Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2022

Πανούκλα-Αλμπέρ Καμύ

 

Απόσπασμα

«Οι μάστιγες είναι βέβαια κάτι το συνηθισμένο, δύσκολα ωστόσο, πιστεύεις στις μάστιγες όταν σου πέφτουν κατακέφαλα. Έχουν ξεσπάσει στον κόσμο τόσες πανούκλες όσοι και πόλεμοι. Κι ωστόσο πανούκλες και πόλεμοι βρίσκουν πάντα τους ανθρώπους το ίδιο απροετοίμαστους. Ο γιατρός Ριέ ήταν κι αυτός απροετοίμαστος, σαν όλους τους συμπολίτες μας και γι’ αυτό πρέπει να καταλάβουμε τους δισταγμούς του. Και πρέπει ακόμα να καταλάβουμε γιατί ταλαντευόταν ανάμεσα στην ανησυχία και τη σιγουριά του. Όταν ξεσπάει ένας πόλεμος, οι άνθρωποι λένε: “ Δεν θα κρατήσει πολύ, είναι πολύ ανόητος”. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι, σίγουρα, πολύ ανόητο αυτός ωστόσο δεν τον εμποδίζει να διαρκέσει πολύ. Η ανοησία πάντα επιμένει, θα μπορούσε κανείς να το διαπιστώσει αν δεν σκεφτόταν πάντα τον εαυτό του. Στο θέμα αυτό οι συμπολίτες μας ήταν όπως σ’ όλο τον κόσμο: σκέφτονταν τον εαυτό τους, ήταν μ’ άλλα λόγια ουμανιστές: δεν πίστευαν στις συμφορές. Η συμφορά δεν είναι στα μέτρα του ανθρώπου, και, κατά συνέπεια, σκέφτονταν ότι η συμφορά είναι ανύπαρκτη, είναι ένα κακό όνειρο που θα περάσει. Ωστόσο, δεν περνάει πάντα, κι από το ένα κακό όνειρο στο άλλο, τελικά, οι άνθρωποι πεθαίνουν και οι ουμανιστές πρώτοι, γιατί δεν έχουν πάρει τα μέτρα τους. Οι συμπολίτες μας δεν ήταν περισσότερο ένοχοι από άλλους, ξεχνούσαν μόνο να ‘ναι μετριόφρονες, αυτό είναο όλο και σκέφτονταν πως όλα ήταν ακόμα δυνατά γι’ αυτούς, πράγμα που προϋπόθετε ότι οι συμφορές ήταν αδύνατο να υπάρχουν. Εξακολουθούσαν οι εμπορικές συναλλαγές, ετοίμαζαν ταξίδια κι είχαν τις απόψεις τους. Γιατί να σκέφτονταν την πανούκλα που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις και τις συζητήσεις; Νόμιζαν πως ήταν ελεύθεροι ενώ κανείς δεν μπορεί να είναι ελεύθερος όσο υπάρχουν συμφορές.

Ακόμα κι όταν ο γιατρός Ριέ παραδέχτηκε μπροστά στο φίλο του ότι μια χούφτα σκόρπιοι άρρωστοι πέθαναν απροειδοποίητα από πανούκλα, ο κίνδυνος εξακολουθούσε να ΄ναι ανύπαρκτος γι’ αυτόν. Μόνο που όταν είναι κανείς γιατρός έχει σχηματίσει κάποια ιδέα για τον πόνο κι έχει λίγο περισσότερη φαντασία. Κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο την πόλη του, που δεν είχε αλλάξει, μόλι τότε άρχισε ο γιατρός να νιώθει πως γεννιόταν μέσα του αυτή η ελαφριά λιποψυχία, που την ονομάζουν ανησυχία. Προσπαθούσε να συγκεντρώσει στο μυαλό του όσα ήξερε για την αρρώστια αυτή. Διάφοροι αριθμοί τριγύριζαν στη μνήμη του και σκεφτόταν ότι οι τριάντα μεγάλες επιδημίες πανούκλας, που γνώρισε η ιστορία, άφησαν γύρω στα εκατό εκατομμύρια νεκρούς. Τι είναι όμως εκατό εκατομμύρια νεκροί; Όταν έχεις κάνει έναν πόλεμο είναι ζήτημα αν ξέρεις τι σημαίνει ένας νεκρός. Κι αφού ένας νεκρός δε σημαίνει τίποτα, αν δεν τον έχεις δει με τα μάτια σου, εκατό εκατομμύρια πτώματα σπαρμένα στο διάβα της ιστορίας, δεν είναι παρά μόνο καπνός στη φαντασία. Ο γιατρός θυμόταν την πανούκλα της Κωνσταντινούπολης που, κατά τον Προκόπιο, είχε δέκα χιλιάδες θύματα τη μέρα. Δέκα χιλιάδες νεκροί είναι όσο τρεις φορές το κοινό ενός μεγάλου κινηματογράφου. Να τι έπρεπε να κάνουν. Μαζεύουν τον κόσμο στην έξοδο πέντε κινηματογράφων, τους πάνε σε μια πλατεία της πόλης και τους θανατώνουν σωρηδόν για να πάρουν μια ιδέα. Το πολύ πολύ να ‘βαζαν και μερικά γνωστά πρόσωπα πάνω σ΄αυτό τον ανώνυμο σωρό. Αλλά, όπως είναι φυσικό, είναι αδύνατο να γίνει πραγματικότητα αυτό και, κατόπιν, ποιος γνωρίζει δέκα χιλιάδες πρόσωπα; Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, οι άνθρωποι σαν τον Προκόπιο δεν ήξεραν να μετράνε. Πριν εβδομήντα χρόνια, στην Καντώνα, είχαν ψοφήσει σαράντα χιλιάδες ποντικοί πριν η συμφορά αρχίσει να ενδιαφέρεται για τους κατοίκους. Το 1871, ωστόσο, δεν υπήρχει τρόπος να μετράνε τους ποντικούς. Τους υπολόγιζαν χοντρικά, με πολλές πιθανότητες να κάνουν λάθη. Κι όμως, αν το μάκρος ενός ποντικού είναι τριάντα εκατοστά, σαράντα χιλιάδες ποντικοί, ο ένας πίσω απ’ τον άλο, μας κάνουν…

Ο γιατρός στο μεταξύ ανυπομονούσε. Είχε πέσει σε αδράνεια κι αυτό δεν ήταν σωστό. Μερικά κρούσματα δεν αποτελούν επιδημία, αρκεί να πάρουν μέτρα. Έπρεπε να περιοριστεί σ’ ό,τι γνώριζαν, στην αφασία και στην κατάπτωση, στα κοκκινισμένα μάτια, στο βρόμικο στόμα, στους πονοκέφαλους, στους βουβώνες, στη φοβερή δίψα, στο παραλήρημα, στις κηλίδες στο σώμα, στο ξέσκισμα των σωθικών και στο τέλος όλων αυτών… Στο τέλος όλων αυτών μια φράση ξαναρχόταν στο μυαλό του γιατρού Ριέ, η φράση που μ΄αυτήν ακριβώς έκλεινε στο εγχειρίδιό του την απαρίθμηση των συμπτωμάτων: “ Ο σφυγμός εξασθενίζει κι ο θάνατος επέρχεται έπειτα από μια ασήμαντη κίνηση”. Ναι, στο τέλος απ’ όλα αυτά, κρέμεσαι από μια κλωστή και τα τρία τέταρτα των ανθρώπων, αυτός ήταν ο ακριβής αριθμός, ήταν αρκετά ανυπόμονοι ώστε να κάνουν αυτή την αδιόρατη κίνηση που τους γκρέμιζε στο χάος.

 

Από το βιβλίο του

Camus, Albert «Πανούκλα»
Εισαγωγή: Πωλ Γκαγιάρ
Μετάφραση: Γιάννης Αγγέλου
Εκδοτικός Οίκος Ι. Ζαχαρόπουλος & ΣΙΑ Ο.Ε

(σελ.53-56)

CAM01585

 

by K.K.(Carina)

 

_

 

 

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2018

Ομηρία αγάπης

_

photo by ©Katerina Konstantinidou



Neil Gaiman

Έχεις ερωτευτεί ποτέ; Φρικτό δεν είναι; Σε κάνει τόσο ευάλωτο. Φωλιάζει στο στήθος σου και σου ανοίγει διάπλατα την καρδιά και αυτό σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να μπει μέσα σου και να σε κάνει άνω κάτω. Χτίζεις ένα σωρό άμυνες, σφυρηλατείς μια ολόκληρη πανοπλία, ώστε τίποτα να μην μπορεί να σε πληγώσει, κι ύστερα ένας ανόητος άνθρωπος, διόλου διαφορετικός από κάθε άλλο ανόητο άνθρωπο, μπαίνει τυχαία στην ανόητη ζωή σου …. Τους δίνεις ένα κομμάτι από τον εαυτό σου. Δεν το ζήτησαν. Έκαναν κάτι κουτό μια μέρα, όπως να σε φιλήσουν ή να σου χαμογελάσουν, κι από κει και πέρα η ζωή σου έπαψε να σου ανήκει πια. Η αγάπη παίρνει ομήρους. Μπαίνει μέσα σου. Σε κατατρώει και σ’ αφήνει να κλαις μες στο σκοτάδι, μια φράση τόσο απλή όπως το «ίσως θα έπρεπε να μείνουμε απλώς φίλοι» μεταμορφώνεται σε θραύσμα γυαλιού που βρίσκει το δρόμο του και τρυπάει την καρδιά σου. Πονάει. Όχι μόνο στην φαντασία. Όχι μόνο διανοητικά. Είναι ένας πόνος της ψυχής, ένας πόνος σαν πραγματικά κάτι να έχει τρυπώσει μέσα σου και να σου ξεσχίζει τα σωθικά. Μισώ την αγάπη.

_

by Carina

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Ρινόκερος-Ιονέκσο


George Stubbs- Rhinoceros, 
oil on canvas 70 x 92cm. 1790-92. 
The hunterian museum at the royal college of surgeons of England

«Ρινόκερος» του Ιονέσκο
(τελευταίος μονόλογος του πρωταγωνιστή του έργου)

Μπερανζέ (πάντα στον καθρέπτη):
«Ωστόσο δεν είναι και τόσο άσχημο πράγμα ο άνθρωπος. Και δεν είμαι και από τους πιο ωραίους. Πίστεψε με, Νταίζη (γυρίζει). Νταίζη! Νταίζη! Πού είσαι; Νταίζη! Δεν θα το κάνεις αυτό! (τρέχει στην πόρτα). Νταίζη! (φτάνει στο κεφαλόσκαλο και σκύβει πάνω από τα κάγκελα). Νταίζη! Γύρισε πίσω μικρή μου Νταίζη! Δεν έβαλες ούτε μπουκιά στο στόμα σου! Νταίζη μη με αφήνεις μόνο! Τι μου είχες υποσχεθεί, Νταίζη! Νταίζη! (Σταματάει να φωνάζει, κάνει μια χειρονομία απόγνωσης και ξαναμπαίνει στο δωμάτιο). Βέβαια… δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε πια. Ένα αταίριαστο ζευγάρι… δεν άντεχε άλλο. Δεν έπρεπε όμως να με αφήσει έτσι και να φύγει, χωρίς να μου δώσει μια εξήγηση! (κοιτάζει ολόγυρα του). Ούτε ένα σημείωμα δεν άφησε! Και είναι σωστά πράγματα αυτά! Τώρα έμεινα ολομόναχος! (πηγαίνει, κλειδώνει την πόρτα προσεκτικά αλλά πολύ θυμωμένος). 


