέα απ’ αυτούς; Εγώ θα σκουπίσω, για να μπορούμε να ξανάρθουμε, χωρίς να μας πάρουν χαμπάρι. 
Είν’ ωραία εδώ, δίκιο είχες. Μπέηδες θα ’μαστε. Θα περάσουμε καλά, δε θα γκρινιάζω, δε θα σε αποπαίρνω… πια. Αν είναι και οι άλλοι εκεί, μην τους πεις το μέρος, κι αριβάρουν προς τα  δω. Έτσι  μπράβο, σώπα. Και το νου σου, μην τους αφήσεις να μας πάρουν ούτε έναν πόντο, απ’ το πόστο. Ούτε χιλιοστό. 

Το πρωί, «χαρά Θεού»˙ ήλιος, λουλούδια, παγκάκια, νερό. Βρήκε έναν τενεκέ, άναψε φωτιά με κάτι λιανόκλαδα, και της ζέστανε αρκετό. Άπλωσαν τα ρούχα στους θάμνους. Σε μια ώρα έγιναν «ξύλο». 
Κίνησαν για το Παγκράτι. Ήταν τυχεροί. Λίγο πιο πάνω, ένα ξενοδοχείο έκανε ανακαίνιση. Βρήκαν μερικές απλίκες.  Κάτι  γυαλιά φανταστικά˙ οπαλίνες. Φορτηγό να είχαν, θα  το γέμιζαν. Ταμπλό, κουρτίνες, πορτατίφ!  Πήγαν  δυο-τρεις στράτες, μέχρι που πήραν και οι άλλοι χαμπάρι˙ αυτοί με τα τρίκυκλα, και τα σάρωσαν όλα. 
Πίνακες, ανεμιστήρες, πιάτα!  Όλα, σου λέω! Τραβούσε ο ένας από ’δώ κι ο άλλος από κει. Είναι να μην πάρουν είδηση αυτοί… πέφτουν σαν τα κοράκια. 

Γύρισαν κατάκοποι. Ο  Σπύρος πήγε  απέναντι  στην «ΕΒΓΑ» κι αγόρασε σαλάμι, κασέρι και ψωμί. Έφαγαν σαν Μπέηδες. Στο σπίτι του δεν ήταν; Να, αφού το λέει και η πινακίδα: «Κατασκευάστηκε επί Δημαρχίας Μπέη». Και κείνο το νερό; Διαμάντι, καλλίτερο από της «ΟΥΛΕΝ». * 
Την έπεσαν, ξεροί. Είχε δροσιά εκεί. Από τη ρεματιά ερχόταν μια ανάσα, ένα ψιλό αεράκι. Είναι και τα πολλά δέντρα, μαθές. Ο Αρδηττός,  το Ολυμπείο, ο Κήπος, το Ζάππειο. Μόνο αυτά τα καταραμένα τα τζιτζίκια, συναγωνίζονται τ’ αυτοκίνητα. Ζζζζζ… 
-Άι στο διάβολο! Τι δουλειά έχουν όλα τούτα καταμεσής στον παράδεισο; Δε βλέπουν εδώ; Όχημα άνευ θορύβου. Ούτε κορναρίσματα, ούτε μπενζίνα και αηδίες. Καροτσάκι και πάλι καροτσάκι! 
-Αηδίες;;; Ας το είχες, και μου άρεσ’ εμένα! 

Μετά ’πό λίγες μέρες, ο φίλος μου ο Κώστας, που τους  είχε συναντήσει σε διάφορα σημεία της Αθήνας, και μου είχε πει γι’ αυτούς, τους είδε πάλι. Στα παγκάκια της «Κάνιγγος». Εκείνη σηκώθηκε  κι  έφτιαχνε  καφέ.  Έβαλε  τα υλικά  στο μπρίκι, τ’ ανακάτεψε μ’  ένα  μεγάλο κουτάλι, και τους σερβίρισε  στα κυπελλάκια. Έτσι, χωρίς φωτιά˙  νεροζούμι.  Έπιναν το τσιγάρο  και τον καφέ, στον ήλιο, σαν  θεριακλήδες. Η βρύση δίπλα…  «Μπέης» κι αυτή. Όπου  είχε νερό,  ήταν η  καλλίτερή τους. 
Μια άλλη φορά, μετά από καναδυό χρόνια, οδηγώντας στην άνοδο την «Κηφισίας», τους ξαναείδε. Πάνε για καλό «πράμα», σκέφτηκε. 
Η Φρίντα, ίδια κι απαράλλαχτα, πήγαινε μπροστά, μα ήταν πιο περιποιημένη. Τα μαλλιά, δεμένα φιόγκο, με μια πολύχρωμη κορδέλα, κι έτσι το πρόσωπό της φαινόταν καθαρά, πια. Είχε πολλές ρυτίδες, αλλά η θωριά της ήταν ήρεμη και γαλήνια. 
Ο Σπύρος -τιράντες πάνω από το πουκάμισο, να του κρατάει το παντελόνι, και ψάθινο καπέλο- έσερνε το καρότσι, ζαλωμένος και με το μπόγο. 
Ο Κώστας, με αναμμένα τα αλάρμ, καβάλησε το πεζοδρόμιο, περιμένοντας να φτάσουν κι εκείνοι, για να τους μιλήσει, αλλά δεν τα κατάφερε. Είχε φύγει μπροστά, και τους έχασε. Απ’ αλλού θα έστριψαν, σκέφτηκε. 
«Τα πουλάκια μου! Πάνε βόρεια, όπως τα χελιδόνια. Το έβαλαν για πιο δροσερά μέρη», είπε. Και τότε τον έπιασε το παράπονο. Κλάματα κι αναφιλητά μαζί. Τρανταζόταν ολόκληρος. Βγήκε έξω, κι ο κόσμος τον κοιτούσε περίεργα. Μα δεν έκλαιγε, μόνο, γι’ αυτούς. Έκλαιγε και για τον εαυτόν του… για μας, που τα έχουμε όλα, και δεν αρκούμαστε σε τίποτα. Εκείνοι, παρά τη φτώχεια και την ανέχεια, πορεύονται ευτυχισμένοι στη ζωή που τους στάθηκε άδικη. Έχουν ο ένας τον άλλον. Ενώ αυτός;… Ποιον έχει; Τον έφαγε η μοναξιά… Πάλι μόνος του πήγαινε για καφέ. Πάλι. 
«Πουτάνα ζωή», φώναξε δυνατά. «Πουτάνα, που τα φέρνεις τόσο ανάποδα, καμιά φορά, σε κάποιους. Άδικο. Μεγάλο άδικο. Γέροι άνθρωποι και να κοιμούνται στο ύπαιθρο, βρέξει-χιονίσει», ούρλιαξε. 

