Η Πηνελόπη, γνωστή ηρωίδα από την Οδύσσεια του Ομήρου, ήταν κόρη του βασιλιά των Αμυκλών Ικάριου και της Περίβοιας. Το όνομά της είναι ακόμη και σήμερα σύμβολο της πιστής και αφοσιωμένης συζύγου.
Ο γάμος με τον Οδυσσέα
Παντρεύτηκε το μυθικό βασιλιά της Ιθάκης Οδυσσέα και για το γάμο της υπάρχουν δυο εκδοχές. Σύμφωνα με την πρώτη, ο Ικάριος είχε προκηρύξει αγώνα δρόμου, ο Οδυσσέας νίκησε τους αντίζηλούς του και πήρε την Πηνελόπη. Κατ' άλλους, ο Οδυσσέας παντρεύτηκε την Πηνελόπη χάρη στον Τυνδάρεω, που έπεισε τον αδερφό του να του τη δώσει. Προτύτερα ο Οδυσσέας είχε αποτύχει στη διεκδίκηση της Ελένης, κόρη του Τυνδάρεου, αλλά για τη βοήθεια που είχε προσφέρει στον Τυνδάρεω πήρε ως αντάλλαγμα την Πηνελόπη. Στον ένα χρόνο που έζησε με τον Οδυσσέα, πριν αυτός φύγει για την Τροία, απέκτησε τον Τηλέμαχο, ενώ λέγεται πως μετά την επιστροφή του Οδυσσέα έκανε και τον Πτολίπορθο.
Τα χρόνια της υπομονής
Η
Πηνελόπη, εκτός από ομορφιά και πλούτη, είχε και όλες τις αρετές μιας
ιδανικής συζύγου. Ήταν έξυπνη, συνετή, πιστή στον άντρα της και
αφοσιωμένη στο γιο της, Τηλέμαχο, που ήταν βρέφος ακόμη, όταν έφυγε ο
Οδυσσέας. Όταν ο Οδυσσέας έφυγε, της είπε να ξαναπαντρευτεί αν δε
γύριζε. Παρόλα αυτά η Πηνελόπη τον περίμενε για 20 χρόνια, ακόμη και
όταν όλοι τον θεωρούσαν νεκρό.
Η επιστροφή του Οδυσσέα
Τα
20 χρόνια της απουσίας του Οδυσσέα, η Πηνελόπη, μόνη, όμορφη και
βασίλισσα καθώς ήταν, προσέλκυσε πολλούς ευγενείς μνηστήρες που
επιθυμούσαν να την παντρευτούν και να ανακηρυχθούν άρχοντες της Ιθάκης.
Στην αρχή, η Πηνελόπη τους αγνοούσε, όταν όμως οι μνηστήρες άρχισαν να
την πιέζουν, αναγκάστηκε να δηλώσει ότι θα διαλέξει έναν από αυτούς,
όταν θα τελειώσει το σάβανο που έπλεκε για τον πεθερό της Λαέρτη. Η
Πηνελόπη, που δεν επιθυμούσε βέβαια να ξαναπαντρευτεί, έπλεκε το σάβανο
την ημέρα και το ξήλωνε την νύχτα. Αυτό συνεχίστηκε για πολλά χρόνια,
κατά τα οποία οι μνηστήρες έτρωγαν και λεηλατούσαν την περιουσία του
Οδυσσέα, μέχρι που κάποια υπηρέτρια την πρόδωσε. Τότε πάλι αναγκάστηκε
να ανακηρύξει αγώνα τοξοβολίας, για να παντρευτεί τον νικητή. Εκείνη
όμως ήταν και η στιγμή που επέστρεψε ο Οδυσσέας, φόνευσε τους μνηστήρες
και ξανακέρδισε τη συζυγική του ακεραιότητα.
Γνωστοί μνηστήρες
Κάποιοι από τους πιο γνωστούς μνηστήρες της Πηνελόπης ήταν οι: Αντίνοος - Ευρύμαχος - Αμφίνομος - Αγέλαος
Οι
μνηστήρες στην Οδύσσεια είναι 108 (βλ. ραψ. π 247-53) 52 από το
Δουλίχιο και 6 συνοδοί τους, 24 από τη Σάμη, 20 από τη Ζάκυνθο, 12 από
την Ιθάκη και ο κήρυκας Μέδοντας, ο αοιδός Φήμιος και 2 θεράποντες = 108
μνηστήρες και 10 συνοδοί τους. Οταν ο Οδυσσέας επέστρεψε δεν σκότωσε το
Φήμιο γιατί τραγουδούσε στους μνηστήρες απο ανάγκη.