Εμένα δε θα με παρασύρετε. Όχι! Ποτέ! (κλείνει προσεκτικά τα παράθυρα). Τα ακούσατε; Ποτέ! (απευθύνεται προς όλα τα κεφάλια των ρινόκερων). Δεν θα σας ακολουθήσω… Όχι, δεν θα σας ακολουθήσω, δεν σας καταλαβαίνω! Εγώ θα μείνω αυτό που είμαι! Εγώ είμαι άνθρωπος! Άνθρωπος! (πάει και κάθεται στην πολυθρόνα). Αφόρητη… η κατάσταση είναι αφόρητη! Εγώ φταίω που έφυγε. Ήμουν για αυτήν ολόκληρος ο κόσμος. Τι θα απογίνει τώρα; Μια ψυχή παραπάνω στη συνείδηση μου! Τώρα όλα είναι δυνατά. Φτωχό μου παιδί, εγκαταλελειμμένο μέσα σε αυτόν τον κόσμο των τεράτων! Κανένας δεν μπορεί να με βοηθήσει να την ξαναβρώ, γιατί δεν απομένει κανένας. (Νέα μουγκανητά, επίμονα τρεχαλητά, σύννεφα σκόνης). Δεν θέλω να τα ακούω. Θα βάλω μπαμπάκι στα αυτιά μου! (βάζει μπαμπάκι στα αυτιά του – μιλάει με τον εαυτό του στον καθρέπτη). Δεν υπάρχει άλλη λύση! Πρέπει να τους πείσω. Να τους πείσω όμως για τι πράγμα; Και η μεταμόρφωσή τους; Μπορούν να ξαναγίνουν άνθρωποι; Ε, μπορούν; Θα χρειαστεί ένας ηράκλειος άθλος, που ξεπερνάει τις δυνάμεις μου! Κα πρώτα –πρώτα για να τους πείσω, πρέπει να τους μιλήσω. Για να τους μιλήσω πρέπει να μάθω τη γλώσσα τους. Ή μήπως αυτοί θα έπρεπε να μάθουν τη δική μου; Αλλά εγώ ποια γλώσσα μιλάω; Ποια είναι η γλώσσα μου; Είναι ελληνικά αυτά που μιλάω; Θα πρέπει να είναι ελληνικά, είναι όμως; Αλλά τι είναι τα ελληνικά; Μπορώ να πω πως αυτά είναι ελληνικά, αν θέλω, κανένας δεν πρόκειται να μου τα αμφισβητήσει αφού είμαι ο μόνος που τα μιλάω. Αλλά τι λέω; Καταλαβαίνω τι λέω; Καταλαβαίνω τον εαυτό μου; (προχωρεί προς τη μέση της σκηνής). Κι αν όπως μου έλεγε η Νταίζη αυτοί έχουν δίκιο… (γυρνά προς τον καθρέπτη). 

Κι όμως δεν είναι άσχημο πράγμα ο άνθρωπος – δεν είναι καθόλου άσχημο πράγμα… (κοιτάζεται προσεκτικά στον καθρέπτη και περνά το χέρι πάνω από το πρόσωπό του). Πολύ αστεία υπόθεση! Με τι μοιάζω λοιπόν; Με τι; (τρέχει στο ντουλάπι, βγάζει φωτογραφίες και τις κοιτάζει). Φωτογραφίες! Ποιοι είναι όλοι αυτοί; Ο κύριος Παπιγιόν ή μπορεί και η Νταίζη; Κι αυτός εδώ, είναι ο Μποτάρ, ή ο Ντυντάρ ή ο Ζαν; Ή μήπως είμαι εγώ! (τρέχει πάλι στο ντουλάπι και βγάζει 2-3 πίνακες). Ναι, ναι, αναγνωρίζω τον εαυτό μου, εγώ είμαι αυτός, εγώ! (πηγαίνει και κρεμάει τους πίνακες στον τοίχο του βάθους δίπλα στα κεφάλια των ρινόκερων). Εγώ είμαι αυτός, εγώ… (άμα κρεμάσει τους πίνακες διακρίνουμε πως παριστάνουν ένα γέρο, μια χοντρή γυναίκα 1 και κάποιον άλλο. Η ασχήμια των προσωπογραφιών προβάλλεται ακόμα πιο πολύ σε αντίθεση με τα κεφάλια των ρινόκερων που γίνονται ολοένα και ωραιότερα. Ο Μπερναζέ οπισθοχωρεί λίγο για να δει τους πίνακες). Δεν είμαι ωραίος, δεν είμαι ωραίος! (Ξεκρεμάει τους πίνακες και τους πετάει κατά γης με θυμό και πηγαίνει στον καθρέπτη). Αυτοί είναι ωραίοι! Αυτοί ! Είχα άδικο. Ω, πόσο θα ήθελα να ήμουν σαν κι αυτούς… Μου λείπουν και τα κέρατα! Άσχημο που είναι ένα μέτωπο χωρίς κέρατα!... Θα μου χρειαζόντουσαν ένα δύο για να τονιστούν τα χαρακτηριστικά μου… Ίσως γίνει κι αυτό μια μέρα, κι έτσι δεν θα ντρέπομαι πια, θα μπορώ να πάω να τους βρω! Έλα όμως που δεν φυτρώνουν!... (κοιτάζει τις παλάμες του). Τα χέρια μου είναι μαλακά. Θα ροζιάσουν άραγε, θα βγάλουν λέπια; (βγάζει το σακάκι του, ξεκουμπώνει το πουκάμισο του, εξετάζει το στήθος του στον καθρέπτη). Πλαδαρό που είναι το δέρμα μου! Το κορμί μου! Κάτασπρο, τριχωτό! Πόσο θα ήθελα να είχα σκληρό πετσί, και αυτό το θαυμάσιο βαθυπράσινο χρώμα, τη σεμνή γύμνια τους, χωρίς τρίχες! (ακούει μουγκανητά). Τα τραγούδια τους έχουν μια γοητεία… Είναι λίγο άγρια, βέβαια, μα, πάντως έχουν γοητεία! Αν μπορούσα να τραγουδάω σαν κι αυτούς!... (Προσπαθεί να τους μιμηθεί). Α… Α… Α…. Μρρρ! Όχι… όχι… δεν τα καταφέρνω, το δικό μου τραγούδι είναι αδύνατο, υποτονικό, του λείπει η ζωντάνια. Δεν καταφέρνω να μουγκανίσω! Ουρλιάζω μόνο… Α… Α… Α… Μρρρ! Ουρλιάζω μονάχα! Αχ… Αχ… Μπρ… Άλλο ουρλιαχτό κι άλλο μουγκανητό!... Ω!... Το έχω βάρος στη συνείδηση μου, έπρεπε να τους είχα ακολουθήσει όσο ήταν καιρός… τώρα είναι πια πολύ αργά. Αλλοίμονο! Είμαι ένα τέρας, είμαι ένα τέρας! Αλλοίμονο μου, δεν θα ξαναγίνω ποτέ ρινόκερος! Ποτέ, ποτέ! Δεν μπορώ πια να αλλάξω. Θα το ήθελα πολύ. Θα το ήθελα τόσο πολύ αλλά δεν μπορώ… Δεν μπορώ πια ούτε τον εαυτό μου να κοιτάξω! Πόσο ντρέπομαι! (γυρίζει τις πλάτες του στον καθρέπτη). Άσχημος που είμαι!... Αλλοίμονο σε αυτόν που θέλει να διατηρήσει την ιδιομορφία του! (αναπηδά απότομα). Ε, λοιπόν! Τόσο το χειρότερο! Θα αμυνθώ κόντρα σε όλον τον κόσμο. Το τουφέκι μου! Πού είναι το τουφέκι μου;… (γυρίζει προς το μέρος του τοίχου, όπου φαίνονται τα κεφάλια των ρινόκερων και σκούζει με όλη του τη δύναμη). Κόντρα σε όλον τον κόσμο, θα υπερασπίσω τον εαυτό μου, κόντρα σε όλον τον κόσμο θα αμυνθώ!... Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος και θα μείνω άνθρωπος ως το τέλος! Δεν συνθηκολογώ!...

_



_


Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Η καλύβα του Wittgenstein


\



Το 1913 ο Wittgenstein επισκέπτεται τη Νορβηγία, περιπλανιέται, φθάνει σ' ένα απομονωμένο χωριό, το Skjolden, τ' αφήνει, διασχίζει το πυκνό δάσος μιας απότομης πλαγιάς, καταλήγει στην άκρη ενός γκρεμού, εκεί που θα στήσει και τη καλύβα του. Μια μικρή, ξύλινη καλύβα, μόλις 7x8 μέτρα, όπου κάτω απ' την στέγη της θα πάρει την απόφαση να εξαντλήσει εκεί τη ζωή και τη γραφή του. Σ' αυτό το μικρό καλύβι θα δουλέψει κι ένα μεγάλο μέρος του Tractatus Logico-Philosophicus καθώς επίσης κι ένα μέρος απ' το Πολιτισμός και αξία. Σε όλη τη διάρκεια της υπόλοιπης ζωής του θα επισκέπτεται την καλύβα του συνεχώς, θα ζει σ' αυτή εβδομάδες και μήνες, τις περισσότερες φορές εντελώς μόνος, μέσα στη μοναξιά του τοπίου, αυτής της τεράστιας οροσειράς του Sognefjord, κρεμασμένος πάνω από μια μικρή λίμνη που τη σχηματίζουν τα νερά του παγετώνα. Μια φθινοπωρινή μέρα του 36, καθισμένος στο γραφείο του και ατενίζοντας απ' το παράθυρο του το κόλπο της λίμνης, θα σημειώσει στο ημερολόγιο του: “Δεν μπορώ να φανταστώ άλλο μέρος για να ζήσω και να εργαστώ απ' ότι εδώ, η ηρεμία και η ομορφιά αυτού του τοπίου με καθηλώνουν”. Την επόμενη χρονιά θα γράψει στον Russel: Είσαι εντελώς μόνος σου εδώ πάνω, ούτε που διανοούμαι να ξαναβρεθώ μεταξύ ανθρώπων. Τα πάντα μέσα μου βρίσκονται σε μια κατάσταση ζύμωσης”. Η τελευταία φορά που θα επισκεφθεί την καλύβα θα είναι το φθινόπωρο του 1950, μαζί με τον φίλο του Ben Richards. Την επόμενη χρονιά θα χτυπηθεί από τον καρκίνο. “Πείτε τους πως έζησα μια όμορφη ζωή”, θα πει στους οικείους του λίγο πριν πεθάνει.

