Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Ραφαηλίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Ραφαηλίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009

Περί μαρξισμού και άλλων δαιμονίων

Σε συνέχεια της πολύ όμορφης και εποικοδομητικής συζήτησης που έγινε στο προηγούμενο ποστ («ο μεγάλος λιμός») και με βάση κάποια ερωτήματα που τέθηκαν και συζητήθηκαν, σκέφτηκα να βάλω στην συζήτηση έναν παλιό φίλο, τον αείμνηστο Βασίλη Ραφαηλίδη.
Από το βιβλίο του με τίτλο «Οι λαοί της Ευρώπης», επέλεξα κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα μέσω των οποίων ο Β.Ραφαηλίδης εξετάζει την συνδεσμολογία, τις πρακτικές και τον τρόπο σκέψης της Αριστεράς και δεν διστάζει, όντας μαρξιστής ο ίδιος, να κατακρίνει τον λαϊκισμό που διακρίνει πολύ συχνά τα κομμουνιστικά κόμματα και αναλύει έξοχα την προς τα κάτω ισότητα που υπήρχε στις χώρες του τέως ανατολικού μπλοκ. Ισότητα που ήταν ίδια με αυτή των φυλακισμένων: οι φυλακισμένοι είναι ίσοι, έχουν εξασφαλισμένη τροφή και κατοικία και κανένας δεν είναι ανώτερος του άλλου… Όλα αυτά όμως μέσα σε ένα πλαίσιο ανελευθερίας και περιορισμών.


1) Ο συνδικαλισμός δεν είναι παρά συντεχνιασμός, πράγμα που εξηγεί μεταξύ άλλων και την πλήρη περιφρόνηση των απεργών για όλους τους άλλους εργαζόμενους, άλλων κλάδων, που δεν απεργούν.
Κι όταν οι απεργοί δυσκολεύουν τη ζωή όχι μόνο των εργοδοτών τους αλλά όλου του κόσμου, όχι μόνο δεν έχουν ίχνος εργατικής συνείδησης, αλλά είναι και οι δυνάμει οπαδοί του φασισμού, ενός κοινωνικού κινήματος που πρωτοεμφανίζεται στην Ιταλία το 1920. Άλλωστε, ο Μουσολίνι θα ονομάσει το κράτος του συντεχνιακό, όχι φασιστικό (φασιστικό ήταν το κόμμα του) και θα υποστηρίξει φανατικά τις συντεχνίες, όχι τα συνδικάτα, επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο τον περιορισμό των διεκδικήσεων στα στενά όρια της συντεχνίας. Που διαφέρει από το συνδικάτο γιατί αρνείται να συνεργαστεί με άλλα σωματεία εργαζομένων και προασπίζει τα συμφέροντά της αδιαφορώντας για τα συμφέροντα όλων των άλλων εργαζομένων.


2) O λαϊκισμός, δηλαδή η μεταφυσική πίστη στην αξία και τις ικανότητες της «λαϊκής ψυχής», που όλα τα μπορεί και όλα τα καταλαβαίνει δι’εποιφητήσεως, είναι στυφό φρούτο των ρώσων ναρότνικων (λαϊκών) της προοκτωβριανής περιόδου. Τούτη η αντίληψη για τον αυθόρμητο σοσιαλισμό επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας, ιδιαίτερα εδώ στην Ελλάδα, όπου ένα μεγάλο κόμμα, το ΠΑΣΟΚ, προέκυψε με μια έντεχνη εκμετάλλευση της παμπάλαιης ναρότνικης άποψης πως ο σοσιαλισμός είναι πρόβλημα σοσιαλιστικής ψυχής και όχι σοσιαλιστικού μυαλού (σ.331).


