Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστούγεννα και Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστούγεννα και Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Χριστουγεννιάτικες εμπειρίες του Φ.Κόντογλου

Τότε πού ήμουνα σε μικρή ηλικία, περνούσα με τους δικούς μου τις γιορτές απάνω σ' ένα θαλασσοδαρμένο βουνό, στην Αγιά Παρασκευή. 


Τις περισσότερες ώρες πήγαινα και καθόμου­να μέσα στη μικρή ευωδιασμένη εκκλησιά, όχι μο­ναχά κατά τις ακολουθίες, αλλά και την ώρα πού δεν ήτανε μέσα κανένας άλλος, παρεκτός από μέ­να. Διάβαζα τ' αρχαία τροπάρια, και βρισκόμουνα σε μια κατάσταση πού δεν μπορώ να τη μεταδώσω στον άλλον. Προ πάντων ό Ιαμβικός Κανόνας «"Ε­σωσε λαόν», με κείνες τις παράξενες και μυστη­ριώδεις λέξεις, μ' έκανε να θαρρώ πώς βρίσκουμαι στις πρώτες μέρες της δημιουργίας, όπως ήτανε πρωτόγονη ή φύση πού μ' έζωνε, ό θεόρατος βρά­χος πού κρεμότανε απάνω από τη μικρή εκκλησιά, ή θάλασσα, τ' άγρια δέντρα καί τα χορτάρια, οι κα­θαρές πέτρες, τα ρημονήσια πού φαινόντανε πέρα στο πέλαγο, ό παγωμένος βοριάς πού φυσούσε κ' έκανε να φαίνουνται όλα κατακάθαρα, τ' αρνιά πού βελάζανε, οι τσομπάνηδες ντυμένοι με προβιές, τ' άστρα πού λάμπανε σαν παγωμένες δροσοσταλί­δες τη νύχτα!

Όλα τα 'βλεπα μέσ' από τους χριστουγεννιά­τικους ύμνους, μέσ' από εκείνα τα αποκαλυπτι­κά λόγια.

Αλίμονο! Ο Χριστός κατάργησε την προπατο­ρική αμαρτία,πού είχε κάνει τον κόσμο άγριο καί τρελλόν από τη σαρκική ακολασία, ανοίγοντας τη θύρα της λύτρωσης σε όσους θέλουνε να σω­θούνε. Μα για κείνους πού δεν ακούνε τα λόγια του και δεν νοιάζουνται για τη σωτηρία της ψυχής τους, ή θύρα αυτή της ευσπλαχνίας είναι και απο­μένει κλειστεί στον αιώνα.

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Δέκα λογοτεχνικά αριστουργήματα για τα Χριστούγεννα