Η απομόνωση του Wittgenstein στην καλύβα του Skjolden θεωρήθηκε, ήδη απ' την εποχή του, ένα πραγματικό σκάνδαλο. Όταν θα εκμυστηρευθεί στο Πανεπιστήμιο το σχέδιό του για τη φυγή του στο φιόρδ ο Bertrand Russell θα επιχειρήσει να τον συνετίσει, αλλά ματαίως: “Του είπα για τις μεγάλες νύχτες και μου είπε ότι μισούσε το φως της μέρας, του είπα ότι θα υποφέρει απ' τη μοναξιά και μου είπε ότι βαρέθηκε να εκπορνεύει το μυαλό του με ευφυείς ανθρώπους, του είπα τέλος ότι είναι τρελός και μου απάντησε ότι ο Θεός τον προφύλαξε απ' τη λογική”, θυμόταν αργότερα ο Russell. Από τότε αλλά κυρίως μετά το θάνατο του πολλοί βιογράφοι και μελετητές του θα προσπαθήσουν να σκεφθούν πάνω στην απόφαση αυτής της αναχώρησης. Οι περισσότεροι θα στηρίξουν τις ερμηνείες τους πάνω στη ψυχολογική κατάσταση του φιλοσόφου, στη σχιζοειδή του προσωπικότητα, στο σύνδρομο Asperger και στην Antropophobic διαταραχή που κατά καιρούς τον εξαντλούσαν. Ήταν παροιμιώδεις στην εποχή του και οι ακρότητες στις οποίες τον οδηγούσαν οι αναγκαστικές του συνάφειες με τον ακαδημαϊκό κόσμο. Αυτός ο εύθραυστος ψυχισμός του που τον οδήγησε σύμφωνα με πολλούς και στην απομόνωση, σ' ένα είδος μοναχισμού. Ένας ιδιότυπος ασκητισμός που ήθελε η εργασία της σκέψης να είναι πρωτίστως μια εργασία του εαυτού, μια “πνευματική άσκηση”, [Hadot], μια εσωτερική καταβύθιση, αλλά και μια φυσική θεώρηση της αλήθειας του περιβάλλοντος κόσμου. Ο φιλόσοφος αποτραβιέται στη γαλήνη και στη μοναξιά του τοπίου για να μπορέσει να αφοσιωθεί, ψυχή τε και σώματι, σε μια εσωτερική συνομιλία ακόμη και μ' αυτό το ίδιο το έργο του. “Η άσκηση της φιλοσοφίας είναι μια άσκηση με τον ίδιο μας τον εαυτό”, θα σημειώσει το 1936. Μια συνθήκη μοναξιάς που θα είναι για τον Wittgenstein αυτή η ίδια η διαδικασία της σκέψης. Ο Russel υποψιασμένος έγραφε σε μια επιστολή του προς την Ottoline: “Είχα αντιληφθεί στο Tractatus μια ιδέα μυστικισμού, αλλά έμεινα έκπληκτος όταν ανακάλυψα ότι έχει γίνει πια ένας κανονικός μυστικιστής. Διαβάζει τη ζωή σαν τον Kierkegaard και τον Angelus Silesius, και μελετάει σοβαρά να γίνει μοναχός. Ο Wittgenstein σε όλη του τη ζωή και απ' όπου κι αν βρισκόταν, αναζητούσε αυτή την απομόνωση. Όταν ζούσε στην Ιρλανδία είχε επίσης εγκατασταθεί στην πιο άγονη και απομακρυσμένη της γωνιά. Το 1948 έγραφε απ' το Kilpatrick της Ιρλανδίας: “Είμαι καλά. Ο χειμώνας εδώ είναι πολύ ήπιος μέχρι στιγμής, αν και αρκετά υγρός. Η ομορφιά του τοπίου είναι ασύλληπτη, αν και τα χρώματα συχνά είναι πολύ μουντά. Νιώθω όμως πολύ καλύτερα εδώ, σ' αυτή τη μοναξιά, απ' ότι στο Καίμπριτζ.” Ερημικά περιβάλλοντα που διαμόρφωσαν σύμφωνα με τον Wall και την ίδια την ακρότητα της σκέψης του. Αυτή η ηθική θέση του Wittgenstein που κατέχει για πολλούς και μια ανθρωπολογική διάσταση. Ο Norman Malcolm αναφερόμενος στο έργο του αναγνωρίζει σ' αυτό μια καθαρή και μοναδική, ανθρωπολογική, κλίση. Ιδέες που εγγράφουν την ανθρωπινότητα στο καθεστώς της μυστικής της αυτοσυνειδησίας.

Σημαντικό ρόλο στην απόφαση του Wittgenstein να απομονωθεί στην καλύβα του Skjolden υποστηρίζεται από πολλούς ότι έπαιξε και η επίδραση που άσκησε πάνω του ένα έργο του Τολστόι, το Ευαγγέλιο εν συντομία. Ο Russell στην προαναφερθείσα επιστολή του προς την Ottoline θα αναφέρει: “Κατά τη διάρκεια του πολέμου, βρέθηκε στην πόλη Tarnov της Γαλικίας, και έτυχε να βρει σε ένα βιβλιοπωλείο, το Ευαγγέλιο εν συντομία του Τολστόι. Το διάβασε και το ξαναδιάβασε, και έκτοτε το είχε πάντα μαζί του. Η ανάγνωση αυτή επιδείνωσε τη μυστικιστική του σκέψη. Νομίζω ότι αυτό που του αρέσει περισσότερο στο μυστικισμό είναι που μας κάνει να μην σκεφτόμαστε.” Στο βιβλίο αυτό γίνεται μια ανασύνθεση των τεσσάρων ευαγγελίων της Καινής Διαθήκης, όπου αφαιρούνται όμως όλα εκείνα τα σημεία που χαρακτήριζαν τη θεϊκή φύση του Χριστού, όπως τα θαύματα, αναγνωρίζοντας έτσι στην περίπτωση του την αληθή θέση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είχε για τον Τολστόι μια θεϊκή καταγωγή που όφειλε να την τιμά στην καθαρότητα και ταπεινότητα του βίου του. Απομονωμένος έτσι στο αγρόκτημα του, και συναναστρεφόμενος ταπεινούς χωριάτες, ο Τολστόι αναζητούσε αυτό το ίχνος της θεϊκότητας του ανθρώπου, πέραν των υλιστικών και κοσμικών του απολαύσεων. Στην Tolstoyan ερμηνεία των Caleb Thompson και Kjell Jojannessen, η ιδιότυπη θρησκευτικότητα του Wittgenstein αναγνωρίζεται στην εγρήγορσή του, στην αντίσταση του σ' αυτό που οι Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζουν ακηδία, μια πνευματική ραθυμία στα όρια της υπαρκτικής αδιαφορίας. Εκτός κόσμου ο φιλόσοφος αφιερώνεται στο έργο της ενδοσκόπησης και αυτοβελτίωσης, της ηθικής και κατ' επέκτασιν λογικής του τελείωσης. Αν και οι περισσότεροι μελετητές του δεν αναγνωρίζουν τη θρησκεία ως μια κεντρική πτυχή της φιλοσοφίας του, εν τούτοις για τον Wittgenstein κατείχε πάντα μια πρωτεύουσα θέση μέσα στη σκέψη του. Σε μια επιστολή του προς τον Ludwig von Ficker, το 1919, γράφει για το Tractatus: “Το νόημα του βιβλίου είναι ηθικό. Το έργο μου αποτελείται από δύο μέρη: από εκείνο που είναι εδώ γραμμένο, αλλά και από ό, τι δεν έχω γράψει. Και ακριβώς αυτό το δεύτερο μέρος είναι και το πιο σημαντικό.” Μια απόλυτα αντιακαδημαϊκή θέση που θα διαγράψει και την απόφαση της αναχώρησής του. Μια αναχώρηση πρώτα από την προσδοκία της κατανόησης του κόσμου, αυτής της φιλοσοφικής του πραγμάτευσης και έπειτα από το ακαδημαϊκό περιβάλλον των Πανεπιστημίων. Ένα μυστικό, άρρητο ίχνος, που αναγνωρίζεται από τον Wittgenstein αντιστεκόμενο στη διατύπωσή του. Μια αποκαλυπτική στιγμή που δεν κομίζει στο λόγο παρά μόνο την απουσία του λόγου, αυτή λοιπόν τη μυστική κρύπτη του Wittgenstein.



Η γλώσσα εντοπίζεται έτσι απ' τον φιλόσοφο στη κρημνώδη θέση της απώλειάς της. Είναι η γλώσσα αυτής της απώλειας, της πρωταρχικής φωνητικής καταγωγής της, όπου οι λέξεις αναδύονται ως ίχνη απουσίας, όπως είναι άλλωστε και όλα τα ίχνη. Κατασκευές άγχους, που αποδίδουν το υποκείμενό τους στη σύγχυση και τη μοναξιά. Από εδώ και το παλίμψηστο της λέξης, ο πληθωρικός της χαρακτήρας, η διασπορά της και πάλι τίποτε, η κενότητα μόνο των σημείων της. Ένα άδειο πουκάμισο. Αυτή η αποκαλυψιακή μόνο προοπτική του Έξω, της νύχτας του Έξω που μπορεί και να διασώσει τη λέξη, τον ίλιγγο της σιωπηλής και ανομολόγητης απεύθυνσής της. Δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με την κατανοησιμότητά ή επαληθευσιμότητά της αλλά με τη διαθεσιμότητά της στον περίκλειστο και άρρητο γλωσσολογικό πυρήνα που την κατέχει. Η δια-στροφή της σε μια αντίστροφη προοπτική, όπου η μέριμνα δεν είναι το ονομάζειν των πραγμάτων αλλά η θεωρία τους, η ενατένισή τους. Μια γλώσσα που δεν απαξιώνει αλλά αξιώνει τις λέξεις στην εσωστρεφή προοπτική τους, στην παραδείσια κατάσταση της αναμονής.