Κάποιος πλησίασε, να ρωτήσει τι του συνέβη. «Δεν ξέρετε, εσείς, κύριε», του είπε. «Δεν μπορείτε να ξέρετε. Το μόνο που ξέρετε είναι να κρίνετε τους ανθρώπους, δίχως να τους γνωρίζετε, και χωρίς να έχετε το δικαίωμα. Κατέχεις πως τα διαμάντια είναι στο βούρκο;» γυρίζει και του λέει. 
Ο άνθρωπος τα ’χασε. «Πάει αυτός, τρελάθηκε», θα σκέφτηκε, κι έκπληκτος, απομακρύνθηκε πισωπατώντας. 
Ο Κώστας σήκωσε το βλέμμα του στον ουρανό, για να τα βάλει με το Θεό, μα τους είδε, απέναντι, στην άλλη πλευρά του δρόμου, μέσα σε μια αυλή ενός εγκαταλειμμένου σπιτιού, να κάθονται χάμω και να τρώνε. Χαμογέλασε. Ακόμα και για τα χελιδόνια, για όλα τα πουλιά τ’ ουρανού, ακόμα και για τα «φτωχά σπουργίτια», φροντίζεις, Κύριε, αναλογίστηκε. 
Κατευθύνθηκε προς το φανάρι, θέλοντας να στρίψει πιο πάνω, μπας και τους προλάβει, μα ώσπου ν’ ανάψει το πράσινο, και να βρει να γυρίσει, είδε, από μακριά, τη Φρίντα, που σηκώθηκε κι άνοιξε τη βρύση της αυλής, γεμίζοντας τα μπουκάλια. Μετά βάφτηκε στο καθρεπτάκι, στοίβαξε τις σακούλες στο καρότσι, και κίνησαν. Προς Κηφισιά - Εκάλη. Με όλη  την  πραμάτεια τους. Ένα σκηνικό  θαύμα!  Περιοδεύων θίασος. 

Αυτός όλα! Εκείνη; Μόνο μια μικρή τσάντα λουστρίνι. Κόκκινη αυτή τη φορά! 


* «ΟΥΛΕΝ»: Η παλιά, ιδιωτική, εταιρεία ύδρευσης της Αθήνας, πριν την «ΕΥΔΑΠ». 

Από το βιβλίο «ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ», Εκδόσεις «Γαβριηλίδης», 2009. 

Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

Ο Νίκος Μπατσικανής παρουσιάζει το νέο βιβλίο του


                 


ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Οι «Εκδόσεις Γαβριηλίδης» σας προσκαλούν στην παρουσίαση
της Ποιητικής Σύνθεσης «ΟΝΕΙΡΟ», του Νίκου Μπατσικανή,
από την εκδότρια - ποιήτρια - συγγραφέα Παναγιώτα Χριστοπούλου - Ζαλώνη
και τον Έφορο της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, ποιητή Κώστα Καρούσο.
Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011, 20.30.
Αγίας Ειρήνης 17, Ηλεκτρικός και Μετρό, στάση Μοναστηράκι. 
Η βραδιά θα συνεχιστεί με μουσική, ποτό… εκπλήξεις.
  Η παρουσία σας θα μας τιμήσει


Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: Σάσα Βόρρη, «Αγέρας σκόρπισε τα όνειρά μας»



Σάσα Βόρρη, «Αγέρας σκόρπισε τα όνειρά μας», 
μυθιστόρημα, εκδόσεις «Ωκεανός»



