π. Γρηγόριος Παπαθωμάς, Το δίδυμο κανονικό σύστημα του «Αυτοκεφάλου» και του «Αυτονόμου», Α. Κ. Βαβούσκου-Γ. Μ. Λιάντα, Οι θεσμοί του Αυτοκεφάλου και του Αυτονόμου Καθεστώτος στην Ορθόδοξη Εκκλησία (Μελέτες-Πηγές), Θεσσαλονίκη, εκδ. Μέθεξις, 2014 (Βιβλιοπαρουσίαση)
Η ομιλία
του Καθηγητή του Κανονικού Δικαίου της Θεολογικής Σχολής του
Πανεπιστημίου Αθηνών στην παρουσίαση του βιβλίου: Βαβούσκος Α.-Λιάντας
Γ., Οι θεσμοί του αυτοκεφάλου και του αυτονόμου καθεστώτος στην Ορθόδοξη
Εκκλησία από τις εκδόσεις Μέθεξις
Αποτελεί γεγονός σπάνιο το να γίνεται
δημόσια συζήτηση για τα κανονικά συστήματα του Αυτοκεφάλου και του
Αυτονόμου, λόγω της πληθωρικής και πολύπτυχης ιδιαιτερότητάς της τόσο
για την Εκκλησία όσο και για την Πολιτεία. Το Αυτοκέφαλο, όπως και το
Αυτόνομο, βρίσκεται πολύ ψηλά στον πίνακα Θεμάτων, με τα οποία θα
ασχοληθεί η Αγία και Μεγάλη Πανορθόδοξη Σύνοδος την Πεντηκοστή του 2016
στην Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο, αυτά, όπως θα δούμε στην συνέχεια, δεν
υπήρξαν μόνον κανονικά συστήματα της Εκκλησίας, αλλά και σηματοδότες πολιτισμού στον ευρύ ορίζοντα της Ανθρωπότητας.
Η αναγνωστική κατανόηση ή κατανόηση των
κειμένων, και μάλιστα όταν αυτά είναι επίσημα, είναι μία σύνθετη
γνωστική διαδικασία. Προκύπτει από την επιτυχημένη ενεργοποίηση και
συνεργασία παραγόντων γνωστικών και γλωσσικών. Όταν ο αναγνώστης είναι
ειδικός ή μυημένος στο περιεχόμενό τους, τότε η αναγνωστική κατανόηση
αφορά όχι μόνον στα επιστημονικά πεδία της Φιλολογίας και της
Παιδαγωγικής, αλλά και σε εκείνα της Θεολογίας και της Νομικής, και
ειδικώτερα σε εκείνα του Εκκλησιαστικού και του Κανονικού Δικαίου. Όταν,
από την άλλη μεριά, ο αναγνώστης είναι μη ειδικός ή αμύητος στο
περιεχόμενό τους, τότε η αναγνωστική κατανόηση μπορεί να γίνει μαθητεία
και μέθεξη σε μία εμπειρία που έχει αποδεδειγμένα συμβάλει στην
πολιτισμική άνδρωση της Ανθρωπότητας. Το βιβλίο που παρουσιάζεται σήμερα
εδώ απευθύνεται αδιάκριτα και στον ειδικό και τον μη ειδικό της
θεματικής του, αλλά και στον μυημένο και τον αμύητο μελετητή και
αναγνώστη.
Και ακόμη, στο πλαίσιο του Εκκλησιαστικού και του Κανονικού Δικαίου, το κείμενο μπορεί να είναι στόχος αλλά και μέσο. Είναι στόχος
στο πλαίσιο αυτών των συγκεκριμένων επιστημονικών πεδίων, τα οποία
αφορούν στη μελέτη της πορείας του Εκκλησιακού σώματος στην διαχρονική
του προσέγγιση. Είναι, επιπλέον, και μέσο στο
πλαίσιο των σχέσεων της Εκκλησίας με τα άλλα κοινωνικά μεγέθη (Πολιτεία,
κοινωνία, κλπ.), για τις οποίες (σχέσεις) το κείμενο είναι εργαλείο
έκφρασης διαλεκτικής σχέσης και φορέας διακριτών ρόλων, κ.ά. Όπως και αν
δούμε το κείμενο και την λειτουργία του στην θεσμική ζωή, η ανάγκη
κατανόησής του από τον αναγνώστη αναδεικνύεται ως ενέργεια ιδιαίτερης
σημασίας. Η κατανόηση του κειμένου συνεπάγεται την κατάκτηση του
νοήματός του και την αναπλαισίωσή του κατά τρόπο δημιουργικό. Έτσι,
κατανοώντας το κείμενο, ο μελετητής είναι σε θέση να υπερβεί ό,τι ρητά
δηλώνει η αλληλεπίδραση μορφής και περιεχομένου, και να πειραματιστεί με
υπόρρητες δηλώσεις του κειμένου. Με άλλα λόγια, ο αναγνώστης οδηγείται
από την κατάκτηση της δόμησης στην διαδικασία της αποδόμησης
του κειμένου και της περαιτέρω ανάλυσής του από τον ίδιο. Και όταν
μετέλθει όλα αυτά τα στάδια μελέτης του, τότε μπορεί ευκολώτερα να
διακρίνει την προοπτική και να αποτιμήσει τα αποτελέσματα του κειμένου.