 Το Tractatus, το έργο υπενθυμίζω που συντάχθηκε στην καλύβα, και το μόνο που εξέδωσε ο Wittgenstein, ήταν σύμφωνα και με τη πρόθεση του, ένα έργο που θα έφερνε τη φιλοσοφία στο τελικό της στάδιο. Στο έργο αυτό ο Wittgenstein μιλά για τα όρια της γλώσσας αλλά και γι αυτό το πέραν της γλώσσας, για το αδιανόητο περιβάλλον του μυστικού της ορίζοντα. Το Tractatus θα μπορούσαμε να το παρομοιάσουμε και μ' αυτή την καλύβα του Skjolden. Είναι η καλύβα της γλώσσας στην ακρώρεια του νοήματός της, σ' αυτή την οριακή απόπειρα του δημιουργού της να αναμετρηθεί με το κενό που χάσκει κάτω από τα σαπισμένα της θεμέλια. Να εκφράσει δηλαδή το ανέκφραστο, την ίδια τη σιωπή του λόγου. Για τον Wittgenstein μόνον αν γίνει αυτός ο γλωσσικός διασκελισμός, πάνω απ' το χείλος αυτής της αβύσσου, μπορεί και ν' ανακτηθεί η αλήθεια της φιλοσοφίας. Το α-νόητο ως το απ ο-καλυπτικό όριο του νοητού. Δεν προτάσσεται εδώ το αποκαλυπτικό νόημα των λέξεων αλλά το αποκαλυψιακό ίχνος της απόσυρσής τους. Σημειώνει ο Wittgenstein στο Tractatus του: “Οι προτάσεις μου χρησιμεύουν ως διασαφήσεις με τον ακόλουθο τρόπο: όποιος με κατανοεί τις αναγνωρίζει τελικά ως ανόητες, όταν τις έχει χρησιμοποιήσει - σαν σκαλοπάτια – για να αναρριχηθεί πέρα απ αυτές. (Πρέπει θα λέγαμε, να πετάξει τη σκάλα, αφού πρώτα την ανέβει.) Πρέπει να ξεπεράσει αυτές τις προτάσεις και τότε θα δει τον κόσμο σωστά.” Όταν πετάς όμως τις Προτάσεις δεν χτίζεις ένα νόημα αλλά βρίσκεσαι πάντα στο κενό, σ' αυτό το κενό που ήταν κτισμένη και η καλύβα. Η θέα του κόσμου είναι για τον Wittgenstein ορατή μόνον απ' το σημείο αυτού του χείλους, του χείλους του γκρεμού, της ακρώρειας της γλώσσας. Σ' αυτή την οριακή διακινδύνευση του λόγου, όπου ο λόγος δεν λέγει τα πράγματα αλλά τα δείχνει, στο Έξω που τα περιβάλλει, και τα αποδίδει στην απέναντι όχθη. “Το κύριο σημείο”, αναφέρει σε μια επιστολή του στον Russell, “είναι η θεωρία περί του τι μπορεί να εκφραστεί με προτάσεις – δηλαδή με τη γλώσσα – (και, κάτι που καταλήγει στο ίδιο πράγμα, τι μπορεί να νοηθεί) και τι δεν μπορεί να εκφραστεί με προτάσεις, αλλά μόνο να δειχθεί. Αυτό είναι, πιστεύω, το θεμελιώδες πρόβλημα της φιλοσοφίας.” Και πάλι όπως ο ίδιος σημειώνει στο Tractatus: “ότι μπορεί να δειχθεί δεν μπορεί να λεχθεί”. Αυτή η τελική φάση του φιλοσοφικού λόγου όπου αυτός εγκαταλείπεται στη σιωπή των ονομάτων του, στην αποσβολωτική σαγήνη της διασποράς του.

Η φιλοσοφία διασχίζοντας τη διπολική στενωπό της αμήχανης σιωπής της, μεταξύ του νοήματος και της ανοησίας, εξέρχεται από εκεί ως ένας διαμεσολαβητικός λόγος, ως μια εύθραυστη δυνατότητα εκφοράς αυτού που δεν λέγεται. Αν η φιλοσοφία δεν διέλθει απ' αυτή τη στενωπό δεν θα μπορέσει και να εισχωρήσει στο πεδίο της γλώσσας. Μια έξοδος - αυτή η εξορία του φιλοσόφου στη καλύβα του Skjolden - προς το ακάλυπτο και ακατάληπτο, προς το τυφλό σημείο της γλώσσας. Η γλώσσα έτσι του φιλοσόφου - του ποιητή βεβαίως – που τώρα αποκαλύπτεται ως μια γλώσσα δωρεάς, η γλώσσα της ίδιας της δωρεάς, μιας δωρεάς όμως αδύνατης και αδιάθετης πάντα. Είναι η γλώσσα που είναι πριν τη γλώσσα, και γι αυτό η γλώσσα που είναι πέραν της γλώσσας, αλλά ποτέ όμως η γλώσσα του εαυτού της. Ο Ludwig το ξέρει αυτό. Η φιλοσοφία ενώπιον αυτού του αποκαλυπτικού πεπρωμένου της διαγράφεται τώρα ως μια φιλοσοφία της απορίας, της αδύνατης “πρότασης”. Οι λέξεις όταν διάγουν την έξοδό τους γίνονται αδύνατες λέξεις, κενά νοήματα, αινίγματα αριθμολογικά, ασυναρτησίες. Ό, τι θέλει να πει η γλώσσα εξέρχεται μες τη βουβότητά του, στην αδύνατή του διατύπωση. Μία αδιάθετη γλώσσα, μιας και η τεχνογνωσία της δεν είναι συμβατή με τις σιωπές της. Από εδώ και οι παρεξηγήσεις, οι παραναγνώσεις, οι ακαταληψίες της. Παίρνοντας μάλιστα στο ύστερο έργο του όλο και μεγαλύτερες αποστάσεις από την επιστημονική κατανόηση του κόσμου, οι μη θεωρητικές προσεγγίσεις, όπως αυτές της τέχνης, ιδιαιτέρως της μουσικής για τον Wittgenstein, ή της απλότητας του καθημερινού βίου, γίνονται για τον μονήρη φιλόσοφο και οι πιο ασφαλείς προσεγγίσεις του κοσμικού αινίγματος. Αν οι τέχνες μπορούν να εν-τυπώσουν καλύτερα το ανείπωτο απ' ότι η φιλοσοφία, είναι γι αυτό το αδύνατο πεπρωμένο των μορφικών τους συν-κινήσεων που εγείρουν. Η μουσική θα είναι έτσι για τον Wittgenstein ο μουσικός, και μυστικός μαζί, ρυθμός της γλώσσας, που ματαίως θα επιχειρήσει να αποδώσει στην αριθμολογία του Tractatus. Ένας αδιατύπωτος ρυθμός, μια υπόκωφη μουσικότητα, ένα μυστικό tempo που αντιστέκεται στην όποια εκτέλεσή του. Γι αυτό και οι λέξεις για τον Wittgenstein, και οι δικές του λέξεις, δεν λένε τίποτε, αλλά όμως δείχνουν, δείχνουν αυτό που δεν δείχνεται, που δεν οράται, προς το αδύνατο πεδίο της γλώσσας.


 

Ο φιλόσοφος εκ-τοπισμένος στην καλύβα του εν-τοπίζει μέσα του, στις πιο βαθιές του πτυχώσεις, τη μυστική ροή του λόγου, συντονίζεται, σαγηνεύεται, επιχειρεί να αποδώσει αυτό το ρυθμό, να τον κάνει μια γλώσσα, μια γλώσσα μέσα στη γλώσσα, να τον ενθυλακώσει στους στοχασμούς του, να διανοίξει τις μυστικές του κρύπτες, να αποκαλύψει τα ίχνη του, τα ίχνη έστω της απώλειάς του. Θα αποτύχει παταγωδώς. Στο γκρεμό του Tractatus πειραματίζεται με διάφορες τεχνικές για την ανάκληση αυτής της προοπτικής. Αγωνίζεται, με μια απέλπιδα αλλά ηρωική προσπάθεια, να διασώσει σ' αυτό το χαμό, ένα απειροελάχιστο νόημα με την ευρεσιτεχνία της αριθμητικής του μεθόδου. Μια αντικειμενοποιητική εργασία ανίχνευσης μιας, έστω ισχνής, συντακτικής δομής. Η μαθηματική του διαμεσολάβηση, μεταξύ του ειπωμένου και ανείπωτου, θα κατακρημνιστεί όμως στο αβυσσαλέο βάραθρο της ανοησίας. Το ξέρει αυτό, το μαρτυρά καταγράφοντάς το, το εκμυστηρεύεται στους άλλους, προπάντων στον Russell, Αυτό που ριγεί μέσα του δεν κοινωνείται, δεν αποσπάται, δεν μεταδίδεται. Είναι ένα ρίγος πριν απ' το ρίγος, ένα Έξω, που διανοίγει την αισθαντικότητα του ανθρώπου και μέχρι τα όρια αυτή της οριστικής της εξάντλησης. Το στοίχημα του Tractatus, του έργου της καλύβας, αποδεικνύεται έτσι ένα αδύνατο στοίχημα, ένας πανωλεθριάμβος για τον Wittgenstein, όπως ακριβώς το παραδεχόταν κι ο ίδιος στους φίλους του: “μια πραγματική ανοησία”. 

Το Tractatus είναι λοιπόν αυτή η καλύβη της γλώσσας, η ευθραυστότητα του νοήματός της. Η καλύβα δεν είναι μια αδιάσειστη κατασκευή, μια στέρεη γλώσσα πάνω στον κόσμο, αλλά η γλωσσική του διαθεσιμότητα, ένα συρρικνούμενο νόημα, μπροστά στο θάμβος που την περιβάλλει. Μέσα σ' αυτό το περιβάλλον κάθε προσπάθεια αν-έγερσης πέφτει στο κενό, κατακρημνίζεται σ΄ αυτό το χείλος. Ένα γλωσσικό χείλος που αποσύρει τον κόσμο, στο μη είναι του ονόματος του, σ' αυτό το αντίπερα που τα πράγματα μόλις και αρχίζουν να διαφαίνονται. Αυτό το αδιατύπωτο του κόσμου που είναι για τον Wittgenstein και το κύριο σημείο του φιλοσοφικού του στοχασμού. Ένα σημείο κυρίαρχο, που δεν αδυνατίζει τη φιλοσοφία στην αδυνατότητα του πεδίου της αλλά απεναντίας την αποδίδει στη μοναδική της χειρονομία, αυτή της απόσυρσης του κόσμου στον τόπο της γλωσσικής του δι-αφάνειας. Όταν οι λέξεις δεν μιλάνε αλλά δείχνουν προς την αλήθειά τους και γίνονται τότε γλωσσικά συμβάντα, διασαλευμένα νοήματα, πυρακτωμένες φωνές. Η απορημένη γλώσσα είναι ο θρίαμβος της γλώσσας, η ανοικτότητά της, η ολική της διαθεσιμότητα στο άρρητο ίχνος του λόγου, στην προαιώνια φωνή της καταγωγικής της σιωπής. Ό, τι αντιστέκεται στη γλώσσα είναι κι αυτό που εγείρει τη γλώσσα, τον ανέκφραστο πυρήνα της αλήθειάς της. Ένα μονόγραμμα όλος ο κόσμος, περίκλειστος στην ενικότητά του, το ίχνος μόνο της καταδικής του απουσίας. “Η λέξη, θα πει ο Lacan, στη μοναδική του γλώσσα, “είναι μια παρουσία φτιαγμένη όλη απ' την απουσία της. Μια λέξη έτσι της επιθυμίας. Αλλά εδώ μόλις και κρούουμε ατάκτως, τη θύρα μιας άλλης καλύβης, της λακανικής. 



ο


Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

Ἀδελφοὶ Καραμαζώφ (ἀπόσπασμα)



 Τοῦ Φιοντὸρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι 
Στο διήγημα Ἀδελφοὶ Καραμαζὼφ ο Ντοστογιέφσκι προβάλλει τὴ μορφὴ ενὸς χαρισματικού γέροντα, του Στάρετς Ζωσιμᾶ. Στο απόσπασμα που ακολουθεῖ μιλάει ὁ Στάρετς περὶ ελευθερίας.