3)[…] ο κλασσικός μαρξισμός πρεσβεύει πως η εργατική τάξη, εξαιτίας της αγραμματοσύνης και κυρίως της εξάντλησης μέσα από μια εργασία απάνθρωπη , δεν παράγει ιδεολογία. Η σοσιαλιστική ιδεολογία εισάγεται σε αυτήν από τα προοδευτικά στρώματα της αστικής τάξης, από ανθρώπους που έχουν την ευχέρεια να μελετήσουν και να καταλάβουν και που είναι διατεθειμένοι να βάλουν τη γνώση τους και τις ικανότητές τους στην υπηρεσία της εργατικής τάξης, κι έτσι να υπηρετήσουν συμφέροντα που δεν είναι τα (ταξικά) δικά τους.
Ο εργατισμός (ουβριερισμός), που είναι κάτι ανάλογο με τον λαϊκισμό των ναρότνικων, ήταν πάντα ξένος προς τον μαρξισμό.
Οι εργάτες δεν είναι μια απόλυτη, μεταφυσική αξία. Άλλωστε, δύσκολα από «τάξη καθεαυτή» γίνεται «τάξη για τον εαυτό της» αποχτώντας ταξική συνείδηση, όπως θα πει ο Λούκατς. Αν όλοι οι εργαζόμενοι καταλάβαιναν το συμφέρον τους , ο σοσιαλισμός θα επιβαλλόταν με τον πιο άνετο τρόπο: με εκλογές. Η εργατική τάξη άγεται και φέρεται από δημαγωγούς και συχνά από αριστερούς δημαγωγούς, που δεν είναι παρά αριστεροί γραφειοκράτες, που νοιάζονται περισσότερο για το προσωπικό τους, παρά για το εργατικό συμφέρον (σσ.332-3).


4) Ο Μαρξ ήταν διανοούμενος, δεν ήταν εργάτης. Ο Ένγκελς ήταν διανοούμενος, δεν ήταν εργάτης. Ο Λένιν ήταν διανοούμενος, δεν ήταν εργάτης. Κι όσοι από τους εργαζόμενους ακολούθησαν ή ακολουθούν τον μαρξισμό, εκτός απ΄την εργατική τους δύναμη πρέπει να διαθέτουν επιπροσθέτως τόσο την αναγκαία γνώση όσο και το απαραίτητο ήθος. Αλλιώς, για την κομμουνιστική κοινωνία θα εργάζονται υποτίθεται, αλλά στο νου τους θα έχουν μονίμως το βόλεμα, το αραλίκι, τη μάσα και την κλοπή, σαν τους ρώσους κομματικούς γραφειοκράτες, που παρίσταναν τους κομμουνιστές, ίσα ίσα για να ρημάξουν εκτός από τους ρώσους εργάτες και το παγκόσμιο εργατικό κίνημα (σ.342).


5) Η αντικατάσταση στην εξουσία των πλούσιων από τους φτωχούς, που πολύ θα ήθελαν να είναι αυτοί οι πλούσιοι, δεν είναι σοσιαλισμός, είναι χυδαίος λαϊκισμός. Και ο λαϊκισμός είναι η μήτρα του φασισμού.
Το πρόβλημα στο σοσιαλισμό δεν είναι να φαν οι φτωχοί, αλλά να μην υπάρχουν φτωχοί και τώρα και στο μέλλον και πάντα. Ο σοσιαλισμός είναι η υπέρτατη μορφή ανθρωπισμού, δεν είναι πρόσκαιρο βόλεμα των αναξιοπαθούντων. Το πρόσκαιρο βόλεμα των αναξιοπαθούντων είναι φιλανθρωπία, που έχει βέβαια το νόημά της και την αξία της, αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να συγχέεται με τον ανθρωπισμό εξαιτίας της κοινής, και στους δύο όρους, λέξης άνθρωπος. Όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης, ο ανθρωπισμός είναι έννοια γένους σε σχέση με τη φιλανθρωπία που είναι έννοια είδους: ο ανθρωπισμός εμπεριέχει και γεννά τη φιλανθρωπία. Που ωστόσο παραμένει έννοια πολύ στενή σε σχέση με τον ανθρωπισμό. Η φιλανθρωπία είναι μια προσωρινή λύση εν αναμονή της μόνιμης, που καθοδηγείται από την άνευ όρων αγάπη για όλους τους ανθρώπους, και τον άνευ όρων σεβασμό όλων των ανθρώπων. Ο μαρξισμός νοούμενος σαν ανθρωπισμός είναι χριστιανισμός χωρίς μεταφυσική(σσ.333-4).


6) […] ο μαρξισμός επηρέασε περισσότερο τα εργατικά κινήματα της Δύσης, όπου δεν εφαρμόστηκε, παρά τα «εργατικά» καθεστώτα της Ανατολής, όπου εφαρμόστηκε στρεβλά. Ωστόσο, δεν θα επηρέαζε ίσως ούτε τη Δύση αν δεν γινόταν η κολοσσιαίας σημασίας για την παγκόσμια ιστορία οχτωβριανή επανάσταση (σ.341).

