Subscribe Twitter Twitter

Παρέμβαση - Τίτλοι Αναρτήσεων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεοφιλελευθερισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεοφιλελευθερισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Η χούντα ως προοικονομία της τρόικας


Του ΓΙΑΝΝΗ ΚΙΜΠΟΥΡΟΠΟΥΛΟΥ*
Σωστά έχει επικριθεί το σύνθημα που συχνά ακούστηκε κατά τη μνημονιακή εξαετία: «Η χούντα δεν τελείωσε το '73». Αλλά δεν έχει επικριθεί για τους σωστούς λόγους. Είναι ανακριβές γιατί σηματοδοτεί μονοσήμαντα το 1973 ως το τέλος της μισητής δικτατορίας. Κι όμως, το 1973 και τα έξι χρόνια προ αυτού μπορούν να εκληφθούν ως προοικονομία του μνημονιακού μας παρόντος. Αυτή την αγνοημένη- ή ηθελημένα κρυμμένη- διάσταση της χούντας αποκαλύπτει γλαφυρά ο Διονύσης Ελευθεράτος, στο βιβλίο του Λαμόγια στο Χακί: Οικονομικά "θαύματα" και θύματα της χούντας (εκδόσεις Τόπος).
Το βιβλίο έφτασε φρέσκο στα χέρια μου και απορρόφησε μερικές ώρες από τις μέρες της πασχαλινής ανάπαυλας. Τις απορρόφησε συναρπαστικά. Δεν προτίθεμαι να κάνω βιβλιοκριτική εδώ, δεν μου πέφτει λόγος άλλωστε. Οφείλω, όμως, να καταθέσω δημόσιο έπαινο για το εγχείρημα: ο Διονύσης Ελευθεράτος ενορχήστρωσε ένα μεγάλο όγκο στοιχείων έρευνας, δημοσιογραφικής και επιστημονικής, δικής του και άλλων, σε μια εκτενή νωπογραφία της οικονομικής πολιτικής της χούντας, της ταξικής της φύσης και των ιδεολογικών συντεταγμένων της.

Το κίνητρο και ο στόχος προκαταβάλλεται από την εισαγωγή: ο συγγραφέας θέλει να αποδομήσει τον μύθο που επιχειρήθηκε να εδραιωθεί πάνω στη συλλογική μας αμνησία, σύμφωνα με τον οποίο η χούντα, αν και αποτέλεσε θλιβερή απόκλιση από τη μεταπολεμική δημοκρατική «κανονικότητα», παραδόξως ήταν μια ευτυχής οικονομική παρένθεση. Με βάση τον μύθο αυτό, δημοφιλή ανάμεσα σε νεοφιλελεύθερους απολογητές των Μνημονίων, μεθοδεύτηκε ο καθαγιασμός της χούντας, η απαξίωση της μεταπολίτευσης και η εξοικείωση όχι μόνο με την τρόικα, αλλά και με τη νεοναζιστική Χρυσή Αυγή. Το υπονοούμενο του μύθου για το «θαύμα» της χούντας είναι ότι τελικά η πολλή δημοκρατία βλάπτει σοβαρά την οικονομία.
Ο Δ.Ε. μας θυμίζει στο βιβλίο του ότι η χουντική επταετία ήταν μια σκανδαλώδης, βίαιη, ταξική παρέμβαση υπέρ του κέρδους και μιας ολιγάριθμης επιχειρηματικής ελίτ. Και μάλιστα με καταστροφική έκβαση κατά την κορύφωση της διεθνούς κρίσης 1973-1974. Η οικονομική ιστορία της χούντας μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους, όλους εξίσου εξοργιστικούς:
Ως μια ατέλειωτη σειρά σκανδάλων, κραυγαλέας φαυλοκρατίας, διαφθοράς και διαπλοκής με πρωταγωνιστές αξιωματούχους, συγγενείς και φίλους του καθεστώτος και με συμπρωταγωνιστές επώνυμους Κροίσους του εφοπλισμού, της βιομηχανίας, του τραπεζικού συστήματος.
Μπορεί να διαβαστεί ακόμη ως μια άθλια συναλλαγή των δικτατόρων με μια δράκα ολιγαρχών(Ωνάσης, Νιάρχος, Λάτσης, Ανδρεάδης, Σκαλιστήρης) που παράγγελναν στο καθεστώς εξόφθαλμα χαριστικές ρυθμίσεις για να χτίσουν τις αυτοκρατορίες τους.
Μπορεί επίσης να διαβαστεί ως μια γενικευμένη παρέμβαση υπέρ των πιο επιθετικών μερίδων του κεφαλαίου, που τότε εδραίωσαν κραυγαλέα προνόμια, όπως π.χ. η φορολογική ασυλία του εφοπλισμού, η ένωση του οποίου μάλιστα ανακήρυξε ισόβιο επίτιμο πρόεδρό της τον Παπαδόπουλο.
Η οικονομική ιστορία της χούντας μπορεί ακόμη, όπως μας θυμίζει ο Δ.Ε., να διαβαστεί ως εμβάθυνση της αποικιοποίησης της χώρας μέσα από σκανδαλώδεις συμβάσεις με πολυεθνικές όπως η Πεσινέ, η Litton, η Nestle, η Renault και Peugeot. Ακόμη και την KfW συναντάμε σε τοκογλυφικά δάνεια προς τη ΔΕΗ, την ίδια κρατική γερμανική τράπεζα μέσω της οποίας η Γερμανία μετέχει στην ισχύουσα σήμερα δανειακή σύμβαση με την Ελλάδα!
Μπορεί, τέλος, να διαβαστεί ως η πρώτη, ευρεία «μνημονιακή» επίθεση στην εργασία, που κατάργησε την ελευθερία των διαπραγματεύσεων, επέβαλε κρατικό καθορισμό του κατώτατου μισθού, συγκράτησε τους μισθούς σταθερά κάτω από την παραγωγικότητα, κατέλυσε το οκτάωρο, επιδίωξε την «κινητικότητα» της εργασίας και την «απαλλαγή» των επιχειρήσεων από τους περιορισμούς στις απολύσεις, ανακάλυψε την «απασχολησιμότητα», επέτρεψε ασυδοσία στην υγιεινή και ασφάλεια, απογειώνοντας τα εργατικά ατυχήματα και δη τα θανατηφόρα.
Οι αναλογίες, ακόμη και οι ρητορικές, ανάμεσα στα πεπραγμένα της χούντας και την ατζέντα εργασιακής απορρύθμισης της τρόικας ξεδιπλώνονται ανατριχιαστικές. Και απ' αυτή την άποψη σωστά επισημαίνει στο βιβλίο του ο Διονύσης Ελευθεράτος, δανειζόμενος τον σχετικό νεολογισμό του Ηλ. Νικολακόπουλου, ότι τα πρωτοπαλίκαρα της χούντας λειτούργησαν ως «πρωτονεοφιλελεύθεροι»,αρκετά πριν ο νεοφιλελευθερισμός εδραιωθεί ως κυρίαρχο δόγμα του κεφαλαίου.
Η πολιτική χρησιμότητα του βιβλίου Λαμόγια στο χακί είναι πολλαπλή. Προσωπικά θα ξεχώριζα μια διάστασή της: ανασύροντας από τη λήθη την οικονομική πολιτική της χούντας αντιλαμβάνεται κανείς ότι ανάμεσα στους αληθινούς πρωταγωνιστές της βρίσκονται κορυφαίοι της ολιγαρχίας που σήμερα -οι ίδιοι, οι απόγονοι ή οι επίγονοί τους- ξεπλένουν τη βρόμικη ιστορία τους σε ευεργεσίες, φιλανθρωπίες, πολιτιστικά ιδρύματα, επενδυτικές δράσεις και γκρίζες συναλλαγές με το κράτος. Δεν λογοδότησαν ποτέ για εγκλήματα που η χώρα πληρώνει ακριβά ακόμη και στην ύστατη κρίση της. Απ' αυτή την άποψη πράγματι «η χούντα δεν τελείωσε το '73». Θα τελειώσει αν και όταν πληρώσουν οι κρυφοί και φανεροί χορηγοί της.

*Δημοσιεύτηκε στην ''ΑΥΓΗ'' (19/4/15) μέσω http://www.iskra.gr/
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

58 μέρες αγωνίας


Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες δεν θα συζητούσαμε καν τι έχει κάνει μια κυβέρνηση μόλις 58 ημερών. Είναι άγραφος νόμος να περιμένει κανείς να κλείσει τους τρεις μήνες, πριν αρχίσει να κρίνει και να σχολιάζει. Οι συνθήκες όμως κάθε άλλο παρά φυσιολογικές είναι και -όσοι δεν είμαστε φανατικά ταγμένοι πολιτικά- φοβάμαι ότι έχουμε ήδη αρχίσει να συμβιβαζόμαστε με την ιδέα ότι αυτή η μια από τις λίγες μεγάλες ευκαιρίες που ίσως έχει κάθε γενιά, θα πάει χαμένη.
Τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ τις κέρδισε όχι επειδή αίφνης όλοι αποφάσισαν ότι το ιδανικό σύστημα για την Ελλάδα είναι ο ευρωκομμουνισμός της δεκαετίας του '70, αλλά επειδή όλα τα εν δυνάμει κυβερνητικά κόμματα απέτυχαν παταγωδώς να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της Ελλάδας. Ούτε καν προσπάθησαν, αλήθεια, να τα λύσουν, επειδή έχουν δουλείες απέναντι στις υπόλοιπες δυνάμεις της διαπλοκής: τραπεζίτες, επιχειρηματίες και βαθύ κράτος. Και επειδή δεν προσπάθησαν, τα ελληνικά κόμματα εξουσίας αποκάλυψαν το πραγματικό τους πρόσωπο: Δεν είναι καν κόμματα, αλλά φατρίες προσκολλημένες στον κοτζαμπασισμό και τον κομματαρχισμό. Πλιατσικολόγοι που δε διστάζουν να παραβούν τον νόμο, αν δεν προλαβαίνουν να τον αλλάξουν όσο είναι στα πράγματα και ελέγχουν ασφυκτικά τις τρεις εξουσίες. Γι αυτό και δεν έχουν τον παραμικρό ενδοιασμό να παραδεχτούν ότι επέλεξαν να διαλύσουν την ελληνική κοινωνία και οικονομία για να σώσουν τους τραπεζίτες και επιχειρηματίες συμμάχους τους. Δεν διανοήθηκαν καν να αγγίξουν το σύστημα δωροδοκιών και εκβιασμών που λυμαίνεται τις κρίσιμες δημόσιες υπηρεσίες οι οποίες θα έπρεπε να μαζεύουν το δημόσιο χρήμα. Και δεν είχαν αυτοκτονικές τάσεις ώστε να αναζητήσουν τα κεφάλαια που -συχνά αφορολόγητα- έφυγαν από την ελληνική οικονομία για ασφαλή ανώνυμα καταφύγια με τη βοήθεια των μεγαλύτερων τραπεζών του πλανήτη. Τα μισά είναι άλλωστε δικά τους.