Μετάφραση 160 Τέτοιο θνητό ποτέ τα μάτια μου δεν έχουν δει, μήτε άντρα
μήτε γυναίκα αλήθεια᾿ θάμπωσα θωρώντας σε μπροστά μου!
Μονάχα στο βωμό του Απόλλωνα, στη Δήλο, κάποια μέρα
μιας φοινικιάς βλαστάρι νιόβγαλτου ξεπετιόταν είδα᾿
τι κι απ᾿ τα μέρη εκείνα διάβηκα, κι ήταν πολλοί που ακλούθουν
165 στη στράτα αυτή, που η μοίρα μου 'γραφε βαριά να σύρω πάθη.
Όμοια κι εκείνο τότε βλέποντας στεκόμουν ώρα, κι είχα
θαμπώσει, τι στη γη δεν πρόβαλε τέτοιος βλαστός ως τώρα —
όπως και σένα καμαρώνοντας θαμπώνω, κόρη· τρέμω
τα γόνα να σου αγγίξω, αβάσταχτος καημός κι ας με βαραίνει.
Οι Ιχθυοκένταυροι επηρέασαν την τέχνη και στην Αναγέννηση. Λεπτομέρεια
από τοιχογραφία στο Palazzo Vecchio, Φλωρεντία. Έργο του Giorgio Vasari
(1511–1574), του 1555-1557.
Οι Ιχθυοκένταυροι, δίδυμοι γιοι του Κρόνου και της Φιλύρας, ήταν θαλάσσιοι θεοί, οι οποίοι είχαν στο άνω μέρος τους σώμα ανθρώπου και στο κάτω σώμα αλόγου το οποίο αντί για πίσω πόδια κατέληγε σε μια ελικοειδή ουρά ψαριού. Στεφανώνονταν από κεραίες και δαγκάνες αστακού. Οι δύο Ιχθυοκένταυροι ονομάστηκαν Βυθός και Αφρός και ήταν ετεροθαλή αδέλφια του σοφού Κένταυρου Χείρωνα. Πρέπει να θεωρούνταν και οι ίδιοι σοφοί δάσκαλοι.
Renaissance painter Raphael Sanzio (1483-1520), Triumph
of Galetea, 1511
Villa Farnesina, Rome
( The other figures in the scene are Erotes, Tritons, Nereids and Ichthyocentaurs).
Οι Ιχθυοκένταυροι μπορούν να χαρακτηριστούν μια ιδιαίτερη μορφή Τριτώνων, με τη διαφορά ότι οι τελευταίοι ήταν απλώς μισοί άνθρωποι και μισοί ψάρια, δεν είχαν δηλαδή πόδια και σώμα αλόγου. Το πιο πιθανό είναι ότι οι Ιχθυοκένταυροι προέρχονται από τη Συριακή μυθολογία και τον Θεϊκό Ιχθύ, ο οποίος μετέφερε τη θεά Αστάρτη στην ξηρά μετά από την γέννηση της στο νερό. Σύμφωνα με τον Ψέυδο-Υγίνο (Fabulae 197): «Venus [Αστάρτη]. Ένα τεράστιο αβγό έπεσε στον Ευφράτη και τα ψάρια το μετέφεραν στην όχθη. Περιστέρια κάθισαν επάνω του και αφότου εκείνο ζεστάθηκε, βγήκε από μέσα του η Venus [Αφροδίτη], από την οποία αργότερα ονομάστηκε η Σύρια θεά [Αστάρτη]. Δεδομένου ότι η θεά διακρίνονταν από ακεραιότητα και αίσθημα δικαιοσύνης, αγαθά που της έδωσε ο Jove [Δίας], έθεσε τα ψάρια ανάμεσα στα αστέρια [αστερισμός των Ιχθύων]. Οι Σύριοι θεωρούν τα ψάρια και τα περιστέρια θεούς και για αυτόν τον λόγο δεν τα τρώνε». Τα ψάρια που αναφέρονται στον μύθο φαίνεται ότι εξελίχθηκαν αργότερα στους Ιχθυοκένταυρους.