7) Σε συνθήκες ελλείψεως αγαθών αρκετών για όλους, ο κομμουνισμός είναι απολύτως αδύνατος, εκτός κι αν πείσουμε όλους να καταναλώνουν λιγότερο από όσο έχουν συνηθίσει σε συνθήκες ισότητας, ώστε όλοι να καταναλώνουν τα ίδια. Και επειδή αυτό είναι αδύνατο χωρίς καταναγκασμό, και επειδή καταναγκασμός και σοσιαλισμός δεν συμβιβάζονται σε καμία περίπτωση, ο κομουνισμός, δηλαδή η τέλεια δημοκρατία, που παραμένει ιδανικό, θα γίνει δυνατός μόνο αν η παραγωγικότητα και η παραγωγή αυξηθούν τόσο, που τα προϊόντα να επαρκούν για όλους.
Κι αν δεν επαρκούν, να μην είναι τόσο λίγα, που η ισότητα να πραγματώνεται προς τα κάτω και όχι προς τα πάνω.
Αν όλοι γίνουμε φτωχότεροι από τον σημερινό μέσο όρο, ο κομμουνισμός χάνει το νόημά του και τρέπεται σε ποβερισμό (φτωχεϊσμό), όπως λέμε ένα είδος λατρείας της φτώχειας, κατάλληλης ίσως για τα χριστιανικά μοναστήρια, αλλά εντελώς ακατάλληλης για μια κοινωνία ευπρεπών ανθρώπων.
(Κάποιοι που νομίζουν πως είναι κομουνιστές και που πολύ θα ήθελαν να μας δουν όλους φτωχούς και εξισωμένους προς τα κάτω, ούτε καν υποπτεύονται, πως όχι μόνο κατάλληλοι για κομμουνιστές δεν είναι, αλλά ούτε καν στο Άγιο Όρος δεν θα γίνονταν δεκτοί) (σ.363).

doctor

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008

Εδώ Πολυτεχνείο



Του Βασίλη Ραφαηλίδη.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Γιώργο, έναν καλοκάγαθο αστυφύλακα μιας κάποιας ηλικίας που έπαιρνε σύνταξη σε λίγο. Απ’ αυτόν μαθαίναμε στο κρατητήριο, όπου οι εφημερίδες απαγορεύονταν αυστηρά, τα σημαντικά διεθνή γεγονότα. Αυτός ήταν που μας πληροφόρησε για το θάνατο του Γκεβάρα, για τον οποίο, άλλωστε, με δυσκολία έκρυβε το θαυμασμό του. Φυσικά, όλα αυτά μας τα’λεγε εμπιστευτικά, σχεδόν συνωμοτικά.
Ωστόσο, δεν έκανε ποτέ κουβέντα για τη χούντα και τα σχετικά με τον πάνω κόσμο, των ζώντων ελλήνων. Αυτών που ακόμα δεν ήξεραν τίποτα για τη μεγάλη ευκαιρία που θα τους προσέφερε το Πολυτεχνείο αργότερα, ώστε να νοιώσουν κι αυτοί λιγάκι αντιφασίστες, χαμένοι μέσα στη μεγάλη μάζα των δημοκρατών που πολιορκούσαν το Πολυτεχνείο.
Το μεγάλο πλήθος παρέχει ασφάλεια. Όσους κι αν συλλάβουν, όσους κι αν σκοτώσουν, ξέρεις πως οι πιθανότητες να σου συμβεί κακό είναι περίπου ίσες με τις πιθανότητες να κερδίσεις τον πρώτο λαχνό του λαχείου. Ρισκάρεις λοιπόν, σχεδόν εκ του ασφαλούς κι έτσι ανέξοδα αποχτάς το δικαίωμα να παριστάνεις τον αντιστασιακό. Πού ήταν όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι όταν τους είχαμε ανάγκη; Μα, περίμεναν να ξεθυμάνει η χολέρα που λέγεται χούντα για να βγουν από το καβούκι, αυτοί οι καλοί νοικοκυραίοι.

