Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνος Χατζιδάκις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνος Χατζιδάκις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017

Αντιγόνη-Χατζιδάκις





Άνδρες Αθηναίοι, τί μας κοιτάτε με περιέργεια;
Αυτός είν’ ο πατέρας μου, ο Οιδίποδας,
που κάποτε ήταν βασιλιάς τρανός και τώρα
γυρνάει στην αγορά σας πληγωμένος
από τη μοίρα, κουρελιάρης και τυφλός,
παίζοντας το χαλασμένο του οργανάκι.

Άνδρες Αθηναίοι, κάθε οβολός σας
προσθέτει στην καρδιά σας μια ραγισματιά.
Του Οίκου μας τα μυστικά βαραίνουν
απ’ της δικής σας φαντασίας τις προσθήκες.
Αφήστε μας, ώς πότε θα μας σέρνετε
εδώ και κει, σα γύφτο με αρκούδα —
κι οι τραγωδοί να μας ανεβάζουν στα θέατρα,
να μας πολιορκούν για λεπτομέρειες,
και να ρωτούν πώς γίνηκε αυτό,
πώς δεν κατάφερε το χτύπημα να τ’ αποφύγει.
Άνδρες Αθηναίοι, δε σας φτάνει
που ο πατέρας μου υπήρξε ποιητής,
ο πρώτος του συμβολισμού εισηγητής,
που με το επίγραμμα «Απάντηση στη Σφίγγα»
έσωσε τη ζωή πολλών σας — χώρια
η αισθητική απόλαυση· γιατί
στον ιδιωτικό του βίο εισδύετε
και ψάχνετε για οιδιπόδεια συμπλέγματα,
άνομους έρωτες
και ηδονές που απαγορεύει η τρεχάμενη ηθική;
Σας έφτανε η «Απάντηση στη Σφίγγα».
Τ’ άλλα ας τ’ αφήνατε στο μισοσκόταδο.
Στο κάτω κάτω, το ’κανε εν αγνοία του
ενώ εσείς το κάνετε εν πλήρει γνώσει.

(Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Αντιγόνη υπέρ Οιδίποδος», Ποιήματα, εκδ. Διαγωνίου.)

Πηγή: Το 23ο Γράμμα

 .



Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

Μάνος Χατζιδάκις - μυθολογία


*




 ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ Έργο 23 (1965), σε ποίηση Νίκου Γκάτσου.
Β΄ Ηχογράφηση: 1991. Ενορχήστρωση: Τάσος Καρακατσάνης. Πιάνο: Μάνος Χατζιδάκις.
 

Στη «Μυθολογία», ο Μάνος Χατζιδάκις μοιάζει να ανακαλύπτει την ουσία του τραγουδιού που θα ήθελε πραγματικά να γράψει, αυτό που αργότερα περιέγραφε λέγοντας: 

"η τέχνη του τραγουδιού αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα,
γιατί το τραγούδι μας ενώνει μέσα σ' ένα μύθο κοινό". 

Την εποχή που ο Χατζιδάκις αποκτά τεράστια φήμη, κυρίως γράφοντας μουσική για τον ελληνικό κινηματογράφο, η «Μυθολογία» έρχεται να ανατρέψει πολλά δεδομένα σε επίπεδο αισθητικής και να προτείνει ένα καινούργιο άκουσμα γεμάτο εκπλήξεις, σε ένα κοινό μάλλον απροετοίμαστο για κάτι τέτοιο. Αξίζει να δούμε πως περιγράφει ο ίδιος ο Χατζιδάκις τον "απρόοπτο σχηματισμό μιας «Μυθολογίας» δυο χρόνια πριν την δικτατορία": 

"σαν γνήσιος στρατηγός το ΄65 θέλησα να κάνω στην Ελλάδα μια επανάσταση. Αντί για τανκ, πήρα ένα παιδί -- έφηβο μελαχρινό και όμορφο (ο Γιώργος Ρωμανός) απ' την παιδική χορωδία των ανακτόρων και του είπα να τραγουδήσει.
Μου λέει: «για να τραγουδήσω χρειάζομαι καινούργιους ΜΥΘΟΥΣ».
- Πολύ σωστά, σκέφθηκα. 

Και με τον Γκάτσο αρχίσαμε να κατασκευάζουμε μύθους τον έναν μετά τον άλλο, με κοπέλες πού 'χαναν τα κλειδιά από τη Θήβα, με Ιρλανδούς και Ιουδαίους που ψάχναν στην έρημο για γάμους και χαρά, μ' ευαίσθητους ληστές στην τελευταία τους στιγμή, μ' ένα παιδί που σφάζει φίλους κι αδελφούς γιατί ποτέ κανείς δεν του 'δωσε την σημασία την πρέπουσα, με τον Ορέστη που έγινε πουλί στο δάσος για να ξεφύγει από τη μοίρα του, μ' ένα παιδί που 'μοιαζε του Χριστού κι άλλα πολλά. 

Κι ο ένας μύθος έμπαινε πάνω στον άλλο κι έγιναν τόσοι πολλοί και τόσοι δυνατοί που τρόμαξε το παιδί, τρόμαξε ο κόσμος, τρόμαξε και η εταιρία που θα έβγαζε τον δίσκο.
Όλοι τρομάξανε εκτός απ' τον Γκάτσο κι εμένα που εξακολουθήσαμε με περισσότερο πάθος την κατασκευή και σύνθεση των μύθων, ξεχνώντας εντελώς την επανάσταση που είχα προγραμματίσει..." 

Τρεις κοπέλες απ' τη Θήβα
πήγαν μια βραδιά
πήγαν κι έχτισαν καλύβα
με ξερά κλαδιά

τρεις κοπέλες απ' τη Θήβα
κι απ' τη Λειβαδιά

Τρεις κοπέλες απ' τη Θήβα
στην ανηφοριά
δεν φοβήθηκαν τον λίβα
κι ούτε τον βοριά

τρεις κοπέλες απ' τη Θήβα
κι απ' τη Λειβαδιά

Τρεις κοπέλες απ' τη Θήβα
χάσαν τα κλειδιά
και δεν μπήκαν στη καλύβα
κείνη τη βραδιά

τρεις κοπέλες απ' τη Θήβα
κι απ' τη Λειβαδιά


*

Σημειώσεις από τον δημιουργό του βίντεο 30nocturnes

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι


ο


Μουσική: Μανος Χατζιδακης
Στιχοι: Ιακωβος Καμπανελλης
Δισκογραφία:
Ματωμένος γάμος/Παραμύθι χωρίς όνομα - 1965 



Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι
να γενεί νερό να ξεδιψάσεις

 
Σπέρνω την καρδιά μου στο λιβάδι
να γενεί ψωμάκι να χορτάσεις

 
Στη φωτιά τη ρίχνω την καρδιά μου
τα χεράκια σου έλα να ζεστάνεις

 
Στον αγέρα ρίχνω την καρδιά μου
να γενεί δροσούλα ν' ανασάνεις


 ο


Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2014

Δημήτρης Χορν - το πάρτι



ο


ο


 « Αυτή η γειτονιά είναι για όλους μας ένα κλουβί, κανείς δε ζει έτσι όπως θα θελε να ζει. Γιατί τ' όνειρο είναι μια στιγμή. Κι όλες οι άλλες οι στιγμές απελπισία...Μέσα σ΄ αυτό το δρόμο γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε. Μαζί με μας και τα όνειρά μας. Μαζί με μας και τα παιδιά μας. Γι αυτό ένα πάρτυ σ αυτό το δρόμο είναι κάτι πιο λυπητερό κι απ το θάνατο. Για ένα γραμόφωνο που ολοένα ξεκουρδίζεται. Δυο ιδρωμένα χέρια στο άσπρο φόρεμα ενός κοριτσιού. Ένας σκύλος που απορεί, ένα ποτήρι αδειανό στην άκρη της αυλής μας. Μια κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά της. Ένας κρυφός αναστεναγμός. Ένα αρπαχτικό βλέμμα θηρίου που δεν τολμάει ν΄ αγγίξει. Ένα κλουβί στην πόρτα σου μ' ένα πουλί που κοιμάται. Γι αυτό ένα πάρτυ στο δρόμο των ονείρων είναι στιγμή πιο θλιβερή κι απ τη στιγμή του ονείρου. Είναι ένα ξέφτισμα ζωής. Ένα παιχνίδι χάρτινο στα χέρια των αγγέλων. Κοιτάχτε τούτο το κλουβί. Είναι λιγάκι πιο μεγάλο απ την καρδιά μου κι όμως δεν μπορεί να χωρέσει την αγάπη μου. Κοιτάχτε και τούτο το κορίτσι. Θα του χαρίσω το κλουβί κι ένα τραγούδι θα μου πει. Για το πουλί που χάθηκε. Για το πουλί που πια δεν ζει. »

Στίχοι & μουσική: Μάνος Χατζιδάκις.
Ερμηνεία: Δημήτρης Χορν, «Οδός Ονείρων», 1962. 


ο


Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Μ.Χατζιδάκις - Σερενάτα για τη σεξουαλική απουσία





 Carina



Η μουσική έχει γραφεί για την avant-garde ταινία: 
«Sweet Movie» του Dušan Makavejev, το 1974. 
Τίτλος άλμπουμ
"Μουσική και τραγούδια για την ταινία Sweet Movie"  
"Music and songs for the film by Dusan Makavejev." 
Πολύτροπον, Lyra

"«Η ταινία θα σχηματιστεί μέσα μας και στον καθένα ξεχωριστά μετά την προβολή. Και αυτή η ταινία που θα σχηματιστεί δεν θα μοιάζει η μια με την άλλη, θάναι πολλές , όσοι και οι θεατές, μα όλες μαζί θα είναι για τον καθένα μας το "Sweet Movie", ικανό για να μας δώσει μια καινούργια όραση, να ξαναβρούμε τους φίλους μας, τους εαυτούς μας και τις ιδέες μας μέσα στο χώρο και στο χρόνο που ζούμε.» Λόγια από τον πρόλογο του Μάνου Χατζιδάκι την Κυριακή το πρωί 20/10/1974 στην Κινηματογραφική Λέσχη στο "ΑΣΤΥ".



o

 

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

Αθανασία · Μ. Χατζιδάκις


O

 


 Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά
δε μου δίνεις σημασία κι η καρδιά μου πώς βαστά
Σ' αγαπήσανε στον κόσμο βασιλιάδες, ποιητές
κι ένα κλωναράκι δυόσμο δεν τούς χάρισες ποτές

Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψαμε βαθιά
Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς
Ομορφονιά, που δε σε κέρδισε κανείς

Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά
ποια παράξενη θυσία η ζωή να σου χρωστά
Ήρθαν διψασμένοι Κροίσοι, ταπεινοί προσκυνητές
κι απ' του κήπου σου τη βρύση δεν τους πότισες ποτές

Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψανε βαθιά
Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς
Ομορφονιά, που δε σε κέρδισε κανείς


O



Από τη συλλογή
Ο ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ΣΤΗ ΡΩΜΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ, 35 ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ 1947-1985
Ερμηνεύει ο Βασίλης Λέκκας.


