e- θρησκευτικά. Για μικρούς και για μεγάλους, μαθητές και μη, ανοιχτό σε όλους. Σε μια προσπάθεια το μάθημα να γίνει πιο σύγχρονο και ελκυστικό στην τάξη δημιουργήθηκε αυτό το blog. Απευθύνεται σε μαθητές, εκπαιδευτικούς, γονείς, συναδέλφους και φίλους. Το blog περιέχει θέματα και υλικό που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά τη διάρκεια του μαθήματος καθώς και επίκαιρα θέματα.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τίμιος Σταυρός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τίμιος Σταυρός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015
Mία αρχαία μαρτυρία περί της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού

Ο
επόμενος λόγος του εν αγίοις Πατρός ημών Σωφρονίου Αρχιεπισκόπου
Ιεροσολύμων εις την Ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού και εις την Αγίαν
Ανάστασιν αποτελεί μίαν αρχαίαν και αυθεντικήν μαρτυρίαν περί της
πρωίμου τιμής του Τιμίου Σταυρού και της εορτής της Υψώσεώς του, όταν
ακόμη ο εν λόγω εορτασμός ήτο αρρήκτως συνδεδεμένος με την επέτειον των
Εγκαινίων του Ναού της Αναστάσεως και κατ’ ουσίαν δεν απετέλει ειμή την
δευτέραν ημέραν της μεγάλης εκείνης πανηγύρεως. Ως εκ του περιεχομένου
του μάλιστα ο λόγος αρμόζει ιδιαιτέρως εις την 13ην Σεπτεμβρίου,
παραμονήν της εορτής της Υψώσεως.
Η
ατμόσφαιρα εντός της οποίας εξεφωνήθη ήτο ιδιαιτέρως φορτισμένη από
συγκίνησιν λόγω των προηγηθέντων δραματικών γεγονότων: Προ είκοσι
περίπου ετών (το 614 μ.Χ.)
οι Πέρσαι είχον κυριεύσει την Ιεράν Πόλιν επιφέροντες διπλήν την
καταστροφήν, κατεδαφίσαντες τον Ναόν της Αναστάσεως, ο οποίος είχεν
ιδρυθή υπό του Μ. Κωνσταντίνου, και απαγαγόντες τον Τίμιον Σταυρόν.
Αλλ’ ο μεν Ναός ανηγέρθη εκ νέου υπό του αγίου Μοδέστου το 626 μ.Χ., ο
δε Τίμιος Σταυρός επανέκαμψε διά του στρατηλάτου αυτοκράτορος Ηρακλείου
το 628 μ.Χ., ο οποίος και ώψωσεν αυτόν εκ νέου κατά την 14ην Σεπτεμβρίου
του έτους εκείνου, λαβούσης ούτω της εορτής νέαν αίγλην και συν τη
παρόδω του χρόνου αυτοτέλειαν έναντι εκείνης των Εγκαινίων του Ναού.
Κατά τα αμέσως επόμενα έτη, ήτοι περί το 634 μ.Χ., εξεφωνήθη και ο παρών λόγος του αγίου Σωφρονίου,
πλήρης πηγαίου αυθορμητισμού και ευφροσύνης. Η ζωντανή αυτή μαρτυρία
περί του επισημοτάτου εορτασμού της Υψώσεως καθίσταται συνάμα και
τραγική, εάν αναλογισθούμε ότι μετά δύο ή τρία έτη (το 637 μ.Χ.) τα
Ιεροσόλυμα θα περιπέσουν και πάλιν εις βαρβάρους χείρας, αυτήν την φοράν
των Αράβων.
Ιω.μ.
Ιω.μ.
***
TOY EN ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ
Λόγος εις την Ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού
και εις την Αγίαν Ανάστασιν.
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ
Λόγος εις την Ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού
και εις την Αγίαν Ανάστασιν.
Σταυρού πανήγυρις και ποίος να μην σκιρτήση; Αναστάσεως διακήρυξις και ποίος χαρούμενα να μην γελάση;
Ναι,
ανασκίρτησις διά τον Σταυρόν: Διότι όταν αυτός ενεπήχθη εις τον τόπον
του Κρανίου έχοντας καρφωμένον επάνω του τον Δεσπότην της κτίσεως,
έσχισε το εις βάρος μας χρεωστικόν έγγραφον1, το οποίον είχεν υπογράψει ο
προπάτωρ μας ο Αδάμ, όταν παρέβη τας εντολάς του Θεού. Ούτως ο Σταυρός
μας ηλευθέρωσεν από τα δεσμά της αμαρτίας κάμνοντάς μας να αναπηδούμε με
εύθυμα σκιρτήματα σαν μικροί μόσχοι που έχουν λυθή από κάποια δεσμά.
