Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νοσφεράτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νοσφεράτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Το Ιδεολογικό Περιβάλλον

 

αναδημοσίευση από τη Σπηλιά του Νοσφεράτου

 

Τι σημαίνει να είσαι επαναστάτης σήμερα - SZ

απόσπασμα απο το βιβλίο Πρώτα σαν Τραγωδία και μετά σαν Φάρσα του Slavoj Zizek, εκδόσεις Scripta, 2011,μετάφραση Νεκτάριου Καλαϊτζή

Το θέμα λοιπον είναι η ιδεολογία ως περιβάλλον που...

"...... Επειδή ακριβώς διαποτίζει τα πάντα, η ιδεολογία εμφανίζεται σαν το αντίθετό της, σαν μη-ιδεολογία, σαν ο πυρήνας της ανθρώπινης ταυτότητάς μας κάτω απ' όλες τις ιδεολογικές ταμπέλες. Γι αυτό το έξοχο μυθιστόρημα του Τζόναθαν Λίτελ Les Bienveillantes είναι τόσο τραυματικό, ιδίως για τους Γερμανούς· παρέχει μια φανταστική πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Ολοκαυτώματος, από την οπτική γωνία ενός Γερμανού ο οποίος είχε άμεση ανάμειξη σε αυτό, του Obersturmbannfuhrer των SS Μαξιμίλιαν Άουε. Το πρόβλημα είναι το εξής: πώς να αποδώσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο βίωσαν και συμβολοποίησαν οι ναζί εκτελεστές την κατάστασή τους, χωρίς να προκαλέσει τη συμπόνιά μας γι' αυτούς ή ακόμη και να τους δικαιολογήσει; Εκείνο που προτείνει ο Λίτελ, για να το θέσουμε κάπως άκομψα, είναι μια μυθιστορηματοποιημένη ναζιστική εκδοχή του Πρίμο Λέβι. Ως εκ τούτου, έχει να μας προσφέρει ένα καίριο φροϋδικό δίδαγμα: πρέπει να απορρίψουμε την ιδέα ότι ενδεδειγμένος τρόπος για να καταπολεμούμε τη δαιμονοποίηση του Άλλου είναι να τον θεωρήσουμε ολόπλευρα ως πρόσωπο με υποκειμενικό βάθος, να ακούσουμε την ιστορία του, να κατανοήσουμε πώς προσλαμβάνει την κατάσταση (κατά την αντίληψη ότι, όπως λέει και ένας φανατικός υποστηρικτής του διαλόγου για το Μεσανατολικό: "Ένας εχθρός είναι κάποιος του οποίου την ιστορία δεν έχεις ακόμα ακούσει"). Υπάρχει, ωστόσο, ένα σαφές όριο σε αυτή τη διαδικασία· μπορούμε να φανταστούμε ότι καλούμε έναν στυγνό ναζί δολοφόνο - όπως ο Μαξιμίλιαν Άουε του Λίτελ, ο οποίος μάλλον αυτοπροσκαλείται - να μας αφηγηθεί την ιστορία του; Είμαστε, εν τοιαύτη περιπτώσει, εξίσου διατεθειμένοι να υποστηρίξουμε ότι ο Χίτλερ ήταν ένας εχθρός, επειδή απλώς κανένας μας δεν άκουσε την ιστορία του; Μπορούμε να δεχτούμε ότι οι λεπτομέρειες της προσωπικής του ζωής "αντισταθμίζουν" τις φρικαλεότητες που απέρρευσαν από την κυριαρχία του, ότι τον κάνουν "πιο ανθρώπινο"; Για να αναφέρω ένα από τα αγαπημένα μου παραδείγματα, ο Ράινχαρντ Χάιντριχ [Reihnhard Heydrich], ο αρχιτέκτονας του Ολοκαυτώματος, αρεσκόταν  να παίζει τα όψιμα κουαρτέτα για έγχορδα του Μπετόβεν με φίλους τα ελεύθερα βράδια του. Η στοιχειώδης εμπειρία που έχουμε για την υποκειμενικότητα είναι εκείνη του "πλούτου του εσωτερικού μου βίου"· αυτό είναι που "πραγματικά είμαι", κατ' αντιδιαστολή προς τους συμβολικούς προσδιορισμούς και τα καθήκοντα που αναδέχομαι στον δημόσιο βίο (ως πατέρας, πανεπιστημιακός καθηγητής κλπ.). Το πρώτο δίδαγμα της ψυχανάλυσης, εν προκειμένω, είναι ότι αυτός ο "πλούτος του εσωτερικού βίου" είναι ουσιαστικά μια απάτη· αποτελεί ένα προπέτασμα, μια ψευδή απόσταση, της οποίας η λειτουργία είναι, θα 'λεγε κανείς, να περισώσει την επίφαση του Εαυτού μου, να καταστήσει απτή (προσπελάσιμη στον φαντασιωσικό ναρκισσισμό μου) την αληθινή κοινωνικοσυμβολική ταυτότητά μου. ΄Ενας από τους τρόπους να ασκεί κανείς την κριτική της ιδεολογίας είναι, συνεπώς, να επινοεί στρατηγικές για να αποκαλύψει αυτή την υποκρισία του "εσωτερικού βίου" και των "ειλικρινών" συναισθημάτων του. Η εμπειρία που έχουμε για τη ζωή μας εκ των ένδον, η ιστορία που αφηγούμαστε στον εαυτό μας για τον εαυτό μας, προκειμένου να αιτιολογήσουμε ό,τι κάνουμε, είναι συνεπώς ένα ψεύδος - η αλήθεια βρίσκεται μάλλον έξω, σε αυτά που πράττουμε......
  "


αρχική δημοσίευση από Last Tape
_____________________________________________________


Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

Giorgio Agamben «Για τον ‘λαό’»



αναδημοσίευση από τη
  ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ 
Απόσπασμα από το βιβλίο Homo Sacer. Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, επιμ.-επίμετρο Γιάννης Σταυρακάκης, Scripta, Αθήνα 2005 (σ. 270-275).*

Egon Schiele-autoportrait
Κάθε ερμηνεία της πολιτικής σημασίας του όρου «λαός» οφείλει να εκκινεί από το μοναδικό γεγονός ότι, στις σύγχρονες ευρωπαϊκές γλώσσες, υποδηλώνει πάντα και τους φτωχούς, τους απόκληρους, τους αποκλεισμένους. Δηλαδή, ο ίδιος όρος προσδιορίζει τόσο το συστατικό πολιτικό υποκείμενο όσο και την τάξη η οποία, εκ των πραγμάτων, αν όχι εκ του νόμου, αποκλείεται από την πολιτική.
Ο ιταλικός popolo, ο γαλλικός peuple, ο ισπανικός pueblo (όπως και τα αντίστοιχα επίθετα «popolare», «populair», «popular» και τα υστερολατινικά populous και popularis από τα οποία προέρχονται όλα τα προηγούμενα) απεικονίζουν, τόσο στην κοινή γλώσσα όσο και στο πολιτικό λεξιλόγιο, είτε το σύνολο των πολιτών ως ενιαίο πολιτικό σώμα (όπως στις εκφράσεις «ιταλικός λαός» ή «λαϊκός δικαστής») είτε όσους ανήκουν στις κατώτερες τάξεις (όπως στις εκφράσεις home du people,[1] λαϊκή συνοικία, fronte populaire[2]). Ακόμη και ο αγγλικός people, που δεν έχει τόσο διαφοροποιημένη έννοια, διατηρεί ωστόσο τη σημασία του ordinary people[3] σε αντίθεση με τους πλούσιου και τους ευγενείς. Έτσι στο σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών διαβάζουμε χωρίς διακρίσεις «We the people of the United States…»[4]: αλλά όταν ο Lincoln, στην ομιλία του στην Γκέτισμπεργκ, επικαλείται μια «Government of the people by the people for the people”,[5] η επανάλληψη αντιπαραθέτει υπαινικτικώς στον πρώτο λαό έναν άλλο. Πόσο ουσιώδης στάθηκε αυτή η αμφισημία και κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης (δηλαδή, ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία προβάλει ως διεκδίκηση η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας) το μαρτυρά η αποφασιστική λειτουργία που επιτέλεσε η συμπόνια για το λαό νοούμενο ως αποκλεισμένη τάξη. Η H. Arendt υπενθύμισε ότι «η ίδια η σημασία του όρου προέρχεται από τη συμπόνια και η λέξη έγινε συνώνυμη της ατυχία και της δυστυχίας –le peuple, le malheureux m’ applaudissent,[6] συνήθιζε να λέει ο Robespierre· le people toujours malheureux,[7] όπως εκφραζόταν ακόμα και ο Sieyès, μια από τις λιγότερο συναισθηματικές και πιο φωτεινές μορφές της επανάστασης».[8] Αλλά ήδη στον Bodin, με ένα αντίθετο νόημα, στο κεφάλαιο της République, όπου ορίζεται η δημοκρατία, ή État populaire,[9] η έννοια είναι διττή: στον people en corps,[10] ως κάτοχο της κυριαρχίας, αντιπαραβάλλεται ο menu peuple,[11] που η φρόνηση συμβουλεύει να αποκλείεται από την πολιτική εξουσία.
Μια σημαντική αμφισημία τόσο διάχυτη και σταθερή δεν μπορεί να είναι τυχαία: πρέπει να αντικατοπτρίζει μια αμφιβολία εγγενή στη φύση και στη λειτουργία της έννοιας «λαός» στη δυτική πολιτική. Δηλαδή, όλα συμβαίνουν ως εάν αυτό που αποκαλούμε «λαό» να μην είναι στην πραγματικότητα ενιαίο υποκείμενο, αλλά η διαλεκτική ταλάντευση μεταξύ δύο αντιτιθέμενων πόλων: από τη μία πλευρά το σύνολο «Λαός» ως ακέραιο πολιτικό σώμα· από την άλλη, το υποσύνολο «λαός» ως θραυσματική πολλαπλότητα άπορων και αποκλεισμένων σωμάτων· εκεί μια περίληψη που διατείνεται ότι είναι δίχως υπολείμματα· εδώ ένας αποκλεισμός καταφανώς δίχως ελπίδα. Στο ένα άκρο, το ολικό κράτος των ενσωματωμένων και κυρίαρχων πολιτών· στο άλλο, ο απαγορευμένος τόπος –αυλή των θαυμάτων ή στρατόπεδο συγκέντρωσης– των αθλίων, των καταπιεσμένων, των ηττημένων. Υπό αυτή την έννοια δεν υπάρχει πουθενά μια μοναδική και στέρεη σημασία του όρου «λαός»: όπως πολλές θεμελιώδεις πολιτικές έννοιες (παρεμφερείς, ως προς αυτό, με τα Urworte των Abel και Freud και τις ιεραρχικές σχέσεις του Dumont) ο «λαός» είναι μια πολωτική έννοια, η οποία υποδηλώνει μια διπλή κίνηση και μια σύνθετη σχέση μεταξύ δύο άκρων. Αυτό όμως σημαίνει, επίσης, ότι η σύσταση του ανθρώπινου είδους σε ένα πολιτικό σώμα περνά διαμέσου μιας θεμελιώδους διάσπασης και ότι, στην έννοια «λαός», μπορούμε να αναγνωρίσουμε άνευ δυσκολίας τα κατηγορικά ζεύγη που είδαμε να ορίζουν την πρωταρχική πολιτική δομή: γυμνή ζωή (λαός) και πολιτική υπόσταση (Λαός), αποκλεισμός και περίληψη, ζωή και βίος. Δηλαδή, ο «λαός» φέρει ήδη πάντοτε εντός του το θεμελιώδες βιοπολιτικό ρήγμα. Είναι συνεπώς αυτό που δε μπορεί να περιληφθεί στο όλο του οποίου αποτελεί μέρος και που δε μπορεί να ανήκει στο σύνολο στο οποίο ήδη πάντοτε περιλαμβάνεται. Εξού και οι αντιφάσεις και οι απορίες τις οποίες η έννοια «λαός» γεννά κάθε φορά που κάποιος την επικαλείται και την εισάγει στην πολιτική σκηνή. Ο «λαός» είναι αυτό που πάντοτε υπάρχει και που, ωστόσο, οφείλει να πραγματώνεται· είναι η καθαρή πηγή κάθε ταυτότητας και όμως οφείλει συνεχώς να επαναπροσδιορίζεται και να αποκαθαίρεται μέσω του αποκλεισμού, της γλώσσας, του αίματος, του εδάφους. Δηλαδή, στον αντίθετο πόλο, αυτός είναι ό,τι κατ’ ουσίαν λείπει σε αυτόν καθαυτόν και, ως εκ τούτου η πραγμάτωσή του συμπίπτει με την κατάργησή του· είναι αυτό το οποίο, προκειμένου να υπάρξει, οφείλει να αρνηθεί, μέσω του αντιθέτου του, τον εαυτό του (από εδώ προκύπτουν οι ειδικές απορίες του εργατικού κινήματος, που απευθύνεται στον λαό και ταυτοχρόνως, τείνει στην κατάργησή του). Από καιρού εις καιρόν αιματηρό λάβαρο της αντίδρασης και αμφίβολη σημαία των επαναστάσεων και των λαϊκών μετώπων, ο λαός εμπεριέχει σε κάθε περίπτωση έναν διχασμό πολύ πιο αρχέγονο από εκείνον του φίλου-εχθρού, έναν ακατάπαυστο εμφύλιο πόλεμο που τον διαιρεί πιο ριζικά από κάθε σύγκρουση και, ταυτοχρόνως, τον κρατά ενωμένο και τον συγκροτεί πιο σταθερά από οποιαδήποτε ταυτότητα. Μια προσεκτική ματιά μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε ότι ακόμακαι αυτό που ο Marx αποκαλεί πάλη των τάξεων και το οποίο, μολονότι παραμένει κατ’ ουσίαν κάτι το απροσδιόριστο, καταλαμβάνει μια θέση τόσο κεντρική στη σκέψη του, δεν είναι τίποτα άλλο από αυτό τον εσωτερικό πόλεμο που διαιρεί κάθε λαό και που θα τελειώσει μόνο όταν, στην αταξική κοινωνία ή στο μεσσιανικό βασίλειο, Λαός και λαός θα συμπέσουν και δε θα υπάρχει πλέον όντως κανένας λαός.
Αν κάτι τέτοιο αληθεύει, αν ο λαός εμπεριέχει απαραιτήτως στο εσωτερικό του το θεμελιώδες βιοπολιτικό ρήγμα, καθίσταται τότε εφικτό να ιδωθούν και να εξεταστούν υπό νέα οπτική ορισμένες αποφασιστικής σημασίας σελίδες της ιστορίας του 20ού αιώνα. Αν και η πάλη μεταξύ των δύο «λαών» υπήρχε ασφαλώς ανέκαθεν, στην εποχή μας έχει υποστεί μια έσχατη μέχρι παροξυσμού επιτάχυνση. Στη Ρώμη, η εσωτερική διάσπαση του λαού ήταν επικυρωμένη δικαιικώς στην ξεκάθαρη διάκριση μεταξύ populus[12] και plebs,[13] με το κάθε μέρος να έχει τους δικούς του θεσμούς και τους δικούς του μαγίστρους, όπως ακριβώς στον Μεσαίωνα, η διάκριση μεταξύ κατώτερου λαού (popolo minuto) και ανώτερου λαού (popolo grasso) αντιστοιχούσε σε μια ακριβή άρθρωση διαφόρων τεχνών και επαγγελμάτων·[14] όταν, όμως, αρχής γενομένης από τη Γαλλική Επανάσταση, ο Λαός καθίσταται ο μοναδικός θεματοφύλακας της κυριαρχίας, ο λαός μεταβάλλεται σε μια ενοχλητική παρουσία και τότε η εξαθλίωση και ο αποκλεισμός εμφανίζονται για πρώτη φορά ως ένα σκάνδαλο, με κάθε έννοια, αφόρητο. Στη νεωτερική εποχή, η εξαθλίωση και ο αποκλεισμός δεν συνιστούν μόνο οικονομικές και κοινωνικές έννοιες, αλλά αποτελούν κυρίως δεσπόζουσες πολιτικές κατηγορίες (ολόκληρος ο οικονομισμός και ο «σοσιαλισμός» που φαίνεται να κυριαρχούν στη νεωτερική πολιτική έχουν, στην πραγματικότητα, μια πολιτική σημασία· ή, καλύτερα, μια βιοπολιτική σημασία).
Υπό αυτή την έννοια, η εποχή μας δεν είναι άλλο παρά η απόπειρα –αδυσώπητη και μεθοδική– να πληρωθεί το ρήγμα που διαιρεί τον λαό εξοβελίζοντας ριζικώς τον λαό των αποκλεισμένων. Αυτή η απόπειρα συνδέει, σύμφωνα με διαφορετικές τροπικότητες και διαφορετικούς ορίζοντες, Δεξιά και Αριστερά, καπιταλιστικές χώρες και σοσιαλιστικές χώρες, όλες ενωμένες στο σχέδιο –σε τελική ανάλυση μάταιο, μολονότι εν μέρει υλοποιήθηκε σε όλες τις εκβιομηχανισμένες χώρες– παραγωγής ενός μοναδικού και αδιαίρετου λαού. Η ιδεοληψία της ανάπτυξης έχει τόσο μεγάλη αποτελεσματικότητα στην εποχή μας, γιατί συμπίπτει με το βιοπολιτικό εγχείρημα παραγωγής ενός λαού άνευ ρήγματος.
Υπό αυτή την οπτική γωνία, η εξόντωση των Εβραίων στη ναζιστική Γερμανία προσλαμβάνει ένα ριζικώς νέο περιεχόμενο. Σαν λαός που αρνείται να ενσωματωθεί στο εθνικό πολιτικό σώμα (τωόντι, υποτίθεται ότι κάθε αφομοίωσή του δεν είναι παρά προσποιητή), οι Εβραίοι είναι οι κατεξοχήν εκπρόσωποι και σχεδόν το ζωντανό σύμβολο του λαού, εκείνης της γυμνής ζωής που η νεωτερικότητα δημιουργεί αναγκαστικώς στο εσωτερικό της, την παρουσία της οποίας, ωστόσο δεν δύναται με κανέναν τρόπο να ανεχθεί. Και στη διαυγή μανία με την οποία ο γερμανικός Volk, κατεξοχήν εκπρόσωπος του λαού ως ακέραιου πολιτικού σώματος, αποπειράται να εξαφανίσει διά παντός τους Εβραίους, θα πρέπει να διακρίνουμε την ακραία φάση της εσωτερικής πάλης που διαιρεί «Λαό» και «λαό». Με την τελική λύση (η οποία, όχι τυχαίως, συμπεριλαμβάνει επίσης Τσιγγάνους και άλλους μη ενσωματωμένους), ο ναζισμός προσπαθεί σκοτεινά και ανωφελώς να απαλλάξει την πολιτική σκηνή της δύσης από αυτή την ανυπόφορη σκιά, για να δημιουργήσει επιτέλους τον γερμανικό Volk, ως λαό που πλήρωσε την αρχική βιοπολιτική ρήξη (για τούτο και οι ναζί ηγέτες επαναλαμβάνουν με τόσο πείσμα ότι, εξαφανίζοντας Εβραίους και Τσιγγάνους, στην πραγματικότητα εργάζονται για τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς).
Παραφράζοντας το φροϋδικό αξίωμα για τη σχέση μεταξύ Es[15] και Ich,[16] θα μπορούσαμε να πούμε ότι η νεωτερική βιοπολιτική διέπεται από την αρχή σύμφωνα με την οποία «όπου υπάρχει γυμνή ζωή, θα πρέπει να υπάρχει ένας Λαός»· υπό τον όρο, όμως, πως θα προσθέσουμε αμέσως ότι αυτή η αρχή ισχύει και στην αντίστροφη διατύπωσή της, που θέλει «όπου υπάρχει ένας Λαός, εκεί να υπάρχει και η γυμνή ζωή». Το ρήγμα, που πίστευαν ότι είχε πληρωθεί με την εξαφάνιση του λαού (του οποίου οι Εβραίοι είναι απλώς το σύμβολο), αναπαράγεται έτσι εκ νέου μεταβάλλοντας ολόκληρο τον γερμανικό λαό σε ιερή ζωή αφιερωμένη στον θάνατο και σε βιολογικό σώμα το οποίο θα πρέπει να αποκαθαίρεται επ’ άπειρον (εξαφανίζοντας ψυχικά άρρωστους και φορείς κληρονομικών ασθενειών). Και με διαφορετικό, αλλά ανάλογο τρόπο, σήμερα το δημοκρατικό-καπιταλιστικό σχέδιο εξαφάνισης, μέσω της ανάπτυξης, των φτωχών τάξεων, όχι μόνο αναπαράγει στο εσωτερικό του τον λαό των αποκλεισμένων, αλλά μετασχηματίζει σε γυμνή ζωή όλους τους πληθυσμούς του Τρίτου Κόσμου. Μόνο μια πολιτική η οποία θα είναι σε θέση να λογαριαστεί με τη θεμελιώδη βιοπολιτική διάσπαση της Δύσης θα μπορέσει να συλλάβει και να αναχαιτίσει αυτή την ταλάντευση και να θέσει τέρμα στον εμφύλιο πόλεμο που διαιρεί τους λαούς και τις πόλεις της γης.