_



 

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Αδημοσίευτο κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι


_


Αδημοσίευτο κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι:
«Επιθυμώ να στείλω εις τον διάβολον, κάθε άνθρωπο που δεν με σέβεται»




Ένα κείμενο προσωπικό, ιδιαίτερο, με έντονη στοιχεία κριτικής και πολεμικής, έρχεται στην επιφάνεια, 34 χρόνια μετά, δια χειρός Μάνου Χατζιδάκι. Ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης το είχε γράψει στις 20 Μαΐου 1980 όταν και  βρισκόταν στη Μελβούρνη.

Τρεις δεκαετίες μετά και με αφορμή τη συμπλήρωση των 20 ετών από τον θάνατό του, η εφημερίδα Νέος Κόσμος το φέρνει στη δημοσιότητα. Ένα κείμενο που δείχνει το εύρος της σκέψης του Μάνου Χατζιδάκι και την αντίθεσή του σε κάθε μορφή ευτέλειας και ξεπεσμού.
Ο τίτλος του κειμένου -από τον ίδιο τον Μάνο Χατζιδάκι- είναι
«Βιογραφικό σε πρώτο προσωπικό»

Ακολουθεί το κείμενο:

«Βιογραφικό σε πρώτο προσωπικό
Γεννήθηκα στις 23 Οκτώβρη του '25, στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους μεταπολεμικούς της ενδοχώρας μετανάστες.
Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη και ο πατέρας μου απ' την Κρήτη. Με φέραν το '31 στην Αθήνα απ' όπου έλαβα την Αττική παιδεία - όταν ακόμη υπήρχε στον τόπο μας και Αττική και Παιδεία.

Είμαι λοιπόν γέννημα δύο ανθρώπων που δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ' την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι' αυτό και περιέχω μέσα μου όλες τις δυσκολίες του Θεού και όλες τις αντιθέσεις. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την Ευρωπαϊκή, φέραν έν' αποτέλεσμα εντυπωσιακό. Εγινα τόσο ομαλός, έτσι που οι γύρω μου να φαίνονται ως ανώμαλοι.

Η κατοχική περίοδος μου συνειδητοποίησε πως δεν χρειαζόμουν τα μαθήματα της Μουσικής, γιατί με καθιστούσαν αισθηματικά ανάπηρο και ύπουλα μ' απομάκρυναν απ' τους αρχικούς μου στόχους που ήταν: Να διοχετευθώ, να επικοινωνήσω και να εξαφανιστώ. Γι' αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την κατοχή - σαν ήρθε η απελευθέρωση. Δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς δεν μοιάζω φυσιογνωμικά με μέλος του γνωστού Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου.

Ταξίδεψα πολύ. Κι' αυτό με βοήθησε ν' αντιληφθώ πώς η βλακεία δεν ήταν μόνο προϊόν του τόπου μας αποκλειστικό, όπως περήφανα αποδεικνύουν συνεχώς οι Έλληνες σωβινιστές και οι ντόπιοι εθνικιστές. Έτσι ενισχύθηκε η έμφυτη ελληνικότητά μου και μίκραινε κατά πολύ ο ενθουσιασμός μου για τους αλλοδαπούς.

Έγραψα μουσική για το Θέατρο, για τον Κινηματογράφο και τον Χορό. Παράλληλα έγραψα πολλά τραγούδια - δύο χιλιάδες μέχρι στιγμής, - μέσ' απ' τα οποία ξεχωρίζω όλα όσα περιέχει αυτή μου η συναυλία.

To 1966 βρέθηκα στην Αμερική, και επειδή χρωστούσα στην ελληνική εφορία κάπου τρισήμιση εκατομμύρια δραχμές, αναγκάστηκα να κατοικήσω εκεί ώσπου να τα εξοφλήσω.
Εξόφλησα τα χρέη μου το '72 κι' επέστρεψα στην Αθήνα, για να κατασκευάσω το καφενείο με το όνομα «Πολύτροπο». Ήρθε όμως ο τυφώνας που ονομάστηκε «Μεταπολίτευση» με τις σειρήνες των γηπέδων και των σφαιριστηρίων και τους χιλιάδες εκ των υστέρων αντιστασιακούς, που αγανακτισμένοι τραγουδούσαν τραγούδια ενάντια στη Δικτατορία, και που με αναγκάσανε να κλείσω το «Πολύτροπο», μ' ένα παθητικό περίπου πάλι των τρισήμιση εκατομμυρίων. Μοιραίος αριθμός.

Κι' έτσι απ' το '75 αρχίζει μια διάσημη «εποχή μου» που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε η υπαλληλική, και που με κατέστησε πάλι διάσιμο σ' όλους τους απληροφόρητους συμπατριώτες μου και σ' όσους πίστεψαν πως τοποθετήθηκα χαρακτηριστικά στις όποιες θέσεις της δημόσιας ζωής. Μέσα σ' αυτή που λέτε την περίοδο, προσπάθησα ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω «ακριβές καφενειακές ιδέες» πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού. Και οι δύο ετούτοι οργανισμοί βαθύτατα διαβρωμένοι και σαθροί από τη γέννησή τους, κατάφεραν ν' αντισταθούν επιτυχώς ώσπου στο τέλος να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ΄ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό, γεννήθηκε η φιλελεύθερη έννοια του ΤΡΙΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ και επιβλήθηκε σε ολόκληρο τον τόπο.

Και καταστάλαγμα μέχρι στιγμής του βίου μου είναι:
Α δ ι α φ ο ρ ώ για την δόξα. Με φυλακίζει στα όρια που εκείνη καθορίζει κι' όχι εγώ.

Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει κι όχι σ' αυτό που μας διασκεδάζει και μας κολακεύει εις τας βιαίως αποκτηθείσας συνήθειές μας.

Ε π ι θ υ μ ώ να έχω πολλά χρήματα για να μπορώ να στέλνω «εις τον διάβολον» - πού λένε - κάθε εργασία που δεν με σέβεται. Το ίδιο και τους ανθρώπους.

Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία την πάσα λογής χυδαιότητα καθώς και κάθε ηλίθιο του καιρού μου.
Aυτό το ρεσιτάλ είναι αποτέλεσμα πολύχρονης συνειδητής προσπάθειας και μελέτη «υψηλού πάθους». Γι' αυτό και το αφιερώνω στους φίλους μου.


ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
Μελβούρνη 20 Μαΐου 1980».

Πηγή: iefimerida.gr
Πηγή εικόνας από bibliotheque
__


Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Άγνωστη συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι στον Χρήστο Μαυρή





Το MusicPaper.grφέρνει στη δημοσιότητα μια άγνωστη συνέντευξη που παραχώρησε ο Χατζιδάκις στον Κύπριο δημοσιογράφο και ποιητή, Χρήστο Μαυρή, μεγάλο μέρος της οποίας δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 1984 στο κυπριακό λογοτεχνικό περιοδικό, «Η Άμαξα». «Οι απόψεις και οι θέσεις» σημειώνει σήμερα ο Μαυρής, «που εκφράζει ο Μάνος Χατζιδάκις στα θέματα με τα οποία καταπιαστήκαμε στη συνέντευξη είναι, πιστεύω, διαχρονικές, εννοώ διατηρούνται φρέσκες, παρόλο που έχουν περάσει σχεδόν τρεις δεκαετίες από τότε. Και ακριβώς είναι από αυτή τη διαχρονικότητα που παρακινήθηκα για να δημοσιεύσω και πάλι τη συνέντευξη, για να γίνουν, με αυτό τον τρόπο, οι θέσεις και οι απόψεις του, κτήμα ενός ευρύτερου αναγνωστικού κοινού και, κυρίως, των νεότερων, που δεν είχαν την τύχη να γνωρίσουν τον συνθέτη».

Τελευταία δώσατε συναυλίες στην Κύπρο. Πώς είδατε το φιλόμουσο κοινό της; Ποιες εντυπώσεις αποκομίσατε από εκεί; 

Μ. ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ: Έχω την εντύπωση ότι δεν υπάρχει φιλόμουσο κοινό στην Κύπρο. Και ότι αν τυχόν συγκεντρώθηκε κάποιος κόσμος για να ακούσει τις συναυλίες μου, ήταν μόνο και μόνο γιατί ήξερε τ' όνομά μου. Αλλά δεν νομίζω ότι υπήρχε μία προπαρασκευή ν' ακούσουν αυτό που έκανα και, γενικά, βρήκα ότι στην Κύπρο δεν υπάρχει καμία προετοιμασία από μέρους του κράτους στο να δημιουργηθεί ένα κοινό που ν' ακούει μουσική. Και παρ' όλο που έχετε βγάλει εξαίσιους πιανίστες και όλοι υπάρχουν στο εξωτερικό... 

Μιλάτε για τον Κατσαρή; 

Μ.Χ.: Όχι τον Κατσαρή! Ο Κατσαρής είναι η βεντέτα. Υπάρχουν άλλοι οι οποίοι είναι πιο αξιόλογοι. Είναι ο Μαρτίνος Τυρίμος, ο Χριστόδουλος Γεωργιάδης, η Μουζάλα, ο Οικονόμου, πολλά αξιόλογα παιδιά, που έχουν διαπρέψει στο πιάνο. Αλλά δεν είδα ένα κλίμα μουσικής που να γεννάει στην Κύπρο τη διάθεση ενός κοινού ν' ακούσει μουσική και, προπάντων, δεν είδα νέους. Πουθενά δεν είδα νέους ανθρώπους!