Το μπουντρούμι της Ασφάλειας στην οδό Μπουμπουλίνας βρίσκεται πίσω από το Πολυτεχνείο. Κι όσοι πέρασαν από εκεί, δεν νομίζω πως θα ήταν δυνατό να έχουν διάθεση να συνεορτάσουν με τους πανηγυριώτες της 17ης Νοέμβρη.
Ο λαός της Αθήνας έβλεπε την χούντα να καταρρέει από τα ίδια της τα ανομήματα και μπήκε στον εύκολο αγώνα, έτσι για την τιμή των όπλων, που λέμε, και ίσα-ίσα για να λέμε πως την χούντα την έριξε ο λαός, τη στιγμή που και οι κότες ξέρουν εκείνο που καμώνονται πως δεν ξέρουν τα μουλάρια, ότι δηλαδή η χούντα έπεσε γιατί σάπισε. Γιατί, λοιπόν, σκοτώνονται να μαζέψουν τα σάπια φρούτα που κάθε χρόνο πέφτουν κάτω από το δέντρο του Πολυτεχνείου οι όψιμοι αντιστασιακοί; Και, βέβαια, δεν αναφέρομαι εδώ στους έτσι κι αλλιώς ζωηρούς έφηβους που, με κάθε ευκαιρία, το παίζουν επαναστάτες ή περίπου.
Ένας κόμπος κάθεται στο λαιμό μου κάθε φορά που περνώ έξω από το Πολυτεχνείο.
Εκεί μπροστά μας ξεφόρτωσαν για να μας παν στη σήμανση, λίγο πιο κάτω, στα Χαυτεία. Από την Ασφάλεια μέχρι το Πολυτεχνείο, η απόσταση είναι δυο βήματα.
Κι ωστόσο μας φόρτωσαν στην κλούβα για να μας ξεφορτώσουν λίγο παρακάτω. Ίσως δεν ήθελαν να βλέπουν οι περαστικοί πως από την Ασφάλεια βγαίνουν πολιτικοί κρατούμενοι δεμένοι με χειροπέδες, σαν εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου.
Ευτυχώς, να λες, που ήμουν δεμένος με τον Περικλή Κοροβέση –πάντα με τον Περικλή θα με δένουν από δω και πέρα σε κάθε μετακίνηση.
Ίσως γιατί στην πρεμιέρα ήμασταν πολύ καλοί σαν ζευγάρι κωμικών. Ασουλούπωτοι και οι δύο, άνθρωποι με χιούμορ και οι δύο, προσφέραμε θέαμα υψηλής ποιότητας στο εθνικό θέατρο του παραλόγου.
Μας μεταφέρουν την άλλη μέρα από την οδό Μπουμπουλίνας στην οδό Ρεθύμνης, εκεί κοντά, προς τη λεωφόρο Αλεξάνδρας.
Σε ένα νεοκλασικό της συμφοράς, ήταν οι κοιτώνες των αστυφυλάκων που υπηρετούσαν στην Ασφάλεια.
Ήταν σκοτάδι πίσσα εκεί μέσα.
Από πουθενά δεν έμπαινε φως και πουθενά δεν άναβε φως.
Καμιά εικοσαριά ανθρώπους, μας αδειάζουν στον καινούργιο μας τάφο.
Δεν έχω ιδέα, κανείς δεν θα ήταν δυνατό να έχει ιδέα, πόσες μέρες μείναμε εκεί.
Ούτε ρολόι, ούτε φως, ούτε ώρες ύπνου, ούτε ώρες ξύπνιου.
Προσπαθούσαμε να μετρήσουμε το χρόνο με το κατούρημα. Δύο κατουρήματα, μια μέρα.
Το φαΐ, οι μανάδες συνέχιζαν να το πηγαίνουν στην Μπουμπουλίνας.
Στη Ρεθύμνης ήμασταν ινκόγκνιτο. Κανείς δεν ήξερε πως υπάρχει κρατητήριο, παρεκκλήσιο το λέγαμε, στην οδό Ρεθύμνης. Όλοι γνώριζαν τον μητροπολιτικό ναό της οδού Μπουμπουλίνας, κι εκεί πήγαιναν τις προσφορές τους.
Και οι διάκονοι του εθνικού συμφέροντος, όπως λέμε στην Ελλάδα το ιδιωτικό συμφέρον, μετέφεραν τον άρτον ημών τον επιούσιον ιεροκρυφίως στο παρεκκλήσιον, όπου και κοινωνούσαμε των αχράντων μυστηρίων των σωτήρων του έθνους. Ανοίγαμε τα τάπερ στα τυφλά, κι ό,τι άρπαζαν τα δάχτυλα, τούτο το πανάρχαιο πηρούνι που είναι δυνατό να λειτουργήσει και σα μαχαίρι. Κεφτέδες, φώναζε ο ένας τυφλοπόντικας. Κοτόπουλο έλεγε από δίπλα ο άλλος τυφλοπόντικας. Ήταν το παιχνίδι μας. Κι ο Περικλής Κοροβέσης να λέει ανέκδοτα και να μη σώνει ποτέ.