Σημειώσεις

[1] άνθρωπος του λαού. (Σ.τ.μ.)
[2] λαϊκό μέτωπο. (Σ.τ.μ.)
[3] κοινοί άνθρωποι. (Σ.τ.μ.)
[4] «Εμείς ο λαός των Ηνωμένων Πολιτειών…». (Σ.τ.μ.)
[5] «Κυβέρνηση του λαού από τον λαό για τον λαό». (Σ.τ.μ.)
[6] «ο λαός, αυτοί οι δυστυχισμένοι με χειροκροτούν». (Σ.τ.μ.)
[7] «ο λαός πάντοτε δυστυχισμένος». (Σ.τ.μ.)
[8] Hannah Arendt, On Revolution, Harcourt & Brace, Νέα Υόρκη 1963, σ. 70.
[9] Λαϊκό κράτος. (Σ.τ.μ.)
[10] λαό εν σώματι. (Σ.τ.μ.)
[11] Κατώτερος λαός, ταπεινός λαός. (Σ.τ.μ.)
[12] δήμος, λαός, οι πολίτες. (Σ.τ.μ.)
[13] πλέμπα, κατώτερος όχλος, χυδαίος όχλος, ειδωλολατρικός συρφετός. (Σ.τ.μ.)
[14] Κατά τον 13ο αιώνα, την εποχή των δήμων, αλλά και αργότερα στη Φλωρεντία, όχι όμως μόνο εκεί οι όροι popolo grasso και popolo minuto αναφέρονταν, αντιστοίχως στην «αστική τάξη» (έμποροι και αστοί) και στο «προλεταριάτο» (τεχνίτες και βιοτέχνες) – βεβαίως με τους όρους της εποχής εκείνης. (Σ.τ.μ.)
[15] Εκείνο. (Σ.τ.μ.)
[16] Εγώ. (Σ.τ.μ.)

* Μου τοστειλε ο Γιώργος Κατσαμπέκης  και τον  ευχαριστω πολύ
____________________________________________________


Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

Η Ντροπή - Πετρος Θεοδωριδης


αναδημοσίευση από Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ

Η Ντροπή. Πετρος Θεοδωριδης .κειμενο ομιλιας που εγινε στις12 Δεκεμβρίου 2011 και που οργανωσε η ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΣΕΡΡΩΝ -ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΦΙΛΩΝ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ στα πλαισια του κυκλου διαλέξεων :“Ψηφίδες Ψυχολογίας” στο αμφιθέατρο «Γεώργιος Καφταντζής», 

Α΄ ΘΕΜΑΤΙΚΗ  ΕΝΟΤΗΤΑ   “ΘΥΜΟΣ & ΝΤΡΟΠΗ”


«Δεν θέλουμε τον έλεγχο. Θέλουμε να αισθανόμαστε ότι οι ίδιοι παρασυρόμαστε και θέλουμε πολύ να περισσότερο να παρασύρουμε ο ένας τον άλλον, όπως ακριβώς απαιτούμε και τα κοκκινίσματα μας να είναι αθέλητα και δεν είναι σημάδι ντροπής το ότι είναι»[1]
          Η Ντροπή.
          Πετρος Θεοδωριδης .*



Snake Paths by Paul Klee


* το κείμενο εχει δημοσιευτει και στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ (2007)
Πότε αισθανόμαστε ντροπή; Μπορεί να αισθανόμαστε ντροπή για τα συναισθήματα μας, για το άγχος, το φόβο ή την κατάθλιψη μας, το θυμό μας, πιστεύοντας ότι είναι κακό να αισθανόμαστε ετσι επειδή αυτό μας κάνει προβληματικούς ή και κατώτερους. Μπορεί να ντρεπόμαστε για το σώμα μας, για τις ικανότητες μας, η να εκφράσουμε τρυφερά συναισθήματα στις σχέσεις μας. Ντροπή δημιουργείται όταν κάτι που είναι ,που έχει ή έχει κάνει κάποιος, προκαλεί(ή αυτός αισθάνεται ότι προκαλεί )την αποδοκιμασία των άλλων. Επειδή η αποδοκιμασία παίρνει την μορφή της περιφρόνησης η της αηδίας, μάλλον παρά του θυμού, η ντροπή συνδέεται με το πρόσωπο περισσότερο παρά με την πράξη.
Το παράδοξο της ντροπής είναι ότι, συχνά αναμιγνύει μια μοναδική ανάξια πράξη η χαρακτηριστικό, με το σύνολο της ταυτότητας ενός προσώπου. Μιλάμε για ντροπή, όταν κάποιος σκέφτεται για κάποιον άλλον ως κακό άνθρωπο , και όχι απλά ότι έκανε κάτι κακό.[2] Ετσι η ντροπή, αφορά στην ταυτότητα μάλλον ,παρά στην συμπεριφορά .
Η ντροπή, πλήττει ευθέως την αίσθηση της ταυτότητα μας επειδή είναι πηγάζει από το άγχος για το πόσο επαρκής ,πόσο συνεκτική είναι η αφήγηση με την οποία το άτομο στηρίζει την βιογραφία του. Η ντροπή «αφορά στην αίσθηση προσωπικής ταυτότητας, επειδή σχετίζεται με το άγχος για την επάρκεια της αφήγησης με την οποία το άτομο στηρίζει μια συνεκτική βιογραφία (του εαυτού του)».[3] Η ντροπή συχνά προκαλεί ένα ρήγμα στην συνοχή του εαυτού μας, καθώς ανασύρει προηγούμενες ντροπές από την αλυσίδα των τραυμάτων μας. Η ντροπή προϋπάρχει στο μικρό παιδί από την ανάπτυξη της γλωσσικής ικανότητας, έχει τις ρίζες της σε βαθύτατα βιωμένα συναισθήματα ανεπάρκειας ή ταπείνωσης (τον φόβο της εγκατάλειψης κατά την παιδική ηλικία) που προϋπάρχουν στο μικρό παιδί από την ανάπτυξη της ικανότητας για μια διαφοροποιημένη γλώσσας. [4]Υπάρχουν –μας λέει ο Α Giddens-«δυο καταστάσεις της ντροπής:, η ανοιχτή(Overt) και η πλάγια (Bypassed) Η ανοιχτή ντροπή αναφέρεται σε αισθήματα βιωμένα από ένα παιδί όταν κατά κάποιο τρόπο ταπεινώνεται από κάποιο άλλο πρόσωπο. Η πλάγια ντροπή είναι το αντίστοιχο της ασυνείδητης ενοχής: είναι η ντροπή που προέρχεται από ασυνείδητα βιωμένα άγχη  για τις ανεπάρκειες του εαυτού. Η πλάγια ντροπή συνδέεται απωθημένους φόβους ότι, η αφήγηση της ταυτότητας του εαυτού ,δεν μπορεί να αντέξει τις πιέσεις που αφορούν στην συνοχή της η στην κοινωνική αποδοχή ,δηλαδή με αισθήματα «οντολογικής ανασφάλειας». [5].
Η ντροπή  προκαλείται-ως ένα  βαθμό- από την απώλεια της θεμελιακής εμπιστοσύνης:στους σημαντικούς άλλους ή και στον εαυτό. Το κλειδί για την ανάπτυξη μιας αίσθησης οντολογικής ασφάλειας στο μικρό παιδί, είναι η εμπιστοσύνη στους (σημαντικούς) άλλους γι αυτό και το αναπόφευκτο συνοδευτικό της είναι η ανησυχία που προκαλεί η απουσία της, ή .ο κλονισμός της,[6] Στη σαμανιστική ιατρική , η απώλεια της θεμελιακής εμπιστοσύνης  ισοδυναμεί με «βιασμό της ψυχής»,με «κλοπή της ψυχής» και αποτελεί για τους σαμάνους θεραπευτές την πιο  διαδεδομένη και επιβλαβή αιτία ασθένειας. Μόνο ένας σαμάνος, «βλέπει »τα  πνεύματα και γνωρίζει πως να τα εξορκίσει. «Ο Μ .Eliade περιγράφει έναν σαμάνο Toleut  που καλεί πίσω την ψυχή ενός αρρώστου παιδιού:«Έλα πίσω στη χώρα σου , στους ανθρώπους σου…. κοντά στη ζωηρή φωτιά!... Έλα πίσω στον πατέρα σου, στη μητερα σου…»[7].Ουσιαστικά ,η σαμανιστική θεραπεία ,προ(σ)καλεί τον ασθενή στην ανάκτηση της «Θεμελιακής εμπιστοσύνης ».Για την ανάπτυξη μιας ''θεμελιακής εμπιστοσύνης'' [8] αναγκαίας για την ανάπτυξη μιας αίσθησης ταυτότητας είναι απαραίτητος- σύμφωνα με τον Winnicott και τον  Eric Eriksson  ένας «ενδιάμεσος οικείος χώρος» πού περιβάλλει τον εαυτό με εμπιστοσύνη και οικειότητα. όπου το παιδί θα μπορεί να επεξεργάζεται τη σχέση ανάμεσα στον εσωτερικό του κόσμο και στην εξωτερική πραγματικότητα  Για τον Winnicot ο ενδιάμεσος αυτός χώρος  οικοδομείται γύρω από το  μεταβατικό αντικείμενο που αναπαριστά τον ενδιάμεσο σταθμό από την νηπιακή ηλικία μέχρι την εγκατάλειψη της: Το μεταβατικό  αντικείμενο, το οποίο συνιστά το μαξιλάρι, το κουρελάκι ή το αρκουδάκι είναι το πρώτο «μη εγώ» στοιχείο. Ίσως το αρκουδάκι φθαρεί λίγο με το χρόνο  το μαξιλάρι να μυρίζει  από τα σάλια και τους ιδρώτες . Αλλά ακόμα και οι μυρωδιές προσαρμόζονται στο βασικό χαρακτήρα του μεταβατικού αντικειμένου ,αφού είναι δημιούργημα του ίδιου του παιδιού.[9] Για το παιδί παίζει πολλούς ρόλους:το παρηγορεί, το νανουρίζει στον ύπνο του, αντέχει τις επιθετικές του δραστηριότητες και μέσα από όλες τις εκδηλώσεις αγάπης και μίσους του παιδιού, παραμένει αναλλοίωτο. Η (θεμελιακή) εμπιστοσύνη εγκαθιδρύεται στο παιδί ως μέρος της βίωσης ενός κόσμου που έχει συνοχή, συνέχεια κα αξιοπιστία. Όταν τέτοιες προσδοκίες διαψεύδονται, η εμπιστοσύνη χάνεται, όχι μόνο σε αλλά πρόσωπα αλλά και στην συνοχή του αντικειμενικού κόσμου : « γινόμαστε ξένοι σε ένα κόσμο όπου νομίζαμε ότι είμαστε σπίτι μας. Βιώνουμε αγωνία συνειδητοποιώντας ότι δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε απαντήσεις στα ερωτήματα: Ποιος είμαι; που ανήκω; (...)}γινόμαστε ξανά παιδιά, αβέβαια για τους εαυτούς μας σε ένα αποξενωμένο κόσμο »[10]. 

Nτροπή και ενοχή
 
Η ντροπή συγχέεται εύκολα με την ενοχή. Ενοχή αισθανόταν ο Ρασκολνικοφ για τη πράξη του, ο Ηλίθιος του Ντοστογιέφσκι αισθανόταν ντροπή(για την κοινωνική αδεξιότητα του). Ο Ηλίθιος, ο Μίσκιν «αμύνεται όσο μπορεί, επιδεικνύει ανωτερότητα και τη γνωστή του ηλιθιότητα, αλλά μένουμε μονίμως με την αίσθηση ότι είναι περιττός ανάμεσα στους ανθρώπους, υπεράριθμος και λίγο άχρηστος παρά πρωταγωνιστής»[11]. Η ντροπή για τον Νορμπερτ Ελιας συνδέεται με την αίσθηση ενός ανυπεράσπιστου εαυτού Για τον Ελιας η γενίκευση της  ντροπής( αιδούς ) αποτελεί ένα κρίσιμο  επεισόδιο στην μακρά πορεία εσωτερικευσης των συναισθημάτων -εκλογίκευσης της  συμπεριφοράς του Δυτικού ανθρώπου. Το συναίσθημα της αιδούς  -γράφει- «είναι ένα είδος φόβου , μπροστά σε χειρονομίες υπεροχής τρίτων», φόβος  που δεν μπορεί να αποκρουστεί με κάποια μορφή σωματικής άμυνας. Η σύγκρουση η  οποία εκδηλώνεται με αιδώ- φόβο δεν είναι μόνο μια σύγκρουση του ατόμου με την επικρατούσα  κοινή γνώμη αλλά  «μια σύγκρουση στην οποία το οδηγεί η συμπεριφορά του με το κομμάτι εκείνο του εαυτού του το οποίο εκπροσωπεί αυτή την κοινή γνώμη , είναι μια σύγκρουση στα πλαίσια της δικής του θυμικής οικονομίας»Ο φόβος απέναντι στην παραβίαση κοινωνικών απαγορεύσεων  αποκτά τόσο πιο έντονα χαρακτήρα αιδούς όσο εντονότερα η κοινωνική συγκρότηση μεταβάλλει εξωτερικούς καταναγκασμούς σε αυτοκαταναγκασμους, όσο  δηλαδή προωθείται ο (εκ)πολιτισμός της συμπεριφοράς [12] ..