Η αριστερά όχι μόνο κέρδισε τις εκλογές, αλλά κέρδισε και πολλούς από εκείνους που δεν την ψήφισαν, επειδή έκανε το αυτονόητο: Προσπάθησε να αντισταθεί στο σύστημα που με αθόρυβη πειρατεία πήρε τον έλεγχο της Ευρωπαϊκής Ενωσης από τα τέλη της δεκαετίας του '90. Αυτόν τον απροκάλυπτο νεοφιλελευθερισμό που πρόβαλε ως μοναδική ρεαλιστική πρόταση ύστερα από την κατάρρευση του δήθεν υπαρκτού σοσιαλισμού. Το δόγμα της αυτορυθμιζόμενης ασύδοτης αγοράς που μετέτρεψε την κοινωνική οικονομία -η οποία αναπτύχθηκε στη μεταπολεμική Ευρώπη- σε έναν δήθεν υπαρκτό καπιταλισμό όπου το κεφάλαιο σχεδόν δεν ασχολείται καθόλου με την παραγωγή και την κατανάλωση αλλά περιορίζεται σε αεριτζήδικα παιχνίδια, έχοντας την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής (δήθεν) Κεντρικής Τράπεζας. Γι αυτό και πολλοί απ' όσους δεν την ψήφισαν, ξαφνιασμένοι από την αξιοπρέπεια που αιφνιδίως ανέκτησαν, έδωσαν στην αριστερά τη μετεκλογική εμπιστοσύνη τους.
Η ελπίδα είναι ένα πολύ ισχυρό νόμισμα και η κυβέρνηση Τσίπρα το μοίρασε χωρίς φειδώ. Καλά έκανε. Τόσο καλά μάλιστα ώστε η αξία του νομίσματος αυτού ξεπέρασε τα σύνορα της Ελλάδας και έγινε αποδεκτή και σε άλλες χώρες που βρίσκονται σε ανάλογη, αν και όχι τόσο απελπιστική μοίρα, στην Ευρώπη ή ακόμη πιο μακρυά.


Κάπου εκεί όμως διαλύεται το ροζ σύννεφο του παραμυθιού και κάνουν την εμφάνισή τους οι δράκοι. Κανείς δεν περίμενε ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση θα έστρωνε κόκκινο χαλί σε μια αριστερή κυβέρνηση που απειλεί το σύστημα που έστησαν οι συντηρητικές, νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις και τα πανίσχυρα λόμπι. Είναι προφανές ότι Βρυξέλλες και Βερολίνο κάνουν ό,τι μπορούν ώστε να τραβήξουν το χαλί κάτω από τα πόδια της κυβέρνησης, χωρίς να εκτεθούν περισσότερο απ όσο χρειάζεται. Γι' αυτό άλλωστε έχουν επιστρατεύσει και τους μηχανισμούς προπαγάνδας, φθοράς και εθνικιστικού μίσους απέναντι στους τεμπέληδες απατεώνες του Νότου που θέλουν να ρίχνουν τις ευθύνες τους στους εργατικούς Ευρωπαίους του Βορρά.
Η απειλή της πλήρους οικονομικής κατάρρευσης σε μια χώρα που ήδη έχει ακρωτηριαστεί ίσως δεν είναι τόσο τρομακτική. Η κατάρρευση αυτή μπορεί όμως να σημαίνει ότι θα χαθεί και η όποια πιθανότητα να ξεβρακωθούν τα κυκλώματα που επί δεκαετίες λεηλάτησαν το ελληνικό δημόσιο και εξαπάτησαν τους πολίτες/πελάτες τους. Αν δεν αποκαλυφθεί το βάθος και το εύρος της δράσης τους, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να επανέλθουν στην εξουσία και να συνεχίσουν ανενόχλητοι το πλιάτσικο.
Η οικονομία έχει μείνει όχι μόνο χωρίς ρευστότητα αλλά και χωρίς ορατή διέξοδο. Δίχως ένα πλάνο κοινής δράσης για όσα πρέπει να αλλάξουν ούτως ή άλλως, εντός ή εκτός ευρώ, με ή χωρίς χρεοκοπία, για να γίνει η όσο το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση των πόρων που διαθέτει η χώρα και ο λαός της: τομείς και κλάδοι που θα στηριχθούν, αν όχι οικονομικά εφόσον δεν υπάρχει δημόσιο χρήμα για επενδύσεις, αλλά τουλάχιστον νομοθετικά ή με όποιον άλλο τρόπο.
Αλλος δράκος είναι η δημόσια διοίκηση, με όλες τις νάρκες που έχουν αφήσει μέσα της οι προηγούμενοι, ηθελημένα ή εν αγνοία τους. Κραυγαλέο παράδειγμα είναι ο νομικός μηχανισμός του υπουργείου Οικονομικών που αντί να στηρίξει τα δημόσιο συμφέρον υπερασπίστηκε τη θέση της γερμανικής εταιρείας που τροφοδοτούσε το σύστημα διαφθοράς. Νάρκες υπάρχουν πολλές και σε όλα τα επίπεδα, ιδίως εκεί όπου υπάρχει οικονομικό “αντικείμενο”.



Είναι ευθύνη της πρώτης αριστερής κυβέρνησης στην Ελλάδα και να ξεσκεπάσει τα κυκλώματα που έφεραν τον τόπο σε αυτό το σημείο εξαθλίωσης αλλά και να προσφέρει ένα ρεαλιστικό και δίκαιο σχέδιο για την αναδιοργάνωση της οικονομίας. Αν κατορθώσει να μείνει ζωντανή τόσο ώστε να κάνει αυτά τα δύο, ίσως θα έχει την ευκαιρία να προχωρήσει και παραπέρα, τόσο ώστε η Ελλάδα να αποκτήσει το νέο σύνταγμα που πραγματικά χρειάζεται και ισχυρούς θεσμούς, έτσι ώστε όταν θα παραδώσει την εξουσία σε άλλο ή άλλα κόμματα, να μην κινδυνεύει αυτή η έρμη χώρα να επιστρέψει στον βούρκο. Τότε θα έχει προσφέρει πραγματική καλή υπηρεσία στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

Τα φαντάσματα του Μαρξ




ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΙΟΥΛΟΥ*

Στην εισαγωγή του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος1 γίνεται αναφορά σε ένα φάντασμα που πλανάται πάνω από την Ευρώπη, το φάντασμα του κομμουνισμού. Δεν ήταν ακόμη εκεί, παρόν, ζωντανό, αλλά είχε αναγγελθεί, ερχόταν. Μετά από πολλές περιπέτειες και λίγο πριν από το τέλος του 20ού αιώνα, ιεροκήρυκες του «τέλους της Ιστορίας» πίστεψαν πως ξόρκισαν μια για πάντα αυτό το φοβερό φάντασμα και ότι σε αυτή την τελευταία σελίδα της Ιστορίας καταγράφηκε και η επερχόμενη απουσία του.
Πριν από είκοσι χρόνια, ο Ντερριντά στο έργο του «Τα Φαντάσματα του Μαρξ»2, ξαναδιαβάζοντας το Μανιφέστο προειδοποιεί: το φάντασμα είναι ακόμα εδώ, «υπάρχουν πλείονα του ενός, πρέπει να υπάρχουν πλείονα του ενός»3. Η επόμενη διαπίστωσή του παραμένει καθοριστικά επίκαιρη: «Τη στιγμή που μια νέα παγκόσμια αναστάτωση τείνει να εγκαθιδρύσει τον νεο-καπιταλισμό και τον νεο-φιλελευθερισμό της, καμιά απάρνηση δεν κατορθώνει να απαλλαγεί από όλα τα φαντάσματα του Μαρξ»4.
Σήμερα, σε μια τέτοια στιγμή για την Ελλάδα και την Ευρώπη, ένα τέτοιο φάντασμα φαίνεται να έχει ήδη αναγγελθεί. Η απόφαση για επίσπευση εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας ανάγκασε την Wall Street Journal5 να κάνει λόγο για «το φάντασμα των Χριστουγέννων που λέγεται Ελλάδα». Χρησιμοποιώντας το πασίγνωστο παραμύθι του Ντίκενς, ως αλληγορία για την κατάσταση στην Ευρωζώνη, καλεί τις οικονομίες του «κέντρου» να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Εμπενίζερ Σκρουτζ, ο οποίος, μπροστά στον φόβο του φαντάσματος του μέλλοντος, μπροστά στο πλιάτσικο της περιουσίας του αλλά και τον ίδιο τον θάνατό του, αλλάζει την «καρδιά του» και βγάζει από τη μίζερη φτώχεια όλους αυτούς που αποτελούν τον κοινωνικό του περίγυρο.
Είναι όμως το φάντασμα του Ντίκενς ένα από τα φαντάσματα του Μαρξ για την ύπαρξη των οποίων προειδοποιεί ο Ντερριντά; Ή μήπως το φάντασμα του Ντίκενς στην Wall Street Journalδεν είναι τίποτε άλλο παρά η αγωνία των εξουσιαστικών ελίτ και του πολιτικού τους ιερατείου, από το Βερολίνο έως την Αθήνα, να ξορκίσουν μια για πάντα, όλα τα φαντάσματα του Καρόλου του «Μανιφέστου». Μήπως είναι δηλαδή η αγωνία τους να ματαιώνουν, να αναβάλλουν διαρκώς, την έλευση της Αριστεράς ως παρούσας πραγματικότητας, δηλαδή ως «ζώσας Αριστεράς», ως Αριστεράς της εργασίας, ως αριστεράς της εξουσίας.
Το ερώτημα που εκκρεμεί πέρα από αυτόν τον εξορκισμό και στοιχειώνει την καθημερινότητα, αλλά και το αύριο, είναι ποια θα είναι αυτή η «ζώσα Αριστερά», πώς θα πραγματωθεί ως εξουσία. Αντί απάντησης, ο Ντερριντά οραματίζεται μια «νέα Διεθνή» ως μια μακροπρόθεσμη μετατροπή του διεθνούς δικαίου, των εννοιών του και του πεδίου παρέμβασής του. Μια «νέα Διεθνή» που θα ανανεώσει και θα ριζοσπαστικοποιήσει την κριτική στη φιλελεύθερη δημοκρατία και την καπιταλιστική αγορά και η οποία θα «ανακαλεί τη φιλία μιας συμμαχίας χωρίς θέσμιση ανάμεσα σε εκείνους που εξακολουθούν να εμπνέονται από ένα τουλάχιστον από τα πνεύματα του Μαρξ ή του μαρξισμού»6.
Για την αναμενόμενη Αριστερά στην Ελλάδα και την Ευρώπη, από τον ΣΥΡΙΖΑ έως τους Podemos, έχει ιδιαίτερη σημασία η προηγούμενη επισήμανση, καθώς, για να ξεπεραστεί η χειρότερη κρίση στη νεότερη Ιστορία, απαιτείται μια «νέα Διεθνής», κριτική και ριζοσπαστική, σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, η οποία θα επιστρέψει με άλλη οπτική και θα διαπραγματευτεί με άλλο προσανατολισμό τα κύρια ζητήματα του χρέους, της λιτότητας, των διακρατικών σχέσεων, της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών, της κρίσης γενικότερα, με σκοπό τη δημοκρατική μεταμόρφωση τόσο της Ευρώπης όσο και της διεθνούς κοινότητας.
Η διεθνής διάσταση των αξιών της Αριστεράς, αυτή που ενυπάρχει ήδη στο «φάντασμα» του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, και όχι στο φάντασμα του Ντίκενς, είναι αυτή που χαρακτηρίζει ή θα πρέπει να χαρακτηρίζει κάθε Αριστερά που αναμένεται, που επέρχεται, που θέλει να πραγματωθεί ως «ζώσα Αριστερά» και όχι ως «φάντασμα».

