Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2008

O Γεώργιος Γεμιστός (Πλήθων) και ο ρόλος της εκκλησίας κατά την Άλωση

Σήμερα θα προσπαθήσω να ρίξω λίγο φως σε μία σκοτεινή (ή μάλλον, σκόπιμα συσκοτισμένη) περίοδο, που περιλαμβάνει τα όσα διαδραματίστηκαν λίγο πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης .
Ο δογματισμός της εκκλησίας και η εθνικιστική θεώρηση της ιστορίας, αυτήν την περίοδο την έχουν ισοπεδώσει και την έχουν πλάσει εκ νέου, όπως τους βολεύει φυσικά.
Έτσι, τον λάτρη του δωδεκαθέου, Γεώργιο Πλήθωνα Γεμιστό, τον παρουσιάζει σήμερα η θρησκόληπτη Δεξιά ως ... προπομπό του ελληνοχριστιανισμού (!) και επίσης ο ρόλος της εκκλησίας στο προ (αλλά και στο μετά) της Αλώσεως διάστημα έχει υποστεί τόσες αυθαίρετες ερμηνείες και έτσι σήμερα η εκκλησία (αυτο)παρουσιάζεται ως επιτελούσα ... εθνικό έργο, σε μια εποχή που ο κόσμος δεν αυτοπροσδιοριζόταν με εθνικά κριτήρια.
Στο ίδιο λάθος βέβαια πέφτουν και οι κατακρίνοντες την εκκλησία, καταλογίζοντάς της ... αντεθνική δράση εν έτει 1453 μ.Χ!


Ο τάφος του Πλήθωνα στο Ναό των Μαλατέστα (Tempio Malatestiano) στο Ρίμινι.

"Η πολιτική θεωρία του Πλήθωνα βασιζόταν σε μία νέα σύλληψη που εμφανίστηκε στην όψιμη βυζαντινή σκέψη και που αποτελούσε άμεση συνέπεια της συρρίκνωσης της αυτοκρατορίας και της συνακόλουθης παρακμής της αυτοκρατορικής ιδέας ενός οικουμενικού χριστιανικού κράτους. Κάτω από την επίδραση αυτών των νέων πολιτικών εμπειριών, ορισμένοι βυζαντινοί διανοούμενοι, ιδιαίτερα στα ελληνικά κράτη που προέκυψαν από την κατάτμηση της αυτοκρατορίας μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204, άρχισαν να ανακαλύπτουν τα στοιχεία μιας νέας συλλογικής ταυτότητας για τους ελληνόφωνους ορθόδοξους χριστιανούς, που είχαν επιζήσει ως ο πυρήνας της πολυεθνικής κοινωνίας του Βυζαντίου.
Η νέα ταυτότητα προσδιορίστηκε με βάση την ελληνική γλώσσα και την πνευματική συνάφεια που αυτοί οι όψιμοι βυζαντινοί ένιωθαν να τους συνδέει με τον κλασσικό ελληνικό πολιτισμό.
Αυτά τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά μπορούσαν να διακρίνουν στις συνειδήσεις των λογίων τους «Ρωμαίους» της Ελληνικής Ανατολής, όχι μόνον από τους ειδωλολάτρες «βαρβάρους» που ζούσαν στον Βορρά και στον Νότο της αυτοκρατορίας, αλλά και από τους χριστιανούς «βαρβάρους» της Λατινικής Δύσης, όπως και από τα μη ελληνικά φυλετικά στοιχεία της βυζαντινής κοινωνίας.
Έτσι, στα υπολείμματα του βυζαντινού κράτους, όπως στην αυτοκρατορία της Νίκαιας στη βορειοδυτική Μικρά Ασία και στο δεσποτάτο του Μιστρά στην Πελοπόννησο, κάποια σχετική εθνολογική ομοιογένεια και το πνεύμα της αντίστασης στις πιέσεις των αλλογενών εχθρών ευνόησαν την εμφάνιση, σε λόγιους κυρίους κύκλους, των πρώτων εκδηλώσεων της νέας συλλογικής συνείδησης που θα μπορούσε να εξελιχθεί ως συνείδηση ενός νεότερου ελληνικού έθνους σε μία πορεία παράλληλη με εκείνην των εθνών της Δυτικής Ευρώπης [1] .

Ακριβώς εκείνη την εποχή, μετά την κατάρρευση της μεσαιωνικής χριστιανικής κοινοπολιτείας, εμφανίστηκαν οι πρώτες τάσεις και διαμορφώθηκαν οι αρχικοί πυρήνες των μελλοντικών εθνικών κοινοτήτων στις περιοχές που επρόκειτο να εξελιχθούν αργότερα τα πρώτα ευρωπαϊκά κράτη (Βρετανία, Γαλλία και Ισπανία). Το φιλοσοφικό κίνημα του Πλήθωνα αποτελούσε ισχυρή διανοητική ένδειξη αντίστοιχων τάσεων στα ελληνικά εδάφη. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Πλήθων επέμενε ότι οι κάτοικοι των περιοχών που απάρτιζαν την όψιμη βυζαντινή αυτοκρατορία και συνέπιπταν εν μέρει με τα εδάφη του κλασσικού ελληνικού πολιτισμού, ήταν Έλληνες το γένος, όπως πιστοποιούσαν η γλώσσα τους και η εθνική τους παιδεία [2].
Οι εκδηλώσεις των απαρχών ενός νέου συναισθήματος συλλογικής ταυτότητας μεταξύ των ελληνοφώνων ορθοδόξων, οι οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να εκληφθούν ως ένας νεοελληνικός «πρωτο-εθνικισμός» [3], καταποντίστηκαν με την οθωμανική κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και την πτώση των υπόλοιπων ελεύθερων ελληνικών κρατών το 1460 (Μιστράς) και το 1461(Τραπεζούντα) στους Τούρκους.
Εκτός από τις πολιτικές, κοινωνικές και πνευματικές συνέπειες, οι οποίες αποδείχτηκαν καθοριστικές στην εξέλιξη της κοινότητας του ελληνικού γένους και του ελληνικού πολιτισμού στους αιώνες που ακολούθησαν, η οθωμανική κατάκτηση, αποκλείοντας την ελληνική κοινωνία από την δυτική Αναγέννηση, που άρχιζε τότε να συντελείται χάρη και στη συνεισφορά των φυγάδων Βυζαντινών λογίων, συνέβαλε στην επιβολή της παραδοσιακής, αυστηράς ορθόδοξης κοσμοθεωρίας στις διαμάχες που μαίνονταν στο Βυζάντιο την εποχή της Άλωσης.
Το κίνημα της φιλοσοφικής και πολιτικής ανανέωσης, που είχε την έμπνευσή του στον νεοπλατωνισμό, καθώς και η πρώτη υποδήλωση μιας ελληνικής ελληνικής ταυτότητας, προσδιορισμένης σε σχέση με τον αρχαίο ελληνισμό, εξοβελίστηκαν.
Ενδεικτικό είναι ότι τα συγγράμματα του Πλήθωνα κάηκαν τελετουργικά στην Κωνσταντινούπολη από τον φιλοσοφικό του αντίπαλο Γεώργιο Σχολάριο, ο οποίος αναδείχθηκε το 1454 ως ο πρώτος πατριάρχης μετά την Άλωση. Υπέρμαχος του αριστοτελισμού και πολέμιος της Δύσης, ο Σχολάριος, ο οποίος πήρε το όνομα Γεννάδειος μετά την ένταξή του στον κλήρο και την ανάρρησή του στον πατριαρχικό θρόνο, πρωτοστάτησε στην ανασυγκρότηση του βυζαντινού πνεύματος, το οποίο διαμόρφωσε το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε η ελληνική σκέψη στους αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας [4].


O Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής παραχωρεί τα προνόμια του Πατριαρχείου στον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο

Το σκήπτρο της οικουμενικότητας πέρασε από τη νικημένη αυτοκρατορία σε έναν άλλον υπερεθνικό θεσμό, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.
Οι Οθωμανοί κατακτητές παραχώρησαν στην ορθόδοξη Εκκλησία σημαντικά πολιτικά προνόμια αναγνωρίζοντας στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και στους επισκόπους του πολιτικές ευθύνες στη διοίκηση των υπόδουλων ορθόδοξων χριστιανικών κοινοτήτων.
Η Εκκλησία έγινε ο θεσμός που διαμεσολαβούσε μεταξύ του Σουλτάνου και των χριστιανών υπηκόων του.
Ο «βασιλεύς», μετά την κατάκτηση, παρέμεινε εκ Θεού δεδομένο στοιχείο της φυσικής τάξης των πραγμάτων, στην οποία εντάσσεται και η Εκκλησία, χωρίς όμως να είναι πλέον φορέας αγιότητας και ευσέβειας και μέτοχος της εσωτερικής ζωής της Εκκλησίας[5].
Η Οθωμανική αυτοκρατορική εξουσία, που αντικατέστησε τη νεκρή πια χριστιανική αυτοκρατορία, εξασφάλισε επιπλέον στην ορθόδοξη Εκκλησία προστασία κατά της διείσδυσης του Καθολικισμού μεταξύ του ποιμνίου της.
Η αντικαθολική στάση, που δέσποσε στην ορθόδοξη Εκκλησία ύστερα από το μεγάλο σχίσμα και παγιώθηκε μετά την Άλωση με το θρίαμβο της παράταξης των ανθενωτικών στην Κωνσταντινούπολη, διασταυρώθηκε με την καχυποψία και την εχθρότητα των Οθωμανών απέναντι στις ευρωπαϊκές δυνάμεις, που αγωνίζονταν να εμποδίσουν την παραπέρα εξάπλωσή τους και απεργάζονταν σταυροφορίες στην Ανατολή εναντίον τους.
Η σύμπτωση των πολιτικών συμφερόντων Εκκλησίας και Υψηλής Πύλης είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία κοινού μετώπου κατά της Δύσης.
Η προστασία που αυτή η συμμαχία εξασφάλισε στην Εκκλησία, τόσο απέναντι στην Καθολική θρησκευτική προπαγάνδα όσο και απέναντι στην ιδεολογική πίεση των νέων ρευμάτων της ευρωπαϊκής σκέψης, συνδυασμένη με την επίσημη ανοχή που παρείχε το ισλαμικό δίκαιο στις «θρησκείες της Βίβλου» (Ιουδαϊσμό και Χριστιανισμό), πρόσφερε βάσιμα επιχειρήματα για τη στήριξη της πολιτικής της νομιμοφροσύνης, την οποία ακολουθούσε η ορθόδοξη Εκκλησία απέναντι στο οθωμανικό κράτος [6].
Η πολιτική παράδοση που εγκαινιάστηκε από τον πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο αμέσως μετά την Άλωση [7] επανήλθε ζωντανή τρεις αιώνες αργότερα στη συνείδηση της εκκλησιαστικής ηγεσίας, όταν έδινε τη μάχη της κατά του Διαφωτισμού.

Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός», Π.Κιτρομηλίδης, Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Παν/μιο Αθηνών, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, σελ.23-28.

Στο Οπτικοακουστικό αρχείο της ΕΡΤ (ρίξτε του μια ματιά, έχει πολύ ενδιαφέροντα πράγματα) μπορείτε να δείτε μία εκπομπή με τίτλο «Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΜΙΣΤΟΣ- ΠΛΗΘΩΝ ΚΑΙ Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ»: http://www.ert-archives.gr/wpasV2/public/p01-info.aspx?titleid=0000007032&action=mInfo&mst=00:00:00:00

Το οπτικοακουστικό αρχείο της ΕΡΤ:
http://62.103.160.123/wpasV2/public/c02-arch-search.aspx

doctor
________________________________________________________________________________

[1] Πρβλ. Steven Runciman, “Byzantine and Hellene in the Fourteenth Century”, Τόμος Κωνσταντίνου Αρμενοπούλου, Θεσσαλονίκη 1952, σελ.27-31. D.M.Nicol, “The Byzantine Church and Hellenic Learning in the Fourteenth Century, Byzantinum: it’s ecclesiastical History and Relations with the Western World, London:Variorium,1972, XII. Αngelike Laiou, “From Roman to Hellene”, The Byzantine Fellowship Lectures, τχ.1, επιμ. N.M. Vaporis, Brookline, Mass.1974, σελ.13-28. Για το ιδεολογικό πλαίσιο βλ. και H.Ahreweiler, L’ideologie politique de l’Empire byzantin, Παρίσι 1975, σελ.75-128.

[2] Σύμφωνα με τον Πλήθωνα, οι έλληνες όφειλαν να δραστηριοποιήσουν εκ νέου την κληρονομιά των προγόνων τους και να αναγνωρίσουν σε αυτήν την εθνική τους ταυτότητα, αποδεσμευόμενοι από την χριστιανική παράδοση, την οποία θεωρούσε μια σκοτεινή παρένθεση χιλίων χρόνων.
"Εμείς είμαστε έλληνες στην καταγωγή, όπως το δείχνουν και η γλώσσα, και η πατροπαράδοτη παδεία" δήλωνε ο Πλήθων (Έλληνες εσμέν το γένος,ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί)..
Αξίζει να επαναλάβουμε εδώ τη σύγκριση ανάμεσα στη θέση του Πλήθωνα και στη διαμετρικά αντίθετή της, που διατυπώθηκε εκείνη την εποχή.
Ο λόγος για τη δήλωση του Γεώργιου Σχολάριου, του πρώτου οικουμενικού πατριάρχη μετά την Άλωση: "Αν και είμαι έλληνας στη γλώσσα, δεν θα έλεγα ποτέ ότι είμαι έλληνας, γιατί δεν σκέπτομαι όπως κάποτε σκεπτόταν οι έλληνες. Αντίθετα, θέλω να με αποκαλούν σύμφωνα με την πίστη μου. Κι αν με ρωτούσε κανείς τι είμαι, θα του έλεγα πως είμαι χριστιανός" (Έλλην ων τη φωνή,ουκ αν ποτέ φαίην Ελλην είναι...και ει τις εροιτο με τις ειμί αποκρίνομαι Χριστιανός είναι)." Ιστορία των Ελλήνων» εκδ.Δομή, 8ος τόμος, κεφ.«Προσλήψεις και εικόνες της Ελλάδας, σελ.470, Τόλιας Γεώργιος, Διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Κέντρου Ερευνών, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Σορβόννης»

[3] Πρβλ.S.G. Xydis, “The Medieval Origins of Modern Greek Nationalism”, Balkan Studies, 9 (1968), σελ.1-20.
[4] Βλ. Γεννάδιος Σχολάριος, Ouevrew completes, τομ.Γ’ , Παρίσι 1930, σελ.1-204 για την αντικαθολική του πολεμική ιδιαίτερα σελ.171-174, όπου αρνείται κάθε μορφή δυτικής βοήθειας, ως επιζήμιας για τα πραγματικά συμφέροντα της ορθόδοξης Ανατολής, και ο.π. τομ.Δ’, Παρίσι 1935, σελ.1-189 για την πολεμική κατά του Πλήθωνα, ως την αρμόζουσα τιμωρία για ένα έργο που υπερασπίζεται την ειδωλολατρία. Για το γενικότερο υπόβαθρο αυτών των ιδεολογικών διαμαχών την εποχή της πτώσης της βυζαντινής αυτοκρατορίας, βλ. Steven Runciman, The Fall of Constantinople: 1453, Campbridge 1965, σελ.1-21, 68-72 και Δ.Α. Ζακυθηνός «Ιδεολογικαί συγκρούσεις εις την πολιορκημένην Κωνσταντινούπολιν», Νέα Εστία, 37 (1950), σελ.794-799.

[5] Ως προς τους τρόπους της ιδεολογικής προσαρμογής της Εκκλησίας στις πραγματικότητες της κατάκτησης, καθώς και την επίγνωση των κοινωνικών ιδίως αναγκών που υπαγόρευαν τις προσαρμογές αυτές, βλ. Χρ.Γ. Πατρινέλης, «Ο Θεόδωρος Αγαλλιανός ταυτιζόμενος προς τον Θεοφάνην Μηδείας και οι ανέκδοτοι λόγοι του», Αθήνα, 1966,σελ.68-85. Η προσαρμογή στο επίπεδο της ιδεολογικής λειτουργίας των πολιτικών θεσμών αναδύεται ανάγλυφη από την προσεκτική αντιπαραβολή αντιπροσωπευτικών κειμένων της ιδεολογίας της χριστιανικής αυτοκρατορίας, όπως π.χ. της Επαναγωγής του 880 του Βασιλείου Α’ και του κειμένου του «Τόμου ζητημάτων τινών αναγκαίων, ων αι λύσεις εγένοντο παρά των αγιωτάτων και μακαριωτάτων τεσσάρων Πατριαρχών και εξεδόθησαν δοκιμασθείσαι κατά τους όρους και κανόνας της Καθολικής και Αποστολικής ανατολικής Εκκλησίας» του 1663, που κωδικοποιεί τις πολιτικές απόψεις της Εκκλησίας όπως αποκρυσταλλώθηκαν υπό την κυριαρχία του αλλόθρησκου κράτους των Οθωμανών, βλ. Καλλίνικος Δελικάνης, «Πατριαρχικών εγγράφων τόμος τρίτος», Κωνσταντινούπολη 1905, σελ.93-118 και πρβλ. Δ.Γ. Αποστολόπουλος, «Το Μέγα Νόμιμον», Αθήνα, 1978, σελ.39-58.

[6] Για την ένταξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο οθωμανικό θεσμικό οικοδόμημα, βλ. H.A.R. Bibb και Harold Bowen, Islamic Society and the West, London, 1957,τομ.Α’, μέρος 2, σελ.208-216, 224-225, 233-239, 249-251. Η προϊστορία αυτών των θεσμικών διευθετήσεων συνδέεται με την τουρκική κατάκτηση της Μικράς Ασίας και τη σταδιακή επιβολή ισλαμικής εξουσίας επί χριστιανικών πληθυσμών από τον ενδέκατο ως τον δέκατο πέμπτο αιώνα. Βλ. Sp.Vryonis, Jr., The Decline of Medieval Hellenism in Asia Minor and the Process of Islamization from the Eleventh through the Fifteenth Century, Barkley 1971, σελ.223-244 και passim. Για τις δημοσιονομικές πλευρές της λειτουργίας της Εκκλησίας ως θεσμού του οθωμανικού κράτους βλ. J.Kadra, Le systeme fiscal de l’ eglise orthodoxe dans l’Empire Ottoman, Brno 1969.

[7] Πρβλ. Γεννάδιος Σχολάριος, Ouevrew completes, τομ.Δ’ , σελ.211-231: Η ποιμαντορική εγκύκλιος για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης.

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2007

Η "προσφορά" της εκκλησίας και της θρησκείας στην αφύπνιση του Γένους (μέρος B')



Προχωράμε στο δεύτερο μέρος του αφιερώματός μας.
Η σημερινή μας ιστορία αποδεικνύει περίτρανα το «way of think» της εκκλησίας λίγο πριν την Επανάσταση.

Οι οπαδοί της επίσημης εθνικής ιστοριογραφίας η οποία γράφει ότι η εκκλησία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο επετέλεσαν εθνικό ρόλο από την επομένη της Αλώσεως, είναι το ίδιο ανιστόρητοι (με την επιστημονική έννοια του όρου) με όσους καταλογίζουν στην εκκλησία ή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο έλλειψη εθνικού φρονήματος και λένε ότι ο ρόλος της ήταν αντεθνικός. Και στις δύο περιπτώσεις το λάθος είναι το ίδιο: τα ιστορικά γεγονότα εκείνης της εποχής αναδιατάσσονται και αναλύονται με σημερινές αποκρυσταλλωμένες βεβαιότητες όσον αφορά την λέξη «Έθνος» οι οποίες διατρέχουν αναδρομικά την ιστορία ως αιωνίως υπάρχουσες[1].
Η έννοια "Έθνος" εκείνα τα χρόνια άρχισε σιγά σιγά να αναδύεται στην επιφάνεια, από την γαλλική επανάσταση και μετά.