Ο Ελιας, σ αυτό το σημείο ,φαίνεται να συμφωνεί  με την πολύ ευρεία  χρήση του όρου «πολιτισμός» που κάνει ο Φρουντ (στο έργο του «η δυσφορία στον πολιτισμό »)[13]: ο Πολιτισμός  είναι η μορφή κοινωνικού και πολιτιστικής οργάνωσης  που  προχωράει πέρα από την απλή πρωτόγονη, που υπαινίσσεται  αυξανόμενη περιπλοκοττητα  της κοινωνικής ζωής . Το τίμημα που πληρώνεται για τα υψηλά πολιτιστικά επιτεύγματα σύμφωνα με τον Φρόυντ ,(κατά τον  Ελιας το τίμημα για την «κοινωνική ειρήνευση») είναι η αυξανόμενη  καταπίεση- απώθηση  της επιθετικής ορμής  και η ενοχή.(στον Ελιας η «αιδώς»-ντροπή).
Tα αισθήματα ενοχής για τον Φρουντ είναι η έκφραση της έντασης ανάμεσα στο υπέρ-εγώ και το εγώ. Σύμφωνα με τις φροϋδικές απόψεις,  θεμελιώδης πηγή της ανθρώπινης ενοχής  και πρωταρχική δύναμη του πολιτισμού , είναι ο(υποτιθεμενος) φόνος του πατέρα από τους  γιους , που διεκδίκησαν  από αυτόν την εξουσία  εντός της πρωταρχικής  ομάδα –ορδής [14] . Με τη σύλληψη της έννοιας του ένστικτου της καταστροφής, ο Φρουντ αναγνώρισε πως. υπήρχε πολύ πιο πολλή καταστροφικότητα από oση μπορούσε να ερμηνευτεί από το συσχετισμό με το σεξουαλικό ένστικτο : «ο άνθρωπος - λέει ο Φρόιντ-   δεν είναι ένα πράο ,αξιαγάπητο πλάσμα , που το πολύ πολύ να αμυνθεί όταν το επιτεθούν , αλλά στον ορμικό εφοδιασμό του περιλαμβάνει και μια σημαντική  ποσότητα επιθετικής τάσης. Γι αυτό ο πλησίον του δεν είναι μόνο πιθανός βοηθός και σεξουαλικός αντικείμενο , αλλά και πειρασμός για να ικανοποιήσει πάνω του την επιθετικότητα του , να εκμεταλλευτεί την εργασία του χωρίς αμοιβή , να τον μεταχειρισθεί σεξουαλικά , να τον ταπεινώσει ,να τον βασανίσει , να τον σκοτώσει... [15] Η πολιτισμένη ζωή , αποδέχεται ο Φρουντ , είναι, εν γένει, πιο ασφαλής από αυτή των πρωτόγονων. Αυτή η ασφάλεια από την άλλη πλευρά, ανταλλάσσεται με  αυστηρές απαγορεύσεις.:« Ο πολιτισμός  δαμάζει δηλαδή την επικίνδυνη  επιθετική τάση   του ατόμου με το να το αποδυναμώνει , να το αφοπλίζει , και  με μια αρχή που τοποθετεί στο εσωτερικό του, σαν φρουρά σε κατεχόμενη  πόλη , να το επιτηρεί. »[16] Από αυτή την οπτική γωνία , συνεπώς, ο πολιτισμός   είναι μια ηθική επιχείρηση «ο πολιτισμός [ ..].κάνει κάτι πολύ περίεργο[...]. Η επιθετικότητα ενδοβάλλεται, εσωτερικευται, και στην πραγματικότητα  ξαναστέλνεται εκεί από όπου προήλθε, δηλαδή απευθύνεται ενάντια στο Εγώ του άτομο[....] εκεί παραλαμβάνεται από ένα μέρος του Εγώ , που αντιπαρατίθεται στο υπόλοιπο, ως Υπερεγώ, και ασκεί τώρα  ως «ηθική συνείδηση » απέναντι στο Εγώ την  ίδια  επιθετική ορμή , που  το Εγώ θα την ασκούσε ευχαρίστως πάνω σε αλλά , ξένα άτομα . Την ένταση ανάμεσα στο αυστηρό Υπερεγώ και στο υποταγμένο σε αυτό Εγώ την ονομάζουμε ένοχη συνείδηση. :Εκφράζεται ως ανάγκη για τιμωρία[17]  Η ενοχή όπως συμπεραίνει ο Φρόυντ είναι το πιο σημαντικό πρόβλημα στην ανάπτυξη του πολιτισμού καθώς« το τίμημα για την πολιτισμένη πρόοδο  πληρώνεται με απώλεια  της ευτυχίας  προερχόμενη από αύξηση του   αισθήματος  ενοχής» [18]
 Όμως ,για τον σύγχρονο  Άγγλο κοινωνιολογο  Α.Giddens ,στην τωρινή «ύστερη νεωτερικοτητα» «η δυναμική της ντροπής μάλλον παρά της ενοχής  έρχεται να καλύψει την κεντρική ψυχολογική σκηνή [19].Η ντροπή –λεει ο Α.Giddens.-  διαφέρει από την ενοχή:η ντροπή εξαρτάται από (συν)αισθήματα προσωπικής ανεπάρκειας, και έχει σχέση με την ολοκλήρωση του εαυτού, ενώ η ενοχή προέρχεται από (συν)αισθήματα λαθεμένων πράξεων.[20] Στην τυπολογία που παραθέτει ο Α Giddens. η ενοχή αφορά σε πράξεις που σχετίζονται με την παραβίαση  κωδίκων ή ταμπού, σε παραβίαση κωδίκων κατάλληλης συμπεριφοράς σε ότι αφορά το σώμα και σε (συν) αισθήματα που συνδέονται με το να μη κάνεις κάτι λάθος μπροστά σε ένα πρόσωπο που σέβεσαι ή αγαπάς. Το συναίσθημα εμπιστοσύνης που συνδέεται με την ενοχή βασίζεται στην απουσία της προδοσίας ή της απιστίας. Το θετικό αντίστοιχο στο οποίο οδηγεί η υπέρβαση του συναισθήματος της ενοχής είναι το συναίσθημα της ηθικής ακεραιότητας.
Η ντροπή αναφέρεται στο σώμα ως στοιχείο της ταυτότητας μας αφορά στην συνολική ύφανση της αφήγησης του εαυτού, σε αιφνίδια επίγνωση κενών και χασμάτων που διαρρηγνύουν την προσωπική μας αφήγηση , στο αίσθημα ότι κάποιος είναι ανεπαρκής, μπροστά σε ένα σεβαστό ή αγαπημένο άλλο. Η εμπιστοσύνη που συνδέεται με την ντροπή βασίζεται στο να είναι «γνωστός στον άλλο» όπου η αυτό αποκάλυψη δεν εμπεριέχει άγχος για αυτή στην έκθεση. Η υπέρβαση της ντροπής οδηγεί σε ασφαλή ταυτότητα και σε αισθήματα ολοκλήρωσης του εαυτού μας  [21].
 Η ενοχή συνδέεται με το άγχος, που εκλύεται όταν παραβιάζονται οι περιορισμοί που θέτει το υπέρεγω, ενώ ,η ντροπή προέρχεται  από την αποτυχία του να βιώσουμε τις προσδοκίες που θέτει ο «ιδανικός εαυτός »μας (The ideal shelf), δηλαδή « ο εαυτός όπως εγώ θέλω να είναι » [22]Η ενοχή προκύπτει ,όταν μια (εσωτερικευμένη) κοινωνική απαγόρευση παραβιάζεται, ενώ η ντροπή επέρχεται, όταν οι στόχοι που θέτουμε για την προσωπική ταυτότητα μας, δεν επιτυγχάνονται [23]
Σύμφωνα  με άλλους μελετητές, η ντροπή, συνήθως, κάνει το άτομο να αισθάνεται κατώτερο, ανάξιο ή κακό, και συχνά αλλοιώνει την αίσθηση του εαυτού. Η ενοχή όμως εστιάζεται στους άλλους ανθρώπους. Βλέπουμε ότι τους κάνουμε κακό ή ότι τους πληγώσαμε και θέλουμε να επανορθώσουμε. Στη ντροπή κρύβουμε και καλύπτουμε τα πράγματα; στην ενοχή προσπαθούμε να τα αποκαταστήσουμε. [24].Η ενοχή συνδέεται με ειδικές πράξεις μάλλον παρά με τον συνολικό χαρακτήρα ή την ταυτότητα κάποιου.(Συν)αισθήματα ενοχής συχνά συμβαίνουν όταν έχουμε παραβιάσει μια αρχή που θεωρούμε δεσμευτική ,ακόμα μίαν είναι εντελώς δικής μας κατασκευής. Συχνά η ενοχή συνδέεται και με κάτι που δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε αλλά που νιώθουμε ότι θα έπρεπε να κάνουμε:επιζώντες από ένα δυστύχημα νιώθουν ενοχή επειδή νιώθουν ότι κάτι θα μπορούσαν να είχαν κάνει για να βοηθήσουν τους άλλους. [25] Η ενοχή έχει να κάνει με το (μικρό ή μεγάλο)πρέπει. Το άτομο που επιβάλλει για παράδειγμα τον κανόνα ποτέ να μην πίνει πριν από το δείπνο μπορεί να νιώσει ενοχή.[26] Η εμμονή στο πρέπει συνδέει την ενοχή με την ντροπή και εν πολλοίς την προκαλεί .Για την οπτική της γνωστικής ψυχοθεραπείας η ενοχή είναι το συναίσθημα που νιώθουμε όταν κάνουμε τις εξής σκέψεις α)Έκανα κάτι που δεν θα ¨έπρεπε να κάνω (ή δεν κατάφερα να κάνω κάτι που θα έπρεπε να κάνω)γιατί οι πράξεις μου δεν συμβάδισαν με τη ηθικά μου κριτήρια και παραβίασαν την άποψη μου περί αδικίας .β) Αυτή η «άσχημη συμπεριφορά »δείχνει ότι έχω άσχημο χαρακτήρα (ή ότι είμαι κακός, στριμμένος, ανήθικος, σκληρός .κλπ γ) Αν οι άλλοι ανακάλυπταν τι έκανα θα με απέρριπταν.(Αυτή η υπόθεση οδηγεί στο συναίσθημα της ντροπής).δ)Κινδυνεύω να με τιμωρήσουν η να με εκδικηθούν ( η σκέψη αυτή προκαλεί άγχος).[27]
Η ντροπή χρειάζεται την (έστω και νοερή)παρουσία των άλλων, ενώ η  ενοχή όχι. Στο πλαίσιο της χριστιανικής  ηθικής , ο φόβος  της τιμωρίας ,σταδιακά  μετεξελίχθηκε σε εσωτερικό βίωμα ευθύνης , και υποχρέωσης για πληρωμή. Η ετυμολογική ρίζα της λέξης quilt  (ενοχή)συνδέεται με την έννοια της χρηματικής ποινής για κάποια παράβαση[28] Η βασική τάση δράσης στην ενοχή είναι η επανόρθωση, να ξεκάνεις το κακό που έχεις κάνει. Μια μορφή επανόρθωσης είναι η παρόρμηση του να πληγώσει κάποιος τον εαυτό του, αναζητώντας τιμωρία, ετσι ώστε- κατά κάποιο μαγικό τρόπο -να εξιλεωθεί για το κακό, που έκανε στους άλλους. «Υπάρχουν νευρωτικοί-λέει η Karen Horney-  που φαίνεται να επιζητούν  τις αναποδιές.  Η συμπεριφορά  τους είναι τόσο προκλητική  ώστε συνεχώς  υφίστανται ταλαιπωρίες . Φαίνεται να παθαίνουν ατυχήματα  εύκολα , συχνά να πέφτουν άρρωστοι, να χάνουν λεφτά – και μπορεί πραγματικά να νιώθουν πιο άνετα όταν τα παθαίνουν αυτά παρά όταν όχι . Αυτές  οι εκδηλώσεις  θεωρείται ότι φανερώνουν  βαθιά αισθήματα ενοχής  η μάλλον μια εξιλέωση γι αυτά , με τον πόνο και τα βάσανα»[29].
 Επιπλέον ,υπάρχει συχνά η τάση ,σ αυτόν που νιώθει ενοχή –να εξομολογηθεί, ιδιαίτερα στο πρόσωπο που πλήγωσε. Και οι δυο τάσεις είναι εκφράσεις μιας πιο γενικής τάσης να επαναφέρεις μια ισορροπία που έχει διαταραχθεί.[30] Η εξομολόγηση συνδέεται με κάτι μυστικό  που ανά πάσα στιγμή μπορεί να αποκαλυφθεί. Σύμφωνα με τον Erving Goffman, με την εξομολόγηση ενός απαξιωτικου παρελθόντος ή κάποιου άδηλου στιγματικού γνωρίσματος, το άτομο χωρίζει τον εαυτό σε δυο μέρη:το ένοχο  και εκείνο που αποσυνδέεται από αυτό και δηλώνει πίστη στους κανόνες που παραβίασε . Με την εξομολόγηση γεφυρώνεται το χάσμα ανάμεσα στον ένοχο και την κοινότητα και υπογραμμίζεται το μέλημα του να αναθεωρήσει στοιχεία του προηγούμενου εαυτού του[31] Στη «σύγχυση αισθημάτων» του Στέφαν  Τσβαιχ ο καθηγητής εξομολογείται την καλά κρυμμένη ντροπή του (την ομοφυλοφιλία του)για να επανορθώσει την ενοχή του (την παραβίαση των αισθημάτων του αγαπημένου του φοιτητή).«Ούτε εσύ μου το συγχωρείς, ούτε εσύ ,κι ας έσφιξα για σένα τόσο τα χείλη που ένιωσα να ασφυκτιώ…Όμως είμαι καλύτερα τώρα, που ξέρεις, τώρα που έχει φύγει αυτό το φοβερό βάρος..» [32] Ο ήρωας του Ντοστογιέφσκι στο Έγκλημα και τιμωρία « υποφέρει  από την πρωτοφανή αίσθηση ότι «απέκοψε ο ιδίως με μαχαίρι τον εαυτό του από τα πάντα » […]Και εν τέλει όταν ο Ρόντια πέφτει στα γόνατα καταμεσής του δρόμου και προσκυνάει το πλήθος[…]ομολογεί ότι, σαν άνθρωπος, τσάκισε ενώπιον της πράξης του και ξεπεράστηκε από το νόημα της .[33]


Οι διαστάσεις της ντροπής και της ενοχής φαίνονται ανορθολογικές, αν δεν διακρίνουμε το νόημα που ενέχουν Ετσι αν και η ντροπή τυπικά ενέχει κάτι που κάποιος έχει πράξει, μπορεί να προκαλείται και από κάτι, που έχει υποστεί κάποιος. Τα θύματα του βιασμού τείνουν να κατηγορούν τον εαυτό τους, και αυτή η τάση μπορεί να πάρει την μορφή της ντροπής (είμαι το είδος  που προσέλκυε τέτοιες φασαρίες) ή της ενοχής (δεν έπρεπε να αφήσω κάποιον που δεν ήξερα να μπει στο διαμέρισμα) Η ντροπή μπορεί και να μην εξαρτάται από τις πράξεις κάποιου (όπως το να έχει κανείς φτωχούς γονείς, ή να το γεγονός ότι γεράσει).Ένα θύμα βιασμού μπορεί να αισθάνεται ντροπιασμένο αν πιστεύει ότι οι άλλοι πιστεύουν ότι θα μπορούσε να είχε πάρει καλύτερες προφυλάξεις ή να πρόβαλλε περισσότερη αντίσταση. Ένας γέρος μπορεί να αισθάνεται ντροπή μπροστά σε κάποιον που εκφράζει την απέχθεια του για τους γέρους.[34]


Ντροπή και (γυμνό)σώμα

 
Ο Αδάμ και η Εύα γεύτηκαν τον απαγορευμένο καρπό, παρατήρησαν τον εαυτό τους ,συνειδητοποίησαν ότι ήταν γυμνοί. και φόρεσαν φύλλα συκής.  Αυτό που ένιωσαν ο Αδάμ και η Εύα, συνδέεται με την ντροπή. Μέρος της ντροπής τους οφειλόταν στον φόβο, ότι έχοντας παρακούσει τις εντολές του Θεού θα τιμωρούνταν. Αυτό το μέρος, που αφορά στην παραβίαση μιας απαγόρευσης ,συνδέεται με την ενοχή.
Η ντροπή συχνά εστιάζεται στην ορατή πλευρά του εαυτού, το σώμα, σχετίζεται με φόβους σωματικής έκθεσης και γύμνιας. Ο Φρουντ συνέδεσε την ντροπή με φόβους σωματικής έκθεσης και γύμνιας:η ντροπή βρίσκει την προέλευση της στο να είσαι γυμνός μπροστά στο βλέμμα του θεατή[35].Η εμφάνιση της ντροπής είναι για τον Φρουντ :« συνέπεια  της απομάκρυνσης του ανθρώπου από τη γη ,της ικανότητας του να βαδίζει όρθιος , που κάνει τα μέχρι τώρα καλυμμένα γεννητικά του όργανα ορατά  και να χρειάζονται κάλυψη  , και δημιουργεί ετσι την αιδώ »[36]