Τα Χριστούγεννα αποτελούν μια ξεχωριστή γιορτή για όλους και ιδιαίτερα για τη λογοτεχνία, που έχει τιμήσει με ορισμένα από τα σημαντικότερα έργα της τη λαμπρότερη μέρα του χρόνου. Δείτε δέκα από τους πιο σημαντικούς, αλλά και τους πιο συναρπαστικούς παγκοσμίως τίτλους, από τα άπειρα βιβλία που έχουν γραφτεί τους δύο τελευταίους αιώνες για τα Χριστούγεννα.
«Χριστουγεννιάτικη ιστορία» (1843) του Καρόλου Ντίκενς. Ένα βρετανικό μυθιστόρημα για την ηθική μεταμέλεια ενός ορκισμένου τσιγκούνη, του διαβόητου Εμπενίζερ Σκρουτζ, που θα ανακτήσει με πανηγυρικό τρόπο την ανθρωπιά του ύστερα μια άκρως διδακτική συνάντηση με τα τρία πνεύματα των Χριστουγέννων: το πνεύμα του παρελθόντος, το πνεύμα του παρόντος και το πνεύμα του μέλλοντος.
«Παραμονή Χριστουγέννων» (1832) του Νικολάι Γκόγκολ. Μια νουβέλα από την Ουκρανία όπου ο διάβολος επιχειρεί έναν τελευταίο γύρο θριάμβου προτού επιστρέψει στην κόλαση (νύχτα Χριστουγέννων γαρ), αλλά ο Θεός βρίσκει τον τρόπο να ακυρώσει όλα τα σχέδιά του και να διακηρύξει την απέραντη αγάπη του, η οποία θα αποτρέψει τους κακούς και θα φωτίσει τους δίκαιους.
«Έμμα» (1815) της Τζέιν Όστεν. Ένα μυθιστόρημα από την παλαιά Αγγλία όπου μια χριστουγεννιάτικη βραδιά με πολύ χιόνι μια παρέα νέων θα ζήσει τις χαρές της ηλικίας της, ανταλλάσσοντας μυστικά και ψέματα που αντανακλούν τα κοινωνικά ταμπού αλλά και τα ρομαντικά ιδεώδη της εποχής: φινιρισμένο γράψιμο και ανάγλυφα χτισμένοι χαρακτήρες.
«Το χριστουγεννιάτικο έλατο» (1844) του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Η διάσημη ιστορία του Δανού παραμυθά για ένα έλατο που θα θαμπωθεί από τη λάμψη την οποία θα εκπέμψει κατά τη διάρκεια των γιορτών σε όλους τριγύρω του. Το έλατο θα πάρει παρόλα αυτά ένα γερό μάθημα για τη ματαιοδοξία του όταν θα έρθει η ώρα του ξεστολίσματος που θα το οδηγήσει στη σιωπή και τη μοναξιά της σοφίτας.
«Η περιπέτεια του πολύτιμου λίθου» (1892) -η 12η ιστορία από τις «Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς» του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ. Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία του Σέρλοκ Χολμς όπου ο επιφανέστερος ντετέκτιβ της Βρετανίας θα χρειαστεί να καταφύγει στις συνήθειες της εορταστικής γαστρονομίας και στα μυστικά που κρύβει μια γεμιστή χήνα προκειμένου να εξηγήσει τη σκοτεινή υπόθεση την οποία διερευνά.
«Οι νεκροί» (1914) του Τζέιμς Τζόις. Μια ιρλανδέζικη ιστορία για μια ολόφωτη βραδιά Χριστουγέννων όπου ο ήρωας, ο οποίος αποτελεί αυτοβιογραφικό πορτρέτο του συγγραφέα, θα δοκιμάσει να ξεπεράσει τη μελαγχολία του αναζητώντας ορισμένα ζωτικά σημεία συνεννόησης με όσους τον περιβάλλουν. Η προσπάθειά του θα τον βοηθήσει να συνειδητοποιήσει το νόημα της πορείας που διάλεξε και το βάρος των αποφάσεων οι οποίες τον έχουν προσδιορίσει.
«Τα Χριστούγεννα του Ηρακλή Πουαρό» (1939) της Αγκάθα Κρίστι. Ένα μυθιστόρημα από τη βασίλισσα της βρετανικής αστυνομικής παράδοσης, όπου ο ακαταπόνητος Βέλγος ντετέκτιβ Ηρακλής Πουαρό θα κληθεί εν μέσω Χριστουγέννων να ανακαλύψει τι ακριβώς κρύβεται πίσω από το σατανικό παιχνίδι το οποίο θα διοργανώσει εις βάρος της οικογένειάς του ένας πολυεκατομμυριούχος.
«Μια χριστουγεννιάτικη ανάμνηση» (1956) του Τρούμαν Καπότε. Η ζωή στην αμερικανική εξοχή και η τρυφερή φιλία ανάμεσα σε ένα αγόρι κι ένα κορίτσι αρκετά μεγαλύτερό του. Αυτοβιογραφικό διήγημα που αναφέρεται στη δεκαετία του 1930, εξυμνώντας το αγαθοεργό πνεύμα των Χριστουγέννων.
«Πίνοντας μηλίτη με τη Ρόζι» (1959) του Λόρι Λι. Ο συγγραφέας ανακαλεί τα Χριστούγεννα των παιδικών του χρόνων στο Γκλότσεστερ της Αγγλίας λίγο μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου σ’ ένα μυθιστόρημα που μιλάει για τις αρετές ενός τρόπου ζωής ο οποίος θα σαρωθεί οσονούπω από την επερχόμενη τεχνολογία.
«Γράμματα από τον Αη Βασίλη» (1976) του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν. Συλλογή από επιστολές που έγραψε ο Άγγλος συγγραφέας κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1920 και του 1930 για τα παιδιά του. Οι επιστολές τυπώθηκαν τρία χρόνια μετά τον θάνατό του και εξιστορούν τις περιπέτειες τις οποίες αντιμετωπίζουν ο Αη Βασίλης και οι βοηθοί του σε ένα σκηνικό με εντυπωσιακά χρώματα και παράξενα ελκυστικές μορφές, που θυμίζουν τους μυθιστορηματικούς ήρωες του Τόλκιν.

