Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΔΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΔΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

ΑΣΤΙΚΟ ΔΡΑΜΑ

Aλλεπάλληλες κυβερνήσεις ,διαδέχονται η μία την άλλη από τις εκλογές του 1902 ως τις εκλογές του 1905, που αεβάζουν στην κυβέρνηση το κόμμα του Δηλιγιάννη.Πολύ γρήγορα ο Δηλιγιάννης δολοφονείται εξαιτίας των μέτρων που έλαβε κατά της χαρτοπαιξίας.Στην Κρήτη ο Βενιζέλος και οι οπαδοί του ,οδηγούνται σε επανάσταση ενώ οι εισβολές των Βουλγάρων κομιτατζήδων στα μακεδονικά εδάφη, οξύνουν το Μακεδονικό.
Μετά την παραίτηση του Γ.Θεοτόκη, που ανέλαβε την κυβέρνηση το 1906, την θέση του διαδέχτηκε ο Δ.Ράλλης,ο οποίος όμως σύντομα ανατράπηκε από το κίνημα του Στρατιωτικού Συνδέσμου στα 1909.Ύστερα από πρόταση του αξιωματικού Επ.Ζυμβρακάκη, ο Ελ. Βενιζέλος καλείται στην Αθήνα με το ρόλο του διαιτητή ανάμεσα στα κόμματα και τον Στρατιωτικό Σύνδεσμου.Προκυρήσσονται εκλογές, αλλά ο κομματικός διχασμός παραμένει οξύ πρόβλημα, οπότε ο βασιλιάς Γεώργιος αναθέτει στον Ελευθέριο Βενιζέλο τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Η κυβέρνηση Βενιζέλου επιτυγχάνει συμμαχίες της Ελλάδας στα Βαλκάνια
Στα τέλη του 19ου αιώνα,κάνει την εμφάνισή του και στον ελληνικό χώρο, το αστικό δράμα , το οποίο ήδη έχει παρουσιαστεί στην Ευρώπη ,μέσα από τα έργα του Ιψεν και του Στρίντμπεργκ.
Η αρχή γίνεται με τους Βρυκόλακες του Ιψεν.Στις 29 Οκτωβρίου του 1894, ο Ευτύχιος Βονασέρας ανεβάζει,με τον αυτοσχέδιο θίασό του, τους Βρυκόλακες, στο νεόκτιστο Θέατρο των Κωμωδιών.Το έργο μεταφράστηκε από τα γαλλικά από τον Μιχαήλ Γιαννουκάκη.
Ο Βονασέρας ,φοβούμενος τις αντιδράσεις του κοινού, ζητά από τον νεαρό-27χρονο τότε- Γρ.Ξενόπουλο να προλογίσει το έργο στην πρεμιέρα.

Τα θεατρικά δρώμενα της εποχής, ήταν εμφανώς υποταγμένα στα βήματα των Παρισισνών Σκηνών, εξάλλου και οι Βρυκόλακες,παίζονται στην Ελλάδα, αφού ήδη παίχτηκαν στο Παρίσι,τέσσερα χρόνια πριν,και προκάλεσαν μεγάλο θόρυβο.Η λανθάνουσα αυτή πραγματικότητα ,εκτείνεται σε μεγάλο βαθμό, τη στιγμή που στα έργα π.χ. του Ιψεν, αναγράφονταν σα δεύτερος τίτλος-δήθεν πρωτότυπος- ο γαλλικός, πράγμα που δείχνει ,ότι πιο σπουδαίο θεωρούνταν το να έχει παιχτεί στο Παρίσι, από το ποιός ήταν ο ίδιος ο συγγραφέας κι από που προέρχονταν.
Αυτό ακριβώς το σημείο,ανάμεσα στ’ άλλα, έθιξε ο Γρ.Ξενόπουλος στην εισαγωγική του ομιλία, ονοματίζοντας την Ελλάδα, φιλολογική επαρχία της Γαλλίας, έτσι και στην περίπτωση του Ιψεν, το έργο του έφτασε τόσο αργά στην χώρα μας, γιατί έπρεπε να γίνει πρώτα θόρυβος γιαυτό στην Γαλλία.Στις αντιδράσεις που προέκυψαν από , την θεωρούμενη υβριστική για κάποιους, ομιλία του, απάντησε επιμένωντας στην εποχή που ζητά άμεσα αλλαγή, την στροφή από τον κλασσικισμό και από μία θεατρική παραγωγή γαμάτη «ιάμβους και ελληνικούρες», -πλην της Φαύστας-, σε μια νέα ,υγειή φιλολογική πραγματικότητα, εμπνευσμένη από τα νέα ρεύματα της εποχής, και δημιουργημένη από τους συγγραφείς του μέλλοντος.
Οι πρώτες στιγμές του ελληνικού αστικού δράματος, έρχονται με τον «Ψυχοπατέρα» και τον «Τρίτο» του Ξενόπουλου ,στα 1895, μια θεατρική παραγωγή που θα συνεχιστεί με τα έργα του Γ.Καμπύση, που εκδίδονται λίγο μετα.Ετσι γεννιέται το ελληνικό αστικό δράμα στα τέλη του 19ου αιώνα, που θα δεσπόσει στο θέατρο του 20ου, μέχρι τα 1922[Μικρασιατική καταστροφή], και θα εκφραστεί με το έργο των Δ.Ταγκόπουλου , Σπ.Μελά , Ν.Καζαντζάκη , Π.Νιρβάνα , Ρ.Γκόλφη , Π.Χόρν , Τ.Πίτσα κ.α.
Οι Ελληνες θεατρικοί συγγραφείς ,που εμφανίζονται στο προσκήνιο ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά και εκείνοι που παρουσιάζουν δουλειά τους με την είσοδο του 20ου, ξεφεύγουν από τις καθιερωμένες στερεότυπες μορφές, και εμπνέονται από τα σύγχρονα αισθητικά ,κοινωνικά και ιδεολογικά ρεύματα.
Οι συγγραφείς αυτοί ,ξεκινούν ουσιαστικά από την ίδια αφετηρία, μιας κοινωνικοπολιτικής κατάστασης ,κοινής για όλους, όπου η Μεγάλη Ιδέα τους ελληνικού έθνους πέφτει στο κενό, η αστική τάξη αναπτύσσεται μεσα σε συνθήκες, κάθε άλλο παρά ιδανικής προόδου.Αφομιώνουν τις σοσιαλιστικές ιδέες που εξαπλώνονται ραγδαία, και τα μυνήματα της Νιτσεϊκής φιλοσοφίας.Με το πέρασμα όμως του χρόνου, οδηγούνται σε διαφορετικές κατευθύνσεις, με αποτέλεσμα να αποκλίνουν σημαντικά από τους κοινούς προβληματισμούς του αστικού δράματος, με εξαίρεση ίσως αυτή του Δ.Ταγκόπουλου, ο οποίος παραμένει σταθερός στις αρχικές ιδεολογικές του κατευθύνσεις.
Το αστικό δράμα ,αντλεί τη θεματική του από τα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας, από τη γυναικεία χειραφέτηση, ως τους ταξικούς αγώνες των εργαζομένων, τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων και των ανθρώπων μεταξύ τους γενικότερα,εώς την ιστορική σχέση του παρόντος με το παρελθόν.Θέματα από τα οποία πηγάζει και το ιδεολογικό περιεχόμενο,της ταξικής ανισότητας, των διεκδικήσεων της εργατικής τάξης, της ισότητας των δύο φύλων.
Η σκηνική δράση μεταφέρεται στο εσωτερικό του αστικού σπιτιού, στο σαλόνι ή καθιστικό.
Μεσα στο αισθητικό πλαίσιο του ρεαλισμού και κάποιες φορές του ακραίου νατουραλισμού,παρουσιάζει εικόνες απ’ την καθημερινή πραγματικότητα, μέ τρεις κατευθύνσεις : το κοινωνικό δράμα , το ψυχολογικό και τέλος το εργατικό.

