Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρβανίτες-Αρβανίτικα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρβανίτες-Αρβανίτικα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Απριλίου 2009

Οι "ανύπαρκτοι" Αρβανίτες και Βλάχοι και η καταγωγή των Αρβανιτών



Την προχειρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το ελληνικό κράτος τις "εθνικά ύποπτες" ομάδες την γνωρίζουμε όλοι. Αναφέρομαι στους έλληνες υπηκόους που ομιλούν την τουρκική γλώσσα και αυτοπροσδιορίζονται ως Τούρκοι εθνικά και στους έλληνες υπηκόους που ομιλούν την σλαβομακεδονική γλώσσα και αυτοπροσδιορίζονται ως Μακεδόνες εθνικά.
Το ελληνικό κράτος "κατάφερε' (διότι περί κατορθώματος πρόκειται) να μεταλλάξει τους σλαβόφωνους Πομάκους και τους μουσουλμάνους τσιγγάνους σε Τούρκους (μέσω της υποχρεωτικής τους συμμετοχής στα μειονοτικά σχολεία που η διδασκαλία γίνεται στην τουρκική γλώσσα).
Πάμε να δούμε όμως πως βλέπει το ελληνικό κράτος τους Έλληνες Αρβανίτες και Βλάχους και κυρίως πως συγχέει τις "μειονοτικές γλώσσες" με τις "γλωσσικές μειονότητες".

Ο Αρβανίτικος Σύνδεσμος.

(Παραθέτω αποσπάσματα από την "Διημερίδα για τα Αρβανίτικα", που διεξήχθη στις 24 & 25 Οκτωβρίου 1998 στο Πάντειο Πανεπιστήμιο):

Αρ.Κόλλιας[1]: Γύρω στο 1981 ιδρύεται ο «Αρβανίτικος Σύνδεσμος της Ελλάδας» και έχει στόχο τη συλλογή, καταγραφή και μελέτη της αρβανίτικης γλώσσας, του αρβανίτικου πολιτισμού κλπ. Έγιναν ηρωικές προσπάθειες να σταθεί αυτός ο σύνδεσμος. Το 1983 άρχισε να κυκλοφορεί το περιοδικό ΜΠΕΣΑ. […] Εξεδόθησαν 34 τεύχη, κάτω από συνθήκες δονκιχωτικές. Ήταν μια προσπάθεια που δεν βοηθήθηκε από πουθενά. Μερικοί άνθρωποι «τρελοί», παθιασμένοι με αυτό το πράγμα, προσπάθησαν να στηρίξουν αυτή την προσπάθεια. Πολεμήθηκαν. Εγώ είχα την τύχη να είμαι πρόεδρος του Συνδέσμου αυτού για μερικά χρόνια. Πολεμηθήκαμε από όλες τις πλευρές, και κυρίως πολεμηθήκαμε από τους ίδιους τους Αρβανίτες. Ο Σύνδεσμος μετά την κάθοδο των Αλβανών και την αντιαλβανική προπαγάνδα […] περιόρισε αρκετά τις δραστηριότητές του[2].
Ενώ στην αρχή ξεκινήσαμε και είχαμε μια ενθουσιώδη συμμετοχή των Αρβανιτών, μόλις άρχισε να φουντώνει αυτό το πράγμα, κατευθείαν άρχισαν εν χορώ όλες οι εφημερίδες, δεξιές και αριστερές, να διαβάλλουν αυτήν την κίνηση. Θυμάμαι ότι κάναμε μια ομιλία στα Λεύκτρα της Βοιωτίας, όπου είχε μιλήσει ο κύριος Μίχας. Ενθουσιασμός, χειροκροτήματα, τα πάντα. Είχαν στείλει πούλμαν ακροδεξιές οργανώσεις, παραστρατιωτικές και παραθρησκευτικές, και την επόμενη μέρα έγραφαν όλες οι εφημερίδες, από τον Ριζοσπάστη μέχρι την Ελεύθερη Ώρα, ότι ο Αρβανίτικος Σύνδεσμος αποτελείται από πράκτορες των Αλβανών στην Ελλάδα και μίλησε, λέει, ο κύριος Μίχας με δεξιά του το γραμματέα της αλβανικής πρεσβείας και αριστερά του τον πρεσβευτή. Ούτε πρεσβευτής ούτε γραμματέας υπήρχε. Και σας είπα, όλες οι εφημερίδες εν χορώ. Το μάτι της εξουσίας υπάρχει σε όλες τις εφημερίδες.
[3]
Όταν ιδρύθηκε ο Αρβανίτικος Σύνδεσμος και όταν μπήκα εγώ μέσα το 1983, είχαμε αθρόα προσέλευση, συμμετοχή από επισήμους και ανεπίσημους. Μέχρι και η Μελίνα Μερκούρη μας πήρε τηλέφωνο και είπε: «Εμένα, ρε μπαγάσες, γιατί δεν με καλέσατε, δεν είμαι Αρβανίτισσα εγώ;».
Λοιπόν, στην συνέχεια δημιουργήθηκε αυτό το κλίμα που προανέφερα, με μια ενορχηστρωμένη και οργανωμένη εκστρατεία, και έκτοτε οι άνθρωποι πάγωσαν και είπαν τι κάνουμε εδώ μέσα; Απευθυνόμασταν σαν Σύνδεσμος στους Δήμους και στις Κοινότητες. Πολλοί κοινοτάρχες και δήμαρχοι έδειχναν ενθουσιασμένοι. Τους μιλάγαμε εμείς για κάποιες εκδηλώσεις πολιτιστικού περιεχομένου, μουσικές βραδιές κτλ. Έθεταν το θέμα λοιπόν στο δημοτικό συμβούλιο, το οποίο αποτελούνταν από 9-11 άτομα, και αν έστω και ένας εξέφραζε την αντίθεσή του δημιουργούσε κλίμα φοβίας και άρνησης. Έλεγε: «να, οι εφημερίδες λένε ότι είναι πράκτορες». Λοιπόν, υπήρξε αυτή η φοβία από την εποχή αυτή, από την ημέρα αυτή που μίλησε ο κύριος Μίχας στα Λεύκτρα[4].

Γ.Μίχας[5]: […] Όσο όμως υπάρχει ο φόβος, και μάλιστα ο φόβος που δημιουργήθηκε με αφορμή την εκδήλωση εκείνη που ανέφερε ο κύριος Κόλλιας, είναι δύσκολα τα πράγματα. Συγκεκριμένα εγώ, την εποχή εκείνη –είμαι εκπαιδευτικός- ήμουν αποσπασμένος στο Υπουργείο Παιδείας. Με είχε καλέσει σε γραπτή απολογία ο τότε υπουργός κύριος Κακλαμάνης. Είχα τρομοκρατηθεί και εγώ, γιατί οι μόνοι οικονομικοί πόροι για την επιβίωσή μου ήταν αυτοί που προέρχονταν από το μισθό μου. Μετά είχε δημιουργηθεί ένα θέμα στους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής εκεί. Ήξεραν όλοι ότι εγώ είχα γράψει ένα βιβλίο για την περιοχή, αλλά μετά άκουγαν ότι ήμουνα και πράκτορας και άντε τώρα να πιάσεις τον καθένα και να του πεις ότι αυτό είναι ψέμα. Βεβαίως εμείς εκδώσαμε ανακοίνωση, η οποία όμως όπου δημοσιεύτηκε, δημοσιεύτηκε μετά από αρκετές μέρες και με ψιλά γράμματα, ενώ η επίθεση, μας είχε γίνει με πρωτοσέλιδα και με φωτογραφίες. Υπήρξε οργανωμένη επιχείρηση, είχαν έρθει από την Ασφάλεια και την ΕΥΠ, με ρετουσαρίσματα φωτογραφιών, με κολάζ και τέτοια, για να σπαρεί ο φόβος[6].

Λ.Τσιτσιπής[7]: Όταν το 1985 με είχε καλέσει ένας αρβανίτικος σύλλογος, ο «Μάρκος Μπότσαρης», σε μια εκδήλωσή του, με κάλεσε και το παράρτημα εξωτερικών του Υπουργείου Μακεδονίας-Θράκης, Βορείου Ελλάδος τότε, να μου πει να μην πάω. Λέω: «Η Μελίνα (σ.σ. Μερκούρη) από τη μια μεριά το χρηματοδοτεί από την μπρος πόρτα. Εσείς από την πίσω πόρτα το ξηλώνετε;». Λέει: «Καταλάβαμε εκ των υστέρων ότι μπορεί οι Αλβανοί να θέσουν θέμα με αυτό το συνέδριο». Φυσικά εγώ πήγα στο συνέδριο, δεν υπήρχε κανένας λόγος να μην πάω, αλλά κατάφεραν δυστυχώς να τρομοκρατήσουν κάποιους άλλους συναδέλφους, οι οποίοι δεν πήγανε[…][8].

Το Ευρωπαϊκό Γραφείο Λιγότερο Διαδεδομένων Γλωσσών (ELBUL).

Το Ευρωπαϊκό Γραφείο Λιγότερο Διαδεδομένων Γλωσσών (ELBUL)[9] ιδρύθηκε το 1982, μετά από συμπόσιο που διοργανώθηκε στις Βρυξέλλες με πρωτοβουλία ομάδας ευρωβουλευτών. Σκοπός του είναι η διατήρηση και προαγωγή των περιφερειακών γλωσσών και της αυτόχθονης έκφρασης στο έδαφος των κρατών μελών της Ένωσης. Είναι ανεξάρτητος οργανισμός που συνεργάζεται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωκοινοβούλιο. Έχει έδρα το Δουβλίνο και χρηματοδοτείται από την Επιτροπή, τις κυβερνήσεις της Ιρλανδίας και του Λουξεμβούργου, την επαρχιακή κυβέρνηση της Φρίσλαντ και την γερμανόφωνη κοινότητα του Βελγίου.
Τον Ιούλιο του 1995, ο Σωτήρης Μπλέτσας, μέλος της «Εταιρείας Αρωμάνικου (βλάχικου) Πολιτισμού», κατά την διάρκεια του ετησίου ανταμώματος των Βλάχων, παρέδωσε στον πρόεδρο της Πανελλήνιας Ένωσης Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων το επίσημο δελτίο του ELBUL (contact Bulletin) με τον χάρτη των 44 μειονοτικών γλωσσών της Ε.Ε. Ο πρόεδρος μόλις είδε το φυλλάδιο, το άρπαξε και φώναξε τους αστυνομικούς να συλλάβουν τον Μπλέτσα. Ο ίδιος περιγράφει: «Αμέσως με περικύκλωσαν καμιά τριανταριά αστυνομικοί και με οδήγησαν στο τμήμα. Εκεί υποχρεώθηκα να υπογράψω δήλωση και να αποκηρύξω όσα «αντεθνικά» περιλαμβάνονταν στο δελτίο»
[10]. Ο κ.Μπλέτσας, έπειτα από όλα αυτά παραπέμπεται στην δικαιοσύνη και καταδικάζεται πρωτόδικα (Πρωτ.Αθ.11263/2001). Η απόφαση του Πρωτοδικείου αναφέρει τα εξής:
«[…] ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχο κατά πλειοψηφία του ότι:
Στην Αθήνα την 1-7-95 διέσπειρε με τον πιο κάτω τρόπο ψευδείς φήμες ικανές να επιφέρουν ανησυχίες στους πολίτες και ειδικότερα σε πολιτιστική εκδήλωση των Βλάχων στη Νάουσα, διένειμε στους παρευρισκόμενους στο φυλλάδιο -χάρτη στην Αγγλική γλώσσα, το οποίο γνώριζε ότι ανέφερε ψευδώς ότι στην Ελλάδα πέραν της Ελληνικής γλώσσας ομιλούνται σε μικρότερη έκταση και άλλες πέντε (5) γλώσσες και συγκεκριμένα α) στην περιοχή Έβρου η Τουρκική γλώσσα και μάλιστα σε ολόκληρη τη Δυτική Θράκη, β) στην Δυτική Θράκη επίσης και στις περιοχές των Πομάκων η Βουλγαρική γλώσσα, γ) σε ολόκληρη περιοχή της Βορείου Ελλάδος η Σλαβομακεδονική γλώσσα, στην οποία επεξηγηματικά χαρακτήριζε με την γνωστή ορολογία του Κράτους των Σκοπίων (MAKEDONSKI) δ) στις ορεινές περιοχές της Θεσσαλίας Ηπείρου και Πίνδου η Ρουμάνικη γλώσσα (AROUMANIA - ARMANESTI) και ε) στις περιοχές της Δυτικής Ελλάδος, Στερεάς Ελλάδος, Πελοποννήσου και Ευβοίας η Αρβανίτικη γλώσσα οι φήμες δε αυτές ήταν ικανές να επιφέρουν ανησυχία στους πολίτες αφού μπορούσαν να δημιουργήσουν σ΄ αυτούς την εντύπωση ότι υπάρχουν στην Ελλάδα μειονοτικά προβλήματα, γεγονός που γνώριζε»
[11].
Ο κ.Μπλέτσας καταδικάζεται λοιπόν πρωτόδικα με 15μηνη φυλάκιση. Η υπόθεση πάει στο Εφετείο. Μετά από δύο αναβολές, το Τριμελές Εφετείο Αθήνας αθωώνει [12] πανηγυρικά τον Σωτήρη Μπλέτσα από την κατηγορία της «διασποράς ψευδών ειδήσεων».
Σχετικά με την σχέση των Αρβανιτών με το εν λόγω Γραφείο, γράφει ο τέως πρόεδρος του Αρβανίτκου συλλόγου, Αρ. Κόλλιας:
«Ο Αρβανίτικος Σύνδεσμος αρνήθηκε κάθε οικονομική βοήθεια από το Γραφείο, γιατί θεώρησε ότι το θέμα είναι ευαίσθητο από κάθε άποψη, ενδεχομένως δε να δημιουργούσε προβλήματα στην Ελληνική πολιτεία και πνεύμα καχυποψίας μεταξύ των μελών μας», έγραφε το 1989 στο περιοδικό Μπέσα (τεύχος 12)».[13]
Αν αυτά είναι τα προβλήματα των γλωσσικών μειονοτήτων που θεωρείται ότι έχουν απολύτως ενσωματωθεί στον εθνικό κορμό (Βλάχοι και Αρβανίτες), μπορεί κανείς να φανταστεί τις δυσκολίες που συνάντησε το Γραφείο κατά την επικοινωνία του με τις «εθνικώς ύποπτες» μειονότητες της Θράκης και της Μακεδονίας.
Στην Ελλάδα, πέραν της επίσημης και κυρίαρχης ελληνικής, μιλιούνται κι άλλες γλώσσες. Οι γλώσσες αυτές υπάρχουν: εάν σε κάποιους συνιστούν τμήμα μιας μειονοτικής ταυτότητας, όπως στους μουσουλμάνους της Θράκης ή σε τμήμα των σλαβόφωνων Μακεδόνων, σε άλλους αποτελούν την ιδιαίτερη πρόσβαση που αυτοί διαθέτουν προς την ελληνική τους ταυτότητα, όπως οι έλληνες Βλάχοι ή Αρβανίτες και το μεγαλύτερο μέρος των σλαβόφωνων στη Μακεδονία. Άλλο η γλωσσική μειονότητα, άλλο η μειονοτική γλώσσα
[14].

doctor
Y.Γ. Αν το ελληνικό κράτος βρει κάποιο μέλος αρβανίτικης ή βλάχικης οργάνωσης το οποίο αποδεδειγμένα είναι πράκτορας ή προπαγανδιστής του αλβανικού ή ρουμανικού εθνικισμού αντίστοιχα, να καταλογίσει σε αυτό τις νόμιμες συνέπειες. Όχι όμως να θεωρεί ανύπαρκτους τους αρβανίτες και τους βλάχους για να στήνει αστεία κατηγορητήρια που θυμίζουν περισσότερο Τουρκία παρά σοβαρή χώρα της Ε.Ε.
***Update-30.04.2009***
Έπειτα από μια πολύ όμορφη, πολιτισμένη και πολύ αποκαλυπτική συζήτηση που ξεπέρασε τα 150 σχόλια, παρουσιάζω δύο πολύ χαρακτηριστικά σχόλια που αλλάζουν την τροπή της αρχικής δημοσίευσης και παρουσιάζουν μία πολύ διαφορετική εικόνα. Κυρίως αναιρούν τα όσα έχει πει και γράψει ο κ.Κόλλιας καθώς όλη του η στάση συνέβαλε τα μέγιστα στην πλήρη απαξίωση του αρβανίτικου συνδέσμου και στην αποστασιοποίηση των αρβανιτών:
giorgos:
"αγαπητε doctor oταν υπηρχε ο αρβ συνδεσμος και δημιουργηθηκε το θεμα περι δοσιλογων αρβανιτων κλπ, όπως και στην παροιμια δεν υπαρχει καπνος αν δεν υπαρχει φωτια εχω να σου επισημανω τα εξης.ο Κολλιας πραγματι εσυναντατο με τον αλβανο πρεσβη ξενοφων νουσι της εποχης εκεινης. το τι ελεγαν ειναι σε ολους γνωστο. το ειχαν διαρευσει στα μελη του συνδεσμου τα ιδια τα μελη του δσ του συνδεσμου που ηθελαν την αρχηγια του συνδεσμου για λογους αρχηγικους και μονον. οταν το πραγμα χοντρυνε, και τα μμε κατηγορουσαν ανοιχτα τον συνδεσμο αυτο για αλβανικη προπαγανδα, δεν υπαρχει καπνος χωρις φωτια, οι περισσοτεροι αρβανιτες μελη ζητησαν απο το προεδρειο να προβει μεσω της μπεσας σε διαψευση των όσων ακουγονταν. οσο το διαβασες ποτε εσυ να γινεται αλλο τοσο και τα μελη του συνδεσμου που αποχωρησαν μετα ταυτα. δες λοιπον στο yt τα παλαι ποτε μελη του προεδρειου του αρβ συνδεσμου να ομιλουν σε σχετικο ντοκυμαντερ του λιριο νουσι ενος αλβανου που ζει και εργαζεται στην ελλαδα και κανει προπαγανδα υπερ των μειονοτικων αλβανων-αρβανιτων!!!!, να μιλουν στα αλβανικα! ειναι γνωστο πως τα εμαθαν, και οχι στα αρβανιτικα δηλ. την μητρικη τους γλωσσα. ξερεις doctor οταν ενας ολοκληρος λαος εξεγειρεται για κατι, οι ελληνες, και κυριως αυτοι που τους αφορα αυτο το κατι, εν προκειμενω οι αρβανιτες, δεν ειναι ουτε αμοιρο, ουτε τυχαιο. φωνη λαου, οργη θεου.αναφορικα γιατι ο αρβ συνδεσμος δεν δεχτηκε τους ξενους απο τας ευρωπας ηταν γιατι το γραφειο της εοκ ενδιαφεροταν και για γλωσσες οπως τα γυφτικα και τα πομακικα που δυστυχως οι ιδιοι οι αρβανιτες του συνδεσμου θεωρησαν οτι ειναι υποτιμητικο για τα αρβανιτικα να συμπεριληφθουν μαζι με τα γυφτικα κλπ και οχι για να μην δημιουργηθει θεμα περαιτερω οπως ανφερεται. ειναι πολυ απλο να βγαινουν συμπερασματα για πραγματα απο ανθρωπους που δεν εζησαν τα γεγονοτα σε ολο τους το μεγαλειο καθως και το παρασκηνιο της εποχης".
23 Απρίλιος 2009 2:15 μμ
----
Μάρκο Τ.:
"Το θέμα αυτό το γνωρίζω καλά, όπως γνωρίζω και τις τραγικές ευθύνες του μακαρίτη Αριστείδη Κόλλια, με τις ιδεοληψίες του και την άκρατη αλβανομανία του, ως προς την ουσιαστική διάλυση του αρβανίτικου συνδέσμου (είχαν φτάσει σε σημείο να τον απομυζούν οικονομικά κάτι επιτήδειοι δήθεν "αρβανιτόφιλοι" Αλβανοί. Γι' αυτό και εγώ, ενώ έχω φίλους Αλβανούς και ξέρω και αρβανίτικα και έχω μάθει και τα σύγχρονα αλβανικά, άμα ακούω έναν Αλβανό να "συγκινείται" υπέρ το δέον με τους Αρβανίτες, κουμπώνομαι". (22 Απρίλιος 2009 10:39 μμ).
"Για τον Αριστείδη Κόλλια έγραψα τη γνώμη μου (ιδεοληψία, αρχαιολατρεία, εμμονές που έφταναν σε αλβανολαγνεία, ο άνθρωπος είχε φτάσει στο σημείο να μιλάει με Αρβανίτες αλβανικά και όχι τα αρβανίτικα που γνώριζε από παιδάκι). Το αποκορύφωμα είναι η εκμετάλλευση της μνήμης του από φαιδρά υποκείμενα-wannabe καλλιτέχνες στυλ Λίριο Νούσι και διάφορους άλλους παμμέγιστους διανοούμενους κάποιας ηλικίας και εμβερχοτζικής κοπής της γείτονος. Αν η οικογένειά του δεν αντιδρά, κακό δικό τους. Ο Κόλλιας μετά το '99 δεν κοτούσε να πατήσει στο χωριό του, το Λεοντάρι Θηβών" (28 Απρίλιος 2009 12:56 μμ).
_______________________