Διότι όπου η αμαρτία επλεόνασεν, εκεί επερίσσευσεν η χάρις του Θεού2.
Διά
δε την Ανάστασιν γέλως χαράς: Διότι αυτή εξώρισε την φθοράν του θανάτου
και εξεδίωξε το ζοφερόν σκότος του Άδου και ανέστησε τους νεκρούς από
τους τάφους. Εξήλειψε το δάκρυον από κάθε πρόσωπον, όπως λέγει ο
προφήτης3, και αντ’ αυτού εχάρισε την πραγματικώς ατελείωτον χαράν εις
κάθε άνθρωπον. Και αληθώς, το δώρημα της Αναστάσεως δεν είναι μόνον διά
μερικούς ούτε το κατόρθωμά της επραγματοποιήθη προς χάριν κάποιων
ολίγων. Διότι κατ’ αυτήν εκείνος ο οποίος επραγματοποίησε με ανθρωπίνην
σάρκα την ταφήν, μάλλον δε την Ανάστασιν, δεν ήτο άλλος από τον Θεόν
ολοκλήρου της κτίσεως, ο οποίος ποτέ δεν χορηγεί χαρίσματα εις μερικούς
μόνον ούτε υπάρχει εις Αυτόν καμμία προσωποληψία4. Αποδεικνύοντας λοιπόν
τον εαυτόν του αληθή Θεόν των όλων, απλώνει την δωρεάν της σωτηρίας εις
όλους τους ανθρώπους, ευσπλαχνιζόμενος την ιδικήν του εικόνα και
ανακαινίζοντάς την εξ ολοκλήρου. διότι κατ’ εικόνα Θεού έχει πλασθή κάθε
άνθρωπος επί της γης.
Του
Σταυρού η επέτειος επρόβαλε. και ποίος άνθρωπος να μην σταυρώση τον
εαυτόν του; Διότι ο Σταυρός γνωρίζει ως απολύτως γνήσιον προσκυνητήν
του, μόνον εκείνον ο οποίος εσταύρωσε τον εαυτόν του ως προς τον κόσμον5
και απέδειξε έτσι εμπράκτως διά τον εαυτόν του, ότι είναι απροκαλύπτως
γνήσιος φίλος του Σταυρού.
Αναστάσεως
τα εγκαίνια. και ποίος πιστός δεν θα ανακαινισθή, απορρίπτοντας κάθε
νέκρωσιν την εκ των παθών και ενδυόμενος αφθαρσίαν ψυχής; Διότι αλλιώς
ορίζεται ο θάνατος της ψυχής και αλλιώς γνωρίζεται ο θάνατος του περί
αυτήν σώματος. Τον πρώτον τον κυοφορεί η αμαρτία, όπως έγραψε ο
αρχηγέτης και προεξάρχων αυτού του θρόνου, ο αδελφόθεος Ιάκωβος6.
Τον δε δεύτερον είναι νόμος της φύσεως να τον γεννά η διάλυσις των
στοιχείων τα οποία συνθέτουν την ουσίαν των όντων. Εκτός αυτού δε τον
γεννά και η αναχώρησις της αθανάτου ψυχής, κι ας μην είναι αυτό ορατό
από τους ιατρούς, των οποίων επάγγελμα είναι να θεραπεύουν μόνον τα
σώματα. διότι αφ’ ότου ο άνθρωπος παρήκουσε την θείαν εντολήν, αυτό
ακριβώς του εδόθη ως επιτίμιον από τον Κτίστην του.
Ο
Σταυρός υψώνεται και ποίος δεν θα υψωθή μυστικώς από την γην; Διότι
όπου υπερυψούται ο Λυτρωτής, εκεί πέρα πηδά και παρίσταται και ο
λυτρωθείς, ποθώντας να ευρίσκεται πάντοτε μαζί με τον Σωτήρα του και να
τρυγά Εκείνου την άφθαρτον βοήθειαν.