Μεταφορά στις φυλακές Αβέρωφ: ρίγη συγκινήσεως ανεβοκατέβαιναν στην αντεθνική μου ράχη μου καθώς περνούσα στην πύλη των φυλακών Αβέρωφ. Κόσμος και κοσμάκης πέρασε από τις σωφρονιστικές φυλακές Αβέρωφ, από το 1892 που κτίστηκαν μέχρι πριν από λίγα χρόνια που κατεδαφίστηκαν για να χτιστεί στην θέση τους ο σημερινός Άρειος Πάγος, κοντά στην Ασφάλεια, επί της λεωφόρου Αλεξάνδρας.
Το θέμα είναι να μην μπεις φυλακή. Όμως, έτσι και μπεις, αισθάνεσαι ελεύθερος. Κανείς δεν μπορεί να σε συλλάβει όταν ήδη σε έχουν συλλάβει και σε έχουν βάλει φυλακή. Παίζαμε σκάκι, παιχνίδι θα’ λεγες σπέσιαλ για φυλακισμένους που δεν κατάλαβα πως γίνεται και το παίζουν και εκτός φυλακής. Κάναμε διαλέξεις με θέματα γενικού εγκυκλοπαιδικού ενδιαφέροντος, αφήνοντας την πολιτικολογία για τις κατ’ ιδίαν ατέλειωτες συζητήσεις, και γενικά περνούσαμε την παγιδευμένη ζωή μας με τον πιο εποικοδομητικό τρόπο, όπως έλεγαν οι συνηθισμένοι στη χρηστομάθεια παλιότεροι σύντροφοί μας, που ένοιωθαν στη φυλακή σα στο σπίτι τους. Ειδικότερα ο Χρόνης Μίσσιος, που είχε πάθει τον παθών του τον τάραχο μια ζωή στις φυλακές και στα απομονωτήρια των φυλακών, ήταν σχεδόν ευτυχής που πρώτη φορά στην καριέρα του ως δεσμώτης βρίσκονταν ανάμεσα σε τόσους πολλούς και τόσο διαπρεπείς συντρόφους. Δίπλα μου ακριβώς, κολλημένο στη γωνία, ήταν το κρεβάτι του Λεωνίδα Κύρκου, που δεν ήταν ακόμα ούτε ευρωκομμουνιστής, ούτε ανανεωτικός.
Βρισκόμουν από την πρώτη μέρα της δικτατορίας στον προθάλαμο της κόλασης και ήδη είχα αρχίσει να εξοικειώνομαι σιγά-σιγά με την ιδέα ενός θανάτου διά τυφεκισμού. Εκείνους τους πρώτους μήνες της αναγέννησης του φοίνικα από τις παλιές του στάχτες, που ξέμειναν από άλλους καιρούς, κανείς δεν ήξερε πως θα εξελιχτούν τα πράγματα. Οι αντιστασιακοί σε ένα χρόνο, όταν θα γίνει φανερό πως η χούντα είναι της πλάκας, θα πληθύνουν πολύ. Εύκολα αντιστέκεται κανείς όταν ξέρει πως τουλάχιστον η ζωή του δεν κινδυνεύει. Όμως, εμείς είχαμε αρχίσει την αντίσταση κατά της χούντας από την πρώτη κιόλας μέρα, χωρίς να νοιαστούμε και πολύ για τις συνέπειες της στράτευσής μας.