[1] Αριστείδης Κόλλιας (1944-2000): Ερευνητής, εκδότης περιοδικού Άρβανον, συγγραφέας. Έργα: Οι Αρβανίτες και η καταγωγή των ελλήνων, Θάμυρις,Αθήνα 1985, Η προκήρυξη του Αρβανίτικου Συνδέσμου. Ένα ιστορικό ντοκουμέντο του 1899 (επίμ.), Θάμυρις, Αθήνα 1996.
[2] Κέντρο Μειονοτικών Ομάδων (ΚΕ.Μ.Ο.), Γλωσσική Ετερότητα στην Ελλάδα, Αθήνα 2001, σ.330-1
[3] ό.π, σ.370-1.
[4] ό.π. σ.371.
[5] Γιώργος Μίχας: Πρόεδρος του Αρβανίτικου Συνδέσμου, καθηγητής ΤΕΙ, συγγραφέας του Το Μαρτίνο (Μουζάκ) και τα προερχόμενα από αυτό Λάρυμνα (Καστρί), Λούτσι, Πύργος, β’έκδ., Λούτσι 1980.
[6] ΚΕΜΟ, ό.π. σ.372.
[7] Λουκάς Τσιτσιπής: Καθηγητής Ανθρωπολογίας, Τμήμα Γαλλικής Φιλολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Α.Π.Θ.). Έργα: Language change and language death in Albanian speech communities in Greece: a sociolinguistic study, PhD, Department of Anthropology, University of Winsconsin, Madison 1981. Functional restriction and grammatical reduction in Albanian language in Greece, Zeitschrift für Balkanologie, 1984, 20:122-31. A linguistic anthropology of praxis and language Shift, Arvanitika (Albanian) and Greek in contact, Clarendon Press, Οξφόρδη 1998.
[8] ΚΕΜΟ, Γλωσσική ετερότητα στην Ελλάδα, ό.π. σ.374.
[9]Η ιστοσελίδα του Γραφείου: http://www.eblul.org/
[10] Ιός της Κυριακής, Ελευθεροτυπία, 9/2/1997.
[11] Πρωτ.Αθ.11263/2001. Το πλήρες κείμενο της απόφασης: http://www.greekhelsinki.gr/bhr/greek/articles/pr_02_02_01.rtf
[12] Ελευθεροτυπία, 19/12/2001: http://www.iospress.gr/paraskinia/paraskinio20011219.htm
[13] Ιός της Κυριακής, Ελευθεροτυπία, 9/2/1997.
[14] ΚΕΜΟ, Γλωσσική Ετερότητα στην Ελλάδα, ό.π. σ.12.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2009

Αλβανοί-Αρβανίτες-Έλληνες



«Ποτέ Αλβανοί να μη πολεμήσετε κατά της Ελλάδος` αν θελήση ο Σουλτάνος, ας πολεμήση` αν έλθη στρατός ελληνικός εις τα μέρη μας, σεις να προσκυνήσετε και να μείνητε με τους Έλληνας. Αν σας δώση ο Σουλτάνος όπλα και πολεμοφόδια δια να πολεμήσετε κατά των Ελλήνων, να μη το δεχθήτε, διότι θα πάθητε ό,τι έπαθαν οι Βόσνιοι με την Αυστρίαν. Θα σκοτωθήτε, θα σκλαβωθούν τα γυναικόπαιδά σας, και θα δημευθή η περιουσία σας. Οι Έλληνες έχουν καλούς νόμους και να μείνητε με αυτούς. Ελπίζω δε να ζήσετε (…) Την ευχήν μου να έχητε όλοι να μη πολεμήσετε κατά των Ελλήνων» [1].

Το παραπάνω απόσπασμα βρίσκεται στον επίλογο της διαθήκης του Αβδούλ Μπέη Σελίμη του Δελβίνου.
Ο αλβανικός εθνικισμός έφερε την προτελευταία εθνογένεση στα Βαλκάνια (με τελευταία αυτή των σλαβομακεδόνων) και όπως όλοι οι εθνικισμοί, στηρίχθηκε στην αρχαιότητα[2], θεωρώντας τους Αλβανούς ως απογόνους των Ιλλυριών. Μια ιστορική ανασκόπηση όμως των τελευταίων αιώνων έχει να δώσει πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα. Η υπό εξέταση εποχή εκτείνεται από την εποχή της Επανάστασης του 1821 μέχρι την ίδρυση του αλβανικού κράτους (1913). Ως αρχή βέβαια θα μπορούσαμε να πάρουμε και το σχέδιο του Θ.Κολοκοτρώνη το οποίο σκόπευε στην ίδρυση μετά την Επανάσταση δίγλωσσου (ελληνικά-αλβανικά) και δίθρησκου (χριστιανισμός-μωαμεθανισμός) κράτους με σημαία που θα είχε πάνω της τον σταυρό και την ημισέληνο[3].
Το 1822, η επαναστατική κυβέρνηση των Ελλήνων επεδίωξε συμφωνία «μετά των Αλβανών Χριστιανών και Τούρκων (δηλ.μουσουλμάνων)» μέσω των Σουλιωτών με απώτερο σκοπό την εισχώρηση του αλβανικού εδάφους στην Ελλάδα. Η υπ’αρ. 1387/12.5.1822 απόφαση της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος ξεκινά ως εξής: «Επειδή η Αλβανία είναι μέγα και ουσιώδες μέρος και η ένωσίς της με την Επικράτειαν της Ελλάδος ειμπορεί να φέρη τα πλέον καλά αποτελέσματα […]» [4].
Κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, περί τους 2.000 μωαμεθανοί Αλβανοί έλαβαν μέρος στο πλευρό των επαναστατών, με δικούς τους αρχηγούς. Συγκινητική είναι η αναφορά που υπέβαλε στο Βουλευτικόν, τον Οκτώβριο του 1827, ένας από αυτούς, ο Μουσταφάς Γκέκας, ζητώντας ηθική και υλική ενίσχυση, για να μπορέσει να συνεχίσει τις υπηρεσίες του στον Αγώνα:

Προς την Σ.Βουλήν,
«Η τυραννία και το απάνθρωπον των ομοθρήσκων μου Μουσουλμάνων, και τα μεγάλα δίκαια του δεινοπαθούντος Ελληνικού λαού, όστις βεβαρυμένος από την πολυχρόνιον δουλείαν απεφάσισε το 1821 έτος το χριστιανικόν, να αποτινάξη τον ζυγόν, επειδή με εκίνησαν εις οίκτον και συμπάθειαν, απεφάσισα και εγώ να συναποθάνω με τους Έλληνας.
[…] Εν ενί λόγω, εδούλευσα την Ελλάδα και δουλεύω απ’αρχής του αγώνος της, συνευρισκόμενος και συναγωνιζόμενος με τους επισήμους της στρατηγούς. Καθ’όλας δε τας μάχας, εις ας συμπαρευρέθην, δις επληγώθην, των οποίων η επικινδυνοτέρα εστάθη, η συμβάσα μοι εις Πειραιά πληγή. Εις όλον δε το διάστημα δεν έλαβον από το ελληνικόν έθνος οβολόν διά μισθόν, εκτός των πεντακοσίων γροσίων δοθέντων μοι προλαβόντως χάριν περιθάλψεως παρά της Σ.Κυβέρνήσεως. Και εξώδευσα όλως εξ οικείων μου γρόσια ένδεκα χιλιάδας, από τα οποία μου ευρέθησαν βενέτικα φυλαγμένα από τον καιρόν της Τουρκίας εις το κεμέρι μου. […] αι εκδουλεύσεις μου είναι αποδεδειγμέναι και αναντίρρητοι, να μοι δοθώσιν ενδεικτικά έγγραφα, ότι εδούλευσα την Ελλάδα πιστώς και ως θετός της υιός[…]
Τη 5 Οκτωβρίου 1827,εν Αιγίνη
Ο φιλέλλην
Μουσταφάς Γκέκας
[5].

Η συνέχεια που είχε η αναφορά αυτή απέδειξε ότι πραγματικά οι υπηρεσίες του Μουσταφά Γκέκα στον επαναστατικό αγώνα και η εκτίμηση που του ανήκε γι’αυτές ήταν όπως τις περιγράφει, διότι έγινε δεκτή η εξοικονόμηση που ζητούσε και διορίσθηκε αξιωματικός στον τακτικό στρατό [6].
Την άνοιξη του 1829, 56 αγάδες της νότιας Αλβανίας έρχονται σε συνεννόηση μεταξύ τους και συμφωνούν, με όρκους, να σηκώσουν την Ελληνική σημαία και να αρχίσουν την επανάσταση στην Χιμάρα, δίνοντας πρώτοι το παράδειγμα ενός ξεσηκωμού για την απελευθέρωση της Ηπείρου και της Αλβανίας και την ένωσή της με το Ελληνικό κράτος. Προηγουμένως όμως, ήταν ανάγκη να εξασφαλίσουν οι μεν μωαμεθανοί από την Ελληνική κυβέρνηση την υπόσχεση, ότι θα ήταν σεβαστή η θρησκεία τους και τα έθιμα της τάξεώς τους μέσα στην Ελληνική επικράτεια, όλοι δε μαζί να εξασφαλίσουν από μέρους της και την οικονομική ενίσχυση της επαναστάσεως.
Εμπιστεύτηκαν λοιπόν το σχέδιό τους στον πατέρα του στρατηγού Σπυρομίλιου, εκείνος δε έγραψε στον γιό του για να ανακοινώσει το πράγμα στην Ελληνική κυβέρνηση και να προκαλέσει γραπτή απάντηση του Καποδίστρια για το όλο ζήτημα της επαναστάσεως των Τόσκηδων [7] και για τους όρους υπό τους οποίους το έθεταν [8].
Στην αναφορά του Σπυρομίλιου προς τον Δημ.Υψηλάντη, διαβάζουμε ότι οι 56 αγάδες της Λιαπουριάς συνενώθηκαν και κοινοποίησαν ότι :
«[…] α’) […] είναι έτοιμοι να στήσουν την Ελλ.σημαίαν εις τας επαρχίας με 4.000 στράτευμα. […] γ)να καθυποτάξουν εις το Ελλην.Κράτος όλην την επαρχίαν της Αυλώνος και αυτοί να διοικούνται με τους Ελληνικούς νόμους» [9].
Η κίνηση αυτή των Τόσκηδων έγινε δεκτή με ικανοποίηση από την Ελληνική Κυβέρνηση, όμως η οικονομική ενίσχυσή τους ήταν αδύνατη για την εποχή εκείνη. Για να καταλάβει κανείς πόσο ήταν αδύνατο στο νεαρό και πάμπτωχο Ελληνικό κράτος να αναλάβει την ενίσχυση της επανάστασης των μωαμεθανών Τόσκηδων της Λιαπουριάς, είναι αρκετά τα λόγια που έγραφε τότε ακριβώς ο Καποδίστριας στον Εϋνάρδο: «[…] Ταύτην την στιγμήν όπου σου γράφω δεν έχω ουδέ οβολόν εις το ταμείον»[10].
Στις αρχές Ιουνίου 1847 αρχίζει ο Ζενέλ μπεης Γκιών Λέκας ή Γκιο(υ)λέκας την επανάσταση στο Κουρβελέσι,στην περιοχή δηλαδή που μεσολαβεί μεταξύ Δελβίνου και Αυλώνος, με 200 μωαμεθανούς Λιάπηδες [11] και 100 έλληνες.
Η επανάσταση γενικεύεται και ο Ράπο Χαϊκκάλης με 1.000 μωαμεθανούς κυριεύει το Μπεράτι. Επίσης ξεσηκώνονται κατά της τουρκικής εξουσίας οι περιοχές Μουζακιάς, Αυλώνος, Τεπελενιού, Αργυροκάστρου, Πρεμετής, Φιλιατών, Παραμυθιάς και Μαργαριτιού, από τον ποταμό Γενούσο ως τον Αχέροντα.
Ο σουλτάνος μαθαίνοντας ότι οι Τόσκηδες σήκωσαν επανάσταση στην Ήπειρο, δίνει εντολή να ετοιμαστεί εκστρατεία για να τους υποτάξει τελειωτικά. Ο Γκιολέκας όμως αντιμετώπισε τους τούρκους με επιτυχία και στις 15 Αυγούστου 1847 μαζεύονται στο Κουρβελέσι όλοι οι μπέηδες και αγάδες Τόσκηδες, οπλαρχηγοί και εκπρόσωποι των επαναστατημένων περιοχών -υπολογίζονται σε 140.000 οι κάτοικοι των περιοχών που εκπροσωπούνται[12]-και γράφουν μια αναφορά προς τον Όθωνα, την Κυβέρνησή του και την Βουλή των Ελλήνων, με την οποία ικετεύουν τις ανώτατες πολιτειακές αρχές του ελευθέρου κράτους να τους δεχθούν ως υπηκόους –στην περίπτωση που η επανάσταση θα είχε ως αποτέλεσμα την προσάρτηση της χώρας στο Βασίλειο της Ελλάδος- με ειδικές συμφωνίες, που θα απέβλεπαν, φυσικά, στην προστασία του θρησκεύματός τους [13].
Αργότερα, υπό την επίδραση της βουλγαρικής πρόκλησης, οι απόψεις περί συγγένειας των Αλβανών με τους Έλληνες ενισχύθηκαν περαιτέρω. Σε φυλλάδιο του 1879 με τίτλο «Οι Αλβανοί και το μέλλον αυτών εν τω Ελληνισμώ μετά παραρτημάτων περί των Ελληνοβλάχων και των Βουλγάρων», διατυπώθηκε η θέση ότι «οι Αλβανοί εισίν Πελασγοί, και κατά συνέπειαν Έλληνες, ουχί δε Σλάβοι» [14].
Κρατική επιτροπή για την έγκριση βιβλίων ιστορίας και γεωγραφίας για τα δημοτικά σχολεία αποφάνθηκε το 1901, με αφορμή κρίση σχετικού βιβλίου στο οποίο αναφερόταν ότι «Οι Αλβανοί συγγενεύουσι πολύ με τους Έλληνας», ως εξής: «Είναι ανεπαρκή ταύτα και διά τας εθνικάς βλέψεις και διά την ιστορικήν ακρίβειαν. Έπρεπε να λεχθή ότι έχουσι την αυτήν καταγωγήν με τους Έλληνας (Πελασγοί), ότι ομιλούσι γλώσσαν συγγενή προς την γλώσσαν τούτων και ότι έλαβον μέρος εις πάντας τους υπέρ Εθνικής αποκαταστάσεως αγώνας της κοινής πατρίδας».
Αλλού η επιτροπή σχολίασε ως εξής την άποψη του ίδιου βιβλίου ότι η τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελούνταν από διάφορα έθνη, μεταξύ των οποίων ήταν και «το Ελληνικόν έθνος, το Αλβανικόν κτλ.: «Οι Αλβανοί είναι συγγενείς και της αυτής εθνικότητος με τους Έλληνας». Επιτίμησε δε τον συγγραφέα επειδή ανέφερε πως «εκ των κατοίκων της Ελλάδος διακόσιαι χιλιάδες είναι Αλβανικής καταγωγής» ως εξής: «Οι εν Ελλάδι Αλβανοί ουδαμώς πρέπει να διακρίνωνται των Ελλήνων».
Σε φυλλάδιο, τέλος, του 1907 αναφέρεται ότι οι Αλβανοί «ην λαός αναντιρρήτως ομογενής, εκ της αυτής προελθών εθνολογικής ρίζης, των παναρχαίων Πελασγών», και ότι «επινεύσει της Θείας Προνοίας εκ της εθνολογικής ταύτης των Ελλήνων και των Αλβανών συγκράσεως προήλθεν η Νεωτέρα Ελληνική γενεά» [15].
Πλέον είχε καθιερωθεί η «καταγωγή» ως κριτήριο εθνικής ταυτότητας. Η γλώσσα, το θρήσκευμα, τα ήθη και τα έθιμα ήταν όλα στοιχεία της ταυτότητας απαραίτητα, αλλά όχι απολύτως αναγκαία-αναγκαία ήταν η καταγωγή. Αναγκαίο και αναντίρρητο στοιχείο ήταν και το φρόνημα, η συνείδηση[16].
Τη μεγάλη αυτή αντίφαση του ανακαινιζόμενου ελληνικού έθνους, δηλαδή την άρνηση να δεχτεί τη γλώσσα ως κριτήριο για τον καθορισμό της «επικράτειας» του έθνους και την ταυτόχρονη και εντυπωσιακή επιχείρηση για την προαγωγή της ελληνομάθειας στην εκ των προτέρων καθορισμένη «επικράτεια», φανέρωσε το ακόλουθο και ελάχιστα πλέον γνωστό επεισόδιο: τον Αύγουστο του 1913, η Πρεσβευτική Διάσκεψη του Λονδίνου αποφάσισε, προκειμένου για τη χάραξη των ελληνο-αλβανικών συνόρων, να γίνει η οριοθέτηση με εθνογραφικά και γεωγραφικά κριτήρια, ως εθνογραφικό κριτήριο δε έκρινε πως έπρεπε να θεωρηθεί η μητρική γλώσσα των κατοίκων.
Η αρμόδια επιτροπή έπρεπε να αγνοήσει δημοψηφίσματα ή άλλες πολιτικές εκδηλώσεις.
Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, και ενώ η επιτροπή περιόδευε στην Ήπειρο για να χαράξει τα ελληνο-αλβανικά σύνορα με κριτήριο τη μητρική γλώσσα των κατοίκων, όπως είχε εντολή, η ελληνική κυβέρνηση απευθύνθηκε στις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης και υποστήριξε πως η γλώσσα δεν είναι αξιόπιστο στοιχείο εθνικής ταυτότητας , και πως, αντί της γλώσσας, έπρεπε να θεωρηθεί η εθνική συνείδηση των κατοίκων.
Η ελληνική πρόταση απορρίφθηκε βέβαια, αλλά η κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή εξέπληξε όλους τους εμπλεκόμενους στο ζήτημα: τα μέλη της διεθνούς επιτροπής που επισκέφθηκαν πλήθος χωριών της περιοχής αντιλήφθηκαν πως τα γηραιότερα μέλη των οικογενειών ομιλούσαν την αλβανική, ενώ τα νεώτερα την ελληνική, παρ’ότι η μητρική γλώσσα όλων ήταν η αλβανική.
Η λειτουργία των ελληνικών σχολείων είχε προφανώς συμβάλει στην «ανάκτηση» εδαφών της «επικράτειας» του ελληνικού έθνους που είχαν αλλοφωνήσει στο παρελθόν [17].