Ο Νορμπερτ Ελιας υπενθυμίζει ότι στην (δυτική)αυλική κοινωνία του 16ου αιώνα , η ντροπή (αιδώς) που συνδέει τη γύμνωση ορισμένων μερών του σώματος περιοριζόταν  ακόμα σε μεγάλο βαθμό από ταξικούς ή ιεραρχικούς παράγοντες. Η γύμνωση κοινωνικά ανώτερων  μπροστά σε κοινωνικά κατώτερους- για παράδειγμα του βασιλιά μπροστά στον υπουργό του-δεν υπόκειται ακόμα σε πολύ αυστηρή κοινωνική απαγόρευση, δεν προκαλεί ακόμα κάποιο συναίσθημα κατωτερότητας η αιδούς. Αντίθετα, η γύμνωση ενός κοινωνικά κατώτερου ενώπιον ενός ανώτερου του η αμοιβαία γύμνωση ενώπιον όμοιων  είναι πράξη που  ως δείγμα απουσίας σεβασμού , εξοβελίζεται όλο και περισσότερο απ την κοινωνική επικοινωνία και άρα περιβάλλεται με φόβο. Και μόνο «όταν καταρρίπτονται τα τείχη ανάμεσα στις νομοκατεστημένες τάξεις ,όταν ενισχύεται κι άλλο η λειτουργική εξάρτηση όλων από όλους  και όταν όλοι οι άνθρωποι εξισώνονται κοινωνικά κατά μερικές βαθμίδες ,τότε μόνο μια τέτοια πράξη γύμνωσης […]αρχίζει βαθμηδόν να θεωρείται παράπτωμα  τότε μόνο αυτή η συμπεριφορά περιβάλλεται στη ζωή κάθε ατόμου από τη νηπιακή ηλικία τόσο ολοκληρωτικά με  φόβο , ώστε ο κοινωνικός χαρακτήρας της απαγόρευσης εξαλείφεται από τη συνείδηση, και η αιδώς φαίνεται επιταγή του ίδιου του εσώτερου εαυτού του.»[37]
Η ντροπή συνδέεται με το σώμα, το γυμνό σώμα. Το γυμνό σώμα είναι ιερό αλλά και προ(σ)καλεί σε βεβήλωση[38]: Η ντροπή βρίσκει την προέλευση της στο να είσαι γυμνός κάτω από το διερευνητικό βλέμμα του θεατή. «Ο φόβος του να πιαστείς γυμνός, είναι πρωταρχικά ένα συμβολικό φαινόμενο που εκφράζει την σχέση έντασης και διαντίδρασης ανάμεσα στην υπερηφάνεια και την ντροπή»[39]
 Αυτό το ξεγύμνωμα  , που προκαλεί την ντροπή μπορεί να ιδωθεί και μεταφορικά: συνδέεται με την  ίδια την πράξη της ερωτηματοθεσίας. Για τον Slavoj Zizek  :« Αισχρή είναι η ίδια η μορφή  της ερώτησης, αφού εκθέτει, απογυμνώνει τον αποδεκτή της , εισβάλλει στη σφαίρα της οικειότητας του. Για αυτό, βασική, αντίδραση σε μιαν ερώτηση αποτελεί η ντροπή στο σωματικό επίπεδο , το κοκκίνισμα και το κατέβασμα των ματιών , όπως κάνει  ένα παιδί όταν το ρωτάμε « Τι έκανες; Που ήσουν , Τι σημαίνει αυτός ο άσπρος λεκές; » … Γιατί «η ερώτηση  ως τέτοια προκαλεί ντροπή επειδή στοχεύει τον εσώτατο , τον πιο μύχιο πυρήνα  μου ...στοχεύει εκείνο το παράξενο σώμα εντός μου που είναι «μέσα μου κάτι περισσότερο από εμένα» το ριζικά εσωτερικό και ταυτοχρόνως ήδη εξωτερικό  .... αυτό  που , δια στόματος Αλκιβιαδη , ο Πλάτων αποκάλεσε άγαλμα στο Συμπόσιο , είναι ένας κρυμμένος θησαυρός  , το ουσιαστικό αντικείμενο μέσα μου  το οποίο δεν μπορεί να αντικειμενοποιηθεί, να κυριαρχηθεί...»[40]
Η ντροπή προϋποθέτει ότι κάποιος είναι απόλυτα εκτεθειμένος και ότι έχει συνείδηση του γεγονότος ότι τον βλέπουν: με μια λέξη είναι ντροπαλός. Είναι ορατός και όμως δεν είναι έτοιμος για να είναι ορατός. Ετσι εξηγείται –όπως μας λέει ο Ερικ Ερικσον -γιατί ονειρευόμαστε την ντροπή ως μια «κατάσταση που μας κοιτάνε ,όταν είμαστε μισό-ντυμένοι, όταν φοράμε νυχτικό, ή όταν είμαστε «με τα βρακιά μας κατεβασμένα. »
  [41]
Η ντροπή είναι ένα ισχυρότατο συναίσθημα που σχετίζεται με τον εξευτελισμό του σώματος, και που κάποιες φορές υπερβαίνει τον φόβο του θανάτου  Ας θυμηθούμε ότι οι τελευταίες λέξεις της Δίκης του Καφκα είναι«...λες και η ντροπή θα εξακολουθούσε να υπάρχει  και μετά το θάνατο του»[42]Ο Πλούταρχος διηγείται πως στην αρχαία Μίλητο εμφανίστηκε στις νεαρές παρθένους επιδημία αυτοκτονιών: «κάποτε τις Μιλήσιες παρθένες τις έπιασε πάθος δεινό και αλλόκοτο από άγνωστη αιτία. Γιατί σε όλες ,άξαφνα, έπεσε επιθυμία θανάτου και ορμή μανιακή για απαγχονισμό, και πολλές  ξεφεύγοντας την προσοχή των άλλων απαγχονιζόντουσαν…»Πιθανολογούσαν ότι ο αέρας θα ανακατεύτηκε με κάποια ουσία που προκαλεί δηλητηρίαση και έκσταση και τους έφερε παραφορά του λογικού τους. Πάντως.« το κακό φαινόταν πως ήταν θειας προελεύσεως και υπέρτερο από την ανθρωπινή βοήθεια, μέχρι που με τη συμβουλή ενός μυαλωμένου ανθρώπου, γράφτηκε σχέδιο νόμου με το οποίο να περιφέρεται γυμνό το σώμα των απαγχονιζομένων στους δρόμους της πόλης. Και όταν επικυρώθηκε, όχι μονάχα συγκράτησε αλλά και ολότελα εξαφάνισε την επιθυμία των παρθένων για θάνατο.. »Οι αυτοκτονίες σταμάτησαν γιατί η ντροπή υπερίσχυσε της (απελπισμένης)επιθυμίας θανάτου. Ο Πλούταρχος εκφράζει τον θαυμασμό του για τον νομοθέτη : « μεγάλο, λοιπόν , τεκμήριο ευφυΐας και αρετής είναι ο φόβος της αδοξίας και η αδυναμία να υπομείνουν την φαντασία αισχρού πράγματος, και να φέρουν την καταισχύνη που θα τις έβρισκε μετά θάνατον ,αυτές που δεν δείλιαζαν, μπροστά στα φοβερότερα πράγματα, τον πόνο και τον θάνατο…»[43].
 
Ντροπή και σύγκριση
 
Η ντροπή συνδέεται άμεσα με τις δυσκολίες των ατόμων στο να αποκτήσουν μια δική τους ,ξέχωρη ταυτότητα διαφοροποιημένη από την ναρκισσιστική αίσθηση μοναδικότητας που είχαν στη σχέση με αυτούς του τους φρόντιζαν στην παιδική τους ηλικία (τους γονείς τους) [44] Στις νεωτερικες κοινωνίες υπάρχει μια γενικευμένη προσδοκία ισότητας και  σύγκρισης. Αν δεν συγκρίνεις τον εαυτό σου με  άλλους δεν  μπορείς να νιώσεις ντροπή. [45] Η ντροπή είναι μια ακραία μορφή του φόβου απώλειας της επιδοκιμασίας των άλλων.[46] «Αισθάνομαι ντροπή μπροστά σου επειδή γνωρίζω πώς με αποδοκιμάζεις »[47] Στη «σύγχυση αισθημάτων»του Τσβαιχ όταν ο φοιτητής αφήνει να ξεχυθεί το ορμητικό ποτάμι,«ο σπασμός οργής και απελπισίας»των συναισθημάτων του, μπροστά στη γυναίκα του καθηγητή του αισθάνεται ντροπή:«Και ενώ ένιωθα να ξαλαφρώνω μ¨ αυτό το λυτρωτικό παραλήρημα, κατακλυζόμουν  συγχρόνως από ένα βαθύ αίσθημα ντροπής για τον τρόπο με τον οποίο αποκαλυπτόμουν μπροστά της »[48]

Η ντροπή συνδέεται με ποικίλα συναισθήματα: κατωτερότητα, θυμός, συστολή, υπερβολικός φόβος. Τα πιο έντονα αισθήματα ντροπής προκύπτουν από την αίσθηση ότι έχουμε κάτι που μας διαφοροποιεί κατά τρόπο αρνητικό από τους άλλους:κάτι χειρότερο ,κακό ,μειονεκτικό. Μπορεί να πιστεύουμε ότι αν οι άλλοι το ανακαλύψουν, θα μας κοροϊδέψουν, θα μας περιφρονήσουν, θα μας απορρίψουν Το (συν)αίσθημα της μοναξιάς σχετίζεται με την ντροπή:Η ντροπή μας δίνει την εντύπωση ότι διαφέρουμε αρνητικά από τους άλλους, ότι βρισκόμαστε στο περιθώριο .Η ντροπή μας οδηγεί σε κατάσταση επιφυλακής όταν βρισκόμαστε σε δυνητικά απειλητικές καταστάσεις, όταν βρεθούμε σε κατώτερη ή υποτελή θέση, όταν μας απορρίπτουν ,όταν μας απομονώνουν. Όταν ντρεπόμαστε, ενεργούμε εκ το αφαλούς. Με αλλά λόγια, σκεφτόμαστε κάπως ετσι «Είναι προτιμότερο να κρύψω αυτή την πλευρά του εαυτού μου παρά να διακινδυνεύσω την απόρριψη» [49]

Ντροπή και ταπείνωση

 Η άλλη πλευρά του νομίσματος της ντροπής είναι η υπερηφάνεια, η αυτοεκτιμηση, η πίστη στον ολοκληρωμένο εαυτό μας και στην αξία της αφήγησης του εαυτού μας (Να μια άλλη διαφορά από την ενοχή :η ενοχή δεν έχει ένα θετικό (συν)αίσθημα ως αντίστοιχο.) Ένα πρόσωπο που επιτυχώς προωθεί μια αίσθηση υπερηφάνειας για τον εαυτό του αισθάνεται ότι η ταυτότητα του είναι δικαιωμένη και ενιαία[50]. Όμως η υπερηφάνεια είναι διαρκώς εκτεθειμένη και ευάλωτη στις αντιδράσεις των άλλων, στην προσβολή και στην ταπείνωση. Η ντροπή, σχετίζεται με την ταπείνωση αλλά και διαφέρει από αυτήν. Στη Σύγχυση αισθημάτων του Τσβαιχ  ο ήρωας ,ένας ανεπρόκοπος φοιτητής στο Βερολίνο, που δεν είχε πατήσει στα μαθήματα για ένα ολόκληρο εξάμηνο, κάποια στιγμή δέχεται την απρόσμενη ,ελεγκτική έφοδο, του πατέρα του. Ως συνήθως είχε δεχτεί προηγουμένως στο φοιτητικό του δωμάτιο την επίσκεψη μιας «τσούπρας»-και είχε προχωρήσει σε περιπτύξεις. Αναγκάζει τον πατέρα να τον περιμένει στη κουζίνα για δέκα ταπεινωτικά λεπτά Ο πατέρας του«Με ντρεπόταν  το ίδιο ντρεπόμουν κι εγώ εκείνον »[51]. ΄Oμως η ντροπή του πατέρα οφειλόταν στην ταπείνωση που υπέστη ,ενώ η ντροπή του γιου στην κακή συμπεριφορά που (πίστευε)πως τον απαξίωνε συνολικά-ως ταυτότητα- στα μάτια του πατέρα του.


 Η ταπείνωση έχει αρκετές ομοιότητες και διάφορες με τη ντροπή. Και οι δυο σχετίζονται με επώδυνα συναισθήματα προσβολής και απόρριψης .Πιστεύουμε ότι ο άλλος μας στέλνει το μήνυμα ότι είμαστε ανεπαρκείς και κακοί. Στην περίπτωση της ντροπής εκλαμβάνουμε τα μηνύματα αυτά ως αποδείξεις ότι όντως κάτι δεν πάει καλά με εμάς, αλλά στην περίπτωση της ταπείνωσης δεν τα πιστεύομε απαραίτητα. Ένα ακραίο παράδειγμα είναι τα άτομα που έχουν βασανιστεί, τα οποία μπορεί να νιώθουν ταπείνωση αλλά δεν νιώθουν ντροπή, γιατί δεν θεωρούν τον εαυτό τους κακό [52].Αυτό που έχει σημασία είναι το ποιον κατηγορούμε τον εαυτό μας ή τους άλλους – για την προσβολή ή το πλήγμα που δεχόμαστε. Αυτό βέβαια δεν αποτελεί ασφαλές κριτήριο, γιατί μερικές φορές κατηγορούμε και τον εαυτό μας και τους άλλους. Για παράδειγμα ,τα άτομα που έχουν υποστεί κακοποίηση μπορεί να νιώθουν ταπείνωση για την κακοποίηση και να κατηγορούν το άτομο που τη διέπραξε. Μπορεί όμως να νιώθουν ότι εξαιτίας της κακοποίησης έχουν καταστραφεί και έχουν χάσει την αξία τους (ντροπή)[53]
 
Ντροπή και στίγμα

Στο μυθιστόρημα του Ναθανιελ Χώθορν « The scarlet letter»(1850)[54]μια νεαρή γυναίκα διαπράττει το αμάρτημα της μοιχείας και φέρνει στον κόσμο ένα κοριτσάκι. Μητέρα και κόρη εκτίθενται σε κοινή θεά πάνω στην εξέδρα ενώπιον όλης της κοινότητας, ενώ ο πάστορας καταδικάζει την μοιχαλίδα. Όλη η ζοφερή πουριτανική κοινωνία της Νέας Αγγλίας έχει καρφωμένα  πάνω της ,τα βλοσυρά της βλέμματα. Εκείνη αρνείται πεισματικά να αποκαλύψει το όνομα του πατέρα. Εκείνος σφραγίζει με τη σιωπή του τον εξευτελισμό και τη τιμωρία της. Η πρωταγωνίστρια, στο εξής θα πρέπει να ζήσει με την κόρη της στο περιθώριο της κοινωνίας, σε ένα απόμερο σπίτι αρκούμενη στα ελάχιστα χρήματα που της δίνουν για τα κεντήματα της υποχρεωμένη να φέρει πάντα στο κόρφο της ένα μεγάλο άλικο γράμμα ,το αρχικό γράμμα Α της λέξης Αdulteress (δηλαδή της μοιχαλίδας), για να  θυμίζει το αμάρτημα της. Το δυναμικό ψυχολογικό στοιχείο ,βρίσκεται στο γεγονός ότι, ο πάστορας που τόσο βιαία την καταδικάζει και την ταπεινώνει, στην πραγματικότητα, είναι ο εραστής της γυναίκας και πατέρας της κόρης της.