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Αγιασμένες μέρες

Η απλότητα της ψυχής του Κόντογλου του επιτρέπει να ζει και να μας περιγράφει την “πνευματική χαρά και την ουράνια αγαλλίαση” των Χριστουγέννων. Ας τον ακούσουμε…
Την πνευματική χαρά και την ουράνια αγαλλίαση που νοιώθει ο χριστιανός από τα Χριστούγεννα, δεν μπορεί να τη νοιώσει, με κανέναν τρόπο, όποιος τα γιορτάζει μοναχά σαν μια συγκινητική  συνήθεια, που είναι δεμένη περισσότερο με τις συνηθισμένες χαρές του κόσμου, με τον χειμώνα, με τα χιόνια, με το ζεστό τζάκι.
Μοναχά ο ορθόδοξος χριστιανός γιορτάζει τα Χριστούγεννα πνευματικά, κι από την ψυχή του περνάνε αγιασμένα αισθήματα, και τη ζεσταίνουνε με κάποια θέρμη παράδοξη, που έρχεται από έναν άλλο κόσμο, τη θέρμη του Αγίου Πνεύματος, κατά τον αναβαθμό που λέγει:
«Ἁγίῳ Πνεύματι πᾶσα ψυχή ζωοῦται, καί καθάρσει ὑψοῦται, λαμπρύνεται τῇ τριαδικῇ μονάδι, ἱεροκρυφίως.»
Ψυχή και σώμα γιορτάζουν μαζί, ευφραίνουνται με τη θεία ευφροσύνη, που δεν την απογεύεται όποιος βρίσκεται μακριά από τον Χριστό. Ενώ η καρδιά του χριστιανού, αυτές τις αγιασμένες μέρες, είναι γεμάτη από την ευωδία της υμνωδίας, γεμάτη από μια γλυκύτατη πνευματική φωτοχυσία, που σκεπάζει όλη την κτίση, τα βουνά, τη θάλασσα, τον κάθε βράχο, το κάθε δέντρο, την κάθε πέτρα, το κάθε πλάσμα. Όλα είναι αγιασμένα, όλα γιορτάζουνε, όλα ψέλνουνε, όλα ευφραίνονται, όλη η φύση είναι «ὡς ἐλαία κατάκαρπος ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ». Κανείς δεν νοιώθει στην καρδιά του τέτοια χαρά, παρά μονάχα εκείνος που αγαπά τον Θεό και που ζει τις μέρες της ζωής του μαζί με τον Θεό, γιατί κανένας άλλος από τον Θεό δεν μπορεί να δώσει τέτοια χαρά, τέτοια ειρήνη, κατά τον λόγο που είπε ο Κύριος στον Μυστικό Δείπνο: «Τη δική μου την ειρήνη σας δίνω, δεν σας δίνω εγώ την ειρήνη που δίνει ο κόσμος.»
Η χαρά του Χριστού κ’ η ειρήνη είναι αλλιώτικη από τη χαρά κι από την ειρήνη τούτου του κόσμου. Για τούτο ο άνθρωπος που χαίρεται να πηγαίνει στην εκκλησία, για να πιει απ’ αυτή την αθάνατη βρύση της αληθινής χαράς και της ειρήνης, λέγει μαζί με τον Δαβίδ:
«Ἐξαπόστειλον, Κύριε, τό φῶς σου καί τήν ἀλήθειάν σου· αὐτά με ὡδήγησαν καί ἤγαγόν με εἰς ὄρος ἅγιόν σου καί εἰς τά σκηνώματά σου· καί εἰσελεύσομαι πρός τό θυσιαστήριον τοῦ Θεοῦ, πρός τόν Θεόν τόν εὐφραίνοντα τήν νεότητά μου.»
Ας γιορτάσουμε λοιπόν κ’ εμείς, αδελφοί μου, τη Γέννηση του Χριστού «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ, ἐν ψαλμοῖς καί ὕμνοις καί ὠδαῖς πνευματικαῖς», και τότε και τ’ άλλα «προστεθήσεται ἡμῖν», θα μας δοθούνε, ήγουν η χαρά του σπιτιού, της οικογένειας, της φύσης, της συναναστροφής, της αγνής διασκέδασης, γιατί όλα θα τα γλυκαίνει η αγάπη του Χριστού, και θα τα ζεσταίνει η θέρμη Εκείνου που είναι ο ζωοδότης.
Μέγα μάθημα της ταπείνωσης είναι για μας, αδελφοί μου, η Γέννηση του Χριστού. Πού γεννήθηκε; Μέσα σε μια φάτνη, σ’ ένα παχνί να πούμε καλύτερα, για να νοιώσουμε βαθύτερα την ανείπωτη συγκατάβαση του Θεού, γιατί τ’ αρχαία λόγια κάνουνε να φαίνουνται στα μάτια μας πλούσια και τα φτωχά πράγματα. Η μητέρα του, η υπεραγία Θεοτόκος, μακριά από το σπίτι της, ξένη σε ξένον τόπο, πήγε και τον γέννησε μέσα σ’ ένα μαντρί. Το βόδι και το γαϊδούρι τον ζεστάνανε με την ανασαμιά τους. Τσομπάνηδες τον συντροφέψανε. Μαζί με τα νιογέννητα αρνιά λογαριάστηκε ο αμνός του Θεού, που ήρθε στον κόσμο για να σώσει τον άνθρωπο από την κατάρα του Αδάμ. Ποιος άνθρωπος γεννήθηκε με μεγαλύτερη ταπείνωση;
Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος γράφει, στον Λόγο του για την Ταπεινοφροσύνη, τα παρακάτω εξαίσια λόγια: «Θέλω ν’ ανοίξω το στόμα μου, αδελφοί μου, και να λαλήσω για την υψηλή υπόθεση της ταπεινοφροσύνης, κ’ είμαι γεμάτος φόβο, σαν εκείνον τον άνθρωπο που ξέρει πως θα μιλήσει για τον Θεό. Γιατί η ταπεινοφροσύνη είναι στολή της θεότητας. Γιατί ο Λόγος του Θεού που έγινε άνθρωπος, αυτή ντύθηκε, κ’ ήρθε σε συνάφεια μαζί μας μ’ αυτή, παίρνοντας σώμα σαν το δικό μας. Κι όποιος τη ντύθηκε, αληθινά έγινε όμοιος μ’ Εκείνον, που κατέβηκε από το ύψος Του, και που σκέπασε την αρετή της μεγαλωσύνης Του και τη δόξα Του με την ταπεινοφροσύνη. Κι αυτό έγινε για να μην κατακαεί η κτίση από τη θωριά Του. Γιατί η κτίση δεν μπορούσε να τον κοιτάξει , αν δεν έπαιρνε ένα μέρος απ’ αυτή (το σώμα), κ’ έτσι μίλησε μ’ αυτή. Σκέπασε τη μεγαλωσύνη Του με τη σάρκα, και μ’ αυτή ήρθε σε συνάφεια μαζί μας, με το σώμα που επήρε από την Παρθένο και Θεοτόκο Μαρία. Ώστε, βλέποντάς τον εμείς πως είναι από το γένος μας και πως μας μιλά σαν άνθρωπος, να μην τρομάξουμε από τη θωριά Του. Γι’ αυτό, όποιος φορέσει τη στολή που φόρεσε ο Κτίστης (δηλαδή την ταπεινοφροσύνη), τον ίδιον τον Χριστό ντύθηκε.»
Η φάτνη είναι η ταπεινή καρδιά, που μοναχά σ’ αυτή πηγαίνει και γεννιέται ο Χριστός.