Με βάση τα προεκτεθέντα ιστορικά στιγμιότυπα βλέπουμε ότι οι εκάστοτε αυτοπροσδιοριστικές τάσεις υπόκεινται στην ροή του χρόνου, στην αναπόφευκτη μεταβολή και στον αναπροσδιορισμό και αποτελεί παραβίαση «ανοιχτής θύρας» η αυταπόδεικτη αναίρεση του δόγματος περί της «αναλλοιώτου εθνικής ουσίας» καθώς και της στείρας αντίληψης ότι εδώ και χιλιάδες χρόνια η ίδια κοινωνία, σε πλήρη αντίθεση με το παγκόσμιο κοινωνικό γίγνεσθαι, αυτοπροσδιορίζεται με τους όρους της νεωτερικότητας, ως συνειδητοποιημένο έθνος.
Έτσι, για τον Σαράντο Καργάκο (που ανήκει στους εθνοκεντρικούς ιστοριοδίφες) οι Αρβανίτες είναι Αλβανοί που εμπλούτισαν την ελληνική φυλή [18] (δηλαδή εξελληνισθέντες Αλβανοί).
Ο δε κ.Βερέμης (που θεωρείται φιλελεύθερος καθηγητής πολιτικής ιστορίας), ενώ σε όλο το βιβλίο του («Ελλάς η σύγχρονη συνέχεια») αναλύει έξοχα το προφανές, ότι δηλαδή η γλώσσα από μόνη της δεν αποτελεί το απόλυτο εθνοπροσδιοριστικό στοιχείο, γράφει τους Αρβανίτες ως Αλβανούς (και όχι αλβανόφωνους) που κατοικούσαν στην κεντρική Ελλάδα [19].
Ο Παπαρηγόπουλος, ο οποίος τοποθέτησε την ελληνική γλώσσα στον πυρήνα της νεοελληνικής ταυτότητας, διατρέχοντας αναδρομικά την ιστορία , θεώρησε τους Σουλιώτες ένα κράμα ελλήνων και αλβανών (σήμερα έλληνες και αλβανοί ερίζουν περί της εθνικότητας των Σουλιωτών, μόνο που οι τελευταίοι ήταν μια ιδιάζουσα περίπτωση και κάθε συζήτηση περί εθνικότητος των Σουλιωτών είναι μάταιη ) [20].
Τέλος, ο Eric Hobsbawm, είναι ο μόνος που έχει το ελαφρυντικό ότι δεν έχει εντρυφήσει στην δαιδαλώδη και λαβυρινθώδη βαλκανική ιστορία και έτσι εθνικοποιεί τους Σουλιώτες και τους θεωρεί Αλβανούς που βοήθησαν τους Έλληνες στον αγώνα τους [21]. Εδώ ο Hobsbawm πέφτει θύμα της ίδιας του της συλλογιστικής που συνοψίζεται στο ότι δεν είναι δυνατόν η γλώσσα από μόνη της να προσδιορίζει εθνικά αυτόν που την ομιλεί (ακόμη κι έτσι όμως δεν στέκει διότι οι Σουλιώτες ήταν δίγλωσσοι).
Η αλβανική εθνογένεση άργησε να έρθει και ο αλβανικός εθνικισμός ήρθε περισσότερο ως αποτέλεσμα ξένων επιρροών και παραινέσεων (με κύριο εκφραστή τον ιταλικό ιμπεριαλισμό που ήθελε ένα προτεκτοράτο στα Βαλκάνια) παρά ως –με την χερντερική ρομαντική έννοια- εθναφυπνιστική διαδικασία.
Έτσι, η πίστη των σημερινών Αλβανών ότι αποτελούν απογόνους των Ιλλυριών ή των Πελασγών, είναι τόσο αυθαίρετη όσο αυτών που εθνικοποιούν αναδρομικά τους (αλβανόφωνους) Αρβανίτες, αποδίδοντάς τους εθνικότητα σε εποχές που οι ίδιοι δεν αυτοπροσδιορίζονταν (ούτε και ποτέ αυτοπροσδιορίστηκαν) ως εθνικά Αλβανοί [22].
Κλείνω με την παράθεση κάποιων χαρακτηριστικών αποσπασμάτων του γράμματος του Αλέξανδρου Πάλλη [23] που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Σκιπερία» το 1907, με παραλήπτη τον Αποστολόπουλο:


«[…] Είναι χρόνια τώρα που έχω την ιδέα –κι ένα ταξίδι που έκανα πέρσι ως τα Γιάννενα μου τη στερέωσε- πως οι Τούρκοι, οι Αρβανίτες κι οι Έλληνες είναι αδέρφια κι ένα έθνος. Ατυχίες ιστορικές μας χώρισαν μα είναι καιρός πια να το καταλάβουμε πως είμαστε ένα αίμα. Τα περασμένα ξεχασμένα. Αν δεν το καταλάβουμε, μας είναι γραμμένο κι οι τρεις μας εθνικώς να χαθούμε. Θα μας ρουφήξουν οι Σλάβοι και θα μας ρουφήξουνε γλήγορα.
[…] Τις ιδέες μου αυτές τις είπα και τις λέω όπου μπόρεσα κι όπου μπορώ. Είναι τώρα τρία τέσσερα χρόνια, έγραψα ένα γράμμα στον «Πύρρο» όπου πρότεινα ως πρώτη αρχή πως η αρβανίτικη πρέπει να κηρυχτεί ως άλλη εθνική μας γλώσσα στην Ελλάδα και πως του Διαδόχου τα παιδιά, τα μικρά βασιλόπουλά μας, πρέπει να μάθουν αρβανίτικα. Σε πολλούς φίλους είπα και πως το Δομπόλειο το κληροδότημα έπρεπε να χρησιμευτεί στο να γίνει Αρβανίτικο Πανεπιστήμιο ή στους Κορφούς ή όπου αλλού είναι καταλληλότερο κέντρο. Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν έγινε τίποτα ως τώρα.
[…] Όσοι είμαστε Ρωμιοί, χρέος μας είναι με τα σκολιά μας, τα νοσοκομεία μας, τους προξένους μας, τους παπάδες μας, να βοηθήσουμε κάθε εθνική απαίτηση κι ανάγκη του Αρβανίτη. Α θέλει μάθημα στη γλώσσα του, μάθημα στη γλώσσα του πρέπει να του δώσουμε. Α θέλει εκκλησιές και παπάδες στη γλώσσα του, πρέπει να τόνε βοηθήσουμε ν’αποχτήσει. Ό,τι είναι δικό μας, ας είναι και δικό του.
[…] Εγώ είμαι Αρβανίτικης καταγωγής. ΠΑΛ φαίνεται θα πει κόπανος (δυστυχώς δεν ξέρω αρβανίτικα), είμαι ας πούμε Λέκας Κοπανάς. Όντας Αρβανίτης από αίμα μου, θεωρώ πως είμαι και Αρβανίτης και Ρωμιός και Τούρκος, το κακό καθενός τους κακό και δικό μου και το καλό καθενός τους και καλό δικό μου»
[24].

doctor
_________________________
[1] Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην «Εφημερίδα» και το αναδημοσίευσε στο βιβλίο του, το 1879 ο Θ.Α. Πασχίδης με τίτλο: «Οι Αλβανοί και το μέλλον αυτών εν τω Ελληνισμώ μετά παραρτήματος περί των Ελληνοβλάχων και Βουλγάρων»,σ.8.
[2] «Οι Βαλκάνιοι Εθνικιστές […] προσπάθησαν να προικίσουν τα κράτη τους με μακρά ιστορία εθνικότητας και αισθητής εθνικής παρουσίας πριν από την επίτευξη κρατικής υπόστασης. Εξύμνησαν κατά κανόνα το μεσαιωνικό τους παρελθόν και επιδίωξαν να αποκαταστήσουν αδιάσπαστες συνέχειες εθνικής ύπαρξης από την πιο μακρινή αρχαιότητα» (Π.Μ.Κιτρομηλίδης, «Νοερές κοινότητες και οι απαρχές του εθνικού ζητήματος στα Βαλκάνια» , περιέχεται στο Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός στη Νεότερη Ελλάδα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας,2003).

«Τα έθνη βασίζονται με τον δικό τους τρόπο στην μνήμη: την συντηρούν, την ανασκαλεύουν και, ενίοτε, την εφευρίσκουν. Πρόκειται ωστόσο για μνήμη αναγκαστικά επιλεκτική, μερική, δικανική, ιδεολογική –για μνήμη που δεν παρακινείται από ουδέτερες γνωστικές περιέργειες, αλλά από υποκειμενικές αντιλήψεις περί αναγκών, περί συμφερόντων (υλικών και ιδεατών), περί σκοπιμοτήτων. Τα έθνη «έχουν ανάγκη» ένα παρελθόν εθνικοποιημένο» (Π.Λέκκας, «το παιχνίδι με τον χρόνο, Εθνικισμός και νεωτερικότητα», Αθήνα 2001, σ.20).
[3]
«[…]Η σημαία μας, από το ένα μέρος το φεγγάρι και από το άλλο το Σταυρό[…]» (Θ.Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα, σ.91). Το σχέδιο του Θ.Κολοκοτρώνη δεν πραγματοποιήθηκε διότι οι Άγγλοι κατέλαβαν την Ζάκυνθο, έδιωξαν τους Γάλλους, συνέλαβαν 400 έλληνες και άρχισαν να στρατολογούν άλλους για να υπηρετήσουν τον δικό τους τον στρατό. Ο Κολοκοτρώνης γράφει: «το σχέδιο εχάλασε με την παρρησία (εννοεί παρουσία) των Άγγλων» (Σ.Καργάκος, Αλβανοί-Αρβανίτες-Έλληνες, σσ.56-7).
Σχετικά με την ανεξαρτησία της Αλβανίας: «Στις 28.11.1913 η προσωρινή κυβέρνηση ανακήρυξε στον Αυλώνα την ανεξαρτησία. Διεθνής διάσκεψη, που έγινε στο Λονδίνο το Δεκέμβριο του 1912, αναγνώρισε (Ιούλιος 1913) την αλβανική ανεξαρτησία υπό την προστασία των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Αργότερα ανακηρύχθηκε η ηγεμονία, που δόθηκε στον Γουλιέλμο του Βιντ (Απρίλιος 1914). Το εύθραυστο οικοδόμημα του Λονδίνου καταστράφηκε με την έκρηξη του Α’Παγκοσμίου Πολέμου. Με τη διακήρυξη του Αργυροκάστρου (1917), η Ιταλία φάνηκε να ενθαρρύνει τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους. Με τη συμφωνία των Τιράνων (Αύγουστος 1920), η Ρώμη αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Αλβανίας και απέσυρε τα στρατεύματά της από τον Αυλώνα, διατηρώντας το νησί Σάσων, και στις 17 Δεκεμβρίου 1920 η διάσκεψη των πρεσβευτών στο Παρίσι επικύρωσε και πάλι την ανεξαρτησία της χώρας» (Νέος Παγκόσμιος Άτλας,εκδ.Δομή, λήμμα «Αλβανία», σ.23).

[4]

Αριθ.1387.
Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος
Ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού


«Επειδή η Αλβανία είναι μέγα και ουσιώδες μέρος και η ένωσίς της με την Επικράτειαν της Ελλάδος ειμπορεί να φέρη τα πλέον καλά αποτελέσματα.
Επειδή το Κοινόν του Σουλίου και διά την πλησιότητα και διά τας σχέσεις τας οποίας έχει μετά των Αλβανών, είναι το αρμοδιώτερον μέσον διά να συνδεθώσι συμφωνίαι μετά των Αλβανών.
Κατά την από ιβ’ Μαΐου υπ’αρ.107 έγγραφον συγκατάθεσιν του Βουλευτικού Σώματος.
Διέταξε και διατάσσει τα ακόλουθα:
α’) Το Κοινόν του Σουλίου έχει την άδειαν να πραγματευθή συμφωνίας, όσον είναι δυνατόν ωφελιμωτέρας, μετά των Αλβανών Χριστιανών τε και Τούρκων.
β’) Αι συμφωνίαι αύται δεν θέλουν διαλαμβάνει περισσότερα προνόμια, αλλ’όσα έχουν οι ίδιοι Σουλιώται.
γ’) Το Κοινόν του Σουλίου έχει την άδειαν να διορίση ένα ή και περισσοτέρους Επιτρόπους διά την πραγματείαν αυτών των συμφωνιών.
δ’) Ο Χιλίαρχος Γεώργιος Πλεισιοβίτσας έχει ομοίως την άδειαν με την γνώμην και την συγκατάθεσιν του Κοινού του Σουλίου να πραγματευθή με τους Τσάμηδες, Χριστιανούς και Τούρκους, κατά τας αυτάς συμφωνίας.
ε’) Ο Εκλαμπρότατος Χουσεΐν-Πασάς και ο Μούρτο Τσάλης, επειδή εφάνησαν αχώριστοι και πιστά ενωμένοι με τους Σουλιώτας, και επειδή έχουν το μέσον του να συντελέσουν εις τας συμφωνίας όπου θέλουν γενή με τους Τούρκους, έχουν την άδειαν να πραγματευθούν κατά τον αυτόν τρόπον με την γνώμην και την συγκατάθεσιν του Κοινού του Σουλίου.
ς’ ) Όλαι αι μετά των ανωτέρω ρηθέντων γενόμεναι συμφωνίαι θέλουν επικυρωθή από την Διοίκησιν.

