ΧΕΡΙΑ 2000Αν παρατηρήσει κάποιος με προσοχή τις ερμηνευτικές προσπάθειες των πατέρων της Εκκλησίας, θα ανακαλύψει πως, πέρα από το γενικό consensus, υπάρχουν μύριες όσες λεπτομέρειες[1], που διαφοροποιούν τις αφηγήσεις και αποκαλύπτουν πως η θεοπνευστία, ως προϋπόθεση της συγγραφής και της ερμηνείας των κειμένων, δεν αποτελεί μια μαγική λειτουργία πέρα και έξω από το υποκείμενο, αλλά κυρίως και κατεξοχήν, μια δυναμική και άκρως υποκειμενική-προσωπική διαδικασία πρόσληψης και οικείωσης των ενεργειών του Θεού, με σκοπό τη νοηματοδότηση του μυστηρίου της κτιστότητας και της σχέσης του με το δημιουργό Θεό. Με άλλα και απλούστερα λόγια η θεοπνευστία δεν είναι μια πράξη κατάργησης του υποκειμένου ανθρώπου, αλλά μια διαδικασία ανάδειξης της εσώτερης αλήθειάς του. Τουτέστιν μια πράξη επέκτασης, που ποιεί τον άνθρωπο χώρα του αχωρήτου, κοινωνό των μυστηρίων τού ακτίστου και εκφραστή του καλύτερου για τον εαυτό του, μα και το σύνολο του λαού σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο και κάτω πάντα από τις επικρατούσες συνθήκες. Μια τέτοια ερμηνεία, βέβαια, συνδέει με δυναμικό τρόπο τη θεοπνευστία με την ευαισθησία και την αγάπη[2], την πνευματική διάκριση με την ανάγκη του σώματος και των καιρών, ενώ τέλος απαιτεί την άμεση απομάκρυνση από την οποιαδήποτε τυπολατρία που «δένει» τη θεοπνευστία με το «αλάθητο» και τους «αλάθητους»[3].
Απαντώντας ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης στο ερώτημα «πώς το Πνεύμα το Άγιο καθοδηγεί, ποιους καθοδηγεί και σε τι συνίσταται αυτή η καθοδήγησις», σημειώνει τα εξής σημαντικά για το θέμα του αλάθητου: «Εκείνο που λένε μερικοί ότι, όταν μία Οικουμενική Σύνοδος αποφασίση κάτι, αυτό είναι αλάθητο, επειδή η Οικουμενική σύνοδος είναι θεόπνευστη κλπ., είναι σαν να μας υποχρεώνουν να δεχθούμε ως αλάθητη διδασκαλία ό,τι αποφασίζει και διακηρύσσει μία Οικουμενική Σύνοδος. Αυτό είναι και το πνεύμα περί του αλαθήτου του Πάπα. Βέβαια είναι σωστό ότι μία Οικουμενική Σύνοδος είναι αλάθητη, ότι διδάσκει αλαθήτως, ότι είναι ωφέλιμη για την πίστι μας κλπ. Ναι, αλλά πώς γίνεται και είναι αλάθητη; Γιατί είναι αλάθητη; Γιατί οι αποφάσεις της είναι αλάθητες; Η μοντέρνα Ορθόδοξη Θεολογία μιλάει πάρα πολύ για θεοπνευστία. Από όσα έχω διαβάσει, βλέπω να μιλάνε περί θεοπνευστίας, αλλά δεν έχω βρη περιγραφή της θεοπνευστίας εκείνης για την οποία μιλάνε…Ο  Χριστός, όταν είπε ότι θα μας δώση το Πνεύμα το Άγιο, το οποίο θα μας οδηγήση εις πάσαν την αλήθειαν, δεν μίλησε για Οικουμενικές Συνόδους. Δεν είπε δηλαδή ότι αυτό θα γίνεται στις Οικουμενικές Συνόδους της Εκκλησίας. Αυτό δηλαδή το καινόν περί του αλαθήτου των Οικουμενικών Συνόδων δεν περιλαμβάνεται στην Αγία Γραφή. Ο Χριστός είπε απλά ότι το Πνεύμα το Άγιο θα είναι Εκείνο που θα μας οδηγήση στην πλήρη αλήθεια. Προηγουμένως όμως, πριν δηλαδή από αυτό, είπε ότι εάν έχετε αγάπη μεταξύ σας, εγώ και ο Πατέρας μου θα έλθωμε και θα κατοικήσουμε μέσα σας, καθώς επίσης είπε ότι τώρα, με βλέπετε, αλλά αργότερα δεν θα με βλέπετε. Αλλά, εάν έχετε αγάπη, πάλι θα με βλέπετε. Και, το Πνεύμα θα έλθη να κατοικήση μέσα σας και θα σας οδηγήση εις πάσαν την αλήθειαν»[4].
Βέβαια τούτη η αναχώρηση από το «αλάθητο» των Οικουμενικών Συνόδων, αλήθεια που δεν αφήνει αδιάφορη την Ορθοδοξία σήμερα[5], θα πρέπει να συνδυαστεί και με την αναχώρηση από το «αλάθητο» των μεμονωμένων «καθαρών» ανθρώπων, των «φωτισμένων» και «θεούμενων», κατά Ρωμανίδη[6]. Ειδάλλως θα έχουμε μεταφέρει το πρόβλημα από τη μια όχθη του ποταμού στην άλλη, ευνοώντας για παράδειγμα οποιαδήποτε ασκητική-θεραπευτική εκκλησιολογία εις βάρος κάποιας ευχαριστιακής εκκλησιολογίας. Πράγμα που σαφώς δεν λύνει το πρόβλημα, το οποίο συνοψίζεται εν τέλει στην  κυριαρχία της απρόσωπης –μονοπρόσωπης ή πολυπρόσωπης δεν έχει σημασία- θεσμοποίησης και της εξουσιαστικότητας, που ως «τρίτη πραγματικότητα» ανάμεσα στο εκκλησιαστικό σώμα και την αλήθεια, παραμερίζουν την πνευματολογία και κάνουν την αγάπη αυτού του σώματος, τη σύναξη της αγίας ευαισθησίας, να ασφυκτιά[7].
Με τούτο, όπως νομίζω, είναι σαφές πως, δεν εισηγούμαι μια άρνηση της θεοπνευστίας γενικότερα, ούτε της θεοπνευστίας των Οικουμενικών Συνόδων ειδικότερα. Εκείνο που επιδιώκω είναι η κατανόηση του χαρακτήρα της θεοπνευστίας από τη μια και η ανάδειξη της σχέσης της με το «αλάθητο» από την άλλη. Γεγονός που συμποσώνεται στη βαθιά μου πεποίθηση   πως τα όρια της γλώσσας μας δεν είναι τα όρια  της αλήθειας μας[8]. Και τούτο διότι τα όρια της αλήθειας μας, όπως άλλωστε και τα όρια της σωτηρίας μας, είναι τα όρια της αγάπης του Θεού· εκείνης της αχώρετης χώρας που η συγκατάβασή της κάνει κάθε κτιστό αλάθητο να ανακαλύπτει την ελαχιστότητά του, μα και τη σχετικότητά του ενώπιον της αλάθητης αγάπης του Χριστού.