Δηλαδή, το κοινό που είχε έλθει στις συναυλίες σας δεν είχε καταλάβει το νόημά τους; 

Μ.Χ.: Το κοινό που έφτασε στις συναυλίες μου ήταν κόσμος ο οποίος, ως επί το πλείστον, εκτός από εξαιρέσεις, ήλθε να δει τ' όνομά μου, ν' ακούσει μια μουσική που ίσως δεν τη φανταζόταν. Αλλά δεν είδα ένα νέο κοινό που να προβληματιστεί, να συνομιλήσει μαζί μου. Δεν υπήρχαν νέοι. Πού είναι οι νέοι στην Κύπρο; Είναι στον στρατό όλοι;

Ναι, είναι και αυτό. Αλλά πρέπει να ξέρετε ότι δεν έχουμε Πανεπιστήμια εκεί. Τους χειμερινούς μήνες και καθ' όλη τη σχολική περίοδο όλοι αυτοί απουσιάζουν στο εξωτερικό.


Μ.Χ.: Πάντως αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό. Η Κύπρος μού έκανε την εντύπωση μιας χώρας χωρίς νέους. Και μια χώρα χωρίς νέους είναι χώρα χωρίς ουσία. Διότι δεν υπάρχουν οι αντιδράσεις, οι αντιθέσεις, οι συζητήσεις, το ενδιαφέρον. Υπάρχει μία αστική τάξη η οποία ενδιαφέρεται να περάσει καλά, και δεν νομίζω ότι είχα με αυτή να πω τίποτα, με αυτή την αστική τάξη. Εγώ το περισσότερο ήθελα να συνομιλήσω με νέους ανθρώπους πάσης ηλικίας. Αλλά έλειψαν μεγαλοπρεπώς!

Γενικά είστε απογοητευμένος από αυτή την επίσκεψή σας; 

Μ.Χ.: Δεν θα 'λεγα απογοητευμένος. Θα έλεγα ότι ακριβώς η Κύπρος μού έκαμε την εντύπωση μιας χώρας η οποία γεροντοκρατείται. Οχι ακριβώς γεροντοκρατείται. Υπάρχουν μόνον η μέση ηλικία και πάνω. Δεν υπάρχει ζωντανό υλικό. Δεν είδα πουθενά ζωντανό υλικό! Είδα πολλές καφετέριες, πολλές ντισκοτέκ...

Και κάποια ευμάρεια.

Μ.Χ.: Η ευμάρεια μου θυμίζει ελληνική επαρχία.

Η εποχή μας, από πνευματικής απόψεως, βλέπετε να παρουσιάζει δυσκολίες; Εννοώ θα ξαναβγεί ένας Σκαλκώτας, ένας Μανώλης Καλομοίρης, ένας Γιάννης Παπαϊωάννου, ένας Τσιτσάνης ή ένας Βιβάλντι, ένας Μότσαρτ, ένας Μάλερ;
 

Μ.Χ.: Κάθε εποχή έχει τους εκπροσώπους της. Τα ονόματα που αναφέρατε δεν είναι τα μοναδικά, διότι έχουμε και άλλες εποχές που έφεραν άλλες προσωπικότητες. Η εποχή μας έχει προσωπικότητες. Σήμερα η τέχνη γενικά περνάει μια κρίση. Δηλαδή η τέχνη του Σκαλκώτα, του Καλομοίρη, για να πάρω τους δικούς μας, περνάει μια κρίση, διότι ο καθένας πρέπει να ξανατοποθετηθεί στην έννοια μουσική και γενικά στην έννοια τέχνη. Αυτό που υπήρξε επί τετρακόσια χρόνια, σήμερα παύει να υπάρχει όπως υπήρχε. Συνεπώς, η απουσία των αντίστοιχων προσώπων δεν σημαίνει ότι περνάμε μία κρίση στην τέχνη. Απλούστατα αλλάζουμε τοποθέτηση απέναντι στην τέχνη. Και με την άνοδο των μαζών αυτό είναι επόμενο να συμβεί.

Άρα είστε αισιόδοξος για την τέχνη.  

Μ.Χ.: Είμαι αισιόδοξος, όχι ότι θα ξαναβγούν ο Βιβάλντι ή ο Καλομοίρης. Είμαι αισιόδοξος ότι δεν θα ξαναβγούν αυτά τα πρόσωπα.

Δεν είναι λίγες οι φορές που έχετε μελοποιήσει έλληνες ποιητές...


Μ.Χ.: Όχι, δεν έχω μελοποιήσει πολλούς έλληνες ποιητές.

Μπορώ εδώ να σας αναφέρω μια σειρά.


Μ.Χ.: Έχω μελοποιήσει μόνο ποιήματα για τον «Μεγάλο Ερωτικό», όλα τ' άλλα τα έκανα με στίχους που γράφονταν ειδικά για τα έργα που έφτιαχνα. Είμαι από εκείνους που δεν έχουν μελοποιήσει κατά κανόνα έλληνες ποιητές.





Έχετε μελοποιήσει όμως Ευριπίδη, Σαπφώ, Σολωμό, Καβάφη, Ελύτη, Γκάτσο, Σαραντάρη, Μυρτιώτισσα κ.ά.

Μ.Χ.: Προσέξτε, όλα αυτά στον «Μεγάλο Ερωτικό». Δεν έχω μελοποιήσει ποιητές. Εμένα με ενδιέφερε πάντα το τραγούδι ως αποτέλεσμα από ζωντανή αιτία, που είναι ένας στίχος που γράφεται εκείνη την ώρα...

Ο στίχος παίζει σημασία στο τραγούδι;
 

Μ.Χ.: Τεράστια! Και φυσικά γι' αυτό συνεργάστηκα μόνο με τον Γκάτσο και τον εαυτό μου. Αλλά σε ποιητές δεν έχω γράψει μουσική. Είμαι ο μόνος που δεν έχει γράψει, παρ' όλο που είμαι μέσα στην ποίηση, διότι ξέρω ότι αυτό είναι μία πολύ δύσκολη ιστορία και δεν χρειάζεται εμένα για να υπάρξει η ποίηση. Ο «Μεγάλος Ερωτικός» είναι μια άλλη ιστορία. Πήρα τα ποιήματα περί έρωτος και τα τοποθέτησα μέσα στον «Μεγάλο Ερωτικό».

Το ερωτικό στοιχείο τι ρόλο παίζει για σας στη δουλειά σας;

Μ.Χ.: Στη δουλειά μου είναι αυτονόητο. Στη ζωή μου, σημαντικό. Από την ώρα που είμαι ένας ερωτικός άνθρωπος, μοιραία υπάρχει και στη δουλειά μου, αλλά φαντάζομαι ότι, πιστεύω μάλλον, κάθε καλή τέχνη περιέχει το ερωτικό στοιχείο έντονα. Όλες οι τέχνες, αυτές που γίνονται και δεν είναι ερωτικές, δεν είναι και καλές. Κάθε καλή τέχνη είναι ερωτική. 

Γνωρίζω ότι διαβάζετε αρκετά, και συγκεκριμένα αρκετή λογοτεχνία. Την κυπριακή λογοτεχνία την έχετε υπόψη σας; Εννοώ να σας έχει σταματήσει κανένα αξιόλογο κυπριακό έργο.

Μ.Χ.: Όχι, δεν έχω μεγάλη επαφή με την κυπριακή λογοτεχνία.

Θα επιθυμούσατε να έχετε;


 Μ.Χ.: Κοιτάξτε, διαβάζω βάσει των παρορμήσεών μου και των ανακαλύψεών μου που κάνω από τον έναν στον άλλο. Δεν έτυχε να μπλεχτώ μέσα σ' αυτό που λέγεται Κύπρος.Τελευταία, συμπτωματικά, γνώρισα υιό κυπρίου ποιητή. Του Μηχανικού τον υιόν.

Τον Θουκυδίδη;


Μ.Χ.: Ναι, τον Θουκυδίδη, ο οποίος είναι πολύ συμπαθητικό παιδί. Μου έδωσε το βιβλίο του πατέρα του. Δεν μπορώ να πω όμως ότι έχω γνώση αυτού που λέγεται κυπριακή λογοτεχνία και κυπριακή ποίηση. Δεν ανήκω σε αυτούς που διαβάζουν επαγγελματικά. Δεν είμαι επαγγελματίας μελετητής.  

Γράφετε όμως ποίηση.  

Μ.Χ.: Ε, δεν θα 'λεγα ότι γράφω, με συμπληρώνει μερικές φορές.

Δηλαδή το θεωρείτε κάτι απαραίτητο στη ζωή σας αυτό;

Μ.Χ.: Κοιτάξτε, το μόνο που θεωρώ απαραίτητο στη ζωή μου είναι ο έρωτας. Αυτό με αιτιολογεί ότι υπάρχω. Τίποτε άλλο. Ούτε η μουσική ούτε η λογοτεχνία ούτε η ποίηση μου είναι απαραίτητες.


Ούτε η μουσική;

Μ.Χ.: Οχι, δεν μου είναι απαραίτητη. Αν μου πείτε ότι δεν θα γράψω μουσική δεν πρόκειται να πεθάνω, όπως λέει και ο Ρίλκε. Αλλά μου είναι απαραίτητη τη στιγμή που δεν ξέρω τίποτε άλλο να κάνω. Αν είχα πολλά χρήματα ίσως να μην έγραφα μουσική και θα 'ταν καλύτερα. Δηλαδή ξεκίνησα να κάνω μουσική διότι έπρεπε να κερδίζω τα προς το ζην.

Όχι για λόγους εκφράσεως;


Μ.Χ.: Μετά έγινε αυτό. Στην αρχή, ξεκινά κανείς πολύ επιπόλαια, από άλλες παρορμήσεις: να γίνει γνωστός, να κερδίσει χρήματα, να κερδίσει φήμη... Εάν τυχόν καταφέρει να περάσει από αυτές τις εξετάσεις και παραμείνει αληθινός άνθρωπος, τότε αρχίζει και τον εκφράζει η εργασία του.

Θέλετε να πείτε ότι εσείς τυχαία ξεκινήσατε ως μουσικός;


Μ.Χ.: Όχι τυχαία, αλλά τυχαία έγινα μουσικός. Δηλαδή τίποτε δεν προδίκαζε ότι θα γίνω μουσικός, ότι θα γίνω ενδιαφέρον πρόσωπο. Τίποτε απολύτως! Αντιθέτως, όταν ήμουν 16-17 ετών είχα όλες τις αντιθέσεις, του κόσμου τις αντιθέσεις, μέσα μου! Λοιπόν, επειδή έπαιζα πιάνο; Αυτό δεν σημαίνει τίποτε. Ξέρω χιλιάδες παιδιά που παίζουν πιάνο! Αυτό δεν σημαίνει πως θα γίνουν κάτι σπουδαίο.