Σήμερον
προβάλλει η Ανάστασις και με την εμφάνισίν της φαιδρύνει τα πάντα.
Αύριον εμφανίζεται ο Σταυρός και παρέχει τα δώρα του εις τους
προσκυνητάς του.
Σήμερον
η Ανάστασις έχει απλωθή και αύριον ο Σταυρός υπεράνω αυτής θα πετασθή.
Αυτή στηλιτεύει την φθοράν, εκείνος τας φάλαγγας των δαιμόνων. Αυτή
αποτελεί αφ’ εαυτής μίαν διακήρυξιν, ότι αληθώς εθανατώθη ο θάνατος.
εκείνος διαλαλεί εις πάντας ότι κατηργήθη κάθε κακουργία των δαιμόνων
και απενεκρώθη κάθε μιαρά και ψυχοφθόρος ενέργειά τους.
Και,
ω του θαύματος! Απορώ με τι λόγους να εκφράσω το μυστήριον! Διότι, ενώ
παλαιά της Αναστάσεως είχε προηγήθη ο Σταυρός, τώρα ο Σταυρός έχει
προπομπόν και πρόδρομον την Ανάστασιν. Τι θαυμαστή εναλλαγή! Βλέπω
λοιπόν και εδώ εις αυτά τα δύο να εκπληρώνεται εμφανέστατα ο λόγος του
Σωτήρος. Διότι, ιδού, οι έσχατοι έγιναν πρώτοι και αντιστρόφως οι πρώτοι
ανεδείχθησαν έσχατοι7. Και ποίος άραγε θα ημπορέση να εξηγήση την
αιτίαν αυτών των εναλλαγών και μεταβολών; Όχι βεβαίως ότι έκαμαν κανένα
αγώνα δρόμου και αυτή μεν δι’ άλματος εβγήκε μπροστά, ενώ εκείνος ως
βραδύς έμεινε πίσω. Διατί λοιπόν ο θείος Σταυρός να μην αστράψη
ανατέλλοντας πρώτος όπως και πριν και η φωτοφόρος Ανάστασις να λάμψη
τρεις ημέρας μετά από εκείνον;
Όσον
αφορά το τί είχαν εις τον νουν τους οι πατέρες μας και έκαμαν αυτήν την
εναλλαγήν, τίποτε δεν ημπορούμε να ειπούμε με απόλυτον βεβαιότητα.
Υποθέτουμε όμως και στοχαζόμεθα, πως η αιτία αυτής της αμοιβαίας
καθυστερήσεως και προπορεύσεως είναι ο κόσμος, ο οποίος καταφθάνει εδώ
από τα πέρατα της γης χάριν της ζωηφόρου προσκυνήσεως αυτών των δύο.
Ώστε να εορτάζουν αυτοί πρώτα την περιχαρή και λαμπράν εορτήν της
Αναστάσεως και αμέσως μετά από αυτήν να βλέπουν την μακαρίαν ύψωσιν του
Σταυρού, ούτως ώστε φεύγοντας να έχουν ως καλόν και σωτήριον εφόδιον διά
τον δρόμον τους την παντοδύναμον συνοδείαν του, η οποία να τρέχη μαζί
τους κατά τας οδοιπορίας, να συμπλέη εις το πέλαγος, να τους διασώζη εις
κάθε τόπον, να τους φυλάγη από όλες τις κακοτυχίες και να σας8
αποδεικνύη εμπράκτως, ότι η πανίσχυρος δύναμις του Σταυρού έχει
περιλάβει όλα τα πέρατα της οικουμένης, ότι γεμίζει τα πάντα διά της
παρουσίας της και χωρίς κόπον παρευρίσκεται παντού, διασώζει τους
πιστούς από τας δυσκολίας και, εφ’ όσον αυτοί ζουν ευσεβώς, τους
μεταλαμπαδεύει την σωτηρίαν και καταργεί τα σχέδια όλων των εχθρών.
Ίσως
δε να υπάρχη και κάποιος άλλος λόγος κρυφός, τον οποίον εγνώριζαν και
είχαν κατά νουν εκείνοι που υπήρξαν παλαιά διδάσκαλοι αυτής εδώ της
Εκκλησίας, τον οποίον τώρα εμείς οι ελάχιστοι δεν ντρεπόμαστε να
ομολογήσουμε ότι δεν τον γνωρίζουμε σαφώς. Είθε να δώση ο Θεός να γίνη
και αυτός γνωστός, όπως και ακράδαντα πιστεύουμε ότι θα γίνη, μόνον και
μόνον διά την ωφέλειαν την ιδικήν σας, που τόσο πιστοί είσθε και
ευλαβείς9.