Οι δύο συγγραφείς μας, οι συνάδελφοι Αναστάσιος Κ. Βαβούσκος και
Γρηγόριος Μ. Λιάντας, με το βιβλίο τους, μας καλούν όλους μας, ειδικούς
και μη ειδικούς αδιακρίτως, με τα κείμενα που μας προσφέρουν ως Πηγές
και ως Μελέτες σε αυτό, να υιοθετήσουμε μία παρόμοια ή ανάλογη
προσέγγιση στην ανάγνωσή του. Ας δούμε, όμως, κάποιες πτυχές της
εργασίας αυτής.
Πρώτα απ’ όλα, το βιβλίο αυτό δεν είναι
για τους συγγραφείς η πρώτη τους συγγραφική ούτε η πρώτη τους ακαδημαϊκή
εμφάνιση· είναι απαύγασμα μεγάλης εκτάσεως σπουδής και έρευνας, γιατί
τόλμησαν με “συλλογικό κόπο και πόνo” και ανίχνευσαν την άκρως
απαραίτητη sinequanon “συνθήκη”, που γεννά πολιτισμό, χωρίς τον οποίο οι
ανθρώπινες κοινωνίες θα περιορίζονταν στην απλή επιβίωση και
αναπαραγωγή. Θα επιχειρήσουμε με πολύ αδρές γραμμές να προσεγγίσουμε
εγγύτερα το βασικό διάγραμμα της θεματολογίας των συγγραφέων και να
καταγράψουμε τις βασικές συντεταγμένες, επί των οποίων ξεδιπλώνονται οι
αναπτύξεις τους για τα επίσημα εκκλησιο-κανονικά κείμενα, που ακολουθούν
τις προλεγόμενες εισαγωγές τους. Το βιβλίο κατ’ ουσίαν είναι χωρισμένο
σε δύο μεγάλες θεματικές ενότητες. Στην πρώτη ενότητα, έχουν τεθεί δύο
αξιόλογες επιστημονικά μελέτες με εκτενή εισαγωγικά σημειώματα των δύο
συγγραφέων, όπου ο καθένας εκφράζεται από ένα διαφορετικό και δικό του
μετερίζι, και παρέχεται η δυνατότητα μέθεξης και εμπεριστατωμένης μύησης
του μελετητή στο μεγάλο και παγκόσμιας σημασίας, όπως θα φανεί στην
συνέχεια, δίδυμο αξονικό γεγονός του Αυτοκεφάλου-Αυτονόμου, με απορροές
όχι μόνον εκκλησιαστικές αλλά και πολιτικές. Σε αυτήν την εισαγωγική
ενότητα παρατίθενται οι αναγκαίες εννοιολογικές διακρίσεις, η παρουσίαση
των Πηγών και γίνεται προσπάθεια προσπέλασης της σχέσης, που υπάρχει
ανάμεσα στην Εκκλησία και την Πολιτεία, στον κοινό τόπο δηλαδή για τα
δύο αυτά μεγέθη, που απαρτίζουν τα νομοκαταστατικά κείμενα των
Αυτοκεφάλων κατά τόπους Εκκλησιών. Τα κείμενα αυτά κατακλύζουν το
δεύτερο μέρος του βιβλίου, όπου συγκροτείται ένα σύγχρονο ενιαίο Corpus Θεμελιωδών συστατικών Κειμένων για τις Ορθόδοξες κατά τόπους Εκκλησίες.
Ειδικώτερα, στο θεωρητικό μέρος του πονήματος, που συναπαρτίζει και το ερευνητικό μέρος του, γίνεται αναφορά στο κανονικό σύστημα
του εκκλησιακού Αυτοκεφάλου και στον θεσμικό πρόδρομό του, το
εκκλησιακό Αυτόνομο, και αναδεικνύοναι εκεί τα ποιοτικά χαρακτηριστικά
αυτού του δίδυμου διαχρονικού συστήματος της Εκκλησίας. Στο δεύτερο
νομοκαταστατικό μέρος της εργασίας παρατίθενται σε δομή ολότητας και
στην πλήρη τους μορφή εκείνα τα συστατικά κείμενα που προσφέρουν θεσμική
υπόσταση στις κανονικώς υπάρχουσες σήμερα Αυτοκέφαλες και Αυτόνομες
Εκκλησίες.