Το εργατικό δράμα, αντλεί τη θεματική του και την ιδεολογία του από την εργατική τάξη, στοιχείο που το διαφοροποιεί αισθητά.Η δράση του αναπτύσσεται στο εργοστάσιο ή στο φτωχόσπιτο, με ήρωες εργάτες που αγωνίζονται για τα δικαιώματά τους, προβάλλοντας τις ταξικές συγκρούσεις.Ιδεολογικά κινήται στα πλαίσια του Μαρξισμού ή του ουτοπικού σοσιαλισμού.Εκφραστές του εργατικού δράματος οι Ρ.Γκόλφης , Μ.Λιδωρίκης , Τ.Πίτσας , Γ.Βογιατζάκη , Ζ.Μακρής , Χρ.Καλογερίκος , Δ.Ταγκόπουλος κ.α., με έργα όπως ο «Γήταυρος» , «Εστιάς» , «Για το Ψωμί» , «Οι Σκιές» , «Η Λίμνη που Φουσκώνει» , «Οι Εργάται του Υφαντουργείου» , «Ο Λυτρωμός» κ.α.

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΣ

Μετά την Μικρασιατική καταστροφή στα 1922, ο αριθμός των προσφύγων που φτάνουν στην Ελλάδα,αγγίζει το 1.500.000.Η αδυναμία να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των προσφύγων,οι εξωτερικοί δανεισμοί,οι μεγάλες φορολογίες και οι άθλιες εργατικές συνθήκες, αποτελούν σημαντικούς κλυδωνισμούς για το πολίτευμα.
Οι αδιάκοπες κυβερνητικές κρίσεις και τα αλλεπάλληλα στρατιωτικά πραξικοπήματα δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες αδυναμίας,για την επαναφορά της μοναρχίας.
Την κυβέρνηση του Αλ.Παπαναστασίου,αφού καταψηφίστηκε το 1924,την διαδέχτηκε η κυβέρνηση του Θεμ.Σοφούλη,η οποία με τη σειρά της αντικαθείσταται δυό μήνες αργότερα από εκείνη του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου.Τον Ιούνιο του 1925,ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος,εκμεταλευόμενος την έκρυθμη κατάσταση,ανατρέπει την κυβέρνηση,διαλύει τη Βουλή και μετα από υποτειθέμενες εκλογές ,ανακυρήσσευαι Πρόεδρος,αφού πρώτα ανάγκασε τον Παύλο Κουντουριώτη να παραιτηθεί από το αξίωμα.
Μετά από μια δικτατορική διακυβέρνηση,που γελοιοποίησε διεθνώς το Ελληνικό κράτος, με την εξαθλίωση της οικονομίας,τις εξορίες,την αποτυχημένη εξωτερική πολιτική, ανατρέπεται από τον στρατηγό Γ.Κονδύλη τον Αύγουστο του 1926,ο οποίος προκυρήσσει εκλογές.Σχηματίζεται οικουμενική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Αλ.Ζαϊμη,η οποία παραιτείται τον Μάϊο του 1928.Ο Ελ.Βενιζέλος μετά από εντολή του Προέδρου της Δημοκρατίας,σχηματίζει κυβέρνηση ,η οποία διατηρείται μέχρι την ήττα των εκλογών του 1933.Την 1η Μαρτίου του 1935,οι βενιζελικοί αξιωματικοί,με έγκριση του Ελ.Βενιζέλου,προχωρούν σε στρατιωτικό πραξικόπημα,το οποίο καταπνίγεται από τον Γ.Κονδύλη.Παρά τις καλές προθέσεςι του κινήματος των βενιζελικών,το αποτέλεσμα ήταν η ενδυνάμωση των μοναρχικών στοιχείων.Στις 10-10-1935 ο Γ.Κονδύλης με κίνημα ανατρέπει την κυβέρνηση ,αναλαμβάνει την πρωθυπουργία και μετά από νόθο δημοψήφησμα επαναφέρει τον Βασιλειά Γεώργιο τον Β΄.Η κοινοβουλευτική περίοδος της βασιλείας του Γεωργίου του Β΄
Η πολιτική αστάθεια ,η προβληματική οικονομία και τα προβληματα που δημιουργούν αυτές οι συνθήκες στην ελληνική κοινωνία,είναι ο βασικός ανασταλτικός παράγοντας στην εξέλιξη της θεατρικής δημιουργίας.Θεατρικά είδη από το παρελθόν ,όπως το ιστορικό δράμα και η τραγωδία,έρχονται και πάλι στο συγγραφικό προσκήνιο,σαν μιά αντίδραση αποφυγής της ταραγμένης πραγματικότητας.
Οι πολιτικές συνθήκες όχι μόνο δεν ευνοούν το πέρασμα της δραματουργίας σε νέες μορφές ,όπως συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο,αλλά οδηγεί και στην εξαφάνιση του αστικού δράματος του οποίου οι κοινωνικοί και ιδεολογικοί προβληματισμοί δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν στο συντηρητικό και αυταρχικό έδαφος της εποχής.Συγγραφείς όπως οι Ν.Καζαντζάκης, Σπ.Μελάς, Αγγ.Σικελιανός, Γ.Θεοτοκάς κ.ά.αναπτύσσονται στα ξεπερασμένα είδη της τραγωδίας και του ιστορικού δράματος,αναζητόντας την εθνική ταυτότητα και την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού.
Ενα άλλο είδος που εμφανίζεται και πάλι,είναι το ηθογραφικό δράμα,μια αναφορά στην ζωή και τους χαρακτήρες της ελληνικής επαρχίας αλλά και στα ήθη και έθιμα αυτής,με αντιπροσωπευτικούς συγγραφείς τον Γρ.Ξενόπουλο, Δ.Μπόγρη,Π.Χορν κ.ά.Παράλληλα αναπτύσσεται και η φαρσοκωμωδία,που πηγάζει από το Γαλλικό μπουλβάρ με συγγραφείς όπως οι Ξενόπουλος, Καγιάς, Τσεκούρας, Μωραϊτίνης κ.ά.
Την ίδια εποχή, σημαντικό βήμα προόδου αποτελεί,η ίδρυση της «Επαγγελματικής Σχολής Θεάτρου» από τον Φώτο Πολίτη στα 1923.Σύντομο χρόνο ζωής έχει το Θέατρο Τέχνής που ιδρύει το 1925 ο Σπύρος Μελάς,αλλά το 1929 σε συνεργασία με την Μαρίκα Κοτοπούλη και τον Δημήτρη Μυράτ, δημιουργούν την «Ελεύθερη Σκηνή».Το 1930 ιδρύεται το «Λαϊκό Θέατρο» στο Παγκράτι από τον Β.Ρώτα,ενώ το 1932 λειτουργεί το «Εθνικό Θέατρο»,με τον Φώτο Πολίτη μέχρι τον θάνατό του και τον Δ.Ροντήρη στη συνέχεια[1934].