Τι
έχουμε λοιπόν υψηλότερον από αυτάς τας μακαρίας εορτάς; Ποίον από όλα
όσα έχουμε είναι ιερώτερον από αυτάς τας ιεράς πανηγύρεις; Πώς δεν θα
χαρούμε και δεν θα σκιρτήσουμε επιτελώντας τούτων των δύο τας εορτάς;
Αναστάσεως ολόλαμπρος φωταψία και Σταυρού πυρσοφώτιστος προσκύνησις!
Αυτά τα δύο είναι δι’ ημάς τα τρόπαια ολοκλήρου της σωτηρίας μας. Αυτά
μας ελύτρωσαν από τον θάνατον και τα πάθη και την χειρίστην κακοποίησιν
των δαιμόνων και μας ωδήγησαν πίσω εις τον Δεσπότην μας. Αυτά κατέλυσαν
κάθε κατήφειαν και σκυθρωπότητα και ανέτειλαν εις ημάς την αυγήν της
χαράς. — Ή μήπως η ζωοδότρια Ανάστασις δεν μας δωρίζει την είσοδον της
αθανάτου ζωής; και ο Σταυρός που υψούται δεν γεννά μέσα μας την
απολύτρωσιν των παθών;10 Διότι πράγματι, αυτά μας ανέδειξαν και πάλιν
μετόχους της προς τον Θεόν οικειώσεως, χάριν της οποίας και ήλθαν εις
τον κόσμον και ανέτειλαν εις όλους εμάς τους γηγενείς.
Γνωρίζοντας
λοιπόν εμείς την μυστικήν δύναμίν των και πόσον αυτά μας ευηργέτησαν
και ποίων αγαθών υπήρξαν πρόξενα, ας τα εορτάσουμε καλώς και ευσεβώς,
όπως δηλαδή αυτά τα ίδια θέλουν να τιμώνται. «Όχι με ακολασίας και
ασελγείας, όχι με έριδας και ζηλοτυπίας»11, όχι με αρπαγάς και αδικίας
και τα υπόλοιπα όλα, που δεν θέλω τώρα να απαριθμήσω.
Διότι,
αδελφοί μου γνησιώτατοι και συγκληρονόμοι της ιδίας πίστεως και
συμμέτοχοι της ιδίας πνευματικής γεννήσεως με εμάς, τολμώ να ειπώ, πως
τα ιερά μας σεβάσματα όχι μόνον δεν στρέφονται καν να ιδούν και δεν
προσδέχονται όποιον θέλει να τα εορτάζη με εκείνα που απηρίθμησα, αλλά
και τον αποστρέφονται και τον βδελύττονται, διότι συμπεριφέρεται απρεπώς
απέναντί τους και πράττει πράγματα εντελώς μισητά εις αυτά12. Διά τούτο
παρακαλώ και προτρέπω να μισούμε και να αποφεύγουμε εκείνα που μισούν
τα σεβάσματά μας και μόνο εκείνα να αγαπούμε και να πράττουμε, όσα
είμαστε βέβαιοι πως τους είναι ευάρεστα. Εκείνα δε τα έργα τα οποία
είναι αρεστά και ευχάριστα, είναι όσα επαναφέρουν προς σωτηρίαν και
οδηγούν προς την αιώνιον ζωήν εκείνον που τα πράττει. Ή μήπως όταν αυτά
τα σεβάσματά μας εξέλαμψαν από τον Χριστόν εις τους ανθρώπους, δεν
ηκτινοβόλησαν εις ημάς ζωήν που δεν τελειώνει και φως που δεν δύει ποτέ;
Ας
αλλάξουμε λοιπόν και εμείς την πολιτείαν μας, ας εκδυθούμε τον
προηγούμενον τρόπον ζωής μας ως βλαβερόν και ολέθριον και ας βαδίσουμε
εις τον καλόν δρόμον μιας νέας ζωής. — Ή μήπως η Ανάστασις δεν μας
δωρίζει την κληρονομίαν της ζωής; και ο Σταυρός δεν εσταύρωσε τον
παλαιόν μας άνθρωπον;13
Εάν
λοιπόν ευλαβούμεθα την Ανάστασιν και πανηγυρίζουμε την εορτήν της ας
αγαπήσουμε και την νέαν ζωήν, διά της οποίας δεν θα είμεθα πλέον φίλοι
της μόνον εις τα λόγια, αλλά και οικειότατοι μύσται της. Εφ’ όσον δε