Η Ντροπή έχει να κάνει με το στίγμα : την ατίμωση ,την ταπείνωση. Το στίγμα  οφείλεται σε σωματικές ατέλειες , σε ατέλειες χαρακτήρα . σε ατέλειες συνυφασμένες με τη φυλή, το φύλο, τη θρησκεία και την εθνότητα. Οι (Αρχαιοι)Έλληνες ,-μας λέει ο Erving Goffman- έφτιαξαν τον όρο στίγμα για να αναφερθούν σε σημάδια του σώματος σχεδιασμένα  να φανερώνουν κάτι το ασυνήθιστο  και το κακό όσον αφορά την ηθική κατάσταση του φορέα του . Τα σημεία αυτά ήταν ουλές  ή καψίματα που γίνονταν στο σώμα και δημοσιοποιούσαν ότι ο φορέας του ήταν δούλος, εγκληματίας ή προδότης – ένα κηλιδωμένο πρόσωπο, τελετουργικά μολυσμένο , ένα άτομο προς αποφυγήν , ιδιαίτερα σε δημόσιους χώρους. Αργότερα , κατά τους χριστιανικούς χρόνους , δυο επίπεδα μεταφοράς  προστέθηκαν στον όρο : Το πρώτο  αφορούσε σωματικά σημάδια  ιερής χάρης ,που έπαιρναν την  μορφή  εξανθημάτων του δέρματος: το δεύτερο αφορούσε σωματικά σημασία οργανικής διαταραχής .Σήμερα  ο όρος χρησιμοποιείται ευρύτατα  λίγο –πολύ με την  αρχική  κυριολεκτική σημασία  του, αλλά αφορά  περισσότερο την ιδια την ατίμωση παρά την σωματική επίδειξη της [55]  Ωστόσο σε κάθε περίπτωση τόσο η έννοια του στίγματος όσο και ο χαρακτηρισμός ενός γνωρίσματος ως  στιγματιστικού και απαξιωτικού δεν είναι ούτε φυσικά  ούτε και εγγενή: Στο έργο του Erving Goffman το στίγμα (όπως και ο εαυτός)προσεγγίζεται ως κοινωνική κατασκευή : η κοινωνία  επινοεί κατηγορίες, καθιερώνει τα μέσα κατάταξης των ατόμων σε αυτές και αποδίδει συγκεκριμένες σημασίες σε ένα συγκεκριμένο φάσμα γνωρισμάτων,  καθορίζοντας κάποια ως φυσιολογικά και συνηθισμένα  και κάποια άλλα ως απαξιώτικα[56].


 Στην εποχή μας όλοι (φυσιολογικοί και στιγματισμένοι) οφείλουν να εμπλακούν σε διαδικασίες «παρουσίασης  του εαυτού».Γιατί  ο εαυτός  -στα έργα του Goffman - εμφανίζεται ως κοινωνικό προϊόν :δεν υπάρχει ένας πρότερος εαυτός που περιμένει να ενεργοποιηθεί και να εκφραστεί στις κοινωνικές περιστάσεις; ο εαυτός  διαμορφώνεται και επικυρώνεται σε συνθήκες δημόσιας ερμηνείας ενός ρόλου.[57]


Οι στιγματισμένοι όμως ,οφείλουν να τον παρουσιάζουν ετσι ώστε να δείχνουν  ότι αποδέχονται την κατώτερη κοινωνική τους θέση και ότι δεν εγείρουν αξιώσεις για πλήρη ανθρώπινη υπόσταση εισβάλλοντας  σε πεδία που προορίζονται για τους φυσιολογικούς[58] Γιατί η ανοχή απέναντι στους στιγματισμένους  σημασιοδοτείται από τους όρους και τα κριτήρια των φυσιολογικών: αποτελεί μέρος μιας  συναλλαγής ,τους όρους της οποίας έχουν διατυπώσει οι «φυσιολογικοί» , ενώ οι στιγματισμένοι καλούνται να  τους αποδεχτούν . Η εκχώρηση της αποδοχής εξαρτάται  από την έμπρακτη συμμόρφωση των στιγματισμένων και από την παραμονή τους μέσα στα όρια που οι «φυσιολογικοί» έχουν καθορίσει .[59]


Η Ντροπή σήμερα

« Εξ ορισμού, πιστεύουμε ότι ένας στιγματισμένος δεν είναι εντελώς άνθρωπος» [60]  Ποιοι όμως είναι οι στιγματισμένοι ,σήμερα ; «Υπό την αυστηρή έννοια- έλεγε ο Goffman στις αρχές της δεκαετίας του 1960 -  υπάρχει μόνο ένας ολοκληρωμένος άνδρας που μπορεί να σταθεί ανερυθρίαστος στην Αμερική : ένας νέος , παντρεμένος , λευκός ,αστός , βόρειος , ετεροφυλόφιλος , προτεστάντης , πατέρας, με πανεπιστημιακή μόρφωση ,πλήρη απασχόληση , καλή επιδερμίδα , κανονικό βάρος  και ύψος και  πρόσφατες αθλητικές επιδόσεις » [61] . Όλοι οι άλλοι , όλοι εμείς κατά καιρούς είμαστε στιγματισμένοι  και καλούμαστε να υποστούμε  και να νιώσουμε τις συνέπειες του στίγματος. Στην εποχή μας, καθένας μας έχει το δικό του στίγμα και το μόνο που τον διαφοροποιεί από κάποιον άλλο είναι το  είδος του στίγματος που έχει βιώσει προσωπικά[62]:όλα τα μέλη μιας κοινωνίας είναι σήμερα  παίκτες στο παιχνίδι του στίγματος και της ντροπής.


Η ταυτότητα κάποιου  συντίθεται μέσα από μια επιλεκτική αφήγηση: ανασυντίθεται εκ των υστέρων: ως αναδρομική βιογραφία. Η αναδρομική βιογραφία που συνθέτει την ταυτότητα μας στηρίζεται στον αναστοχασμό της ζωής μας ,του εαυτού μας . Διαλέγουμε απ’ τον σωρό των βιωμάτων μας εκείνη την ενθύμηση πού ξαναδίνει νόημα στην τωρινή ζωή μας. Απωθούμε τις ταπεινώσεις, το μη οικείο ,το παράδοξο και επιλέγουμε ό,τι μπορεί να δομήσει μιαν αυτάρεσκη συνέχεια Αυτή η αναδρομική αφήγηση οφείλει να είναι γοητευτική και συνάμα συνεκτική, να ενέχει μια φαινομενική διαδοχή, Αλλά για να είναι πειστική για τον εαυτό η αυτοβιoγραφια του, δεν μπορεί να είναι ολότελα φανταστική. Ο εαυτός αναγκάζεται να αναπλάθει συνεχώς τα στοιχεία πού εισβάλλουν από τον εξωτερικό κόσμο τα, σμίγοντας τα με την προσωπική του ιστορία. Συνθέτει έτσι ένα υπαρξιακό πλαίσιο, πού ανακουφίζει το άτομο, ένα προστατευτικό κέλυφος και φίλτρο για να ερμηνεύσει και τιθασεύσει την πολυμορφία της καθημερινότητας του. Αυτό το υπαρξιακό πλαίσιο , η «οντολογική μας ασφάλεια» απειλείται σήμερα –διαρκώς-περισσότερο-  από την ντροπή παρά από την ενοχή . « Ο ασθενής σήμερα –παρατηρούσε ήδη κατά τη δεκαετία του ΄60  ο Ερικ Ερικσον - πάσχει περισσότερο από το πρόβλημα του τι θα έπρεπε να  πιστεύει  και ποιος  θα έπρεπε ή θα μπορούσε να είναι ή να γίνει ;ενώ ο ασθενής της πρώιμης ψυχανάλυσης  υπέφερε περισσότερο κάτω από απαγορεύσεις που τον εμπόδιζαν από το να είναι  αυτό και αυτός που νόμιζε ότι ήξερε τι ήταν»
 .............................................................................................

Οι ταχύτατες σύγχρονες αλλαγές,  προϋποθέτουν ένα άτομο ’’’σκηνοθέτη της βιογραφίας του, της ταυτότητας  του της κοινωνικής του δικτύωσης , των δεσμών, των πεποιθήσεων‘’[66].Ο εξατομικευμένος  μετανεωτερικός  άνθρωπος -σε αντίθεση με το νεωτερικό άτομο - είναι αυτός πού πρέπει   να επιλέξει,  να αποφασίσει  -όχι μόνο πως θα πράξει  αλλά και τι θα πράξει.  Εν  μέσω  μιας απειρίας επιλογών ο εξατομικευμένος άνθρωπος καλείται να διαλέξει μέσα από ένα καλειδοσκόπιο άπειρων  επιλογών. Έτσι το γεγονός ότι έχουμε νικήσει τη μοίρα  καταντά απρόσμενο μειονέκτημα  της σύγχρονης ζωής .Από μας  περιμένουν  να αποφασίζουμε  για πολλά , σχεδόν για όλα. Οι σύγχρονοι άνθρωπος φτάνουν στο σημείο να πιστεύουν  ότι αποτελούν τους συγγραφείς της προσωπικής τους  ιστορίας  , ότι το κάθε γεγονός στην ζωή τους  έπρεπε να έχει ένα νόημα πού να  τους προσδιορίζει, αλλά το τι είναι αυτό το νόημα,  οι αστάθειες  και οι αντιφάσεις της ζωής τους  εμποδίζουν να το βρουν. Καλούνται επίσης να εξερευνήσουν την ψυχή τους την οποία μεταχειρίζεται σαν να έχει την δική της ξεχωριστή ζωή. Και αυτή η διαρκής αναζήτηση της  ατομικής εμπειρίας είναι αγωνία για την’’ αναζήτηση της προσωπικότητας’’ αγωνία πού  ανάμεσα  στα άλλα σημαίνει και καθημερινή,   προσωπική επιλογή του χρόνου, όχι μόνο του παροντικού  αλλά και του παρελθόντος χρόνου  .Ο καθένας καλείται  να επιλέξει  την  προσωπική ιστορία του ,με τον  αποκλεισμό εικόνων  πού ενοχλούν και απωθούνται, να  ζωγραφίσει το  πορτραίτο του ως ακινητοποίηση της στιγμής, υπόμνηση της επιθυμίας  για αθανασία ως Tatoo στο σώμα του. Οι κίνδυνοι πού ελλοχεύουν σε αυτή τη  διαρκή κατασκευή του εαυτού μας είναι διαρκείς και πάντα παραμονεύει η αποτυχία.
ετσι είναι η  ντροπή ,(για την διαρκώς ανεπαρκή προσωπική αφήγηση)  ,και όχι η ενοχή ,(για τις πράξεις που παραβιάζουν απαγορεύσεις )που   μάλλον χαρακτηρίζει τον άνθρωπο στην εποχή της σύγχρονης υπέρ-εξατομίκευσης.


Σήμερα  τα άτομα ζουν σε μια μόνιμη κατάσταση ντροπής και αμφιβολίας –,καθώς η αμφιβολία –όπως λέει ο Ερικ Ερικσον -είναι αδελφή της ντροπής.» Η (ψυχαναγκαστική) αμφιβολία έχει άμεση σχέση με τη συνείδηση ότι το άτομο έχει ένα μπρος και ένα πίσω- (οπίσθια) Γιατί «τα «οπίσθια» είναι η σκοτεινή ήπειρος του μικρού όντος, μια περιοχή του σώματος μπορεί να κυριαρχηθεί μαγικά και να καταπατηθεί αποτελεσματικά από αυτούς που επιτίθενται στη δύναμη αυτονομίας του και που χαρακτηρίζουν ως κακά εκείνα τα προϊόντα των εντέρων που ένιωθε μια χαρά όταν τα απέβαλλε. Αυτή η βασική αίσθηση αμφιβολίας για οτιδήποτε αφήνει κανείς πίσω του, αποτελεί ένα υπόστρωμα για τις μεταγενέστερες ψυχαναγκαστικής αμφιβολίας[…].και εκφράζεται από τους ενήλικους με παρανοϊκούς φόβους μη δεχτούν επίθεση «από πίσω»[67].


Πόση αμφιβολία μπορεί ν¨ αντέξει ο άνθρωπος  ; Η σύγχρονη (ανα)βίωση εθνικισμών και φονταμενταλισμών  μοιάζει να  σφραγίζεται από μια –εκ των υστέρων – εγκατάλειψη. Στην εποχή μας ,συχνά το άτομο μπροστά στη διαρκή κατάσταση αμφιθυμίας, βρίσκει καταφύγιο στην ''κατασκευασμένη, ενεργητική ,συνειδητή εγκατάλειψη της αμφιβολίας''[68]. Εγκαταλείπει την αμφιβολία, του δισταγμούς , την ανοχή του άλλου, πού σε συνθήκες διαρκούς αβεβαιότητας θυμίζουν κινούμενη άμμο, και βυθίζεται στη θαλπωρή των φονταμενταλισμών  και εθνικισμών , για να ανακουφισθεί κατά κάποιο τρόπο ή ένταση των διλημμάτων που αντιμετωπίζει .


Η Ντροπή και το βλέμμα

Τι κάνουν τα παιδιά-η εμείς- όταν ντρέπονται; ;Αν δεν μπορούν να κρυφτούν ,κρύβουν τα μάτια τους. Στην ντροπή η άμεση παρόρμηση είναι, το να κρυφτείς, να τρέξεις μακριά, να συρρικνωθείς (να ανοίξει η γη να σε καταπιεί )οτιδήποτε για να αποφύγεις να είσαι ορατός. Αν κάποιος δεν μπορεί να φύγει , η αυτοκτονία πιθανώς να είναι η μόνη λύση [69].


.« Μη με κοιτάς» -λέει ο μανιακός Φράνκ Μπουθ (τον υποδυεται ο Denniς Hopper) στην Ντόροθι Βάλενς (Isabella Rosselini) καθώς την βιάζει ,στην ταινία Blue Velvet[70] Η ντροπή έχει να κάνει με το βλέμμα , και την δική μου γύμνια. Η ντροπή ,εκφράζεται στην αρχή με την παρόρμηση να κρύψουμε το πρόσωπο μας ή να μας καταπιεί η γη (εσωτερικευμένος θυμός),η να ευχηθούμε να γίνουμε αόρατοι. Η ντροπή έχει να κάνει με το βλέμμα του άλλου ,αλλά μπορεί να εμφανισθεί όταν  παρόντες είναι μόνο ο εαυτός και ο καθρέφτης:« Όταν επιτέλους σηκώθηκα …πήγα μπροστά από ένα μεγάλο καθρέφτη να κοιταχτώ ,και πήγα μόνος μου. …. .είδα ένα ξένο ,μια μικρή αξιολύπητη , αποκρουστική μορφή, κι ένα πρόσωπο που όσο το κοίταζα, γινόταν πονεμένο  και κατακόκκινο από ντροπή.» [71].


Σε γενικές γραμμές η ντροπή σχετίζεται με το πώς νομίζουμε ότι μας βλέπουν οι άλλοι [72] Για τον Sartre, η συνείδηση αντιμετωπίζει μεγάλο πρόβλημα με το βλέμμα του άλλου. Στο παράδειγμα που δίνει ,κάποιος είναι σκυμμένος σε μια κλειδαρότρυπα, συγκεντρωμένος στη σκηνή που διαδραματίζεται πίσω από την πόρτα ,όταν συνειδητοποιεί ότι κάποιος άλλος έχει το βλέμμα του προσηλωμένο πάνω του :βλέποντας ξαφνικά τον εαυτό του μέσα από τα μάτια του άλλου, αισθάνεται ντροπή.[73]


Όμως αυτός που ντρέπεται θα ήθελε να αναγκάσει τον κόσμο να μη τον κοιτάζει ,να μην παρατηρεί την γύμνια του, την  αποκάλυψη του. Θα ήθελε να καταστρέψει τα μάτια του κόσμου ,Για να νικήσει την ντροπή πρέπει να νικήσει το βλέμμα του άλλου .Υπάρχει –λέει πάλι ο Ερικ Ερικσον- μια εντυπωσιακή Αμερικανική μπαλάντα, όπου ένας εγκληματίας που πρόκειται να κρεμαστεί μπροστά στα μάτια όλης της κοινότητας, αντί να αισθάνεται δίκαια τιμωρημένος, αρχίζει να επιπλήττει τους θεατές, τελειώνοντας κάθε περιφρονητική του φράση με τα λόγια «Ο Θεός να καταραστεί τα μάτια σας».[74]














* το κείμενο εχει δημοσιευτει και στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ (2007)
 ______________________________________