Νηρηίδες - Τρίτων
Οι δίδυμοι Ιχθυοκένταυροι εμφανίζονται μαζί σε διάφορα έργα τέχνης, κυρίως της μετακλασσικής περιόδου. Από τις σωζόμενες παραστάσεις τους η αρχαιότερη θεωρείται εκείνη επί του μεγάλου βωμού της Περγάμου. Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά είναι το ψηφιδωτό από το Ζεύγμα που απεικονίζει τη γέννηση της Αφροδίτης. Στο ψηφιδωτό αναγράφονται τα ονόματά τους ενώ οι ίδιοι μεταφέρουν τη θεά την ώρα που αναδύεται από τα κύματα πάνω σε ένα κέλυφος. Ο Αφρός μάλιστα μπορεί να θεωρούνταν και ο θετός πατέρας της θεάς, δεδομένης της ομοιότητας στα ονόματα. Οι δύο θεοί εμφανίζονται επίσης και σε δύο πανομοιότυπα αγάλματα (το ένα ανήκει στο Λούβρο και το άλλο στο Μουσείο του Βατικανού) τα οποία τους απεικονίζουν να μεταφέρουν τον Σειληνό, σύντροφο του θεού Διόνυσου, όταν αυτός εκδιώχθηκε προς την θάλασσα από τον βασιλιά της Θράκης, Λυκούργο. Επίσης, ο Τρίτωνας απεικονίζεται σε αρκετά αρχαία ψηφιδωτά ως Ιχθυοκένταυρος.
Λίγα είναι γνωστά για τους δύο θεούς. Τα περισσότερα μπορούν να εξαχθούν από τις απεικονίσεις τους στην τέχνη και από μια σύντομη αναφορά στο βυζαντινό λεξικό του Σουίδα. Στο τελευταίο, ο Αφρός περιγράφεται ως ο πρώτος βασιλιάς των ποντοπόρων Αφρών (των Καρχηδονίων). Ένα ψηφιδωτό που αποκαλύφθηκε στην Τυνησία (στην περιοχή της αρχαίας Καρχηδόνας) επιβεβαιώνει αυτή την πεποίθηση. Απεικονίζει ένα ζευγάρι αφρικανών θαλάσσιων θεών να κολυμπούν μαζί με το άρμα του Ποσειδώνα: ο ένας είναι ο Ιχθυοκένταυρος Αφρός, και ο άλλος ένας Τρίτωνας με διπλή ουρά, ο θεός της Τριτωνίδας λίμνης στη Λιβύη. Ένα άλλο ψηφιδωτό, από την Πάφο της Κύπρου, απεικονίζει μόνο τον Βυθό που φέρει τη Θέτιδα, ακολουθούμενος από δύο άλλες Νηρηίδες, τη Δωτώ και τη Γαλάτεια. Γενικότερα, μύθοι ή παραδόσεις σχετικές με τους Ιχθυοκένταυρους δεν υπάρχουν ή δεν έχουν διασωθεί. Συνεπώς μπορούν να θεωρηθούν κάλλιστα προϊόντα καλλιτεχνικής μυθοπλασίας.
Τερατόμορφοι ιχθυοκένταυροι και Νηρηίδες είναι τα νέα ευρήματα στην
Πλωτινόπολη, τα οποία μας προϊδεάζουν για τις επερχόμενες εντυπωσιακές
αποκαλύψεις για τη Ρωμαϊκή πόλη στην αρχαία Θράκη του 2ου αιώνα μ.Χ. *
* Σύμφωνα με τον υπεύθυνο για την ανασκαφή αρχαιολόγο Ματθαίο Κουτσουμανή,
«έχουμε την αποκάλυψη της συνέχειας της κεντρικής παράστασης προς τα
δυτικά.
Αποκαλύφθηκε τμήμα της ζώνης με τις θαλάσσιες τερατόμορφες μορφές όπου
παριστάνονται ιχθυοκένταυροι και Νηρηίδες. Και οι δυο κάθονται πάνω σε
δελφίνι, εκ των οπoίων η μια κρατάει ένα μαντήλι σαν πέπλο στο κεφάλι.
Είναι πλέον σίγουρο ότι η παράσταση με την προσωποποίηση του Έβρου
ποταμού μαζί με την Πλωτινόπολη, δεν είναι η μόνη αλλά αποκαλύπτεται και
δεύτερο διάχωρο. Προς το παρόν δεν μπορούμε να πούμε ποια ακριβώς
παράσταση απεικονίζεται, γιατί καταστρέφεται από τον μεταγενέστερο
παλαιοχριστιανικό τοίχο. Το σίγουρο είναι πάντως ότι η ανασκαφική έρευνα
την επόμενη χρονιά θα μας επιφυλάξει μεγάλες εκπλήξεις».