Η Εκκλησία μας φωτοβολά μέσα στο χειμωνιάτικο σκοτάδι, γιορτάζοντας τη Γέννηση του Κυρίου. Από μέσα της ακούγεται μια υπερκόσμια υμνωδία, σαν εκείνη που ψέλνανε οι άγγελοι τη νύχτα που γεννήθηκε ο Κύριος, «ἦχος καθαρός ἑορταζόντων».
Ποιος λαός άλλος, παρεκτός από μας, έχει αυτή την ευλογία; Ποιο άλλο έθνος τέρπεται κ’ ευφραίνεται κι αγιάζεται με τέτοια ουράνια απηχήματα;
Και ποια είναι η αρχαγγελική σάλπιγγα που ακούγεται σήμερα που γεννιέται ο Χριστός; Είναι του Αγίου Κοσμά του Ποιητού. Κι από την άλλη μεριά, ακούγεται μια άλλη γλυκύτατη φωνή, η φωνή του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Δυο κόρδες της ίδιας ουράνιας κιθάρας! Ο Κοσμάς έχει γράψει τον Κανόνα των Χριστουγέννων σε πιο απλή αρχαία γλώσσα, στο πεζό. Ο Δαμασκηνός έχει γράψει τον δεύτερο Κανόνα της ίδιας γιορτής σε πιο αρχαία γλώσσα και σε στίχο ιαμβικόν. Ο ενθουσιασμός του ενός συνταιριάζεται με τη μεγαλοπρέπεια του άλλου.
[…]
Λοιπόν, ας ευχαριστήσουμε τον Κύριο με χαροποιά δάκρυα, κι ας ψάλουμε με γλυκόφονα στόματα τον επινίκειον ύμνο:
«Ἔθνη τά πρόσθεν τῇ φθορᾷ βεβυσμένα,
ὄλεθρον ἄρδην δυσμενοῦς πεφευγότα,
ὑψοῦτε χεῖρας σύν κρότοις ἐφυμνίοις,
μόνον σέβοντα Χριστόν ὡς εὐεργέτην
ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς συμπαθῶς ἀφιγμένον.»
«Ω έθνη, που είσαστε πριν βουτηγμένα στη φθορά και στον θάνατο, και που ξεφύγατε ολότελα από την καταστροφή του πονηρού διαβόλου, υψώσετε τα χέρια σας με χαρά και με αγαλλίαση, λατρεύοντας μοναχά τον Χριστό, τον ευεργέτη σας, που ήρθε στον κόσμο μας από συμπόνεση, για να μας σώσει.»
Φώτης Κόντογλου, Το Αϊβαλί η πατρίδα μου