Δυνατός λόγος και υπόθεση, ωραία αφήγηση και δράση, αυθεντικοί ήρωες.  Αληθινές εικόνες -κυρίως από την ελληνική επαρχία του πρόσφατου παρελθόντος- που μέσα τους «βλέπουμε» την κοινωνία, αλλά και προσωπικές μας στιγμές. 
Η δική μας Σάσα (Ευσταθία) Βόρρη, λέει έξω από τα δόντια ό,τι «καίει» στην εποχή μας, αλλά και όσα «πονούσαν» παλαιότερα. Το πρώτο βιβλίο της -στην 4η έκδοση, γεγονός που επιβεβαιώνει την αξία του, δεδομένης της οικονομικής κρίσης των τελευταίων ετών- το οποίο συστήνω σε όλους, όχι επειδή η Σάσα είναι Πελασγιώτισσα, αλλά επειδή το έργο είναι σπουδαίο, και θα ξαφνιάσει, με ευχάριστο τρόπο, όσους  το διαβάσουν. 
Ποταμός λέξεων, προσώπων, συναισθημάτων, στοιχεία που κρατάνε το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο μέχρι το τέλος, χάρις και στη ροή των γεγονότων, αλλά και στα μηνύματα που η συγγραφέας καταφέρνει να μεταδώσει.
Λίγα λόγια για την υπόθεση:
«Δροσερή και όμορφη σαν άνοιξη, η Μυρτιά είναι νεοδιορισμένη καθηγήτρια σ’ ένα μαγευτικό νησί του Αιγαίου. Ανήσυχη, ζωηρή, ίδια η χαρά της ζωής. Ανάμεσα στους άντρες που την πολιορκούν, ένας ξεχωρίζει... 
Ένας ώριμος άντρας, κυνηγός ονείρων, μποέμ, ταξιδευτής, λατρεμένος των γυναικών, ψυχή ανήσυχη, πλανεύτρα... 
Ο έρωτας, ξαφνικός, απροσδόκητος, αναπόφευκτος, θα τους παρασύρει σε τυφλά μονοπάτια, θα πυρπολήσει τις καρδιές τους, πείθοντάς τους ότι είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Όμως δεν είναι όλα ρόδινα πάντα στον έρωτα... Μια ιστορία έρχεται απ’ το παρελθόν, ιστορία που έχει να κάνει με την οικογένειά της, μια ιστορία στην οποία έχει μερίδιο κι ο αγαπημένος της Μυρτιάς. Και τότε όλα ανατρέπονται... 
Ένα ωραίο, σφριγηλό μυθιστόρημα, για τα ανθρώπινα πάθη, για τον μοναδικό έρωτα, αυτόν που όλοι ονειρευόμαστε, και για τη Μοίρα που έχει πάντα τον τελευταίο λόγο». (Από το οπισθόφυλλο).
Μα το έργο δεν είναι, μόνο, μια ιστορία Αγάπης, αλλά η ιστορία μιας ολόκληρης ζωής, κι αυτό κάνει το βιβλίο ξεχωριστό.
                                                                                                                        
Η Σάσα Βόρρη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πελασγία Φθιώτιδας, όπου και ολοκλήρωσε τη βασική της εκπαίδευση. 
Είναι πτυχιούχος της Μαρασλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας και του Παντείου Πανεπιστημίου. Εργάζεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως καθηγήτρια Κοινωνιολογίας.
Έχει εκδώσει και άλλα δύο μυθιστορήματα: «Για το χατίρι της ζωής»,  «Μακάρι να μπορούσα», εκδόσεις «Ωκεανός», τα οποία είχαν μεγάλη απήχηση στο αναγνωστικό κοινό, ενώ ετοιμάζει το τέταρτο, που αναμένουμε με αδημονία. 

                                         
Νίκος Μπατσικανής
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Κριτική θεάτρου: «ΑΝ ΑΡΓΗΣΩ, ΚΟΙΜΗΣΟΥ…»



«ΑΝ ΑΡΓΗΣΩ, ΚΟΙΜΗΣΟΥ…», ΑΚΗ ΔΗΜΟΥ




Σκηνοθεσία: Μίνως Θεοχαράκης - Κωνσταντίνος Ασπιώτης.
Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης. Στίχοι: Άκης Δήμου - Θέμης Καραμουρατίδης.
Σκηνικά - Κοστούμια: Αλεξάνδρα Αϊδίνη. Βοηθός Σκηνοθέτη: Τζένη Σάββα.




Ερμηνεύουν: Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Χρήστος Γεωργαλής,
Μίνως Θεοχάρης, Νάντια Κοντογεώργη, Ελευθερία Μπενοβία.