[1] Simon Blackburn ,Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα , 2,Λαγνεία , Νεφέλη  Αθήνα 2005 σσ 79-80
[2] Jon Elster, Alchemies of the Mind , Rationality and the Emotions , Cambridge ,1999 σ 151,152
[3] Α Giddens.. Modernity and Self Identity, Stanford  University Press, California 1991 σ 65
[4] Α Giddens.. 1991..,ο.π  σ 65
[5] Α .Giddens..,ο.π  σ 65
[6] Α Giddens.. 1991 Ο.π σ 66
[7] Mircea Eliade Samanism , Princeton  University Press, 2η έκδοση ,1974. ανφ στο P. Leaven ,. A.Frederic, Το ξύπνημα της Τίγρης , θεραπεύοντας τις Τραυματικές εμπειρίες .Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα .(1999.[1997]) σσ 76,77
[8] , D. Winnicott. Tό Παιδί ,Το Παιχνίδι και η πραγματικότητα, μετάφραση ,εισαγωγή Α Γιαννακούλας ,: Καστανιώτη Αθήνα. (1971) 1980:187 κ.ε.
[9] Λουντβικ  Ιγκρα , Αντκειμενότροπες σχέσεις  και ψυχοθεραπεία  , Καστανιώτη Αθήνα  1998 σ 69
[10] Helen  m Lynd ,Shame and the search for Identity ,London Routledge ,1958 p 46
[11]Κωστή Παπαγιωργη, Ντοστογιέφσκι, δεύτερη έκδοση, , Καστανιώτη, Αθήνα 1990  σ 28  
[12] Νορμπερτ Ελιας , Η εξέλιξη του πολιτισμού , κοινωνιογενετικές και ψυχογενετικές προσεγγίσεις , Τόμος Β ,Αλλαγές της κοινωνίας, Σχεδίασμα  για μια θεωρία του πολιτισμού , μτφ Εμη Βαικουση Νεφέλη (1939 )Αθηνά 1997, σς. 327,328,329
[13] η μεταφρασμένη διατύπωση που  επικράτησε είναι Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας  βλ  Σιγκμουντ Φρουντ  Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας  μτφ Γιωργος Βαμβαλής , Επίκουρος , Αθηνα Γ εκδοση 2005
[14] βλ Σιγκμουντ Φρουντ  ,Τοτέμ κι Ταμπού (1912-13)εκ Επίκουρος Αθήνα 1978, σελ 179-180
[15] Σιγκμουντ Φρουντ  Ο πολιτισμός ...2005 ο.π   σ 75
[16] Σιγκμουντ Φρουντ  Ο πολιτισμός 2005 ο.π  σ 91,
[17] Σιγκμουντ Φρουντ  Ο πολιτισμός 2005 ο.π σ 92.
[18] Σιγκμουντ Φρουντ  Ο πολιτισμός 2005  ο.π σ 107
[19] Α Giddens.. 1991 ο.π σ 155
[20] Α.Giddens. 1991 ο.π  σ 65
[21] Α Giddens. 1991  ο.π. σ 67
[22] Α Giddens.. 1991  ο.π  68
[23] Α Giddens.. 1991 ο.π σ 68
[24] Paul Gilbert , Ξεπερνώντας την κατάθλιψη , μτφ. Κ. Αγγελή – Γ. Ευσταθίου , Ελληνικά Γράμματα Αθηνα 1999 σ 317
[25] Jon Elster, Alchemies of the Mind , Rationality and the emotions , Cambridge ,1999  σ 151
[26] Jon Elster, ,1999 ο.π  σ 151.
[27] David D. Burns Αισθανθείτε καλά! Μτφ Μαρία Χήρα εκδόσεις Πατακη ,Αθήνα 1998 σ.σ 208,209
[28] Μίλτος Λειβαδίτης ,Πολιτισμός & Ψυχιατρική (Ανθρωπολογικές κα κοινωνικές διαστάσεις  των ψυχοπαθολογικών φαινομένων) , εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2003,σ 362
[29] Karen Horney , H  ψυχανάλυση σε καινούργιους δρόμους ,μτφ Νικου Λιβερδου  Εκδ Ταμασος  (1939) 1979 σς,206, 207
[30] Jon Elster, 1999,ο.π σ 153
[31]Βλ  Εισαγωγή Δήμητρας Μακρυνιωτη στο Erving Goffman , Στίγμα . Σημειώσεις για τη διαχείριση της φθαρμένης ταυτότητας, Αλεξάνδρεια  ,(Αγγλική έκδοση 1963),2001,    σ 25
[32]Στεφαν  Τσβαιχ . Σύγχυση αισθημάτων μτφρ  Δημήτρης Δημοκίδης , Επιμέλεια επίμετρο Τατιανα Λιανη, Ροές Λογοτεχνία 2003   σ 143 κ.ε
[33] Κωστή Παπαγιωργη: Η κόκκινη αλεπού, Οι ξυλοδαρμοί , εκδόσεις Καστανιώτη Αθήνα 1992 σ 87,88.
[34] Jon Elster, ,1999 ,ο.π. σ 150
[35] Α Giddens.. 1991 ο.π σ 66
[36] Σιγκμουντ Φρουντ  Ο πολιτισμός ..2005 ο.π  σ 60
[37] Νορμπερτ Ελιας , Η εξέλιξη του πολιτισμού , κοινωνιογενετικές και ψυχογενετικές προσεγγίσεις , Τόμος Β ,Αλλαγές της κοινωνίας, Σχεδίασμα  για μια θεωρία του πολιτισμού , μτφ Εμη Βαικουση Νεφέλη (1939 )Αθηνα 1997 σ332
[38] Giorgio Agamben , Βεβηλώσεις , μτφ Παναγιωτης Τσιαμουρας , Αγρα  2006 σ 128
[39] Α Giddens.. 1991..,ο.π  ,σ 66
[40] Slavoj Zizek :Το υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας , Μτφ Βίκυ Ιακώβου , Επιμέλεια Γιάννης Σταυρακάκης , Scripta , Αθήνα ,2006  ss288,289
[41] Ερικ Ερικσον Η Παιδική Ηλικία και η Κοινωνία, μτφ Μ. Κουτρουμπάκη   Εκδ Καστανιώτη 1975 σ264
[42] Kafka ,Franz Η Δίκη ,μτφρ Γ . Βαλουρδος , Αθήνα , Υψιλον , 1991 , σ 235
[43] βλ Πλούταρχου Ηθικά, Γυναικών αρεταί, τόμος 1. Μτφ Π. Σταθη,εκδ Γεωργαδη, Αθήνα . Όλες οι αναφορές προέρχονται  από το Μιχάλης Σωτηρίου , Πλουτάρχου γυναικών άρεται :Μια μεταψυχολογική προσέγγιση της αυτοκτονικής συμπεριφορά  στο Ψυχιατρική και Σπουδές του Ανθρώπου, Τομ Β .Επιμέλεια Γ. Βασιλάκος- Π.Δουδαλη , Έκδοση Θεραπευτήρια Ν. Σπινάρη Α.Ε , Κοζάνη –Μάιος  2000
[44] Α Giddens.. 1991  σ σ68
[45] Ο Σαρτρ αφηγείται πως όταν σε ηλικία δέκα χρονών και τριών μηνών γράφτηκε στο μικρό Λύκειο, ήρθε τελευταίος στην πρώτη του έκθεση που του βάλανε: «, θεωρούσα την εκπαίδευση σαν ένα προσωπικό δεσμό: Τα έχασα κυριολεκτικά μ ¨αυτή την διδασκαλία που απευθυνόταν σε όλους ,με τη δημοκρατική ψυχρότητα του νόμου. Καθώς με υπέβαλλαν σε συνεχείς συγκρίσεις με τα αλλά παιδιά, οι υποτιθέμενες ανωτερότητες μου εξανεμίστηκαν: βρισκόταν πάντα κάποιος που απαντούσε καλύτερα και γρηγορότερα από μένα» Σαρτρ, οι Λέξεις, μτφ Κώστα Σταματίου , εκδ Αρσενίδης χ.χ σ 245
[46] Paul Gilbert , 1999 ,ο.π .σ 29
[47] Jon Elster, ,1999 ο.π  σ 149
[48] Στεφαν Τσβαιχ . Σύγχυση... 2003  ο.π σ116
[49] Paul Gilbert , 1999  ο.π  ,σσ 297-,304
[50]Α. Giddens. 1991 ο.π , σ 66
[51] Στεφαν  Τσβαιχ . Σύγχυση.... 2003 ο.π σ 23.  Στην ίδια νουβέλα ο ομοφυλόφιλος καθηγητής αγγλικής φιλολογίας, αισθάνεται την ταπείνωση (και τη μοχθηρία) της σύλληψης του από την αστυνομία :«Στο τμήμα όπου οδηγήθηκε ,ένας πλαδαρός αστυφύλακας με κόκκινα μάγουλα σημείωσε όνομα και επάγγελμα, μ εκείνο το σαρκαστικό χαμόγελο του κατώτερου που έχει την ευτυχία να κρατάει στην τσιμπίδα του ένα διανοούμενο: ότι για τη φορά αυτή ο καθηγητής είναι ελεύθερος να φύγει ατιμώρητος, όμως το όνομα του θα βρίσκεται από δω και στο εξής στη γνωστή λίστα» . Στεφαν  Τσβαιχ ο.π σ 153
[52] Paul Gilbert ,  Αθήνα 1999 ο.π  σ 315

[53] Paul Gilbert , 1999 , ο.π  ,,σ 315
[54] στα ελληνικα: Ναθανιελ Χώθορν Το Άλικο Γράμμα ,μτφ :Ξενοφών Κομνηνός.,Ινδικτος,Αθήνα 2005
[55] Erving Goffman , 2001 ο.π σ 63
[56] βλ Εισαγωγή Δήμητρας Μακρυνιωτη στο Erving Goffman , 2001 ο.π σ 16
[57]βλ Εισαγωγή Δήμητρας Μακρυνιωτη στο Erving Goffman , 2001 ο.π  σ 21
[58] Εισαγωγή Δήμητρας Μακρυνιωτη στο Erving Goffman , 2001ο.π σ 29
[59] βλ Εισαγωγή Δήμητρας Μακρυνιωτη στο Erving Goffman , 2001 ο.π σ 15
[60] βλ Εισαγωγή –Δήμητρας Μακρυνιωτη στο Erving Goffman , 2001 ο.π σ 14

[61] Erving Goffman , 2001 ο.π σ 211
[62] βλΕισαγωγή –Δήμητρας Μακρυνιωτη στο Erving Goffman , 2001 ο.π σ 18
[63] E.Erikson, Childhood αnd Society ρ242 αν στο Α Giddens ο.π 1991  σ69 
[64] (1979 σκηνοθεσία Terry Jones)αναφ στο Lars Svendsen
Η φιλοσοφία της βαρεμάρας ,μτφ Παναγιώτης Καλαμαράς εκδ Σαββάλας,(1999)2006 σ153.
[65]Lars Svendsen,(1999)2006ο.π σ153
[66]U. Beck, () Η Επινόηση του Πολιτικού, μτφ Καβουλάκος Κ, επιμέλεια Κοτζιάς Ν .Αθήνα: Νέα Σύνορα 1996 ,σ 191
[67] Ερικ Ερικσον Η Παιδική Ηλικία  και η Κοινωνία , Μτφ Μ. Κουτρουμπακη   Εκδ Καστανιωτη 1975 σ 266
[68] U.Beck, Η Επινόηση ,1996 ο.π: 142.
[69] Erving Goffman , Στίγμα . 2001 ο.π  σ 60
[70] Σκηνοθέτης ο David Lynch( 1986
[71] Erving Goffman , Στίγμα .,2001  ο.π  σ 71
[72] Paul Gilbert , 1999 ο.π σ 296
[73] Z. P Sartre ,Being and Nothingness  , ,Rutledge, London 1958 part iii p259 σ158,159 Όμως στην νουβέλα του Τσβαιχ, Σύγχυση αισθημάτων, αυτή που κατασκοπεύει από την κλειδαρότρυπα την ενθουσιώδη συνομιλία του (ομοφυλόφιλου) καθηγητή με τον πιστό μαθητή του ,δηλαδή η γυναίκα του καθηγητή, δεν νιώθει καμία ντροπή, όταν ο φοιτητής την πιάνει να κρυφάκουει«.Το βλέμμα της (έντονο παγερό, σκληρό και σκοτεινό σαν βερνικωμένο ξύλο) με αναμετρούσε με μεγάλη σοβαρότητα και η στάση της είχε κάτι το σκοτεινό, το προειδοποιητικό και απειλητικό (….).Τίποτε πάνω της δεν φανέρωνε ντροπή για το γεγονός ότι είχε συλληφθεί να μας κατασκοπεύει(…)έδειχνε ότι ήταν  πέρα για πέρα αποφασισμένη να μη κάνει πίσω και να συνεχίσει αυτή την άγρυπνη παρακολούθηση(…),ασυναίσθητα ζάρωσα (…)η άμετρη μέχρι πριν λίγο χαρά μου είχε μετατραπεί σ ένα αόριστο αίσθημα φόβου» Το κατασκοπευτικό βλέμμα της γυναίκας, στην νουβέλα του Τσβαιχ αντιπροσώπευε την επιτήρηση τη των συνόρων της απαγόρευσης: όχι την ντροπή αλλά την ενοχή. βλ Σ. Τσβαιχ . Σύγχυση ο.πσ 103 ,104
[74] Ερικ Ερικσον 1975 o.π σσ. 264,265

____________________________

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

Zygmunt Bauman «Σπαταλημένες Ζωές ''


αναδημοσίευση από το Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ



Νοσφεράτος
To βιβλιο Zygmunt Bauman«Σπαταλημένες Ζωές ,Οι απόβλητοι της νεωτερικότητας»αφορά στο ζήτημα των απορριμμάτων, που μπορεί να περιγραφεί «ως ένα ιδιαίτερα οδυνηρό πρόβλημα και συγχρόνως ως ένα από τα καλύτερα φυλασσόμενα μυστικά της εποχής μας»

Ας σκεφτούμε αυτή την εικόνα ,που τη ζούμε καθημερινά στις πόλεις, όπου:«δυο είδη φορτηγών φεύγουν καθημερινά από τα εργοστάσια, το ένα προς τις αποθήκες και τα πολυκαταστήματα και το άλλο προς τις χωματερές. Το δεύτερο, το σκεφτόμαστε μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που η χιονοστιβάδα των σκουπιδιών κατρακυλά από τα βουνά και παρασύρει τους φράκτες που προστατεύουν τις αυλές μας.Απομακρύνουμε τα σκουπίδια με τον πιο ριζοσπαστικό και αποτελεσματικό τρόπο:τα καθιστούμε αόρατα με το να μην τα κοιτάζουμε και αδιανόητα με το να μην τα σκεφτόμαστε, μας προξενούν ανησυχία μόνο όταν οι καθημερινές αυτοματικές μας άμυνες παραβιάζονται και οι προφυλάξεις μας αποτυγχάνουν –όταν η αναπαυτική υπνωτική απομόνωση της ζώνης του βιόκοσμου μας, την οποία υποτίθεται ότι προστατεύουν, βρίσκεται σε κίνδυνο »

Μιλάμε για απορρίμματα:άχρηστα προϊόντα ,βιομηχανικά απόβλητα, αλλά και ανθρώπινα απορρίμματα, για τις σπαταλημένες ζωές.

Ο Bauman υπενθυμίζει επίσης(και αυτή του η παρατήρηση είναι επίκαιρη εν όψει των σημερινών κινητοποιήσεων της νεολαίας παντού στον κόσμο) πως η σύγχρονη νεολαία, η γενιά Χ, βιώνει σήμερα την αίσθηση του περιττού και του άχρηστου, (μαζί με τη συνακόλουθη απώλεια αυτοεκτιμησης και του νοήματος της ζωής).Η σύγχρονη νεολαία, νιώθει ανεπιθύμητη, το πολύ ΄ανεκτή, αντιμετωπίζεται στη καλύτερη περίπτωση ως αντικείμενο αγαθοεργίας και ελέους.
Δεν αντιμετωπίζεται όμως ως ο αποδεκτής αδελφικής βοήθειας, κατηγορούμενη μάλιστα για νωθρότητα και θεωρούμενη ύποπτη αδικών προθέσεων και εγκληματικών τάσεων.

Επομένως, δεν έχει λόγο να βλέπει την «κοινωνία» ως εκείνο τον οικείο χώρο στον οποίο οφείλει κανείς να δείχνει πίστη και ενδιαφέρον





______________________________________


Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011

fort - da ....∞

   

ανα...της ανα (να ενα αλλο)ανα αναδημοσιευση........

 από το ΣΠΗΛΑΙΟ...του Νόσφυ

η Μπλογκόσφαιρα, τα συναισθηματα,η απουσια και το παιχνιδι με την Κουβαριστρα του Φρουντ
 

δειτε κι αυτο μετην ευκαιρια  

η Μπλογκόσφαιρα, τα συναισθηματα,η απουσια και το παιχνιδι με την Κουβαριστρα του Φρουντ

η αναδημοσίευση από τη  Σπηλιά του Νόσφυ

           Fort-Da








Κάποτε ο Φρουντ παρατήρησε ένα παιδάκι που έπαιζε με μια κουβαρίστρα επαναλαμβάνοντας τις λέξεις ''Εδώ- Εκεί'

Ο Φρουντ συμπέρανε οτι το παιδάκι εξόρκιζε την Απουσία της Μαμας του ,Μέσω της επανάληψης ..

Στην Μπλογκοσφαιρα . Καθόμαστε μπροστά στο Μόνιτορ περιμένοντας . Μπροστά σε μια ψυχρή Οθόνη . Και καθώς είμαστε Μόνοι και συγκεντρωμένοι στα Μύχια μας, είμαστε ευάλωτοι ....

Και ο άλλος/η μας έρχεται ξαφνικά .

Κι υστερα φεύγει .