1956-1970

Το Μικροαστικό θέατρο
Το 1956 εγκαινιάστηκε η Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου ,με το έργο του Ιάκ.Καμπανέλλη , «Η Έβδομη Μέρα της Δημιουργίας».Σε μια εποχή που ο μικροαστισμός είναι πλέος το ιδεολογικό χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας, ο τύπος του μικροαστού κάνει κι αυτός το ντεμπούτο του στο θέατρο.
Ο τύπος αυτός που κυριαρχεί στο μικροαστικό θέατρο,δεν είναι άλλος από τον πρώην αριστερό που βρίσκεται εκτεθειμένος μέσα στην σύγχρονη αστική πραγματικότητα, με διαλυμένο το όραμα εκείνο ενός καλύτερου κόσμου, αλλά και ο επαρχιώτης που έρχεται στην πρωτεύουσα αναζητώντας μια καλύτερη ζωή.
Η δράση που αναπτύσσεται στα πλαίσια της επιβίωσης αλλά και της εναγώνιας προσπάθειας για άνοδο ,κοινωνική και οικονομική,που κάποιες φορές ξεπερνά τα όρια του νόμου και της ηθηκής,βρίσκει τον σκηνικό της χώρο μέσα στην ελληνική αυλή.Η «αυλή» ,

1940-1956

Το θέατρο της κατοχής και της αντίστασης.
Το θέατρο στα χρόνια της εθνικής αντίστασης,βρισκόταν πάντα εκεί, αναπόσπαστο κομμάτι τους αγώνα.Τα παρασκήνια των αθηναϊκών θεάτρων χρησίμεψαν συχνά ως κρυψώνες,είτε για έντυπο υλικό είτε για όπλα, αλλά ακόμη ήταν τόπος περίθαλψης των τραυματισμένων από τις συγκρούσεις με τους γερμανούς στους δρόμους της Αθήνας,πατριωτών.
Το ελληνικό θέατρο όχι μόνο δεν παραδόθηκε στον κατακτητή ανεβάζοντας έργα ναζιστών δραματουργών,αλλά συνέχιζε να παρουσιάζει ακόμη και έργα που η φασιστική λογοκρισία είχε απαγορεύσει,όπως έργα συγγραφέων του συμμαχικού συνασπισμού.
Η ανάγκη της γνωριμίας με την σοβιετική κουτούρα και πολιτισμό,γεννιέται σιγά σιγά.Ο Γ.Σεβαστίκογλου, μεταφράζει την «Προπαίδεια του ηθοποιού» του Στανισλάβσκι ,για τους ηθοποιούς και μαθητές του Κ.Κούν, καθώς και μελέτες για τους Βαχτάνγκοφ ,Τάϊροφ ,Μέγιερχολντ, πάντα κρυφά ή κεκαλυμένα με παραπλανητικούς τίτλους και ονόματα.
Μέσα στα χρόνια της κατοχής,σ’ ένα δωμάτιο του Ωδείου στην οδό Φειδίου,γεννήθηκε και το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κούν,που η συμβολή του στην διαμόρφωση του νεοελληνικού θεάτρου θα σταθεί στη συνέχεια εξαιρετικά σημαντική.Το Θ.Τέχνης και ο Κ.Κουν θα γνωρίσουν για πρώτη φορά στο κοινό έργα πρωτοποριακά μέσα από την παγκόσμια δραματουργία,ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για νέα πρότυπα που θα ασπαστούν νέοι έλληνες συγγραφείς.
Εκτός από το θέατρο που δρα κάπως έτσι στην Αθήνα και στα αστικά κέντρα,σημαντική είναι η παρουσία του θέατρου στο αντάρτικο,του στρατευμένου θέατρου της αντίστασης ,μέσα στα πλαίσια του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ.
Εκπρόσωποι είναι ο Βασίλειος Ρώτας και ο Γ.Κοτζιούλας,οι οποίοι με τους ερασιτεχνικούς τους θιάσους, έδιναν παραστάσεις ,ο πρώτος στη Θεσσαλία κι ο δεύτερος στη Ηπειρο,με έργα πολιτικού και πατριωτικού περιεχομένου ,όπως «Ο Γερμανοτσολιάς», «Τα Ελληνικά Νιάτα» , «Το Πιάνο» , «Οι Γραμματιζούμενοι» κ.ά.
Ενα είδος θεάτρο,γεννημένο και προορισμένο για να υπηρετήσει τον πατριωτισμό και τις ιδεολογικές θέσεις της συγκεκριμένης περιόδου,αμέσως μετά την απελευθέρωση περνά μοιραία στο περιθώρειο.
Από το 1945 κι υστερα, στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου,αλλά και μέχρι το 1956,μια περίοδος που χαρακτηρίζεται από το σύνδρομο της ελληνικότητας,το θέατρο θα βρεί έκφραση μέσα από δύο αντίθετες γραμμές πλεύσης για την αναζήτηση της ταυτότητας του ελληνισμού.
Η μία μερίδα είναι εκείνων των συγγραφέων που ως επί το πλείστον είναι ενταγμένοι ιδεολογικά στον χώρο της Αριστεράς, με ονόματα όπως οι : Νότης Περγιάλης ,Βασίλης Ρώτας , Αλέξης Δαμιανός , Ιάκωβος Καμπανέλλης κ.α.Είναι εκείνοι που αναζητούν την ταυτότητα του ελληνισμόυ μέσα στην σύγχρονη πραγματικότητα και τις πρόσφατες ιστορικές εμπειρίες με σημείο αναφοράς,σύμβολο, τον Λαό
Παράλληλα η άλλη μερίδα,των συγγραφέων εκείνων όπως οι :Αγγ.Τερζάκης , Ν.Καζαντζάκης , Αγγ.Σικιελιανός, Μελας , Θεοτοκάς κ.ά.,αναζητά την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού,μέσα από την έννοια του Εθνους που είναι η συνέχεια του Βυζαντίου και της Αρχαιότητας