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Στο Χριστό στο Κάστρο (Μέρος 2ο)

Συνέχεια από 1ο μέρος

Ούτος ήτο ο Βασίλης της Μυλωνούς, ο αδελφός του Αργυρή, του αποκλεισμένου από τάς χιονας. Ήλθεν εις την αποβάθραν με σακκον πλήρη τροφίμων και με αλλά τίνα εφόδια διά την εκδρομήν. Ιδών αυτόν ο ιερεύς:
«Πώς το έμαθες, Βασίλη;» του λέγει.
«Το έμαθα, παπά, απ το μαστροΠανάγο το μαραγκό».
«Τί ώρα και πού τον είδες;»
«Κατά τάς δέκα τον ηυρα εις το καπηλειό του Γιάννη του Μπουμπούνα. Είχε φάει ψωμί κι εβγηκε να πιή δυο τρία κρασιά με το ισναφι. Έλεγε πώς αποφασίσατε να πάτε στο Κάστρο, και σάς εκατακρινε για την τόλμη. Μα εγώ το χάρηκα, γιατί ανησυχώ για κείνον τον αδερφό μου, και θέλω να ρθω μαζί σας, αν με παίρνετε».
«Ας είναι, καλώς να ρθης» είπεν ο ιερεύς.
Εξέπλευσαν. Εστράφησαν προς το μεσημβρινοδυτικον του λιμένος, κι έβαλαν πλώρη το ακρωτήριον Καλαμάκι. Ο άνεμος ήτο βοηθητικός και ο πλούς ευοίωνος ηρχιζε. Ναί μέν εκρυωναν πολύ, αλλ ησαν όλοι βαρεως ενδεδυμε·νοι. Ο παπάς εκαθισεν εις το πηδάλιον φορών την γουνάν του. Η πρεσβύτερα είχε το σάλι της το διπλό, η θειά το Μαλαμώ είχε το βαρύ γουνάκι και την κουζουκά της. Ο μπαρμπα-Στεφανης ήτο με την νιτσεράδα του, με τον κηρωτον πίλον του, με τον ιμάντα δεδεμενον υπό τον πώγωνα, με τα μακρά πτερύγια σκεπαζοντα τα ώτα, και ο υιός του Σπύρος, ο καλούμενος κοινώς το Μπερκάκι, με τάς πρεκνάδας και με τάς βούλλας εις το πρόσωπον, ήτο με τα μανίκια της μάλλινης καμιζόλας του ανασφουγγωμένος ως τους αγκώνας.

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Στο Χριστό στο Κάστρο (Μέρος 1ο)

- «Το Γιάννη το Νυφιώτη και τον Αργύρη της Μυλωνούς τους έκλεισε το χιόνι απάν’ στο Κάστρο, τ’ ν πέρα πάντα, στο Στοιβωτό τον ανήφορο, τ’ ακούσατε;»
Ούτως ωμίλησεν ο παπα-Φραγκούλης ο Σακελλάριος, αφού έκαμε την ευχαριστίαν του εξ οσπρίων και ελαιών οικογενειακού δείπνου, την εσπέραν της 23ης Δεκεμβρίου του έτους 186… Παρόντες ήσαν, πλην της παπαδιάς, των δυο αγάμων θυγατέρων και του δωδεκαετούς υιού, ο γείτονας ο Πανάγος ο μαραγκός, πεντηκοντούτης, οικογενειάρχης, αναβάς διά να είπη μίαν καλησπέραν και να πιή μίαν ρακιά, κατά το σύνηθες, εις το παπαδόσπιτο· κι η θειά το Μαλαμώ η Καναλάκαινα, μεμακρυσμένη συγγενής, ελθούσα διά να φέρη την προσφοράν της, χήρα εξηκοντούτις, ευλαβής, πρόθυμος να τρέχη εις όλας τάς λειτουργίας και να υπηρετή δωρεάν εις τους ναούς και τα εξωκκλήσια.
«Τ ακούσαμε κι ημείς, παπά» απήντησεν ο γείτονας ο Πανάγος, «έτσ είπανε».
«Τί είπανε; Είναι σίγουρο, σάς λέω» επανέλαβεν ο παπα-Φραγκούλης. «Οι βλοημένοι, δε θα βάλουν ποτέ γνώση. Επήγαν με τέτοιον καιρό να κατεβάσουν ξύλα, απάν απ’ του Κουρουπή τα κατσάβραχα, στο Στοιβωτό, εκεί πού δεν μπορεί γίδι να πατήση. Καλά να τα παθαίνουν!»
«Μυαλό δεν έχουν αυτός ου κόσμους, θα πώ» είπεν η θειά το Μαλαμώ. «Τώρα οι αθρώποι γινήκαν αποκότοι».