Που πήγε ; Που χάθηκε...; Πως γεφυρωνεται αυτή η απουσια ..;

Επαναλαμβάνουμε μηχανικά το γράψιμο , σαν το παιχνίδι με την κουβαρίστρα . Ένα Γεφύρι για την απουσία









______________________________________________



Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Σ' αγαπώ : Απο το Ρόλαν Μπαρτ: αποσπασματα του Ερωτικού Λόγου




ανασημοσίευση από τη   ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ 



Σ' αγαπώ 


Panofsky Pollock -" male-female"
1.Σ' αγαπώ. 
Το σχήμα δεν αναφέρεται στην ερωτική δήλωση, στην ομολογία, άλλα στην επαναλαμβανόμενη προφορά της ερωτικής κραυγής.
Σαν περάσει ή πρώτη ομολογία, "σ' αγαπώ" δε θα πει πια τίποτε. Είναι, απλώς, μια επανάληψη του παλαιού μηνύματος (που ίσως μάλιστα να μη διοχετεύτηκε μέσα από τις λέξεις αυτές), πού γίνεται μ' έναν τρόπο αινιγματικό γιατί φαντάζει τόσο κενός! Επαναλαμβάνω το μήνυμα ασχέτως καταλληλότητας των συνθηκών. Έτσι, το μήνυμα βγαίνει από την κοίτη της γλώσσας, εκτροχιάζεται, και τραβάει πού; Δε θα μπορούσα να αναλύσω την έκφραση αυτή και να μη γελάσω. Πώς! Έχουμε, λοιπόν, από τη μια μεριά το "εγώ", από την άλλη το "εσύ", και στη μέση ένα λογικό (εφόσον λεκτικό) δεσμό αγάπης; Ποιος δεν καταλαβαίνει ότι μια τέτοια ανάλυση, πού συμφωνεί ωστόσο με τη γλωσσολογική θεωρία, θα παραμόρφωνε αυτό πού εκστομίζεται με μια και μόνη κίνηση; Το αγαπώ δεν απαρέμφατο (κι αν σχηματίζει τούτο οφείλεται μόνο μεταγλωσσικό τέχνημα): υποκείμενο και αντικείμενο συναρμόζονται μέσα στη λέξη τη στιγμή πού την προφέρουμε. Το σ' αγαπώ πρέπει να εννοηθεί (και εδώ: διαβαστεί) σαν να ήταν, π.χ., η ουγγαρέζικη έκφραση πού δηλώνει μονολεκτικά: szeretlek. Στην περίπτωση αυτή ή γαλλική γλώσσα, αποποιούμενη την ωραία της αρετή πού λέγεται αναλυτικότητα, θα γινόταν μια γλώσσα συγκολλητική (γιατί περί συγκολλήσεως, ακριβώς, πρόκειται). Το συγκρότημα αυτό καταρρέει με την παραμικρή συντακτική αλλοίωση. Κείται, σαν να λέμε, εκτός συντακτικού και δεν προσφέρεται σε κανένα δομικό μετασχηματισμό. Δεν ισοδυναμεί διόλου με τα υποκατάστατα του, πού ο συνδυασμός τους, ωστόσο, θα μπορούσε να παραγάγει το ίδιο νόημα. Είναι δυνατόν, μέρες ολόκληρες, να λέω σ' αγαπώ, χωρίς ποτέ ίσως να μπορώ να περάσω στο "τον αγαπώ": αρνούμαι να υποτάξω τον άλλον σε μια σύνταξη, σε μια κατηγορηματική διατύπωση, σε μια γλώσσα (μόνη προϋπόθεση του σ' αγαπώ είναι η απεύθυνσή του, ή επαύξησή του μ' ένα κύριο όνομα: Αριάδνη, σ' αγαπώ, λέει ο Διόνυσος).


2. Το σ' αγαπώ δεν έχει χρήσεις. 

Ή λέξη αυτή, όπως και οι λέξεις πού προφέρει το παιδί, δεν υπόκειται σε κανένα κοινωνικό καταναγκασμό. Μπορεί να είναι μια λέξη θεσπέσια, επίσημη, ανάλαφρη· μπορεί όμως να είναι και μια λέξη ερωτική, πορνογραφική. Από κοινωνική άποψη πρόκειται για μια λέξη-μπαλαντέρ.
 Το σ' αγαπώ δεν έχει αποχρώσεις. Καταργεί τις εξηγήσεις, τις διευθετήσεις, τις βαθμίδες, τις λεπτολογίες. Κατά κάποιον τρόπο - άμετρο παράδοξο της γλώσσας -λέγοντας σ' αγαπώ είναι σαν να παραδέχομαι ότι δεν υπάρχει κανένα θέατρο της ομιλίας, και ότι η λέξη αυτή είναι πάντα αληθής (δεν έχει άλλο αναφερόμενο από την προφορά της: είναι ένας τελεστικός γλωσσότυπος).
Το σ' αγαπώ δεν έχει πέραν. Είναι ή λέξη της δυάδας (μητρικής, ερωτικής)· μέσα της, καμιά απόσταση, καμιά παραμόρφωση δεν έρχεται να χαράξει το σημείο- δεν είναι μεταφορά κανενός πράγματος.
Το σ' αγαπώ δεν είναι φράση: δε μεταβιβάζει ένα νόημα, αλλά αγκιστρώνεται σε μια οριακή κατάσταση: "αυτήν όπου το υποκείμενο αιωρείται σε μια σχέση αντικατοπτρισμού με τον άλλο". Είναι μια ολόφραση.
(Μόλο πού λέγεται δισεκατομμύρια φορές, το σ' αγαπώ κείται εκτός λεξικού· είναι ένα σχήμα λύγου πού ο ορισμός του δεν μπορεί να υπερβεί την απλή τιτλοφόρηση.)
Η λέξη (ή φράση-λέξη) έχει νόημα μονό τη στιγμή πού την ξεστομίζω. Δεν υπάρχει μέσα της άλλη πληροφορία πέρα απ' αυτά πού δηλώνει άμεσα: καμιά διαφύλαξη, καμιά αποθήκευση νοήματος. Τα πάντα περιέχονται στην εκστόμιση: πρόκειται για ένα "φραστικά τύπο", πού όμως δεν αντιστοιχεί σε κανένα τυπικό' οι συνθήκες υπό τις όποιες λέω σ' αγαπώ δεν μπορούν να ταξινομηθούν: το σ' αγαπώ είναι απερίσταλτο και απρόβλεπτο.
Σε ποια γλωσσική τάξη ανήκει, λοιπόν, αυτή ή αλλόκοτη οντότητα, αυτό το γλωσσικό τέχνημα, το υπερβολικά φρασεοποιημένο για να σχετίζεται με την ενόρμηση, το υπερβολικά κραυγαλέο για να σχετίζεται με τη φράσης Δεν πρόκειται ούτε για εκατό τοις εκατό εκφερόμενο (μέσα του δεν υπάρχει κανένα μήνυμα απολιθωμένα αποθηκευμένο, μουμιοποιημένο, έτοιμο να υποστεί ανατομία), ούτε για εκφορά (τα υποκείμενο δεν υποκύπτει στον εκβιασμό του παιχνιδιού της συνομιλίας). σχήμα αυτό θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε προφορά. Στην προφορά δεν υπάρχει επιστημονική διάσταση: το σ' αγαπώ δεν εξαρτάται ούτε από τη γλωσσολογία ούτε από τη σημειολογία. Διέπουσα αρχή του (δάση για να το εκφράσουμε) θα ήταν μάλλον ή Μουσική. "Όπως ακριβώς στο τραγούδι, έτσι και στην προφορά του σ' αγαπώ, ο πόθος ούτε απωθείται (όπως στο εκφερόμενο) ούτε αναγνωρίζεται (εκεί πού δεν το περιμένεις, όπως στην εκφορά), αλλά απλώς γίνεται αντικείμενο ηδονής. Ή ηδονή δε λέγεται, όμως ή ίδια μιλά και λέει: σ' αγαπώ.

4. Για τα σ' αγαπώ υπάρχουν πολλές απαντήσεις κοσμικού χαρακτήρα: "εγώ όχι", "δε σε πιστεύω", "γιατί μου το λες;", κτλ. 
Όμως ή πραγματική απόρριψη περιέχεται στην απόκριση: "δεν υπάρχει απάντηση". Καταργούμαι ανέκκλητα όταν απορρίπτομαι όχι μόνον ως αιτών αλλά και ως ομιλούν υποκείμενο (υπό την τελευταία ιδιότητα εξουσιάζω τουλάχιστον τους φραστικούς τύπους). Μου αρνούνται όχι την αίτηση μου, αλλά τη γλώσσα μου, τον έσχατο μυχό της ύπαρξής μου. Ως προς την αίτηση, μπορώ να περιμένω, να την επαναφέρω, να τη διατυπώσω εκ νέου. Άλλα όταν μου αποστερούν την εξουσία να ρωτώ, είμαι σαν πεθαμένος για πάντα. "Δεν υπάρχει απάντηση", διαμηνύει ή Μητέρα, μέσω της Φρανσουάζ, στο νεαρό προυστικό αφηγητή, ο όποιος ταυτίζει τότε τον εαυτό του με τη "δύστυχη κύρη" που την ξεφορτώνεται ο θυρωρός του εραστή της: η Μητέρα δεν είναι απαγορευμένη, είναι περίφρακτη, κι εγώ τρελαίνομαι.

5. Σ' αγαπώ. - Κι εγώ.
Το κι εγώ δεν είναι εντελής απάντηση, γιατί το εντελές δεν μπορεί παρά να είναι τυπικό, κι εδώ ο τύπος είναι λειψός, με την έννοια ότι δεν επαναλαμβάνει κατά γράμμα την προφορά - και είναι ίδιον της προφοράς να υπάρχει κατά γράμμα. 'Ωστόσο, ως φαντασίωση έστω, ή απάντηση αύτη αρκεί για να μπει σε κίνηση ένας ολόκληρος λόγος της αγαλλίασης: αγαλλίασης πολύ πιο έντονης αφού προκύπτει από μια μεταστροφή: ο Σαιντ-Πρε ανακαλύπτει ξαφνικά, ύστερα από κάποιες αφ' υψηλού αρνήσεις, ότι ή Ζυλί τον αγαπά. Είναι ή τρελή αλήθεια, πού δεν προκύπτει από συλλογισμό, αργή προετοιμασία, αλλά από έκπληξη, έγερση (σατόρι), μεταβολή. Το προυστικό παιδί - ζητώντας να 'ρθει ή μητέρα του να κοιμηθεί στο δωμάτιο του - θέλει ν' αποκτήσει αυτό το κι εγώ: το θέλει τρελά, με τον τρόπο ενός τρελού. Και το κερδίζει τελικά ένεκα μεταστροφής, συγκεκριμένα χάρη στην παράξενη απόφαση του Πατέρα, πού του παραχωρεί τη Μητέρα ("Πες, λοιπόν, στη Φρανσουάζ να σου ετοιμάσει το μεγάλο κρεβάτι και κοιμήσου απόψε μαζί του").

6. "Έχω τη φαντασίωση αυτού πού εμπειρικά είναι ανέφικτο: οι δύο προφορές μας ξεστομίζονται ταυτόχρονα: ή μια δεν έπεται της άλλης, για να πεις ότι εξαρτάται απ' αυτήν. Ή προφορά δε θα μπορούσε να είναι διπλή (υποδιπλασιασμένη): το μόνο πού της αρμόζει είναι η ενιαία αστραπή, όπου σμίγουν δύο δυνάμεις (αν παρέμεναν χωριστές, αφιστάμενες, δε θα ξεπερνούσαν το όριο μιας συνηθισμένης συμφωνίας). Γιατί ή ενιαία αστραπή, επιτυγχάνει αυτό το ανήκουστο: καταργεί κάθε έννοια λογιστικής. Ή ανταλλαγή, το δώρο, ή κλοπή (οι μόνες γνωστές μορφές της οικονομίας) προϋποθέτουν, καθεμιά με τον τρόπο της, ετερογενή αντικείμενα και μια χρονική απόσταση: ανταλλάσσω τον πόθο μου με κάποιο άλλο πράγμα - προς τούτο απαιτείται πάντα ο χρόνος της μεταβίβασης. Με την ταυτόχρονη προφορά θεμελιώνεται μια κίνηση πού το πρότυπο της είναι κοινωνικά άγνωστο, αδιανόητο: ούτε ανταλλαγή, ούτε δώρο, ούτε κλοπή, η προφορά μας, πού εκδηλώνεται με τη μορφή διασταυρούμενων πυρών, ορίζει μια δαπάνη πού δεν επιρρίπτεται πουθενά και πού ο συμμερισμός της αναιρεί οποιαδήποτε σκέψη περί σχηματισμού αποθεμάτων: ο ένας, μέσω του άλλου, εισδύουμε στην περιοχή του απόλυτου υλισμού.

7. Το κι εγώ εγκαινιάζει μια μετάλλαξη: οι παλαιοί κανόνες καταρρέουν, τα πάντα είναι δυνατά - ακόμη κι αυτό: να αρνηθώ να σε κατέχω.
Κοντολογίς, πρόκειται για μια επανάσταση - πού δεν απέχει, ίσως, από την πολιτική επανάσταση: γιατί, και στη μια και στην άλλη περίπτωση, ή φαντασίωση μου έχει να κάνει με το απόλυτο Νέο: ο (ερωτικός) ρεφορμισμός δε με διεγείρει. και ή αποθέωση του παράδοξου είναι πώς αυτό το αμιγές Νέο βρίσκεται στην άκρη του πιο φθαρμένου στερεότυπου (μόλις χτες το βράδυ το άκουγα να προφέρεται και πάλι σ' ένα θεατρικό έργο της Σαγκάν: μια βραδιά στις δυο, ακούς στην τηλεόραση να λένε: σ' αγαπώ).

8. - Κι αν το σ' αγαπώ δεν το ερμήνευα; "Αν δεν έβλεπα την προφορά ως σύμπτωμα;
- Κακό δικό σας: δεν τονίσατε εκατό φορές το αφόρητο της ερωτικής δυστυχίας, την ανάγκη να ξεφύγεις απ' αυτήν; "Αν γυρεύετε τη "γιατρειά", πρέπει να πιστεύετε στα συμπτώματα και ως ένα απ' αυτά να θεωρήσετε και το σ' αγαπώ. Πρέπει να ερμηνεύετε, πάει να πει, στο τέλος-τέλος, να υποτιμάτε.
- Τι να σκεφτούμε, τελικά, για το βάσανο; Πώς να το συλλογιστούμε, να το αξιολογήσουμε; Το βάσανο ανήκει αναγκαστικά στην περιοχή του κακού; Το ερωτικό βάσανο δεν επιδέχεται, άραγε, παρά μόνο μια αντενεργό υποτιμητική (πρέπει να υποταχθώ στην απαγόρευση) αντιμετώπιση; Μπορούμε, αντιστρέφοντας την αξιολόγηση, να φανταστούμε μια τραγική αντίληψη του ερωτικού βασάνου, μια τραγική κατάφαση του σ' αγαπώ; Κι αν τοποθετούσαμε (επανατοποθετούσαμε) την (ερωτική) αγάπη στον αστερισμό του Δραστικού;

9. Έτσι, προκύπτει μια νέα άποψη για το σ' αγαπώ.  
Το σ' αγαπώ δεν είναι σύμπτωμα, είναι δράση. Προφέρω για να απαντήσεις - και η υπερακριβής μορφή (το γράμμα) της απάντησης θα αποκτήσει μια πρακτική αξία, σαν να πρόκειται για ένα φραστικό τύπο. Δεν αρκεί, λοιπόν, να μου αποκριθεί ο άλλος με ένα απλό, έστω και θετικό ("κι εγώ") σημαινόμενο: το εγκαλούμενο υποκείμενο πρέπει να δεχτεί να διατυπώσει, να προφέρει το σ' αγαπώ πού του απευθύνω: Σ' αγαπώ, λέει ο Πελλέας. - Κι εγώ σ' αγαπώ, λέει η Μελισσάνθη. Ή επιτακτική παράκληση του Πελλέα (μπορούμε να υποθέσουμε ότι ή απάντηση της Μελισσάνθης υπήρξε ακριβώς αυτή πού περίμενε, πράγμα πιθανό γιατί αμέσως μετά πεθαίνει) εκκινεί από την ανάγκη πού νιώθει το ερωτευμένο υποκείμενο, όχι μόνο να το αγαπούν ανταποδοτικά, να το γνωρίζει, να είναι βέβαιο γι' αυτό, κτλ. (όλες αυτές οι λειτουργίες δεν υπερβαίνουν το επίπεδο του σημαινόμενου), αλλά και ν' ακούει να τον το λένε μ' έναν τρόπο εξίσου καταφατικό, πλήρη και αρθρωμένο με το δικό του: αυτό πού θέλω είναι να δεχτώ στα ίσια, ολοκληρωτικά, κατά γράμμα, χωρίς διαφυγές, το φραστικό τύπο, το αρχέτυπο του ερωτόλογου: δεν υπάρχει συντακτική διαφυγή, ούτε παραλλαγή - οι δύο λέξεις συνεκφέρονται, συμπίπτοντας σημαίνον προς σημαίνον (το κι εγώ θα ήταν ή τέλεια αντίθεση της ολόφρασης). Αυτό πού έχει σημασία είναι ή φυσική, σωματική, χειλική προφορά της λέξης: άνοιξε τα χείλη σου κι άσ' την να βγει (γίνου αισχρός). Αυτό πού τρελά επιζητώ είναι ν' αποκτήσω τη λέξη - τη μαγική, τη μυθική; Το Τέρας - μαγεμένο, πλην δέσμιο της ασχήμιας του -αγαπά την 'Ωραία. Ή Ωραία, προφανώς, δεν αγαπά το Τέρας, αλλά, τελικά, νικημένη (δεν έχει σημασία από τι· ς πούμε: από τις συνομιλίες πού έχει με το Τέρας), του απευθύνει τη μαγική λέξη: "Σας αγαπώ, Τέρας". Αμέσως, μέσα από την εξαίσια σχισμή ενός αρπισμού, εμφανίζεται ένα νέο υποκείμενο. Ή ιστορία αυτή, θα πείτε, είναι αρχαϊκή... Ορίστε, λοιπόν, μια άλλη: κάποιος υποφέρει επειδή τον παράτησε ή γυναίκα του. θέλει να τη δει να γυρίζει, θέλει - συγκεκριμένα -, να του πει σ' αγαπώ, τρέχει κυνηγώντας τη λέξη. Τελικά, εκείνη του το λέει κι αυτός πεθαίνει. Πρόκειται για μια κινηματογραφική ταινία του 1975. Και να πάλι ο μύθος: ο Ιπτάμενος Ολλανδός περιπλανιέται, αναζητώντας τη λέξη· αν την αποκτήσει (μέσω όρκου πίστεως), θα πάψει να τριγυρνά (αυτό πού ενδιαφέρει το μύθο δεν είναι η εμπειρία της πίστης, είναι η προφορά, το άσμα της).