Ντοκουμέντο: «..Μήνες μετά την απελευθέρωση, παίρναμε στην Αθήνα γράμματα,σταλμένα από τα πιο απόμακρα χωριά της Θεσσαλίας και της Ηπείρου,όπου τα επονίτικα θέατρα καθενός απ’ αυτά τα χωριά,μας ζητούσαν έργα για το ρεπερτόριό τους,δηλώνοντάς μας τελεσιγραφικά,πως αν αμελούσαμε ή παρααργούσαμε, θα διασκεύαζαν οι ίδιοι για την σκηνή ό,τι βιβλίο βρίσκονταν στα χέρια τους,στην ανάγκη και αποσπάσματα από το «Κεφάλαιο» του Μαρξ….» Γ.Σεβαστίκογλου [Περιοδικό Λέξη Σεπ-Οκτ. 92]

ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

Από το 1949 και ύστερα το ελληνικό κράτος ,διανύει μία περίοδο,σημαδεμένη ακόμη από τα ανοικτά τράυματα του εμφυλίου.Η πολιτική των διαδοχικών κυβερνήσεων,αν και θα προσφέρει σημαντικά στην ανοικοδόμηση του κράτους,δεν θα καταφέρει να εδραιώσει πάνω σε γερά θεμέλια το δημοκρατικό πολίτευμα.
Οι κυβερνήσεις που διαδέχτηκαν η μία την άλλη από το 1949 εώς το 1967 [Νικόλαος Πλαστήρας 1950-52, Αλ.Παπάγος 1952-55 , Κ.Καραμανλής 1955-63 , και Γ.Παπανδρέου 1963-65],διακρίνονταν από μια κομματική προσωπικοτήτων κι όχι ιδεολογικών αρχών, ενώ παράλληλα τα Ανάκτορα- κύριος αναστάλτικός παράγοντας στην εδραίωση της ομαλότητας-,με συνεχείς επεμβάσεις,προσπαθούν να κατευθύνουν και τα κόμματα και την διακυβέρνηση της χώρας,σύμφωνα με τις δικές τους αντιλήψεις και επιδιώξεις,έχοντας έτσι τον ουσιαστικό έλεγχο πάνω σε όλους τους τομείς.
Η δράση των μηχανισμών αυτών που αναπτύσσονταν παράλληλα με την επίσημη κυβέρνηση,οδήγησε σε επιζήμια για την δημοκρατία γεγονότα,με αποκορύφωμα την δολοφονία του Γρ.Λαμπράκη[22-5-1962],βουλευτή της Ε.Δ.Α.[ενιαία δημοκρατική αριστερά].Η αποπομπή του Γ.Παπανδρέου από την κυβέρνηση στις 15-7-1965, και οι αλλεπάληλες βασιλικές κυβερνήσεις που ακολουθούν,οδήγησαν στην οριακή αποδυνάμωση της πολιτικής ζωής και της δημοκρατίας με αποτέλεσμα την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967.

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΑ: Λαϊκό Θέατρο - Ομιλίες

Πλάϊ στο ιταλόφωνο θέατρο που λειτουργεί πρωταρχικά στη Ζάκυνθο στα χρόνια της βενετοκρατίας,κινούμενο από την άρχουσα τάξη του νησιού, εμφανίζεται το λαϊκό θέατρο οι λεγόμενες Ομιλίες , υπαίθριες παραστάσεις που δίδονταν κατά την περίοδο των απόκρεων.
Το Λαϊκό αυτό θέατρο, αν και αρχικά βασίστηκε στα Βενετικά πρότυπα και κυρίως στα Μωμάρια, τα βενετικά έθιμα των απόκρεων, γρήγορα μυίθηκε στην πρωτοτυπία.Ετσι δημιουργήθηκε αυτό το καινούριο είδος λαϊκού θεάτρου, που εξέφραζε άμεσα τα λαϊκά στρώματα της Ζακύνθου.
Επίδράσεις δέχτηκε ακόμη από το Κρητικό θέατρο, καθώς έργα όπως η Ερωφίλη, ή ο Ερωτόκριτος,διασκευάστηκαν στη μορφή και προσαρμόστηκαν στο γλωσσικό ιδίωμα της Ζακύνθου.
Οι παραστάσεις δίδονταν από ερασιτεχνικούς θιάσους που αποτελούνταν απκλειστικά από άντρες, σε υπαίθριους χώρους κατά την διάρκεια του καρναβαλιού.Εδώ συναντούμε το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού καθώς και τη χρήση μάσκας.
Το είδος αυτό με τη σατυρική διάθεση απέναντι στα πρόσωπα και την κοινωνία, αναπτύχθηκε κατακόρυφα,ξεπέρασε ολότελα τα βενετικά δεδομένα, συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, αλλά και μέχρι τις μέρες μας έχοντας βέβαια υποστεί μεταροπές.
Ο Δημήτριος Γουζέλης ,που το έργο του ο «Χάσης», υπήρξε εξαιρετικά αγαπητό στο Ζακυνθινό κοινό, θεωρήται ο πιο σημαντικός δημιουργός ομιλιών.