Τρία άγνωστα θρησκευτικά άρθρα του Παπαδιαμάντη : "Χριστούγεννα" - "Πρωτοχρονιά" - "Φώτα"

Γιώργος Βαλέτας

Τρία άγνωστα θρησκευτικά άρθρα του Παπαδιαμάντη :
"Χριστούγεννα" - "Πρωτοχρονιά" - "Φώτα"


Από το περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, 1941


Χριστούγεννα

Εάν το Πάσχα είναι η λαμπρότατη του Χριστιανισμού εορτή (1), τα Χριστούγεννα βεβαίως είναι η γλυκύτατη και συγκινητικωτάτη, και δια τούτο ανέκαθεν εθεωρήθη ως οικογενειακή κατ’ εξοχήν εορτή.

Εν τη Εσπερία δε τα κατ’ αυτήν ανεπτύχθησαν και διετυπώθησαν όντως, ώστε προσέλαβεν ιδιόρρυθμόν τινα τύπον, και ήθη, έθιμα και παραδόσεις ιδιαίτεραι προς αυτήν συνεκροτήθησαν (2) και επ’ αυτής αντεπέδρασαν.

Ολόκληρον φιλολογίαν αποτελούσι τα λεγόμενα Contes de Noël, τα Χριστούγεννιάτικα δηλ. παραμύθια, ών τινα εξόχων συγγραφέων έργα είναι ωραιότατα, βιβλιοθήκην δε ολόκληρον δύνανται να γεμίσωσι τα κατ' έτος εκδιδόμενα Christmas Numbers, τα έκτακτα δηλ. φυλλάδια των εικονογραφημένων περιοδικών (3)} τα δημοσιευόμενα επί τη εορτή των Χριστουγέννων, μετά καλών εικόνων και ποικιλωτάτης τερπνής ύλης.

Ουδέν δε άπορον αν εν τη Δύσει ιδίως ανεπτύχθη η εορτή αύτη, διότι εκ της Δύσεως έχει αν όχι την αρχήν, τουλάχιστον την τάξιν και την σύστασιν.

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Τα Χριστούγεννα στη λογοτεχνία