Πάμε λοιπόν στην σημερινή μας ιστορία, πηγή της οποίας είναι το υπέροχο βιβλίο με τίτλο «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» [2] του Π.Κιτρομηλίδη, καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών:

Ιλαρίων Σιναΐτης: Λογοκριτής και επιστάτης του Πατριαρχικού Τυπογραφείου, ανώτερος εκκλησιαστικός αξιωματούχος, που ήταν επιφορτισμένος με τη μορφωτική πολιτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Έγινε διαβόητος μεταξύ των οπαδών του Διαφωτισμού για την επίμονη δίωξη των απόψεών τους.
Ο αρχιλογοκριτής εξέδωσε εγκύκλιο το 1821, λίγο πριν την επανάσταση, προσκαλώντας τους «πεπαιδευμένους και σοφούς του γένους» να υποβάλλουν τα έργα τους για έκδοση στο πατριαρχικό τυπογραφείο –μια χειρονομία που θα σήμαινε τόσο ότι αναγνώριζαν την αυθεντία της Εκκλησίας όσο και ότι αποδέχονταν τις κατευθυντήριες υποδείξεις της επίσημης λογοκρισίας. Στη διακήρυξή του ο Ιλαρίων εξήρε τα πλεονεκτήματα του εκδοτικού προγράμματος της Εκκλησίας για τη διαπαιδαγώγηση του γένους, αλλά και προειδοποιούσε ότι το κλειδί της τυπογραφίας έπρεπε να παραμείνει στα σταθερά χέρια των αρχόντων, που θα έλεγχαν με τρόπο ασφαλή τις δραστηριότητές της.

Η εκκλησία τελικά φαινόταν να συνειδητοποιεί ότι , αφού δεν μπορούσε να αναχαιτίσει τον Διαφωτισμό, έπρεπε να προσπαθήσει να προσεταιριστεί τους οπαδούς του.
Αυτή ήταν η πραγματική πρόθεση της νέας πρωτοβουλίας.

Τα βαθύτερα πολιτικά κίνητρα, ωστόσο, γινόταν ολοφάνερα στις ιαχές υπέρ του Σουλτάνου, με τις οποίες ο αρχιλογοκριτής διάνθισε το κείμενό του στο οποίο επευφημούσε ό,τι οι διαφωτιστές θεωρούσαν ως ενσάρκωση του δεσποτισμού, με τα ακόλουθα λόγια:

«Ζήτω ο γαληνότατος και Κραταιότατος ημών ΑΝΑΞ, η Κορωνίς των προκατόχων αυτού μεγάλων Βασιλέων, ο ακριβής φύλαξ της Δικαιοσύνης και της Επιείκειας, ο ευσπλαχνικώτατος και ηρωικότατος ΣΟΥΛΤΑΝ ΜΑΧΜΟΥΤ Β’.
Είη το Κράτος αυτού διαιωνίζον, και θριαμβεύον κατά πάντων των εναντίων.
Η Ιερά αυτού Μεγαλειότης ύστερον από την απαράμιλλον προβλεπτικήν και βαθυνουστάτην πρόνοιαν, δι ης με θάμβος της απανταχόθεν πολιτικής παρατηρήσεως, διοικεί θαυμασίως την θεοφρούρητον ΑΥΤΗΣ Βασιλείαν, καταδιώκουσα παν είδος κακίας, και φιλοτιμούμενη να διακρατήση πανταχού την ευνομίαν, και να αποκαταστήση την αληθή ευδαιμονίαν των υπηκόων ΤΗΣ, επιβραβεύει βασιλικώς και εις τα διάφορα έθνη, άτινα περιθάλπτονται υπό της κραταιάς ΑΥΤΗΣ πτέρυγας, την ελευθερίαν του να συνιστώσι και να καλλιεργώσιν, όσα κοινά καλά αφορώσιν εις την Ηθικήν αυτών ευταξία, εις την βελτίωσιν εκάστου Έθνους, και εις την πρόοδον των ανθρωπίνων γνώσεων.

ΑΥΤΗ προς τοις άλλοις βασιλικοίς καλοίς, οις ελέησε, και ελεεί μεγαλοπρεπώς το ημέτερον Γένος, ενεπιστεύσατο ημίν και τας κλεις μιας κοινής του Γένους Τυπογραφίας, αναστείλασα πρότερον την άλογον ελευθερίαν, και όρον αυτοκρατορικώς επιθείσα, ώστε δυνάμενοι δι’αυτού να καρπούμεθα τα εκ της Τυπογραφίας καλά, να αποφεύγωμεν παν, ό,τι δύναται να συσκιάση την λαμπρότητα της ακραιφνούς ημών υποταγής δια της εκδόσεως βιβλίων αντιφρονούντων»
[3]

Το κοσμοείδωλο της «Ελληνικής Νομαρχίας» κατοπτριζόταν στις σελίδες του Ιλαρίωνος αξιολογικά αντεστραμμένο.
Η διακήρυξη του Ιλαρίωνα διαδόθηκε πλατιά και τυπώθηκε ακόμη και στις σελίδες του τελευταίου τεύχους της Μέλισσας, του ριζοσπαστικότερου ιδεολογικά περιοδικού, που εξέδιδαν οι δημοκρατικοί διανοούμενοι της ελληνικής διασποράς. Το κείμενο του Ιλαρίωνα τυπώθηκε αυτούσιο χωρίς άλλο σχόλιο, εκτός από μια σειρά θαυμαστικά σε παρένθεση.





Ο Διαφωτισμός αναγνωριζόταν πλέον τόσο από τους οπαδούς του όσο και από τους αντιπάλους του ως έκκληση για ριζική κοινωνική αλλαγή και πολιτική επανάσταση.
Ενάντια σε αυτό το αίτημα στέκονταν οι φρουροί της παραδοσιακής τάξης πραγμάτων, που ήθελαν να διατηρήσουν τόσο τις αξίες που θεωρούσαν ιερές, όσο και τα προνόμια και τα κοινωνικά και υλικά πλεονεκτήματα που οι αξίες αυτές δικαιολογούσαν και εξασφάλιζαν.
Πιεσμένοι από την ορμή του Διαφωτισμού, οι οπαδοί της παραδοσιακής τάξης εγκατέλειψαν κάθε πρόσχημα και ταυτίστηκαν ανοιχτά με τον αλλόπιστο δεσποτισμό ως το τελευταίο τους καταφύγιο.

doctor
___________________________________________________

[1] «Η εθνικιστική εκδοχή της ιστορίας συνίσταται σε αναχρονισμούς, αποσιωπήσεις, απόσπαση από τα ιστορικά συμφραζόμενα και, σε ακραίες περιπτώσεις, σε ψέμματα», Eric Hobsbawm, "Για την ιστορία", εκδόσεις Θεμέλιο, 1998.

[2] Σελ.453-456. Το βιβλίο εξεδόθη από το «Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας»:

Βιογραφικό του Π.Κιτρομηλίδη παραθέτω στο 1ο σχόλιο του παρακάτω θέματος:
http://dimitrisdoctor.blogspot.com/2007/09/blog-post.html


[3] Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μέλισσα» τεύχος Γ’ 1821, σελ.255-256. Οι με κεφαλαία γραμμένες ολόκληρες λέξεις δεν είναι δικές μου, αλλά του ίδιου του κειμένου όπως το παραθέτει ο Π.Κιτρομηλίδης στις σελ.453-454 του προαναφερθέντος βιβλίου του.

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2007

Η "προσφορά" της εκκλησίας και της θρησκείας στην αφύπνιση του Γένους (μέρος Α')


H Xάρτα του Ρήγα

Πόσες χιλιάδες φορές έχουμε όλοι ακούσει τους θρησκευτικούς ηγέτες αυτής της χώρας να κηρύττουν υπερήφανα πόσο η εκκλησία βοήθησε στον ξεσηκωμό του γένους!
Μάλιστα ένας λόγος για τον οποίο το νέο βιβλίο της ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού αποσύρθηκε ήταν ότι δεν έγραφε για την προσφορά της εκκλησίας στην επανάσταση.

Ας δούμε λοιπόν, λίγο πριν την επανάσταση, τι πραγματικά έλεγε η εκκλησία και οι θρησκευόμενοι συγγραφείς:

1) Ο Ρήγας καταδικάστηκε από την Εκκλησία κατά τη διάρκεια της σύντομης αλλά μαχητικής σε αντεπαναστατικές πρωτοβουλίες πρώτης πατριαρχείας του Γρηγορίου του Ε’ (1797-1798).
Σε μια επιστολή του προς τον Μητροπολίτη Σμύρνης, ο πατριάρχης εξέφραζε την ανησυχία του για τη φημολογούμενη εμφάνιση στην εκκλησιαστική επαρχία του Σμύρνης ενός φυλλαδίου με τον τίτλο «Νέα πολιτική διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης» και διέτασσε τον μητροπολίτη να προσπαθήσει με κάθε τρόπο να κατάσχει όλα τα αντίτυπα του φυλλαδίου, που τυχόν κυκλοφορούσαν, και να τα στείλει χωρίς χρονοτριβή στην Κωνσαντινούπολη. Το φυλλάδιο αυτό, έλεγε ο πατριάρχης, «πλήρες υπάρχει σαθρότητος εκ των θολερών αυτού εννοιών, τοις δόγμασι της ορθοδόξου ημών πίστεως εναντιούμενον» [1].

2) Ο μοναχός Κύριλλος Λαυριώτης, γνωστός για την σχέση του με την χρησμολογική παράδοση του 18ου αιώνα καθώς και για την ανάμιξή του σε διάφορα κινήματα κατά του Διαφωτισμού, πανηγύριζε τον αφανισμό του Ρήγα, ως δίκαιη τιμωρία ενός διαταραγμένου πνεύματος [2].
Ρήγας Φερραίος

3) Ενας μοναχός, ο Κύριλλος ο Πατρεύς, έγραφε: «Ο διεφθαρμένος τα φρένα Ρήγας (...) ος εκδούς εγκύκλια γράμματα διεγερτικά κατά των νυν τυράννων άνευ της του Χριστού ευδοκίας, κακώς ως κακός το ζην αποστέρηται, θοίνη προσήκουσα τοις τω ποταμώ Ιστρω ιχθύσι γενόμενος μετά των αυτού συνωμοτών και ύλη της αιωνίου κολάσεως».
Καλώς δηλαδή έγινε τροφή για τα ψάρια του Δούναβη!
Σε γράμμα ενός μητροπολίτη, το 1801, κατηγορούνται ο Ρήγας και οι σύντροφοί του διότι «εσκόπευον να κάμουν επαναστάσεις κατά του κραταιοτάτου Σουλτάνου· αλλ' ο μεγαλοδύναμος Θεός τούς επαίδευσε κατά τας πράξεις των με τον θάνατον οπού τους έπρεπε»[3].