Ο μελετητής, ωστόσο, που θα αναζητήσει
στο παρόν βιβλίο μια απλή εξοικείωση με νομικές ρυθμίσεις γύρω από την
οργάνωση και δράση των συνοδικών οργάνων του Εκκλησιακού Σώματος,
ασφαλώς θα αναγκασθεί να αναθεωρήσει την θέση του μπροστά στο πλήθος των
προκλήσεων, που από την αρχή θα συναντήσει στο έργο αυτό. Πόσο μάλλον,
όταν ο μελετητής αυτός είναι, π.χ., και νομικός και βλέπει τις
παραστάσεις του για το Δίκαιο και την Νομική επιστήμη να αναμετρώνται με
την πληρότητα της Θεολογικής αλήθειας, που διαρρέει τους εισαγωγικούς
λόγους των συγγραφέων του βιβλίου και τα μνημειώδη κείμενα της
Αυτοκεφαλίας, που ανέδειξαν πολιτισμό και που εμπλουτίζουν την αδιάτμητη
δισχιλιετή παράδοση της Κανονικής Οικονομίας της Εκκλησίας.
Έτσι, από το παρόν έργο της πεφιλημένης
δυάδος των συγγραφέων αναδύεται ξεκάθαρα, ότι το Κανονικό Δίκαιο
προσλαμβάνει την μορφή και την ακρίβεια ή, ακόμη, και την θετικότητα
οιονεί «θετικής επιστήμης» και στους τρεις (3) αξονικούς Πυλώνες του,
που δομήθηκε και αναπτύχθηκε δια μέσου των αιώνων των δύο χιλιετιών:
1. Κανονοθεσία
2. Κανονολογία (ερμηνεία και ερμηνευτική μετα-κανονοθετική εμβάθυνση)
3. Διδασκαλία (έρευνα, συγγραφή, εκπαίδευση και διαποίμανση)
Εξάλλου, ο κόσμος δεν γράφεται μόνον με
ύλη. Οι συγγραφείς μεταμορφώνουν την ύλη σε πνεύμα και σε ερμηνεία, και
την ερμηνεία σε εμβάθυνση και σε έρευνα, και την έρευνα σε επανάσταση,
που συνθηματολογεί αθώα και πεισματικά: ναι στην έρευνα, ναι στην ποίησή
της… Και τότε, μία ήπειρος εκπλήξεων ξανοίγεται μπροστά μας με
απροϋπόθετες εξελίξεις, γιατί οι εκπλήξεις γεννιώνται, δεν
υπαγορεύονται…, κάτι σαν τον τύμβο της Αμφίπολης… Και στην έκπληξη
οδηγεί η σαφήνεια των στόχων…
Επιπροσθέτως, η εργασία των δύο
συναδέλφων συγγραφέων, συνιστά μία μελέτη αυστηρά κανονιστική με
ενάργεια καθολικής θεώρησης, που δεν παραβλέπει τις εξελίξεις του
σύγχρονου Δικαίου και δεν διστάζει να αποκαταστήσει την σχέση του
τελευταίου με την Θεολογική αλήθεια. Δεν υιοθετεί μία στενά πρωτογενή
εκδοτική προσέγγιση των νομοκαταστατικών Χαρτών, αλλά πραγματεύεται
κυρίως την γενικώτερη λειτουργία και την χρησιμότητά τους,
παρουσιάζοντας, επιπλέον, και τρόπους αξιοποίησης αυτών των θεμελιωδών
κειμένων στο πλαίσιο της εκκλησιακής και της πολιτειακής
καθημερινότητας. Η προσέγγισή τους είναι ιστορικοκανονική και,
ταυτόχρονα, αυτή υιοθετεί την οπτική των επιστημών έκδοσης Καταστατικών
κειμένων. Αν και η ανάλυσή τους δεν είναι εξαντλητική (ποιός εξάλλου και
για ποιά έκδοση θα μπορούσε να ισχυρισθεί το αντίθετο;), προσφέρει μία
μάλλον πλήρη εικόνα της λειτουργίας και των πραγματολογικών δεδομένων
της εκασταχού Κεντρικής Εκκλησιαστικής σκηνής και των (κατά τόπους
κυρίως) Εκκλησιών σε σχέση και με την Πολιτεία, ιδίως όσον αφορά στις
Χώρες με ορθόδοξη πλειοψηφία και στον ορθόδοξο εν γένει χώρο ανά την
Οικουμένη.