ΙΣΤΟΡΙΑ: Επτανησιακό Θέατρο

Τα Επτάνησα δεν γνώρισαν ποτέ την καταπιεστική και σκοταδιστική Τουρκική κατάκτηση,Μέσα από τη βενετική κυριαρχία ,τα ιόνια νησιά είχαν ένα σημαντικό όφελος σε σχέση με τον υπόλοιπο υποδουλωμένο ελληνισμό.Την επαφή με τον πνευματικό κόσμο της Δύσης και την Αναγέννηση.Οπως και στην Κρήτη στα χρόνια της βενετοκρατίας ,έτσι και στα επτάνησα, τα παιδιά των πλουσίων αστών είχαν τη δυνατότητα να σπουδάσουν σε χώρες της Δύσης και ειδικότερα στην Ιταλία.
Μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους στα 1669, μεγάλος αριθμός κρητικών λογίων κταφεύγει στα Επτάνησα,φερνοντας μαζί τους τους καρπούς της κρητικής λογοτεχνίας του 17ου αιώνα.
Η θεατρική δραστηριότητα στα επτάνησα μέχρι το 1750 είναι αρκετά θολή, γιατί πηγές πληροφοριών αποτελούν μόνο τα αρχεία της Βενετίας.
Η έναρξη του επτανησιακού θεάτρου τοποθετείται στα μέσα του 16ου αιώνα , παράλληλα με το κρητικό και ανθεί ως το 1798 , όταν με τη συνθήκη του CAMBO FORMIO το κράτος της Βενετίας καταλύεται από τον Ναπολέωντα και κατά συνέπεια διαλύεται και η βενετοκρατία στα Επτάνησα.
Οπως και στο κρητικό θέατρο οι παραστάσεις συνδέονται και εδώ με τους εορτασμούς του καρναβαλιού.Αναπτύσσεται αρχικά-χωρίς βέβαια να περιορίζεται μόνο εκεί- ,στη Ζάκυνθο όπου οι συνθήκες είναι πρόσφορες για την καλλιέργειά του.
Εκεί ,στο Κάστρο της Ζακύνθου, πραγματοποιήται και η πρώτη μαρτυρημένη θεατρική παράσταση.Πρόκειται για τους «Πέρσες» του Αισχύλου που παραστάθηκαν στην ιταλική γλώσσα το 1571.
Η «Ευγένα» που αποδίδεται αμφίβολα στον Θ.Μοντζελέζε, δημοσιεύτηκε στα 1694 στη Βενετία και αποτελεί το πρώτο δείγμα πρωτότυπης θεατρική συγγραφής.
Η δραματουργική παραγωγή συνεχίζεται με τα έργα του Πέτρου Κατσαϊτη , «Ιφιγένεια»[1720] και «Θυέστης»[1721]. Ο Σαβόγιας Ρούσμελης παραδίδει στα 1745 την σπονδυλωτή «Κωμωδία των Ψευτογιατρών», συγγραφέας του χαμένου έργου «Μωραϊτιές».
Το έργο του Δημήτριου Γουζέλη ο «Χάσης», είναι το τελευταίο έργο της επτανησιακής δραματουργικής παραγωγής