"Κοιτάξτε τους κοσμικούς, όλον αυτό τον κό­σμο που υψώνεται αλαζονικά πάνω απ' το λαό του Θεού. Δε διαστρέβλωσαν τάχα την μορφή του Θεού και την αλήθεια Του; Έχουν την επιστήμη τους. Μα η επιστήμη μπορεί να εξετάσει μονάχα εκείνα που γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις. Ο ψυχικός κόσμος, δηλαδή το ανώτερο μισό της ανθρώπινης ύπαρξης, έχει τέλεια εξο­στρακιστεί, αποδιώχτηκε με αλαλαγμούς θριάμβου, ακόμα και με μίσος. Ο κόσμος διακήρυξε την ελευθερία, τον τελευταίο καιρό ι­διαίτερα, και τι έγινε λοιπόν με τούτη την ελευθερία τους; Σκλαβιά μονάχα και αυτοκτονία! Γιατί οι κοσμικοί λένε:


– Έχεις ανάγκες και πρέπει να τις ικανοποιήσεις. Γιατί έχεις τα ίδια δικαιώματα που έχουν και οι πιο εξέχοντες και οι πιο πλού­σιοι. Μη φοβάσαι να τις ικανοποιείς, απεναντίας πρέπει να πολλα­πλασιάσεις τις ανάγκες σου. Αυτό είναι το σημερινό δόγμα του κόσμου. 


Νομίζουν πως αυτό θα πει ελευθερία. Μα τι προκύπτει απ' αυτό το δικαίωμα της αύξη­σης των αναγκών; Στους πλούσιους η απομόνωση και η πνευματική αυτοκτονία, στους φτωχούς ο φθόνος κι ο φόνος γιατί δικαιώματα βέβαια τους δώσανε μα δεν τους δείξανε ακόμα τον τρόπο να ικανο­ποιήσουν τις ανάγκες τους. Λένε πως ο κόσμος συνενώνεται όλο και πιο πολύ, συγχωνεύεται σε μιαν αδελφότητα, γιατί συντομεύονται οι αποστάσεις, και οι σκέψεις μεταφέρονται με τον αέρα. Αλλοίμο­νο.


Μην πιστεύετε σε μια τέτοια συνένωση των ανθρώπων. Έχο­ντας την αντίληψη πως ελευθερία είναι η αύξηση και η γρήγορη ικανοποίηση των αναγκών, διαστρεβλώνουν τη φύση τους, γιατί α­ποχτούν πολλές άσκοπες κι ανόητες επιθυμίες και συνήθειες. Ζούνε για να ζηλεύουν ο ένας τον άλλον, για τις σωματικές απολαύσεις και τις επιδείξεις. Θεωρούν τα γεύματα, τ' αμάξια, τους βαθμούς, τους δούλους-υπηρέτες, τόσο απαραίτητα που είναι έτοιμοι να θυσιάσουν γι' αυτά τη ζωή τους, την τιμή τους και την αγάπη προς τον πλησίον τους. Κι όταν δεν μπορούν να κορέσουν αυτές τις επιθυ­μίες τους, αυτοκτονούν. Όσοι δεν είναι πολύ πλούσιοι, κάνουν τα ίδια. Οι φτωχοί ξεχνούν το ανικανοποίητο και τη ζήλια τους με το κρασί. Μα σύντομα αντί για κρασί θα μεθύσουν με αίμα.

Ἐκεῖ τοὺς ὁδηγοῦν. Καὶ σᾶς ρωτάω λοιπόν: Εἶναι ἐλεύθερος ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος;

Γνώρισα έναν «αγωνιστή της ιδέας» που μου διηγόταν ο ίδιος πως όταν του στέρησαν στη φυλακή τον καπνό, τόσο τον βασά­νισε τούτη η στέρηση που λίγο έλειψε να πάει και να προδώσει την «ιδέα» του, μόνο και μόνο για λίγο καπνό. Κι ένας τέτοιος άνθρω­πος να σου λέει:

– Ἀγωνίζομαι γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα.


Μα πού μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος σαν κι αυτόν; Και γιατί είναι ικανός; Για μια σύντομη προσπάθεια ίσως, μα για πολύ και­ρό δε θ' αντέξει. Και δεν είναι καθόλου παράξενο που, αντί να κατακτήσουν την ελευθερία, πέσανε στη σκλαβιά κι αντί να εξυπηρετήσουν την αδερφική αγάπη και τη συνένωση των ανθρώπων, πέσανε απε­ναντίας στην ανθένωση και στην απομόνωση, όπως μου 'λεγε στα νιάτα μου ο μυστηριώδης επισκέπτης και δάσκαλός μου. Γι' αυτό και σβήνει όλο και περισσότερο στον κόσμο η ιδέα για την εξυπηρέτηση της ανθρωπότητας, για την αδελφοσύνη και την ακεραιότητα των ανθρώπων. Όποιος ακούει αυτή την ιδέα, την κοροϊδεύει, για­τί πώς μπορεί ο άνθρωπος να απαρνηθεί τις συνήθειές του, πού θα τραβήξει αυτός ο σκλάβος που 'χει τόσο συνηθίσει να ικανοποιεί τις αναρίθμητες ανάγκες του, που αυτός μονάχος του τις έχει εφεύρει; Αυτός έχει απομονωθεί και δεν τον νοιάζει καθόλου για το σύνολο.

Και τι καταφέρανε; Μάζεψαν περισσότερα πλούτη, μα η χαρά τους λιγόστεψε.."




Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἀδελφοὶ Καραμαζώφ, τόμος Β΄, τοῦ Φιοντὸρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι
ἐκδ. Γκοβόστη. Μτφρ. Ἄρης Ἀλεξάνδρου.

Πηγή: iskiriaki.com
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com
_

Στην ελληνική απόδοση του τίτλου του βιβλίου θα τον βρείτε γραμμένο και
Αδελφοί Καραμάζοφ
__________________________________________________________________________________

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Κι έτσι γεννήθηκε το «Άξιον Εστί».




 







Οδυσσέας Ελύτης


«Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημά μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του ’48 με ’51. Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί – πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος – δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ήτανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγύριζαν μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουν, ήταν η μοίρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλεψε αιώνες για να υπάρξει.

Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαινα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ήταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ” άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.

Ήτανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ήτανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου – η πρώτη ήτανε στην Αλβανία – που έβγαινα από το άτομό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι.

Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να “χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσαν. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Έλληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.

Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοίρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους – και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου “δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ” αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας.»
 
πηγή: Hit&Run 

__



Ήρθαν ντυμένοι φίλοι
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας
και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.

Έφεραν το Σοφό, τον Οικιστή, και το Γεωμέτρη,
την πάσα υποταγή και δύναμη,
παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.

Ούτε μέλισσα καν δεν γελάστηκε
το χρυσό ν’ αρχίσει παιχνίδι
ζέφυρος καν, τις λεύκες να φουσκώσει ποδιές.

Έστησαν και θεμελίωσαν
στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς και επαύλεις
ξύλα και άλλα πλεούμενα,
τους νόμους τους θεσπίζοντας
τα καλά και συμφέροντα,
στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.

Και το μέτρο δεν
έδεσε ποτέ με την σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι θεού
στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς
τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.

Έφτασαν ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά
 


Οδυσσέα Ελύτη, Άξιον Εστί 1961
__


Εικονογράφηση: Χρήστος Μποκόρος, Ένα κυπαρίσσι για τον Οδυσσέα Ελύτη



Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Samuel Beckett - " Eh Joe"




To "Eh Joe" (1965), είναι το πρώτο έργο γραμμένο στα αγγλικά, το οποίο ο S. Beckett έγραψε αποκλειστικά ως “A piece for television”, για την τηλεόραση. Η συγγραφή του ξεκίνησε στο πεντηκοστό ένατο έτος της ηλικίας του συγγραφέα, 13η Απριλίου 1965, και ολοκληρώθηκε την 1η Μαΐου του ίδιου έτους. Η πρώτη αγγλική εκπομπή βγήκε στο BBC2 (4 Ιουλίου 1966) με τον Jack MacGowran παίζοντας τον Joe (αρχικά «Jack», κατά την έναρξη του πρώτου σχεδίου) και Siân Phillips ως Voice (η Φωνή), για τους οποίους ήταν ειδικά γραμμένο το έργο.
 
Πρόκειται για έναν ηλικιωμένο άντρα γύρω στα 50-60, ο οποίος είναι μόνος σε ένα ανεπίπλωτο, μοναστικό δωμάτιο, ευκρινώς φοβισμένος από κάτι αθέατο. Εκεί δέχεται τη βασανιστική κριτική μιας μυστυριώδους γυναικείας φωνής, για προηγούμενες πράξεις του, η οποία επανακαλεί στη μνήμη του, μια ερωτική σχέση του από το παρελθόν, η οποία είχε τραγικό τέλος, καθώς ο Joe οδήγησε την γυναίκα στην αυτοκτονία.

Η παρουσίαση που προβάλλεται στην παρακάτω οπτικομαγνητική εγγραφή (παρουσιασμένη αποσπασματικά σε τρία μέρη), συμμετέχουν οι Klaus Herm στο ρόλο του Joe, και η Billie Whitelaw στο ρόλο της Voice.

Η  σκηνοθεσία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, με την κάμερα και την Φωνή, ασύμπτωτες χρονικά, εναλλάσσονται με «επιθέσεις» στη σκέψη και το ασυνείδητο του Joe, αναδεικνύοντας τις αντιδράσεις του, τις οποίες ο θεατής, σχεδόν ηδονοβλεπτικά, προσπαθεί να αναγνώσει στο βλέμμα και στους μυικούς σπασμούς του προσώπου του.

Carina


__________



WOMAN'S VOICE:

    Joe ...

    Joe ...

    Thought of everything? ... Forgotten nothing?... You're all right now, eh? ... No one can see you now .... No one can get at you now .... Why don't you put out that light? ... There might be a louse watching you .... Why don't you go to bed? ... What's wrong with that bed, Joe? ... You changed it, didn't you? ... Made no difference? ... Or is the heart already? ... Crumbles when you lie down in the dark .... Dry rotten at last .... Eh Joe?


    The best's to come, you said, that last time .... Hurrying me into my coat .... Last I was favoured with from you .... Say it you now, Joe, no one'll hear you .... Come on, Joe, no one can say it like you, say it again now and listen to yourself .... The best's to come .... You were right for once .... In the end.


    You know that penny farthing hell you call your mind .... That's where you think this is coming from, don't you? ... That's where you heard your father .... Isn't that what you told me? ... Started in on you one June night and went on for years.... On and off .... Behind the eyes .... That's how you were able to throttle him in the end .... Mental thuggee you called it ... One of your happiest fancies .... Mental thuggee .... Otherwise he'd be plaguing you yet .... Then your mother when her hour came .... 'Look up, Joe, look up, we're watching you' .... Weaker and weaker till you laid her too .... Others .... All the others .... Such love he got .... God knows why .... Pitying love .... None to touch it .... And look at him now .... Throttling the dead in his head.


   Anyone living love you now, Joe? ... Anyone living sorry for you now? ... That slut that comes on Saturday, you pay her, don't you? ... Penny a hoist tuppence as long as you like ... Watch yourself you don't run short, Joe ... Ever think of that? ... Eh Joe? ... What it'd be if you ran out of us .... Not another soul to still .... Sit there in his stinking old wrapper hearing himself .... That lifelong adorer .... Weaker and weaker till not a gasp left there either .... Is it that you want? ... Well preserved for his age and the silence of the grave .... That old paradise you were always harping on .... No Joe .... Not for the likes of us.