Δράμα; Κωμωδία; Μιούζικαλ; Σύγχρονο Κοινωνικό έργο; ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΣΕ ΕΝΑ. Αυτή την
αίσθηση μου προκάλεσε η παράσταση, το κείμενο και η απόδοση, στο ντελίριο που δημιούργησαν
η πρωτότυπη σκηνοθεσία και οι ερμηνείες.
Η ερωτική πορεία και οι εμπειρίες έξι νεαρών κοριτσιών και αγοριών, μέσα στην ωμή
πραγματικότητα του «σήμερα», βγάζουν τρυφερότητα ανάμεικτη με σκληρότητα. Γλύκα και πίκρα
σε μικρές δόσεις, που εναλλάσσονται ασταμάτητα, κάνοντας τους θεατές να γελάνε μέχρι δακρύων,
συμμετέχοντας και στα δρώμενα με την παρέμβαση - παρακίνηση των ηθοποιών.
Σύγχρονες Λαμπέτη, Μπλανς, Οφηλίες και «θύματα» του Έρωτα τα κορίτσια… Ρωμαίοι,
Τριστάνοι και «γνωστές ατάλαντες» του χώρου τ’ αγόρια, σε μια τωρινή επιθεώρηση, χωρίς φτερά,
τουαλέτες και στρας. Μόνο κατάθεση ψυχής, δοσμένη με έξυπνες ατάκες, τραγούδια, παρωδία,
υπαινιγμούς, χιούμορ και καταγραφή της ωμής πραγματικότητας, μπερδεμένα έτσι που να οδηγούν
σε συνεχείς μεταπτώσεις συναισθημάτων, φόρτισης και σταδιακή κορύφωση. Αναφορές σε παλιές
ταινίες, ρόλους κι ερμηνείες που υπήρξαν σταθμοί στο σινεμά, στο θέατρο και στο τραγούδι,
άλλοτε σαρκάζοντάς τα κι άλλοτε τιμώντας τα. Κουν και Ροντήρης, μαζί, ανάκατα με περασμένες
αγάπες και χαμένα όνειρα, σε αγαστή συνεργασία με τη σεξουαλική απελευθέρωση της εποχής μας.
Ρομαντισμός - τρυφερότητα και ρεαλισμός, συνάμα.
Οι ηθοποιοί «ξεγυμνώνονται», καταθέτοντας τη δική του εμπειρία ο καθ’ ένας, αλλά
και ως ζευγάρια. Στον «κόσμο τους»… δίχως να νοιάζονται για όσα συμβαίνουν γύρω,
προσγειώνονται «ανώμαλα». Συνεχείς ανατροπές θ’ αποκαλύψουν ευαισθησίες και ωμότητα,
γέλιο και δάκρυ, πόνο και χαρά. Κλόουν, γελωτοποιοί, καρικατούρες, χορευτές, περιθωριακοί,
ομοφυλόφιλοι, για να φτάσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα, να εκτεθούν και να εκθέσουν πρόσωπα
και καταστάσεις, εμπαίζοντας εαυτούς και άλλους. Κι όλ’ αυτά, μια πρόβα (;), για ένα έργο μέσα
από τη ζωή, που προσπαθούν να το ανεβάσουν αυτοσχεδιάζοντας… κάνοντας Μετα-μοντέρνα
Ποίηση.
Υπέροχα μουσική κι ερμηνείες στα σόλο των ηθοποιών, που ο κόσμος συνοδεύει,
παρασυρμένος από τους ωραίους ρυθμούς, έχοντας ένα συγκλονιστικό, πρωτότυπο και
ρηξικέλευθο -θα τολμούσα να πω- κείμενο του Άκη Δήμου, που αφουγκράζεται -ταυτίζεται με- την
εποχή μας και τις σημερινές καταστάσεις και ιδιαιτερότητες.


Χρόνια είχα ν’ απολαύσω τόσο μια παράσταση. Διαφορετική, πρωτότυπη… συγκλονιστική.
Ερμηνείες στα όρια του Σουρεαλισμού. Θα ήταν άδικο να ξεχωρίσω κάποιον ηθοποιό, διότι θ’
αδικούσα τους υπόλοιπους, σ’ ένα πολύ δυνατό έργο, που η σκηνοθεσία αξιοποίησε στο έπακρο, με
αποτέλεσμα μοναδικό.


«104, ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ».
Θεμιστοκλέους 104, Εξάρχεια. Τ/Φ.: 210 3826185.
Παραστάσεις: Δευτέρα, Τρίτη 21.15. Εισιτήριο: 15 ευρώ. Διάρκεια: 100΄.


Νίκος Μπατσικανής
συγγραφέας - ποιητής - κριτικός.
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

Η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών τιμά τον Πελασγιώτη Νίκο Μπατσικανή



 Η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών

              παρουσιάζει τον συγγραφέα - ποιητή
                            Νίκο Μπατσικανή
                       και το συνολικό έργο του
  για τα δέκα χρόνια παρουσίας του στα Γράμματα 
             Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011, 20.00
                    Γενναδίου 8 και Ακαδημίας
  Χαιρετισμός: Παύλος Ναθαναήλ, Πρόεδρος Ε.Ε.Λ.
                   Ομιλητές: Ελένη Καρασαββίδου
                        πολιτισμική κοινωνιολόγος.
           Γιώργος Σαράτσης, αφηγητής, λογοτέχνης.

     Απαγγέλλει: Νίκη Μιχαήλ Κατσικάδη, ποιήτρια.

     Συντονισμός:  Κώστας Καρούσος, Έφορος Ε.Ε.Λ.

            Η παρουσία σας θα μας τιμήσει

Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Συνέντευξη του Νίκου Μπατσικανή στο «ΡΑΔΙΟ ΣΥΜΠΑΝ»


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

 

ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΣ «ΡΑΔΙΟ  ΣΥΜΠΑΝ»


Στην εκπομπή του Δημήτρη Συμεωνίδη: «ΒΙΒΛΙΟ- ΤΕΧΝΗ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ»,
τη Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011 και ώρα Ελλάδος 1 - 3 το μεσημέρι
θα μιλήσει, από τη γενέτειρά του Πελασγία, ο συγγραφέας - ποιητής Νίκος Μπατσικανής.

Μπορείτε να ακούσετε το πρόγραμμα από το διαδίκτυο στην παρακάτω διεύθυνση: 

 


Βιογραφικό:
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πελασγία Φθιώτιδας. Ζει στην Αθήνα και στον τόπο του. 
Έκανε καριέρα στην Πολεμική Αεροπορία, απ' όπου αποστρατεύτηκε ανώτερος Αξιωματικός.  

Βιβλιογραφία: 
1."Σημάδια", ποίηση, 2001, «Βιβλιοεκδοτική Αθηνών».
2."Εξ ουρανού", ποίηση, 2002, «Βιβλιοεκδοτική Αθηνών».
3. "Νόστιμον Ήμαρ", ποίηση, 2004, «Φιλιππότης».
4. "Αγρυπνία", ποίηση, 2006, «Γαβριηλίδης».
5. "Στο φως", ποίηση, 2007, «Χάρης Πάτσης».
6. «Θραύσματα», δοκίμια, 2008, «Οδός Πανός».
7. «Στον Παράδεισο», διηγήματα, 2009, «Γαβριηλίδης».
8. «Η προσφορά της Κύπρου στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», 2011, Ιστορική Μελέτη, «Βεργίνα».
9. «Όνειρο», ποιητική σύνθεση, «Γαβριηλίδης» (υπό έκδοση το 2011). 
              



Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Διάψευση της είδησης περί ανεύρεσης του τάφου του Αχιλλέα στη δυτική Φθιώτιδα






      
Την Πρωταπριλιά του 2010, «σελίδα» τής Λαμίας στο Διαδίκτυο, η οποία δε λειτουργεί πλέον, δημοσίευσε, ως Πρωταπριλιάτικο ψέμα, πως βρέθηκε ο τάφος τού Αχιλλέα στη Δυτική Φθιώτιδα, είδηση, που ναι, μεν, διαψεύστηκε αργότερα, από τους συντάκτες της, αλλά, εν τω μεταξύ, είχε διαδοθεί σε πολλούς αναγνώστες τής «σελίδας» αυτής, μα, το χειρότερο, αναδημοσιεύτηκε και σε άλλες «σελίδες» τού Διαδικτύου, διάφορες εφημερίδες (μεταξύ των οποίων και η «ΠΕΛΑΣΓΙΑ», του «Συνδέσμου Πελασγιωτών Αθήνας - Πειραιά», όπως ενημερώθηκα από κάποιο σχόλιο) και δε γνωρίζω πού αλλού ακόμα, που δεν το διέψευσαν ποτέ. 

ΤΟ ΠΡΩΤΑΠΡΙΛΙΑΤΙΚΟ ΨΕΜΑ: 
«Ανακοινώθηκε κι επίσημα ότι βρέθηκε ο τάφος του Αχιλλέα. 
Κανείς δεν πίστευε όταν πριν δυο περίπου χρόνια, έβρισκαν σε περιοχή, κοντά στο χωριό Μαυρίλο της Δήμου Αγίου Γεωργίου Τυμφρηστού, 2 θολωτούς τάφους, ότι ο ένας απ' αυτούς θα ανήκε στον βασιλιά των Μυρμιδόνων, Αχιλλέα. Το θέμα παρουσιάστηκε τη Δευτέρα 29 Μαρτίου, σε εκδήλωση που έγινε στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο από την έφορο Αρχαιοτήτων κ. Παπακωνσταντίνου η οποία θα παρουσιάσει και επίσημα το θέμα σε εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 24 Απριλίου στην αίθουσα του Κάστρου της Λαμίας [...] Όπως είναι ήδη γνωστό, στην περιοχή αυτή της Δυτικής Φθιώτιδας οι έρευνες που ξεκίνησαν πριν 8 περίπου χρόνια, κατέληξαν στο ίδιο αποτέλεσμα. Εκτός από τα αρχαία τείχη που βρέθηκαν στην περιοχή που είναι στο βουνό, ακριβώς απέναντι από το χωριό Μαυρίλο, εκεί βρίσκονται και οι πηγές του ποταμού Σπερχειού που καταλήγουν στη γέφυρα του Αγίου Γεωργίου, στο δρόμο Λαμίας - Καρπενησίου.[…]» 
LamiaNews 1/4/2010. 

Η ΔΙΑΨΕΥΣΗ: 
«Επειδή βλέπουμε τις τελευταίες μέρες αυτό το θέμα οι αναγνώστες να το αναδεικνύουν, σας ενημερώνουμε ότι αναρτήθηκε την Πρωταπριλιά του 2010 και θεωρήθηκε πολύ πετυχημένη "πρωταπριλιάτικη φάρσα", αφού με το θέμα ασχολήθηκε τοπικός και αθηναϊκός τύπος, επιστήμονες, αρχαιολόγοι, η δε έφορος αρχαιοτήτων που αναφέρουμε, δέχτηκε δεκάδες συγχαρητήρια τηλεφωνήματα. 
Τη φάρσα, αποκαλύψαμε το βράδυ της ίδιας μέρας. 
Αυτά προς άρση τυχόν παρεξηγήσεων!» 
LamiaNews 17 Απριλίου 2011 4:26 μ.μ.. 
Το ακόμα πιο άσχημο είναι ότι τα περί ανεύρεσης τάφου Αχιλλέα στη Δυτική Φθιώτιδα τροφοδότησαν κι άλλες εικασίες, δηλαδή, ότι η αρχαία Φθία βρισκόταν εκεί, και για τον λόγο αυτόν «έθαψαν τον Αχιλλέα στον τόπο του», κάτι που είναι μεγάλη ιστορική ανακρίβεια, καθώς: Από τα Έπη τού Ομήρου και άλλους ποιητές, συγγραφείς και μελετητές τής αρχαιότητας, είναι γνωστό πως η αρχαία Φθία βρισκόταν στην Ανατολική - Βορειοανατολική Φθιώτιδα, ενώ ο Αχιλλέας δεν ετάφη στην Ελλάδα. 

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΟΙ 4 ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ (ΤΕΤΡΑΣ ΦΘΙΩΤΙΣ), ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΤΕΙΝΟΤΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΕΑ ΑΓΧΙΑΛΟ ΩΣ ΤΑ ΦΑΡΣΑΛΑ, ΤΗ ΛΑΜΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΩΡΑΙΟΥΣ, ΗΤΑΝ: ΤΟ ΠΕΛΑΣΓΙΚΟΝ ΑΡΓΟΣ Ή ΚΡΕΜΑΣΤΗ ΛΑΡΙΣΑ (ΟΠΩΣ ΛΕΓΟΤΑΝ Η ΚΩΜΟΠΟΛΗ ΠΕΛΑΣΓΙΑ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ), Η ΑΛΟΣ, Η ΑΛΟΠΗ και Η ΤΡΑΧΙΝΑ.