ΙΣΤΟΡΙΑ: Κρητικό Θέατρο

Κατά τον 16ο αιώνα ,την ώρα που η Ελλάδα βρίσκεται πάντα κάτω από τον Τουρκικό ζυγό, στην Βενετοκρατούμενη –ήδη από το 1211- Κρήτη, διαμορφώνεται μια κοινωνία αστικών κέντρων.Οι κρητικές πόλεις μετατρέπονται σε πολυάριθμα εμπορικά κέντρα,όπου οι αστοί ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών δραστηριοτήτων.Αυτή η ανάπτυξη της αστικής τάξης ,οφείλεται στα προνόμια που έδωσαν οι Βενετσιάνοι στους Κρητικούς μετά την κατάκτηση της Κύπρου από τους Τούρκους το 1571.Ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα οι κατακτημένοι από τους Τούρκους Έλληνες δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν,οι κατακτημένοι από τους Βενετούς είχαν τη δυνατότητα να καρπωθούν τα πνευματικά προϊόντα της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης. Πολλοί ήταν εκείνοι οι άνθρωποι του πνεύματος ,που μετά την άλωση της Πόλης κατέφυγαν στην Κρήτη.
Η Κρήτη αποτελεί για τους βενετούς βασικό ορμητήριο για την μεταφορά προϊόντων από την Απω Ανατολή στην Ευρώπη ,και στην προσπαθειά τους αυτή,ανάπτυξης του εμπορίου, δημιουργούν πόλεις σταθμούς ,όπως η Ραγκούστα[Dubrovnik] και το Δυράχιο στην Αδριατική, η Κέρκυρα, η Κεφαλλονιά και η Ζάκυνθος, η Κωρώνη και η Μεθώνη στην Πελ/νησο, τα Χανιά ,το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο στην Κρήτη.Σ’ όλες αυτές τις πόλεις και περιοχές ,είναι έντονη η Βενετσιάνικη επίδραση στο κοινωνικό ,οικονομικό, καλλιτέχνικό ,λογοτεχνικό και θέατρικό επίπεδο.
Οι τέσσερεις κοινωνικές τάξεις της Κρήτης στην εποχή που αναφερόμαστε είναι οι εξής: α] Οι καθολικοί Βενετσιάνοι ευγενείς που ασκούν στρατιωτική και διοικητική εξουσία, β] Οι Κρητικοί ευγενείς που προέρχονται από αριστοκρατικές βυζαντινές οικογένειες,ή νεώτερες που συνεργάστηκαν με τους Βενετούς , γ] Οι αστοί, μια ισχυρή τάξη επαγγελματιών και επιστημόνων και δ] Ο Λαός που είτε κατοικεί στην ύπαιθρο, είτε ασκεί δευτερεύοντα επαγγέλματα ή ανήκει σε μειωνοτικές ομάδες. Καθώς λοιπόν οι αστοί αναπτύσσονται , ταξιδεύουν και γνωρίζουν την αναγέννηση, διαθέτουν σημαντικά ποσά για να μορφώσουν τα παιδιά τους στην Ιταλία.
Από το τέλος του 16ου αιώνα μέχρι τα μέσα του 17ου ,εντοπίζεται η περίοδος ακμής της Κρητικής αναγέννησης,που εμφανίζεται στους περισσότερους τομείς του πολιτισμού, αλλά κυρίως στο θέατρο.Χάρη σε όλους εκείνους που γνώρισαν την πνευματική ζωή της Ιταλίας, ιδρύονται και στην Κρήτη Ακάδημίες, οι οποίες ευνοούν την καλλιέργια του θεάτρου.
Το 1562 με πρωτοβουλία του Βενετοκρητικού λόγιου και μαθηματικού Φραγκίσκου Barozzi, ιδρύεται στο Ρέθυμνο η Ακαδημία των Vivi, για την οποία δεν είναι γνωστα και πολλά πραγματα.Ιδρυτής και πρόεδρος της Ακαδημίας των Stravaganti στον Χάνδακα,[1590],ήταν ο Βενετοκρητικός ευγενής , ποιητής Ανδρέας Κορνάρος.Στα Χανιά τέλος,λειτούργησε το 1637 η Ακαδημία των Sterili. Οι Ακαδημίες αυτές,καθώς και το δουκικό ανάκτορο του Χάνδακα, κάποια αριστοκρατικά σπίτια , αλλά και οι δημόσιοι χώροι [πλατείες κ.α.], ήταν οι χώροι που δίδονταν οι θεατρικές παραστάσεις.Αν και επρόκειτο για οργανωμένες παραστάσεις ,οι θίασοι – εκτός από κάποιες περιπτώσεις περιοδεύοντων ιταλικών θιάσων στο νησί- ήταν στο σύνολό τους ερασοιτεχνικοί, που απαρτίζονταν είτε από αστούς Ελληνες και ξένους ,είτε από ενοριακές ομάδες, ή οργανωμένα επαγγελματικά σωματεία. Ο ακριβής τρόπος διεξαγωγής των παραστάσεων δεν μας είναι γνωστος, γιατί οι πληροφορίες που υπάρχουν δεν είναι αρκούν για να ρίξουν φως στην υπόθεση.Κατά καιρούς το θέμα έχουν εξετάσει διάφοροι μελετητές όπως ο Στυλιανός Αλεξίου, ο Αλέξης Σολομός, ο Βάλτερ Πούχνερ και ο Πάνος Βασιλείου.
Το κρητικό θέατρο μας έχει αφήσει λιγοστά έργα περισσότερο φιλολογικού χαρακτήρα παρά θεατρικού-που όμως έχουν αποδεδειγμένα παρασταθεί- τα οποία ανήκουν στην δραματουργική παραγωγή που παρουσιάζεται από το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα,συνεχίζεται στην περίοδο της πολιορκίας του Χάνδακα από τους Τούρκους και σταματά με την οριστική κατάληψη της πόλης το 1669.
Τα έργα που εμφανίζονται στην Κρήτη αυτή την εποχή ,αποτελούν ένα νέο είδος στην λογοτεχνική παραγωγή της Κρήτης, που έχει ως βάση τα πολιτισμικά δεδομένα της Ευρώπης.
Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της παραγωγής, -που θα πρέπει να περιελάμβανε –όσον αφορά στην κωμωδία τουλάχιστον - πενήντα έργα μόνο από τον 17ο αιώνα,- έχει χαθεί.Κι αυτό το συμπέρασμα βασίζεται στην πληροφορία ,ότι στον Χάνδακα ,κάθε χρόνο, κατά την διάρκεια του καρναβαλιού παίζονταν ελληνικές κωμωδίες.Αρα αν ληφθεί υπ’ όψιν και ο υποθετικός αριθμός όλων των άλλων έργων ,πλην της κωμωδίας, τα έργα επίσης που γράφονταν στο Ρέθυμνο και στα Χανιά, αντιλαμβανόμαστε όχι μόνο ποιό πρέπει να ήταν το μέγεθος της θεατρικής παραγωγής αλλά και την τεράστια απώλεια αυτών των κειμένων ,τη στιγμή που στις μέρες μας διασώζωνται μόνο εννιά πρωτότυπα έργα.Συγκεκριμένα ο Ιωάννης Παπαδόπουλος ,ένας κρητικός πρόσφυγας ,ο οποίος μετά την άλωση του Χάνδακα κατέφυγε στην Πάδοβα, γράφει το εξής στα απομνημονεύματά του:
«Nel Carnevale et in altri tempi non facevano far opere senon di Comedie, e nel sermon greco, nell’ assedio pero erano mutate le osanze primiere per amor o per forza e nella piu parte avevano tralasciato li costumi del paese.” [στο καρναβάλι και σε άλλους καιρούς δεν παρήγαγαν έργα άλλα από κωμωδίες ,κι αυτές ελληνικές,κατά την πολιορκία όμως άλλαξαν, είτε το ήθελαν είτε όχι, τις πρώτες τους συνήθειες και κατά ένα μεγάλο μέρος σταμάτησαν τα έθιμα του τόπου] . Αν και δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με το ποιά ακριβώς ήταν τα έθιμα του τόπου που σταμάτησαν, το στοιχείο που δίνει όσον αφορά στις ελληνικές κωμωδίες, είναι αρκετό για πιθανούς υπολογισμούς της θεατρικής παραγωγής.