Εν Κορίνθω τη ιβ’ Μαΐου, αωκβ’.
Α.Μαυροκορδάτος, Πρόεδρος Αθανάσιος Κανακάρης
Αναγνώστης Παπαγιαννόπουλος Ιωάννης Λογοθέτης
Ο Αρχιγραμματεύς της Επικρατείας
Μινίστρος των Εξωτερικών Υποθέσεων
(Τ.Σ.) Θ.Νέγρης

Πηγή: Λαμπρυνίδης Μιχαήλ Γ., Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον. Ύδρα - Σπέτσαι, εν Αθήναις 1907, σ.85.
[5] Κ.Γ.Κωνσταντινίδου, Ανέκδοτος αναφορά Τούρκου φιλέλληνος, περιοδ. «Νέα Εστία», 15 Μαρτίου 1939, αριθ.294.
[6] Κ.Μπίρης, Αρβανίτες, οι Δωριείς του νεώτερου ελληνισμού, Ε’έκδοση (2005),σ.350.
[7] "Yπάρχει έντονη διαφοροποίηση ανάμεσα στους Γκέγκηδες και τους Τόσκηδες από φυλετικής και πολιτισμικής άποψης, ενώ η τόσκικη και η γκέγκικη διάλεκτος παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές, έτσι ώστε οι Γκέγκηδες να θεωρούνται οι πραγματικοί απόγονοι των Ιλλυριών, ενώ οι Τόσκηδες να θεωρούνται απόγονοι εξαλβανισμένων ελληνικών φύλων της Ηπείρου, δηλαδή Ελλήνων οι οποίοι ζώντας ανάμεσα σε αλβανικά φύλα υιοθέτησαν και προσάρμοσαν στις ανάγκες τους την αλβανική γλώσσα, αναμειγνύοντας και στοιχεία από την ελληνική, δημιουργώντας έτσι την αρβανίτικη διάλεκτο" (Πηγή:
Livepedia).
[8] Κ.Μπίρης, ό.π., σσ.355-6.
[9]Ολόκληρη η αναφορά του Σπυρομίλιου:


Εκλαμπρότατε στρατάρχα,

Ο πατήρ μου με γράφει από Χειμάρα κατά την κ’Απριλίου ότι πενηνταέξ αγάδες της Λιαπουριάς συνηνώθησαν σφικτά και ενόρκως αναμεταξύ των και τον εκοινοποίησαν τα ακόλουθα:
α’) Ότι είναι έτοιμοι να στήσουν την Ελλ.σημαίαν εις τας επαρχίας με 4.000 στράτευμα.
β’) Να παραδώσουν το φρούριον της Αυλώνος εις την Ελληνικήν Κυβέρνησιν.
γ’) Να καθυποτάξουν εις το Ελλ.Κράτος όλην την επαρχίαν της Αυλώνος και αυτοί να διοικούνται με τους Ελληνικούς νόμους, ζητούν δε,
α’) Θρησκευτικήν ελευθερίαν.
β’) Την διαφύλαξιν της τιμής των χαρεμίων των.
γ’) 200.000 γρ.ανά χείρας προς εξοικονόμησίν των.
Αν η Σεβαστή Κυβέρνησις εγκρίνη τας προτάσεις ταύτας των αγάδων, επιθυμούν να λάβωσιν έγγραφον επικύρωσιν από τον εξοχώτατον Κυβερνήτη και τότε δίδουν ενέχυρα τα τέκνα των και μερικούς από τους εγκρίτους αγάδες. Επειδή δε έχουν πίστην πολλήν εις εμένα ζητούν να πηγαίνω εκεί εφωδιασμένος με γράμματα της Κυβερνήσεως προς τον Ιλιάς αγάν Λέκα, Καδή-Λέκα και λοιπούς αγάδες. Ευρισκόμενος υπό την οδηγίαν σας, εκλαμπρότατε, κρίνω χρέος μου ν’αναφερθώ κατ’ευθείαν προς την εκλαμπρότητά σας, ώστε να διευθύνετε την αναφορά μου όπου ανήκει.
Δεν ηξεύρω αν η πολιτική συγχωρήσει εις την σεβαστήν Κυβέρνησιν να δεχθή τ’ανωτέρω. Δεν λανθάνει όμως εις την φρόνησίν σας, ποία και πόσα καλά μέλλουν να είναι τα επακόλουθα ενός τοιούτου αντιπερισπασμού μέσα εις το κέντρον της Αλβανίας και , μάλιστα, ενώ μετά την επανάστασιν αυτών των αγάδων, θα ευκολυνθή η Χειμάρα και όλα τα λοιπά χριστιανικά χωρία να δράξωσι τα όπλα.
Προσμένω την έγγραφον απόκρισηιν της υμετέρας υψηλότητος και μένω με όλον το σέβας.

Τη 2 Ιουνίου 1829, Τεκέ των Θηβών

Ο ευπειθής Αρχηγός της Φρουράς

Σ.Μήλιος

(Η σχετική αναφορά σώζεται στο αρχείο του Βλαχογιάννη. Ανακοίνωσις Αγγ.Ν.Παπακώστα, εφημ.Καθημερινή 26 Φεβρ.1947, όπως την παραθέτει ο Μπίρης, ό.π.σ.356).
[10] Κ.Μπίρης, ό.π. σσ.356-7.
[11] Οι Λιάπηδες είναι οι κάτοικοι της Λιαπουριάς (της ορεινής περιοχής που ορίζεται από τη Χιμάρα, τον Αυλώνα, το Αργυρόκαστρο και το Δέλβινο). Ζούσαν χωρισμένοι σε φάρες και τις μεταξύ τους διαφορές έλυναν σε συνάξεις που λέγονταν «πλεκεσίες» (από την αλβανική λέξη πλιάκ=γέρος), δηλαδή γερουσίες. Στις κοινωνικές τους συνήθειες ίσχυε ο νόμος της αυτοδικίας, η δε κλοπή, μια και ζούσαν σε χώρα ορεινή και φτωχή, δεν ήταν κάτι-τουλάχιστον παλιά- ατιμωτικό. Γι’αυτό και διακρίθηκαν στη ληστεία, ακόμη και στην πειρατεία (οι φοβεροί Δουκατίνοι πειρατές ήταν Λιάπηδες). Επειδή ήταν σκληραγωγημένοι, χρησιμοποιήθηκαν συχνά ως μισθοφόροι. Ο στρατός του Αλή Πασά, κατά το αλβανικό μέρος του, απαρτιζόταν από Λιάπηδες. Πολλοί Λιάπηδες διακρίθηκαν στον τουρκικό στρατό και στην τουρκική διοίκηση. Ο Αλή Πασάς και ο Μεγάλος Βεζύρης του σουλτάνου Χαμίτ Β’, ο περίφημος Φερήτ Πασάς Βλιώρας, ήταν Λιάπηδες (Σ.Καργάκος, Αλβανοί-Αρβανίτες-Έλληνες,σσ.283-5).
[12] «Ο αριθμός των σπιτιών των επαναστατημένων περιοχών, που παρέχει στο τέλος της η αναφορά, αν λογαριασθή προς έξι ως επτά άτομα κάθε σπίτι, σημαίνει πληθυσμόν περίπου 140.000 κατοίκων. Πρόκειται βέβαια μόνον περί των μωαμεθανών Τόσκηδων, γιατί αυτοί μόνον δεν είχαν την ελληνική εθνικότητα και ζητούσαν να τους αναγνωρισθή» (Κ.Μπίρης, ό.π.σ.363). Ο Μπίρης αποδίδει την ατυχή κατάληξη αυτής της ικεσίας των μωαμεθανών Τόσκηδων προς την ελληνική πολιτεία στον αιφνίδιο και αναπάντεχο θάνατο του πρωθυπουργού Ιωάννη Κωλέττη, στις 1.9.1847, ο οποίος και θα βοηθούσε σίγουρα-κατά τον Κ.Μπίρη- ως ηπειρώτης τους Τόσκηδες, βλ. Κ.Μπίρης, ό.π. σ.363).
[13] Το κείμενο έχει ως εξής:


Εκλαμπρότατοι Πρόεδροι και πρόκριτοι εις τας Αθήνας των χωμάτων Ελλάδος, ο του Μεγαλειοτάτου Όθων ο Βασιλεύς της Ελλάδος, αδελφικώς ασπαζόμεθα και σας ειδοποιούμεν.
Οι προφερόμενοι τον ασπασμόν φέρνομεν τον παράπονόν μας εδαφιαίως, επειδή και εμείναμεν παν πτωχός λαός οι κάτωθεν καζιάδες (σ.σ.επαρχίες) επικράτειαι στον ξυρόν και πετρώδην τόπον, χωρίς καμμίαν επιστήμην, αλλά οπλοφόροι, αφού η Κωνσταντινούπολι εξουσιάστη από τους προτετηρινούς Σουλτάνους έως σήμερον εφερθήκαμεν υποταγμένοι εις τας προσταγάς το αφεντοτόπων Βεζιράδων, Πασάδων, Καϊμεκάμιδων έως Μουσελιμάδων. 33 Σουλτάνους σχεδόν 400 χρόνους εχήσαμεν το αίμα μας εις κάθε αιχμαλωσίαν, όπου τους είχον σταθεί, όμως όποιος δεν αγαπάγει Βασιλεία, αλλ’ούτε θέοτι αγαπάγει’ τα προτετηρινά ουσούλια (σ.σ. συστήματα διοικήσεως) μας έλειψαν και μας έβαλαν νέα όπου δεν υποφέρονται στους τόπους μας’ μας έβαλαν δωδεκάδα εις κάθε καζάν μας και έκριναν χατηρικώς και αδίκως όιχι διά ριζιάν (σ.σ. επιθυμία) Θεού και του προφύτου μας αλλά ζιώρλεν (σ.σ. με το ζόρι) και δυναστικώς ως εντόπιοι και όχι να κρένουν ως όλοι οι Βασιλείς του Ευρώπ. Δια τούτο εγείναμεν αποστάται εις τον Βασιλέα μας όπου τον είχαμεν Βεκύλην (σ.σ. επίτροπο) και Πατέραν των όλων ημάς Μουσουλμάνων και επαραπονεύθημεν τόσες και τόσες φοραίς με αμάν και με δάκρυά μας και δεν μας έδειναν διάστημα, αλλ’ούτε χαρτσουάλι ήγουν αναφοράν, μην ευσπαχνίζωνταν η Βασιλεία διά εμάς τους φακήρ φουκαράδες (σ.σ. η φτωχολογιά), διά τούτο στέλνομεν τον επίτηδες άνθρωπόν μας να μιλήση δια ζώσης φωνής με την εκλαμπρότητάς σας τα δέοντα, αν η Μεγαλειότης της Βασιλείας μας καμπολιέβη ήγον μας δέχεται να γινώμεθα σιούδιτοι (σ.σ.Υπήκοοι) οι κάτωθεν 5 Καζάϊδες με καπιτουλατσιόνη Νόμους (σ.σ.Capitulations, διομολογήσεις), όπου να μας δώση και να του δόσωμεν διά ησυχίαν μας’ διά ριζάν Θεού να σας κακοφανή και διά εμάς ως πλάσι Θεού όπου εγεννήθημεν γυμνοί και θα πεθάνωμεν. Εκ μέρους μεγαλοδυνάμου και αν ελπίδα σωτηρία δεν είναι διά εμάς ας πεθάνωμεν και από σπαθί ανθρώπων’ αν ήπεν ο Θεός, έτσι ας γίνη’ ικητευόμεθα οι κάτωθεν καζάϊδες Αυλώνος, Δέλβινο, Μεναχιέ, Κουρβελιέσσι, Μαλακάστρα, η άνω και η κάτω του Μπερατιού και Τεπελένι και Ντιονίστα όλα 5 καζάϊδες πρακαλούμεν να ευσπλαχνισθή η Βασιλεία σας όχι και δεν μας αγαπάγει έχε ειπεί ο Θεός να αποθάνωμεν’ δεν πλέον αγαπάμαι να ζήσωμεν απάνω εις την γην, και αν η Βασιλεία μας αγαπάγει μας ειδοποιήται να κάμωμεν και άλλες επικράτειες με την ευχαρίστησίν μας και εγγύισιν διά εμπιστοσύνην με όπως η Βασιλεία αγαπάγει.
Ο επιφερόμενος σας λέγη διά ζώσης και να μας απολογηθεήτε ταύτα και του Θεού να γείνη. Οι αγαπητοί σας Πρόεδροι σαϊμπίδες (σ.σ. γαιοκτήμονες) των 5 καζάδων επιφαινόμενοι με τα σφραγιστήρια όλα.
Έχομεν και τα έγγραφα του πρώην Μερχούμ Σανδραζεμέτα (σ.σ. του πρώην βεζύρη Ατά) προς εμάς και ποίος μας κρένη, αλλά εν ημέρα κρίσεως να απολογηθώμεν. Όχι άλλο.
(ακολουθούν 47 σφραγίδες μπέηδων και αγάδων)
Ιδού όπου τα ανωτέρω σφραγιστήρια ως σαϊμπίδες του τόπου μας να τα παρατηρήσετε καλώς και να σας αποκριθώμεν με εγγύϊσιν διά σιγουριτά σας και διά ασφάλειαν.


1847, τη 15 Αυγούστου.- Καζάϊ Κουβρελιέσι.

(Εφημ. «Αιών» 14 Ιουλίου 1880, όπως παρατίθεται από τον Κ.Μπίρη, ό.π. σσ.361-2).

[14] Θ.Α.Πασχίδης, ό.π. σ.14. Βλ.επίσης Αντ.Γεωργίου, Πολιτικόν κάτοπτρον των πολιτικών της Ελλάδος κατά τον εν έτει 1877 ρωσσοτουρκικόν πόλεμον. Οι ελεύθεροι και μη Έλληνες, οι εθνικώς συγγενείς αυτών Αλβανοί μωαμεθανοί και καθολικοί Μιρδίται εξεταζόμενοι υπό εθνικήν συγγενικήν έποψιν και υπό την έποψιν της ελληνικής επαναστάσεως του 1821, και επίκλησιν των πρώτων προς τους δευτέρους εις κοινήν σύμπραξιν προς απόσεισιν του κοινού μετ’αμφοτέρων ασιατικού ζυγού των Χαλντούπιδων, Αθήνα 1880.
[15] Χριστίνα Κουλούρη, Ιστορία και γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία (1834-1914), Αθήνα 1988, σ.463. Πρβλ. τη σφοδρή επίθεση εναντίον του «αλβανισμού» σε εγκύκλιο του μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Ανθίμου, του 1879, με αφορμή προσπάθεια να εισαχθεί στα ελληνικά σχολεία της Βορείου Ηπείρου η διδασκαλία της αλβανικής, «αμορφώτου και ακατασκευάστου» γλώσσας (στο Βασίλειος Μπαράς, Το Δέλβινο της Βορείου Ηπείρου και οι γειτονικές περιοχές, σσ.339-40).
[16] Θ.Βερέμης-Γ.Κολιόπουλος, Ελλάς η σύγχρονη συνέχεια, Αθήνα, 2006, β’έκδοση, σ.108. Βλ.επίσης: Ιωάννης Κολιόπουλος, Ιστορία της Ελλάδος από το 1800, τομ.Α’, σσ.73-4.
[17] Βερέμης-Κολιόπουλος, ό.π. σ.96. Για την επιτόπια έρευνα των μελών της διεθνούς επιτροπής βλ.Βασίλειος Κόντης, «Το Ηπειρώτικο ζήτημα και η διευθέτηση των συνόρων», στο «Η συνθήκη του Βουκουρεστίου και η Ελλάδα», Θεσσαλονίκη 1990, σσ.58-63,64.
[18] «Δεν πρέπει να μας ενοχλεί η ιδέα των επιμιξιών, διότι χάρη σε αυτές δημιουργείται το κράμα των ισχυρών λαών. Σημασία έχει η αφομοίωση των ξένων πληθυσμιακών στοιχείων, η δημιουργική ένταξη μέσα στον κύριο ελληνικό σώμα. Οι Αλβανοί, όπως έγραψε ο εθνικός μας ιστορικός Κων/νος Παπαρηγόπουλος, σε μια περίοδο κάμψης του ελληνικού κόσμου, εκράτυναν το μάχιμον της ελληνικής φυλής και της έδωσαν νέα αλκή» (Σ.Καργάκος, ό.π.σ.326).
[19] «Οι Αλβανοί, ακόμα και οι μουσουλμάνοι, πολύ δε περισσότερο οι χριστιανοί φυσικά, εξαιτίας της μακράς συμβίωσης με τους Έλληνες, δεν ήταν ακριβώς «ξένοι», ή όχι τόσο «ξένοι» όσο οι «άλλοι» Έλληνες των βορείων ιστορικών χωρών.Τα νησιά Άνδρος, Ύδρα, Σπέτσες και Πόρος, η Αργολίδα, η Κορινθία, η Αχαΐα, η Αρκαδία, η Μεγαρίδα, η Αττική, η Σαλαμίνα, η Βοιωτία, η Σπερχειάδα και η νότια Εύβοια ήταν τόποι όπου οι Αλβανοί κατοικούσαν σε πυκνές συστάδες χωριών και έκαναν την παρουσία τους αισθητή» (Βερέμης-Κολιόπουλος, ό.π. σ.107).
Το παραπάνω έρχεται σε καταφανή αντίθεση με το όλο πνεύμα του βιβλίου. Σε άλλο σημείο του βιβλίου αναφέρεται ότι «οι γλωσσικές κοινότητες […] δεν αποτελούσαν εθνικές κοινότητες με τη σημερινή σημασία του όρου. Δεν θα μπορούσαν επίσης να χαρακτηριστούν «εθνοτικές» κοινότητες, για τον λόγο ότι η χρήση αυτού του όρου θα περιέπλεκε, χωρίς να υπάρχει ανάγκη, ένα ζήτημα που δεν επιδέχεται ερμηνείες άλλες από τη διαπίστωση την οποία επιτρέπουν οι μαρτυρίες της εποχής, δηλαδή την κατανομή των ομιλούμενων γλωσσών της περιοχής, πριν από τις αλλαγές που προκάλεσε η διείσδυση των εθνικών σχολείων των λαών που διεκδικούσαν τμήματά της. […] Με τους όρους λοιπόν «Έλληνες», «Αλβανοί», «Βούλγαροι» και «Βλάχοι», εννοούνται εδώ εκείνοι που είχαν ως μητρική τους γλώσσα την ελληνική, την αλβανική, τη βουλγαρική ή τη βλαχική, ασχέτως της πιθανής καταγωγής αυτών που ομιλούσαν τις εν λόγω γλώσσες» (σσ.74-5). Έτσι, οι Βερέμης-Κολιόπουλος χαρακτηρίζοντας τους Αρβανίτες ως Αλβανούς, δημιουργούν παρανοήσεις διότι ο όρος «Αλβανός» σήμερα σημαίνει τον Αλβανό στο έθνος. Νομίζω ότι ο όρος «αλβανόφωνος» θα ήταν πιο δόκιμος και δεν θα δημιουργούσε παρανοήσεις.
[20] «Ήσαν δε οι Σουλιώται κράμα Ελλήνων και εξελληνισθέντων Αλβανών. Η αλβανική εκράτυνε το μάχιμον της ελληνικής πνεύμα, η δε ελληνική ενεφύσησεν εις την αλβανικήν τα ευγενέστατα αισθήματα της φιλοπατρίας, της φιλομαθείας και της ευνομίας. Τα δύο κάλλιστα προϊόντα του συνδυασμού τούτου υπήρξαν οι Σουλιώται επί της Στερεάς, οι Υδραίοι και οι Σπετσιώται, κατά θάλασσαν» (Κ.Παπαρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ.5β’, σελ.146). Για τους Σουλιώτες γράφει ο Β.Ραφαηλίδης: «Το Σούλι σε όλη την ιστορία του λειτουργούσε σαν κράτος εν κράτει, που αρνιόταν να υποταχτεί στον οποιοδήποτε, Τούρκο,Έλληνα ή εκτός Σουλίου Αρβανίτη. Οι περήφανοι και ανυπόταχτοι Σουλιώτες ήταν τέτοιοι όχι γιατί ήταν Έλληνες ή Αρβανίτες, αλλά διότι ήταν Σουλιώτες, έτσι απλά και καθαρά» (Βασίλης Ραφαηλίδης, «Οι λαοί των Βαλκανίων», σ.232).
[21] «Ο ελβετικός εθνικισμός είναι, όπως γνωρίζουμε, πολυεθνικός. Σχετικά με αυτό το θέμα, αν υποθέταμε ότι οι Έλληνες κάτοικοι των ορεινών, οι κλέφτες, που ξεσηκώθηκαν εναντίον των Τούρκων τον καιρό του Μπάϋρον ήταν εθνικιστές, πράγμα το οποίο είναι ομολογουμένως απίθανο, δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ότι μερικοί από τους πιο αξιοθαύμαστους αγωνιστές τους δεν ήταν Έλληνες αλλά Αλβανοί (Σουλιώτες)» (Eric Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, Αθήνα, 1994, σ.95). Στην σελίδα 150 γράφει κάτι το οποίο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το προαναφερθέν απόσπασμα: «Πάντως, ακόμα κι αν περιοριστούμε στην Ευρώπη και τις γειτονικές της περιοχές, συναντούμε το 1914 πολλά κινήματα τα οποία μετά βίας υπήρχαν ή δεν υπήρχαν καθόλου το 1870: μεταξύ των Αρμενίων, των Γεωργιανών, των Λιθουανών και άλλων Βαλτικών λαών και Εβραίων (και με σιωνιστικές και με μη-σιωνιστικές απόψεις), μεταξύ των Μακεδόνων και των Αλβανών στα Βαλκάνια […]».
[22] Είναι αξιοσημείωτοι οι επαμφοτερισμοί της αλβανικής εθνικιστικής ιδεολογίας, όταν στα τέλη του 19ου αιώνα, του αιώνα των «γλωσσικών εθνικισμών», αναζητούσε ερείσματα από την μία γλωσσολογική θεωρία στην άλλη –άλλοτε υιοθετώντας την άποψη ότι τα αλβανικά είναι μια διάλεκτος της αρχαίας Ιλλυρικής κι άλλοτε ανακαλύπτοντας ακόμη αρχαιότερες Πελασγικές καταβολές στα γλωσσικά ιδιώματα των πληθυσμών που διεκδικούσε. Βλ.S.Skendi, The Albanian Awakening, σσ.114-5.