Η Υγεία ήταν αρχαιοελληνική θεότητα, προσωποποίηση της Υγείας του σώματος και της ψυχής. Ως αρχαιότερο κέντρο λατρείας της αναφέρεται η Τιτάνη στη Σικυώνα, όπου βρίσκονταν ιερό του Ασκληπιού και της Υγείας. Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική παράδοση ο Αρίφρων ο Σικυώνιος έγραψε ύμνο για τη θεά, της οποίας η λατρεία διαδόθηκε και στην Αθήνα περίπου από το 420 π.Χ..
Στην ελληνική μυθολογία κατέχει εξέχουσα θέση στην λατρεία του πατέρα της. Ωστόσο, ενώ ο Ασκληπιός συνδέεται άμεσα με την θεραπεία των ασθενειών, η θεά συνδέθηκε με την πρόληψη των ασθενειών και τη διατήρηση της κατάστασης της υγείας.
Κατά τη μυθολογία η Υγεία ήταν σύζυγος ή κόρη του Ασκληπιού και της Ηπιόνης αδελφής της Αθηνάς, αδελφές της δε -ή κόρες της ανάλογα με την εκδοχή του μύθου - ήταν η Πανάκεια, η Ιασώ η Ακεσώ (Ασκληπιάδες) και κατά το Σούδα η Αίγλη. Εκτός από την Αθήνα, τη λάτρευαν και σε άλλες πόλεις, όπως στις Θεσπιές, στην Ελάτεια, στα Μέγαρα, στην Κόρινθο και στο Άργος.
Ο Ορφικός ύμνος της υγείας δείχνει τη σημασία που απέδιδαν οι αρχαίοι Έλληνες στην υγεία: «Ιμερόεσα, ερατή, πολυθάλμιε, παμβασίλεια, κλύθι μάκαιρ΄ Υγίεια, φερόλβιε, μήτηρ απάντων...»
Στην αρχαία Σπάρτη ο Λυκούργος θέσπισε μέτρα για την σκληραγωγία του σώματος και είναι γνωστή η διδασκαλία του Ιπποκράτη ότι χρειάζεται:«άσκησις υγιείης, ακορίη τροφής, αοκνίη πόνων». Με το με το έργο Περί αερίων, υδάτων και τόπων έθεσε τις βάσεις της υγείας του φυσικού περιβάλλοντος.
Ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και άλλοι σοφοί έδωσαν επίσης ιδιαίτερη σημασία στη διατήρηση της υγείας του σώματος και στη σωματική αγωγή γενικά. Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν απαραίτητη την ανέγερση λουτρών, υδραγωγείων και υπονόμων για τις αποχετεύσεις των ακάθαρτων υδάτων και ουσιών· εφάρμοζαν την απολύμανση με την καύση θείου (θειαφιού) ή άλλων αρωματικών ουσιών και ανάβοντας φωτιές στους δημόσιους δρόμους, με την ιδέ πως έτσι καθάριζε ο αέρας. Κατά τη διάρκεια του λοιμού των Αθηνών, μάλιστα, τα πτώματα αποτεφρώνονταν κατά σωρούς.
Οι καλλιτέχνες την απεικόνιζαν από 5ο αι. π.Χ. με τη μορφή νέας γυναίκας, ενώ αργότερα υιοθετήθηκε ως σύμβολο της το φίδι. Έκτοτε διάσημοι ζωγράφοι, όπως ο Λουδοβίκος Παστέρ, Γκούσταφ Κλιμτ αλλά κυρίως γλύπτες απέδωσαν τη αρχαιοελληνική Υγεία ο καθένας με το δικό του τρόπου. Αγάλματα της Υγείας σήμερα κοσμούν τα γνωστότερα Μουσεία, έκτος από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών και του Μουσείο του Δίου ακόμα και προαύλια δημοσίων κτιρίων, όπως στο συντριβάνι του της πόλης του Αμβούργου.