1 Καρλ Μαρξ, Φρήντριχ Έγκελς, Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Θεμέλιο, Αθήνα 2004
2 Ζακ Ντερριντά, Τα Φαντάσματα του Μαρξ, ΕκκρεμέςΑθήνα 2000
3 ό.π., σ.26
4 ό.π., σ.52
6 ό.π., Τα Φαντάσματα του Μαρξ, σ.110

* Ο Γ. Γιούλος είναι κοινωνιολόγος, MPhil Econ., αντιπρόεδρος της Ομοσπονδίας Συλλόγων υπουργείου Εσωτερικών
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

Τέσσερις απαντήσεις στους θιασώτες της καθήλωσης των μισθών

Alex_Webb2

Οι εκπρόσωποι του νεοφιλελευθερισμού κάνουν πως δεν βλέπουν το οφθαλμοφανές γεγονός, ότι δηλαδή οι επιχειρήσεις δεν θα κάνουν νέες επενδύσεις και πολύ περισσότερο να προσλάβουν εργαζόμενους όσο δεν αναμένουν αύξηση του τζίρου τους

Του Μάκη Ντόβολου
Τις τελευταίες εβδομάδες, ιδιαίτερα μετά τις εξαγγελίες του Α. Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη, η συγκυβέρνηση, ο επικεφαλής του Ποταμιού και τα διάφορα δημοσιογραφικά παπαγαλάκια επιχειρούν να πείσουν την ελληνική κοινωνία πως η αύξηση των μισθών και των εισοδημάτων γενικότερα θα είναι καταστροφική για την οικονομία καθώς θα οδηγήσει σε αύξηση των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών και άρα σε νέο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Παραβλέποντας το εξωφρενικό του ισχυρισμού, δηλαδή να θεωρείται καταστροφή η αύξηση του εισοδήματος σε μία κοινωνία όπου οι μισθοί και οι συντάξεις έχουν μειωθεί πάνω από 30% τα τελευταία χρόνια ενώ οι άνεργοι ξεπερνούν το 1.300.000 άτομα, επιχειρούμε να θέσουμε ορισμένα ζητήματα προς τους εκπροσώπους του ανθρωποφάγους νεοφιλελευθερισμού:
  1. Αν, κατά την αντίληψη τους, η αύξηση των εισοδημάτων οδηγεί σε αύξηση των εισαγωγών, γιατί τότε δεν μειώνουμε ακόμη περισσότερο τα εισοδήματα προκειμένου να μειωθούν περαιτέρω οι εισαγωγές; Πολύ περισσότερο με βάση τη δική τους λογική, αν μηδενίσουμε τα εισοδήματα τότε θα μηδενίσουμε και τις εισαγωγές!!!
  2. Αν η αύξηση των εισοδημάτων οδηγεί σε αύξηση των εισαγόμενων προϊόντων, τότε τι έπραξαν κατά τις προηγούμενες δεκαετίες τα σημερινά κόμματα της συγκυβέρνησης προκειμένου να αναπτύξουν την εγχώρια παραγωγική βάση με τέτοιο τρόπο ώστε να παράγει προϊόντα που να υποκαθιστούν τα εισαγόμενα; Απολύτως τίποτα!
  3. Πράγματι η χώρα μας έχει σοβαρό πρόβλημα σαθρούς παραγωγικής βάσης το οποίο έπρεπε να αρχίζει να επιλύει από… χθες! Όμως είναι εξίσου σαφές πως το όποιο πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης δεν μπορεί να αποδώσει τα μέγιστα οφέλη του σε 1, 2 ή 3 χρόνια. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ο επαναπροσανατολισμός της ελληνικής οικονομίας από παραδοσιακούς κλάδους που βασίζονταν στην εσωτερική ζήτηση π.χ. οικοδομή, λιανικές πωλήσεις, υπηρεσίες προς νοικοκυριά, σε κλάδους με εξαγωγικό προσανατολισμό, απαιτεί συστηματική και συντονισμένη προσπάθεια με ορίζοντα άνω της δεκαετίας. Οπότε τι κάνουμε στο μεσοδιάστημα για να σταματήσει ο κατήφορος και να αναταχθεί η οικονομία; Πρέπει με κάποιο τρόπο να ενισχύσουμε την εσωτερική ζήτηση μέσω αύξησης της κατανάλωσης (που καλώς ή κακώς αντιπροσωπεύει άνω του 70% του ελληνικού ΑΕΠ) και των δημόσιων επενδύσεων καθώς όπως έχει δείξει η εμπειρία άλλων χωρών που βρέθηκαν στην ίδια θέση με τη δική μας, στις μεγάλες υφέσεις μόνο μια μεγάλου μεγέθους κεντρική κρατική παρέμβαση μπορεί να σπάσει τους φαύλους κύκλους που δημιουργούνται. Επίσης όταν έχει σημειωθεί μια μεγάλη μείωση της ζήτησης, όπως στη χώρα μας, η αύξηση π. χ του κατώτατου μισθού θα βοηθήσει και τα ελληνικά προϊόντα και υπηρεσίες με πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στην οικονομία και τα φορολογικά έσοδα.
Ακόμη και συστημικοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν πως αν τα σχεδιαζόμενα πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα των επομένων ετών δεν κατευθυνθούν για την αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους αλλά παραμείνουν στο εσωτερικό της ελληνικής οικονομίας, αυτό θα μπορούσε να τονώσει την εσωτερική ζήτηση και να υπερδιπλασιάσει τις δημόσιες επενδύσεις συμβάλλοντας πολλαπλασιαστικά στην ισχυροποίηση της οικονομίας.
  1. Ο άλλος δρόμος που υποστηρίζει η κυβέρνηση, μαζί με το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δηλαδή της εξόδου από την κρίση με εκτίναξη των εξαγωγών και των ιδιωτικών επενδύσεων έχει αποδειχθεί συστηματικά μη ρεαλιστικός. Οι εξαγωγές ήδη δείχνουν σημάδια κόπωσης και αρνητικών ρυθμών μεταβολής, τάση που ενδεχομένως να ενισχυθεί το επόμενο διάστημα με την στασιμότητα που δείχνει η ευρωπαϊκή οικονομία και την εξασθένιση της δυναμικής της παγκόσμιας οικονομίας. Επίσης ιδιωτικές επενδύσεις ακούμε αλλά ιδιωτικές επενδύσεις δεν βλέπουμε, εκτός από ορισμένες επενδύσεις καθαρά βραχυπρόθεσμου και κερδοσκοπικού χαρακτήρα, γεγονός απόλυτα φυσιολογικό όσο οι βασικοί προσδιοριστικοί παράγοντες μιας επένδυσης, όπως είναι η ρευστότητα και η εσωτερική ζήτηση, δεν παρουσιάζουν σημάδια βελτίωσης.
Οι εκπρόσωποι του νεοφιλελευθερισμού κάνουν πως δεν βλέπουν το οφθαλμοφανές γεγονός, ότι δηλαδή οι επιχειρήσεις δεν θα κάνουν νέες επενδύσεις και πολύ περισσότερο να προσλάβουν εργαζόμενους όσο δεν αναμένουν αύξηση του τζίρου τους. Συνεπακόλουθο της ασθενούς εσωτερικής ζήτησης είναι και τοπεριβάλλον του «αντιπληθωρισμού», με ότι αυτό σημαίνει για την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα, καθώς όσο υποχωρούν οι τιμές η κατανάλωση και οι επενδύσεις αναβάλλονται για το μέλλον ενώ και η εξυπηρέτηση του χρέους, δημόσιου και ιδιωτικού, γίνεται ακόμη πιο δυσβάσταχτη.
Τα παραπάνω οδηγούν στο συμπέρασμα πως αυτό που πρέπει να γίνει είναι το εντελώς αντίθετο εκείνο που επιχειρεί η τρέχουσα οικονομική πολιτική: να επανεκκινηθεί η οικονομία ώστε να αλλάξει το κλίμα, να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας για να έρθουν οι επενδύσεις (κι όχι αντίστροφα) και να απομακρυνθεί ο φόβος που είναι ο μεγαλύτερος εχθρός των επενδύσεων.

Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Άνταμ Σμιθ και η τιμή της εργασίας


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές
Η εργασία δεν είναι τίποτε άλλο από τον προσωπικό μόχθο του ανθρώπου – εργαζόμενου για την παραγωγή οποιουδήποτε προϊόντος ή την προσφορά οποιασδήποτε υπηρεσίας. Η εργασία είναι η ενέργεια που δίνει την αξία σε κάθε προϊόν. Έχει δηλαδή την τιμή της, που, φυσικά, είναι ανάλογη με την αξία που προσθέτει σε όλα τα αγαθά. Όσο πιο εξειδικευμένη είναι, όσο μεγαλύτερη εκπαίδευση προϋποθέτει ή όσο πιο επίπονη είναι τόσο μεγαλύτερη αξία προσθέτει στο αγαθό, επομένως τόσο πιο μεγάλο οικονομικό αντίκτυπο μπορεί να έχει. (Μιλάμε βέβαια καθαρά θεωρητικά κι όχι στην καθημερινή εκμεταλλευτική πρακτική, που πολλές φορές ανατρέπει όλα αυτά). Ο παραγωγός που δρα ανεξάρτητα, πουλά τα προϊόντα του σε μια τελική τιμή που εμπεριέχει τόσο τα έξοδα της παραγωγής (πρώτες ύλες, λειτουργικό κόστος κτλ.), όσο και την αξία της προσωπικής του εργασίας, την οποία και καρπώνεται, συνηθίζοντας να την αποκαλεί κέρδος. Ο καταναλωτής είναι αυτός που αγοράζει το προϊόν για προσωπική χρήση, αυτός δηλαδή που πληρώνει και τις πρώτες ύλες και το λειτουργικό κόστος και την εργασία του παραγωγού. Ο καταναλωτής αυτού του είδους είναι ο καταναλωτής του προϊόντος, το οποίο φυσικά αποτελεί αντικείμενο αγοροπωλησίας, όπως όλα τα προϊόντα που παράγονται με σκοπό την πώληση.
Η μετατροπή του ανεξάρτητου παραγωγού σε κομμάτι της τυποποιημένης παραγωγής για λογαριασμό ενός άλλου προσώπου – κατόχου των μέσων παραγωγής, συνιστά, επί της ουσίας, την αποκοπή του εργαζόμενου από την τελική κοστολόγηση του μόχθου του.
Η μετατροπή του ανεξάρτητου παραγωγού σε κομμάτι της τυποποιημένης παραγωγής για λογαριασμό ενός άλλου προσώπου – κατόχου των μέσων παραγωγής, συνιστά, επί της ουσίας, την αποκοπή του εργαζόμενου από την τελική κοστολόγηση του μόχθου του.
Από τη στιγμή όμως που η μαζική παραγωγή, με τη συμβολή των μηχανών, επέβαλε τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, επέβαλε δηλαδή τον κάτοχο των μηχανών που χρειάζεται πολλούς εργαζόμενους προκειμένου να τις αξιοποιήσει, η εργασία όχι μόνο εξειδικεύτηκε πολύ περισσότερο, αλλά και πέρασε σε μια νέα φάση εκμίσθωσης, αφού πλέον ο κεφαλαιοκράτης αγοραστής δεν καταναλώνει προϊόντα (για την ακρίβεια, δεν καταναλώνει μόνο προϊόντα), αλλά καταναλώνει την καθαυτό εργασία αποσκοπώντας σε προσωπικό όφελος. Η μετατροπή του ανεξάρτητου παραγωγού σε κομμάτι της τυποποιημένης παραγωγής για λογαριασμό ενός άλλου προσώπου – κατόχου των μέσων παραγωγής, συνιστά, επί της ουσίας, την αποκοπή του εργαζόμενου από την τελική κοστολόγηση του μόχθου του. Γιατί αν δεχτούμε ότι, σε τελική ανάλυση, πάντοτε η εργασία αποτελούσε εμπόρευμα, αφού αποσκοπούσε στην εξασφάλιση της πληρωμής, τα νέα εργασιακά δεδομένα δεν απομακρύνουν τον εργαζόμενο μόνο από τη δημιουργία του τελικού προϊόντος, αλλά και από τον καθορισμό των εργασιακών συνθηκών, που πλέον οριοθετεί ο κάτοχος του χρήματος που καταναλώνει και τις πρώτες ύλες και τα μέσα παραγωγής και την ανθρώπινη εργασία (προς ίδιον όφελος) και που φυσικά κατέχει και το μαχαίρι και το καρπούζι σε όλες τις εργασιακές διαπραγματεύσεις. Με άλλα λόγια, τόσο η αμοιβή όσο και το ωράριο εργασίας δεν καθορίζονται καθόλου από τον εργαζόμενο που αναγκαστικά βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης από το αφεντικό του. Η εργασία ως εμπόρευμα δεν θα μπορούσε να έχει άλλη επιλογή από την οριοθέτηση μιας κοινώς αποδεκτής κοστολόγησής της, δηλαδή μιας τιμής, που παρουσιάζεται ως διαπραγμάτευση ανάμεσα στο αφεντικό και τον εργαζόμενο, αλλά στην ουσία εκπληρώνει περισσότερο την επιθυμία του πρώτου και το συμβιβασμό του δεύτερου. Είναι η αντίληψη ότι το αφεντικό δικαιούται να βγάλει κέρδος από το μόχθο του εργαζόμενου, δηλαδή να καρπωθεί μέρος από την αξία της εργασίας του (αυτό που ο Μαρξ ονόμασε υπεραξία), και που πρέπει όλοι να αποδεχτούν ως κάτι αυτονόητο.
Υπό αυτές τις συνθήκες, αυτό που μένει, ως κοινωνικό όφελος, είναι η επιθυμία των υψηλών ημερομισθίων, ώστε οι εργαζόμενοι να εξασφαλίζουν μια αξιοπρεπή ζωή: «Αυτό που προκαλεί την αύξηση του μισθού της εργασίας δεν είναι το πραγματικό μέγεθος του εθνικού πλούτου, αλλά η συνεχής του αύξηση. Κατά συνέπεια, οι υψηλότεροι μισθοί της εργασίας παρατηρούνται όχι στις πιο πλούσιες χώρες, αλλά στις πιο γρήγορα αναπτυσσόμενες, σε αυτές που γίνονται εύπορες με τους ταχύτερους ρυθμούς. Σήμερα, η Αγγλία είναι ασφαλώς μια πολύ πλουσιότερη χώρα απ’ οποιοδήποτε μέρος της Βόρειας Αμερικής. Ωστόσο, ο μισθός της εργασίας είναι πολύ υψηλότερος στη Βόρεια Αμερική από οποιοδήποτε μέρος της Αγγλίας». (σελ. 100 – 101). Κι αν η άποψη αυτή του Άνταμ Σμιθ δικαιολογεί την διαρκή επιθυμία του καπιταλισμού για ανάπτυξη, αφού μόνο η ανάπτυξη θα φέρει νέες δουλειές, δηλαδή απασχόληση, δηλαδή αύξηση των μεροκάματων, αφού η εργασία θα είναι περιζήτητη και η τιμή της θα ανεβεί στο εμπορικό παζάρι (κλασικός νόμος της προσφοράς και της ζήτησης), ταυτόχρονα καθιστά σαφές ότι η τιμή του μεροκάματου είναι επίσης συνδεδεμένη και με την ποσότητα του πληθυσμού, καθώς ένας άπειρος αριθμός κατοίκων, δεν είναι τίποτε άλλο από έναν άπειρο αριθμό χεριών εργασίας, κι ένας άπειρος αριθμός χεριών εργασίας είναι αδύνατο να υπερκαλύψει της ανάγκες της ζήτησης, αφού η εργασιακή προσφορά θα είναι ανεξάντλητη.
Σε μια χώρα σαν την Ινδία για παράδειγμα, όσο κι αν καλπάζει η ανάπτυξη, είναι αδύνατο να υπάρξουν σοβαρές διεκδικήσεις, αφού πάντα ο αριθμός των υποψήφιων εργαζομένων θα είναι περισσότερος δίνοντας στις εταιρίες το πάνω χέρι σε όλες τις διαπραγματεύσεις. (Χωρίς βέβαια να λαμβάνουμε υπόψη τη διαφθορά που θέλει την παιδική εργασία ή την εκμετάλλευση φυλακισμένων κτλ.): «Η αποφασιστικότερη ένδειξη ευημερίας μιας χώρας είναι η αύξηση του αριθμού των κατοίκων της. Στη Μεγάλη Βρετανία και στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες δεν αναμένεται ότι ο πληθυσμός θα διπλασιαστεί σε λιγότερο από πεντακόσια χρόνια. Αντίθετα, στις βρετανικές αποικίες της Βόρειας Αμερικής έχει βρεθεί ότι ο πληθυσμός διπλασιάζεται κάθε είκοσι ή είκοσι πέντε χρόνια. Η αύξηση αυτή σήμερα δεν οφείλεται τόσο στη συνεχιζόμενη εισαγωγή νέων εποίκων, αλλά στο γοργό πολλαπλασιασμό του είδους. Λέγεται ότι οι ηλικιωμένοι που ζουν εκεί, βλέπουν συχνά να έχουν πενήντα ως εκατό απογόνους και μερικές φορές ακόμα περισσότερους. Η εργασία αμείβεται τόσο καλά, ώστε μια οικογένεια με πολλά παιδιά δεν αποτελεί βάρος, αλλά πηγή πλούτου και ευημερίας για τους γονείς». (σελ. 101). Κι ενώ για τον Άνταμ Σμιθ το 1776 η ανάπτυξη τίθεται ως προϋπόθεση της αύξησης του πληθυσμού, σήμερα βλέπουμε ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, αφού όλες οι πολυεθνικές μεταφέρονται σε ασιατικές χώρες, που ο υπερπληθυσμός,  το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, οι πρωτόγονες συνθήκες διαβίωσης κλπ, εξασφαλίζουν τη μισθοδοσία στο κατώτερο δυνατό σημείο. Κι όταν λέμε αύξηση του πληθυσμού δεν εννοούμε βέβαια το βαθμό της τεκνοποίησης, αλλά την ποιότητα της ανατροφής και της διαβίωσης αυτών των τέκνων: «….η φτώχεια, παρόλο που δεν αποτρέπει την τεκνοποιία, είναι εξαιρετικά δυσμενής απέναντι στην ανατροφή αυτών των παιδιών……. Σε μερικά μέρη, τα μισά από τα παιδιά που γεννιούνται, πεθαίνουν πριν από την ηλικία των τεσσάρων ετών, σε πολλά μέρη πριν από την ηλικία των επτά και σχεδόν παντού πριν από την ηλικία των εννέα ή δέκα. Ωστόσο, αυτή η μεγάλη θνησιμότητα εντοπίζεται παντού μεταξύ των παιδιών των απλών ανθρώπων, που δεν έχουν τα μέσα να τα αναθρέψουν με την ίδια φροντίδα όπως αυτά των ανώτερων κοινωνικών βαθμίδων». (σελ. 110).
Κι εδώ ακριβώς βρισκόμαστε στην πιο απόλυτη αντιστροφή. Γιατί ενώ ο Σμιθ πρεσβεύει την ανάπτυξη ως συνθήκη της κοινωνικής ευημερίας, ο σύγχρονος νεοφιλελευθερισμός διαρρηγνύει τα ιμάτιά του για την ανάπτυξη, που όμως μεταφράζεται μόνο σε υπερκέρδη των πολυεθνικών και σε καμία περίπτωση του συνόλου. Με δυο λόγια, οι σύγχρονες οικονομικές πρακτικές (ο Σμιθ είναι ξεπερασμένος) θέλουν την ανάπτυξη, χωρίς όμως να δώσουν δεκάρα (και δεν υπάρχει πιο πρόσφορο έδαφος από τις ασιατικές χώρες), πρεσβεύοντας ότι μόνο η πτώση των μισθών θα συντελέσει στην ανάπτυξη. Η διαρκής αύξηση του πληθυσμού στην Ινδία, που εν πολλοίς στηρίζεται στην κουλτούρα, τη θρησκεία, το επίπεδο διαβίωσης ή τη φιλοσοφία αυτού του λαού κάνει τις πολυεθνικές να τρίβουν τα χέρια τους γιατί τα εφεδρικά εργασιακά χέρια (ο εφεδρικός στρατός του κεφαλαίου κατά το Μαρξ) θα είναι ανεξάντλητα. Για να ανταγωνιστεί κανείς την Ινδία, πρέπει να έχει και μεροκάματα Ινδίας. Όμως για να έχει μεροκάματα Ινδίας πρέπει να γίνει Ινδία. Κι αν κανείς δε θέλει να ινδιοποιηθεί, η ευθύνη είναι δική του, αφού δεν καταλαβαίνει τις σύγχρονες οικονομικές επιταγές, που επιβάλλει η ανάπτυξη.  Κι αυτή ακριβώς είναι η έννοια του εκβιασμού που επιβάλλει ο κάτοχος των παραγωγικών μέσων, ο οποίος πλέον είναι απρόσωπος και παγκόσμιος, απέναντι σε όλους τους εργαζόμενους της γης, έννοια εκ διαμέτρου αντίθετη μ’ αυτό που οραματίστηκε ο Σμιθ. (Χώρια η εγκληματική καταστροφή του περιβάλλοντος, που αποφέρει τεράστια κέρδη). Και μη βιαστεί κανείς να υποστηρίξει ότι πράγματι έπεσαν οι τιμές των αγαθών. Γιατί οι τιμές των αγαθών δεν έχουν κανένα νόημα από μόνες τους. Οι τιμές των αγαθών είναι ακριβές ή φτηνές μόνο σε σχέση με τους μισθούς των εργαζομένων που μπορούν να τα καταναλώσουν. Οι εκμηδενισμένοι μισθοί, από θέση αρχής, καθιστούν τα πάντα πανάκριβα. Και η ακρίβεια δε μετριέται μόνο από τις τιμές των ρούχων ή των τεχνολογικών προϊόντων που εμφανίζονται φτηνότερα, αλλά και από τα είδη της πρώτης ανάγκης, όπως το ρεύμα ή το γάλα, που μόνο φτηνά δε μπορούν να χαρακτηριστούν. Η ανάπτυξη της παγκοσμιοποίησης δεν επέφερε τίποτε στον πλούτο των εθνών. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τη διάψευση του Σμιθ που υποστήριζε την κατάργηση των δασμών στο πλαίσιο της ελεύθερης οικονομίας, αλλά και την επιλεκτικότητα των νεοφιλελεύθερων, που δήθεν έχουν το Σμιθ ως ιδεολογική βάση και τον επικαλούνται μόνο εκεί που συμπλέει με τα συμφέροντά τους. Γιατί από κει και πέρα είναι παρωχημένος.