Η ιλλυρική θεωρία για την καταγωγή της αλβανικής γλώσσας στηριζόταν στις έρευνες του Αυστριακού γλωσσολόγου G.Meyer (1850-1900). Η μετέπειτα υιοθέτηση της (προγενέστερης γλωσσολογικά) Πελασγικής θεωρίας του A.Schleicher (1821-1868), που τοποθετούσε ακόμη μακρύτερα τις καταβολές των αλβανικών, άφηνε βεβαίως τους διεκδικούμενους πληθυσμούς έκθετους και σε ομόλογες αξιώσεις του ελληνικού εθνικισμού. Η έμφαση στη γλώσσα δεν είναι φυσικά άσχετη από την κυριαρχία του ρομαντισμού στον 19ο αιώνα, που οδήγησε σε αυτό που ο Arnold Toynbee αποκαλεί «δαίμονα του γλωσσικού εθνικισμού» (A.J.Toynbee, A study of History, τόμος VII, σσ.536-7).
[23] Αλέξανδρος Πάλλης,1851-1935. Ποιητής και λόγιος. Γεννήθηκε στον Πειραιά. Τελείωσε το γυμνάσιο στον Πειραιά και φοίτησε για ένα χρόνο στη Φιλοσοφική Σχολή του πανεπιστημίου Αθήνας. Σε ηλικία 18 χρονών εφυγε στην Αγγλία, όπου υπηρέτησε στον οίκο Ράλλη και στη συνέχεια για μερικά χρόνια στην Ινδία. Η κύρια διαμονή του όμως ήταν στο Λίβερπουλ της Αγγλίας. Ανέπτυξε σημαντική εμπορική και κοινωνική δράση, αλλά εκεί που υπερέχει σημαντικά είναι η φιλολογική - κριτική, μεταφραστική και πρωτότυπη δράση του. Το 1885 έκανε κριτική έκδοση της Αντιγόνης του Σοφοκλή. Υπήρξε υποστηρικτής της καθαρεύουσας. Από τη στιγμή όμως που εκδόθηκε το Ταξίδι του Ψυχάρη, τον κέρδισε η δημοτική, της οποίας αναδείχτηκε θερμός υποστηρικτής. Το 1889 εξέδωσε τα Τραγουδάκια για παιδιά που φέρουν και τον τίτλο Ταμπουράς και κόπανος. Το 1894 μετέφρασε τον Έμπορο της Βενετίας του Σαίξπηρ και το 1906 διασκεύασε τον Κύκλωπα του Ευριπίδη. Το 1910 μετέφρασε τα Ευαγγέλια, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση των εχθρών της δημοτικής γλώσσας. Μετέφρασε την Ιλιάδα, βραβεύτηκε από την Εταιρεία των Ελληνικών Σπουδών στο Παρίσι και γνώρισε μεγάλη κυκλοφορία. Δημοσίευσε πολλά άρθρα και μελέτες κυρίως στο περιοδικό Νουμάς καθώς και σε άλλα. Ο Σπύρος Μελάς τον αποκαλεί πρωτοπαλίκαρο του δημοτικού αγώνα (Πηγή: livepedia).
[24] Στο Γεράσιμος Κακλαμάνης, «Η Ελλάς ως κράτος δικαίου» , όπως παρατίθεται από τον Β.Ραφαηλίδη στο «οι λαοί των Βαλκανίων», σσ.233-4.

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

H ιστορικότητα έθνους και εθνικισμού



Στο σημερινό θέμα θα ασχοληθούμε με την συνδεσμολογία της εθνικιστικής σκέψης και πως αυτή με βάση τα σημερινά κριτήρια σαρώνει και οικειοποιείται ένα πολυεπίπεδο και πολύπλοκο παρελθόν, παρελθόν το οποίο "εθνικοποιεί" και υποτάσσει στην σημερινή εθνική πραγματικότητα.
Η κατίσχυση του εθνοκεντρικού λόγου στην κοινωνία είναι συντριπτική και καθολική. Σχεδόν όλοι δέχονται δογματικά τα "αξιώματα" της εθνικής ιδεολογίας.
Η μελέτη της πρακτικής του εθνικιστικού λόγου δεν έχει να κάνει με την απαξίωση των εθνικών ιδεωδών, ούτε αποσκοπεί στο να καταδείξει μια ομαδική ψύχωση αλλά ασχολείται με την ανάδειξη της ιστορικότητας αυτού του φαινομένου.
Παρουσιάζω ευθύς αμέσως ένα απόσπασμα από το βιβλίο "Η εθνικιστική ιδεολογία, πέντε υποθέσεις εργασίας στην ιστορική κοινωνιολογία", του κ.Παντελή Λέκκα, Αναπληρωτή Καθηγητή στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι πολύ βοηθητικό για τους Αρβανίτες οι οποίοι αν το διαβάσουν με προσοχή, θα βγούνε από την πολύ δύσκολη θέση που βρίσκονται και βάσει της οποίας καλούνται να συγκεράσουν την αποδοχή της θεωρίας της τρισχιλιετούς συνέχειας του ελληνικού έθνους (το γνωστό δόγμα Παπαρηγόπουλου) με κύριο εθνικό χαρακτηριστικό την ελληνική γλώσσα, με το ότι οι ίδιοι ως κοινωνική ομάδα δεν ήταν ελληνόφωνοι. Ειδικά στο θέμα της γλώσσας, ο κ.Λέκκας με εξαιρετικά επιχειρήματα καταδεικνύει το επουσιώδες της γλώσσας (και την πλήρη κατίσχυση της θρησκείας ως εθνικό δηλωτικό) κατά την διάρκεια της εθνογέννεσης του ελληνικού έθνους, στα τέλη του 18ου αιώνα (εκεί προσδιορίζεται παγκοσμίως η έναρξη της εθνογενετικής διαδικασίας).

Η ιστορικότητα έθνους και εθνικισμού.

Για να αποδοθεί στη γλωσσική διαφορά φόρτιση (πέραν από αυτή που αυτονόητα έχει) και πολιτική δυναμική (που σπανίως από μόνη της διαθέτει), πρέπει να υπάρχει ήδη η ανάγκη να δηλωθεί η εθνική ταυτότητα ή ετερότητα. Αυτό προκύπτει από την ίδια την εθνικιστική ιδεολογία αν προσέξουμε την λογική σύνδεση των επιχειρημάτων της και δεν παρασυρθούμε από τους σαρωτικούς αφορισμούς της. Οι εθνικιστές, όποτε προσφεύγουν στο γλωσσικό κριτήριο προτάσσουν το εξής επιχείρημα: "ανήκουμε σε ένα ξεχωριστό έθνος και ένα (το κυριότερο έστω) από τα τεκμήρια της διαφοράς μας είναι και το ότι ομιλούμε διαφορετική από τους αλλοεθνείς γλώσσα". Κανένας όμως εθνικιστής που θέλει να διατηρήσει στοιχειώδη έστω αξιοπιστία δεν θα διενοείτο να αντιστρέψει τη λογική αυτή σειρά υποστηρίζοντας τη γενική αρχή πως "όποιος ομιλεί διαφορετική γλώσσα έπεται ότι ανήκει σε διαφορετικό έθνος" διότι τότε θα έπρεπε να εξηγήσει όχι μόνον τη σχεδόν μόνιμη απουσία απόλυτης γλωσσικής ομοιογένειας στο εσωτερικό του δικού του έθνους αλλά και την παρουσία πολλών ομόγλωσσων, αλλά σαφώς διακριτών και ανεγνωρισμένων εθνών. Η επίκληση των γλωσσικών διαφορών δεν αποτελεί όπως συνήθως πιστεύεται το ισχυρότερο σημείο αλλά την αχίλλειο πτέρνα της εθνικιστικής ιδεολογίας επειδή η απόλυτη εμμονή σε αυτές μειώνει την αξιοπιστία των επιχειρημάτων της και περιορίζει το εύρος των αξιώσεών της.

Η γλώσσα δεν είναι δυνατόν να παράσχει από μόνη της το κριτήριο της εθνικής διαφοροποίησης ούτε κατ' επέκταση να αποτελέσει αποδεικτικό τεκμήριο της αρχαιότητας των εθνικών διακρίσεων. Και πώς θα μπορούσε εξάλλου να είναι καθολικό τεκμήριο ανομοιότητας σε όλο το ιστορικό φάσμα των κοινωνιών που προηγήθηκαν της σύγχρονης κοινωνίας; Για αιώνες ολόκληρους ο αγράμματος αγρότης της κεντρικής Ιταλίας μπορεί να χρησιμοποιούσε παρόμοιο γλωσσικό ιδίωμα με το χωρικό της βόρειας Ιταλίας, χωρίς αυτό να τους απασχολεί ή να έχει την παραμικρή επίπτωση στον τρόπο ζωής τους και χωρίς να διανοείται να τους επιβάλει την ομιλία και τη γραφή της τοσκανικής διαλέκτου, για να τους κάνει να πλησιάσουν περισσότερο ο ένας τον άλλον γλωσσικά και εθνικά. Για εξίσου μακρές περιόδους, τα κινέζικα ιδεογράμματα αποτελούσαν μέσο γραπτής επικοινωνίας για όσους λόγιους μπορούσαν να τα αποκρυπτογραφούν και να τα αναπαράγουν χωρίς αυτό να σημαίνει πως ένιωθαν ότι συνανήκαν σε κάποια εθνική οικογένεια είτε με τους άλλους λογίους με τους οποίους μπορούσαν να συνεννοηθούν γραπτώς αλλά δεν ομιλούσαν την ίδια γλώσσα, είτε με τους αγράμματους πληθυσμούς ανάμεσα στους οποίους ζούσαν και με τους οποίους επικοινωνούσαν προφορικά. Για ακόμη μακρότερες περιόδους, ο άνθρωπος ερχόταν -μόνιμα ή περιστασιακά, δεν έχει σημασία - σε επαφή με άλλους ανθρώπους που μιλούσαν γι αυτόν ακατάληπτες γλώσσες χωρίς αυτό να οδηγεί, πέρα από την προφανή αδυναμία τους να συνεννοηθούν, σε οποιαδήποτε αντίθεση μεταξύ τους.

Το ερώτημα λοιπόν παραμένει: κατά πόσον τα εμπόδια στην επικοινωνία, που ήταν φυσικό να υπάρχουν και στην παραδοσιακή κοινωνία, διέκριναν αναγκαστικά ομάδες άλλες πέραν των γλωσσικών και δημιουργούσαν διαφορές άλλες από αυτές που αυτονόητα συνεπάγονταν; Πιστεύω πως τα μέτρα και τα σταθμά με τα οποία σήμερα αποτιμούμε τις συνέπειες της γλωσσικής συγγένειας και της γλωσσικής διαφοράς απλώς δεν ίσχυαν στο παρελθόν. Εάν ίσχυαν, όπως η εθνικιστική ιδεολογία συχνά προσπαθεί να αποδείξει, τότε θα υπήρχε μεγάλη δυσκολία στο να εξηγήσουμε πώς ήταν δυνατόν να επιζήσουν επί μακρότατα χρονικά διαστήματα ποικιλόμορφες πολιτικές δομές (βασίλεια, αυτοκρατορίες κλπ) χωρίς να διαταράσσονται από την ύπαρξη διαφορετικών γλωσσικών ομάδων στο εσωτερικό τους και χωρίς οι ομάδες αυτές να ενοχλούνται με οποιοδήποτε τρόπο από τις λόγιες διοικητικές γλώσσες (όπως η λατινική, η ελληνική και η κινέζικη) που τους ήταν καθ' όλα ξένες. Αντίστροφα, θα ήταν απορίας άξιον γιατί ο Δημοσθένης ένιωθε την ανάγκη να αντισταθεί στην συνένωση των ελληνικών πόλεων υπό την ηγεμονία του "ελληνίζοντος" βασιλέως των Μακεδόνων.
Το πρόβλημα, κατά συνέπεια, δεν είναι η ίδια η γλωσσική διαφορά ή συγγένεια αλλά το πώς εμείς την ερμηνεύουμε, αδιαφορώντας για το πού και πότε αναφέρεται -το πρόβλημα κοντολογίς είναι αν εξετάζουμε τη γλωσσική διαφορά και συγγένεια σε σχέση με το ιστορικό και κοινωνικά πλαίσιο στο οποίο σημειώνονται ή, αντιθέτως, αν θεωρούμε πως αποτελούν φαινόμενα υπερβατικού χαρακτήρα. Στη δεύτερη όμως περίπτωση, η εξάλειψη της ιστορικότητας δεν είναι καθόλου ουδέτερη διότι υποκρύπτει και την εξάλειψη της ιστορικότητας και της δικής μας ανάγνωσης. Αυτό συμβαίνει, πιστεύω, και στην περίπτωση της εθνικιστικής ιδεολογίας η οποία όταν επικαλείται φράσεις τύπου πας μη Έλλην βάρβαρος, επιχειρεί να τις επενδύσει με νόημα που η ίδια έχει δημιουργήσει, ούτως ώστε να κατοχυρώσει ότι οι εθνικές διαιρέσεις είναι πανάρχαιες και φυσικές, αλλά και να υποκρύψει τον δικό της επεμβατικό ρόλο. Ο εθνικισμός όμως, επειδή ακριβώς περιέχει και εμπνέει ιδέες που ήταν άγνωστες στην παραδοσιακή κοινωνία δεν αποτελεί φυσικό αλλά ιστορικό φαινόμενο και με αυτήν την έννοια πρέπει να αναλυθεί, αν θέλουμε να αποφύγουμε την παγίδα που ο ίδιος δημιουργεί με την εμμονή του στην αρχαιότητα και τη φυσικότητα του έθνους. Ο κίνδυνος της προβολής του παρόντος στο παρελθόν (που ενυπάρχει -αναπόφευκτα κατα τη γνώμη μου -σε κάθε προσπάθεια ανασύστασης του παρελθόντος) εδώ ισχύει σε απόλυτο βαθμό, επειδή όχι μόνον μορφές συλλογικής συνείδησης και αλληλεγγύης χρησιμοποιούνται επιλεκτικά σαν επιβεβαιωτικά τεκμήρια της αρχαιότητας του έθνους αλλά και επειδή τέτοιου είδους προβολισμοί σπανίως αμφισβητούνται, χάρη στην καθολική επικράτηση των όρων της εθνικιστικής ιδεολογίας.
Είναι χαρακτηριστική πχ η σιωπή της ιστορικής επιστήμης όταν αναπαράγεται ο χαρακτηρισμός εμφύλια διαμάχη για συγκρούσεις που ήταν πολύ φυσικές μέσα στο πλαίσιο της παραδοσιακής κοινωνίας αλλά δεν συμμορφώνονται με την έννοια του παντοτινού και ενιαίου έθνους. Κατ'αυτόν τον τρόπο, ο Πόλεμος των Ρόδων είναι για τον "αγγλικό" Μεσαίωνα "εμφύλιος", αλλά ο εκατονταετής πόλεμος είναι "πατριωτικός", οι Περσικοί Πόλεμοι είναι για την κλασική αρχαιότητα περισσότερο "φυσιολογικοί" από ό,τι η "εκτροπή" του Πελοποννησιακού Πολέμου κοκ. Πρόκειται για τη σύγχρονη όσο και απρόσβλητη εκείνη αντίληψη που μας επιτρέπει να αποδίδουμε χωρίς ενδοιασμούς εθνική συνείδηση στο μέλος της δυναστείας των Αψβούργων που έδρευε κατά τον 15ο ή τον 16ο αιώνα στην Βιέννη, στην Πράγα, στη Μαδρίτη ή τις Βρυξέλλες, δίχως την αίσθηση ότι αυθαιρετούμε απέναντι στη λογική της εποχής στην οποία αναφερόμαστε.
Η κριτική αμφισβήτηση ανάλογων αποτιμήσεων από τις κοινωνικές επιστήμες απουσιάζει ακόμα και σήμερα. Το φορτισμένο λεξιλόγιο του εθνικισμού έχει διαποτίσει την σύγχρονη σκέψη σε τέτοιο βαθμό που και τα παράγωγα ιδεολογήματα ακόμη κι όταν συνιστούν κατάφωρα λογικά ατοπήματα έχουν γίνει αποδεκτά και ηχούν φυσιολογικά. Πόσο όμως φυσιολογικό θα ηχούσε αν κάποιος διενοείτο να απευθύνει στην κατεστημένη αντίληψη της κοινωνίας και της ιστορίας της την ακόλουθη απλή ερώτηση: αν τόσα από τα σύγχρονα έθνη έχουν πράγματι πανάρχαιη ιστορία, γιατί εξαφανίστηκαν από προσώπου γης λαοί της αρχαιότητας που θα έπρεπε κι αυτοί, κατ'αναλογία, να ορίζονται με τα ίδια κριτήρια, αλλά που είχαν την ατυχία να μη βρουν σοβαρούς διεκδικητές της δικής του ιστορικής κληρονομιάς; Τι έγινε με τα "ένδοξα έθνη" των Ασσυρίων, των Βαβυλωνίων, των αρχαίων Αιγυπτίων, των Χετταίων, τι συνέβη με τους Φιλισταίους, τους Αβάρους, τους Αψυλίους, τους Αβασγούς, τους Τζανούς κοκ.; (Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουνε υπάρξει απόπειρες εθνικιστικής εκμετάλλευσης και αυτών των αρχαίων πολιτισμών, παρόλο που η σοβαρότητα αυτών των ισχυρισμών ελέγχεται απο ανταγωνιστικούς και άλλους εθνικισμούς).
Στην προσπάθεια να καταδειχθεί η ιστορικότητα έθνους και εθνικισμού μπορεί βεβαίως να αντιταχθεί το επιχείρημα ότι λέξεις όπως έθνος, natio, nation κλπ. έχουν παρελθόν που υπερβαίνει κατά πολύ τα χρονικά όρια της σύγχρονης κοινωνίας -κοντολογίς, ότι δεν είναι λέξεις καινούργιες, αλλά παμπάλαιες. Δεν υπάρχει, πιστεύω, πιο διαδεδομένη αλλά και πιο επιπόλαιη ένσταση. Οι λέξεις είναι σαν τα νομίσματα: η ανταλλακτική αξία τους αλλάζει απο κοινωνία σε κοινωνία και από εποχή σε εποχή, αφού με την ίδια λέξη διαφορετικοί άνθρωποι σε διαφορετικούς χρόνους εννοούν διαφορετικά πράγματα - και η παράκαμψη αυτού του προβλήματος της σημασιολογίας στην ιστορία συνιστά βαρύτατο μεθοδολογικό σφάλμα. Πράγματι οι λέξεις έθνος και nation δεν είναι καινούργιες, έχουν ιστορία, όμως αυτή η ιστορία λέει πολλά όχι μόνο για όσα σημαίνουν αλλά και για όσα δεν σημαίνουν κατά περιόδους.