Η Πανδώρα (παν + δώρα) είναι αρχετυπική μορφή της ελληνικής μυθολογίας, όπου αναφέρεται ως η πρώτη θνητή γυναίκα, αιτία όλων των δεινών κατά τον Ησίοδο και αντίστοιχη της βιβλικής Εύας. Ο μύθος της Πανδώρας, όχι τόσο ως αρχετυπικής μορφής, μητέρας όλων των γυναικών, αλλά ως αιτίας όλων των παθών, λόγω της περιέργειάς της, έχει κάνει το γύρο του κόσμου. Συγκεκριμένα, από ανοησία, περιέργεια ή σκόπιμα, η Πανδώρα σύμφωνα με το μύθο αποδέσμευσε και σκόρπισε στην ανθρωπότητα όλα τα δεινά και τις ασθένειες που ήταν κρυμμένες σε ένα πιθάρι -το οποίο κατά λάθος καθιερώθηκε να αναφέρεται ως κουτί. Η αρνητική στάση του Ησίοδου και ο μισογυνισμός που εκδηλώνεται στα σχετικά κείμενά του -με την Πανδώρα πιθανόν ως αφορμή- αποδίδεται από ορισμένους ερευνητές και σε κατάλοιπα της μεταβατικής εποχής, από τη μητριαρχία στην πατριαρχία χωρίς φυσικά να αποκλείονται και άλλες λογικές ερμηνείες. Το όνομα Πανδώρα Οι επωνυμίες Πανδώρα και Ανησιδώρα (αυτή που φέρνει δώρα) αναφέρονται και στη Δήμητρα, τη θεά της Γης, που λατρευόταν ως πανδώρα αφού από αυτήν τρεφόταν η ανθρωπότητα, όμως πρόκειται για θετικές επωνυμίες[1] της θεάς και δεν έχουν καμία σχέση με το κύριο όνομα Πανδώρα, δηλαδή το μυθολογικό πρόσωπο. Σύμφωνα με τον Ησίοδο το όνομά της σήμαινε εκείνη που είναι προικισμένη με όλα τα δώρα από τους θεούς, εκείνην που έχει όλα τα χαρίσματα. Μεταγενέστερα θεωρήθηκε ότι ήταν και εκείνη από την οποία εκπορεύονταν όλα τα δώρα προς τους ανθρώπους, καλά και κακά.
Η Πανδώρα της "Θεογονίας"
Σύμφωνα με την Θεογονία και τα Έργα και Ημέραι του Ησιόδου που συντάχθηκαν γύρω στο 750 π.Χ. η Πανδώρα πλάστηκε από χώμα από τον Ήφαιστο κατά παραγγελία του Δία. Η Αθηνά (ή ο Ερμής) της έδωσε ζωή και οι θεοί του Ολύμπου της προσέφεραν γενικά όλα τα χαρίσματα και τις ικανότητες, και μαζί μια επικίνδυνη γοητεία. Για τον Ησίοδο πάντως η Πανδώρα ήταν το χειρότερο δώρο που μπορούσαν να κάνουν οι θεοί στον άνθρωπο. Στη Θεογονία αναφέρει[2] ότι "ο ευγενής γιος του Ιαπετού (ο Προμηθέας) έκλεψε την ιερή φωτιά και εξοργισμένος ο Δίας έστειλε στους ανθρώπους ένα μεγάλο κακό - το τίμημα για το ευεργέτημα της φωτιάς. Ζήτησε από τον Χωλό θεό (τον Ήφαιστο) να πλάσει από τη γη μια παρθένα και η Αθηνά την έντυσε και τη στόλισε με κοσμήματα και της έβαλε ένα θαυμαστό πέπλο και στεφάνι στο κεφάλι καθώς και ένα στέμμα χρυσό". Όπως περιγράφει ο Ησίοδος ήταν χάρμα οφθαλμών και έλαμπε με μεγάλη ομορφιά που την θαύμασαν ακόμα και οι θεοί και που δεν μπορούσε να της αντισταθεί κανένας θνητός, αφού μέχρι τότε δεν υπήρχαν γυναίκες παρά μόνον άνδρες. "Από αυτήν" γράφει ο Ησίοδος, "κατάγονται όλες οι γυναίκες και το θηλυκό γένος. Από αυτήν προήλθε το καταστροφικό γένος των γυναικών (τῆς γὰρ ὀλώιόν ἐστι γένος γυναικῶν) που ζει μεταξύ των θνητών ανδρών για να τους βασανίζει, σύντροφος μόνο στα πλούτη και ποτέ στη μισητή φτώχεια . Ο Δίας έπλασε τις γυναίκες για να βλάψει το θνητόν άνδρα[3]
ὣς δ᾽ αὔτως ἄνδρεσσι κακὸν θνητοῖσι γυναῖκας
Ζεὺς ὑψιβρεμέτης θῆκεν
"Και σαν να μην έφτανε αυτό" συνεχίζει ο Ησίοδος "αν ο άνδρας δεν παντρευόταν για να αποφύγει τις πικρίες του γάμου, γερνούσε και πλησίαζε το θάνατο χωρίς κανέναν να τον φροντίσει. Οπότε όταν ο άντρας επιλέγει να παντρευτεί και παίρνει καλή γυναίκα που συμφωνεί μαζί του, τότε το κακό συνεχώς αντιπαλεύει το καλό. Γιατί μπορεί να τύχει να κάνει κακά παιδιά, και τότε ζει για πάντα με θλίψη στην καρδιά και αυτό το κακό δεν μπορει να θεραπευτεί ποτέ. Ετσι δεν μπορείς να εξαπατήσεις το Δια ή να παραβείς το θέλημά του" Ο άνθρωπος δηλαδή δεν έχει σωτηρία, ούτε με το γάμο ούτε χωρίς αυτόν, κατά τον Ησίοδο.