Εξάλλου, ξέρω ότι πρώτα σας τραβούσε περισσότερο το θέατρο, ή κάνω λάθος;

Μ.Χ.: Μπα, ήταν ανησυχίες της εποχής και της εφηβείας, και πήγαινα στο θέατρο, έκανα τραγούδι, έκανα χορό... όλα με ενδιέφεραν. Στην ουσία για να επιβάλω το εγώ μου, όπως και κάθε νέος. Όλα αυτά τα κάνει κάποιος για να επιβάλει το εγώ του.

Και μετά τα 30 αρχίζει και τ' απορρίπτει όλα.


Μ.Χ.: Ε, φυσικά! Στο μεταξύ έμαθα να κάνω μόνο μουσική. Σήμερα δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Και πάλι, αν είχα πολλά χρήματα θα σταματούσα. Δεν θα 'κανα ή θα 'κανα μονάχα για τον εαυτό μου. Δεν θα μ' ενδιέφερε να είμαι γνωστός.

Τις φωνές σας με ποια κριτήρια τις επιλέγετε;

Μ.Χ.: Ποιες φωνές; Τους τραγουδιστές που συνεργάζεστε μαζί τους.

Τι προσόντα πρέπει να έχουν;


Μ.Χ.: Ναι. Να τραγουδούν καλά και να μην έχουν τραγουδήσει ξανά, ως επί το πλείστον. Μοιάζω σαν αυτούς που κάνουν τους χολιγουντιανούς σκηνοθέτες, που συλλέγουν ηθοποιούς για τον Χριστό. Πρέπει να μην είναι γνωστοί. Δεν μου αρέσουν οι γνωστοί τραγουδιστές. Εκτός αν έχουν μία πολύ έντονη προσωπικότητα, όπως είναι η Μαρία Φαραντούρη. Υστερα, να είναι ερωτικοί. Δηλαδή να έχουν έλξη. Από τη φύση τους. Και η άλλη δουλειά είναι δικιά μου, το πώς θα τραγουδήσουν. Και δεν θέλω να τραγουδήσουν μετά από εμένα άλλη μουσική. Είμαι λίγο-πολύ, όπως σας είπα, σαν τους χολιγουντιανους πράκτορες που ζητάνε ηθοποιούς για τον ρόλο του Χριστού. Υπογράφουν οι ηθοποιοί που θα παίξουν τον ρόλο του Χριστού ότι για δέκα, δεκαπέντε χρόνια μετά δεν πρόκειται να παίξουν στο σινεμά. Διότι δεν νοείται να παίζεις τον ρόλο του Χριστού και μετά να εμφανίζεσαι λατίνος εραστής ή γκάνγκστερ. Λοιπόν, το ίδιο κι εγώ. Δεν μου αρέσει να τραγουδάνε μετά από εμένα κατά τρόπο που δεν θα ήθελα. 

Εδώ θα 'θελα να σας θυμίσω το έργο σας «Ο οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης»...

Μ.Χ.: Α, εκεί είχαμε κάποιον Κύπριο!

Τον Ευτύχιο Χατζηττοφή.

 
Μ.Χ.: Τον Χατζηττοφή! Αυτός ήταν πολύ σπουδαίο παιδί!

Τι απέγινε;


Μ.Χ.: Αυτός δουλεύει στην Τράπεζα. Αυτός μ' αρέσει πάρα πολύ! Είναι σοβαρότατο παιδί και τραγουδάει εξαίσια. Και προπαντός τραγουδάει εξαίσια στο άλλο έργο μου, το «Χωρίον ο πόθος». Εκεί είναι σπουδαίος. Πιο σπουδαίος. Γιατί στο «Μεθυσμένο κορίτσι» ήταν ακόμη λιγάκι ανώριμος. Αλλά στο «Χωρίον ο πόθος» είναι έκτακτος. Αυτός έφυγε και παντρεύτηκε και, προς τιμήν του, δεν έκανε μετά τραγούδι και πήγε να δουλέψει στην Τράπεζα. Είναι υπάλληλος της Τραπέζης και μένει κάπου στο Μενίδι. Όχι, στο Κρανίδι. Πολύ σπουδαίο παιδί. Αυτός μ' αρέσει. 

Είχε γίνει τραγουδιστής μ' εκείνα τα τραγούδια που εσείς του είχατε εμπιστευτεί. Εγώ ήμουν τότε πολύ μικρός που τον είχα πρωτοδεί στην τηλεόραση, την κυπριακή τηλεόραση, αλλά μου έκανε τρομερή εντύπωση. Διερωτώμην πού είχε καταλήξει αυτός ο άνθρωπος;

Μ.Χ.: Ναι, δυστυχώς, διότι εγώ, καταλάβετε, ορίζω ορισμένα όρια, αλλά δεν μπορώ να έχω την ευθύνη για τη συνέχειά τους. Όσοι είναι σοβαροί εξελίσσονται ή στην εργασία του τραγουδιού ή σε μια άλλη εργασία, όπως ο Ευτύχιος. Διότι σκέφτηκε, ύστερα από αυτή τη δουλειά που είχαμε κάμει, πού θα πήγαινε να δουλέψει; Με ποιες προϋποθέσεις; Για μένα είναι θετικό το ότι δεν έκανε τραγούδι. Λοιπόν, είναι πολύ δύσκολο να βρεις, όταν λέω ερωτική έλξη. Ακριβώς να, ο Ευτύχιος είχε την έλξη από μια παράδοση που περιείχε. Διότι ο Ευτύχιος μικρός τραγουδούσε στην εκκλησία. Και είχε αυτό το βυζαντινό στοιχείο μέσα του.

Τόσο με τους «Αγώνες τραγουδιού της Κέρκυρας» όσο και από τις φωνές που ξεχωρίζετε για ν' αποδώσουν τα τραγούδια σας αντιλαμβάνομαι ότι επιδιώκετε να δημιουργήσετε κάποια «σχολή» στο ελληνικό τραγούδι. Είναι πράγματι έτσι ή κάνω λάθος;

Μ.Χ.: Κοιτάξτε, δεν θα έλεγα κάποια «σχολή» στο ελληνικό τραγούδι. Δεν μπορώ να κόψω ένα ρεύμα χυδαιολογίας που υπάρχει γύρω μας. Και σε τελευταία ανάλυση, τι να κόψω; Μήπως εγώ έχω το δίκιο; Εγώ προσπαθώ να περιφρουρήσω το κλίμα μου και να το επιβάλω.

Στον δικό σας χώρο; 

Μ.Χ.: Στον δικό μου χώρο. Μοιραία, όταν λαμβάνω μέρος σ' έναν αγώνα τραγουδιού, θα επιβάλω το γούστο μου. Δεν μπορώ να το δω έξω απ' αυτά που πιστεύω. Οταν επιλέγω κάποιον για να τραγουδήσει, θα τον δω με βάση τα κριτήρια που εγώ διαθέτω, αναγκαστικά. Αυτό δεν πάει να πει πως πάω να επιβάλω μια κατάσταση γύρω μου. Περιφρουρώ την κατάστασή μου.

Οι γνώμες των άλλων δεν σας απασχολούν;

Μ.Χ.: Όχι, ως συνήθως.



 


Πολύ συχνά, τον τελευταίο καιρό, ακούγεται ότι υπάρχει κρίση στο ελληνικό τραγούδι. Εσείς τι πιστεύετε; Συχνά δηλώνετε ότι «οφείλουμε να ξαναβρούμε ένα καινούριο τραγούδι». Πώς εννοείτε αυτό το καινούριο τραγούδι;


Μ.Χ.: Εγώ, να σας πω, δεν έχω πρόβλημα. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κρίση. Η κρίση είναι φτιαχτή. Όταν υπάρχει ένα καλός συνθέτης, εξακολουθεί και γράφει. Κι ένας καλός καινούριος συνθέτης αποκαλύπτεται και γράφει. Λοιπόν, αν αυτός ο καλός συνθέτης είναι τόσο πολύ καλός όσο ήταν και ο προηγούμενος, δεν είναι πρόβλημα. Αυτά είναι αστεία. Είναι προβλήματα αυτά; Σε όλες τις εποχές υπάρχουν καλοί ή μέτριοι συνθέτες που γράφουν τραγούδια. Άλλα τραγούδια είναι για να μας διασκεδάζουν, άλλα τραγούδια για να μας διαπαιδαγωγούν. Να μας δημιουργούν κάτι παραπάνω. Η εποχή μας, ο χώρος μας, διαθέτουν αρκετά πρόσωπα που γράφουν καλά τραγούδια. Δεν είναι ανάγκη να φωνάζουμε: Υπάρχει κρίση, υπάρχει κρίση. Ποια είναι η κρίση; Εγώ δεν καταλαβαίνω. Δηλαδή, αν υπάρχουν του κόσμου τα κέντρα σήμερα, και θέλουν τραγούδια, αυτό δεν είναι πρόβλημα. Αυτό είναι πρόβλημα των εμπορικών κυκλωμάτων.

Τόσο από τη μακροχρόνια πείρα σας στα μουσικά πράγματα της Ελλάδας όσο και από τις συνεργασίες σας με τους νέους, μήπως έχετε ξεχωρίσει αξιόλογα ταλέντα, ικανά να συνεχίσουν προοδευτικά τον δρόμο που χαράξατε εσείς στο ελληνικό έντεχνο τραγούδι;

Μ.Χ.: Δεν μπορώ να σας πω. Πάντα θα υπάρχουν πρόσωπα, αλλά για να φτάσουν στο σημείο να έχουν μια βαρύτητα είναι θέμα της ιστορίας τους. Πώς θα εξελιχθούν; Δεν μπορώ να προδικάσω κανέναν. Υπάρχουν πολλά πρόσωπα με ταλέντο, αλλά αυτό δεν λέει τίποτα. Σε τελευταία ανάλυση δεν είναι απαραίτητο να βρεθεί ένα πρόσωπο του δικού μου βάρους, ή του Μίκη Θεοδωράκη, για να υπάρξει. Μπορεί να είναι διαφορετικός και μπορεί να είναι λιγότερου βάρους. Και θα έχει σημασία για τον τόπο και για το τραγούδι.

Σημασία έχει το τραγούδι ν' ανεβαίνει ποιοτικά και όχι να το οπισθοδρομούν. Δεν είναι έτσι;

Μ.Χ.: Το τραγούδι θα πηγαίνει και θα βρει την πορεία του. Άμα βρεθεί ένα πρόσωπο σημαντικό, θα κάνει σπουδαίο τραγούδι. Άμα βρεθούν μέτρια πρόσωπα, θα κάνουν μέτρια τραγούδια. Θα προχωρούν τα πράγματα έτσι, νομίζω.