Οι γιορτές σταματούν για λίγο τη ροή του χρόνου, καθώς σηματοδοτούν τις εποχές, προκαλούν αναδρομές και μας μεταφέρουν στο παρελθόν. Τα Χριστούγεννα επιστρέφουμε στην παιδική μας ηλικία, τη μεγάλη δεξαμενή των αφηγήσεων, των εικόνων και του χρόνου, ενός κόσμου που τον αναδημιουργούμε στα μέτρα των επιθυμιών μας. Αλλωστε τα Χριστούγεννα γιορτάζουμε την έλευση του Βρέφους που θα σώσει τον κόσμο. Μέσα από την ανάμνηση της προσδοκίας ανακτούμε τη χαμένη μας παιδικότητα, δηλαδή βιώνουμε ξανά τις προγενέστερες εμπειρίες μας προβάλλοντας την εικόνα μας στο παρελθόν. Οσο κι αν φαίνεται παράξενο, οι αφηγήσεις αρχίζουν και τελειώνουν εκεί που μοιάζει να παγώνει ο χρόνος. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που στις χριστουγεννιάτικες αφηγήσεις το χιόνι λειτουργεί ως συμβολικό υλικό του χρόνου και ότι κατά κάποιον τρόπο τον υποστασιώνει - γι' αυτό άλλωστε και ιδεώδη Χριστούγεννα είναι τα λευκά Χριστούγεννα.
Οταν ο χρόνος ακινητεί, οι αφηγήσεις πολλαπλασιάζονται και προεκτείνονται. Τότε πυκνώνει η ατμόσφαιρα, η ζωή αποκτά το τελετουργικό νόημα του ανεπανάληπτου και τα γνωρίσματα της μυθοπλασίας, ενώ όλες σχεδόν οι πράξεις της καθημερινότητας ερμηνεύονται συμβολικά.
Μαύρο παραμύθι
Εκατοντάδες χιλιάδες σελίδες έχουν γραφτεί για τα Χριστούγεννα. Ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα, λυρικά δοκίμια. Το πνεύμα της γιορτής έρχεται να μας θυμίσει τα σφάλματα και τις αδικίες και να αποκαλύψει άγνωστες πτυχές του υπαρκτού κόσμου. Γράφοντας το 1843 τη Χριστουγεννιάτικη ιστορία, το γνωστότερο έργο του με αφορμή τη μεγαλύτερη γιορτή των Δυτικών, ο Ντίκενς στέλνει τρία πνεύματα να θυμίσουν στον σπαγκοραμμένο Εμπενέζερ Σκρουτζ ότι αυτά που άδικα κέρδισε στη ζωή εις βάρος των άλλων θα τα πληρώσει με έναν άθλιο θάνατο. Σε άλλο επίπεδο βέβαια, το μυθιστόρημα αυτό μέσα από μια χριστουγεννιάτικη αλληγορία (ένα μαύρο παραμύθι) καταγγέλλει την αθλιότητα και την κοινωνική αδικία που έφερε στην Αγγλία η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση.
Ο Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον γράφει για τα Χριστούγεννα στη θάλασσα - και η δραματικότητα του θέματος οφείλεται στο γεγονός ότι κατά παράδοση την ημέρα αυτή όλοι θέλουν να βρίσκονται στα σπίτια τους υπακούοντας στο αίσθημα της καταγωγής, ή πιο σωστά: στην ανάγκη να ανήκουν σε έναν τόπο. Ο τόπος αυτός, για τους ποιητές τουλάχιστον, είναι τα τοπία της παιδικής τους ηλικίας. Τα Χριστούγεννα στην Ουαλλία, όπου τα άλογα στους στάβλους είναι μυθικοί Κένταυροι, ονειρεύεται στο Λονδίνο ο Ντίλαν Τόμας. Μέσα στον χειμώνα του ουαλλικού τοπίου φυλάσσεται ζωντανός ο σπόρος της πρωταρχικής εμπειρίας που ανθίζει φανταστικά εν όψει της έλευσης του Θείου Βρέφους, ενώ σε ένα παρόμοιο τοπίο πολλά χρόνια νωρίτερα ο Τένισον ακούει «φωνές στην ομίχλη», τα άσματα των αγγέλων μέσα στον άνεμο και πάνω από το χιόνι που δίνουν νόημα στο μυστήριο της ζωής.
Το ίδιο μυστήριο περιβάλλει και τα χριστουγεννιάτικα δέντρα του Φροστ στη Νέα Αγγλία σε τόπο και χρόνο παράλληλους με εκείνους όπου έναν αιώνα νωρίτερα - κι ακόμη πιο παλιά - ήχησαν οι καμπάνες του Θάκερεϊ, του Τόμας Χάρντι, του Λονγκφέλοου, του Χέρικ, του Χέρμπερτ και του Κόλριτζ.
Ο κόσμος των Χριστουγέννων, μαγικός, νοσταλγικός και αλλότριος, απλώνεται πάνω από τον πραγματικό και τον σκεπάζει τώρα σαν το χιόνι. Η πρωτεύουσά του βρίσκεται στο στερέωμα, στο φεγγάρι, που πλέει στη θάλασσα των ουρανών και όπου, σύμφωνα με τον μύθο, έκτισε το ανάκτορό του ο Αγιος Νικόλαος. Από εκεί κάποιο χριστουγεννιάτικο πρωινό στα τέλη του 19ου αιώνα ο Μαρκ Τουέιν υποδυόμενος τον Αϊ-Βασίλη στέλνει ένα γράμμα στη μικρή του κόρη Σούζι. Με χιούμορ και τρυφερότητα της ζητεί να τον συγχωρήσει γιατί απαντώντας στα γράμματα που του είχε στείλει η μικρή (μέσω της μητέρας της, σημειώνει ο συγγραφέας «κλείνοντάς» της πονηρά το μάτι) δεν της γράφει με το ίδιο άψογο ύφος, αφού, όπως λέει, είναι «ξένος».