Η λέξη έθνος στους αρχαίους κλασικούς έχει πολλές σημασίες, καμία από αυτές όμως δεν αντιστοιχεί σε αυτήν που της αποδίδουμε σήμερα. Στον Όμηρο για παράδειγμα, έχει την έννοια της συντροφιάς ("έθνος εταίρων", Ιλ. Γ32, Η115), του στρατού γενικά ("έθνος λαών", Ιλ. Ν495, "έθνεα πεζών" Ιλ. Λ724) ή κάποιας συγκεκριμένης στρατιάς "έθνος Αχαιών", Ιλ. Ρ552), του σωρού νεκρών ("έθνεα νεκρών", Οδ. λ34, κ526) και τέλος του σμήνους εντόμων ή πτηνών ("έθνεα μελισσάων, ορνίθων, μυιάων", Ιλ. Β87, 459, 469). Στον Πίνδαρο απαντάται με τις σημασίες είτε του φύλου ("ανέρων έθνος", Ολ. 1,66, "έθνει γυναικών" Πυθ. 4,252) είτε του συγγενούς (Νεμ. 5,43). Στον Ηρόδοτο αναφέρεται στη φυλή, το γένος (" Μηδικόν έθνος", 1,101) ή στις ελληνικές πόλεις - στον πληθυντικό! - που υπέκυψαν στους Πέρσες ("των μηδισάντων εθνέων των Ελληνικών", 9,106,3) στον Θουκυδίδη σε διάφορες φυλές, ελληνικές ή βαρβαρικές (1,3 και 3,92) και στον Ξενοφώντα στην φυλή ή το γένος ("Πομπάς εποίησαν κατά έθνος έκαστος των Ελλήνων" Αναβ. 5,5,5), στο φύλο ("Θήλυ έθνος", Οικον, 7,26) και στη συντεχνία ή την επαγγελματική ομάδα (οίσθα τι έθνος ηλιθιώτερον ραψωδών;", Συμπ. 3,6). Στον Αισχύλο χρησιμοποιείται για τις Ερινύες (Ευμ. 366) ή για οπλισμένη ομάδα ("έθνος μαχαιροφόρον" , Περσ. 56), και στον Σοφοκλή αναφέρεται σε αγέλες ζώων ("θηρών ...έθνη", Αντ. 344 και Φιλ. 1147). Στον Πλάτωνα η λέξη έθνος έχει την έννοια του είδους (ιχθύων έθνος, Τίμ. 92γ), της επαγγελματικής ομάδας (δημιουργικόν έθνος, Γοργ. 455β, έθνος κηρυκικόν, Πολιτικός 290β) και του γένους ή της φυλής (των Θετταλών...πενεστικόν έθνος - Νόμοι 776δ), ενώ στον Αριστοτέλη ο όρος αναφέρεται στις βαρβαρικές φυλές σε αντιδιαστολή με τις ελληνικές (Πολιτικά, 1324β10). Οι σημασίες της λέξης λοιπόν ποικίλλουν και όχι μόνο δεν έχουν την σημερινή πολιτισμική και πολιτική φόρτιση, αλλά δεν αναφέρονται καν σε μία και μόνη θεματική κατηγορία.

Και στην Παλαιά Διαθήκη όμως (μετάφραση των Ο) η λέξη έθνος χρησιμοποιείται για το χαρακτηρισμό όχι του εβραϊκού ή άλλου έθνους με τη σύγχρονη σημασία, αλλά όλων όσοι δεν ανήκουν στην εβραϊκή θρησκευτική κοινότητα, δεν πιστεύουν δηλαδή στο θεό του Ιεχωβά (ινατί εφρύαξαν τα έθνη; - Ψαλμ. β΄1). Ανάλογη σημασία θρησκευτικής διάκρισης έχει και στην Καινή Διαθήκη ("Εις οδόν εθνών μη απελθήτε" - Ματθ. Ι,5) ╈αι στα αποστολικά κείμενα ("Εν τη κατασχέσει των εθνών" Πράξεις, Ζ45 και "των εθνών τε και των Ιουδαίων" Πράξεις ΙΔ5) ενώ ο Παύλος ("ο εθνών απόστολος" Προς Ρωμαίους, ΙΑ,13) τη χρησιμοποιεί για να χαρακτηρίσει τους μη εβραϊκής καταγωγής χριστιανούς (Προς Ρωμαίους, ΙΕ27).

Στους Λατίνους η λέξη natio συναντάται στον Κικέρωνα με τη σημασία άλλοτε της θεότητας της γέννησης (N.D., 3,18,47) και άλλοτε της φυλής (N.D. 2,29,74, Q.Fr.1,1,9 27, Phil. 10,10,20.) της κοινωνικής τάξης (Sest. 44,96) ή κάποιας μερίδας υποψηφίων (Pis. 23,55). Στον Βάρρωνα εννοείται ως ράτσα ζώων (R.R., 2.6.4.) ή ανθρώπων (L.L., 9,93), στον Πλίνιο ως είδος ζώων ή πραγμάτων (22,24,50 109 και 21,14,49 83), στον Πλαύτο ως γένος ανθρώπων (Men. 2,1,34 και Rud. 2,2,6) ενώ παρόμοια σημασία έχει και στον Τάκιτο (G. 38).
Με την επικράτηση του χριστιανισμού η λέξη έθνος και τα παράγωγά της δηλώνουν τους μη Χριστιανούς, όπως προκύπτει από τα Πατερικά κείμενα αλλά και από τη χρήση της λέξης natio στην εκκλησιαστική λατινική του Τερτυλλιανού (De Idol. 22). Κι αυτή όμως η σημασία αλλάζει στην μεσαιωνική Δύση όπου ο όρος natio αποτελεί νομική έννοια για την υποδήλωση της οργανωμένης κοινότητας ή του μοναστικού τάγματος μέσα στα εκκλησιαστικά συμβούλια και τα πανεπιστήμια. Εξίσου άσχετες προς τη σημερινή έννοια είναι και οι σημασίες της λέξης nation στις λατινογενείς γλώσσες εώς και τον 18ο αιώνα. Είναι άξιος προσοχής για τις πολλαπλές συνδηλώσεις της λέξης μέχρι και σχετικά πρόσφατα ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιειται από τον Άνταμ Σμιθ στο Ο Πλούτος των Εθνών που εκδίδεται το 1776, έτος διακήρυξης της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας.
Η εμμονή στον ισχυρισμό περί αρχαιότητας του έθνους παρουσιάζει λοιπόν εξαιρετικές δυσκολίες. Αυτό και μόνον αρκεί για να υποδηλώσει το σύγχρονο χαρακτήρα του εθνικισμού, της σύγχρονης εκείνης ιδεολογίας που στρέφεται γύρω από μίαν έννοια που δεν υπήρχε σε προηγούμενες κοινωνίες.

Ο ίδιος ο όρος εθνικισμός είναι φυσικά άγνωστος πριν από τον 18ο αιώνα, αφού εμφανίζεται για πρώτη φορά μόλις στα 1798 και καθιερώνεται μόλις στα τέλη του 19ου αι. Ο ακριβής προσδιορισμός του γενέθλιου σημείου του εθνικισμού έχει συχνά αποτελέσει αντικείμενο διαφωνιών και ταυτίζεται άλλοτε με τον αγγλικό εμφύλιο πόλεμο (1642), άλλοτε με το δεύτερο διαμελισμό της Πολωνίας (1772) άλλοτε με τη διακήρυξη της αμερικάνικης ανεξαρτησίας (1776), άλλοτε με τη γαλλική επανάσταση (1789) και άλλοτε με τον Λόγο προς το Γερμανικό Έθνος του Φίχτε (1807). Οι περισσότεροι πάντως μελετητές συμφωνούν πως η γένεση του εθνικισμού πρέπει να τοποθετηθεί στο πέρασμα από τον 18ο στον 19ο αιώνα στην Ευρώπη.
Πρόκειται λοιπόν για κατ' αρχάς ευρωπαϊκό φαινόμενο που εξαπλώνεται ραγδαία μέσα σε λιγότερο από 2 αιώνες σε ολόκληρη την υφήλιο.


Παντελής Λέκκας, Η εθνικιστική ιδεολογία, πέντε υποθέσεις εργασίας στην ιστορική κοινωνιολογία, εκδόσεις Κατάρτι, 1996 (β έκδοση).
Πηγή: http://www.geocities.com/tuki8eblom/lek.html (η ιστοσελίδα του αγαπητού φίλου blogger tuki8eblom).

doctor

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008

Οι Αρβανίτες του Έβρου



«Θεωρούμε ότι οι δικοί μας Αρβανίτες, του νομού Έβρου, έχουν μεταναστεύσει γύρω στον 17ο με 18ο αιώνα από την περιοχή της Κορυτσάς, από τα χωριά Βιθκούκι, Κιάφαζετς και Κιοτέσα.
«Κούκι» γνωρίζουμε ότι σημαίνει κόκκινο, το «βιθ» πρέπει να είναι βάθρα ή λακκούβα, εκτός κι αν «μπιθκούκι» σημαίνει κάτι άλλο[1].
Το «Κιάφαζετς» σημαίνει μαύρος λαιμός και η «Κιοτέσα» ίσως να σχετίζεται με νερά που αχνίζανε στην περιοχή αυτή της Κορυτσάς. Αυτά συνάγονται από παραδόσεις και μαρτυρίες».

Η παραπάνω εισαγωγή αποτελεί μέρος των όσων είπε ο τέως Δήμαρχος Φερών [2] και τέως αντινομάρχης Νομού Έβρου, κ.Παναγιώτης Τσέκης στην διημερίδα που διοργανώθηκε από το Πάντειο Πανεπιστήμιο στις 24 & 25 Οκτωβρίου 1998 [3] και εν πολλοίς αποτελεί την επιτομή των όσων γνωρίζουν από πάππου προς πάππου οι Αρβανίτες του νομού Έβρου.
Οι πληθυσμοί των χωριών αυτών βρέθηκαν ανατολικά του Έβρου, στην ανατολική Θράκη. Τα χωριά εγκατάστασής τους τα ονόμασαν : Κιουτέζα (εκ του Κιοτέσα από όπου ήρθαν και το οποίο ονομαζόταν «Ιμπρίκ Τεπέ» στα τούρκικα και «Ίμβρασος» στα ελληνικά), Μπιθκούκι (εκ του ομωνύμου χωριού του τόπου αναχωρήσεώς τους, «Σουλτάνκιοϊ» στα τούρκικα και «Λίβυθρο» στα ελληνικά).

Εκτός από τη συστάδα των δύο χωριών Σουλτάνκιοϊ και Ιμπρίκ Τεπέ, υπήρχε στην περιοχή της Αδριανούπολης το αρβανίτικο χωριό «Μεγάλο Ζαλούφι»[4]. Η κοινωνία των Ζαλουφιωτών, αυστηρά ενδογαμική ως το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν είχε καμία σχέση με τους Αλβανόφωνους της περιοχής ούτε πριν το 1922 ούτε μετά [5] και το Μεγάλο Ζαλούφι μάλλον προέρχεται από την διασπορά των Αρβανιτών του 14ου αιώνα χωρίς να γνωρίζουμε την αρχική κοιτίδα τους [6]. Στην περιοχή υπήρχε επίσης και το αρβανιτόφωνο χωριό Αλτίν Τας (χρυσόλιθος) [7], λίγο πιο ανατολικά από το Ιμπρίκ Τεπέ.

Σχετικά με τα αρβανιτόφωνα χωριά του Έβρου, ο Αριστείδης Κόλλιας [8] αναφέρει (απευθυνόμενος προς τον Π.Τσέκη στην διημερίδα):
«Οι Αρβανίτες στην Θράκη ήρθαν σε μιαν άλλη εποχή, πολύ μεταγενέστερη (σ.σ. από αυτή των αρβανιτών της νοτίου Ελλάδος). Και λέγονται μάλιστα σκιπτάρ (shqiptar), ένα εθνώνυμο που είναι άγνωστο στη νότια Ελλάδα. Τούτο επικρατεί από την Ήπειρο, και βορειότερα μετά τον θάνατο του Σκεντέρμπεη. Εμείς λεγόμαστε Αρβανίτες, «αρβανίτε» (arvanite), όπως και η γλώσσα μας, από το Κριεκούκι μέχρι την Πελοπόνησσο. Υπάρχει και το παλιό εθνώνυμο «αρμπερόρ» (Arberor) και ο προσδιορισμός της γλώσσας ως «αρμπερίστε» (arberishte). Είναι λοιπόν πλησιέστερα τα αρβανίτικα της Θράκης με τη γλώσσα της Κορυτσάς, και γιατί από εκεί έχετε έρθει, αλλά και γιατί μεταναστεύσατε σχετικά πρόσφατα» [9].
Τα χωριά Ιμπρίκ Τεπέ και Σουλτάνκιοϊ βρίσκονταν κοντά το ένα στο άλλο, στα νότια του Εργίνη ποταμού [10].

Η γλώσσα και η αίσθηση της κοινής πολιτισμικής παράδοσης αποτυπωνόταν και στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου που βρισκόταν στην ενδιάμεση απόσταση.
Η γιορτή του αγίου και τα κουρμπάνια [11] που γίνονταν ή οι δωρεές που προσφέρονταν, ήταν ο συνεκτικός ιστός που υπενθύμιζε τη σχέση τους [12].
Ήταν αυτό το πανηγύρι που καθιστούσε τα δύο χωριά κέντρο της περιοχής και συνέβαλε στην ανάπτυξη σχέσεων με τις ορθόδοξες περιοχές που ήταν από την άλλη πλευρά του Έβρου ποταμού.
Σε μερικά σημεία του ποταμού τα νερά ήταν πολύ ρηχά, ιδίως στα τέλη του καλοκαιριού και οι Εβρίτες πηγαινοέρχονταν με τα πόδια από τη μία όχθη στην άλλη [13].




Έτσι, κατά μαρτυρίες πληροφορητών, Σουφλιώτες έμποροι και άλλοι κάτοικοι επισκέπτονταν το πανηγύρι και εξαιτίας αυτού δημιουργήθηκαν κουμπαριές, οι οποίες αξιοποιήθηκαν από τους Σουφλιώτες προσκυνητές και εμπορευόμενους για την παροχή φιλοξενίας, αλλά ταυτόχρονα χρησιμοποιήθηκαν από τους εκδιωγμένους από τις εστίες τους για την ομαλή μετάβαση στο καινούργιο καθεστώς.
Τα δύο χωριά αναφέρονται ως αρβανιτόφωνα, τα οποία όμως κατατάσσονται στα ελληνικά χωριά της περιοχής [14].
Παρατηρεί ο αρχιμανδρίτης Νικ.Βαφείδης όσον αφορά την εκπαιδευτική κατάσταση:
«Εκ της οδυνηράς ταύτης καταστάσεως εξαιρείται (ως προς τα σχολικά) το ελληνοαλβανικόν χωρίον Ιβρίκ-Τεπέ ως όασιν εν ερήμω… περιέχον αλληλοδιδακτικήν σχολήν, εις ην φοιτώσιν 95 μαθηταί […] Η ευάρεστος και εξαιρετική αύτη του Ιβρίκ-Τεπέ κατάστασις οφείλεται κυρίως εις τον οικονόμον του χωρίου Παπαδήμον, ως και εις τους δημογέροντας και μουχτάρηδες, οίτινες πάσαν υφίστανται θυσίαν υπέρ της σχολής» [15].