Για να επιστρέψω ακόμη λίγο στην προηγούμενη ερώτηση. Οι πολυεθνικές και οι εθνικές εταιρείες δίσκων συμβάλλουν στην κρίση;


Μ.Χ.: Όχι ακριβώς. Αυτές έχουν ενδιαφέροντα διαφορετικά. Έχουν οικονομικά ενδιαφέροντα. Θέλουν να ελέγχουν όλη αυτή την ιστορία του τραγουδιού και να την κατευθύνουν κατά κάποιον τρόπο βάσει εμπορικών κριτηρίων. Εκεί αντιδράμε εμείς, και γι' αυτό κάναμε αυτή τη νέα κίνηση, η οποία ήταν μια αντίδραση σε δύο νόμους που προωθούσαν οι εταιρείες με τους εκπροσώπους τους, μέσα από δικά μας σωματεία, όπως ήταν η ΕΜΣΕ προηγουμένως, που, εν ονόματί μας, έκαναν όλη αυτή την ιστορία. Γι' αυτό αντιδράσαμε και χωρίσαμε.

Να σας κάνω μία ερώτηση πολιτικού περιεχομένου;

Μ.Χ.: Ναι, να την ακούσω.

Είχατε πει κάποτε πως δεν υπάρχει μια «υπεύθυνη κρατική μουσική πολιτική». Η παλιά συνεργάτιδά σας και νυν υπουργός Πολιτισμού κυρία Μελίνα Μερκούρη, ως αρμόδιο πρόσωπο σήμερα, πώς αντιμετωπίζει το πρόβλημα αυτό;

Μ.Χ.: Ερασιτεχνικά. Δεν το ξέρει. Δεν μπορεί να το ξέρει.

Δεν μπορεί να το λύσει;


Μ.Χ.: Βεβαίως δεν μπορεί να το λύσει. Είναι χωμένη κάτω απ' τις πιέσεις των διαφόρων συλλόγων, των σωματείων, των συνδικάτων. Και φυσικά δεν υπήρχε στη Νέα Δημοκρατία και εξίσου δεν υπάρχει και στο ΠΑΣΟΚ. Ποια είναι; Η λαϊκίστικη αυτή πολιτική, αυτή των διαφόρων ας πούμε επιδοτήσεων για να γίνουν συναυλίες; Αυτή είναι υπεύθυνη μουσική πολιτική; Είναι εξίσου απαράδεκτη κι' αυτή. Επιπλέον, είναι πιεσμένη κάτω απ' τα συνδικάτα, τα οποία για διάφορους λόγους καθορίζουν την πολιτική στους άσχετους από το πρέπει στους διάφορους τομείς.

Δηλαδή αυτή η «μουσική πολιτική» θα παραμείνει άλυτη;
 
Μ.Χ.: Ναι, ή, μάλλον, θα περιέλθει πάλι στα χέρια των ανίκανων και των ατάλαντων.

Κατά τη γνώμη σας, ποιοι μπορούν να τη λύσουν;


Μ.Χ.: Υπήρξε μια περίοδος που είχαμε ανακατευτεί αρκετοί άνθρωποι με ταλέντο και θα μπορούσε να δοθεί μια λύση...

Μιλάτε για το Τρίτο Πρόγραμμα;
 

Μ.Χ.: Όχι μονάχα για το Τρίτο. Ήταν η περίοδος που πρωθυπουργός ήταν ο Καραμανλής και ο οποίος λίγο-πολύ είχε πειστεί για ορισμένες βασικές κατευθυντήριες γραμμές, αλλά, δυστυχώς, η αντίδραση των διαφόρων συνδικάτων και συμφερόντων μάς έκαμε να μην καταφέρουμε τίποτε. Από εδώ και πέρα δεν έγινε τίποτε και ούτε θα γίνει. 

Τον τελευταίο καιρό βλέπω με χαρά ότι όλο και περισσότερο βγάζετε δίσκους, παραδείγματος χάριν «Οι μπαλάντες της οδού Αθηνάς», «Ο Μπολιβάρ» και μερικές επαναλήψεις...
 
Μ.Χ.: Δεν βγάζω δίσκους. Γι' αυτές τις επαναλήψεις δεν είμαι υπεύθυνος εγώ. Οι επαναλήψεις της «EMIAL» είναι έργο της «EMIAL».

Αυτά που έχει κάνει διασκευή η Λένα Πλάτωνος;


Μ.Χ.: Και αυτό είναι έργο της Πλάτωνος. Τα «Τριάντα νυχτερινά», που παίζω πιάνο, είναι έργο της «ΜΙΝΩΣ». Εγώ δεν έχω ευθύνη. Εγώ έχω ευθύνη μόνο για τις «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς».

Αν παραποιήσουν όμως το έργο σας;


Μ.Χ.: Δεν θα το άφηνα.

Αρα, έχετε κάποια εποπτεία;

Μ.Χ.: Ούτε εποπτεία. Εκ των υστέρων λέω να γίνει ή να μη γίνει.

Εγώ νόμιζα ότι αυτό είναι λόγω έμπνευσης. Η έμπνευση για σας τι ρόλο παίζει; Πώς την αισθάνεστε;


Μ.Χ.: Είναι μια υπεύθυνη υπόθεση, η οποία με οδηγεί σε ορισμένη εργασία και δεν έχει καμία σχέση με αυτές τις διασκευαστικές εργασίες, που είναι η επανάληψη των παλιών μου τραγουδιών.

Τα παλιά σας τραγούδια τ' απορρίπτετε;


Μ.Χ.: Οχι, καθόλου, αλλά δεν μπορώ να στέκομαι. Σκεφτείτε, όλος ο κόσμος στέκεται στην παραγωγη τριών ετών, εγώ, εν τω μεταξύ, εξακολουθώ και ζω. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου το τι έγινε. Δεν απορρίπτω τίποτε, αλλά δεν μπορώ εγώ να γίνω μία βιομηχανική μονάδα που να επαναλαμβάνει ό,τι διασκεδάζει τον κόσμο.

Οι σχέσεις σας με τους δημοσιογράφους λένε ότι δεν είναι καλές. Εγώ προσωπικά είμαι έτοιμος να τους διαψεύσω κατηγορηματικά. Εσείς τι λέτε;

Μ.Χ.: Κοιτάξτε, αναλόγως. Αν τυχόν οι δημοσιογράφοι έρχονται και έχουν μία ενοχλητική παρουσία, σώνει και καλά να καλύψουν ένα γεγονός, παρά τη θέλησή μου, θα βρουν τη θέλησή μου, η οποία εκείνη την ώρα δεν μπορεί ν' ανταποκριθεί. Εάν τυχόν έχουν τη διάθεση ν' αποσπάσουν κάτι από μένα, βεβαίως να το αποσπάσουν. Σέβομαι την ιδεολογία τους, αλλά όταν αυτό πάει να γίνει με προκαθορισμένες θέσεις, τότε με ενοχλεί και αντιδρώ.

Με τους νέους πώς διαγράφονται οι σχέσεις σας;

Μ.Χ.: Με τους νέους στην ηλικία;

Και τους βιολογικά νέους, και αυτούς που αισθάνονται νέοι στην ψυχή.


Μ.Χ.: Μα, με αυτούς συνομιλώ!

Αυτούς που αισθάνονται νέοι στην ψυχή; Δηλαδή κάποιος μπορεί να είναι στην ηλικία των 70 χρόνων και να αισθάνεται νέος; Που έχουν το συναίσθημα;


Μ.Χ.: Α, ναι, και υπάρχουν και από δυο-τρεις τέτοιοι φίλοι μου. Οι νέοι στην ηλικία, οι περισσότεροι, μου είναι αδιάφοροι. Μπορεί να είναι ελκυστικοί. Μπορεί να είναι ερωτικοί αλλά δεν μπορεί να είναι και ενδιαφέροντες. Εάν τώρα τύχει να είναι και ενδιαφέροντες, με γεια τους με χαρά τους.

Πιστεύετε ότι σας αγαπάνε οι νέοι; 

Μ.Χ.: Όχι, δεν μου χρειάζεται. Δεν με ενδιαφέρει να με αγαπάει κανείς. Το ν' αγαπάει κάποιος έναν άνθρωπο είναι μια δύσκολη ιστορία. Πρέπει να είμαι μέσα στα ενδιαφέροντά του και να με ανακαλύψει. Χωρίς να με ανακαλύψει δεν θέλω να με αγαπάει. Γιατί να με αγαπάει, σε τελευταία ανάλυση, ένας νέος άνθρωπος; Δεν τον κολακεύω. Αντιθέτως, του δημιουργώ προβλήματα. Πρέπει να είμαι μέσα στα αιτήματά του για να μπορεί να με ανακαλύψει και να με αγαπήσει. Πιστεύω ότι εκείνοι που με αγαπούν πρέπει να είναι οι άνθρωποι που ζούνε μαζί μου, εκατό τοις εκατό! Οι άλλοι πρέπει να με ανακαλύψουν. Αν δεν με ανακαλύψουν, δεν θέλω να με ξέρουν. Κι εκεί είναι το περίεργο. Ότι το όνομά μου το ξέρει πάρα πολύς κόσμος που δεν χρειάζεται να με ξέρει, ενώ αποτείνομαι σ' εκείνους που με ανακαλύπτουν και για τον άλφα ή βήτα λόγο έχουν να πούνε κάποια κουβέντα μαζί μου.

Πηγή: www.musicpaper.gr

__

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Μάνος Χατζιδάκις - συνέντευξη στον Ρένο Αποστολίδη



__

Είναι μία συνέντευξη-συζήτηση σημαντική όπως θα διαπιστώσετε κι εσείς, που αφορά σε δύο ανθρώπους που ηγήθηκαν του χώρου τους, τον Μάνο Χατζιδάκι από τη μια μεριά (που απαντά) και τον συγγραφέα και κριτικό Ρένο Αποστολίδη από την άλλη (που ερωτά) και η οποία (συζήτηση) δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο τεύχος 1 του περιοδικού 'Τα Νέα Ελληνικά' (υπό Ηρακλή και Ρένου Αποστολίδη), τον Ιανουάριο του 1966.