Μέσα στον μικρό αυτό αριθμό των έργων που σώζωνται , εμφανίζονται όλα τα είδη του θεάτρου που υπάρχουν τη συγκεκριμένη εποχή στην Ευρώπη.Βασίζονται αποδεδειγμένα ,σχεδόν στο σύνολό τους , σε εντοπισμένα ξένα πρότυπα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως αποτελούν μίμηση ή κάποιο είδος αντιγραφής.Αντιθέτως σε κάποιο βαθμό αποτελούν διασκευές και αποδόσεις των έργων αυτών στην Ελληνική-Κρητική πραγματικότητα της εποχής.
Πραγνωρισμένος και υποβιβασμένος σε απλοϊκή απομίμηση των ιπποτικών μυθιστορημάτων, έμεινε για πολλά χρόνια ο «Ερωτόκριτος», έργο που αποδίδεται στον Βιτσέντζο Κορνάρο.Ο Στέφανος Ξανθουδίδης, ο δεύτερος εκδότης του Ερωτόκριτου, σημειώνει: «είναι έπος ερωτικόν ρωμαντικόν κατά το υπόδειγμα της φραγκικής και ρωμαντικής ποιήσεως.Εξυμνούνται εν αυτώ ο αγνός και πιστός έρως, η ανδρεία, η ειλικρινής και άδολος φιλία, η προς την πατρίδα αγάπη και υπηρεσία»
Στην τραγωδία του Κρητικού θεάτρου, υπάρχουν δραματικές καταστάσεις , συγκρούσεις ,τραγική ειρώνία ,όμως η έννοιες της μοίρας και της ύβρεως, τα πάθη –στοιχεία της αρχαιοελληνικής τραγωδίας- απουσιάζουν ,καθώς και η καποιου είδους κάθαρση που εντοπίζεται απέχει κατά πολύ από εκείνη του αρχαίου Ελληνικού προτύπου.Το δραματικό στοιχείο δεν φτάνει ποτέ τα όρια του τραγικού, ενώ ο χρονικός προσδιορισμός τους τα εμποδίζει να γίνουν διαχρονικά.Οι τραγωδίες που άφησε πίσω του η εποχή του Κρητικού θεάτρου είναι τρεις:
Η «Ερωφίλη» του Γεωργίου Χορτάτση, η γνωστότερη απ΄όλες, έργο που πρέπει να ήταν πολύ δημοφιλές ήδη στον καιρό του, γράφτηκε 1587-1610 και πρωτοτυπώθηκε το 1637. Ο «Βασιλιάς Ροδολίνος» [1639] από τον Ιωάννη Αντρέα Τρωίλο, ένα έργο που δεν παραστάθηκε ποτέ ,όπως γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας του.Τέλος ο «Ζήνων» [1641], έργο αγνώστου συγγραφέα για το οποίο υπάρχουν αμφιβολίες και για την παραστασή του ,αλλά και για την συγγραφή του στην Κρήτη.Σώθηκε σε ένα και μοναδικό επτανησιακό χειρόγραφο.
Το θρησκευτικό δράμα «η Θυσία του Αβραάμ», είναι το τρίτο από τα έργα που είχαν την τύχη να τυπωθούν στον καιρό τους, αν και ο χρόνος εκτυπωσής του 1696-97, απέχει αρκετά από τον χρόνο συγγραφής του 1635.[τα άλλα δύο έργα που τυπώθηκαν στην εποχή τους , η Ερωφίλη και ο Βασιλιάς Ροδολίνος].Το θρησκευτικό αυτό δράμα, αποδίδεται στον Βιτσέντζο Κορνάρο.
Το ποιμενικό δράμα εκπροσωπήται από ένα ακόμη έργο του Γ.Χορτάτση την «Πανώρια» [1595-1604], που σώθηκε σε τρία επτανησιακά χειρόγραφα.
Τέλος η κωμωδία μας άφησε κι αυτή τρία έργα ,με υπόθεση που εκτυλίσσεται στην Κρήτη, στην πόλη του Χάνδακα –το σημερινό Ηράκλειο: Τον «Κατσούρμπο» [1595-1601]ή ~1581, έργο επίσης του Γ.Χορτάτση που σώθηκε κι αυτό από ένα μοναδικό επτανησιακό χειρόγραφο, όπως και ο «Στάθης» [1648] αγνώστου συγγραφέα.Ο «Φορτουνάτος» [1666] του Μάρκου Αντόνιου Φόσκολου ,σώθηκε σε χειρόγραφο Κρητικό και μάλιστα του ιδίου του ποιητή.
Πλάϊ στα παραπάνω έργα σώζωνται τουλάχιστον 18 ιντερμέδια, καθώς και μερικά έργα που γράφτηκαν από κρητικούς αλλά σε ιταλική γλώσσα, όπως η τραγωδία «Fedra» [1578] του Francesco Bozza, και το ποιμενικό δράμα “Amorosa Fede” [1620] του Αντώνιου Πανδήμου.
Και οι τρείς σωζώμενες κωμωδίες, αναμφίβολα στηρίζονται στην Ιταλική Λόγια κωμωδία [commedia erudita], που καλλιεργήθηκε κυρίως στις ηγεμονικές αυλές και στις ακαδημίες της Ιταλίας ,στις αρχές του 16ου αιώνα.Ετσι συναντούμε όλες τις βασικές συμβάσεις ,όπως οι πέντε πράξεις που διαιρούνται σε σκηνές, πρόλογος, ενότητα χώρου –χρόνου.Οσον αφορά στην υπόθεση, συναντούμε κοινά σημεία: Από τη μιά μεριά υπάρχει ο έρωτα ς δύο νέων, όπου αναμυγνείεται κάποιος γέρος αντεραστής ,για να αποσυρθεί τελικά όταν ανακαλύπτει πως είναι ο πατέρας του νέου ή της νέας.Στο δευτερο επίπεδο, δρούν οι υπηρέτες, οι εταίρες, οι ψευτοπαληκαράδες, οι λογιότατοι, οι οποίοι είναι και οι κυρίως κωμικοί φορείς της δράσης που συνθέτουν την κωμική διάσταση του έργου.
Η σύνθεση της πλοκής στις Κρητικές κωμωδίες, με εξαίρεση σε κάποιο βαθμό τον «Στάθη», είναι πολύ πιο απλή από την πολυσύνθετη της commedia erudita.
Σύμφωνα με τον Λίνο Πολίτη, οι ρίζες της Κρητικής κωμωδίας προέρχονται από την Βενετική κωμωδία [commedia veneziana], η οποία θεωρείται ο ενδιάμεσος σταθμός μεταξύ της commedia erudita και της commedia dell’ arte*1.
Υπάρχει ακόμη η αναφορά στο χειρόγραφο του “Κατσούρμπου”, που την χαρακτηρίζει “κομεδία ρεδικολώζα”, γραμμένος δηλαδή με ελληνικούς χαρακτήρες ο όρος commedia ridicolosa, ένα είδος κωμωδίας εμπλουτισμένης με πολλα στοιχεία της commedia dell’ arte, που ήταν δημοφιλής στις αρχές του 17ου αιώνα.Βέβαια η χρονολόγηση του Κατσούρμπου έρχεται σε αντίθεση με την εκδοχή αυτής της σχέσης, και είναι πιθανόν η λέξη «ριδικολώζα» να προστέθηκε μεταγενέστερα.
Η πιθανότερη εκδοχή, ωστόσο, είναι πως η αφετηρία στην Κρητική κωμωδία, εγκειται στο ρεύμα της Λόγιας κωμωδίας του 16ου αιώνα[commedia erudita].
Πέρα όμως από τις ρίζες και τις επιδράσεις που έχει δεχτεί η Κρητική δραματουργία, η λαϊκή παράδοση του πολιτισμού της Κρήτης είναι ζωντανή και εμφανής στα έργα, μέσα από παροιμιώδεις εκφράσεις ή αποφθέγματα λαϊκής σοφίας.Οι Κρήτες συγγραφείς απέδειξαν μια εξαιρετική ικανότητα στην αφομοίωση του ιταλικού πνεύματος στην δραματουργία της εποχής και την μεταφορά αυτού στα ελληνικά δεδομένα, συνδιάζοντας το ποιητικό τους ταλέντο με τις ιταλικές θεωρίες του 16ου αιώνα.Σε γενικές γραμμές η ποιότητα των ελληνικών κειμένων που προέκυπταν από μεταφορές ιταλικών,ήταν σαφώς ανώτερη, γιατί τα ξένα πρότυπα , μέσα από την φρεσκάδα της ελληνικής γλώσσας αποκτούσαν πιο ανάγλυφες ψυχολογικές καταστάσεις ,αλλά και πιο ανθρώπινους χαρακτήρες.Ετσι το κρητικό θέατρο του 17ου αιώνα ,καταλήγει σε μια μορφή έντονη ,με μοναδικό παλμό που το διαχωρίζει απόλυτα από το αναγεννησιακό ιταλικό πρότυπό του.
Τέλος , τα έργα που σώζωνται ,δυστυχώς ,δεν είναι αρκετά ώστε να δώσουν μια πλήρη εικόνα της ιστορίας του θεάτρου στη Βενετοκρατούμενη Κρήτη.