Όσον αφορά αυτό το σημείο, φαίνεται ότι οι δημογέροντες του χωριού δεν είχαν αμφιβολία για τη συνείδησή τους και για την ταυτότητα, που επέλεξαν να εμφυσήσουν στις νεότερες γενιές των Αρβανιτόφωνων. Η εμμονή τους στην στήριξη του ελληνικού σχολείου [16] είναι εύγλωττη για τις προαναφερθείσες διεργασίες. Το χωριό κατατάσσεται στα ελληνικά. Σημειώνει ο Βαφείδης:

"Ιμπρίκ Τεπέ, Έλληνες αλβανόφωνοι 1.500. Δημοτική σχολή, 1 διδάσκαλος, 80 μαθηταί. Παρθεναγωγείον 1 διδασκάλισσα, 40 μαθήτριαι"[17].
Αξίζει να σημειωθεί ότι όλοι οι κάτοικοι είναι Αρβανιτόφωνοι.
Έτσι οι αποφάσεις δεν επιβάλλονται από μία πλειοψηφία, στην οποία αυτοί απλώς υπακούουν. Τα ίδια ισχύουν και για το άλλο χωριό: Σουλτάνκιοϊ, 1.500 έλληνες αλβανόφωνοι, δημ.σχολεία, 1 διδασκάλισσα, 35 μαθητές».



Οι διωγμοί.
Και οι δύο συστάδες χωριών διατρέχονται από το κοινό νήμα των περιπετειών των Ελλήνων στα χρόνια μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.
Πλήθος διωγμών προετοιμάζουν την προσφυγιά, τη διχοτόμηση και την τελική αναδιάταξη του χώρου.
Έτσι, κοινό γνώρισμα είναι η εκτόπιση.


Οι κάτοικοι του Ιμπρίκ Τεπέ και του Σουλτάνκιοϊ στέλνονταν στο εσωτερικό της Ανατολικής Θράκης:

"Αεραπόλ το λέγανε. Κοντέψαμε να πάμε ως την Μικρασία. Πήγαμε σακεί. Όλοι δεν πήγαμε, όμως εμείς πήγαμε. Εκάτσαμε 3 χρόνια εκεί. Το Αεραπόλ ήταν μεγάλη πόλη. Δεν ήταν θάλασσα εκεί. Δούλευαν εκεί, είχαν στάρια, δούλευαν, ύστερα ήρθαμε πάλι στο χωριό. Μας έδωναν ένα βόδι εμένα, ένα βόδι εσένα και φτιάχναμε ζευγάρι και ερχόσουν και τρία χρόνια έκατσαν εκεί και έκαναν πάλι νοικοκυριό. Λέω για πέρα. Έκαναν πράγματα και ζώα, όλα τα έκαναν. Από εκεί ύστερα εκάτσαμε τρία χρόνια εκεί. Κι μπαμπάς μου που ήταν φαντάρος στην Τουρκία, δούλεψε, έκανε και ζώα και ύστερα μας σήκωσαν πάλι και ήρθαμε εδώ" [18].

Είναι η περίοδος των μετέωρων βημάτων της προσφυγιάς. Οι απλοί άνθρωποι δοκίμασαν στο πετσί τους τις αναδιατάξεις. Έχασαν τις περιουσίες τους. Κάθε μετακίνηση συνεπαγόταν απώλεια των υπαρχόντων τους. Γύριζαν πάλι πίσω. Και ξανά απόπειρες να στήσουν το νοικοκυριό τους. Άνθρωποι με περιουσία κατάντησαν να επαιτούν τη βοήθεια των Τούρκων συγχωριανών. Γυναίκες έγιναν δούλες, υπηρέτριες. Οι εκτοπίσεις λειτούργησαν ως μια θυελλώδης, τακτική ανατάραξη, που ανέτρεψε τις υπάρχουσες ισσοροπίες, αναδιένειμε τον πλούτο και προκάλεσε νέες σχέσεις στις εθνολογικές ομάδες:

«οι δικοί μας ήταν φτωχοί, δεν μπορούσαμε να βγάλουμε σοδειές ή να πάρουμε ζώα γιατί μετά από 2-3 χρόνια θα μας έδιωχναν. Μόλις έκανες περιουσία, σε έδιωχναν και τα έπαιρνε ο Τούρκος. Ερχόσουν στο χωριό με δύο ξερά χέρια. Δίπλα υπήρχαν τουρκικά χωριά και πήγαινες σα δούλος στους Τούρκους και σε δυο μήνες σου δίνανε μια μέρα άδεια να πας να δεις τα παιδιά σου και τη γυναίκα σου και να φέρεις πέντε παράδες» [19].



Οι εκτοπίσεις δεν καλλιεργούν την αίσθηση του ιστορικού συμβαντολογικού χρόνου στους υφιστάμενους τα γεγονότα [20].
Γι’αυτούς όλα όσα πέρασαν, είναι παλινωδίες της ιστορικής κίνησης, οι οποίες επαναλαμβάνονται περιοδικά.
Πρόκειται για μετεωρισμούς που προσδοκούν ότι θα αποκατασταθούν.
Το σταθερό χρονικό σημείο στη μνήμη τους είναι ο εκτοπισμός του 1922 που εξελίχθηκε σε μόνιμη προσφυγιά. Ακριβώς αυτή η μονιμοποίηση του μετέωρου βήματος μετέτρεψε το γεγονός σε χρονικό σύνορο, που οργανώνει τη μνήμη τους στα πριν και μετά την πέρα του ποταμού μετεγκατάσταση.
Ο ξεριζωμός.
«Το ’22 που έγινε ο μικρασιατικός πόλεμος, ήτανε όλοι στο μοναστήρι του Άη Γιάννη.
Ήρθε τότες η διαταγή ότι έγινε πόλεμος και έπρεπε όλοι να φύγουμε από εκεί.
Περνούσαμε έπειτα με τα αμάξια μας μέσα από τον Έβρο. Ήταν καλοκαίρι» [21].
Για μια φορά ακόμη οι ελληνικοί πληθυσμοί της Ανατολικής Θράκης ετοιμάστηκαν για μετακίνηση:
«Τον Σεπτέμβριο του 1922, διαταχθείσης της εκκενώσεως της Ανατολ.Θράκης, οι Ζαλουφιώται παραλαβόντες ό,τι ήτο δυνατόν να παραλάβουν επί μιας βοϊδαμάξης, πέρασαν τον Έβρον ποταμόν»[22].
Ο Άγγελος Γερμίδης, Ανδριανουπολίτης, γράφει:

«Επί 15 ημέρες, φάλαγγες ατελείωτες κάρρων, βοϊδάμαξων και κάθε λογής μεταφορικών μέσων, διέσχιζαν κάτω από ένα βαρεία συννεφιασμένο ουρανό, πένθιμα και σιωπηλά, τους δρόμους της Θράκης, για να περάσουν στη δυτική όχθη του Έβρου, τους έλληνες κατοίκους και τα λίγα υπάρχοντα, που έφερναν μαζί τους.
Ήτανε ημέρες συγκινητικώτατες και το πένθος βαρύτατο για τους εκπατριζόμενους πληθυσμούς, που αφίνανε την πατρώα γη με δάκρυα στα μάτια και τον αβάσταχτο πόνο, που νοιώθουν εκείνοι, που χάνουν την πατρίδα τους, για πάντα.
Και μονάχα εκείνοι που αντίκρυσαν με τα μάτια τους το φοβερό εκείνο ξερρίζωμα του αιωνόβιου θρακιώτικου ελληνισμού, που από χιλιάδες χρόνια στάθηκε όρθιος στις επάλξεις, μονάχα αυτοί μπορούν να συλλάβουν την έκταση της φρικτής εκείνης συμφοράς.
Εκκλησίες πανάρχαιες, μοναστήρια που είχαν κτισθή από τους πρώτους ακόμα αιώνες του Χριστιανισμού, Σχολεία και Μορφωτικές Οργανώσεις που ακτινοβολούσαν και έξω από τη Θράκη, νεκροταφεία στα οποία εκοιμόταν τον αιώνιο ύπνο τους πατέρες, μητέρες κι αδέλφια τους, σπίτια, μαγαζιά γεμάτα, ανθούσες επιχειρήσεις και εύφορα χωράφια, τα αφίνανε όλα πίσω, φεύγοντες τον επερχόμενο κατακτητή.
Μέχρι της 5ης Οκτωβρίου εκκενώθηκε η περιοχή ως τη γραμμή, Μήδεια-Ανακτόριο-Τσερκέσκιοϊ.
Στις 7 Οκτωβρίου μέχρι τη γραμμή Σαμμακόβι-Βιζύη-Τυρολόη-Σηλύβρια, στις 9 Οκτωβρίου μέχρι τη γραμμή Σκοπός-Αρκαδιούπολις(Λουλέ-Μπουργάζ)-Ραιδεστός, στις 11 μέχρι τη γραμμή, 40 εκκλησίαι, Χάφσα-Παυλίκιοϊ-Κεσσάνη και στις 18, η υπόλοιπη μέχρι τον Έβρο περιοχή.
Στις 18 Οκτωβρίου, τα τελευταία ελληνικά τμήματα, εγκατέλειπαν την Αδριανούπολι, αφίνοντα για φύλαξί της Γάλλους στρατιώτες. Στις 10 το πρωί της ημέρας αυτής, γινόταν στο Στρατηγείο της Στρατιάς Θράκης, η υποστολή της Ελληνικής σημαίας και η έπαρση της Τουρκικής»[23].
Για πρώτη φορά, η μετακίνηση θα γινόταν προς το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος. Για τους ίδιους όμως, ήταν κομμάτι των προηγούμενων διωγμών και ήθελαν να πιστεύουν ότι σύντομα θα κατακάθιζε ο κουρνιαχτός και θα επέστρεφαν και πάλι στις πατρογονικές εστίες, για να συνεχίσουν το πανηγύρι του Αη Γιάννη του Προδρόμου, που έμεινε και αυτό στη μέση.
Αυτές οι σκέψεις τους έκαναν να επιλέξουν περιοχές που βρίσκονταν κοντά στα δικά τους χώματα [24].
Το ίδιο μαρτυρείται από τον Γ.Τολίδη, από το Μεγάλο Ζαλούφι, ο οποίος καταθέτει και την προσωπική του μαρτυρία από την αδημονία του πατέρα του, που συχνά ρωτούσε: «Τι νέα; Πότε θα πάμε πέρα;».


Αυτή η επιθυμία συνόδευσε σε όλη τους τη ζωή τους πρόσφυγες της πρώτης γενιάς, καθώς ο καημός έγινε τροφή για τα όνειρά τους:
«Παπούς έλεε, παιδί μου, που ήρθαμε εδώ, καθήσαμε εδώ για να είμαστε κοντά στην πατρίδα μας.
Περιμέναμε μια μέρα για να πάμε πίσω στο Γιαούπ.
Δήθεν ότι ήρθαμε εδώ προσωρινά. Θυμάμαι τον παππού μου που έλεγε»[25].
Η μετακίνηση έγινε με κάρα:
«Ήρθα μια κοπέλα. Γω ήμουν δεκατριώ χρονών, όταν ήρθαμε εδώ. Από κει ήρθαμε, πήγαμε με το αμάξι, περάσαμε σε ένα ποτάμι έτσι με τα γελάδια από πάνω. Ήταν με τον καιρό καλό και ήρθαμε με τα γελάδια, ήταν φαντάροι στο Σουφλί. Πήγαμε στο Σουφλί, ύστερα όλοι εκεί εκάτσαμε τρεις μήνες, ύστερα ήρθαμε εδώ στο Μπίντικλι [26] και τώρα το λένε Τυχερό» [27].
Το κάρο μπορούσε να ήταν ιδιόκτητο. Αυτό ήταν σπάνιο και μπορούσε να φιλοξενήσει τους συγγενείς. Στις πιο πολλές περιπτώσεις τη μεταφορά έκαναν οι Τούρκοι, καραγωγείς που αναλάμβαναν έναντι αμοιβής αυτό το εργολαβικό έργο.
Οι πέραν του Έβρου Θρακιώτες πέρασαν το ποτάμι με την κινητή τους περιουσία – σε αντίθεση με τους Μικρασιάτες οι οποίοι εγκατέλειψαν την περιοχή της Σμύρνης σε κατάσταση πανικού [28].
Έπειτα, το ταξίδι της προσφυγιάς ήταν πολύ μικρό, ήταν ζήτημα 2-3 ωρών, σε αντίθεση με τις απελπιστικές συνθήκες μετακίνησης των ποντίων που ήρθαν από τον Καύκασο ή την Τραπεζούντα, πολλοί εκ των οποίων πέθαναν κατά την διάρκεια του ταξιδιού.

«Με κάρο ήρθαμε και ένα αμάξι που μας έδωσαν οι Τούρκοι, τι να βάλεις εκεί πρώτα.
Είχαμε εκείνο το χρόνο στάρι, μια κάμαρα γεμάτη.
Και ό,τι είχαμε, δεν το πήραμε.
Ένα πάπλωμα πήραμε, μια κατσαρόλα, ένα ταψί και δύο σακιά στάρι, γιόμισε ένα κάρο.
–Το κάρο ήταν δικό σας δηλαδή;
-Δεν ήταν δικό μας. Οι Τούρκοι μας έφεραν και μετά γύρισαν. Ήταν σαν εργολάβοι. Τους πλήρωναν. Τους έδωσαν ένα αμάξι, τους λέει θα τους πάτε, θα τους παραδώσετε» [29].

Οι παραπάνω περιγραφές των πληροφορητών αποδεικνύουν ότι η μετακίνηση έγινε υπό ομαλές συνθήκες, με την βοήθεια των γηγενών Τούρκων (επ’αμοιβή) και δεν παρατηρήθηκαν οι σφαγές που έγιναν στον Πόντο και στην περιοχή της Σμύρνης.
Άλλωστε οι μετακινηθέντες Αρβανίτες ήταν βέβαιοι ότι και αυτή η μετακίνηση θα ήταν προσωρινή, ενώ αντίθετα οι αστοί της Ανδριανούπολης είχαν πλήρη επίγνωση της κατάστασης και γνώριζαν ότι επρόκειτο για οριστικό ξεριζωμό:
«Λίγες μέρες πριν από τις 18 Οκτωβρίου (σ.σ.1922), στις 9 του μηνός γινόταν στον Μητροπολιτικό Ναό της Αδριανουπόλεως η τελευταία λειτουργία, σαν εκείνη την τελευταία λειτουργία της Αγίας Σοφίας, την παραμονή της Αλώσεως. Και με δάκρυα στα μάτια, οι παρευρισκόμενοι σε αυτή, ακούγανε το γέρο Μητροπολίτη Πολύκαρπο, να αναπέμπη, με διακοπτόμενη από τη συγκίνηση φωνή, τη στερνή προς τον Ύψιστο επίκλησι. Ήταν ο τελευταίος Μητροπολίτης της Αγιωτάτης Μητροπόλεως Αδριανουπόλεως» [30].

Με τον ίδιο τρόπο ξεσηκώθηκαν και οι γείτονες του Ιμπρίκ Τεπέ, οι ελληνόφωνοι κάτοικοι του Γιαούπ [31].
Οι μαρτυρίες ωστόσο διαφοροποιούνται για τα πράγματα που δικαιούνταν να πάρουν. Μπορούσαν να φορτώσουν δύο βοϊδά (ή βουβαλά-)μαξες:
«Οι δικοί μας πρέπει να ξεκίνησαν γύρω στις 10 Οκτωβρίου και η μεταφορά γινόταν με βοϊδάμαξα.
Είχαν δικαίωμα 2 και 3 φορές να μεταφέρουν στην απέναντι όχθη του ποταμού Έβρου.
Διότι η διαδρομή μεταξύ Γιακούμπ Μπέη και Σουφλί ήταν κάνα δυο τρεις ώρες.
Κατά μαρτυρίες γονέων μας, βροχή ραγδαία και χαλάζι [32] χονδρό χτυπούσε τους δυστυχείς γονείς μας.
Η διαδρομή γινόταν με πλωτά μέσα.
Είχαν στρατιωτικές σχεδίες, βάρκες, και βάζαν 2-3 κάρα και τα τραβούσαν με συρματόσχοινα.
Οι πρώτοι οι πιο πολλοί εγκαταστάθηκαν στο Σουφλί.
Μερικοί πέρασαν απέναντι απ’το Διδυμότειχο.
Με τους Σουφλιώτες αν και μακριά είχανε το πάρε δώσε.
Οι αραμπατζήδες (καροποιοί) μαστόροι Σουφλιώτες φτιάχνουν τα ξύλινα βοϊδάμαξα και αργαλειούς, κ.λπ.»[33].

Οι πρόσφυγες ήταν έμπειροι σε τέτοιου είδους μετακινήσεις.
Ταυτόχρονα, η σκέψη τους ήταν στραμμένη στα πατρογονικά χώματα.
Έτσι, μπορεί να εξηγηθεί και η επιλογή του χώρου για τη δημιουργία του οικισμού τους.
Οι Αρβανιτόφωνοι κινήθηκαν παράλληλα προς τον Έβρο και νοτιοανατολικά του Σουφλίου. Δεν εγκαταστάθηκαν όλοι στην ίδια κατεύθυνση.
Οι μισοί και παραπάνω προτίμησαν να κονακέψουν κοντά στο ποτάμι, σχεδόν πάνω στην δυτική του όχθη, και σχεδόν απέναντι από τα χωριά που έφυγαν.
Οι πιο πολλοί πήγαν στον κάμπο, όπου υπήρχαν δύο οικισμοί: ο Χάντζιας (Τάρσιον) νοτιότερα, κι ένα χιλιόμετρο βορειότερα το Τσακιρτζί (Πυρόλιθος). Μεγαλύτερος οικισμός ήταν ο Χάντζιας, που διέθετε και ορθόδοξη εκκλησία, απομεινάρι της βουλγαρικής παρουσίας στην περιοχή.
Στο Μπίντικλι (Τύχιο) και λίγα χιλιόμετρα δυτικά (μακριά από το ποτάμι) κατέλυσαν 80 οικογένειες [34].




Οι άλλοι κινήθηκαν λίγο πιο μέσα, μαζί με τους αρβανιτόφωνους του Αλτίν Τας σε άλλους οικισμούς: Φέρες, Πέπλος, Γεμιστή, Κήποι, Αρδάνιο, Καβησό, Πυλαία Έβρου και στην Παραδημή του νομού Ροδόπης.
Οι Αρβανιτόφωνοι του Μεγάλου Ζαλουφιού σκόρπισαν στα βόρεια του νομού Έβρου: Χειμώνιο, Θούριο, Πύθιο, Ρήγιο, Σάκκος, Δίκαια και Καβύλη [35]. Επίσης, υπάρχουν μαρτυρίες για εγκατάσταση Αρβανιτών από την Μανδρίτσα της Βουλγαρίας στο Σουφλί και στο Πρωτοκκλήσι Έβρου[36].