Για παράδειγμα οι απόψεις του περί βελτίωσης των συνθηκών ζωής του συνόλου και περί δικαίου, στην εργασιακή πραγματικότητα τουλάχιστον, φαίνονται μάλλον ντεμοντέ: «Αυτό που βελτιώνει τις συνθήκες της μεγάλης πλειονότητας δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί δυσχέρεια για το σύνολο. Καμία κοινωνία, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας ζει στη φτώχεια και τη δυστυχία, δεν μπορεί να προκόψει και να ευτυχήσει με βεβαιότητα. Πέραν αυτού, το δίκαιο απαιτεί αυτοί που προσφέρουν την τροφή, την ένδυση και τη στέγαση ολόκληρου του πληθυσμού, να καρπούνται από την εργασία τους ένα τέτοιο μερίδιο του προϊόντος της ίδιας τους της εργασίας, ώστε να τρέφονται, να ενδύονται και να στεγάζονται σε ένα ανεκτό επίπεδο». (σελ. 109). Θα λέγαμε ότι η βελτίωση των συνθηκών της πλειονότητας κρίνεται μάλλον επικίνδυνη, γιατί μπορεί να φέρει και τίποτα διεκδικήσεις. Άμα καλομάθει κανείς μετά δε θέλει να χάσει τα κεκτημένα. Χώρια που αν βελτιωθούν οι συνθήκες μπορεί να ανέβει και το μορφωτικό επίπεδο. Ο σύγχρονος νεοφιλελευθερισμός δε θέλει τέτοια. Θέλει ανθρώπους να δουλεύουν και να επιβιώνουν με ένα πιάτο ρύζι. Όσο για το δίκιο αυτών που προσφέρουν την τροφή, έχει ξεπεραστεί από καιρό. Το δίκιο είναι μόνο των ανθρώπων που επενδύουν. Που δίνουν θέσεις εργασίας. Που συμβάλλουν στην πρόοδο. Που κάνουν χάρη στις χώρες που απομυζούν ρίχνοντας τα λεφτά τους. Γιατί όποτε θέλουν πηγαίνουν αλλού. Η υπακοή είναι η πιο βασική προϋπόθεση της ανάπτυξης.
 Καμία κοινωνία, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας ζει στη φτώχεια και τη δυστυχία, δεν μπορεί να προκόψει και να ευτυχήσει με βεβαιότητα.
Καμία κοινωνία, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας ζει στη φτώχεια και τη δυστυχία, δεν μπορεί να προκόψει και να ευτυχήσει με βεβαιότητα.
Κι ενώ οι νεοφιλελεύθεροι προσπαθούν να μας πείσουν ότι πρέπει να πέσουν οι μισθοί, ο Σμιθ γράφει: «Ο μισθός της εργασίας είναι η ενθάρρυνση της εργατικότητας, η οποία, όπως και κάθε άλλη ανθρώπινη αρετή, αυξάνεται ανάλογα με την ενθάρρυνση που δέχεται. Μια πλήρης ποσότητα μέσων διατροφής βελτιώνει τη σωματική δύναμη του εργάτη και η ευχάριστη προσδοκία της βελτίωσης της κατάστασής του και της ολοκλήρωσης της ζωής του, ενδεχομένως σε άνεση και αφθονία, τον παρακινεί να ασκήσει αυτή τη δύναμη στο μέγιστο βαθμό. Όπου ο μισθός είναι υψηλός, εκεί οι εργάτες είναι πάντα πιο ενεργοί, φίλεργοι και ταχείς, απ’ ό,τι εκεί όπου ο μισθός είναι χαμηλός».(σελ. 112). Κι όσο η νεοφιλελεύθεροι ιδεολογία υποστηρίζει ότι μόνο η πτώση των μισθών θα αυξήσει την ανταγωνιστικότητα βοηθώντας στην ανάπτυξη ο Σμιθ απαντά: «Η αύξηση του μισθού εργασίας αυξάνει κατ’ ανάγκη την τιμή πολλών εμπορευμάτων……. και στο βαθμό αυτό τείνει να μειώσει την κατανάλωσή τους τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της χώρας. Ωστόσο, η ίδια αιτία που αυξάνει το μισθό της εργασίας, η αύξηση του αποθέματος, τείνει να αυξήσει και την παραγωγική της δύναμη και να καταστήσει μια μικρότερη ποσότητα εργασίας ικανή να παράγει μεγαλύτερη ποσότητα δουλειάς». (σελ. 118). Με άλλα λόγια, η αύξηση του αποθέματος (του κεφαλαίου, των πρώτων υλών κλπ) δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει εκσυγχρονιστικά μέσα στην παραγωγή τόσο με τη βελτίωση των μηχανών όσο και με την καλύτερη οργάνωση της εργασίας. (Σχεδόν 250 χρόνια αργότερα κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει αυτό). Αυτός ο εκσυγχρονισμός δεν είναι τίποτε άλλο από την αύξηση της παραγωγής, που φυσικά υπόσχεται περισσότερα κέρδη: «Υπάρχουν επομένως πολλά εμπορεύματα, τα οποία, λόγω των βελτιώσεων αυτών, καταλήγουν να παράγονται από τόσο πολύ λιγότερη εργασία απ’ ό,τι προηγουμένως, ώστε η αύξηση της τιμής της εργασίας να υπερκαλύπτεται από τη μείωση της ποσότητάς της». (σελ. 118).
Ο Σμιθ δε λέει τίποτε πέρα από το αυτονόητο. Από τη στιγμή που η βελτίωση της παραγωγής εξασφαλίζει περισσότερα αγαθά με λιγότερη εργασία, ας έχουν όλοι μεγαλύτερη πρόσβαση στα αγαθά αυτά. Το νεοφιλελεύθερο δόγμα τα θέλει όλα δικά του. Και την υπερπαραγωγή από τις μηχανές και την υπερεργασία και τη διάλυση του περιβάλλοντος και όλα. Γιατί όλα αυτά μεταφράζονται σε κέρδη. Και τα κέρδη δεν είναι σε καμία περίπτωση κοινωνικό κεκτημένο, αλλά αποκλειστικό κεκτημένο του χρήματος. Γι’ αυτό όλοι πρέπει να πιστέψουν στην πτώση των μισθών, που θα ρίξει τις τιμές των προϊόντων ως παγκόσμια αναπόφευκτη πραγματικότητα. Η απάντηση του Σμιθ είναι απολύτως ξεκάθαρη: «Στην πραγματικότητα, τα υψηλά κέρδη τείνουν να ανυψώσουν την τιμή της εργασίας πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι υψηλοί μισθοί. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι σε μια μανιφακτούρα λινού ο μισθός των διαφόρων εργατών, των λαναριστών, των κλωστών, των υφαντών κ.λπ. αυξάνεται για όλους κατά δύο πένες την ημέρα. Θα χρειαστεί λοιπόν να ανυψωθεί η τιμή ενός λινού ενδύματος μόνο κατά δύο πένες επί τον αριθμό των ανθρώπων που απασχολήθηκαν γι’ αυτό, και επί των ημερών απασχόλησής τους. Αυτό το μέρος της τιμής του εμπορεύματος που αναλύεται σε μισθό στα διάφορα στάδια της μανιφακτούρας, θα αυξάνεται μόνο σε αριθμητική αναλογία με την αύξηση του μισθού. Αν όμως αυξηθούν κατά 5% τα κέρδη των διαφόρων εργοδοτών αυτών των εργατών, τότε το μέρος της τιμής του εμπορεύματος που αναλύεται σε κέρδος θα αυξανόταν, σε όλα τα στάδια της μανιφακτούρας, σε γεωμετρική αναλογία με αυτή την άνοδο του κέρδους. Ο εργοδότης των λαναράδων κατά την πώληση της ίνας του λιναριού θα απαιτεί ένα πρόσθετο 5% επί της συνολικής αξίας των υλικών και των μισθών που προκατέβαλε στους εργάτες του. Ο εργοδότης των κλωστών θα απαιτεί ένα πρόσθετο 5% τόσο επί της προκαταβεβλημένης αξίας της ίνας του λιναριού όσο και επί των μισθών των εργατών του. Και ο εργοδότης των υφαντών θα απαιτεί ένα αντίστοιχο 5% τόσο επί της προκαταβεβλημένης αξίας του λινού νήματος όσο και επί των μισθών των υφαντών. Κατά την αύξηση της τιμής των εμπορευμάτων, η αύξηση του μισθού λειτουργεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως ένας απλός τόκος στη συσσώρευση του δανείου. Η αύξηση του κέρδους λειτουργεί όπως ένας σύνθετος τόκος. Οι έμποροι και οι διευθυντές στις μανιφακτούρες παραπονούνται πολύ για τις άσχημες επιπτώσεις των υψηλών μισθών στην αύξηση των τιμών και, κατά συνέπεια, τη μείωση των πωλήσεων των αγαθών τους τόσο στην εγχώρια αγορά όσο και στο εξωτερικό. Δε λένε όμως τίποτα σχετικά με τις άσχημες συνέπειες των υψηλών κερδών. Σιωπούν σε σχέση με τις ολέθριες συνέπειες των δικών τους απολαβών. Παραπονούνται μόνο γι’ αυτές των άλλων ανθρώπων». (σελ. 131 – 132).
Κι αν υπάρχουν ακόμη αμφιβολίες για την τιμή της εργασίας και τα κέρδη των ιδιοκτητών ο Σμιθ γίνεται σαφέστερος: «Σε χώρες που προοδεύουν με ταχείς ρυθμούς προς την ευημερία, είναι δυνατόν το χαμηλό περιθώριο κέρδους στην τιμή πολλών εμπορευμάτων να αντισταθμίζει την υψηλή τιμή της εργασίας και να επιτρέπει σε εκείνες τις χώρες να πωλούν το ίδιο φθηνά με τις λιγότερο ανεπτυγμένες γειτονικές τους χώρες, όπου ο μισθός της εργασίας μπορεί να είναι χαμηλότερος». (σελ. 131). Έτσι αντιλαμβανόταν ο Σμιθ την παγκόσμια ελεύθερη αγορά χωρίς δασμούς και κρατικές παρεμβάσεις, άποψη όχι μόνο ξεπερασμένη, αλλά μάλλον αφελής. Γιατί οι σύγχρονοι οικονομολόγοι μαζί με το άνοιγμα των συνόρων και την ελεύθερη διακίνηση αγαθών ευλόγησαν και τη μεταφορά των μονάδων παραγωγής των πολυεθνικών στις υπανάπτυκτες χώρες για να καρπωθούν αυτές όλα τα κέρδη. Όμως η παγκοσμιοποίηση της παραγωγής και του εμπορίου δε νοείται αν δεν υπάρχει μια σχετική ισορροπία ανάμεσα στα κράτη που θα λειτουργήσουν ανταγωνιστικά. Γιατί αλλιώς δε μιλάμε για ανταγωνισμό, αλλά για ληστρική επίθεση προς πάσα κατεύθυνση. (Όπερ και εγένετο).
Ο Σμιθ δε λέει τίποτε πέρα από το αυτονόητο. Από τη στιγμή που η βελτίωση της παραγωγής εξασφαλίζει περισσότερα αγαθά με λιγότερη εργασία, ας έχουν όλοι μεγαλύτερη πρόσβαση στα αγαθά αυτά.
Ο Σμιθ δε λέει τίποτε πέρα από το αυτονόητο. Από τη στιγμή που η βελτίωση της παραγωγής εξασφαλίζει περισσότερα αγαθά με λιγότερη εργασία, ας έχουν όλοι μεγαλύτερη πρόσβαση στα αγαθά αυτά.
Κι αν ο σύγχρονος νεοφιλελευθερισμός δίνει αγώνα για να επιβάλει και την αύξηση του ωραρίου στην εργασία, αφού μόνο έτσι θα έρθει η ανάπτυξη, ο Άνταμ Σμιθ απαντά: «Η σκληρή εργασία, πνευματική ή σωματική, όταν συνεχίζεται επί πολλά χρόνια, ακολουθείται στους περισσότερους ανθρώπους από μια φυσιολογική επιθυμία χαλάρωσης, η οποία, όταν δεν περιορίζεται βίαια ή από κάποια ισχυρή αναγκαιότητα, είναι σχεδόν ακαταμάχητη…… Σε αντίθετη περίπτωση, οι συνέπειες είναι συχνά επικίνδυνες και μερικές φορές μοιραίες – και ως τέτοιες, αργά ή γρήγορα, προκαλούν τη χαρακτηριστική αναπηρία στο επάγγελμα. Αν οι εργοδότες ήταν πάντα ευήκοοι στις επιταγές της λογικής και του ανθρωπισμού, θα έπρεπε μάλλον να μετριάζουν και όχι να ενθαρρύνουν την προσήλωση πολλών εργατών τους. Πιστεύω ότι θα αποδειχθεί πως σε κάθε επάγγελμα, αυτός που εργάζεται με μέτριους ρυθμούς έτσι ώστε να είναι σε θέση να εργάζεται συνεχώς, όχι μόνο διατηρεί την υγεία του επί μεγαλύτερο διάστημα, αλλά και στη διάρκεια του έτους εκτελεί τη μέγιστη ποσότητα έργου». (σελ. 113 – 114). Ο Σμιθ δε φαίνεται να ταυτίζεται με τις επιταγές της σύγχρονης φιλελεύθερης οικονομολογίας. Οι μαθητές έχουν ξεπεράσει κατά πολύ το δάσκαλο.
Άνταμ Σμιθ: «Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών», εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ για λογαριασμό του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη Α.Ε. Αθήνα 2010

Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

Μαθήματα νεοφιλελευθερισμού σε φοιτητές από τον Φούχτελ και τον Ανδριανόπουλο

Μαθήματα νεοφιλελευθερισμού σε έλληνες φοιτητές με «καθηγητές» τον Χανς Φούχτελ και τον Ανδρέα Ανδριανόπουλο! Και μάλιστα σε «Θερινή Ακαδημία» στη Λέσβο, ώστε τα σεμινάρια να συνδυάζονται με διακοπές.
Της Βασιλικής Σιούτη

Την ευθύνη της διοργάνωσης είχε ένα από τα γερμανικά πολιτικά ιδρύματα, που έχουν αναλάβει ενεργό ρόλο μετά την κρίση και τη γερμανική κηδεμονία, το νεοφιλελεύθερο Friedrich Naumann, σε συνεργασία με τη ΜΚΟ «Ιωάννης Καποδίστριας».



Το πρόγραμμα που είχε ως τίτλο «Βιώσιμη ανάπτυξη, Νησιωτικός χώρος και Οικονομική κρίση» πραγματοποιήθηκε το τρίτο δεκαήμερο του Ιουλίου και οι γερμανοί βουλευτές που συμμετείχαν σε αυτό, έμειναν τόσο ευχαριστημένοι, που -όπως δήλωσαν- ανυπομονούν να έρθει η ώρα αυτοί οι νέοι να πάρουν την εξουσία.




Από την ιστοσελίδα του γερμανικού ιδρύματος


Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που παρουσιάστηκαν τα μαθήματα αυτά από τους διοργανωτές του γερμανικού πολιτικού ιδρύματος στην ιστοσελίδα τους, σε άρθρο με τίτλο «Μαθαίνοντας από τους πολιτικούς» προβάλλοντας ιδιαιτέρως την παρουσία του γερμανού εντεταλμένου της καγκελαρίου Μέρκελ, Χανς Φούχτελ.

Στη «Θερινή Ακαδημία», όπως αναφέρουν, συμμετείχαν κι άλλοι γερμανοί πολιτικοί, πλην του Φούχτελ, όπως οι Katrin Albsteiger (CSU), Josef Rief (CDU) και Markus Tressel (Πράσινοι).

Ο βουλευτής μάλιστα του γερμανικού κυβερνητικού χριστιανοδημοκρατικού κόμματος CDU, μετά από συζήτηση με τους φοιτητές που συμμετείχαν, αναφώνησε -προφανώς ενθουσιασμένος- ότι μπορούν να ελπίζουν πως «η γενιά αυτή θα πάρει σύντομα τα ηνία στην Ελλάδα».