4) Η προτίμηση των νέων φοιτητών για τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό, θορύβησε την εκκλησία.
Σε μια σάτιρα συνταγμένη κατά προσέγγιση στην δεκαετία 1793-1803, με τίτλο «το Φανάρι του Διογένους», η οποία αποδίδεται στον Αγιοταφίτη Αρχιμανδρίτη Αγάπιο Χαπίπη, η ανησυχία του συγγραφέα για την χαλάρωση των ηθών και τη διαστρέβλωση των ηθικών αξιών τον οδήγησε να καταγγείλει ιδέες όπως η ελευθερία και η ισότητα και να επικρίνει τις αρχές και τις κοινωνικές συνέπειες της Γαλλικής Επανάστασης.
Προχώρησε μάλιστα και στην καταγγελία του αυτεπάγγελτου επικριτή της θρησκείας και εμπνευστή της Επανάστασης, του Βολταίρου, στον οποίο καταλογίζει πρωταρχική ευθύνη για την ηθική παρακμή της κοινωνίας [4].

5) Ο ιερομόναχος Αθανάσιος Πάριος, διευθυντής της Σχολής της Χίου, υποστήριζε ότι οι άνθρωποι «ούτε γεννώνται ούτε είναι ελεύθεροι» στην κοινωνία και απέρριπτε το αίτημα της ισότητας, ως εξωπραγματική ψευδαίσθηση.
Η επίθεση κατά του Διαφωτισμού συνεχιζόταν με το έργο του «Αντιφώνησις προς τον παράλογον ζήλον των από της Ευρώπης ερχομένων φιλοσόφων» (1802), στο οποίο καταγγέλονταν η κοσμική παιδεία και ο νεότερος πολιτισμός ως οι κύριες πηγές ηθικού κινδύνου για τις χριστιανικές ψυχές.
Προειδοποιούσε ότι ήταν θλιβερή η στάση των νέων φιλοσόφων που περιφρονούσαν την σοφία των Πατέρων της Εκκλησίας και επιζητούσαν να αναστήσουν του αρχαίους (σ.σ. έλληνες) ή υιοθετούσαν θεωρίες ασεβών ευρωπαίων στοχαστών, όπως ο Καρτέσιος, ο Αμήτριος, ο Ρουσσών, ο Βολτάριος […].
Το κείμενο υποστήριζε στην συνέχεια ότι η κοσμική γνώση, επειδή υπέσκαπτε την πίστη, ήταν επιζήμια για την ανθρώπινη ευτυχία.
Όσο για την συνήθεια των πλουσίων εμπόρων να στέλνουν τα παιδιά τους να σπουδάζουν στην Ευρώπη, έγραφε ο Πάριος:
«καθώς φαίνεται, η πλεονεξία κοιλίαν έχει, μα αυτία δεν έχει, και ο Κύριος να σας φωτίση, αδελφοί, να αποφασίσητε εις το εξής να ζήτε με αυτάρκειαν, κατά την αποστολικήν παραίνεσιν και ούτω να παύσετε εις το εξής από το να στέλλετε εις τον φανερόν κίνδυνον της απωλείας τα φίλτατά σας τέκνα και να γίγνεσθε εσείς οι ίδιοι ένοχοι του αίματος των ψυχών αυτών. Φεύγετε όσον δύνασθε την Ευρώπην. Και ακόμα και εκείνους οπού έρχονται από την Ευρώπην, ότι οι λόγοι τους ρέουσιν από τα χείλη τους γλυκύτεροι από το μέλι. Μα αλλοίμονον […] τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών διά […] τας κατά του Θεού βλαφημίας […] και της ακολασίας και ασελγείας τα ρήματα».
Σε γενικές γραμμές οι απόψεις του Αθανάσιου Παρίου απηχούσαν την αυθεντική στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας απέναντι στις προκλήσεις της πολιτισμικής και κοινωνικής αλλαγής στην ελληνική κοινωνία [5].

Ο Ρήγας και ο Κοραής ανασηκώνουν την Ελλάδα

6) Όταν οι λαοί της Ευρώπης ­ γαλβανισμένοι από τα κηρύγματα του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης ­ ξεσηκώνονταν για να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία και την ελευθερία τους, κυκλοφόρησε (1798), ένα φυλλάδιο με την υπογραφή του πατριάρχη Ιεροσολύμων Ανθιμου και με τον τίτλο «Πατρική Διδασκαλία».

«Ο άπειρος εν ελέει και πάνσοφος ημών Κύριος, δια να φυλάξη αλώβητον την αγίαν και ορθόδοξον πίστιν ημών... ήγειρεν εκ του μηδενός την ισχυράν αυτήν βασιλείαν των Οθωμανών... δια να είναι εις μεν τους Δυτικούς ωσάν ένας χαλινός, εις δε τους Ανατολικούς ημάς πρόξενος σωτηρίας». Ετσι μαθαίνουμε γιατί κυριεύθηκε το χριστιανικότατο Βυζάντιο απ' τους Τούρκους: για να σωθεί ο Χριστιανισμός!

Αλλά «ο Διάβολος εμεθοδεύθη... μίαν άλλην πονηρίαν και απάτην ξεχωριστήν, δηλαδή το νυν θρυλλούμενον σύστημα της ελευθερίας... που είναι ένα δέλεαρ του διαβόλου και φαρμάκι ολέθριον, δια να κατακρημνίση τους λαούς εις την απώλειαν και την ακαταστασίαν...».

«Αδελφοί... κλείσατε τα αυτία σας και μη δώσετε καμμίαν ακρόασιν εις ταύτας τας νεοφανείς ελπίδας της ελευθερίας... που είναι εναντίαι εις τα ρητά της θείας Γραφής και των αγίων Αποστόλων, οπού μας προστάζουν να υποτασσόμεθα εις τας υπερεχούσας αρχάς, όχι μόνον εις τα επιεικείς αλλά και τας σκολιάς, δια να έχωμεν θλίψιν εις αυτόν τον κόσμον και να παραστήσωμεν καθαράς τω Χριστώ τας αισθήσεις ημών...».

«Παντού το φαντασιώδες αυτό της ελευθερίας σύστημα του πονηρού επροξένησε πτωχείαν, φόνους, ζημίας, αρπαγάς, ασέβειαν τελείαν και ανωφελή μεταμέλειαν»... ­ ενώ η δουλεία, όπως είναι πασίγνωστο, χαρίζει πλούτη, ασφάλεια, μακροβιότητα, γαλήνη, ευσέβεια, ψυχική σωτηρία...
Και η «Π.Δ.» καταλήγει: «Φυλάξατε στερεάν την πατροπαράδοτόν σας πίστιν και, ως οπαδοί του Χριστού, απαρασάλευτον την υποταγήν εις την πολιτικήν διοίκησιν» (την τουρκική, φυσικά, όχι την ελληνική, που ­ κατά τους επιγόνους του μακαριστού Ανθίμου ­ είναι «άθρησκη» και «αντίχριστη») [6].

doctor


__________________________________________________


[1] Γ. Παπαδόπουλος και Α. Αγγελόπουλος, Τα κατά τον […] Πατριάρχην Γρηγόριον Ε’, τομ.Β’, Αθήνα 1866, σελ.498-499. Π.Κιτρομηλίδη, καθηγητή πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Νεοελληνικός Διαφωτισμός», Μ.Ι.Ε.Τ., σελ.428.
Βλ. επίσης: « Η άδικη κρίση του Ιωάννου Φιλήμονος για τον επαναστάτη Ρήγα Βελεστινλή» του Δ.Καραμπερόπουλου, δρ.Ιστορίας της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, περιοδ.Θεσσαλικό Ημερολόγιο, Λάρισα 2000, σελ.257-272:
http://www.karaberopoulos.gr/karaberopoulos/rhigas/15.asp

[2] Για τις αιτιάσεις του Κυρίλλου Λαυριώτη κατά του Ρήγα, βλ. Asterios Argyriou, “Les exégèses grecques de l’Apocalypse à l’époque turque (1453-1821)”, Θεσσαλονίκη 1982, σελ.626-631. . Π.Κιτρομηλίδη ο.π., σελ.429.

[3] Αντ. Λιάκος, καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών «Ο δημοκρατικός πατριωτισμός του Ρήγα, 200 χρόνια από τη δολοφονία του επαναστάτη Βελεστινλή, εφημ. «το Βήμα», 28/06/1998.
http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=12487&m=B01&aa=1

[4] «Επάνοδος, ήτοι Το Φανάρι του Διογένους», Ερμούπολη 1839. Για την πατρότητα του κειμένου της σάτιρας, βλ. Κ.Θ. Δημαράς, «Βιογραφικά Αγαπίου Χαπίπη», Προσφορά εις Στίλπωνα Κυριακίδην, Θεσσαλονίκη 1953, σελ.168-182 (αναδημοσίευση: Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορικά Φροντίσματα, Αθήνα 1992, σελ.103-112).

[5] «Αντιφώνησις προς τον παράλογον ζήλον των από της Ευρώπης ερχομένων φιλοσόφων», Τεργέστη 1802, σελ.14-29, 29-33, 34-43, 116,139. Π.Κιτρομηλίδη, ο.π. σελ.439-442.

[6 ] «Θεοκρατίας διδασκαλίες», Μάριος Πλωρίτης, Εφημ. «το Βήμα», 25/06/2000:
http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=12972&m=B02&aa=2

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2007

Οι «χωρικοί» της Οθωμανικής περιόδου



Πολλά έχουν γραφεί για τους «Ρωμαίους» [1] της «Οθωμανικής Αυτοκρατορίας». Πολλά έχουμε όλοι διδαχθεί από την σχολική ιστορία σχεδόν ως θέσφατα και αξιώματα. Η κοινωνική ομάδα των ρωμαίων αυτοπροσδιοριζόταν με βάση την θρησκεία και παρομοίως προσδιόριζε και την κυρίαρχη ομάδα, τους μουσουλμάνους.

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι μουσουλμάνοι ήταν πολίτες α’ και οι χριστιανοί β’ κατηγορίας και έτσι η κοινωνική διαστρωμάτωση σε όλο το μήκος και πλάτος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γινόταν με βάση την θρησκεία.


Οι έννοιες του Έθνους, της εθνικής συνείδησης και κυρίως της εθνικής ανεξαρτησίας είναι μεταγενέστεροι και δεν έχουν σχέση με τους πρώτους αιώνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οπότε η έννοια «τουρκοκρατία» όπως και «υπόδουλο ελληνικό έθνος» εντάσσονται στην αναδρομική θεώρηση της ιστορίας από τους ιστορικούς του 19ου αιώνος και δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα.