Η Πανδώρα στο "Έργα και Ημέραι"
Στο "Έργα και Ημέραι" ο Ησίοδος αναφέρεται[4] ξανά στην Πανδώρα, λέγοντας αρχικά τα ίδια, ότι δηλαδή την έπλασε ο Δίας για να τιμωρήσει τον Προμηθέα, στη συνέχεια όμως αναφέρεται διεξοδικά στο πώς ακριβώς τιμώρησε ο Δίας το ανθρώπινο είδος μέσω της Πανδώρας
"Οταν ο Δίας κατάλαβε τι είχε κάνει ο Προμηθέας, του είπε "χαίρεσαι που με γέλασες, αλλά θα βρει μεγάλο κακό εσένα και όλους τους ανθρώπους και αυτό θα είναι το τίμημα για τη φωτιά που τους έδωσες. Θα είναι αυτό (το κακό) κάτι που οι άνθρωποι θα χαρούν με την καρδιά τους ενώ θα αγκαλιάζουν την καταστροφή τους" [5]
Και έβαλε τον Ήφαιστο να πλάσει από άργιλο ένα πλάσμα που να μοιάζει σε αθάνατη θεά, αλλά να έχει τη φωνή και τη δύναμη ανθρώπου. Η Αθηνά της έμαθε να υφαίνει και η Αφροδίτη την έκανε ποθητή, ενώ ο Δίας, όπως αναφέρει ο Ησίοδος, έβαλε τον Ερμή να της δώσει ξεδιάντροπο μυαλό και πανούργα φύση και να της διδάξει τα ψέματα. Της δόθηκαν σαν δώρα επίσης τα χαρίσματα της Πειθούς και των Χαρίτων και ο Ερμής της έδωσε και ομιλία. Στο τέλος -λέει ο Ησίοδος- την ονόμασαν Πανδώρα[6] επειδή κάθε θεός της έδωσε κι ένα δώρο, αλλά ήταν βαρύ χτύπημα για τους ανθρώπους που δουλεύουνε για το ψωμί τους (δηλαδή τους θνητούς).
Ύστερα ο Δίας είπε στον Ερμή να παραδώσει την Πανδώρα ως δώρο στον Επιμηθέα, τον αδελφό του Προμηθέα. Αυτός δεν αναλογιστηκε τη συμβουλή του αδελφού του "να μη δεχτεί ποτέ δώρο από τον Ολύμπιο Δία και να το στείλει πίσω επειδή μπορεί να αποδεικνυόταν βλαβερό για τους ανθρώπους". Δέχτηκε την Πανδώρα και κατάλαβε το λάθος του όταν πια έγινε το κακό. Γιατί μέχρι τότε οι φυλές των ανθρώπων που ζούσαν στη γη ήταν μακριά από τα κακά και τους πόνους και τις νόσους που "μέσα σε αυτές οι άνθρωποι γερνούν γρήγορα. Η γυναίκα όμως έβγαλε το μεγάλο πώμα από το πιθάρι και σκόρπισε όλα αυτά τα κακά φέρνοντας τη θλίψη στους ανθρώπους." Μόνο η Ελπίδα έμεινε μέσα στο άθραυστο μεγάλο πιθάρι και δεν πέταξε έξω "γιατί την κράτησε εκεί το πώμα με τη θέληση του Δία"[7] και γέμισε η πλάση αρρώστιες και δυστυχία που έπλητταν στο εξής μέρα νύχτα τους θνητούς σιωπηρά -γιατί ο Δίας τους είχε πάρει σοφά τη λαλιά". Καθώς όλες οι δυστυχίες πλησίαζαν βουβά, ύπουλα δηλαδή, κανείς δεν μπορούσε να φυλαχτεί "και να γλιτώσει από το θέλημα του Δία".