ασπαζόμεθα και τον Σταυρόν, διατί δεν συσταυρώνουμε και εμείς τα επίγεια
μέλη μας14, δηλαδή τα γήινα πάθη, ώστε να φωνάξουμε και εμείς μαζί με
τον Παύλον: «Έχω σταυρωθή μαζί με τον Χριστόν. Δεν ζω δε πλέον εγώ, αλλά
ζη μέσα μου ο Χριστός»;15 Αν λοιπόν εκείνοι με τους οποίους υπόσχεται
να ζη ο Χριστός είναι όσοι εσταύρωσαν τους εαυτούς τους ως προς τον
κόσμον16 και ενέκρωσαν τα επίγεια μέλη τους17, όπως βοά και μαρτυρεί ο
Παύλος, διατί και εμείς δεν πράττουμε τα ίδια και δεν νεκρώνουμε κάθε
επίγειον μέλος μας, δηλαδή τα πάθη, τας κακάς επιθυμίας και όσα άλλα
συναριθμούνται εκεί, ώστε να ζήση μέσα μας ο Χριστός και να μας δωρίση
την ζωήν της αφθαρσίας;
Λοιπόν
ας επιδιώκουμε να έχουμε ειρήνην με όλους και μαζί με αυτήν ας
αποκτήσουμε και τον αγιασμόν. Διότι χωρίς αυτά δεν θα ημπορέση ποτέ να
ιδή κανείς τον Κύριον, όπως πάλιν ο Παύλος μας διεβεβαίωσε18. Και δι’
αυτόν τον λόγον ο Χριστός και ειρήνη αποκαλείται («διότι αυτός είναι»,
λέγει, «η ειρήνη μας»19) και αγιασμός ονομάζεται20. Ειρήνη μεν, διότι
έφερε εις τον κόσμον ειρηνοποιόν ομόνοιαν, αφού ήνωσε τα ουράνια με τα
επίγεια και εκ των δύο απειργάσθη μίαν και μόνην εκκλησίαν. Αγιασμός δε
και απολύτρωσις (διότι κοντά εις τα προηγούμενα και με τούτο το όνομα
κηρύττεται: απολύτρωσις21), καθ’ όσον έγινε ελευθερωτής ημών των
αιχμαλώτων και όχι μόνον μας ελύτρωσεν από τους δαίμονας και τα πάθη,
αλλά και ενεφύτευσε μέσα μας τον θειικόν αγιασμόν.
Όσα
λοιπόν ηκούσατε από το στόμα μου, ας τα επιδιώκουμε με όλον μας τον
ζήλον και την προαίρεσιν, ας τα κατακτούμε, ας τα αρπάζουμε και δι’
αυτών ας συναπτώμεθα μετά του Χριστού με την καλήν και μακαρίαν
συνάφειαν. Διότι εκείνον που με τέτοιαν διάθεσιν έρχεται προς αυτόν δεν
θα τον εκβάλη έξω22 από την αγαθότητα και μακαριότητά Του, όχι! Ας
σπεύσουμε λοιπόν να αποκτήσουμε αυτήν εδώ την συμφωνίαν με Αυτόν, από
την οποίαν τίποτε δεν υπάρχει προτιμότερον, και ας τρέξουμε να
οικειωθούμε το να ζη ο Χριστός μέσα μας, του οποίου τίποτε δεν υπάρχει
ανώτερον. Και έτσι, αφού αυτόν τον πλούτον αποκτήσουμε, να απολαύσουμε
και την βασιλείαν των ουρανών και να βρούμε την αιώνιον ζωήν μέσα εις
τον ίδιον τον Χριστόν, τον Θεόν και Σωτήρα μας, μετά του οποίου ας είναι
δόξα εις τον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και εις τους
αιώνας των αιώνων. Αμήν.1. βλ. Κολασ. β’ 14
2. πρβλ. Ρωμ. ε’ 21
3. πρβλ. Ησ. κε’ 8
4. βλ. Εφ. ς’ 9
5. πρβλ. Γαλ. ς’ 14
6. βλ. Ιακ. α’ 15
7. πρβλ. Ματθ. ιθ’ 30
8. Η αιφνιδία χρήσις β’ πληθυντικού προσώπου αποτελεί απροσδόκητον αποστροφήν του ιερού συγγραφέως προς τους ακροατάς του, οι οποίοι δεν είναι άλλοι παρά τα πλήθη των συγκεντρωθέντων διά την εορτήν από τα πέρατα της γης, διά τους οποίους ωμίλησεν αμέσως προηγουμένως.