Η συντριπτική πλειονότητα των ρωμαίων ήταν χωρικοί. Η Ελλάδα εισήλθε στην νέα εποχή ως κατεξοχήν τόπος χωρικών. Μετά την εξαφάνιση της μεσαιωνικής γαιοκτητικής αριστοκρατίας των ελληνικών χωρών και την αντικατάστασή της από Λατίνους και μουσουλμάνους γαιοκτήμονες, ακόμα δε και μετά την άνοδο ελληνικών ηγετικών ομάδων, η Ελλάδα που διαμορφώθηκε ήταν χώρα στην οποία η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων αποτελούσαν χωρικοί.
Όπως όλοι οι χωρικοί της εποχής, οι χωρικοί περνούσαν την βραχεία συνήθως ζωή τους χωρίς να αφήσουν άλλα ίχνη για τον ερευνητή παρά εκείνα που κατέγραφε ο κύριός τους στα φορολογικά του κατάστιχα, καθώς και λίγα τραγούδια, παροιμίες, θρύλους, ευτράπελες ιστορίες και αινίγματα τα οποία έφτασαν έως τις μέρες μας διασκευασμένα από τους λόγιους συλλέκτες τους. Η ιστορία τους προσπερνούσε μάλλον αδιάφορη. Μόνο λίγοι ξένοι περιηγητές και ακόμα λιγότεροι ντόπιοι άφησαν κάποιες εντυπώσεις για τη ζωή των χωρικών της εποχής [2].

Ο Γιώργος Προγουλάκης, διδάκτωρ Οικονομικής Ιστορίας [3 ] γράφει για τους χωρικούς της Οθωμανοκρατίας:

«το προσδόκιμο ζωής δεν ξεπερνούσε τα 30-35 χρόνια, και οι άνθρωποι αυτόν τον χρονικό ορίζοντα είχαν όταν προσπαθούσαν να σκεφτούν το μέλλον τους και να πάρουν αποφάσεις, προφανώς και οικονομικές. Αν ένας εικοσάρης αποφάσιζε να φυτέψει ελιές, για παράδειγμα, ήταν αμφίβολο αν ο ίδιος θα βρισκόταν στη ζωή όταν, έπειτα από 10-12 χρόνια, τα δέντρα θα άρχιζαν να δίνουν καρπό» [4]


Ludwig Lange, Steinbruch zu Penteli, Ιούνιος 1836
Staatliche Graphische Sammlung, Munchen Inv. Nr. 35764


Από τις σποραδικές ειδήσεις που είναι διαθέσιμες και προσιτές, και από τις διάφορες έμμεσες πηγές από τις οποίες είναι δυνατόν να αντληθούν στοιχεία για τον κόσμο των χωρικών της Ελλάδας, διαφαίνεται ένα μωσαϊκό υπανάπτυκτων ως επί το πλείστον και απομονωμένων μεταξύ τους μικρότερων ή μεγαλύτερων οικισμών.
Η είσοδος του επισκέπτη από τα παράλια στη μεσόγειο χώρα ήταν ένα ταξίδι στο μακρινό παρελθόν, σε έναν κόσμο που θύμιζε στον μορφωμένο δυτικό επισκέπτη τις «αφάρκτους» πόλεις του Θουκυδίδη. Οι ανέμελοι και ευτυχισμένοι χωρικοί των ελλήνων και ξένων ρομαντικών συγγραφέων του 19ου αιώνα υπήρχαν μόνο στην φαντασία των συγγραφέων αυτών και στις σελίδες τους.

Το σπίτι του χωρικού, οι στάβλοι, ο αχυρώνας και οι αποθήκες αποτελούσαν ένα ενιαίο σύμπλεγμα οικημάτων όπου άνθρωποι και ζώα συμβίωναν [5], και όπου αποθηκεύονταν τρόφιμα κάθε είδους για τους δίποδους, τετράποδους και φτερωτούς ενοίκους. Η οικογένεια των χωρικών ζούσε όχι σε απόσταση από τα ζώα της, αλλά μαζί τους: Τα μέλη της φρόντιζαν τα ζώα, ήταν εξοικειωμένα με τις συνήθειες και τις οσμές τους.

Ο κόσμος των χωρικών ήταν ένας κόσμος ανασφάλειας, ημίφωτος και σκότους, φόβου και θανάτου.
Η κατοικία τους ήταν καταφύγιο από τα αδάμαστα στοιχεία της φύσης, από τα πνεύματα του έξω και του κάτω κόσμου, από τους λύκους και τους ληστές, από τους γείτονες. Τα παράθυρα ήταν μικρά και σιδερόφρακτα, μικρές και οι πόρτες, με κλειδαριές και αμπάρες.
Το φως των λυχναριών αρκούσε για τα μάτια και τις ασχολίες των χωρικών εντός του οίκου τη νύχτα, για τις εξωτερικές δε ανάγκες αρκούσαν οι δάδες.
Το σκοτάδι άλλωστε περιόριζε στο ελάχιστο τις δραστηριότητες των χωρικών, και η έλευσή του όριζε την εργασία από την ανάπαυση και τον ύπνο.

Τον χειμώνα, όταν μειώνονταν οι δραστηριότητες, περίσσευε λίγος χρόνος το βράδυ πριν τον ύπνο. Η φωτιά στην εστία παρείχε λίγη θαλπωρή στα γηραιότερα μέλη της οικογενείας που κάθονταν κοντά της και εκατέρωθεν.

Ο θάνατος στον κόσμο αυτό ήταν συχνός επισκέπτης.
Οι διάφορες επιδημίες παρέσυραν στο διάβα τους πρώτα τα βρέφη και κατόπιν τα φιλάσθενα και υπερήλικα μέλη της οικογενείας.
Οι υπηρεσίες κάποιου γιατρού δεν ήταν στον κόσμο αυτό ευπρόσδεκτες: ήταν συνδεδεμένες με τον θάνατο, ίσως επειδή ο γιατρός, στις σπάνιες περιπτώσεις που ζητούσαν τις υπηρεσίες του, έφτανε συνήθως με τον ιερέα. Το μαύρο χρώμα του πένθους ήταν το κυρίαρχο χρώμα στην οικογένεια του χωρικού, ιδίως στις γυναίκες και στους υπερήλικες. [6]

Οι μεταγενέστεροι εθνικοί μύθοι προίκισαν τους χωρικούς με ιδιότητες και χαρακτηριστικά που ανταποκρίνονταν όχι τόσο στους ίδιους τους χωρικούς, όσο στις απόψεις των μυθολογούντων γι’αυτούς.
Έτσι, ενώ οι άνθρωποι αυτοί έδιναν καθημερινό αγώνα επιβίωσης απέναντι στην φύση, στους ληστές, στην αυθαιρεσία της άρχουσας μουσουλμανικής τάξης, η εθνική ιστοριογραφία τους παρουσιάζει ως ολοκληρωμένα και φιλοσοφημένα υποκείμενα τα οποία θέλουν να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο, αλλά οι τούρκοι τους το απαγορεύουν!
Προσλήψεις και πρακτικές κοινωνικοποίησης και κοινωνικής ανέλιξης μέσω της μαζικής εκπαίδευσης η οποία εισήχθη αιώνες μετά, στα πρότυπα των δυτικών ευρωπαϊκών χωρών, παρουσιάζονται από την εθνική ιστοριογραφία ως υπάρχουσες σε εποχές που οι έννοιες αυτές ήταν απλά άγνωστες.



Ludwig Lange, Steinbruch zu Penteli, Ιούνιος 1836
Staatliche Graphische Sammlung, Munchen Inv. Nr. 35763


Η κάθετη ανάγνωση της Ιστορίας, δηλαδή με βάση τα σημερινά δεδομένα, τα οποία ανάγονται αυθαίρετα και αναδρομικά στο παρελθόν αποτελεί τον ορισμό της μυωπίας στην ανάγνωση της Ιστορίας.
Ένας λαός κατά 99% αναλφάβητος, το τελευταίο που σκεφτόταν ήταν η παιδεία, αν ήξερε κιόλας τι σημαίνει παιδεία. Η υστέρηση των αγροτικών μαζών και η αδιαφορία για την σχολική εκπαίδευση φτάνει μέχρι σχεδόν την μεταπολίτευση και όσοι έχουν μεγαλώσει στην επαρχία καταλαβαίνουν τι εννοώ.
Κάποια πράγματα που σήμερα είναι αυτονόητα, τότε ήταν αδιανόητα.
Ακόμη και η επικοινωνία μεταξύ των περιοχών ήταν δυσχερής, πόσο μάλλον τα ταξίδια:

«Η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των διαφόρων ελληνικών χωρών ήταν αποτέλεσμα της παραμέλησης των οδών και των γεφυρών, ιδίως του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας.
Η παραμέληση της συντήρησης του οδικού δικτύου είχε αρχίσει πολύ πριν από την ολοκλήρωση της τουρκικής κατάκτησης και επιδεινώθηκε κατά την περίοδο των μεγάλων πολεμικών συγκρούσεων του 14ου και 15ου αιώνα.

Ολόκληρα τμήματα της αρχαίας ρωμαϊκής αρτηρίας, της Εγνατίας οδού, είχαν αφανιστεί με την πάροδο του χρόνου.
Αλλά και οι οδοί που δεν είχε ακόμη αφανίσει ο χρόνος ήταν ανασφαλείς, ιδίως στις ορεινές τους διαβάσεις, όπου δρούσαν στίφη ληστών.
Χρειάστηκαν αιώνες πολλοί ώσπου να επικρατήσουν συνθήκες που να επιτρέπουν τη σχετικά ασφαλή διακίνηση ανθρώπων και εμπορευμάτων.

Την παραμέληση της αγροτικής υποδομής μαρτυρούσαν οι κατεστραμμένες γέφυρες, οι δρόμοι, οι υδραγωγοί, οι στέρνες και οι νερόμυλοι.
Έλη στις εκβολές των ποταμών και στα παράλια μαρτυρούσαν και αυτά την έλλειψη ενδιαφέροντος της εξουσίας και των εκπροσώπων της για το μέλλον της υπαίθρου χώρας.