Το 1965, όταν πάρθηκε η συνέντευξη, ο Χατζιδάκις ήταν 40 ετών και ο Αποστολίδης 41. Άρα αναφερόμαστε σε δύο νέους ανθρώπους, συνομήλικους, που είχαν ήδη δώσει στίγμα, που ξεχώριζαν με το έργο τους, προκαλώντας το δημόσιο διάλογο. Διαβάζοντας λοιπόν τη συζήτησή τους οδηγήθηκα να ψάξω λίγο τα της πορείας του Χατζιδάκι στο διάστημα που είχε προηγηθεί (1963-65), κάτι που, εν πάση περιπτώσει, επεφύλαξε για μένα μία μικρή έκπληξη (δεν το είχα συνειδητοποιήσει). Διαπίστωσα, δηλαδή, πως εκείνη την περίοδο ο συνθέτης ασχολείτο περισσότερο με την παρουσίαση έργων ελλήνων συναδέλφων του (της λεγόμενης σύγχρονης μουσικής) και λιγότερο με ό,τι θα αποκαλούσαμε καθημερινό τραγούδι (μέσω του οποίου τον γνώρισε κι ο κόσμος). Ρίχνοντας μια ματιά π.χ. στα προγράμματα του Φεστιβάλ Αθηνών 1964 και 1965 εκείνο που βλέπω είναι η αναγραφή του ονόματός του ως διευθυντή της Πειραματικής Ορχήστρας Αθηνών, προτείνοντας έργα των Νίκου Σκαλκώτα («Μικρή Σουίτα για Έγχορδα»), Ιάννη Ξενάκη («Ικέτιδες», «Εόντα», με τη συμμετοχή του κορυφαίου ξενακικού ιάπωνα πιανίστα Yuji Takahashi), Θόδωρου Αντωνίου («Κοντσερτίνο για πιάνο, έγχορδα και κρουστά», «Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα»), Γιώργου Σισιλιάνου («Κοντσέρτο για βιολοντσέλο και ορχήστρα») κ.ά. Παρατηρείται δηλαδή μία μετατόπιση των ενδιαφερόντων του Χατζιδάκι προς την καθαρή μουσική, γεγονός το οποίον επιβεβαιώνεται αν ρίξει κάποιος μια ματιά και στην εργογραφία του http://is.gd/UO5iMy, εκεί όπου θα διαπιστώσει πως το 1963 δεν συνθέτει απολύτως τίποτα, πως το 1964 γράφει δύο σάουντρακ, το «Χαμόγελο της Τζοκόντας» και τους «Δεκαπέντε Εσπερινούς» (αμφότερα ορχηστρικά), και πως το 1965 καταπιάνεται μόνο με τη «Μυθολογία» (που θα κυκλοφορούσε βεβαίως την επόμενη χρονιά). Βασικά, δηλαδή, και για τρία χρόνια, ο Χατζιδάκις έχει σταματήσει να εκδίδει τραγούδια, κάτι που διαπιστώνεται και προς το τέλος της συνέντευξης από τον έτερο συνομιλητή Κάρολο Παλαιολόγο (Κ.Π.) – στη συζήτηση συμμετείχε και ο Πάρις Τακόπουλος (Π.Τ.).




Ο Χατζιδάκις εκφράζεται με διάθεση πολεμική έναντι του ελαφρού, αλλά και του εντέχνου λαϊκού τραγουδιού (περισώζεται, κάπως, μόνον ο Μίκης Θεοδωράκης), επιθυμώντας να τοποθετήσει τον εαυτό του έξω απ’ αυτή την ομάδα, διατυπώνοντας ορισμένες ελιτίστικες θέσεις, απομειώνοντας τόσο τραγουδοποιούς συναδέλφους του («δεν θεωρώ κανένα νεώτερο άξιο μνείας») και βεβαίως το ελαφρό τραγούδι της εποχής («μπορεί κάθε τόσο ν’ ακούγεται ένα ωραίο τραγουδάκι, αλλά δεν είναι παρά μόνο αυτό»). Η διακαής του επιθυμία να συμπεριληφθεί στη χορεία των σοβαρών συνθετών της εποχής (θεωρεί άξιους, όπως λέει ο ίδιος, τους Παπαϊωάννου, Χρήστου, Σισιλιάνο και Αντωνίου) είναι κάτι παραπάνω από εμφανής, γεγονός που τον οδηγεί από τη μια μεριά σε εκφραστικές ακρότητες (μιλάει για «εξάμβλωμα», αναφερόμενος στη συνύπαρξη ποίησης και λαϊκού τραγουδιού – μην ξεχνάμε π.χ. πως το «Άξιον Εστί» κυκλοφορούσε ήδη από το ’64) και υπερφίαλες τοποθετήσεις («εγέννησα αυτό που θέλω να λέγεται ελληνικό τραγούδι»), αλλά, από την άλλη, και στην εντυπωσιακή για την εποχή καταδήλωση της αξίας, της σημασίας και της θέσης του Ξενάκη στη σύγχρονη δημιουργία, παίρνοντας θέση, συγχρόνως, και στην αισθητική διαμάχη που καλά κρατούσε ανάμεσα στην Αριστερά και την πεφωτισμένη Δεξιά (καθότι η αφώτιστη είχε άλλα… ενδιαφέροντα, αδιάφορα, δυστυχώς, για τον συνθέτη).



 

Ένα άλλο θέμα που προξενεί εντύπωση, εν σχέσει πάντα με τον Χατζιδάκι, είναι οι αντιφατικές δηλώσεις του οι σχετικές με το ρεμπέτικο. Έτσι λοιπόν ενώ συνεχίζει, και εδώ, να το εκθειάζει ως «γνήσια λαϊκή εκδήλωση» υπερασπιζόμενος τον χαρακτήρα του, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ως διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος, μιλούσε περιφρονητικώς «για τους ρεμπετολόγους, αποκηρύσσοντας μετά βδελυγμίας τη λατρεία ρεμπέτηδων, όπως του Μάρκου Βαμβακάρη» (Στάθης Gauntlett «Ρεμπέτικο Τραγούδι» Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2001). Τα κίνητρα του Χατζιδάκι μπορεί να μην ήταν ταπεινά, διακρίνονταν όμως από μία κλασική αγκύλωση. Όταν ανακαλύπτουν και άλλοι εκείνο που έχεις εσύ, πρώτος, ανακαλύψει, απαξιώνεις την ανακάλυψή σου, διαχωρίζοντας τη θέση σου από το συρμό. Όμως για το συρμό δεν ευθυνόταν ο Βαμβακάρης. Όταν λοιπόν η Αριστερά άρχιζε να βλέπει με άλλο μάτι το ρεμπέτικο, σταδιακώς κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, οδηγώντας την κατάσταση στα άκρα με την ρεμπετοαναβίωση στα πρώτα χρόνια του ΠαΣοΚ, ο Χατζιδάκις δεν διαχώρισε τη θέση του μόνον από την υπερβολή και τον… σοσιαλ-λαϊκισμό, αλλά και από τους ίδιους τους δημιουργούς. Εν πάση περιπτώσει, δεν χρειάζεται να γράψω κάτι άλλο για την ώρα – διαβάστε τη συνέντευξη…