«Ιλιάδα», ραψ. Β΄, στίχοι 681-685: «Νυν αυ τους όσσοι το Πελασγικόν Άργος1 έναιον, οι τ’ Άλον, οι τ’ Αλόπην, οι τε Τρηχίνα νέμοντο, οι τ’ είχον Φθίην ηδ’ Ελλάδα καλλιγύναικα, Μυρμιδόνες δε καλεύοντο και Έλληνες και Αχαιοί, των αυ πεντήκοντα νεών ην αρχός Αχιλλεύς».

Μετάφραση: «Κι απ’ τ΄ Άργος το Πελασγικόν όσ’ ήλθαν και απ’ την Άλον και απ’ την Τραχίνα πληθυσμοί και απ’ την Αλόπην όσοι, κι όσοι απ’ την καλλιγύναικα Ελλάδα και την Φθίαν, και Μυρμιδόνες και Αχαιοί και Έλληνες λέγονταν, πενήντα πλοία και αρχηγός εις όλους ήταν ο Αχιλλέας».

Όταν ο Όμηρος τελειώνει με την περιγραφή του ερχομού των Μυρμιδόνων από τη Φθία (που έτσι και την προσδιορίζει) πηγαίνει στους ερχομούς των πολεμιστών από: Δομοκό και Πτελεό, μέρη τα οποία είχαν παραχωρηθεί, από τον Πηλέα, στους Φιλοκτήτη και Πρωτεσίλαο, αντιστοίχως, και που μπορεί να ανήκαν στην ευρύτερη περιοχή της Φθίας, παλαιότερα, αλλά όχι στο κράτος των Πηλέα - Αχιλλέα, πλέον, την εποχή εκείνη.

Ο  Στράβωνας, δε, στα «Γεωγραφικά» (βιβλίο Θ΄ αριθμ. 435-440) γράφει: 
«Είθ’ εξής παραπλεύσαντι σταδίοις εκατόν ο Εχίνος υπέρκειται. Της δ’ εξής παραλίας εν μεσογαία εστίν η Κρεμαστή Λάρισα, είκοσι σταδίους2 αυτής διέχουσα, η δ’ αυτή και Πελασγία λεγομένη Λάρισα». 
Ενώ, σε άλλο σημείο αναφέρει: «Και Άλος, δε, και Λάρισα η Κρεμαστή και το Δημήτριον υπ’ εκείνω, πάσαι προς έω της Όρθρυος». 
Μετάφραση: Μετά από εκατό στάδια βρίσκεται ο Αχινός και πιο πέρα, 20 στάδια εσωτερικά της παραλίας, η Κρεμαστή Λάρισα, η οποία λέγεται και Πελασγία. Και οι πόλεις Άλος, Κρεμαστή Λάρισα και Δημήτριο, κάτω από εκείνο (το βασίλειο) βρίσκονται όλες, προς την ανατολική πλευρά της Όθρης. 

Ο Στράβωνας έζησε από 67 π.Χ. μέχρι 23 μ.Χ. ενώ ο Όμηρος τον 9ο π.Χ. αιώνα. 

1. Η πόλη "Άργος Πελασγικόν" (σ.σ. ή Κρεμαστή Λάρισα)  είναι στην περιοχή της σημερινής Πελασγίας (βλ. H. M. Chadwick: The Heroic Age, 1912, σελ. 280, σημ. 1).   ( Βλ. και Πλατή Δ. "Λαμία", Αθήνα 1973, σελ. 15 -19). Δημοσίευση: http://www.mikrosapoplous.gr/iliada/BIBLIO_2_591_710.htm 
2. Το στάδιο υπολογίζεται σε 184,83 μέτρα, και η απόσταση παραλίας Πελασγίας - Κρεμαστής Λάρισας 3.696 μέτρα, όσο πράγματι είναι.

Στην αρχαιότητα, τμήματα της σημερινής Μαγνησίας και μικρό μέρος του Νομού Λαρίσης ανήκαν στη Φθία, ενώ και στις  αρχές του 20ου  αιώνα μ.Χ. χωριά της Μαγνησίας, ανήκαν στον Νομό Φθιώτιδας. Άλλωστε, και ο αρχαιολογικός χώρος τής γειτονικής Νέας Αγχιάλου φέρει την ονομασία «Φθιώτιδες Θήβες». Από κει με πέρα άρχιζε η περιοχή τής Ιωλκού, όπου βασίλευσε ο Πελίας. 
Μετά την ανακάλυψη των τάφων Αγαμέμνονα και Κλυταιμνήστρας στις Μυκήνες, οι ήρωες της εποχής εκείνης δεν αποτελούν μυθικά πρόσωπα, ούτε τα γεγονότα μύθο. Άρα κι ο σύγχρονός τους Αχιλλέας.

Όπως αναφέρει και ο Ευριπίδης στο έργο του «Ιφιγένεια εν Αυλίδι»: 
«Οι πολεμοχαρείς εκ Φθίας Μυρμιδόνες επέβαιναν σε 50 πλοία, που στην πρύμνη τους είχαν χρυσά αγάλματα Νηρηίδων. Μαζί με το Πελασγικόν Άργος, συμμετείχαν και η Άλος (κοντά στον Αλμυρό), η Αλόπη (κοντά στις Ράχες) και η Τραχίς (κοντά στη Λαμία). (Μετάφραση). (Υπάρχει, δε, κι άλλη αρχαία τραγωδία, οι «Τραχίνιες» του Σοφοκλή, που αναφέρονται στην Τραχίνα, που σήμερα λέγεται Ηράκλεια (λόγω του Ηρακλή και της γυναίκας του Δηιάνειρας που έζησε εκεί). 