Κατά την μακραίωνη απομόνωση των διάφορων περιοχών μεταξύ τους και από τη Δυτική Ευρώπη, και σε συνδυασμό με τη γενική αμάθεια του κόσμου, δημιουργήθηκαν ανθρώπινα σύνολα απομονωμένα το ένα από το άλλο, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και χωρίς την αίσθηση πως συναποτελούσαν όλα μια ανθρώπινη κοινότητα με κοινά πολιτιστικά χαρακτηριστικά, ένα Έθνος» [7]





Η ανισοκατανομή της γης [8], ο κεφαλικός φόρος [9] καθώς και τα υπέρογκα συλλογικά χρέη, είχαν ως αποτέλεσμα, οι χωρικοί να μην έχουν την δυνατότητα να φύγουν από το χωριό τους προκειμένου να αποπληρωθεί το χρέος τους, διότι οι αρχές φοβόνταν ότι οι χωρικοί θα εξαφανιστούν για να γλιτώσουν τα χρέη.
Επίσης, υπήρχε περίπτωση το χωριό που αδυνατούσε να αποπληρώσει το χρέος του, να μετατραπεί σε τσιφλίκι, ή, άλλοτε πάλι, ήταν δυνατόν το ίδιο το χωριό να καταφύγει στην προστασία κάποιου ισχυρού αξιωματούχου, αναλαμβάνοντας να του πληρώνει κάποιο ποσό ή ένα τμήμα της παραγωγής, προκειμένου να αποφύγει τις αυθαιρεσίες τοπικών μικροπαραγόντων.
Ο Αλή Πασάς, κατάφερε να έχει στις αρχές του 19ου αιώνα, 935 χωριά, ο ίδιος ή οι γιοί του [10].

Το ερώτημα που τίθεται από τους υπέρμαχους της αέναης ύπαρξης του ελληνικού Έθνους, είναι το εξής: πως εξηγείται αυτή η μάζα να ξεσηκώθηκε το 1821 αν δεν είχε εθνική συνείδηση;
Το ερώτημα είναι λογικό για κάποιον που δεν έχει εγκύψει, δεν έχει μελετήσει ενδελεχώς πέραν της σχολικής και καθεστωτικής ιστορίας.
Το πώς αυτή η μάζα εξαναγκάστηκε να πολεμήσει, υπό ποίες απειλές και εκβιασμούς, το είχα αναλύσει σε προηγούμενο θέμα [11].

Από εκεί, και αντί επιλόγου:

«… Ο δε της ξηράς Έλλην, είχε ερριζωμένον τον φόβον εις την καρδίαν του, του Τούρκου, ον διέδωσεν ο πατήρ αυτού, ο πάπους και ο προπάπους του.
Δια να τον πείσουν όθεν οι νοήμονες ν’αδράξη όπλα, μύρια ψεύδη έπρεπε να του επιπορεύσουν: πότε του έλεγον, ιδού οσονούπω πλάκωσαν στρατοί από την Ευρώπην, πότε δε από την Ρωσσίαν, ή άλλο μέρος.
Και όταν εφαίνοντο παραπλέοντα πλοία εμπορικά εις την θάλασσαν, του έλεγον: ιδού, τα βλέπεις; εδώ έρχονται, μας φέρνουν στρατόν, πολεμοφόδια, τροφάς κ.λπ.

Δια να δοκιμάσω ένα πεφοβισμένον χωρικόν, έθεσα έμπροσθέν του φονευμένον Τούρκον και του είπον να τον κτυπήση με την μάχαιραν. Αλλ’αυτός τρέμων, δεν ετόλμησε. Πολλάκις οι κινούντες τα όπλα σωματάρχαι, έθετον έμπροσθεν των χωρικών αιχμαλώτους δεμένους τούρκους, δια να συνηθίζουν να φονεύουν αυτούς, δια να εξαλειφθή ο ερριζωμένος φόβος των» [12].

doctor
________________________________________________________-

[1] Θα μου επιτρέψετε να χρησιμοποιώ τους σωστούς ιστορικούς όρους, δηλαδή αντί του όρου «έλληνες» τον όρο «ρωμαίος», αντί του όρου «τούρκος» τον όρο «οθωμανός», και αντί της «τουρκοκρατίας» την «οθωμανοκρατία» μιας και έτσι αυτοχαρακτηρίζονταν και αυτοπροσδιορίζονταν τότε αυτές οι κοινωνικές ομάδες.
Οι όροι «έλληνες» και «τούρκοι» είχαν διαφορετικές έννοιες τότε.
Ο «έλληνας» ήταν ο ειδωλολάτρης, ο άπιστος για τους ρωμαίους, και ο «τούρκος» σήμαινε τον άξεστο και τον απολίτιστο για τους οθωμανούς.
Ο Βλάσης Αγτζίδης, στο βιβλίο του «Έλληνες του πόντου, σελ. 54, Ελληνικές Εκδόσεις Α.Ε., αναφέρει χαρακτηριστικά:
«…χάθηκε τελείως η αίσθηση του ανήκειν στην τουρκική ομάδα και σταδιακά άρχιζε να δεσπόζει η αίσθηση του ανήκειν στο κυρίαρχο θρησκευτικό δόγμα. Έτσι, τα τούρκικα πολιτιστικά χαρακτηριστικά θεωρούνταν υποδεέστερα και οι μουσουλμάνοι διανοούμενοι που προέρχονταν από εξισλαμισμένες εθνικές ομάδες, άρχισαν να αναπτύσσουν απέχθεια προς όσους ανήκαν στο έθνος των Τούρκων. Η υποτίμηση των Τούρκων ως πολιτικό φαινόμενο παρατηρήθηκε για πρώτη φορά τον δέκατο αιώνα, όταν η τουρκική δυναστεία των Καραχανιδών απέβαλε το τουρκικό ένδυμα για να ενδυθεί το περσικό.
Η λέξη τούρκος άρχισε έτσι να σημαίνει για τους χριστιανούς αποκλειστικά τον μουσουλμάνο. Δημιουργήθηκε μάλιστα αντίστοιχο ρήμα (τουρκεύω) για να δηλώσει τον εξισλαμισμό, τη μεταστροφή προς το μουσουλμανικό δόγμα.
Η χρησιμοποίηση των όρων «έλληνες», «Ελλάδα» και «τούρκοι» από τις πηγές που παραθέτω ελπίζω να μην επιφέρει κάποια σύγχυση.

[2] Θ.Βερέμης-Ι.Κολιόπουλος, Ελλάς η σύγχρονη συνέχεια, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ.154.

[3] Ο Γιώργος Προγουλάκης γεννήθηκε στα Χανιά το 1958. Φοίτησε στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών από το οποίο και έλαβε διδακτορικό δίπλωμα με ειδίκευση στην Οικονομική Ιστορία. Το 2003 δημοσίευσε την μονογραφία «Ανάμεσα στην τιμή και το χρήμα: Η Κέρκυρα στα χρόνια της αγγλικής κυριαρχίας (1814-1864). Άλλες δημοσιεύσεις: «Στρατηγικές ιδιοποίησης του πλεονάσματος. Από τις προσωπικές πρακτικές στους φορείς των οικονομικών λειτουργιών» Μνήμων, τ.20 Αθήνα 1998. «Οικονομία και φόβος: από την αφορία στην καταχρέωση», στο «Οι συλλογικοί φόβοι στην ιστορία, εκδ.Κ.Ν.Ε.-Ε.Ι.Ε., Αθήνα 2000. «Παραγωγή, γαιοπρόσοδος, κερδοφορία του χρήματος στα εδάφη του Αλή Πασά», Τα ιστορικά τχ.32 Ιούνιος 2000. «Οι έλληνες ιστορικοί και το πρόβλημα της εκβιομηχάνισης μεταξύ των δύο πολέμων» στο Ιστοριογράφημα της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας, 1833-2002, εκδ.Κ.Ν.Ε.-Ε.Ι.Ε., Αθήνα 2004.

[4] «Η Αγροτική Οικονομία κατά την οθωμανική περίοδο», όπως περιέχεται στον 8ο τόμο της «Ιστορίας των Ελλήνων» των εκδόσεων ΔΟΜΗ, σελ.562.

[5] Η εικόνα αυτή παρέμεινε στον ευρύτερο χώρο μέχρι σχεδόν την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Ο Ευάγγελος Χρ. Αυδίκος, διδάκτωρ Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Παν/μίου Ιωαννίνων και Καθηγητής Λαογραφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, στο βιβλίο του «Από την Μαρίτσα στον Έβρο», σελ.49, γράφει για τα σπίτια των αρβανιτόφωνων του Έβρου μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών:

«Το σπίτι αυτό είναι κοινό για ανθρώπους και για ζώα. Αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο- το μπροστινό- είναι το κυρίως σπίτι. Είχε δύο δωμάτια με δύο παράθυρα το καθένα. Ενδιάμεσα βρίσκεται ένας διάδρομος που οδηγεί στο δεύτερο τμήμα του σπιτιού, όπου εκεί συνυπήρχαν το κελάρι με το σταύλο. Αρχικά, η δίοδος των ζώων γινόταν από την κύρια είσοδο. Αργότερα, οι ιδιοκτήτες άνοιξαν μια πλάγια είσοδο, ώστε να ξεχωρίσουν τους δύο κόσμους, τον ανθρώπινο και τον ζωικό. Βλ. επίσης και Γ. Μέγα «Θρακικαί Οικήσεις. Συμβολή εις την έρευναν της βορειοελλαδιτικής αγροτικής οικίας», Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου, 1 (1939), σσ.5-49. Πβ. Στ.Ήμελλου, Ζητήματα παραδοσιακού υλικού βίου, Αθήνα 1993, σσ.30-39.

[6] Θ.Βερέμης-Ι.Κολιόπουλος, Ελλάς η σύγχρονη συνέχεια, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ.158-159.

[7] ο.π. σελ.33-34.

[8] Στην Πελοπόννησο οι χριστιανοί, αν και αποτελούσαν το 85% του πληθυσμού, κατείχαν μόλις το 33% της γης, κατά μ.ο. 3 στρέμματα ανά κεφαλή, ενώ οι μουσουλμάνοι είχαν στην διάθεσή τους 63 στρέμματα.. «Η Αγροτική Οικονομία κατά την οθωμανική περίοδο», όπως περιέχεται στον 8ο τόμο της «Ιστορίας των Ελλήνων» των εκδόσεων ΔΟΜΗ, σελ.565.