Ο τόμος αυτός, από μία άλλη οπτική,
εστιάζει σε δύο «αντικείμενα» μελέτης των θεωρητικών επιστημών, τα οποία
είναι φορτισμένα θετικά ως κοινωνικές, καταξιωμένες διαχρονικά,
παράμετροι: την θεολογία και τον πολιτισμό. Στο πλαίσιό του αναλύονται οι τρόποι με τους οποίους τα εκκλησιακά συστήματα
του Αυτοκεφάλου και του Αυτονόμου «διαχειρίζονται» τον «υλικό»
πολιτισμό (ή το «περιεχόμενό» του), κοινωνώντας τον σε διαφορετικές
ομάδες λαών και λαοτήτων. Τα κείμενά του αφορούν στους κυριώτερους
θεσμούς των κοινωνιών και των λαών της νεωτερικής, πρωτίστως,
Κεντρο-Ανατολικής Ευρώπης, μέσω των οποίων το Κράτος και η οργανωμένη
και θεσπισμένη Κοινωνία επιχειρούν να «μεταβιβάσουν», να διδάξουν, να
παρουσιάσουν και να προβάλουν τον πολιτισμό και την κουλτούρα τους (ή
ό,τι «επιλέγουν» να θεωρείται από τα άτομα και τον λαό ως πολιτισμός και
κουλτούρα τους), την στιγμή που, ταυτόχρονα, «εξωτερικά» προσλαμβάνουν
έναν σηματοδότη… Ο σηματοδότης αυτός ακούει στο όνομα «Τόμος της Αυτοκεφαλίας»,
που στο εξής θα συνθέτει ποιοτικά την απόπειρα αειφορίας αυτού του
πολιτισμού των λαών. Θέμα, λοιπόν, των κειμένων αυτού του βιβλίου
αποτελεί η θεολογία, ως προσληπτική αμοιβάδα, και ο πολιτισμός
στην μεταξύ τους διαπλοκή, στο πλαίσιο της οποίας η πρώτη (θεολογία),
ως θεραπενίδα διακονίας λαών, υπηρετεί την ανάγκη (της Κοινωνίας και της
Πολιτείας/του νομοκατεστημένου Κράτους) να μυήσει τα άτομα σε ένα τμήμα
του περιεχομένου του δεύτερου παράγοντα (πολιτισμός), ή, έστω, να
επικοινωνήσει κάποια περιεχόμενά του ή σημεία του σε έναν λαό με
ανήλικες εκκλησιακές μνήμες και σε προοπτική, στο εξής, νέας ιστορικής
αφετηρίας.
Στις αναλύσεις που φιλοξενούνται στις
σελίδες του παρουσιαζόμενου σήμερα εδώ βιβλίου διαπλέκεται το γενικό με
το ειδικό-περιπτωσιολογικό και η θεωρητική προσέγγιση με την μελέτη των
ανά την Οικουμένη περιπτώσεων, ενώ καλύπτεται ένα ευρύ φάσμα γνωστικών
πεδίων από την Ιστορία, την διαποίμανση και διαχείριση των λαών έως και
τις απορροές πολιτισμού, που έφερε απροϋπόθετα η γόνιμη αυτή σύνθεση
θεολογίας και πολιτισμού, μία σύνθεση που εκβάλλει, ως χώρος πραγμάτωσής
της, στο «Αυτοκέφαλο». Αυτά σίγουρα χρήζουν περαιτέρω ανάλυσης και δεν
είναι η παρούσα συνάντηση ο ενδεδειγμένος τόπος και χρόνος για μία
τέτοια απόπειρα, καθώς μερικές από τις πτυχές αυτές ψηλαφούνται στις
εκτενείς εισαγωγές των δύο συγγραφέων συναδέλφων.
Να επισημανθεί μόνον εδώ μία γενική
θεώρηση, για να γίνει ευληπτότερη η συνέχεια, ότι το «Αυτοκέφαλο»
αναφέρεται σε συλλογικές μορφές διοίκησης [και εκκλησιακής κοινωνίας]
και δεν αφορά σε Τοπικές Εκκλησιακές μονάδες (όπως είναι οι επισκοπές)
ούτε σε υπερβατικές δικαιοδοσίες. Οργανώνει εσωτερικά το «σπίτι», για να
το οδηγεί οργανωμένο σε κοινωνία με τα άλλα Εκκλησιακά Σώματα.
Θα ήταν, ωστόσο, άδικο να κρατήσουμε τον
παρουσιαζόμενο σήμερα εδώ λόγο σε ένα ακαδημαϊκό τόνο, χωρίς αυτός να
προσφερθεί σε όλα τα ανθρώπινα αζυμούθια, όπως το επιχειρούν και οι
συγγραφείς μας. Και το ερώτημα που τίθεται στην συνάφεια αυτή είναι
αδυσώπητο: αν εξαιρέσουμε την Εκκλησία – η οποία αποτελεί την φυσική
μήτρα του Αυτοκεφάλου –, τί συνιστά τελικά το Αυτοκέφαλο για τον κόσμο, για την ανθρώπινη κοινωνία και τον πολιτισμό;