Η εκδοχή του Αισώπου
Σύμφωνα με έναν μύθο του Αίσωπου, που χρονολογείται στον 6ο αιώνα, δηλαδή περίπου 200 χρόνια μετά την εποχή του Ησίοδου, ο Δίας είχε συγκεντρώσει όλα τα αγαθά σε ένα πιθάρι και το είχε κλείσει, αλλά το εμπιστεύθηκε σε ανθρώπινα χέρια. Ο άνθρωπος όμως δεν είχε αυτοέλεγχο και θέλοντας να δει τι περιείχε το πιθάρι, το άνοιξε. Ετσι όλα τα καλά που περιείχε πέταξαν αμέσως ξανά προς τον ουρανό και τους θεούς και στο πιθάρι απόμεινε μονάχα η ελπίδα.Σε αυτή την περίπτωση όμως το πιθάρι το ανοίγει άνδρας[8].
Η άποψη του Αισχύλου
Ο δραματουργός Αισχύλος, που έζησε περίπου 50 χρόνια μετά τον Αίσωπο και 250 χρόνια μετά τον Ησίοδο, είδε το ίδιο θέμα από άλλη σκοπιά στο έργο "Προμηθέας Δεσμώτης". Στον Αισχύλο η ελπίδα αντί να είναι κλεισμένη στο πιθάρι της Πανδώρας, αποτελεί στην πραγματικότητα το δώρο του Προμηθέα προς τους ανθρώπους[9]. Στον στίχο 250 όταν ο χορός ρωτά τον Προμηθέα ποιο ήταν το αμάρτημα για το οποίο τιμωρείται, εκείνος απαντά
"έκανα τους θνητούς να πάψουν να προβλέπουν το θάνατό τους ως μοιραίο"
"και τι φάρμακο βρήκες γι' αυτό;" ρωτά ο χορός
"τους έδωσα τυφλές ελπίδες" απαντά εκείνος
"σπουδαία λύση βρήκες" λέει ο χορός
"τους έδωσα και τη φωτιά" λέει ο Προμηθέας
Από το κείμενο δεν αποσαφηνιζεται αν ο Αισχύλος εννοεί πως ο Προμηθέας ήταν εκείνος που σφάλισε το πιθάρι της Πανδώρας και φύλαξε την ελπίδα για στερνό καταφύγιο του ανθρώπου ή αν εννοεί πως εκείνος ήταν η αιτία να δοθεί στους ανθρώπους το δώρο της ελπίδας. Τρίτη εκδοχή είναι να ειρωνεύεται και να εννοεί ότι εξαιτίας του οι άνθρωποι έχουν πια μόνο τυφλές ελπίδες και τίποτε άλλο. Τέλος, μπορεί να εννοεί ότι δίνοντας στον άνθρωπο τη φωτιά του έδωσε ουσιαστικά ελπίδες για καλύτερη ζωή.
Το θέμα της ελπίδας έχει εξεταστεί και από σύγχρονους ερευνητές που δεν θεωρούν σαφές ότι η ελπίδα ήταν όπλο ή μειονέκτημα, υποννοώντας ότι η ελπίδα αναστέλλει την κινητοποίηση και οδηγεί πιθανόν στην υποχώρηση και την ήττα. Αλλος προβληματισμός αφορά στις προθέσεις των κεντρικών μοχλών του μύθου. Αν ο Δίας ήθελε πραγματικά το κακό των ανθρώπων, γιατί φρόντισε στο πιθάρι με τα δεινά να υπάρχει και η Ελπίδα; Αυτό δειχνει ευσπλαχνία, ενώ ο Ησίοδος τον παρουσιάζει έξαλλο με τον Προμηθέα και την ανθρωπότητα.