I was strong myself when I started .... In on you .... Wasn't I, Joe? ... Normal strength .... Like those summer evenings in the Green .... In the early days .... Of our idyll .... When we sat watching the ducks .... Holding hands exchanging vows .... How you admired my elocution! ... Among other charms .... Voice like flint glass .... To borrow your expression .... Powerful grasp of language you had .... Flint glass .... You could have listened to it for ever .... And now this .... Squeezed down to this .... How much longer would you say? ... Till the whisper .... You know .... When you can't hear the words .... Just the odd one here and there .... That's the worst .... Isn't it, Joe? ... Isn't that what you told me .... Before we expire .... The wisper ...The odd word .... Straining to hear .... Brain tired squeezing ... It stops in the end ...You stop it in the end ... Imagine if you couldn't .... Ever think of that? ... If it went on .... The whisper in your head .... Me whispering at you in your head .... Things you can't catch .... On and off .... Till you join us .... Eh Joe? ...
How's your Lord these days? ... Still worth having? ... Still lapping it up? ... The passion of our Joe .... Wait till He starts talking to you .... When you're done with yourself .... All your dead dead .... Sitting there in your foul old wrapper .... Very fair health for a man of your years .... Just that lump in your bubo .... Silence of the grave without the maggots .... To crown your labours .... Till one night .... 'Thou fool thy soul' .... Put your thugs on that .... Eh Joe? ... Ever think of that? ... When He starts in on you .... When you're done with yourself .... If you ever are.
Yes, great love God knows why .... Even me .... But I found a better .... As I hope you heard .... Preferable in all respects .... Kinder .... Stronger .... More intelligent .... Better looking .... Cleaner .... Truthful .... Faithful .... Sane .... Yes .... I did all right.
But there was one didn't .... You know the one I mean, Joe .... The green one .... The narrow one .... Always pale .... The pale eyes .... Spirit made light .... To borrow your expression .... The way they opened after .... Unique .... Are you with me now? ... Eh Joe? ... There was love for you .... The best's to come, you said .... Bundling her into her Avoca sack .... Her fingers fumbling with the big horn buttons .... Ticket in your pocket for the first morning flight .... You've had her, haven't you? .... You've laid her? ... Of course he has .... She went young .... No more old lip from her.
Ever know what happened? ... She didn't say? ... Just the announcement in the Independent .... 'On Mary's beads we plead her needs and in the Holy Mass' .... Will I tell you? ... Not interested? ... Well I will just the same .... I think you should know .... That's right, Joe, squeeze away .... Don't lose heart now .... When you're nearly home .... I'll soon be gone .... The last of them .... Unless that poor old slut loves you .... Then yourself .... That old bonfire .... Years of that stink .... Then the silence .... A dollop of that .... To crown all .... Till His Nibs .... One dirty winter night .... 'Mud thou art.'
All right .... Warm summer night .... All sleeping .... Sitting on the edge of her bed in her lavender slip .... You know the one .... Ah she knew you, heavenly powers! ... Faint lap of sea through open window .... Gets up in the end and slips out as she is .... Moon .... Stock .... Down the garden and under the viaduct .... Sees from the seaweed the tide is flowing .... Goes on down to the edge and lies down with her face in the wash .... Cut a long story short doesn't work .... Gets up in the end sopping wet and back up to the house .... Gets out the Gillette .... The make you recommended for her body hair .... Back down the garden and under the viaduct .... Takes the blade from the holder and lies down at the edge on her side .... Cut another long story short doesn't work either ... You know how she always dreaded pain .... Tears a strip from the slip and ties it round the scratch .... Gets up in the end and back up to the house .... Slip clinging the way wet silk will .... This all new to you, Joe? ... Eh Joe? ... Gets the tablets and back down the garden and under the viaduct .... Takes a few on the way .... Unconscionable hour by now .... Moon going off the shore behind the hill .... Stands a bit looking at the beaten silver .... Then starts along the edge to a place further down near the Rock .... Imagine what in her mind to make her do that .... Imagine .... Trailing her feet in the water like a child .... Takes a few more on the way .... Will I go on, Joe? ... Eh Joe? ... Lies down in the end with her face a few feet from the tide .... Clawing at the shingle now .... Has it all worked out this time .... Finishes the tube .... There's love for you .... Eh Joe? .... Scoops a little cup for her face in the stones .... The green one .... The narrow one .... Always pale .... The pale eyes .... The look they shed before .... The way they opened after .... Spirit made light .... Wasn't that your description, Joe? ...
  All right .... You've had the best .... Now imagine .... Before she goes Imagine .... Face in the cup .... Lips on a stone a stone.... Taking Joe with her .... Light gone .... 'Joe Joe' .... No sound to the stones the stones ... Say it you now, no one'll hear you .... Play 'Joe' it parts the lips the lips... Imagine the hands .... Imagine The solitaire .... Against a stone a stone .... Imagine the eyes the eyes.... Spiritlight .... Breasts in the stones .... And the hands .... Before they go .... Imagine the hands .... What are they at? ... In the stones the stones....What are they fondling? ... Till they go .... There's love for you .... Isn't it, Joe ? ... Wasn't it, Joe? ... Eh Joe? ... Wouldn't you say? ... Compared to us ... Compared to Him .... Eh Joe?...

__
-Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες πληροφορίες για το έργο (στην αγγλική γλώσσα)  εδώ


__

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα



Cervates jauregui
Προσωπογραφία Miguel de Cervantes y Saavedra (1547-1615)
Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα[i] (Don Miguel de Cervantes y Saavedra, 29 Σεπτεμβρίου 1547 – 22 Απριλίου 1616)[ii] ήταν Ισπανός λογοτέχνης, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Το έργο του ανήκει χρονικά στη «χρυσή εποχή» (περ. 1492-1648) της Ισπανίας, κατά την οποία παρατηρήθηκε μία εξαιρετική άνθιση στις τέχνες, ενώ ο ίδιος αποτελεί έναν από τους μείζονες λογοτέχνες παγκοσμίως. Το διασημότερο μυθιστόρημά του, ο Δον Κιχώτης, συγκαταλέγεται στα κλασικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, μεταφρασμένο σε περισσότερες από εξήντα γλώσσες και έχοντας υποβληθεί σε συστηματική ανάλυση και κριτικό σχολιασμό από το 18ο αιώνα.

Ο Θερβάντες γεννήθηκε στο Αλκαλά ντε Ενάρες, περίπου 30 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Μαδρίτης, τέταρτος από τα συνολικά επτά παιδιά της οικογένειάς του. Τα νεανικά του χρόνια, για τα οποία διαθέτουμε ελάχιστες πληροφορίες, χαρακτηρίστηκαν από τις πολυάριθμες μετακινήσεις της οικογένειας σε διαφορετικές ισπανικές πόλεις. Τα παλαιότερα λογοτεχνικά έργα του χρονολογούνται το 1568, ενώ το πρώτο μυθιστόρημα του, Γαλάτεια, εκδόθηκε το 1585. Από το 1570, και για αρκετά χρόνια, πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως επαγγελματίας στρατιώτης, λαμβάνοντας μέρος στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου ως υπαξιωματικός του πολεμικού πλοίου Μαρκέσα (Marquesa), στην πολιορκία της Κέρκυρας (1571), καθώς και στην εκστρατεία της Τύνιδας. Κατά την επιστροφή του στην Ισπανία, εργάστηκε στην Αυλή του Φιλίππου Β' ως φοροεισπράκτορας, ενώ λίγα χρόνια αργότερα εκδόθηκε ο πρώτος τόμος του Δον Κιχώτη (1605), έργο που τον καθιέρωσε στο λογοτεχνικό κόσμο. Το 1607 εγκαταστάθηκε στη Μαδρίτη, όπου ολοκλήρωσε το μεγαλύτερο μέρος του λογοτεχνικού έργου του και έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του.
 


Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα προσέφερε τις υπηρεσίες του ως αυλάρχης στον οίκο του Τζούλιο Ακουαβίβα, μετέπειτα καρδινάλιου, στη Ρώμη, όπου είχε τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή με την πλούσια πολιτιστική παράδοση της πόλης, την αναγεννησιακή τέχνη, αλλά και με την ιταλική λογοτεχνία. Εκτιμάται ότι η θέση του θα μπορούσε να τού εξασφαλίσει την ανέλιξή του στην παπική Αυλή, ωστόσο την εγκατέλειψε έπειτα από περίπου δεκαπέντε μήνες και το 1570 ξεκίνησε να υπηρετεί στο πεζικό σώμα του ισπανικού στρατού στη Νάπολι, έδαφος που τότε βρισκόταν υπό ισπανική κατοχή.

Το Σεπτέμβριο του 1571 υπηρέτησε ως υπαξιωματικός με το πολεμικό πλοίο Μαρκέσα που αποτελούσε τμήμα του μεγάλου στόλου υπό τις διαταγές του Δον Χουάν της Αυστρίας και πολέμησε νικηφόρα στη ναυμαχία της Ναυπάκτου (ή Λεπάντο) στις 7 Οκτωβρίου, εναντίον του οθωμανικού στόλου, αμφισβητώντας για πρώτη φορά την κυριαρχία του στη Μεσόγειο.
Ο ίδιος, στον πρόλογο του δεύτερου μέρους του Δον Κιχώτη (1615) περιγράφει με υπερηφάνεια τη συμμετοχή του στη μάχη, την οποία χαρακτήρισε ως την πλέον ένδοξη των όσων είδαν ή θα δουν οι αιώνες.
Το 1572 επανήλθε στην υπηρεσία του ισπανικού στρατού στη Νάπολη και τα επόμενα τρία χρόνια συμμετείχε στις εκστρατείες της Κέρκυρας, του Ναυαρίνου και της Τύνιδας.Το Σεπτέμβριο του 1575, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής του στην Ισπανία, η γαλέρα με την οποία έπλεε δέχθηκε επίθεση από πειρατές και ο Θερβάντες συνελήφθη μαζί με τον αδελφό του Ροδρίγο και μεταφέρθηκε αιχμάλωτος στο Αλγέρι, όπου παρέμεινε για πέντε χρόνια ως δούλος. 

Στη διάρκεια των πέντε ετών της αιχμαλωσίας του, επιχείρησε ανεπιτυχώς να δραπετεύσει τέσσερις φορές. Ανέκτησε τελικά την ελευθερία του, το Σεπτέμβριο του 1580, χάρη στη συνδρομή Τριαδιστών καλόγερων και της οικογένειάς του που κατάφεραν να συγκεντρώσουν το οικονομικό ποσό που απαιτούνταν. Αυτή η περιπετειώδης περίοδος της ζωής του αποτυπώθηκε μεταγενέστερα στο λογοτεχνικό έργο του, ειδικότερα στα θεατρικά έργα Τα κάτεργα του Αλγερίου (Los baños de Argel) και H ζωή στο Αλγέρι (El trato de Argel).

Επιστρέφοντας στην Ισπανία, ο Θερβάντες έζησε μία ζωή αρκετά διαφορετική από αυτή της προηγούμενης δεκαετίας, αντιμετωπίζοντας συχνά οικονομικά προβλήματα, πριν καθιερωθεί στο χώρο της λογοτεχνίας. Στα τέλη του 1584 παντρεύτηκε την Καταλίνα ντε Σαλαθάρ ι Παλάθιος, ενώ νωρίτερα είχε ήδη αποκτήσει μία κόρη, την Ισαμπέλ ντε Σααβέδρα, καρπό της σχέσης του με την Άνα ντε Βιγιαφράνκα (ή Άνα Φράνκα ντε Ρότχας).