_

Ρένος Αποστολίδης. Τι συγκεκριμένως ανατρέψατε, στο χώρο του τραγουδιού μας, με τη δημιουργία σας;
Μάνος Χατζιδάκις. Εάν εννοήτε το «ελαφρό» τραγούδι, απλούστατα: επέβαλα ένα γούστο. Αλλ’ επειδή η δημιουργία μου επεξετάθη στο χώρο του τραγουδιού γενικώτατα, κι όχι μόνο στον τομέα του «ελαφρού» (που οπωσδήποτε δεν με κράτησε σοβαρά), εκεί, χωρίς σεμνότητα, οφείλω να ομολογήσω πως δεν ανέτρεψα τίποτε. Γιατί δεν υπήρχε τίποτε ν’ ανατρέψω. Απλούστατα: εγέννησα αυτό που θέλω να λέγεται ελληνικό τραγούδι.
Ρ.Α. Σεις που ζήτε διαρκώς σ’ ό,τι θα μπορούσαμε να ονομάσωμε «μουσικό πυρήνα της ζωής μας», μπορείτε να μας πήτε αν διακρίνετε μέσα στην όλη σύγχρονη μουσική δημιουργία μας τόνους που να ειδοποιούν πως κάτι πολύ βαθύ αλλάζει στο Λαό μας;
Μ.Χ. Η μόνη μουσική δημιουργία που μπορεί να φανερώνη μια τέτοια αλλαγή, θα ήταν, αυστηρώς ειπείν, η «σοβαρή» μας μουσική. Απ’ ό,τι γνωρίζω, τίποτε δεν πρόκειται ν’ αλλάξη στον Τόπο μας, αν ο Ξενάκης λόγου χάριν φανερώνη μια βαθύτατη αλλαγή στη σύγχρονη ευρωπαϊκή περιοχή· μην ξεχνάμε ότι ο Ξενάκης δεν είναι υπεύθυνος ούτε δέκτης της σύγχρονης νεοελληνικής ευαισθησίας. Πώς θα μπορούσα, ακούγοντας τις μεγάλες στιγμές του Ξενάκη, να προειδοποιηθώ ότι κάτι μεγάλο έρχεται στον μακάριο ελληνικό χώρο, όπου ζούμε εδώ και σαράντα χρόνια;
Ρ.Α. Επιτρέψτε μου να επιμείνω, αν μέσα στο τραγούδι που κολλάει στα χείλια, στα χείλια όλων, όχι στην οποιαδήποτε και οσοδήποτε «σοβαρή» μουσική μας, ακούτε τόνους που να ειδοποιούν πως κάτι βαθύ αλλάζει εδώ.
Μ.Χ. Όχι. Αυτός ο χώρος έχει τις πηγές του υγιείς. Ανέκαθεν, ό,τι υπήρξε αληθινό ήταν και μεγάλο, και δυνατό· με μόνη τη διαφορά, πως η επίσημη φθορά δεν το άφηνε ποτέ ν’ αναπτυχθή ομαλά. Ως εκ τούτου, κάθε τέτοια στιγμή δεν μας ειδοποιεί, αλλά μας θυμίζει. Η αρχαία πηγή είναι αυτή που ποιεί πάντα τας μεταβολάς· όσες φορές απομακρυνθήκαμε από τις πηγές, είχαμε πτώση και καταστροφή.
Ρ.Α. Μπορείτε να μας εξηγήσετε γιατί μαίνεται κατά του ρεμπέτικου η «Αριστερά» μας; Και γιατί, επίσης, από άλλες πλευρές, κ’ οι φορείς του ψευδοαστικού φιλοδυτικού ρυθμού και τόνου; Και υπό το πρίσμα της βασικής αυτής ερωτήσεως, προσδιορίστε, αν θέλετε, τον χαρακτήρα: α) της δημιουργίας ρεμπέτικων – ή ψευδορεμπέτικων; – απ’ τον Θεοδωράκη και β) της συστηματικής επεισδύσεως – για να μην πω «εισβολής» ή «επιδημίας» – λογιώτατου ποιητικού υλικού στις μελωδίες αυτού του «πεποιημένου» ή «φαμπρικαρισμένου» λαϊκού τραγουδιού. Πρόκειται περί επεμβάσεως «εκ των άνω», σε κάτι που φυσικά άνθιζε «εκ των κάτω»; Και πώς την βλέπετε τέτοια επέμβαση; Όχι εξαλλοιωτική, καταδυναστευτική της γνήσιας λαϊκής εκδηλώσεως; Σε τι διαφέρει από τις επεμβάσεις της «Δεξιάς»;
Μ.Χ. Η «Αριστερά» θεωρεί «υγιές» ό,τι παριστάνει το «υγιές». Το ρεμπέτικο όμως, σαν γνήσια λαϊκή εκδήλωση, που δεν έχει καμμία σχέση με την ρομαντική Ελληνική Επανάσταση, δεν περιέχει αυτή την a priori «υγεία» που υποβοηθεί την σκοπιμότητα της «Αριστεράς». Αυτή είναι η ουσία. Η επιφάνεια είναι ακόμη αφελέστερη: οι μουσικοί εκπρόσωποι της «Αριστεράς» στερούνται ταλέντου. Ο Θεοδωράκης, που είναι ένας μουσικός με ταλέντο, ή δεν κατάλαβε, ή σκοπίμως έκανε πως δεν κατάλαβε, ότι δεν μπορεί να είναι «λαϊκός» συνθέτης – και το λέγω τούτο δίχως την παραμικρή πρόθεση μειώσεώς του. Δημιούργησε μια εσκεμμένη νοθεία «λαϊκής» συνθέσεως, είτε για προσωπικόν όφελος – πράγμα, ως ένα σημείο, θεμιτό – είτε για κομματικόν όφελος, πράγμα εξοργιστικό. Κάποτε προσπάθησα να του εξηγήσω, ότι άνθρωπος που έχει υποκλιθή προ του κοινού του Κόβεντ Γκάρντεν δεν αποτελεί φορέα γνήσιας «λαϊκής εκφράσεως». Δεν το κατάλαβε – όπως δεν μπόρεσε να καταλάβη πως, αν και «αριστερός», προτιμά να ζη στα «υποδουλωμένα αστικά καθεστώτα»! Παρ’ όλα αυτά, οφείλω να ομολογήσω πως όσες φορές κατάφερε να λησμονήση τις οποιεσδήποτε σκοπιμότητές του, μας έδωσε ένα θαυμάσιο τραγούδι, που απορρέει από την ιδιότητα του ταλαντούχου συνθέτου. Όλες οι άλλες του προγραμματικές, «επιγραμματικές», προεκλογικές και μετεκλογικές «ρήσεις» είναι προς κατανάλωσιν από τους αφελείς (και ελπίζω όχι στα σοβαρά από τον ίδιον).
Ρ.Α. Γιατί; Δύσκολα δηλαδή χάβει κανείς ό,τι σερβίρει στους άλλους; Εγώ ξέρω πολλά αφτιά μεθυσμένα – και πολλά μυαλά «πεπεισμένα» – από την ίδια τους τη φωνή, που μάλιστα την υψώνουν ίσα-ίσα για να πείσουν τον εαυτό τους βλέποντας άλλους να τους πιστεύουν!
(Εδώ ο Μάνος Χατζιδάκις γελάει και συνεχίζει). Όσο για την αστική αντίδραση, είναι ακόμη αφελέστερη: προέρχεται από την βασική αντίσταση του αστού στο να δέχεται ό,τι λέει την αλήθεια. Ως εκ τούτου, στερείται πάσης σημασίας.
Ρ.Α. Θέλω να επιμείνω στο θέμα, ρωτώντας σας αν λοιπόν φρονήτε πως η δημιουργία του Θεοδωράκη, ως μόνου «οπωσδήποτε αξιολογωτέρου», καθώς λέτε, της «αριστεράς» μουσικής παρατάξεως, αποτελεί ή όχι μια «εκ των άνω» καταδυναστική επέμβαση, με πρόθεση εξαλλοιωτική, εις την φυσικά ανθίζουσα βάση του λαϊκού αστικού τραγουδιού.
Μ.Χ. Το ελληνικό αστικό λαϊκό τραγούδι φύσει έχει «πεσιμιστικό» χαρακτήρα. Και λόγω καταγωγής, και λόγω καταστάσεως που αποδίδει. Η αξία του έγκειται στη δύναμη εκφράσεως. Οποιαδήποτε μετάθεσις της αξίας του αποτελεί πλάνη. Λοιπόν, η συνειδητή προσπάθεια του Μίκη Θεοδωράκη ή «αφέλεια» μπορεί να χαρακτηρισθή ή «πλάνη». Η Ιστορία, που είναι αμείλικτη, πολύ σύντομα θα σταθμίση το αληθινό ύψος τού κατά τα άλλα ταλαντούχου συνθέτου.
Ρ.Α. Ποια είναι η γνώμη σας, ειδικώτερα, για την εισβολή του λόγιου ποιητικού στοιχείου στο χώρο του «ελαφρού» μας τραγουδιού;
Μ.Χ. Το φαινόμενο ξεκίνησε από σύμπλεγμα κατωτερότητος συνθετών: για να διατηρήσουν την σύνδεσή τους με τη «σοβαρή» τέχνη, θέλησαν να μεταχειριστούν τη «σοβαρή» ποίηση σε κατασκευάσματα λαϊκής καταναλώσεως. Από την άλλη πάλι μεριά, οι εντός εισαγωγικών «σοβαροί» μας ποιηταί βρήκαν εύκολη δημοτικότητα και επιβολή, που ουδέποτε δια των βιβλίων και της καθαυτό ποιότητός τους είχαν πετύχει. Έτσι, παρουσιάστηκε αυτό το εξάμβλωμα «λαϊκού τραγουδιού», όπου λέγονται πράγματα λόγια με το πλέον πρωτόγονο μουσικό υλικό. Φυσικά, μέγα όφελος απ’ αυτό το άνοστο πράγμα είχε μόνον η «Αριστερά», γιατί η «Δεξιά» τυχαίνει και ποιητές να έχη σοβαρώτερους, και συνθέτες χωρίς συμπλέγματα, και κοινό εντελώς αδιάφορο για τις δημιουργίες και των συνθετών και των ποιητών!
Ρ.Α. Κ’ έτσι, λογουχάρη, ακούσαμε ως και τον τραγικό «Μιχαλιό» του Καρυωτάκη σε ρυθμό περιπαικτικού αντιμιλιταριστικού «εν-δυο! εν-δυο!».
Μ.Χ. Αυτό είναι το λιγότερο!
Ρ.Α. Και το περισότερο;
Μ.Χ. Πολλά ποιητικά έργα, που δεν είχαν ανάγκη μουσικών καρυκευμάτων για να υπάρξουν, ήχησαν σαν ταβερνόβιοι μελωδικοί σχηματισμοί. Κι ακόμα περισσότερο: ασχημάτιστα ποιητικά σκαριφήματα παρουσιάστηκαν, ίσοις όροις, από τους ίδιους συνθέτες, με ποιητικά έργα σεβαστά και στο χρόνο και στην ελληνική ποιητική ιστορία! Τέτοια σύγχυση μόνο ιδιοκτήτες θεατρικών επιχειρήσεων θα μπορούσαν να ονειρευθούν!
Ρ.Α. Μπορείτε ν’ απαντήσετε στην ερώτηση «γιατί πέθανε, και πότε, το δημοτικό μας τραγούδι»;
Μ.Χ. Το λαϊκό τραγούδι πάντα είναι έκφρασις ενός λαού στο χώρο και το χρόνο που ζη. Το δημοτικό μας τραγούδι είναι πιστή έκφρασις του Λαού μας σε μια εποχή εντελώς διαφορετική από τη σημερινή. Οι συνθήκες που το γέννησαν – ακόμα και σε μια βαθύτερη συνάρτηση με τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό της εποχής – έχουν εντελώς διαφοροποιηθή.
Ρ.Α. Επιμένετε στην άποψη πως υπάρχει συνάντηση του δημοτικού μας τραγουδιού με τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό;