Ποια ήταν η πραγματική τιμωρία
Αν και ο μύθος έχει φτάσει με πολλές παραλλαγές στις μέρες μας, δεν είναι σαφές αν εξαρχής ο Δίας ήθελε να τιμωρήσει τους ανθρώπους με όσα αποδεσμεύτηκαν από το πιθάρι ή αν η τιμωρία ήταν αυτή καθαυτή η γυναίκα. Πολλοί παραβάλλουν μάλιστα το "κουτί της Πανδώρας" με το μήλο του Παράδεισου της Εύας, όμως στην ελληνική μυθολογία και φιλοσοφία προσάπτονται στο Δία (το Θεό των Ελλήνων τότε) φθόνος και οργή και κακία. Επιπλέον ο Επιμηθέας δεν τιμωρείται οικτρά, αλλά αποκτά με την Πανδώρα μια κόρη, την Πύρρα, η οποία παντρεύεται τον ξάδελφό της Δευκαλίωνα, γιο του Προμηθέα, και γλιτώνουν από τον κατακλυσμό.Κατά μια άλλη εκδοχή η Πανδώρα ήταν κόρη του Δευκαλίωνα και γέννησε από τον Δία τον Γραικό.[10]
Οι περισσότερες εκδοχές του μύθου παρουσιάζουν στην περιπτωση της Πανδώρας ότι το πιθάρι περιείχε τα δώρα του γάμου της και ότι της είχε δοθεί η εντολη να μην το ανοίξει. Ετσι το θέμα του ανοίγματος του πιθαριού παραπέμπει στην ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Η πιο λαϊκή εκδοχή ήθελε το πιθάρι "κακοπροαίρετο δώρο" ζηλόφθονων θεών που προσδοκούσαν να ανοίξει η Πανδώρα το το πώμα του ώστε να ξεχυθούν όλα τα δεινά στην ανθρωπότητα. Σε αυτή την περίπτωση η ενέργεια του Δία -σύμφωνα με τον Ησίοδο- να κρατήσει την ελπίδα μέσα στο πιθάρι, δεν είναι ευκολο να ερμηνευθεί: το έκανε σε μια ύστατη κινηση καλής πρόθεσης προς τους ανθρώπους ώστε να τους περισώσει έστω την ελπίδα ή το έκανε απεναντίας σε μια ύστατη κίνηση αντεκδίκησης, ώστε μέσα σε όλες τις δυστυχίες τους να μην έχουν ούτε καν την παρηγοριά της ελπίδας; Η απάντηση εξαρτάται από το αν θεωρεί κάποιος το "κουτί της Πανδώρας" φυλακή ή τόπο διαφύλαξης[11]
Ακόμα και στην Ελλάδα έχει καθιερωθεί η αναφορά στο "κουτί" και όχι στο πιθάρι της Πανδώρας. Η αιτία είναι η επανεισαγωγή της αρχαίας γραμματείας από το εξωτερικό και η καθιέρωση της λέξης "κουτί" σε όλες τις άλλες γλώσσες προτού οι Έλληνες προλάβουν να ασχοληθούν οι ίδιοι με το πρωτότυπο αρχαίο κείμενό τους. Συγκεκριμένα, ο Έρασμος μετάφρασε το έργο στα λατινικά και απέδωσε τον πίθο του Ησίοδου ως pyxis, που σημαίνει κυτίο ή κουτί[12]. Η λέξη πυξίς υπήρχε και στα αρχαία ελληνικά και έμοιαζε ως σκεύος περισσότερο με τη σημερινή κατσαρόλα -έβαζαν μέσα σε αυτό τα κοσμήματά τους. Ο Ησίοδος όμως αναφέρει τη λέξη "πίθος", το πιθάρι. Από τη μετάφραση όμως του ΄Ερασμου ανατυπώθηκαν βιβλία με έργα του Ησιόδου στα αγγλικά, γερμανικά και γαλλικά, που όλα τους απέδιδαν τη λατινική λέξη pyxis στη γλώσσα τους ως box, boîte κ.λπ.
Από αυτό τον μύθο είναι γνωστή μέχρι σήμερα η φράση «Κουτί της Πανδώρας»: λέγεται ότι κάποιος «άνοιξε το Κουτί της Πανδώρας» όταν κάνει μια φαινομενικά ασήμαντη πράξη που μπορεί να έχει ανυπολόγιστες συνέπειες.