Αποκορύφωμα των σεμιναρίων, σύμφωνα με τους διοργανωτές ήταν η ομιλία (μαζί με workshop) του νεοφιλελεύθερου πολιτικού που χρειάστηκε να βγάλουν από τη ναφθαλίνη, του πρώην υπουργού της Ν.Δ, Ανδρέα Ανδριανόπουλου , με θέμα «Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες. Μια πρόταση ανάπτυξης για τις νησιωτικές περιοχές». Πρόκειται για ζώνες όπου στις επιχειρήσεις παρέχονται δωρεάν κτίρια, ηλεκτρικό και νερό , είναι απαλλαγμένες από φορολογία και μπορούν να βγάζουν τα κέρδη τους στο εξωτερικό. Το «αντάλλαγμα» είναι οι θέσεις εργασίας που προσφέρονται -σε συνθήκες και μισθούς όμως σύγχρονου σκλάβου. Τις «Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες» προπαγανδίζει το ΔΝΤ ως παράγοντα ανάπτυξης, αλλά οι μόνοι που κερδίζουν από αυτό είναι οι επιχειρηματίες.





Στο workshop για τις «Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες» υπήρξαν και ρόλοι, με επιλεγμένα ελληνικά νησιά, στα οποία έπρεπε να επιβάλλουν το καθεστώς αυτό, σε ένα παιχνίδι «προσομοίωσης». Το «τεστ» δηλαδή, ήταν να πάρουν ένα ελληνικό νησί και να το μετατρέψουν σε «Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη» ξεπερνώντας τα «εμπόδια του κρατικού προστατευτισμού».

Έτσι ονειρεύονται κάποιοι την ανάπτυξη για την Ελλάδα. Και δεν κρύβουν ότι θέλουν να μετατρέψουν τα ελληνικά νησιά, αλλά και πολλές περιοχές της Ελλάδας, σε ζώνες όπου οι επιχειρηματίες θα έχουν μόνο δικαιώματα, δεν θα πληρώνουν φόρους, θα είναι ελεύθεροι να βγάζουν τα κέρδη τους έξω και θα τους παρέχονται τα πάντα δωρεάν από το κράτος, και οι κάτοικοι θα βρίσκουν εργασία, αλλά σε συνθήκες σκλαβιάς. Αν οι επιχειρηματίες μάλιστα είναι και Γερμανοί, μπορούμε να κατανοήσουμε και τον ενθουσιασμό των γερμανών βουλευτών, καθώς και την ανυπομονησία τους. Ίσως -και γιατί όχι;- να θέλουν να μετατρέψουν και όλη τη χώρα σε «αποκλειστική οικονομική ζώνη».




Η επίσκεψη του κ.Φούχτελ στο πρόγραμμα





Η πρόταση του Φιλελευθερισμού για την Ελλάδα της κρίσης



Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Η νεοφιλελεύθερη τραγωδία



Η μη ισορροπημένη αναδιανομή των εισοδημάτων, η οποία προκάλεσε ουσιαστικά την κρίση υπερχρέωσης, την ύφεση και την ανεργία, δεν θα αφήσει αλώβητους τους κυρίαρχους του παιχνιδιού – οι οποίοι σήμερα κερδίζουν ακόμη περισσότερα χρήματα.
*Εικόνα: Οι τράπεζες (πάνω) και οι επιχειρήσεις – πραγματική οικονομία (κάτω).
Όπως φαίνεται από τις συνεχείς αυξήσεις της ποσότητας χρήματος εκ μέρους όλων  των κεντρικών τραπεζών της Δύσης, οι οποίες εφοδιάζουν με όλο και μεγαλύτερη ρευστότητα τις οικονομίες χωρίς αποτέλεσμα, το σύστημα δεν μπορεί να επιβιώσει – ούτε με αυτόν, ούτε όμως με έναν ανάλογο τρόπο.
Η υπερχρέωση έχει προκαλέσει τόσο μεγάλα προβλήματα, τα οποία είναι αδύνατον να αντιμετωπισθούν απλά και μόνο τυπώνοντας νέα χρήματα – πόσο μάλλον όταν τα νέα αυτά χρήματα ανοίγουν συνεχώς το ρήγμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, όπως φαίνεται από το παράδειγμα της Fed και των Η.Π.Α.
Ειδικότερα, με την αύξηση της ρευστότητας, η οποία όμως δεν καταλήγει στην πραγματική οικονομία, μεταφέρεται ουσιαστικά πλούτος από τη μεσαία τάξη στην υψηλότερη – από τα λιγότερο, στις περισσότερο προνομιούχα άτομα της εκάστοτε κοινωνίας.
Η «μέθοδος μεταφοράς» είναι η συνεχώς υψηλότερη κερδοφορία των διαφόρων κερδοσκοπικών κεφαλαίων, τα οποία είναι οι πραγματικοί αποδέκτες των νέων χρημάτων – χωρίς φυσικά να μπορούν να τα καταναλώσουν οι ιδιοκτήτες τους, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η ζήτηση, να γίνονται ασύμφορες οι πραγματικές επενδύσεις, να εντείνεται η ύφεση και να κλιμακώνεται επικίνδυνα η ανεργία.
Το γεγονός της μεταφοράς πλούτου φαίνεται από το διάγραμμα που ακολουθεί – το συμπέρασμα του οποίου είναι το ότι, ποτέ μέχρι σήμερα στην ιστορία των Η.Π.Α. δεν κέρδιζαν τόσα πολλά άτομα πάνω από 50 εκ. $ το χρόνο:
.
Αριθμός αμερικανών που κερδίζουν πάνω από 50 εκατ. δολάρια το χρόνο. (*Πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)
Αριθμός Αμερικανών που κερδίζουν πάνω από 50 εκατ. δολάρια το χρόνο.
(*Πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)
.
Από το επόμενο δε διάγραμμα τεκμηριώνεται το συνεχώς αυξανόμενο ρήγμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, με και χωρίς τα κεφαλαιακά κέρδη – μία κατάσταση που δεν συμβαίνει φυσικά μόνο στις Η.Π.Α., αλλά σε ολόκληρη τη Δύση.
Το «ρήγμα» αυτό έχει ξεπεράσει ακόμη και το αντίστοιχο κατά τη Μεγάλη Ύφεση του 1929, το οποίο οδήγησε τον πλανήτη σε καταστροφικές συναλλαγματικές μάχες, οι οποίες κατέληξαν στο 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.
.
Ρήγμα
.
Με βάση τα παραπάνω, είναι προφανές ότι η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχισθεί αφού, αργά ή γρήγορα, θα ακολουθήσουν κοινωνικές αναταραχές, εμφύλιοι, καθώς επίσης διακρατικοί πόλεμοι, χωρίς κανένας να γνωρίζει που τελικά θα καταλήξουν.
Η κατάσταση που επικρατεί στις Η.Π.Α. φαίνεται ακόμη πιο καθαρά από τον κατωτέρω «πίνακα διανομής των εισοδημάτων» – η ανάγνωση του οποίου κάνει περιττά τα λόγια.
.
Κατανομή εσόδων ανά εισοδηματική κλίμακα. (*Πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)
Κατανομή εσόδων ανά εισοδηματική κλίμακα.
(*Πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)
.
Ολοκληρώνοντας, η πολιτική της παγκόσμιας ελίτ, η οποία έχει προκαλέσει τη σημερινή κατάσταση, είναι εντελώς λανθασμένη – αφού αυτή θα είναι ο μεγάλος χαμένος της προβλεπόμενης μεγάλης μάχης, μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών.

Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

Νεοφιλελεύθερες εμμονές για την ύφεση και το χρέος


Το λουκέτο στο αμερικανικό Δημόσιο είναι άλλη μια απόδειξη πως πίσω από τα ψεύτικα χαμόγελα στις συνόδους κορυφής, η μεγαλύτερη οικονομική κρίση του καπιταλισμού, παγκοσμίως, από το 1930, όχι μόνο δεν έχει ξεπεραστεί, αλλά μετατρέπεται σε πολιτική κρίση του συστήματος διεθνώς.
Διπλή κρίση δηλαδή, που δεν περιορίζεται μόνο στην Ευρωζώνη της Μέρκελ, αλλά ταρακουνά την ηγέτιδα δύναμη στον πλανήτη, τις ΗΠΑ του Ομπάμα.
Αυτό είναι το πραγματικό υπόβαθρο της σύγκρουσης κορυφής που έχει ξεσπάσει μεταξύ Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών στις ΗΠΑ, αντανακλώντας αντίστοιχες αντιπαραθέσεις για τη διαχείριση των αδιεξόδων του φαύλου κύκλου της ύφεσης και του χρέους στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού.
Αιτίες και αφορμές
Στις ΗΠΑ αφορμή είναι η μεταρρύθμιση Ομπάμα για το σύστημα υγείας και πρόνοιας (Obamacare), όπου στην ισχυρότερη οικονομικά χώρα του πλανήτη σχεδόν 50 εκατ. άνθρωποι είναι ανασφάλιστοι. Σε αυτή την αντιπαράθεση το κόμμα των Ρεπουμπλικανών, όπου στους κόλπους του συμμετέχει το ακροδεξιό «Κόμμα του Τσαγιού», σηκώνει τη σημαία της νεοφιλελεύθερης δοξασίας. Το μύθο του αμερικανικού ονείρου, στο οποίο υποτίθεται ο καθένας ως άτομο ξεπερνά όλες τις δυσκολίες, είτε είναι πλούσιος είτε φτωχός, χωρίς την «παρέμβαση του μεγάλου κράτους».
Ομως, το πρόβλημα δεν είναι το «μεγάλο Δημόσιο». Το πρόβλημα είναι οι «μεγάλες επιχειρήσεις». Η κατάρρευση των τραπεζών, η Μεγάλη Υφεση και η έλλειψη θέσεων εργασίας και επενδύσεων δεν είναι αποτέλεσμα της αποτυχίας του «μεγάλου κράτους», αλλά της αποτυχίας του «ιδιωτικού τομέα». Σήμερα τα κράτη και οι απλοί άνθρωποι σηκώνουν το βάρος της κρίσης, που δημιουργήθηκε από τις τράπεζες-ζόμπι και τις επιχειρήσεις-ζόμπι, από κάθε λογής αναξιοπαθούντες της «τέχνης του επιχειρείν», όταν έσκασε η φούσκα το 2007-2008.
Στη ρίζα της αντιπαράθεσης βρίσκεται αυτή η αδυναμία εναλλακτικών απέναντι στην ύφεση και το χρέος. Ετσι η σύγκρουση μεταξύ Κογκρέσου και κυβέρνησης κορυφώνεται, καθώς στις 17 Οκτωβρίου επίκειται η απόφαση περαιτέρω αύξησης του ανώτατου ορίου δανεισμού, πέρα από το σημερινό ταβάνι των 16,7 τρισ. δολαρίων.
Οριο-βαρίδι
Η ειρωνεία είναι πως το ταβάνι στο χρέος συμφωνήθηκε πρώτη φορά στη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, για να βοηθήσει την κυβέρνηση να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο. Αλλά τώρα με το ύψος του συνολικού ακαθάριστου χρέους στις ΗΠΑ να ξεπερνά τα 22 τρισ. δολ. (συμπεριλαμβανομένων και των εγγυημένων ενυπόθηκων δανείων) και με το ομοσπονδιακό χρέος πάνω από 16 τρισ., το ταβάνι πλέον έχει γίνει όριο-βαρίδι και όχι όριο-βοήθειας.
Μια χρεοκοπία θα ήταν καταστροφική για τη θέση των ΗΠΑ στην παγκόσμια αγορά ομολόγων και θα οδηγούσε σε μπαράζ υποβαθμίσεων, ανεβάζοντας τα επιτόκια. Θα οδηγούσε σε εξάπλωση της αστάθειας στον υπόλοιπο κόσμο, όπως προειδοποιεί και το ΔΝΤ.
Στους κατόχους αμερικανικών ομολόγων συμπεριλαμβάνονται οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες, κυβερνήσεις και πιστωτικά ιδρύματα, οι οποίοι κινδυνεύουν όλοι μαζί να βρεθούν μπροστά σε έλλειψη ρευστού, κηρύσσοντας αδυναμία πληρωμής υποχρεώσεων. Επιπλέον η κυβέρνηση θα πρέπει να «φτιάξει» τον Προϋπολογισμό της για το 2014, προχωρώντας άμεσα σε πακέτο περικοπών της τάξης του 20%! Κάτι που θα οδηγούσε την αμερικανική οικονομία σε ύφεση με ταχύτατο ρυθμό. Αυτό βέβαια δεν πρόκειται να το αφήσουν να συμβεί - και το ξέρουν.
ΡΕΚΟΡ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑΣ

Λεφτά υπάρχουν μόνο για το 1%

Η βασική κόντρα των Ρεπουμπλικανών με τον Αμερικανό πρόεδρο έχει να κάνει με το γεγονός ότι το σχέδιο Ομπάμα προβλέπει να αυξηθούν οι φόροι επί των επενδύσεων για όσους βγάζουν πάνω από 200.000 δολ. το χρόνο.
Γι' αυτό κραυγάζουν οι πλούσιοι. Αντιτίθενται στη φορολόγηση. Πρόκειται, όμως, για τη μεγαλύτερη υποκρισία. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν πως το χάσμα της εισοδηματικής ανισότητας έχει φτάσει σε νέο ρεκόρ.
Ο Εμάνουελ Σάεζ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, αναλύοντας τα τελευταία στοιχεία αποκάλυψε πως το εισόδημα του πλουσιότερου 1% στις ΗΠΑ ενισχύθηκε κατά 19,6% το 2012, όταν το εισόδημα του 99% ενισχύθηκε μόλις 1%. Το αποτέλεσμα είναι ότι το 1% στην κορυφή αντιπροσωπεύει το 19,3% του συνολικού εισοδήματος των νοικοκυριών. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στις ΗΠΑ από το 1928!
Εάν υπολογιστούν και τα κεφαλαιακά κέρδη (από χρηματοοικονομικές πράξεις), τότε προκύπτει πως οι υψηλές εισοδηματικές κορυφές του 1% στις ΗΠΑ καρπώθηκαν κάτι περισσότερο από το μισό της συνολικής αύξησης του πραγματικού εισοδήματος ανά οικογένεια στην περίοδο 1993-2010. Οσο για την περίοδο της σχετικής ανάκαμψης μετά το 2009, οι πλούσιοι τσέπωσαν το 93% της συνολικής αύξησης του εισοδήματος των νοικοκυριών!
Το κίνημα Occupy Wall Street (κατάληψη στη Wall Street) έχει αναδείξει την έξαρση των ανισοτήτων με μαζικές διαμαρτυρίες σε όλη την επικράτεια των ΗΠΑ.
Νέες φούσκες
Ομως, δεν είναι μόνο η πίεση στο εργατικό εισόδημα που αύξησε την ανισότητα και τα απόλυτα νούμερα κερδών των επιχειρήσεων, οι οποίες με τις πλάτες της κεντρικής τράπεζας (Fed) και τα «πιεστήρια» του δολαρίου, το ρίχνουν ξανά στις φούσκες καθώς δεν προσδοκούν ικανοποιητικές αποδόσεις (Return on Investment) στο μέλλον, εξηγεί ο οικονομολόγος Μάικλ Ρόμπερτς.
Την ίδια ώρα που η Fed «τυπώνει» σχεδόν 85 δισ. δολάρια το μήνα, εμφανίζεται πως δεν υπάρχουν λεφτά να πληρωθούν 800.000 ομοσπονδιακοί υπάλληλοι και να χρηματοδοτηθούν δημόσιες υπηρεσίες. Οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες έπαιξαν ρόλο σ' αυτά. Οι κυβερνήσεις ακολούθησαν μια γενική πολιτική περιορισμού των δαπανών, αύξησης των φόρων στους εργαζόμενους και περικοπών στις κοινωνικές υπηρεσίες, ώστε να μειώσουν το κόστος για τον ιδιωτικό τομέα και να κρατήσουν χαμηλά τα επιτόκια.
Οι κεντρικές τράπεζες υιοθέτησαν το ρόλο του «εργαλείου διέγερσης» της χειμαζόμενης οικονομίας διοχετεύοντας πακτωλό φθηνού χρήματος. Ομως το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ρευστότητας δεν οδήγησε σε ανάπτυξη των παραγωγικών επενδύσεων. Τα επίπεδα επενδύσεων παραμένουν αρκετά χαμηλότερα από τις προ κρίσης κορυφές και η πραγματική ανάπτυξη του ΑΕΠ παραμένει αρκετά χαμηλότερα από την τάση που επικρατούσε πριν από το κραχ του 2007-2008.
OBAMACARE

Αγώνας διαρκείας για το αυτονόητο

Οι ΗΠΑ ξοδεύουν το 18% του ΑΕΠ σε υπηρεσίες υγείας, έναντι 12% που ξοδεύει η αμέσως επόμενη Γαλλία στη λίστα με τις μεγαλύτερες δαπάνες, ξεπερνώντας χώρες όπως η Ιταλία, η Βρετανία, η Ιαπωνία και ο Καναδάς.
Οι κατά κεφαλήν δαπάνες για την υγεία στις ΗΠΑ είναι σχεδόν 100% υψηλότερες από ό,τι είναι στον Καναδά και 150% στη Βρετανία.
Ωστόσο, ο αμερικανικός τομέας υγείας που βρίσκεται κυρίως σε ιδιωτικά χέρια, είναι σκέτη αποτυχία αναφορικά με την εκπλήρωση των αναγκών των ανθρώπων, παρ' όλο που είναι πολύ κερδοφόρος. Το προσδόκιμο όριο ζωής στις ΗΠΑ είναι το χαμηλότερο από όλες αυτές τις χώρες, ενώ η θνησιμότητα των βρεφών είναι η υψηλότερη!
Η μεγάλη πίεση από τα κάτω ανάγκασε τελικά μετά από χρόνια τους Δημοκρατικούς να βρουν το θάρρος να προχωρήσουν σε μια περιορισμένη μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας των ΗΠΑ, με το Obamacare, όπως το αποκαλούν οι Ρεπουμπλικανοί.
Υπολογίζεται ότι θα βοηθήσει το 20% των Αμερικανών που είναι είτε ανασφάλιστοι είτε έχουν ιδιωτική ασφάλιση. Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου εκτιμά πως το εν λόγω σχέδιο θα καλύψει περίπου 14 εκατ. ανθρώπους το 2014 και 25 εκατ. μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Μία από τις αλλαγές που θα φέρει το νέο νομοσχέδιο για την υγεία είναι ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν θα επιτρέπεται να ρωτούν για το παρελθόν του ασθενούς και να τον χρεώνουν περισσότερο.
Ημίμετρα
Ωστόσο, το σχέδιο Ομπάμα παραμένει ακόμη μακριά από την καθολική κοινωνική ασφάλιση. Δεν καλύπτει το σύνολο των ανασφάλιστων Αμερικανών και στηρίζεται στην επιδοτούμενη πώληση ασφαλιστικών υπηρεσιών. Αυτό σημαίνει πως τα χρήματα θα καταλήξουν ξανά στα χέρια μεγάλων ασφαλιστικών εταιρειών, ιδιωτικών νοσοκομείων και μεγαλογιατρών, που υποστηρίζουν σφόδρα οι Ρεπουμπλικανοί.
Ακόμη, το πρόγραμμα θα χρηματοδοτείται από περικοπές σε άλλες δημόσιες δαπάνες και από αύξηση φόρων στα χαμηλότερα εισοδήματα. Δεν θα εφαρμοστεί σε όλες τις Πολιτείες, παρά μόνο σε 26. Επίσης, δεν θα δίνονται επιδοτήσεις σε όσους έχουν μικρότερο εισόδημα από το όριο της φτώχειας. Το Obamacare αφήνει περίπου 30 εκατομμύρια ανασφάλιστους, σύμφωνα με μία ανάλυση του περιοδικού «Health Affairs». Ετσι τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα θα συνεχίσουν να μην έχουν επαρκή ασφάλιση.
Μέρος της χρηματοδότησης θα στηριχθεί σε περικοπές των υπολοίπων προγραμμάτων υγείας. Οι πρώτες περικοπές για το Medicare αφορούν τις επιστροφές για τα νοσήλια, ενώ όποιος δεν θα υπάγεται στο Obamacare θα είναι αναγκασμένος να πληρώνει 95 δολ. φόρο πρόστιμο.
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Recent Posts

free counters
single russian women contatore visite website counter
Lamia Blogs