 
Catalina de Salazar Vozmediano


Στη συνέχεια επιδόδηκε σε ιδιαίτερη λογοτεχνική δραστηριότητα από το 1585 με το πρώτο του έργο Γαλάτεια (La Galatea) μέχρι το 1615 . Η σύγχυση (La Confusa) αποτελούσε κατά τον Θερβάντες το κορυφαίο έργο που έγραψε για το θέατρο.

Τον Ιανουάριο του 1605 εκδόθηκε το σημαντικότερο ίσως έργο του Θερβάντες, 0 ευφάνταστος ευπατρίδης Δον Κιχώτης της Μάντσα, γνωστό περισσότερο ως Δον Κιχώτης. Το μυθιστόρημα είχε αξιοσημείωτη επιτυχία και μέχρι το καλοκαίρι του ίδιου έτους είχαν τυπωθεί δύο εκδόσεις του στη Μαδρίτη και τη Λισαβόνα, καθώς και μία έκδοση στη Βαλένθια.

Gustave Doré
Miguel de Cervantes-Don Quixote Part 1-Chapter1-Plate1
"A world of disorderly notions, picked out of his books, crowded into his imagination"





 Σημειώσεις

i.Το επώνυμο Σααβέδρα δε σχετίζεται με την οικογένειά του, αλλά υιοθετήθηκε επισήμως από τον Θερβάντες το 1586-87 και εμφανίζεται στα έγγραφα που σχετίζονται με το γάμο του με την Καταλίνα ντε Σαλαθάρ. Το ίδιο επώνυμο έδωσε σε έναν από τους χαρακτήρες του έργου El trato de Alger.

ii.Ο Θερβάντες πέθανε στις 22 Απριλίου του 1616. Η 23η Απριλίου ήταν η ημερομηνία της ταφής του, όπως βεβαιώνεται από το πιστοποιητικό έγγραφο της εποχής.
 

iii.Όλες οι προσωπογραφίες του Θερβάντες είναι μεταγενέστερες του θανάτου του και προϊόντα της φαντασίας των δημιουργών. Η μοναδική γραπτή περιγραφή των εξωτερικών χαρακτηριστικών του που είναι γνωστή ανήκει στον ίδιο και περιέχεται στον πρόλογο της έκδοσης των Υποδειγματικών διηγημάτων (1613):
«[...] με ωοειδές πρόσωπο, καστανά μαλλιά, αρυτίδωτο μεγάλο μέτωπο, ζωηρά μάτια, γαμψή αλλά με σωστές αναλογίες μύτη, μικρό στόμα, δόντια όχι για να ειπωθούν πολλά αφού έχει μόλις έξι σε κακή κατάσταση και σε λάθος θέσεις καθώς ούτε δύο από αυτά δεν είναι διαδοχικά, κορμί μεταξύ των δύο άκρων, ούτε ψηλό ούτε κοντό, με έντονες αποχρώσεις, ελαφρά σκυφτός στους ώμους και με βήμα όχι ιδιαίτερα ανάλαφρο [...]»


Πηγή


 ~••.¸✽¸.••~

.

Δον Κιχώτης
(αποσπάσματα των δυο πρώτων κεφαλαίων)



Σε κάποιο χωριό της Μάντσας[1], που το όνομά του δε θέλω να ονομάσω, ζούσε πριν λίγα χρόνια, ένας ευγενής[2] από εκείνους που είχαν μια λόγχη στην οπλοθήκη, μια παλιά ασπίδα, ένα καματερό άλογο και ένα λαγωνικό σκυλί.
Ξόδευε τα τρία τέταρτα από το εισόδημά του τρώγοντας, συχνότερα βοδινό κρέας παρά κατσικίσιο, σαλάτα από όσπρια με ξύδι τα περισσότερα βράδια, κομματάκια κρέας με σάλτσα τα Σάββατα, φακές τις Παρασκευές και κανένα επί πλέον περιστεράκι τις Κυριακές.
Ζύγωνε τα πενήντα ο Ευγενής μας. Είχε γεροδεμένη κορμοστασιά, αν και αδύνατος με ξερακιανό πρόσωπο, ξυπνούσε πολύ πρωί και αγαπούσε το κυνήγι.
Ο Ευγενής αυτός, τις ώρες που δεν είχε τι να κάνει (και αυτές ήταν οι περισσότερες μέσα στο χρόνο), τις περνούσε διαβάζοντας βιβλία για ιππότες με τόση αφοσίωση και ευχαρίστηση, που ξεχνούσε το κυνήγι, αλλά και το κουμάντο του σπιτιού του. Απορροφήθηκε τόσο πολύ στο διάβασμα, που περνούσε τις νύχτες ξάγρυπνος τη μια μετά την άλλη, και τις μέρες του με θολούρα και ζάλη. Και από την αϋπνία και το αδιάκοπο διάβασμα, του στέρεψε το μυαλό και σάλεψε το λογικό του.
Έχοντας πια τρελαθεί ολότελα, έκρινε σωστό και αναγκαίο, για να τιμήσει το όνομά του, να γίνει περιπλανώμενος ιππότης που θα γυρίζει τον κόσμο με τα όπλα του καβάλα στο άλογό του, αναζητώντας περιπέτειες, τιμωρώντας το άδικο και διορθώνοντας τα στραβά των ανθρώπων.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να καθαρίσει κάποια παμπάλαια και σκουριασμένα όπλα των προπάππων του που, για αιώνες, ήταν ριγμένα σε κάποια γωνιά. Μετά πήγε να δει το κοκαλιάρικο άλογό του που, αν και πετσί και κόκαλο, του φάνηκε πιο ρωμαλέο και από το Βουκεφάλα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ακόμα και από τον Μπαβιέκα του Ελ Σιντ[3]. Τέσσερις μέρες συλλογιζόταν τι όνομα να του δώσει. Στο τέλος αποφάσισε να το ονομάσει Ροσινάντη.


-12-

Αφού ικανοποιήθηκε με το όνομα που έδωσε στο άλογό του, θέλησε να βρει ένα και για εκείνον τον ίδιο. Οκτώ μέρες σκεφτόταν και στο τέλος αποφάσισε να ονομάσει τον εαυτό του Δον Κιχώτη από τη Μάντσα, που κατ’ όπως πίστευε, φανέρωνε και την ευγενή καταγωγή του, αλλά και την ιδιαίτερη πατρίδα του.
Αφού γυάλισε τα όπλα του, και βρήκε όνομα ταιριαστό για τον ίδιο και το άλογό του, το μόνο που του έλλειπε ήταν μια κυρία, ευγενής στην καταγωγή, με την οποία θα ήταν ερωτευμένος, γιατί ένας περιπλανώμενος ιππότης δίχως έρωτες, θα ήταν σα δέντρο δίχως φύλλα και καρπούς, σαν σώμα χωρίς ψυχή.
Σ’ ένα κοντινό χωριό ζούσε μια χωριατοπούλα, με πολύ ωραίο παρουσιαστικό που κάποτε την είχε ερωτευτεί, αν και όπως εννοείται, εκείνη ούτε το έμαθε, ούτε και το κατάλαβε ποτέ. Τη λέγανε Αλδόνσα Λορένσο. Προσπάθησε λοιπόν να βρει και γι’ αυτήν ένα όνομα που να μην υστερεί πολύ από το δικό του και που να ακούγεται σαν όνομα πριγκίπισσας ή αριστοκράτισσας. Κατέληξε να την ονομάσει Δουλσινέα από το Τομπόσο[4], όνομα που, κατά τη γνώμη του, ηχούσε γλυκά στα αυτιά[5], αλλά και φανέρωνε τον τόπο καταγωγής της.
 


-14- 

ΠΩΣ Ο ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΗΚΕ ΙΠΠΟΤΗΣ 


ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΦΑΝΕΡΩΣΕΙ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ τα σχέδιά του και δίχως να τον δει κανείς, ένα πρωινό προτού ξημερώσει, φόρεσε την πανοπλία του, καβάλησε τον Ροσινάντη[6] και με χαρά μεγάλη ξεκίνησε για άγνωστες περιπέτειες. Όμως, μόλις βγήκε στον κάμπο μια φοβερή σκέψη κυρίεψε το νου του: δεν είχε χριστεί ιππότης και, σύμφωνα με τους νόμους της ιπποσύνης, δεν είχε δικαίωμα να σηκώσει όπλα ενάντια σε κανέναν ιππότη. Οι σκέψεις αυτές τον έκαναν να αμφιβάλλει για την αποστολή του…και καθώς υπερίσχυσε η τρέλα του, αποφάσισε, τον πρώτο που θα συναντούσε στο διάβα του, να τον βάλει να τον χρίσει ιππότη.
Προχωρούσε όλη τη μέρα και, όταν άρχισε να νυχτώνει, το άλογό του και ο ίδιος πέθαιναν της πείνας. Κοιτάζοντας τριγύρω μπας και δει κανέναν πύργο ή καμιά στάνη με βοσκούς, διέκρινε, όχι σε μεγάλη απόσταση από το δρόμο, ένα πανδοχείο. Κατευθύνθηκε αμέσως προς τα εκεί, όπου έφτασε προτού νυχτώσει για τα καλά. Το πανδοχείο, του φάνταζε σαν κάστρο με τέσσερις πύργους, ανυψούμενη γέφυρα και βαθιά τάφρο.


-16-

Εκεί είδε δυο νεαρές κοπέλες, που του φάνηκαν σαν δυο αρχόντισσες που έπαιρναν τον αέρα τους μπροστά στο κάστρο.
Οι κοπέλες, βλέποντας να καταφτάνει ένας άντρας αρματωμένος και με παράξενη όψη, έτρεξαν φοβισμένες να μπουν στο χάνι, όμως ο Δον Κιχώτης κατάλαβε την αιτία του φόβου τους, ανασήκωσε την προσωπίδα της περικεφαλαίας του και τους είπε:
- Μη φεύγετε ευγενικές μου αρχοντοπούλες, και μη φοβάστε για την παραμικρή προσβολή, διότι το λειτούργημα της ιπποσύνης που υπηρετώ δεν βλάπτει κανέναν, πολύ περισσότερο δυο κυρίες της αριστοκρατίας.
Οι κοπέλες, όταν άκουσαν να τις αποκαλούν κυρίες της αριστοκρατίας δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν τα γέλια τους. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή βγήκε ο πανδοχέας και έτρεξε να βοηθήσει το Δον Κιχώτη που ξεπέζευε με κόπο και δυσκολία μεγάλη, καθώς όλη την ημέρα δεν είχε βάλει μπουκιά στο στόμα του.
- Αν η ευγένειά σας, θέλει να περάσει εδώ τη νύχτα της, είπε ο ιδιοκτήτης του πανδοχείου, εκτός από κρεβάτι, που σ’ αυτό το χάνι δεν υπάρχει κανένα, όλα τα άλλα θα τα βρει σε αφθονία.
Βλέποντας ο Δον Κιχώτης την ταπεινότητα του πυργοδεσπότη, γιατί για τέτοιον τον πέρασε, απάντησε:
- Για μένα κύριε πυργοδεσπότη, μου αρκεί ο, τ ι και να ‘ναι. Στολίδια είναι τα όπλα μου και ξεκούραση οι μάχες.
Ύστερα είπε στον πανδοχέα να περιποιηθεί όσο γίνεται καλύτερα το άλογό του, γιατί σαν κι αυτό δεν υπάρχει δεύτερο στον κόσμο όλο.
Ο πανδοχέας το κοίταξε καλά, αλλά δεν του φάνηκε να είναι όπως τα έλεγε ο Δον Κιχώτης, ούτε καν στο μισό. Το βόλεψε ωστόσο στο στάβλο και γύρισε να δει τι θα πρόσταζε ο φιλοξενούμενός του.