9. Η ομιλία αυτή εξεφωνήθη μάλλον κατά το πρώτον έτος της αρχιερατείας του αγίου Σωφρονίου. Διά τούτο ως νεοαφιχθείς δεν γνωρίζει ακόμη πλήρως την παράδοσιν, αλλά ελπίζει συν τω χρόνω είτε να ενημερωθή καλύτερα είτε να δώση ο Θεός με κάποιον τρόπον να λυθή η απορία. Από ιστορικής απόψεως η προσκύνησις του Τιμίου Σταυρού κατά την δευτέραν ημέραν της εορτής των Εγκαινίων του Ναού της Αναστάσεως εξηγείται, διότι η πανήγυρις των Εγκαινίων καθιερώθη πρώτη, ενώ η επί αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων Μακαρίου μαρτυρουμένη πρώτη Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού έγινεν επ’ ευκαιρία εκείνης και διά να δυνηθή το συρρεύσαν πλήθος να ίδη και να προσκυνήση τον άρτι υπό της αγίας Ελένης ανακαλυφθέντα Τίμιον Σταυρόν.
10. Με αυτάς τας ερωτήσεις ο ιερός Πατήρ επιχειρεί να αφυπνίση τεχνηέντως τας συνειδήσεις των ακροατών του.
11. Ρωμ. ιγ’ 13
12. Η ευλάβεια του ιερού Πατρός φθάνει εδώ μέχρι κάποιου είδους προσωποποιήσεως του Σταυρού και της Αναστάσεως.
13. βλ. αν. υποσ. 10
14. βλ. Κολ. γ’ 5
15. Γαλ. β’ 20
16. πρβλ. Γαλ. ς’ 14
17. πρβλ. Κολ. γ’ 5
18. βλ. Εβρ. ιβ’ 14
19. Εφ. β’ 14
20. βλ. Α’ Κορ. α’ 30
21. ένθ. αν.
22. βλ. Ιωάν. ς’ 37
ΠΗΓΗ: “ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ” 1989
Τριμηνιαία έκδοσις της Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου
Αναδημοσίευση από: http://www.impantokratoros.gr
«ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ ΣΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕΝ ΔΕΣΠΟΤΑ»
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ.
ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
Η Παγκόσμια Ύψωση
του Τιμίου Σταυρού αποτελεί έναν σπουδαίο
εορτολογικό σταθμό του εκκλησιαστικού
έτους. Στις 14 Σεπτεμβρίου σύμπασα η
Ορθοδοξία τιμά τον Σταυρό του Κυρίου μας
Ιησού Χριστού, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως
το «καύχημά» Της και η «δόξα» Της. Πηγές της
εκκλησιαστικής μας ιστορίας αναφέρουν ότι
η εορτή της Παγκόσμιας Ύψωσης είχε
καθιερωθεί από τα αρχαία χρόνια, ίσως
μάλιστα να είχε καθιερωθεί και από αυτόν
τον Μέγα Κωνσταντίνο, κατά προτροπή
προφανώς της μητέρας του αγίας Ελένης,
αμέσως μετά την εύρεση του Τιμίου Ξύλου στα
Ιεροσόλυμα, γύρω στο 330 μ.Χ.Η τιμή προς τον Τίμιο Σταυρό ανάγεται στους αποστολικούς χρόνους. Οι επιστολές του αποστόλου Παύλου είναι γεμάτες από χωρία με τα οποία ο μέγας απόστολος εξαίρει τον ρόλο του Σταυρού στην διαδικασία της σωτηρίας του κόσμου. Πρώτος ο Παύλος ομίλησε για την καύχηση του Σταυρού του Χριστού. Οι αποστολικοί Πατέρες ομιλούν και αυτοί με σεβασμό και τιμή προς το ιερό σύμβολο, μέσω του οποίου έγινε η καταλλαγή με το Θεό και επιτεύχθηκε η σωτηρία με την απολυτρωτική θυσία του Χριστού.