Ακόμα κι αν πάμε χιλιάδες χρόνια πίσω, στην εποχή του Δευκαλίωνα (εποχή κατά την οποία δεν υπήρχαν ακριβή σύνορα βασιλείων ή κρατών), οι γραπτές αναφορές ξεχωρίζουν τη Φθία από τη Θεσσαλία, ενώ, πολύ μετά, 4ο - 5ο αιώνα π.Χ., γίνεται «υποταγή» της Φθίας (Τετράς Φθιώτις: Πελασγικόν Άργος, Άλος, Αλόπη, Τραχίνα) στη Θεσσαλία, γεγονός που αποδεικνύει, και αυτό, πως πριν ήταν άλλο «κράτος». 

Την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η Πελασγία ονομαζόταν Γαρδίκι κι από το 1836 Γαρδίκιον (όπως και πολλά ακόμη μέρη τής Ελλάδας) που σημαίνει κωμόπολη ή πέρασμα, αλλά για να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα, αποκαλούνταν Γαρδίκιον Κρεμαστής Λαρίσης. Το 1926, το Δημοτικό Συμβούλιο του Γαρδικίου Κρεμαστής Λαρίσης (από το φρούριο, με τα Πελασγικά τείχη, που «κρέμονται» στην πλαγιά της περιοχής, το οποίο σώζεται ακόμη (παρόμοιο των Μυκηνών) και φέρει ανά διαστήματα πύργους, τρεις πύλες και μία πυλίδα, πλάτους 1,36 μ.) αποφάσισε η κωμόπολη να λάβει το όνομα Πελασγία, στηριζόμενο στα παραπάνω γραφόμενα του Στράβωνα, ενώ ως σφραγίδα τού Δήμου καθιερώθηκε κεφαλή τού Αχιλλέα, παρόμοια με αυτήν  που έφεραν τα νομίσματα, που μόνο στην περιοχή αυτή βρέθηκαν και είχαν κοπεί μετά την αυτονομία που απέκτησε η περιοχή από τον Δημήτριο Πολιορκητή (302 π.Χ.). 

[ Αναφορές του Βιργίλιου στην «Αινειάδα» μιλούν για τον «Λαρισαίο Αχιλλέα»1. Δε χωράει αμφιβολία πως ο Ρωμαίος ποιητής τον συνδέει με τη Λάρισα Κρεμαστή η οποία ανήκε στην περιοχή της Όθρυος που θεωρούνταν πως εξουσίαζε ο αρχηγός των Μυρμιδόνων και όχι στην πρωτεύουσα της Θεσσαλίας2. 
Αυτή η ειδική σχέση της Λάρισας Κρεμαστής με τον Αχιλλέα παρουσιάζεται και στο νόμισμα που έχει κόψει η πόλη μετά την αυτονομία (302 π.Χ.) που της παραχώρησε ο Δημήτριος Πολιορκητής, το οποίο κυκλοφορούσε παράλληλα με τα νομίσματα των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου3. 
Στη μία όψη του εικονίζεται κεφαλή του Αχιλλέα με πλούσια μαλλιά και στην άλλη η Θέτιδα να ιππεύει ιππόκαμπο και να κρατάει ασπίδα (του Αχιλλέα;) πάνω στην  οποία υπάρχει το μονόγραμμα ΑΧ (Αχιλλέας ή Αχαιοί;)4.
Τα παραπάνω νομίζω πως αντανακλούν παγιωμένες αντιλήψεις για αλληλεξάρτηση του Αχιλλέα και της μητέρας του με την Κρεμαστή Λάρισα αλλά και όλη την Αχαΐα Φθιώτιδα γενικότερα. Εννοείται πως σε αυτές τις πεποιθήσεις αναδύεται βασικά ένα θρησκευτικό στοιχείο που αφορά δυνάμεις που συνδέονταν με την περιοχή.
Προϋπόθεση αυτής της θέσης είναι η πληροφορία του Ησίοδου πως η Όθρυς αποτελούσε θεϊκό βουνό στο οποίο ήταν εγκατεστημένο το συμβούλιο των Τιτάνων,  όπως γράφει στη «Θεογονία»5.

1. Οι αναφορές στην «Αινειάδα» έχουν ως εξής: «Quos neque Tydides, nec Larissaeus Achilles», 2,197  και «et Tydides et Larissaeus Achilles», 11,404. 
2. Βλ. τα επιχειρήματα στο kennedy Benjamin Hall, P. Vergili Maronis Bucolica, georgika, Aeneis. The wοrk of Virgil with commentary and appendix, London 1876, σ. 414 και Anthon Charles (Ed.), Classical Dictionary, New York 1869, λ. Larissa, σ. 723.
3. Βλ. Heyman C., «Achille-Alexandre, sur les monnaies de Larissa Cremaste en Thessalie»,  Studia Hellenistica 16, (Antidorum W. Peremans) Louvain–La Neuve 1968, 115-125.
4.  Βλ. περιγραφή του  νομίσματος στο Forrer L. , The Weber Collection, V. II Greek Coins, London 1924, σ. 220. 
5. «Θεογονία», 631-633.
Νικόλαος Αντώνη Παύλου,  HYPERLINK "http://pelasgia.blogspot.com/2011/02/blog-post_6713.html/" http://pelasgia.blogspot.com/2011/02/blog-post_6713.html/ ].