Αλληγορία της νύχτας
Το σεληνιακό φως είναι μια αλληγορία της νύχτας και του αθέατου κόσμου το ίδιο ισχυρή με τη λάμψη του χριστουγεννιάτικου άστρου πάνω από τη φάτνη που κυριαρχεί στο στερέωμα και οδηγεί τους Τρεις Μάγους στο ταξίδι τους για το σπήλαιο της Βηθλεέμ. Με αφορμή αυτό το ταξίδι - και κατά παρότρυνση του εκδότη του Τζέφρι Φέιμπερ - επιστρέφει το 1927 στην ποίηση ο Ελιοτ έπειτα από μακρά περίοδο σιωπής. Ο Δεκέμβριος είναι η χειρότερη εποχή του χρόνου για ένα τόσο μακρύ ταξίδι, όπως γράφει στην αρχή του ποιήματος. Αλλά στην καρδιά του χειμώνα, το νεκρό σημείο των εποχών, ζωντανεύουν οι αναμνήσεις ως μορφές της αναγέννησης που δεν είναι παρά μία ακόμη εκδοχή του θανάτου. Σε άλλους συγγραφείς το χιόνι μεταφέρει τις αναμνήσεις στα στενά των πόλεων, πάνω στις στέγες, στους φωτισμένους δρόμους που αδειάζουν όταν κλείνουν τα καταστήματα και όταν άλλες ψυχές έρχονται να κατοικήσουν τα άδεια διαστήματα στις έρημες αυλές, στα σκοτεινά υπόγεια και στις απόμερες γωνιές: οι άστεγοι, οι απόκληροι, οι διαρρήκτες (σαν κι εκείνον στο θαυμάσιο διήγημα του Κάθερ), οι αμαξάδες του Τσέχοφ έξω από τα καπηλειά, οι βιαστικοί περαστικοί του Ο' Χένρι και του Ουάσιγκτον Ιρβινγκ ή ο δυστυχής τεμπέλης του Παπαδιαμάντη που δεν έχει χρήματα ούτε για ποτό και ως «κακό πατέλα», όπως τον αποκαλεί ο μικρός του γιος, τον έχουν διώξει από το σπίτι η γυναίκα και ο κουνιάδος του.
Μέσα στη χαρμόσυνη ακινησία και την τελετουργία της γιορτής ωστόσο οξύνονται οι ατέλειες και οι αδικίες του κόσμου. «Των άγριων λαών η ορμητική αντάρα» ταράζει την ψυχή του Παπατσώνη που στο ποίημά του Χριστουγεννιάτικη αγρυπνία τρέμει μήπως δεν τα καταφέρει να μπει στο πνεύμα της γιορτής και αντί για ύμνο των Χριστουγέννων καταλήξει να γράψει θρήνο. Μερικά χρόνια αργότερα ο Σαχτούρης γράφει μέσα στον Εμφύλιο το σπαρακτικό ποίημά του Χριστούγεννα 1948, όπου είναι «τα σπίρτα καμένα / και πέφτει οβίδα στη φάτνη / του μικρού Χριστού». Εδώ βρισκόμαστε πολύ μακριά από την εποχή που για τον Τσέστερτον τα μαλλιά του Θείου Βρέφους ήταν από καθαρό φως. Η τραγωδία τώρα σκοτεινιάζει αυτό το φως και ακυρώνει τον μύθο.
Οι πόλεις μεταμορφώνονται τα Χριστούγεννα όχι μόνον εξαιτίας των φωτισμένων δρόμων, των στολισμένων καταστημάτων και των δώρων που συσσωρεύονται κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο για να ανταλλαγούν με την άφιξη του νέου έτους. Είναι σαν να μεταφέρεται η ατμόσφαιρα, η γαλήνη και η απλότητα της υπαίθριας ζωής - δηλαδή ενός ιδεώδους αγροτικού πολιτισμού - μέσα στο επιθετικό αστικό τοπίο. Ξαναγυρίζουμε στη φύση, στις εποχές, στον αιώνιο κύκλο της γέννησης και του θανάτου και στον αδιατάρακτο κόσμο. Η γιορτή είναι παγκόσμια όπως και η φύση, γι' αυτό και όλοι πρέπει να μετέχουν. Αν κάποιοι δεν μπορούν, αυτό οφείλεται στη βαρβαρότητα με την οποία σφράγισαν οι ιστορικές εποχές τον σύγχρονο κόσμο. Η γιορτή λοιπόν αφυπνίζει τη συνείδηση και αποκαλύπτει τη φύση και τις συνέπειες του Κακού, για τούτο και το χριστουγεννιάτικο μυθιστόρημα - όπως άλλωστε και τα διηγήματα - του Ντίκενς προτάσσουν το αίτημα να αποκατασταθεί η δικαιοσύνη και να εκλείψει η φιλαργυρία, γιατί οι σπόροι του Κακού φυτρώνουν μέσα στην ίδια την ανθρώπινη ψυχή.
Η συμβολική αναγωγή στη μυθολογία της γέννησης και του θανάτου και η ηχώ από τα άσματα των αγγέλων που περνάει μέσα από τα χριστουγεννιάτικα δέντρα των ποιητών, στην πεζογραφία αντικαθίσταται από τη σκληρή εικόνα ενός κόσμου που δεν μπορεί να χαρεί γιατί οι ενοχές του είναι εξίσου δυσβάστακτες με τις αδυναμίες του. Στις σύγχρονες κοινωνίες η λογοτεχνία είναι αρνητική, όμως το φως των Χριστουγέννων εξακολουθεί να φωτίζει τις σκοτεινές πλευρές της, τη χαμένη μας παιδικότητα και τις ονειρικές πολιτείες της μνήμης.
Πηγή: Το Βήμα.gr

Χριστουγεννιάτικα διηγήματα


Χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Αλ. Παπαδιαμάντη
Πηγή:24grammata.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...