[9] «Ο κεφαλικός φόρος δημιουργούσε τρεις παρενέργειες: α) επειδή ήταν συλλογικός, δηλαδή για την καταβολή του ήταν υποχρεωμένοι όλοι οι κάτοικοι του χωριού, σε περίπτωση μείωσης του πληθυσμού επιβάρυνε όσους είχαν απομείνει, αυξάνοντας έτσι το φορολογικό τους βάρος. Αν η μείωση του πληθυσμού ήταν αξιοσημείωτη, και άρα το φορολογικό βάρος αυξανόταν σημαντικά, ακολουθούσαν και οι εναπομείναντες τον δρόμο της φυγής, με αποτέλεσμα χωρικά ή και ολόκληρες περιοχές να ερημώνονται. […]», ο.π. σελ.569.

[10] ο.π. σελ.564.

[11] Η εθνική συνείδηση και συναίσθηση των επαναστατών του 1821:
http://dimitrisdoctor.blogspot.com/2007/04/1821.html

[12] Απόσπασμα από το «Απάνθισμα του ιστορικού αγώνος των Ελλήνων» του Κάρπου Παπαδόπουλου. Γράφτηκε στο Μεσολόγγι το 1858.

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2007

Τι έκανες στην τουρκοκρατία μπαμπά;


Πασχάλης Κιτρομηλίδης

Η επίσημη εκκλησία, αλλά και οι θιασώτες του ιδεολογήματος του «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού» , κατά πλήρη αντιδιαστολή προς την ιστορική πραγματικότητα, διακηρύσσουν ότι η εκκλησία ήταν αυτή που έσωσε τον ελληνισμό μετά την Άλωση της Πόλης.

Είναι όμως έτσι τα πράγματα;
Τι δίδασκε η εκκλησία κατά την τουρκοκρατία;
Ποια ήταν τα αγαπημένα αναγνώσματα τότε;
Τι πίστευε ο κόσμος ως ιστορία;
Ποιους θεωρούσε προγόνους του;
Τι έγραφαν αυτά τα περίφημα Χρονικά που ήταν τα τότε βιβλία της ιστορίας;

Εδώ λοιπόν προσκρούει το ιδεολόγημα περί της συνεχούς και αδιάλειπτης παρουσίας του ελληνικού Έθνους, μιας επινόησης του ιστορικού Ρομαντισμού: η εκκλησία αυτοδιαψεύδεται και αυτοαναιρείται όπως θα δείτε παρακάτω μέσα από τα όσα η ίδια πίστευε και δίδασκε κατά την τουρκοκρατία.

Παραθέτω αποσπάσματα μέσα από ένα βιβλίο που πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσει όποιος θέλει να πληροφορηθεί επιστημονικά για το πότε δημιουργήθηκαν οι νέοι έλληνες και το πώς ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός δημιούργησε αυτή την εθνογένεση.

Το βιβλίο ονομάζεται «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» (εξεδόθη από το "Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας") και συγγραφέας του ένας μεγάλος πανεπιστημιακός, ο Πασχάλης Μ.Κιτρομηλίδης, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Harvard, Καθηγητής της Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών [1].

Ορίστε λοιπόν τι πίστευαν τότε οι χριστιανοί ρωμιοί (μετέπειτα έλληνες) υπό την καθοδήγηση της εκκλησίας:


«Το πιο πλατιά διαδεδομένο χρονικό στους τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας ήταν το λεγόμενο «Βιβλίον ιστορικόν», το οποίο αποδιδόταν ψευδεπίγραφα στον Δωρόθεο, ανύπαρκτο μητροπολίτη Μονεμβασίας [2].
Δημοσιευμένο για πρώτη φορά στα 1631, το κείμενο ανατυπώθηκε τουλάχιστον 24 φορές μέχρι το 1818.
Στόχος της εκλαϊκευτικής αφήγησης ήταν να εδραιώσει τον «φόβον Κυρίου» στον ευσεβή λαό του Θεού [3].
Το κύριο σώμα του βιβλίου καταλάμβανε η Βιβλική ιστορία. Ως προς την δομή της θεματολογίας τους τα χρονικά της Τουρκοκρατίας συνέχιζαν μια πολύ παλαιότερη βυζαντινή χρονογραφική παράδοση. Τις αφηγήσεις των γεγονότων της Παλαιάς Διαθήκης ακολουθούσε η ιστορία των αρχαίων Εβραίων ως την εποχή των πολέμων τους με τους άλλους αρχαίους λαούς της Μέσης Ανατολής καθώς και η ιστορία της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου. Με αυτόν τον τρόπο ένα κομμάτι της ελληνικής ιστορίας παρεμβαλλόταν στην αφήγηση. Είναι αξιοσημείωτο, ότι η ελληνική ιστορία δεν εμφανιζόταν στο προσκήνιο παρά μόνο στην ελληνιστική της φάση, εποχή στην οποία τεμνόταν με την αρχαία εβραϊκή ιστορία.
Η αφήγηση προχωρούσε με την ρωμαϊκή ιστορία και την ιστορία της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, από την ίδρυση ως την πτώση της Κωνσταντινούπολης, και συνεχιζόταν με την ιστορία των Οθωμανών σουλτάνων μέχρι τις ημέρες σύνταξης του χρονικού.
Σε όλη την αφήγηση αποδιδόταν ιδιαίτερη προσοχή στην εκκλησιαστική ιστορία, ενώ έλειπαν αναφορές στην αρχαία Ελλάδα και στον πολιτισμό της. Οι Οθωμανοί σουλτάνοι της Κωνσταντινούπολης προβάλλονταν ως οι φυσικοί διάδοχοι των χριστιανών αυτοκρατόρων.

Παρόμοιες αντιλήψεις αντανακλούσε και ένα άλλο χρονικό, πρωτοδημοσιευμένο τον 17ο αιώνα, το οποίο γνώρισε συχνές ανατυπώσεις κατά τη διαδρομή του 18ου αιώνα.
Πρόκειται για την «Επιτομή της ιεροκοσμικής ιστορίας», συγγραφέας της οποίας ήταν ο Νεκτάριος ο Κρης, ο λόγιος πατριάρχης Ιεροσολύμων (1602-1676).
Αντίθετα προς τους αρχαίους ειδωλολάτρες συγγραφείς που είχαν περιγράψει το μεγαλείο των κρατών και των βασιλείων, καθώς και τους πολέμους των εθνών και των ηγεμόνων, με πρόθεση να προκαλέσουν τον θαυμασμό για την ανθρώπινη αρετή, ο στόχος της ιστορίας επαναπροσδιοριζόταν τώρα σε νέα βάση: δεν την απασχολούσαν πια τα κατορθώματα των ανθρώπων αλλά τα θαύματα της θείας πρόνοιας και της θείας δύναμης, που άνοιγαν τον δρόμο προς τη μέλλουσα μακαριότητα.
Η ενασχόληση με το υπερβατικό συσκότιζε την έννοια του κοσμικού χρόνου.
Η πολιτική ιστορία καταγραφόταν χωρίς να διατυπώνονται ερωτήματα για τον λογικό της άξονα ή για τους στόχους της. Εκφραζόταν άλλωστε μια πολιτική ταύτιση με την οθωμανική μοναρχία.
Αναφερόμενος στην οθωμανική κατάκτηση της Μέσης Ανατολής, τον 16ο αιώνα, ο συγγραφέας πανηγύριζε τις νίκες του Σουλτάνου, που είχαν επιτέλους επαναφέρει αυτές τις περιοχές υπό το σκήπτρο της βασιλίδας των πόλεων. Κατά την εκτίμησή του, είχε έτσι δοθεί τέλος στην σύγχυση και στις αναστατώσεις ολόκληρων αιώνων και η ειρήνη είχε επανέλθει στους Αγίους Τόπους.
Ούτε για μια στιγμή δεν φαίνεται να πέρασε από το νου του ευσεβούς συγγραφέα η σκέψη ότι η βασιλίδα των πόλεων (Κωνσταντινούπολη), στην κυριαρχία της οποίας είχαν υποταχθεί η Παλαιστίνη και η Αραβία, βρισκόταν και η ίδια αιχμάλωτη ενός ξένου και χριστιανομάχου δυνάστη. Εντοπίζεται και στο σημείο αυτό η πολιτική ταύτιση της ηγεσίας της ελληνικής κοινωνίας με το οθωμανικό καθεστώς, η οποία είναι εμφανής και στη στάση των Φαναριωτών.
Η ελληνική ιστορία παρέμεινε απούσα από την Επιτομή, όπως απουσίαζε και από το Βιβλίον Ιστορικόν. Γινόταν μία σύντομη μνεία της πτολεμαϊκής κυριαρχίας στην Αίγυπτο, μόνο και μόνο γιατί η περίοδος αυτή ενσωματωνόταν στο κοσμολογικό σχήμα που περιλάμβανε τη Δημιουργία, τη βιβλική εβραϊκή ιστορία, την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή κυριαρχία επί των αρχαίων Εβραίων και τη χριστιανική ρωμαϊκή αυτοκρατορία[4]».


Βλέπουμε λοιπόν ότι οι χριστιανοί ρωμιοί (οι ελληνόφωνοι χριστιανοί της οθωμανικής αυτοκρατορίας) είχαν μια οικουμενική αντίληψη για την ιστορία τους ως χριστιανοί και όχι ως έλληνες. Θεωρούσαν τους ευατούς τους πρωτίστως και κυρίως ως χριστιανούς και αυτοαποκαλούντο «ρωμαίοι». Ο ελληνόφων που ασπαζόταν τον μουσουλμανισμό γινόταν αυτόματα "τούρκος" ("τούρκεψε" έλεγαν γι'αυτόν που άλλαζε θρησκεία) και ο ελληνόφων χριστιανός ένιωθε τον αλβανόφωνο χριστιανό ορθόδοξο (αρβανίτη) πολύ πιο κοντά του και για τον λόγο αυτό κατά την διάρκεια της Επανάστασης πολέμησε μαζί με τον αλβανόφωνο, τον βλαχόφωνο, στον σλαβόφωνο χριστιανό τους μουσουλμάνους τουρκόφωνους, ελληνόφωνους κ.λπ.

Ο ορισμός του έλληνα στα πρώτα συντάγματα αποδεικνύει του λόγου το αληθές ("Οσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες") [5].