ΣΧΟΛΙΟ 1 : COMMEDIA DELL’ ARTE η ιταλική επαγγελματική κωμωδία που αναπτύσσεται μέσα στο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της αναγέννησης και της ανόδου της αστικής κοινωνίας. Με καταβολές στα ατελλανά δράματα από την αρχαία ρωμαϊκή επαρχία Ατέλλα, αισθητικά και θεματικά βασίζεται στο λαϊκό θέατρο.
Στο σενάριο δεν υπήρχε διάλογος παρά μονάχα μία φόρμα που εξηγούσε περί τίνος επρόκειτο η σκηνή, τι έπρεπε να κάνει ο ηθοποιός και τίποτα περισσότερο.Η επιτυχία της εξαρτόνταν ολοκληρωτικά απ’ το παίξιμο κι όχι από το σενάριο.Οι θίασοι της commedia dell’ arte, τριγυρνούσαν στη χώρα, και για να εξασφαλίσουν την σκηνική τους ανεξαρτησία, κουβαλούσαν πάντα μαζί τους , πάνω σ’ ένα κάρο μια φορητή σκηνή με κουρτίνες, κοστούμια κι ότι άλλο είχαν.

ΙΣΤΟΡΙΑ: Το θέατρο των Ιταλικών Ακαδημιών

Από τα μέσα του 15ου αιώνα εμφανίζονται και ακμάζουν στην Ιταλία οι Ακαδημίες.
Την ονομασία τους την πήραν από την ακαδημία του Πλάτωνα.
Αρχικά επρόκειτο για ομάδες λογίων που ήθελαν να προασπίσουν και να αναπτύξουν τα γράμματα και τις τέχνες, οι οποίοι ανέπτυσσαν συζητήσεις σχετικά με την πολιτική, την επιστήμη, ή τη φιλολογία. Η εργασία τους στην μετάφραση και κατανόηση των αρχαίων κειμένων, ωθεί στην ακμή των ελληνικών και λατινικών σπουδών.
Μία από τις πρώτες ακαδημίες, η Αcademia Platonica της Φλωρεντίας, ιδρύθηκε στα 1442 από τον Cosimo των Μεδίκων. Κάποια από τα μέλη της, υπήρξαν μεγάλοι Ελληνες λόγιοι, όπως οι: Θεόδωρος Γαζής, Δημήτριος Χαλκοκονδύλης,Ιωάννης Αργυρόπουλος,Ιανός Λάσκαρης κ.ά.
Μεγάλος όμως αριθμός Ελλήνων λογίων,όπως οι Ιωάννης Γρηγορόπουλος, Δημήτριος Δούκας και πολλοί άλλοι,ήταν μέλη της Νεακαδημίας του Αλδου,που ιδρύθηκε στα 1500, και της οποίας όχι μόνο το καταστατικό ήταν γραμμένο στα αρχαία ελληνικά, αλλά καί τα μέλη της ήταν υποχρεωμένα να μιλούν ελληνικά στις συνεδριάσεις τους.
Κατα τον 16ο αιώνα το θέμα των Ακαδημιών παίρνει μεγάλη έκταση, ενισχύεται από τις αρχές του τόπου αλλά και από τον κλήρο,γίνεται η πρωταρχική δραστηριότητα των αριστοκρατών, ενώ το θεματικό ενδιαφέρον επικεντρώνεται πια στη φιλολογία.
Η προσφορά των Ακαδημιών στη λογοτεχνία αλλά και στο θέατρο υπήρξε αδιαμφισβήτητη και καθοριστική.Η μελέτη των αρχαίων κλασσικών κειμένων οδηγεί στην πρωτότυπη λογοτεχνική και θεατρική δημιουργία,με αποτέλεσμα πολλά θεατρικά είδη, όπως η τραγωδία και το ποιμενικό δράμα να εμφανίστούν και να αναπτυχθούν μέσα στους κόλπους των Ακαδημιών.
Αρχικά εμφανίζεται η πρωτότυπη συγγραφή έργων κατ’ απομίμηση των αρχαίων ελληνικών και στη συνέχεια το θέατρο.
Η τραγωδία αναπαραγάγει στοιχεία από τον Σενέκα, ο οποίος έχοντας παρανοήσει τον ορισμό της τραγωδίας του Αριστοτέλη,παρουσίαζε επί σκηνής σκηνές τρόμου και φρίκης.
Στα τέλη του 15ου αιώνα, δίδεται η πρώτη παράσταση στον νεώτερο κόσμο, του Οιδίποδα Τύρανου, στα λατινικά,στο πρωτο ξύλινο θέατρο του Παλάντιο, στην Ακαδημία των Ολύμπιτσι[Olimpica], της Βιτσέντζας.
Παράλληλα, στις Ακαδημίες πάντα,δημιουργήται και η λόγια κωμωδία [comedia erudita],στην οποία κυριαρχούν τα φαρσικά επεισόδεια,οι καρικατούρες, η σύνθετη πλοκή, στοιχεία δηλαδή της κωμωδίας του Πλαύτου και του Τερέντιου.
Τέλος το ποιμενικό δράμα [tragicomedia pastorale], είναι ένα ακόμα θεατρικό είδος που αναπτύσσεται στα πλαίσια των δραστηριοτήτων των Ακαδημιών, εμπνευσμένο από την τάση της εποχής για επιστροφή στη φύση και γενικότερα την ανάγκη του ανθρώπου της αναγέννησης να ξεφύγει από την καταπίεση της εκκλησίας και την φεουδαρχία.
Το θρησκευτικό δράμα, το έργο που αντλεί τα θέματά του από την Αγία γραφή και τη θρησκέια, θεωρείται η εξέλιξη εκείνων των μεσαιωνικών μυστηρίων, που με το πέρασμα του χρόνου αποσυνδέθηκαν σταδιακά από τη θρησκεία, δημιουργώντας ένα ξεχωριστό θεατρικό είδος με πλοκή και αυτόνομους χαρακτήρες.