10. Μοναδικό συναπάντημα (στο επίπεδο της γερμανικής γλώσσας)
μέσα σε μια και την αυτή λέξη (Bejahung) δύο καταφάσεις: η μία, πού την επισημαίνει ή ψυχανάλυση, γίνεται αντικείμενο μείωσης (η πρώτη κατάφαση του παιδιού πρέπει να γίνει αντικείμενο άρνησης για να υπάρξει προσπέλαση του υποσυνειδήτου)· η άλλη, που τη διατύπωσε ο Νίτσε, είναι τρόπος της βούλησης για δύναμη (τίποτε το ψυχολογικό, κι ακόμα λιγότερο, το κοινωνικό), παραγωγή της διαφοράς· το ναι αυτής της κατάφασης αποβαίνει αθώο (προσαρτά το αντενεργό στοιχείο): είναι το αμήν.
Το σ' αγαπώ είναι ενεργητικό. Επιβεβαιώνεται ως δύναμη έναντι άλλων δυνάμεων. Ποιών δυνάμεων; Χίλιες δυο δυνάμεις υπάρχουν στον κόσμο πού είναι, όλες τους, δυνάμεις μειωτικές (ή επιστήμη, ή κοινή γνώμη [δόξα], ή πραγματικότητα, ή λογική, κλπ.). Ή ακόμη: έναντι του γλωσσικού οργάνου. Το αμήν κείται στο όριο του γλωσσικού οργάνου, δε μετέχει στο σύστημα του και του αφαιρεί τον "αντενεργό μανδύα" του. "Όμοια και ή ερωτική προφορά (σ' αγαπώ) στέκεται στο όριο της σύνταξης, προσδέχεται την ταυτολογία (σ' αγαπώ θα πει σ' αγαπώ), αποκλείει τη δουλικότητα της Φράσης (είναι απλά και μόνο μια ολόφραση). Ως προφορά, το σ' αγαπώ δεν είναι σημείο, αλλά λειτουργεί εναντίον των σημείων. Αυτός πού δε λέει σ' αγαπώ (πού μέσα από τα χείλη του το σ' αγαπώ δε θέλει να περάσει), είναι καταδικασμένος να εκπέμπει τα πολλαπλά, αβέβαια, αμφίβολα, φειδωλά σημεία του έρωτα, τους δείκτες του, τις "αποδείξεις" του: χειρονομίες, βλέμματα, αναστεναγμοί, υπαινιγμοί, ελλειπτικά σχήματα: πρέπει να παραδώσει τον εαυτό του στην ερμηνεία. Το υποκείμενο αυτό εξουσιάζεται από την αντενεργό διέπουσα αρχή των ερωτικών σημείων, είναι αλλοτριωμένο μέσα στο δουλικό κόσμο της γλώσσας με την έννοια ότι δεν τα λέει όλα (δούλος είναι αυτός που 'χει κομμένη γλώσσα και δεν μπορεί να μιλά παρά μόνο με νεύματα, εκφράσεις, μορφασμούς). Τα "σημεία" του έρωτα εκτρέφουν μια τεράστια αντενεργό φιλολογία: ο έρωτας αναπαριστάνεται, ανάγεται σε μιαν αισθητική των επιφάσεων (σε τελική ανάλυση, ο Απόλλων είναι αυτός πού συγγράφει τα ερωτικά μυθιστορήματα). Ως αντισημείο, το σ' αγαπώ ανήκει στην περιοχή του Διονύσου: το βάσανο δε γίνεται αντικείμενο άρνησης (το ίδιο ισχύει και για το παράπονο, την αηδία, τη μνησικακία), αλλά απλώς, δια της προφοράς, δεν εσωτερικεύεται: λέω σ' αγαπώ (και το επαναλαμβάνω), σημαίνει εξοβελίζω το αντενεργό στοιχείο, το παραπέμπω στον κουφό και θρηνώδη κόσμο των σημείων - των λεκτικών περιστροφών (κόσμο πού δεν παύω, ωστόσο, ποτέ να διασχίζω).
Ως προφορά, το σ' αγαπώ ανήκει στην περιοχή της δαπάνης. Όσοι αποζητούν την προφορά της λέξης (λυρικοί, ψεύτες, πλανήτες), είναι υποκείμενα της Δαπάνης: δαπανούν τη λέξη, σάμπως να ήταν ιταμό (ποταπό) πράγμα ή επανάκτηση της σε οποιοδήποτε χώρο. Βρίσκονται στο ακραίο όριο της γλώσσας, εκεί όπου ή ίδια ή γλώσσα (και ποιος άλλος θα το 'κάνε στη θέση της;) αναγνωρίζει πως είναι ανέγγυος, πώς δουλεύει χωρίς προστατευτικό δίχτυ.

Η ερωτική χαύνωση

Χαύνωση. Λεπτή κατάσταση του ερωτικού πόθου. Βιώνεται όταν έχουμε κενό πόθου, και είναι άσχετη με οποιαδήποτε επιθυμία κατοχής.

1. Ο Σάτυρος λέει: θέλω ο πόθος μου να ικανοποιηθεί αμέσως. Όταν βλέπω ένα πρόσωπο παραδομένο στον ύπνο, ένα στόμα μισάνοιχτο, ένα χέρι να κρέμεται, θα ήθελα να 'χω τη δύναμη να τον χιμήξω. ο Σάτυρος -σχήμα του Άμεσου - είναι ακριβώς το αντίθετο του Χαυνωμένου. Στη χαύνωση απλώς περιμένω: "Δεν είχε σταματημό ο πόθος μου για σένα". (Ό πόθος βρίσκεται παντού. Άλλα, μέσα στην ερωτική κατάσταση, αποβαίνει κάτι το πολύ ειδικό: χαύνωση)

2. "κι εσύ πες μου λοιπόν έτερον μου θα μου αποκριθείς επιτέλους πλήττω εξαιτίας σου σε θέλω ονειρεύομαι εσένα για σένα εναντίον σου απάντησε μου το όνομα σου άρωμα διάχυτο το χρώμα σου λάμπει ανάμεσα στ' αγκάθια κάνε την καρδιά μου να συνέρθει με οίνο δροσερό φτιάξε μου μια πρωινή καλύπτρα πνίγομαι κάτω απ' αυτή τη μάσκα επιδερμίδα στεγνή ισοπεδωμένη τίποτε δεν υπάρχει εκτός από τον πόθο."

3. "...γιατί μόλις σε δω για μια στιγμή, δεν μπορώ πια να αρθρώσω λέξη: αλλά ή γλώσσα μου γίνεται κομμάτια και, κάτω από το δέρμα μου, γλιστράει απότομα μια λεπτή φωτιά: τα μάτια μου χάνουν το βλέμμα τους, τ' αυτιά μου βουίζουν, ο ιδρώτας αυλακώνει το κορμί μου, ένα ρίγος με κυριεύει σύγκορμη· γίνομαι πιο χλωμή κι από τη χλόη και, λίγο ακόμη, θα 'λεγα ότι πεθαίνω ."

4. "Ή ψυχή μου, όταν αγκάλιαζα τον Αγάθωνα, ανέβαινε στα χείλη μου, σάμπως ή δύστυχη να έμελλε να κάνει πανιά γι' άλλου". Στην ερωτική χαύνωση κάτι φεύγει, ατέρμονα, σάμπως ο πόθος να μην ήταν παρά μια αιμορραγία. Ιδού ή ερωτική κόπωση: μια πείνα ακόρεστη, ένας χαίνων έρωτας. Ή ακόμη: όλο μου το εγώ σύρεται, μεταβιβάζεται στο αγαπημένο αντικείμενο, πού παίρνει έτσι τη θέση του εγώ. Ή χαύνωση πρέπει να είναι αυτή ή εξουθενωτική μετάβαση από τη ναρκισσική στην άντικειμενοπαγή λίμπιντο. (Πόθος του απόντος, πόθος του παρόντος: ή χαύνωση προβάλλει σε διπλοτυπία τους δύο πόθους, φέρει την απουσία εντός της παρουσίας. Εξ ου μια αντιφατική κατάσταση: το "γλυκό κάψιμο".)

ΣΥΜΠΟΣΙΟ: Δίστιχο του Πλάτωνος στον Αγάθωνα, 21-22.
ΒΕΡΘΕΡΟΣ: "Του δύστυχου ή ζωή σβήνει λίγο-λίγο μέσα σε μια παθολογική χαύνωση πού τίποτε δεν μπορεί να την ανακόψει" (48). ΡΟΥΣΜΠΡΟΚ: "Όταν το ον διεγείρεται, προσφέροντας ό,τι μπορεί αλλά μην κατακτώντας αυτό πού θέλει, παράγεται ή πνευματική χαύνωση" (1β).
Φρόιντ: "Το μεγαλύτερο μέρος της λίμπιντο μεταβιβάζεται στο αντικείμενο το οποίο παίρνει έτσι, σ' ένα ποσοστό, τη θέση του εγώ. Τούτο συμβαίνει μόνο όταν έχουμε πληρότητα ερωτικών διαθέσεων" (Επίτομο εγχειρίδιο ψυχανάλυσης,


 

Η ερωτική επιστολή


ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Το σχήμα αναφέρεται στην ιδιαίτερη διαλεκτική της ερωτικής επιστολής. Ή ερωτική επιστολή είναι κενή (κωδικοποιημένη) και ταυτόχρονα εκφραστική (φορτισμένη με την επιθυμία να σημάνει τον πόθο).

1. Όταν ο Βέρθερος (πού υπηρετεί "παρά τω Πρέσβει") γράφει στην Καρλότα, ή επιστολή του ακολουθεί το έξης πλάνο: 1. Τι χαρά να σε σκέφτομαι! 2. Βρίσκομαι εδώ σ' έναν κύκλο κοσμικό και, δίχως εσένα, νιώθω πολύ μόνος. 3. Συνάντησα κάποιαν (π.χ., τη δεσποινίδα Β...) πού σου μοιάζει, και με την όποια μπορώ να κουβεντιάζω για σένα. 4. Εκφράζω την ευχή να ξανανταμώσουμε. - Μια και μόνη πληροφορία παραλλάσσεται σαν θέμα μουσικό: σε σκέφτομαι.
Τι θα πει "σκέφτομαι κάποιον"; θα πει: τον λησμονώ (χωρίς λήθη είναι ανέφικτη ή ζωή) και αφυπνίζομαι συχνά από τούτη τη λησμονιά. Πολλά πράγματα, με τρόπο συνειρμικό, σε επαναφέρουν στο λόγο μου. "Σε σκέφτομαι" δε σημαίνει τίποτ' άλλο έξω απ' αύτη τη μετωνυμία. Γιατί, καθαυτή, τούτη ή σκέψη είναι κενή: δε σε σκέφτομαι· απλώς, φροντίζω να σε κάνω να επιστρέψεις (σε βαθμό ευθέως ανάλογο μάλιστα με το πόσο σε λησμονώ). Αύτη τη μορφή (αυτό το ρυθμό) ονομάζω "σκέψη": δεν έχω να σον πω τίποτε μόνο πού αυτό το τίποτε σε σένα είναι πού το λέω:
"Γιατί, ξανά, καταφεύγω στη γραφή; Αγαπημένη, μη με ρωτάς τόσο αδυσώπητα Γιατί ειν' αλήθεια πώς τίποτε δεν έχω να σου πω. Άλλα, τ' αγαπημένα χέρια σου, όπως και να 'ναι, θα δεχτούν το σημείωμα αυτό".
("Να σκεφτώ τον Ύμπέρ" γράφει, κωμικά, στο σημειωματάριο του ο αφηγητής των 'Ελών, πού είναι το βιβλίο του Τίποτε.)
"Καταλάβετε", γράφει ή μαρκησία ντε Μερτέιγ, "πώς όταν γράφετε σε κάποιον, το κάνετε γι? αυτόν κι όχι για σας. Έτσι, επιδίωξη σας δεν πρέπει να είναι να του πείτε αυτό πού σκέφτεστε εσείς, αλλά αυτό πού αρέσει περισσότερο σ' εκείνον. Ή μαρκησία δεν είναι ερωτευμένη, γι' αυτό υποστηρίζει την αλληλογραφία, δηλαδή μια τακτικού χαρακτήρα επιχείρηση, προορισμένη να προασπίζει θέσεις, να διασφαλίζει κατακτήσεις. Ή επιχείρηση αυτή οφείλει να αναγνωρίσει τους τόπους (τα υποσύνολα) του αντίπαλου συνόλου - πάει να πει, να κατακερματίσει την εικόνα του άλλου σε διάφορα σημεία πού θα επιχειρήσει να θίξει ή επιστολή (πρόκειται, λοιπόν, για μιαν αντιστοιχία, με τη μαθηματική, σχεδόν, έννοια του όρου). 'Όμως, για τον ερωτευμένο, ή επιστολή δεν έχει τακτική άξια: είναι καθαρά εκφραστική - για την ακρίβεια, κολακευτική (αλλά ή κολακεία εδώ δεν είναι διόλου ιδιοτελής: 
είναι άπλα και μόνο ή λαλιά της αφοσίωσης). Εμπλέκομαι με τον άλλον σε μια σχέση όχι σε μιαν αλληλογραφία: ή σχέση διασυνδέει δυο εικόνες. Είσαι παντού, ή εικόνα σου είναι ολική, γράφει, με διάφορους τρόπους, ο Βέρθερος στην Καρλότα.
Ως πόθος, ή ερωτική επιστολή προσμένει την απάντηση. Επιβάλλει έμμεσα στον άλλον να αποκριθεί, διαφορετικά ή εικόνα του αλλοιώνεται, γίνεται άλλη. Αυτό το εξηγεί αυστηρά ο νεαρός Φρόιντ στη μνηστή του: "Δε θέλω, ωστόσο, να παραμένουν μονίμως αναπάντητα τα γράμματα μου. θα σταματήσω αμέσως να σου γράφω αν δε μου απαντήσεις. Συνεχείς μονόλογοι γύρω από ένα πλάσμα αγαπημένο, πού δεν τους διορθώνει ούτε τους τροφοδοτεί το πλάσμα αυτό, οδηγούν σε σφαλερές απόψεις ως προς τις αμοιβαίες σχέσεις. Έτσι, γινόμαστε πια ξένοι ο ένας για τον άλλον όταν ξαναβρισκόμαστε, κι ανακαλύπτουμε πώς τα πράγματα είναι διαφορετικά απ' ό,τι τα φανταζόμασταν μην έχοντας καμιά επιβεβαίωση".
(Αυτός πού θα αποδεχόταν τις "αδικίες" της επικοινωνίας, αυτός πού θα συνέχιζε να μιλά ανάλαφρα, τρυφερά, χωρίς να εισπράττει απάντηση, αυτός θα κατακτούσε μιαν υψηλή βαθμίδα κυριαρχίας: την κυριαρχία πού χαρακτηρίζει τη Μητέρα.)




''lΆτοπος είναι ο Άλλος που αγαπώ και που με ελκύει. Αδυνατώ να Τον κατατάξω επειδή είναι ακριβώς ο Μοναδικός, η ξεχωριστή Εικόνα που ήρθε, ως εκ θαύματος, να ανταποκριθεί στον ειδικό χαρακτήρα του Πόθου μου. Είναι το σχήμα της αλήθειας μου. Δεν μπορεί να αιχμαλωτιστεί μέσα σε κανένα στερεότυπο (που είναι η αλήθεια των άλλων).Συλλαμβάνω την ατοπία του Άλλου στο πρόσωπό Του κάθε φορά που διαβάζω εκεί πάνω την αθωότητα Του, τη μεγάλη αθωότητα Του: Δεν ξέρει τίποτα για το κακό που μου κάνει - ή για να το πω με λιγότερη έμφασηγια το κακό που μου χαρίζει ....(σελ. 49)
Η ερωτική καταστροφή συγγενεύει, ίσως μ'αυτό που στο ψυχωτικό πεδίο ονομάστηκε ακραία κατάσταση και είναι μια "κατάσταση που βιώνεται από το υποκείμενο ως αναπόδραστος παράγοντας του αφανισμού του" .(Μπρούνο Μπετελχάιμ, το Κενό Φρούριο)
Πρόβαλα τον εαυτό μου στον Άλλον με τόση δύναμη, ώστε όταν Εκείνος λείπει, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ, να ξαναβρώ τον εαυτό μου :Χάθηκα για πάντα. (σελ. 65)




~~~~~~~~~~~~~~~~~~