-17-

Οι κοπέλες έβγαζαν την πανοπλία από το Δον Κιχώτη, δεν κατάφερναν ωστόσο να βγάλουν το προστατευτικό περιλαίμιο, ούτε και την αυτοσχέδια περικεφαλαία που την είχε δεμένη με πράσινες κορδέλες και έπρεπε να του τις κόψουν, γιατί δεν μπορούσαν να λύσουν τους κόμπους. Εκείνος όμως δεν τους το επέτρεπε με κανέναν τρόπο και έτσι έμεινε όλη τη νύχτα με την περικεφαλαία στο κεφάλι.
Κατόπιν τον ρώτησαν οι κοπέλες, αν ήθελε να φάει τίποτα.
- Θα έτρωγα οτιδήποτε, απάντησε ο Δον Κιχώτης, γιατί πιστεύω πως θα μου έκανε μεγάλο καλό.
Του έστρωσαν τραπέζι κοντά στην πόρτα του πανδοχείου που είχε περισσότερη δροσιά και του σερβίρισε ο πανδοχέας μια μερίδα κακομουσκεμένου, και ακόμα χειρότερα μαγειρεμένου, μπακαλιάρου και ένα κομμάτι ψωμί τόσο μαυρισμένο, όσο και τα όπλα του. Προκαλούσε πολύ γέλιο να τον βλέπεις να τρώει, γιατί καθώς φορούσε την περικεφαλαία στο κεφάλι και ανεβοκατέβαζε την κινητή προσωπίδα, δεν μπορούσε να βάλει τίποτα στο στόμα του, αν δεν του το έδινε και δεν του το έβαζε κάποιος άλλος. Μια από τις κοπέλες τον τάιζε και δεν θα μπορούσε να πιει τίποτα, αν ο πανδοχέας δεν του έβαζε στο στόμα ένα καλάμι που από την άλλη άκρη του έχυνε κρασί. Ο Δον Κιχώτης προτιμούσε να τα υπομένει όλα αυτά, παρά να κοπούν οι κορδέλες της περικεφαλαίας του.
Όμως εκείνο που τον ανησυχούσε περισσότερο ήταν που δεν είχε χριστεί ακόμα ιππότης. Και έτσι, όταν τέλειωσε το γεύμα του, φώναξε τον πανδοχέα, τον οδήγησε στο στάβλο που έδεναν τα άλογα, γονάτισε μπροστά του και του είπε:
- Δεν θα σηκωθώ ποτέ από εδώ, γενναίε ιππότη, προτού μου κάνει η ευγένειά σας μια ευεργεσία που θέλω να της ζητήσω!
Ο πανδοχέας, βλέποντας τον φιλοξενούμενό του στα γόνατα, τα ‘χασε και δεν ήξερε τι να πει και τι να κάνει. Επέμεινε να τον πείσει να σηκωθεί, μέχρι που αναγκάστηκε να του πει πως θα του έκανε την ευεργεσία που του ζητούσε.
- Τίποτα λιγότερο δεν περίμενα από την μεγαλοπρέπειά σας, κύριέ μου, αποκρίθηκε ο Δον Κιχώτης, και ευθύς σας λέω ότι η ευεργεσία που ζητώ να μου κάνετε είναι, αύριο να με χρίσετε ιππότη. Απόψε, στο παρεκκλήσι του πύργου σας θα κάνω αγρυπνία τα όπλα.
Ο πανδοχέας, που από την αρχή είχε την υποψία πως ο φιλοξενούμενός του δεν ήταν στα καλά του, ακούγοντας τα λόγια αυτά δεν του έμεινε η παραμικρή αμφιβολία γι’ αυτό, και για να έχει και κάποιον λόγο να γελάει τη νύχτα, αποφάσισε να ακολουθήσει την τρέλα του Δον Κιχώτη. Του είπε πως, αν και ο πύργος του δεν διέθετε παρεκκλήσι για να αγρυπνήσει τα όπλα,


-18 -

θα μπορούσε να το κάνει στην αυλή και πως το πρωί θα γινόταν το απαραίτητο τελετουργικό.
Μάζεψε ο Δον Κιχώτης τα κομμάτια της αρματωσιάς του και τα έβαλε πάνω σε μια γούρνα δίπλα σ’ ένα πηγάδι. Μετά πήρε στο ένα χέρι την ασπίδα και στο άλλο τη λόγχη και άρχισε να πηγαινοέρχεται μπροστά τους όλη τη νύχτα.
Εκείνη την ώρα του ήρθε κάποιου αγωγιάτη που φιλοξενούνταν στο χάνι, να κατέβει να ποτίσει τα άλογά του. Έβγαλε τα κομμάτια της αρματωσιάς πάνω από τη γούρνα και τότε ο Δον Κιχώτης άρχισε να φωνάζει:
- Ε , εσύ, όποιος και αν είσαι, παράτολμε ιππότη που τολμάς να αγγίξεις τα όπλα του πιο γενναίου περιπλανώμενου ιππότη που ακόμα δε ζώστηκε σπαθί! Κοίτα τη δουλειά σου και μην τα αγγίξεις, αν δεν θες να πληρώσεις με τη ζωή σου το θράσος σου!
Ο αγωγιάτης, δίχως να δώσει καμία σημασία στα λόγια του, πήρε τα όπλα και τα πέταξε στην άκρη. Όταν το είδε αυτό ο Δον Κιχώτης σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και, φέρνοντας στη σκέψη του τη Δοαυλσινέα του, είπε:
 

-20-

- Βοήθησε με αφέντρα της καρδιάς μου σε αυτήν την πρώτη πρόκληση που μου παρουσιάζεται!
Ρίχνοντας την ασπίδα του, πήρε στα δυο του χέρια τη λόγχη και έδωσε στο κεφάλι του αγωγιάτη ένα χτύπημα τόσο δυνατό που τον σώριασε κατά γης, μισολιπόθυμο. Ύστερα από αυτό, μάζεψε τα όπλα του και άρχισε και πάλι να πηγαινοέρχεται ατάραχος όπως και στην αρχή.
Μετά από λίγο, μη ξέροντας τι είχε συμβεί, κατέφτασε κι άλλος αγωγιάτης για να ποτίσει τα ζώα του. Έβγαλε τα όπλα του Δον Κιχώτη από τη γούρνα για να αδειάσει το μέρος και εκείνος, δίχως να πει κουβέντα, πέταξε και πάλι την ασπίδα, σήκωσε τη λόγχη του και την κοπάνισε με όλη του τη δύναμη στο κεφάλι του αγωγιάτη.
Ακούγοντας τη φασαρία βγήκαν έξω οι ένοικοι του πανδοχείου και οι άνθρωποι που συνόδευαν τους τραυματισμένους αγωγιάτες τον πήραν με τις πέτρες και ο Δον Κιχώτης αμυνόταν με την ασπίδα του.
Ο πανδοχέας τους φώναζε να τον αφήσουν γιατί είναι τρελός. Ο Δον Κιχώτης φώναζε ακόμη πιο δυνατά, αποκαλώντας τους προδότες και λέγοντας πως ο πυργοδεσπότης ήταν ένας κακορίζικος ιππότης, αφού επέτρεπε να συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο σε έναν περιπλανώμενο ιππότη.
Οι αγωγιάτες σταμάτησαν να τον πετροβολούν και ο Δον Κιχώτης συνέχισε και πάλι την αγρυπνία των όπλων με την ίδια ηρεμία όπως και πρωτύτερα.
Ο πανδοχέας αποφάσισε να ξεμπερδεύει μια ώρα αρχύτερα με τον Δον Κιχώτη. Του είπε πως, για να τον χρίσει ιππότη, αρκούσε ένα χτύπημα στο σβέρκο και ένα στην πλάτη και πως αυτό θα έπρεπε να γίνει στον κάμπο.

  
-21- 

Έφερε το τεφτέρι όπου κράταγε τους λογαριασμούς του. Ένας νεαρός έφερε ένα αλειμματοκέρι αναμμένο, και οι δυο κοπέλες πλησίασαν. Ύστερα, ο πανδοχέας πρόσταξε το Δον Κιχώτη να γονατίσει και άρχισε να διαβάζει από το τεφτέρι (σα να διάβαζε κάποιο τροπάριο) και στα μισά της ανάγνωσης σήκωσε το χέρι του και έδωσε ένα γερό χτύπημα με το πλατύ μέρος του σπαθιού στο σβέρκο του Δον Κιχώτη και, αμέσως μετά, ένα πιο ντελικάτο στην πλάτη του, συνεχίζοντας να μουρμουρίζει μέσα απ’ τα δόντια του λες και προσευχόταν. Ύστερα από αυτό, πρόσταξε τη μια από τις κοπέλες να τον ζώσει με το σπαθί του, όσο η άλλη του φόραγε τα σπιρούνια.
Και αφού τέλειωσε στα γρήγορα αυτό το τελετουργικό που παρόμοιο κανείς δεν ξανάδε, ο Δον Κιχώτης δεν έβλεπε την ώρα να καβαλήσει το άλογό του και να ξεκινήσει για περιπέτειες. Σέλωσε τον Ροσινάντη και καβάλησε. Αγκάλιασε τον πανδοχέα, λέγοντάς του παράξενα λόγια που είναι αδύνατον να τα μεταφέρω με ακρίβεια, και τον ευχαρίστησε που τον έχρισε ιππότη.
Ο πανδοχέας, που δεν έβλεπε την ώρα να τον ξεφορτωθεί, ανταπάντησε με λίγα λόγια και, χωρίς καν να του ζητήσει πληρωμή για τη φιλοξενία, τον άφησε να φύγει.



___________________________________________________________________________

[1]La Mancha. Περιοχή της κεντρικής Ισπανίας
[2] Ο συγκεκριμένος βαθμός ευγενείας που είχε ήταν αυτός του Ιδαλγού (hidalgo),ο κατώτερος ιεραρχικά
[3]Εl Cid. Εθνικός ήρωας της Ισπανίας (1043-1099)
[4]Τoboso. Χωριό της επαρχίας Λα Μάντσα
[5]Dulcinea. Από τη λέξη dulce που στα Ισπανικά σημαίνει γλυκό
[6]Rocinante. Από τη λέξη rocín που σημαίνει ισχνό, λιπόσαρκο και κοντό καματερό άλογο



__








 ~••.¸✽¸.••~

.