Κάπως έτσι έφτασαν οι Αρβανίτες από την Ανατολική Θράκη στον νομό Έβρου. Σε επόμενο θέμα θα ασχοληθούμε με τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν στην νέα τους πατρίδα αλλά και για την εθνική τους συνείδηση.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω δημόσια τον κ. Γρ.Αυδίκο, επίκουρο Καθηγητή Λαογραφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, δρ.Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, διότι το έξοχο βιβλίο του με τίτλο «Από τη Μαρίτσα στον Έβρο» (βλ.υποσημ.12) που έγραψε σχετικά με την ιστορία του Τυχερού Έβρου, του χωριού μου, ήταν η αιτία να κάνει να κάνει αρκετούς από εμάς, τους σημερινούς Τυχεριώτες να ψάξουμε, να ερευνήσουμε και να μπούμε στην μηχανή του χρόνου αναζητώντας τα ίχνη των προγόνων μας και εγκύπτοντας στην υπάρχουσα βιβλιογραφία να σπάσουμε τα ταμπού και τις προκαταλήψεις σχετικά με την γλώσσα των παππούδων και των πατεράδων μας, τα αρβανίτικα, σπάζοντας την σιωπή και καταστρέφοντας τον μηχανισμό της λήθης που τέθηκε πολύ νωρίς σε λειτουργία μέσω ενός περίεργου συνδυασμού κρατικής επιβολής και αυτοχειρίας των αρβανιτών, ώστε να ξεχαστεί όσο το δυνατόν συντομότερα το ότι είμαστε Αρβανίτες και ότι οι γονείς μας, οι παππούδες και οι πρόγονοί μας μιλούσαν Αρβανίτικα. Το εν λόγω βιβλίο αποτέλεσε την κύρια πηγή του παρόντος θέματος. Επίσης, πλήθος παραπομπών και πηγών του παρόντος θέματος, βρίσκονται σε αυτό το βιβλίο.

doctor

____________________________________________________

[1] σ.σ. : Β(Μπ)υθ(ι)κούκ(ι) στα αρβανίτικα σημαίνει «κόκκινος κώλος».
[2] Φέρες Έβρου:
wikipedia
[3] Τα όσα ελέχθησαν στην διημερίδα συμπεριλήφθηκαν ως ειδικό κεφάλαιο («Τα αρβανίτικα») του βιβλίου που εξέδωσε το Κ.Ε.Μ.Ο. (Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων) με τίτλο «Γλωσσική Ετερότητα στην Ελλάδα», εκδ.Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2001. Η διημερίδα διεξήχθη με την συμμετοχή Καθηγητών Πανεπιστημίων και ομιλητών της αρβανίτικης γλώσσας από όλα τα σημεία της Ελλάδας. Η συνάντηση ανάμεσα σε κοινωνικούς ερευνητές και σε ομιλητές των γλωσσών, η ζεύξη δηλαδή της βιωματικής αφήγησης με την επιστημονική ανάλυση, αποτέλεσε το μεθοδολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε η κάθε συζήτηση. Το απόσπασμα από την τοποθέτηση του κ.Τσέκη βρίσκεται στην σελίδα 291 του εν λόγω βιβλίου.
[4] Γ.Τολίδης, «Η συμβολή της Θράκης στους αγώνες και τις θυσίες του Έθνους. Το μεγάλο Ζαλούφι της Ανδριανούπολης», Θρακικά, 40 (1970), σσ.80-138.
[5] Ν.Μελλίδου-Κεφαλά, «Σημειολογική λειτουργία παραδοσιακής γυναικείας φορεσιάς», Πρακτικά Συμποσίου Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού χώρου. Η ιστορική, αρχαιολογική και λαογραφική έρευνα για τη Θράκη», Θεσσαλονίκη 1991, σ.233.
[6] «Η γλωσσική ετερότητα στην Ελλάδα», σ.291 (Τσέκης).
[7] Δ.Γκιοκτσέ, «Παραμύθια από την Πυλαία Έβρου», Αλεξανδρούπολη 1998. Βλ.επίσης «Γλωσσική Ετερότητα στην Ελλάδα», σ.291 (Τσέκης).
[8] Αριστείδης Κόλλιας (1944-2000). Ερευνητής, εκδότης του περιοδικό «Άρβανον», συγγραφέας. Έργα: «Οι Αρβανίτες και η καταγωγή των ελλήνων», Θάμυρις, Αθήνα, 1985, «Η προκήρυξη του Αρβανίτικου Συνδέσμου. Ένα ιστορικό ντοκουμέντο του 1899» (επιμ.), Θάμυρις, Αθήνα 1996.
[9] «Η γλωσσική ετερότητα στην Ελλάδα» (Α.Κόλλιας), σ.337. Βλ.επίσης, Κόλλιας, «Μικρό αφιέρωμα στα αρβανιτοχώρια της Θράκης»,Μπέσα,25 (1993), σ.5-8.
[10] «Ο Εργίνης ή Αγριάνης (στα τουρκικά Εργκενέ), ο οποίος διασχίζει την πεδιάδα της Ανατολικής Θράκης, δέχεται τα νερά πολλών μικρών ποταμών, ποτίζει τα πλούσια μποστάνια της Μακράς Γέφυρας (Ουζούν Κιοπρού) και συναντάει τον Έβρο στο ύψος περίπου της κωμόπολης Κύψελα (Ύψαλα)», Μαριάνα Κορομηλά, «Θρακική Τοπογραφία», Αθήνα 1994, Πολιτιστική Εταιρεία «Πανόραμα», σ.8.
[11] Στη Θράκη το σφάξιμο των ζώων-τα κουρμπάνια- που γίνονταν (και εξακολουθούν να γίνονται) κοντά σε αγιάσματα ή στο προαύλιο των εκκλησιών, που φέρουν το όνομα των Αγίων που θέλουν να τιμήσουν, διατηρούνται αλλά και συναρπάζουν. Η θυσία των ταύρων και των κριών στη Βορειοανατολική Θράκη περικλείει στοιχεία που σήμερα μπορεί κάποιος να αντιληφθεί μόνο αν επισκεφθεί χωριά της κοιλάδας του Εβρου, οι κάτοικοι των οποίων, και μέχρι σήμερα τα συνεχίζουν, γιατί έτσι τα βρήκαν από τους πατεράδες τους,από τους παππούδες τους.
Σε πολλά χωριά στον Εβρο,μέχρι και σήμερα, πραγματοποιείται το κουρμπάνι του Αγίου Αθανασίου.Παλαιότερα στην πόλη του Διδυμοτείχου το κουρμπάνι τη μέρα του Αγίου γινότανε σε τέσσερα διαφορετικά σημεία. Εξάλλου ο Αγιος Αθανάσιος είναι ο πολιούχος της πόλης. Σήμερα το συνεχίζουν μόνο οι ψαράδες, που μένουν δίπλα τον Ερυθροπόταμο.
Πολλά όμως χωριά της επαρχίας Διδυμοτείχου την ίδια μέρα κάνουν το κουρμπάνι, όπως το Ισαάκιο,το Πραγγί,το Ασημένιο,το Σοφικό.
Και στην επαρχία Σουφλίου εξακολουθούν να το πραγματοποιούν, όπως οι κάτοικοι της Κορνοφωλιάς και της Δαδιάς.
[12] Ευάγγελος Γρ.Αυδίκος, επίκουρος Καθηγητής Λαογραφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, δρ.Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, «Από την Μαρίτσα στον Έβρο» σελ.27. Για την σχέση των θρησκευτικών κέντρων ως πόλων συνοχής βλ.: S.Silverman, Three Bells of Civilization. The life of an Italian Town, New York and London, σ.152. Ακόμη, πβ. «Το μοναστήρι της αγίας Αναστασίας ήταν κατά την πανήγυριν ο τόπος συγκεντρώσεως των Ελλήνων των πέριξ κωμοπόλεων και χωρίων» Θ.Μαυρομάτης «Το μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας Φαρμακολυτρίας το εις τον Εύξεινον Πόντον», Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, 25 (1960), σ.209. Μ.Βαρβούνης, Λαϊκή λατρεία και θρησκευτική συμπεριφορά των κατοίκων της Σάμου, διδακτορική διατριβή, Αθήνα 1992.
[13] Μ.Κορομηλά, ο.π., σ.9.
[14] Αρχιμανδρίτης Νικόλαος Βαφείδης, «Εκκλησιαστικαί Επαρχίαι της Θράκης και ο φάκελλος 434 της βιβλιοθήκης της Βουλής περί Θράκης», «Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού,ΙΗ’ (1953), σ.87.
[15] Βαφείδης, ο.π. σ.61.
[16] Α.Δημαράς, «Η εκπαίδευση φορέας διαμόρφωσης και εγχάραξης της ελληνικότητας», στον τόμο: Δ.Τσαούση (επιμέλεια), Ελληνισμός και ελληνικότητα. Ιδεολογικοί και Βιωματικοί Άξονες της Νεοελληνικής Κοινωνίας, Αθήνα 1983, σσ.235-241. J.Singleton, “Implications of Education as Cultural Tansmission”, στο G.Spindler (επιμέλεια), Education and Cultural Process: toward an Anthropology of Education, New York, 1974, σσ.26-38. Πβ.Τ. Kuwayama, “Gasshku:Off-Campus Training in the Japanese School”, Anthropology and Education Quarterly, 27:1 (1996),σ.113.
[17] Βαφείδης, ο.π. σ.77.
[18] Μαρτυρία της Σύρμως Γκίρδα, Αυδίκος, ο.π., σ.31.
[19] Μαρτυρία του Μιχαήλ Γιαννούλη, Αυδίκος, ο.π.σ.31.
[20] Η αίσθηση αυτή είναι αποτέλεσμα της ανατροπής της κοινωνικής δομής, όπως εκδηλώνεται σε συνθήκες ιστορικής αβεβαιότητας και μετάβασης σε ένα νέο καθεστώς, βλ.Μ.Sahlins, Islands of History, Chicago and London, 1985,σ.138. S.Condor”Social Identity and Time”, στο βιβλίο: W.P. Robinson, Social Groups and Identities. Developing the Legacy of Henri Taifel, Oxford 1996, σς.302-6. A.Von Plato, “An Unfamiliar Germany.Some Remarks on the Past and Present Relationship Between East and West Germans”, Oral History, 21:1(1993), σσ.35-42. Πβ.A.Gell, The Anthropology of Time, Oxford, 1996.
[21] Μαρτυρία Σουλτάνας Κουρτίδου, Αυδίκος, ο.π. σ.33.
[22] Γ.Τολίδης, ο.π. σ.101. Πβ.Μαυρίδης, Β.Μπεζιργιαννίδης, «Μνήμες από τις αξέχαστες πατρίδες», Νέα Ορεστιάδα 1996, σσ.54-58.
[23] Άγγελος Γερμίδης, Υποστράτηγος ε.α., «Η Απελευθέρωσις της Αν.Θράκης τον Ιούλιον του 1920 και η δραματική εγκατάλειψίς της τον Οκτώβριο του 1922», Εκδόσεις Θρακικού Κέντρου, Αθήνα, 1972. Όλο το κείμενο βρίσκεται εδώ:
http://alex.eled.duth.gr/EthM/germidis/Kef05.htm .
«Στην Ανδριανούπολη έκανε την είσοδό του ο ελληνικός στρατός το 1920, αφού το 1912 την είχαν καταλάβει οι Βούλγαροι και το 1913 την είχαν ανακαταλάβει οι Τούρκοι, για να υποχρεωθεί όμως να αποσυρθεί το 1922, με τη συνθήκη που επισφράγισε τη μικρασιατική καταστροφή, ακολουθούμενος από 30.000 Έλληνες Ανδριανουπολίτες και άλλες προσφυγικές στρατιές απ’όλη την Ανατολική Θράκη», Θοδώρου Καρζή, «Οι πατρίδες των Ελλήνων», Γ’ Τόμος, Ανατολική Θράκη-Ανατολική Ρωμυλία, σ.246.
“Με την ανακωχή των Μουδιανών, 28 Σεπτεμβρίου 1922, ορίστηκε να αποσυρθούν τα ελληνικά στρατεύματα δυτικά του Έβρου σε 20 περίπού μέρες ενώ οι πολιτικές αρχές να μεταβιβαστούν στους Τούρκους σε ένα μήνα μετά την εκκένωση της Θράκης από τους Έλληνες. Η συνθήκη των Μουδανών δεν έθετε κανένα όρο για να εγκαταλείψουν τον τόπο τους οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης. Ποιος όμως μπορούσε να τους συγκρατήσει; Οι πληροφορίες των κατοίκων της Θράκης για τις εκτεταμένες σφαγές των Ελλήνων στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας και της Σμύρνης και οι Τούρκικές συμμορίες, πού είχαν εμφανιστεί στην περιοχή της Ανατολικής Θράκης, είχαν τρομοκρατήσει τους ελληνικούς πληθυσμούς και τους προειδοποιούσαν τι τους περιμένει, όταν Θα έφταναν στον τόπο τους οι βάρβαροι Τούρκοι (Θεοδώρου Κυρκούδη, «Η προσφορά των Θρακών στους αγώνες του Έθνους 1453-1923»,Εθνικό Ίδρυμα Νεότητας, Πρόγραμμα διαπολιτισμικής εκπαιδευτικής στήριξης Θράκης, Αθήνα, 1998)Βλ.:
http://alex.eled.duth.gr/kirkoudis1/index.html
[24] Η τάση αυτή, να επιλέγουν δηλαδή κάποιοι πρόσφυγες γειτονικές περιοχές, με την προσδοκία της επιστροφής, είναι κοινός τόπος στην προσφυγική βιβλιογραφία. N.North, “Narratives of Cambodian in the Collection of Reffugee Stories”, Oral History, 23:2 (1995), σ.33-48. Δ.Σεϊτανίδης, «Το Σουφλί και η ιστορία του από το 1910 μέχρι το 1950», Αρχείον Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, 24 (1959), σσ.233-68.
[25] Μαρτυρία της Μαρίας Χατζοπούλου, Αυδίκος, ο.π. σ.34. Το Γιαούπ ήταν ένα (ελληνόφωνο και όχι αρβανιτόφωνο) χωριό κοντά στο Ιμπρίκ Τεπέ.
[26] Μπίντικλι λεγόταν το τούρκικο χωριό το οποίο εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του το 1922 και εκεί πήγαν 80 οικογένειες αρβανιτόφωνων από το Ιμπρίκ Τεπέ. Το χωριό ονμάστηκε Τύχιο και από το 1953 (Β.Δ.23.7.53, ΦΕΚ 193/31.7.53, τεύχος Α’) ονομάζεται Τυχερό και είναι η έδρα του ομώνυμου Δήμου.
[27] Μαρτυρία Σύρμως Γκίρδα, Αυδίκος, ο.π., σ.34.
[28] Βλ. Λάμπρος Μπαλτσιώτης, ιστορικός, «Ανταλλαγές Πληθυσμών και προσφυγιά στην Ελλάδα και την Τουρκία. Οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα δύο εθνικών αφηγήσεων», περιέχεται στο «Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών», Κέντρο ερευνών μειονοτικών ομάδων (Κ.Ε.Μ.Ο.), σ.488.
[29] Μαρτυρία Αγλαΐας Πράφτσα, Αυδίκος, ο.π., σ.35.
[30] Άγγελος Γερμίδης, ο.π.
[31] Οι άριστες σχέσεις μεταξύ Γιαούπ και Ιμπρίκ Τεπέ συντέλεσαν ώστε οι Γιαουπιώτες να ακολουθήσουν τους αρβανίτες στην μετακίνησή τους και να καταλύσουν και πάλι σε διπλανό χωριό (Φυλακτό) μετά το πέρασμα από τον Έβρο.
[32] Η σφοδρή κακοκαιρία του Οκτωβρίου του 1922 στην Ανατολική Θράκη μαρτυρείται επίσης και από τον Γερμίδη στην περιγραφή του για την εκκένωση της Ανδριανούπολης, λίγα χιλιόμετρα πιο βόρεια, Γερμίδης, ο.π.
[33] Μαρτυρία Βασίλη Μιχαηλίδη, Αυδίκος, ο.π. σ.35.
[34] Στην απογραφή του 1928 το Τύχιο έχει πληθυσμό 529 άτομα.
[35] Κόλλιας, «Μικρό αφιέρωμα στα αρβανιτοχώρια της Θράκης»,Μπέσα,25 (1993), σ.5-8.
[36] «Κέντρο όλων των Αρβανιτάδων της Μανδρίτσας, που μετανάστευσαν από τη Βουλγαρία το 1914, είναι οι Μάνδρες του Κιλκίς. Από την Μανδρίτσα εγκαταστάθηκαν επίσης αρκετοί στο Σουφλί, στο Πρωτοκκλήσι Έβρου, στον Καλό Αγρό Δράμας, στη Θέρμη, στο Ζαγκλιβέρι και στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης, αλλά οι περισσότερες οικογένειες ήρθαν στις Μάνδρες. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν χτίστες. Δεν έχουμε καταλήξει ακόμα, μέσα από τις παραδόσεις των γεροντότερων, για τον αρχικό τόπο καταγωγής. Μια παράδοση σχετίζεται με αναγκαστικό εκπατρισμό στην Τουρκοκρατία από τη Μάνδρα Αττικής. Μια άλλη εκδοχή λέει ότι και εμείς είμαστε από την περιοχή, από το Βιθκούκι». Τα παραπάνω είπε ο Κω/νος Βασδραβανίδης, τ.πρόεδρος της κοινότητας Μανδρών Κιλκίς, στην διημερίδα για τα Αρβανίτικα (βλ.υποσημείωση 3), «Η Γλωσσική ετερότητα στην Ελλάδα», ο.π., σ.292.
[37] Η παρούσα εργασία, όπως εύκολα αντιλαμβάνεται ο καθένας, επικεντρώθηκε στους Αρβανίτες του νοτίου Έβρου και δεν αναφέρθηκε παρά αποσπασματικά και σποραδικά στους Αρβανίτες που προήλθαν από το Μεγάλο Ζαλούφι και εποίκισαν τον Βόρειο νομό Έβρου. Ο λόγος είναι η καταγωγή του γράφοντος, το Τυχερό Έβρου, και τίποτα περισσότερο. Είναι όμως στις άμεσες προθέσεις μου να μελετήσω και να γράψω και για τους Αρβανίτες του βορείου Έβρου.