Οι κατακόμβες είναι γεμάτες από χαραγμένους σταυρούς. Οι διωκόμενοι χριστιανοί από τους φανατικούς ειδωλολάτρες θεωρούσαν τους εαυτούς τους τύπους του αδίκως παθόντος Κυρίου Ιησού Χριστού. Πίστευαν ότι εξαιτίας της πίστεώς τους στο Χριστό έφεραν και αυτοί το δικό τους σταυρό, γι αυτό το ιερό αυτό σύμβολο ήταν τόσο αγαπητό σε αυτούς. Αυτό τους εμψύχωνε και τους έδινε τη δύναμη του μαρτυρίου.
Η δύναμη του Τιμίου Σταυρού φάνηκε στο θαυμαστό όραμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στα 312, ενώ βάδιζε εναντίον του Μαξεντίου κοντά στη Ρώμη. Ο Κωνσταντίνος εξέφραζε την νέα εποχή, σε αντίθεση με τους συναυτοκράτορές του, οι οποίοι εξέφραζαν και προσπαθούσαν να συντηρήσουν τον παλιό κόσμο, που κατέρρεε ραγδαία. Ο μεγάλος αυτοκράτορας είδε στον ουρανό, ημέρα μεσημέρι, το σημείο του σταυρού, σχηματισμένο με αστέρια, και την επιγραφή «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ», επίσης σχηματισμένη με αστέρια. Ήταν η 28η Οκτωβρίου 312. Από εκείνη την ώρα έδωσε διαταγή το σημείο αυτό να γίνει το σύμβολο του στρατού του. Χαράχτηκε παντού, στις ασπίδες των στρατιωτών, στα κράνη, στα λάβαρα, και αλλού.
Ο εχθρός κατατροπώθηκε και ο Κωνσταντίνος έγινε μονοκράτωρ του απέραντου κράτους. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι η δύναμη του Σταυρού του είχε χαρίσει αυτή την περήφανη νίκη, γι αυτό προσέγγισε τη νέα ανερχόμενη θρησκευτική πίστη των χριστιανών. Κατάλαβε ο μεγάλος και διορατικός εκείνος άνδρας ότι το μέλλον της ανθρωπότητας ανήκε στον Χριστιανισμό, όπως και έγινε. Έτσι έδωσε αμέσως διαταγή να σταματήσουν οι διωγμοί εναντίον των χριστιανών, καθώς και όλων όσων διώκονταν για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Με το γνωστό «Διάταγμα των Μεδιολάνων» κατοχυρώθηκε η ανεξιθρησκία στο κράτος. Παράλληλα υιοθέτησε τις ευαγγελικές αρχές για να γίνουν η βάση του δικαίου και της νομοθεσίας του (κατάργηση δουλείας, κοινωνική πρόνοια, αργία Κυριακής, κλπ). Για να είναι δίκαιος με όλους τους υπηκόους παρέμεινε προστάτης και της εθνικής θρησκείας (Μέγας Αρχιερεύς).
Το 326 αναχώρησε για τους Αγίους Τόπους η ευσεβής χριστιανή μητέρα του αγία Ελένη. Με την γενναία επιχορήγηση του Κωνσταντίνου άρχισε το κτίσιμο λαμπρών ναών επί των ιερών προσκυνημάτων. Επίκεντρο ήταν ο Πανάγιος Τάφος του Κυρίου. Στο σημείο εκείνο ο αυτοκράτορας Αδριανός είχε κτίσει το 135, κατά τη δεύτερη καταστροφή της Ιερουσαλήμ, ναό της Αφροδίτης.
Πρώτη ενέργεια της αγίας Ελένης ήταν η ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού, ο οποίος είχε ριχτεί από τους ρωμαίους σε παρακείμενη χωματερή. Σύμφωνα με την παράδοση οδηγήθηκε εκεί από ένα αρωματικό φυτό που φύτρωνε στο μέρος εκείνο, το γνωστό μας βασιλικό. Ύστερα από επίπονες ανασκαφές τελικά βρέθηκαν τρεις σταυροί, του Κυρίου και των δύο ληστών. Οι εκκλησιαστικοί ιστορικοί Φιλοστόργιος και Νικηφόρος αναφέρουν ότι ο Σταυρός του Κυρίου εντοπίσθηκε ύστερα από θαύμα, τοποθετήθηκε πάνω σε νεκρή γυναίκα και αυτή αναστήθηκε!