Για τον λόγο αυτό η ιστορία τους ήταν η ιστορία του χριστιανισμού και όχι κάποια εθνική ιστορία.
Για να «δέσει» το ιδεολόγημα περί της –δήθεν- συνεχούς και αδιάλειπτης παρουσίας του ελληνικού έθνους, ολόκληρες κοινωνίες και για εκατοντάδες χρόνια παρουσιάζονται από την εθνικιστική ιστοριογραφία σχεδόν ως ηλίθιες, ως ευρισκόμενες σε λήθαργο, ως μη έχουσες συνείδηση του τι είναι, και έτσι μια εθνικιστική θεώρηση της ιστορίας πραγματοποιείται αναδρομικά: αφού δεν έλεγαν τότε ότι είναι Έλληνες αλλά χριστιανοί ρωμαίοι, τότε εξ ανάγκης αυτοί οι άνθρωποι είναι σαν μεθυσμένοι, τελούν εν υπνώσει, εν αφασία και κάποια στιγμή αφυπνίζονται και έρχονται στα συγκαλά τους γιατρεμένοι από την αμνησία τους!

Η εισαγωγή των ιδεών του ευρωπαϊκού διαφωτισμού στον ελληνικό χώρο ήταν αυτή που άρχισε να αλλάζει τα δεδομένα.
Γράφει σχετικά ο Π.Κιτρομηλίδης:

«Η μετάβαση στην κοσμική αίσθηση του χρόνου και η μεταφορά των πνευματικών προσανατολισμών και των μεθόδων της ιστοριογραφίας του Διαφωτισμού στην ελληνική σκέψη καλλιέργησαν την ιδέα ενός ξεχωριστού εθνικού παρελθόντος έναντι του κοινού ιερού παρελθόντος όλων των χριστιανικών λαών, τους πρόσφεραν μιαν αρχική επίγνωση της ιδιαιτερότητάς τους στη νεότερη διεθνή κοινωνία…» [6]

Οι λόγιοι του Νεοελληνικού Διαφωτισμού οι οποίοι αντιμάχονταν την μοιρολατρική θεώρηση της κατάστασης από την επίσημη εκκλησία, προσπάθησαν (και τελικά κατάφεραν) να πείσουν τους χριστιανούς ρωμιούς ότι οι τελευταίοι είναι απόγονοι των αρχαίων ελλήνων. Σε αυτό συνετέλεσαν οι ευρωπαίοι εκπρόσωποι του Διαφωτισμού, το τεράστιο φιλελληνικό κίνημα και οι ευρωπαίοι περιηγητές κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας.

Φυσικά οι δυσκολίες ήταν τεράστιες στο έργο τους μιας και ο λαός δεν ήταν και τόσο δεκτικός σε αυτή την εθνογένεση.

Ο Γρηγόριος Παλιουρίτης γράφει: «[Οι ξένοι]… επαίνους επί επαίνοις καθ’εκάστην των Ελλήνων και ημετέρων προγόνων πλέκουσι και ξυγγράφουσι και τας πρώτας αρχάς της αρετής από τους έλληνας λαμβάνοντες εις τας απαλάς των παιδίων ψυχάς αγωνίζονται να εμφυτεύσωσι, και καθείς δεν παύει να αναγιγνώσκη την Ελληνικήν Ιστορίαν, και αναγιγνώσκων να θαυμάζη και θαυμάζων εκείνους μεν επαινεί, ημάς δε ελεεί. Οι Έλληνες δε, οι απόγονοι λέγω του Μιλτιάδου, του Λεωνίδα, του Επαμεινώνδου και άλλων τοιούτων, ου μόνον αγνοούσι τα έργα αλλά και τα ονόματα των Προπατόρων αυτών. Η δε άγνοια πόθεν; εκ της ελλείψεως των τοιούτων επωφελών τοις Έλλησι Βιβλίων» [7].

Το μέγεθος του συνειδησιακού προβλήματος των χριστιανών ρωμαίων απεικονιζόταν στην συνήθεια των νεότερων Ελλήνων να αυτοαποκαλούνται Ρωμαίοι, όταν έπρεπε να δηλώσουν το εθνικό τους όνομα.

Γράφει επ’ αυτού ο Γρηγόριος Παλιουρίτης: «… των Ιστορικών Βιβλίων η σπάνις κρατεί το ποτε ευκλεές των Ελλήνων γένος εις άγνοιαν, η δε άγνοια τοσούτον κατεκυρίευσεν αυτό ώστε και το όνομα Έλληνες, ου μόνον δεν θέλομεν να δεχώμεθα, αλλά και ότε το ακούωμεν, δυσαρεστούμεθα, Ρωμαίοι δε καλούμενοι χαίρομεν, δια να χαρακτηρίζωμεν καλλίτερον το όνειδος της δουλείας, την οποία ελάβομεν από τον λαόν της Ρώμης ως πατρικήν τινα αρετήν» [8].


Ο ιατροφιλόσοφος Γιώργος Σακελλάριος επίσης παρατηρεί:

«Βλέποντας τα μεν άλλα γένη να είναι πλουτισμένα με παρόμοια βιβλία της Αρχαιολογίας των παλαιών γενών… και ου μόνον οι πεπαιδευμένοι και διδάσκαλοι αλλά και οι άκρω δακτύλω της παιδείας γευσάμενοι, σχεδόν δε και τα παιδία να έχωσιν ικανάς ιδέας της ιστορίας όλων των γενών, το δε ειδικόν μας γένος να μην έχη ουδεμίαν ιδέαν ούτε αυτών των προγόνων του..» [9].

Και έτσι, σιγά σιγά, μέσω του Διαφωτισμού, μέσω των ευρωπαίων και των ελλήνων διαφωτιστών άρχισαν οι χριστιανοί ρωμαίοι (ρωμιοί) να θεωρούν εαυτούς ως απογόνους των αρχαίων ελλήνων.
Για τα δεδομένα της εποχής, κάτι τέτοιο ήταν επαναστατικό και βρήκε την εκκλησία απέναντι, η οποία μη μπορώντας να επηρεάσει τις εξελίξεις, απλώς τις ακολούθησε.
Σήμερα φυσικά η εκκλησία, αντιστάσεως μη ούσης (το πολιτικό κόστος βλέπετε), διακηρύσσει εντελώς ανιστόρητα ότι ήταν αυτή που συνετέλεσε στην εθνογένεση.

Το οξύμωρο είναι ότι οι σημερινοί εθνικιστές αντίκεινται στον ευρωπαϊκό πολιτισμό και αντιπαρατάσσουν τον αρχαιοελληνικό (αγνοώντας ότι ο πρώτος είναι συνέχεια του δεύτερου), θεωρώντας αφελώς ότι πρόκειται για δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα και αγνοώντας ότι αυτή τους η σκέψη είναι αντιφατική και σχιζοφρενική αφού και οι ίδιοι υπάρχουν χάρη στον ευρωπαϊκό πολιτισμό και σε ό,τι αυτός γένησε: τον Διαφωτισμό, που εξύψωσε τον άνθρωπο από υπήκοο σε πολίτη και γκρέμισε τις αυτοκρατορίες στήνοντας εθνικά κράτη σε όλη την Ευρώπη, και άρα και στην Ελλάδα.

doctor



Πληροφορίες για το βιβλίο: http://www.greekbooks.gr/web/book/details.aspx?ProductID=119484

_______________________________________________________

[1] Ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης σπούδασε Πολιτική Επιστήμη στο Πανεπιστήμιο Harvard απ' όπου έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα. Είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών και Διευθυντής του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στην ιστορία των πολιτικών θεωριών και περιλαμβάνουν ζητήματα κλασικής και νεότερης πολιτικής σκέψης. Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό άρθρων σε επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους. Στα βιβλία του περιλαμβάνεται το Enlightenment, Nationalism, Orthodoxy (Ashgate, 1994).
[2] Δωρόθεος Μονεμβασίας, Βιβλίον Ιστορικόν, Βενετία 1631, επιμ.εκδ.Απόστολος Τζιγαράς. Για το έργο βλ. Σπ. Λάμπρος, «Δωροθέου Βιβλίον Ιστορικόν», «Νέος Ελληνομνήμων, 16 (1922), σσ. 137-190. Για τις πηγές του έργου βλ.G.Moravcsik, Byzantinoturcica, I, Βερολίνο 1958 σσ. 412-413, και Ελισάβετ Ζαχαριάδου, «Μια ιταλική πηγή του Ψευδο-Δωροθέου για την ιστορία των Οθωμανών», Πελλοπονησιακά, 5 (1961), σσ. 46-59. Μέχρι στιγμής έχουν επισημανθεί οι εξής εκδόσεις του έργου, όλες τυπωμένες στην Βενετία: 1631,1637,1654,1673,1676 (δις), 1681,1684, 1686, 1691, 1740, 1743, 1750, 1752, 1761, 1763, 1767, 1778, 1781, 1786, 1792, 1798, 1805, 1818.
Για βιβλιογραφικές λεπτομέρειες βλ.Θ.Παπαδόπουλος, Ελληνική Βιβλιογραφία 1791-1795, Αθήνα 1970, σσ.116-117.
Μια άλλη χρονογραφική πηγή συναφής με το Βιβλίον Ιστορικόν ήταν η Νέα Σϋνοψις Διαφόρων Ιστοριών του Ματθαίου Κιγάλα, Βενετία 1637. Αμφότερες οι πηγές απηχούν τις παραδόσεις του προφητικού χιλιασμού της περιόδου της οθωμανικής κυραρχίας. Βλ. Cyril Mango, “The Legend of Leo the Wise”, Byzantium and its Image, Λονδίνο:Varorium, 1984, Μελέτη ΧVI, ιδίως σσ.75,78.
Η παράθεση των ανωτέρω πηγών ελήφθη από το βιβλίο του Π.Κιτρομηλίδη «Νεοελληνικός Διαφωτισμός»(Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας), σελ.532-533.
[3] «Βιβλίον Ιστορικόν», Βενετία 1743, Πρόλογος.
[4] Πασχάλη Κιτρομηλίδη, «Νεοελληνικός Διαφωτισμός»(Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας), σελ.86-88.
[5] Βουλή των Ελλήνων: http://www.parliament.gr/1821/anafora/xrono4c.asp

[6] Πασχάλη Κιτρομηλίδη, "Νεοελληνικός Διαφωτισμός" (Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας), σελ.123.
[7] Γρηγόριος Παλιουρίτης, Επιτομή ιστορίας της Ελλάδος, Βενετία 1815, τομ.Α’ σσ. ιζ’-ιη’.
[8] ο.π. σσ. ιη’-ιθ’.
[9] Γιώργος Σακελλάριος, «Αρχαιολογία συνοπτική των Ελλήνων», Βιέννη 1796.