Μ.Χ. Άμεση όχι. Άλλ’ έμμεση, οπωσδήποτε ναι. Το δημοτικό τραγούδι είναι έκφραση της Ελληνικής Επαναστάσεως, και οπωσδήποτε η Ελληνική Επανάστασις είναι συνηρτημένη με τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό. Το δημοτικό τραγούδι εκφράζει, με μια μεγαλόπνευστη σοβαρή αφέλεια, την ανθρώπινη δύναμη – άσχετα αν νικιέται ή νικά – πάνω στη μοίρα. Δεν μπορώ να φαντασθώ γνησιώτερη ρομαντική στάση.
Ρ.Α. Και γιατί όχι απολύτως πηγαία, όπως ο ίδιος λέγατε στην αρχή;
Μ.Χ. Μπορεί και πηγαία… Αλλ’ ανεπτυγμένη στο αυτό ιστορικό κλίμα.
Π.Τ. Ποιους σημερινούς συνθέτες μας «ελαφρών» τραγουδιών θεωρείται άξιους;
Μ.Χ. Δεν θεωρώ κανένα νεώτερο άξιο μνείας, ή ούτε καν άξιο συγκρίσεως με τον Θεοδωράκη. Οι οποιεσδήποτε «ευοίωνες παρουσίες» παρουσιάζουν πολλήν ισχνότητα για να χαρακτηρισθούν «προσφορές». Μπορεί κάθε τόσο ν’ ακούγεται ένα ωραίο τραγουδάκι, αλλά δεν είναι παρά μόνο αυτό. Δεν είναι ένα όραμα, και άρα δεν ενδιαφέρει.
Ρ.Α. Και στη «σοβαρή» μας μουσική – αν υπάρχη;
Μ.Χ. Η «σοβαρή» μας μουσική έχει να επιδείξη, για πρώτη φορά, ονόματα άξια να σταθούν στην κορυφή της ευρωπαϊκής δημιουργίας. Και πρώτος και καλύτερος: ο Γιάννης Ξενάκης, που οφείλω να ομολογήσω πως τον θεωρώ έναν απ’ τους κορυφαίους της σύγχρονης μουσικής.
Ρ.Α. Παρακαλώντας να μιλήσετε με ισοσθενή ωμότητα, κρίνατε την ειλικρινέστατη δήλωσή μου: πως, απ’ ό,τι άκουσα, με δικιά σας παρουσίαση, θεωρώ τον Ξενάκη, απλώς, απογράφο θορύβων του Καιρού τούτου.
Μ.Χ. Εγώ, αν ήμουν στη θέση σας, και λόγω της σοβαρότητος που σας χαρακτηρίζει και λόγω της επαναστατικότητος που σας διέπει, θα στεκόμουν με μιαν ακόμα πιο επαναστατική απέναντι στον εαυτό σας στάση για τον Ξενάκη: δεν θα έλεγα «τον θεωρώ», θα έλεγα «δεν τον θωρώ»! Κι αυτό σας το λέγω, για να μπορέσω άνετα να σας δώσω τους απαραίτητους εκείνους φακούς να τον διακρίνετε! Αγνοώ, λοιπόν, τον χαρακτηρισμό σας, για να σας τον γνωρίσω.
Ρ.Α. Επιτρέψτε μου, αντιμετωπίζοντας, με την γνωστή μου «κακότητα» την περίπτωσή σας ως «εκτιμητού» του Ξενάκη ειδικώς, να σας ρωτήσω τι θα λέγατε για κείνον που θα έκρινε την στάση τού κατεξοχήν μελωδικού Χατζιδάκι έναντι του κατεξοχήν αντιμελωδικού Ξενάκη, ως είδος «σνομπισμού»;
Μ.Χ. Πέσατε εις μίαν μικράν παγίδα! Χαρακτηρίζοντάς με μελωδιστήν.
Ρ.Α. Μελωδικόν!
Μ.Χ. … μελωδιστήν, εννοείτε να μου αφαιρήτε την βαθύτερή μου μουσική ουσία, που με κάνει να πλησιάζω άνετα οποιοδήποτε μουσικό έργο, είτε εις το παρελθόν είτε εις το παρόν. Αλλ’ είμαι βέβαιος, πως αυτή η «κακότητα», που αρέσκεσθε να επικαλήσθε για τον εαυτό σας, δεν αποσκοπεί να μου αφιαρέση την μουσική μου ιδιότητα!
Ρ.Α. Κάθε άλλο! Να σας την προασπίση μάλιστα!
Μ.Χ. Λοιπόν, που βρίσκετε τον «σνομπισμό» μου για τον Ξενάκη;
Ρ.Α. Να και σεις σε μια δικιά μου παγίδα!
Μ.Χ. Οπωσδήποτε, ασχέτως «σνομπισμού» ή όχι, το ουσιώδες ερώτημα πάντα παραμένει: τι είναι ο Ξενάκης; Και γιατί τον θεωρώ «μεγάλο»; Πριν μπορέσω ν’ αποκριθώ σ’ αυτό το ερώτημα, δεν θα ήμουν σε θέση ν’ αντιμετωπίσω την αντίρρησή σας. Γνωρίζοντας τις δυνατότητες που έχετε στο ν’ αντιληφθήτε τη σημασία όσων θα πω, δικαιολογούμαι να σας μιλήσω συνοπτικώτατα:
Ο Ξενάκης είχε το θάρρος ν’ αγνοήση την μουσική παράδοση πεντακοσίων ετών – να αγνοήση, δηλαδή, την μουσική από την Αναγέννηση και μετά – και να ξανατοποθετηθή, με όλη τη δύναμη ενός γνήσιου ελληνικού πνεύματος, δίνοντάς μας μουσική όχι βέβαια αυτή που κληρονομήσαμε και συνηθίσαμε. Ιδού η πρώτη δυσκολία για να σταθούμε απέναντί του: μας απαιτεί ή πολύ αγνούς ή πολύ δυνατούς. Η μουσική, ανέκαθεν, ακόμα και στην ακμαιότερη ευρωπαϊκή της έκφραση, υπήρξε μία οργάνωσις ήχων. Όσο πιο μεγαλειώδης, τόσα πιο σοφά ωργανωμένη – και τόσο διαρκέστατη στο χρόνο. Γιατί μας συνθλίβει η καταπληκτική οργάνωση του Ξενάκη, που περικλείει όλες τις σύγχρονες επιτεύξεις μας; Αλλά, ακόμη περισσότερο: η ξανατοποθέτησή του στη μουσική ουσία δημιουργεί ένα πρωτόγονο ηχητικό αποτέλεσμα, χωρίς καθόλου το σοφό σχολαστικισμό της παραδοσιακής οργανώσεως. Τίποτε στον Ξενάκη δεν είναι σκόνη, αλλά ύλη ζωντανή, κάτω από σκέψη βαθύτατα μαθηματική – και με την ευρύτητα ενός ποιητού. Ακόμα και η έννοια της μελωδίας δεν ελλείπει· αντιθέτως μάλιστα, παρουσιάζεται ευρηματική, αστραφτερή και τεταμένη. Μια μελωδία, που θάπρεπε νάχαμε κληρονομήσει, αν δεν είχε συσσωρευτεί η μουσική θητεία πεντακοσίων ετών.
Η σημασία του Ξενάκη είναι μεγάλη· γιατί πρώτη φορά στην παγκόσμια μουσική δημιουργία παρουσιάστηκε μια προσωπικότητα τόσο τολμηρή που ν’ αποφασίση να ξαναϋπάρξη Έλλην. Πρέπει να παρέλθουν λίγα χρόνια, για ν’ αντιληφθούμε τη σημασία του – για να γνωρίσουμε κ’ εμείς, μες απ’ αυτόν, την βαθύτερη νεοελληνική μας ιδιοσυγκρασία.
Ρ.Α. Δηλαδή, και για να με πείσετε πρέπει να παρέλθουν λίγα χρόνια!
Μ.Χ. Όχι. Πρέπει να παρέλθουν λίγα χρόνια για να καθαριστούμε, εμείς ιδιαίτερα, οι Έλληνες, κι από τη σκόνη του ευρωπαϊκού πολιτισμού, κι από τη σκόνη της «αθάνατης» ρωμιοσύνης μας!
Ρ.Α. Προτιμώ «βρώμικος» με τον Μπετόβεν!
Μ.Χ. Με εκπλήσσετε, σεις, ένας αδιάκοπα επαναστάτης, πόσον αστικήν ευκολία περικλείει η αστική σας ευαισθησία!
Ρ.Α. Δέχομαι και «αντιδραστικός» ακόμη, και «αστός» έστω, και «οκνηρός» αν θέλετε, μέσα στην Ιστορία, με τον Μπετόβεν, παρά «επαναστάτης», τάχα, με κάτι που δεν με έχει πείσει!
Μ.Χ. Ούτε «αντιδραστικός», ούτε «αστός». «Ολίγον οκνηρός, ως προς μίαν περιοχήν», και τίποτε άλλο! Άλλωστε, δεν τα έχω με τον Μπετόβεν, αλλά μ’ εσάς – κι αυτό προς το παρόν. Γιατί είμαι βέβαιος, ότι εντός ολίγου χρόνου, θα προσπαθώ κ’ εγώ, καθώς κ’ οι φίλοι σας, να σας συγκρατήσουμε από το… επαναστατικόν πάθος που θα έχετε για τον Ξενάκη!
Π.Τ. Ποιους άλλους έλληνες συνθέτες θεωρείτε άξιους;
Μ.Χ. Τον Παπαϊωάννου, τον Χρήστου, τον Σισιλιάνο, τον Αντωνίου – για να περιοριστώ σε μια ομάδα συνθετών που τυχαίνει να γνωρίζω καλά το έργο τους. Θέλω να τονίσω τη σπάνια για τον Τόπο μας θετική προσφορά του Γιάννη Παπαϊωάννου, που, εκτός από τη μουσική του, σαν δάσκαλος μάς έχει δώσει τέλεια και σύγχρονα εκπαιδευμένη μια πλειάδα μαθητών, και δημιουργεί με το μάθημά του τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να υπάρξουν – όσοι υπάρξουν απ’ αυτούς – αληθινά σύγχρονοι μουσικοί. Και μόνο μ’ αυτή του την ιδιότητα ο Παπαϊωάννου αξίζει να πάρη την πρώτη θέση στη συνείδησή μας, εκτός που κι ως συνθέτης μάς έχει δώσει θαυμάσια εργασία, που θα χαρακτηρίση απόλυτα το μουσικό μας σήμερα.
Κ.Π. Τι εκάνατε τα δύο τελευταία χρόνια, που δεν εμφανίσατε νέα τραγούδια; Υπάρχουν πολλοί που διερωτώνται τι να σημαίνη η διακοπή αυτή, κι αν ξαναπαρουσιάσετε «έργο για τα χείλια μας».
Μ.Χ. Πάντοτε η πορεία μου είχε ένα ρυθμό sui generis. Δεν την χαρακτήριζε καμμιά σκοπιμότης και καμμιά υποταγή. Δυο χρόνια, είχα το πάθος να φτιάξω την Πειραματική ορχήστρα – κ’ ελπίζω σύντομα αυτή μου η δουλειά να στεριώση οριστικά. Παράλληλα, όμως, δεν έπαψα διόλου να γράφω τραγούδια – γιατί μ’ αρέσει να τραγουδώ. Όπως δεν έπαψα να προβληματίζωμαι με τη μουσική, γιατί μ’ αρέσει να σκέπτομαι.
Ρ.Α. «Δεν μπορώ παρά» να σκέπτομαι!
Μ.Χ. Όχι! Μ’ αρέσει να σκέπτωμαι! Και συγχρόνως, δεν έπαψα ν’ ανακαλύπτω καινούργιες αφετηρίες δραστηριότητός μου. Γιατί ποτέ δεν κουράζομαι! Γι’ αυτό, τίποτε δεν σημαίνει, αν δυο χρόνια έκανα εκείνο ή δεν έκανα το άλλο, παρουσίασα αυτό και δεν παρουσίασα το άλλο. Γιατί όλ’ αυτά κάθε μέρα υπάρχουν μέσα μου, και δεν έχω σταματήσει ούτε στιγμή να τα ζω.
_

_