Η πιστή βασιλομήτωρ, με δάκρυα στα μάτια παρέδωσε τον Τίμιο Σταυρό στον Πατριάρχη Μακάριο, ο οποίος στις 14 Σεπτεμβρίου του έτους 335 τον ύψωσε στον φρικτό Γολγοθά και τον τοποθέτησε στον πανίερο και περικαλλή ναό της Αναστάσεως, τον οποίο είχε ανεγείρει η αγία πάνω από τον Πανάγιο Τάφο και ο οποίος σώζεται ως σήμερα. Το σημαντικό αυτό γεγονός σημάδεψε την ζωή της Εκκλησίας και γι αυτό άρχισε να εορτάζεται ως λαμπρή ανάμνηση. Έτσι καθιερώθηκε η μεγάλη εορτή της Παγκόσμιας Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Όμως την αγία αυτή ημέρα εορτάζουμε και την δεύτερη ύψωση. Στα 613 οι Πέρσες κυρίεψαν την Παλαιστίνη, λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τα ιερά προσκυνήματα και πήραν ως λάφυρο τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφεραν στη χώρα τους. Η παράδοση αναφέρει ότι άπειρα θαύματα γινόταν εκεί. Οι πυρολάτρες Πέρσες θεώρησαν το Τίμιο Ξύλο μαγικό και γι αυτό το φύλασσαν και το προσκυνούσαν, χωρίς να γνωρίζουν την πραγματική του φύση και ιδιότητα! Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος μετά την νίκη του εναντίον των Περσών παρέλαβε τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφερε στην Ιερουσαλήμ. Ο Πατριάρχης Ζαχαρίας τον ύψωσε εκ νέου στο ναό της Αναστάσεως. Ήταν 14 Σεπτεμβρίου του 626.
Ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Παυλίνος αναφέρει στην ενδέκατη επιστολή του ότι η τοπική εκκλησία των Ιεροσολύμων θεώρησε ότι ο Σταυρός του Χριστού ανήκει σε όλη την χριστιανοσύνη και γι αυτό αποφάσισε να τεμαχίσει το Τίμιο Ξύλο και να το διανείμει σε όλη την Εκκλησία. Έτσι διασώθηκαν μέχρι σήμερα πολλά τεμάχια, τα οποία φυλάσσονται ως τα πολυτιμότερα κειμήλια, κυρίως στις ιερές μονές του Αγίου Όρους. Μια εσχατολογική προφητεία λέγει πως ένα από τα συγκλονιστικά γεγονότα του τέλους του κόσμου θα είναι και η επανένωση του Τιμίου Σταυρού!
Οι ορθόδοξοι πιστοί τιμούμε με ιδιαίτερο τρόπο την αγία ημέρα της Υψώσεως του Σταυρού του Κυρίου μας. Η ιερές ακολουθίες έχουν πανηγυρικό χαρακτήρα, ενώ έχει θεσπισθεί αυστηρή νηστεία. Κατακλύζουμε του ιερούς ναούς προκειμένου να προσκυνήσουμε τον Τίμιο Σταυρό και να αντλήσουμε δύναμη και χάρη ουράνια από αυτόν. Παίρνουμε μαζί μας κλώνους βασιλικού ως ευλογία και τον εναποθέτουμε στα εικονίσματα ως ελιξίριο κατά του κακού. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η τιμή και η προσκύνηση του Σταυρού είναι προσκύνηση του Ίδιου του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας Χριστού και όχι ειδωλολατρική πράξη, όπως κακόβουλα μας κατηγορούν οι ποικιλώνυμοι αιρετικοί. Ο Σταυρός του Κυρίου μας είναι το καύχημά μας, το νικηφόρο λάβαρο κατά του μεγαλύτερου εχθρού μας, του διαβόλου, το αήττητο όπλο κατά του πολυπρόσωπου κακού. Με ένα στόμα και με μια καρδιά ψάλλουμε τον υπέροχο παιάνα τροπάριο της μεγάλης εορτής: «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου ».
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)