Ο Αχιλλέας σκοτώθηκε στη διάρκεια του Τρωικού Πολέμου από τον Πάρη, μα η «Ιλιάδα» τελειώνει πριν τον θάνατό του, για να έχουμε στοιχεία περί της ταφής του από εκεί. Στην «Οδύσσεια», όμως, ραψωδία 24, στίχοι 80-84, γίνεται για πρώτη φορά λόγος για τον τύμβο τον οποίο ανήγειραν οι Αχαιοί προς τιμή τού πολεμιστή τους Αχιλλέα, σε μια μη κατονομαζόμενη χερσόνησο του Ελλησπόντου.  

[ Σύμφωνα με το χαμένο ποίημα «Αιθιοπίς» που αποδίδεται στον Αρκτίνο της Μιλήτου, όταν σκοτώθηκε ο ήρωας, γύρω  από τη σωρό του, έγινε αγώνας για να τον πάρουν από τα χέρια των Τρώων, οι σύντροφοί του και να τον μεταφέρουν στο στρατόπεδο των Αχαιών. Ο θρήνος κράτησε 17 ημέρες, πήραν μέρος η Θέτιδα και οι άλλες Νηρηίδες από την θάλασσα και οι Μούσες από τα βουνά, ενώ παραβρέθηκαν και θεοί. Το ακρογιάλι αντηχούσε όλη την νύχτα από τους θρήνους των πολεμιστών, γύρω από το νεκρό πολέμαρχο, που όμοιος του δεν είχε σταθεί ποτέ, κανένας ως τότε. Οι Μυρμιδόνες είχανε πέσει μπρούμυτα καταγής κι έκλαιγαν το βασιλιά τους, που τους φερνότανε πάντοτε σαν να ήσαν ίσοι του και, μ’ όλο που ήτανε τόσο δυνατός, ποτέ του δεν δειχνόταν άκαρδος και αυστηρός. Ο Αίαντας είχε γονατίσει κι έσφιγγε στην αγκαλιά του το κορμί του σκοτωμένου πολέμαρχου που τον έδεναν μαζί του δεσμοί συγγένειας και μεγάλης φιλίας.  
Μετά την ταφή του, σε μιαν ακτή του Ελλήσποντου, αφού υψώθηκε τύμβος ψηλός για να τον βλέπουν από μακριά οι ναυτικοί, έγιναν αγώνες με έπαθλα πολύτιμα δώρα της Θέτιδας και των θεών. Στους αγώνες αυτούς ο Οδυσσέας, νικώντας τον Αίαντα, πήρε ως έπαθλο τα όπλα του Αχιλλέα που τα είχε φτιάξει ο Ήφαιστος.
Σύμφωνα με την παράδοση, η Θέτιδα μετέφερε τη στάχτη του νεκρού γιου της, αργότερα,  στις εκβολές του Δούναβη, στον Εύξεινο Πόντο, στην νήσο Λευκή.    HYPERLINK "http://2gym-giann.pel.sch.gr/axilleas/dethax.doc" http://2gym-giann.pel.sch.gr/axilleas/dethax.doc ].

Σ.σ. Η εκδοχή αυτή μπορεί να ισχύει, καθώς το νησί αυτό είναι υπαρκτό και θεωρείται από τους ξένους ως σημείο ταφής τής στάχτης τού Αχιλλέα. 

Ο Ευριπίδης, στην τραγωδία του «Εκάβη», στίχοι 107-153, περιγράφει τη θυσία τής σκλάβας Πολυξένης (μικρότερης κόρης Πριάμου - Εκάβης) πάνω στον τάφο τού Αχιλλέα, όταν οι Έλληνες βρίσκονταν στη Θρακική Χερσόνησο. 
Χορός γυναικών προς Εκάβη: 
«Βγήκε ένας λόγος πως στη σύναξή τους, οι Αχαιοί βουλήθηκαν θυσία να κάμουν στον Αχιλλέα την κόρη σου. […]. Τον τάφο του Αχιλλέα να ράνουν με νιάτα αιμάτου». (Μετάφραση).

ΣΥΝΕΠΩΣ, Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΕΤΑΦΗ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΦΘΙΩΤΙΔΑ ΚΙ ΕΠΕΙΔΗ ΠΟΛΛΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΟΙΚΕΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΤΟΝ ΑΧΙΛΛΕΑ ΩΣ ΔΙΚΟ ΤΟΥΣ ΓΕΝΝΗΜΑ, ΠΛΑΝΩΝΤΑΙ ΠΛΑΝΗ ΜΕΓΑΛΗ.

ΠΑΝΤΩΣ, ΟΙ «ΣΕΛΙΔΕΣ» ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙ ΤΟ ΠΡΩΤΑΠΡΙΛΙΑΤΙΚΟ ΨΕΜΑ ΥΠΟΧΡΕΩΘΗΚΑΝ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΨΕΥΣΟΥΝ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΜΟΥ (ΕΝΑΜΙΣΗ ΧΡΌΝΟ ΑΡΓΟΤΕΡΑ), ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΠΟΛΛΕΣ ΑΛΛΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΝΑΦΕΡΟΥΝ, ΠΛΕΟΝ, ΤΗ ΔΙΑΨΕΥΣΗ. 




Νίκος Μπατσικανής
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Recent Posts

free counters
single russian women contatore visite website counter
Lamia Blogs