Δεν ήμασταν μέλη της «Δημοκρατικής Άμυνας» που πάρα πολύ όψιμα αποφάσισαν να αντισταθούν κι αυτοί στη χούντα, κυρίως δια συνεδριάσεων.
Ήμασταν νέοι κομμουνιστές, που μπορεί να μην είχαμε ακόμα ιδιαίτερα αναπτυγμένη την πολιτική μας συνείδηση, πάντως συνείδηση του κινδύνου είχαμε. Το γεγονός πως τα ιδανικά μας αργότερα θα στραπατσαριστούν κι εδώ στην Ελλάδα, όπως παντού, απ’τους χυδαίους γραφειοκράτες, δεν μειώνει την αξία της στράτευσής μας σε έναν αγώνα που όχι μόνο δεν γινόταν για τα προσωπικά μας συμφέροντα, αλλά τα έβλαπτε στα σίγουρα.
Είχα μπει στο αγώνα κατά της χούντας από την πρώτη κιόλας μέρα της δικτατορίας.
Αλλά στα μετά την πτώση της χούντας χρόνια δεν πήγα να γραφτώ στο σύλλογο των αντιστασιακών, για να μπορέσω να εξαργυρώσω σε κάποιο δημόσιο ταμείο τη μικρή, την ελάχιστη προσφορά μου στον αγώνα κατά της νέας παραλλαγής του παλιού φασισμού.
Ούτε δέχτηκα να γραφτώ στην ΕΣΗΕΑ, το επαγγελματικό μου σωματείο, ως αντιστασιακός. Ούτε πήγα να εξαγοράσω τα εφτά χρόνια της δικτατορίας για να μου αναγνωριστούν ως συντάξιμα.
Κι όταν κάποτε απόχτησα τα από το καταστατικό της ΕΣΗΕΑ προβλεπόμενα τυπικά προσόντα και πήγα να γραφτώ στο επαγγελματικό μου σωματείο, με απέρριψαν ως στερούμενο… ουσιαστικών προσόντων.
Πέντε χρόνια απέρριπταν συνεχώς την αίτησή μου. Φαίνεται πως ούτε μέσα σε αυτά τα πέντε χρόνια κατάφερα να αποκτήσω ουσιαστικά προσόντα ως δημοσιογράφος.
Και ξέρετε ποιοι αντέδρασαν περισσότερο στην εγγραφή μου; Αυτοί που γράφτηκαν ως αντιστασιακοί!
Για μένα, η πιο σημαντική πράξη ήταν το ότι μπόρεσα και αντιστάθηκα στον πειρασμό να εξαργυρώσω καθ’οιονδήποτε τρόπο τη στράτευσή μου στον αγώνα κατά της χούντας. Κι ακόμα, το ότι πέτυχα την εγγραφή μου στην ΕΣΗΕΑ με δικαστική απόφαση. Ήμουν ο πρώτος δημοσιογράφος που εγγραφόταν στο επαγγελματικό του σωματείο με δικαστική απόφαση. Και η νομολογία που δημιουργήθηκε άνοιξε το δρόμο για πολλούς συναδέλφους. Δεν έχει σημασία που έχασα εφτά συντάξιμα χρόνια. Κέρδισα την αξιοπρέπειά μου. Άλλωστε από αξιοπρέπεια μάλλον παρά για λόγους ιδεολογικούς στρατεύτηκα στον αγώνα κατά της χούντας.

Πάντα έλεγα πως, ναι μεν είμαι κομμουνιστής, αλλά ποτέ δεν ισχυρίστηκα πως από κομμουνιστής σκέτα είμαι επιπροσθέτως και καλός κομμουνιστής. Άλλωστε ένας ρεβιζιονιστής από πεποίθηση, όπως εγώ, ποτέ δεν θα μπορούσε να γίνει καλός κομμουνιστής. Εν πάση περιπτώσει, ήμουν και παραμένω ένας ελεύθερος σκοπευτής, που πάει με αυτούς που τον έχουν ανάγκη, και όχι με εκείνους που τους έχει ανάγκη για να τη βολέψει.
Στρατεύτηκα με το κομμουνιστικό ΠΑΜ όχι γιατί με επιστράτευσε το κόμμα, αλλά γιατί έτσι έκρινα σκόπιμο.
Όπως και να΄ναι, το καλοκαίρι του 1968 είμαι ελεύθερος, ύστερα από δέκα μήνες φυλακή. Εντάξει, ήμουν ελεύθερος, αλλά τι να την κάνω την ελευθερία χωρίς δουλειά, χωρίς τους φίλους που είχαν σκορπίσει εδώ και κει στην Ευρώπη, στα νησιά και στις φυλακές; Το πρώτο που σκέφτηκα ύστερα από μια εβδομάδα ελεύθερου βίου ήταν να κάνω κάτι κατεπειγόντως ώστε να ξαναμπώ φυλακή, ή έστω εξορία. Το σκέφτηκα μεν σοβαρά, όμως ήταν αδύνατο να έχω επαφή με κάποια αντιστασιακή οργάνωση. Αφενός γιατί οι αντιστασιακές οργανώσεις είχαν ήδη μετακομίσει στο εξωτερικό για να κάνουν από κει τουριστική αντίσταση εκ του ασφαλούς, και αφετέρου διότι ήμουν ήδη σεσημασμένος, και οι συνωμοτικοί κανόνες λεν να μην πλησιάζεις τους σεσημασμένους.

Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε σοβαρή αντίσταση κατά της χούντας.
Η αντίσταση ήταν λίγο ως πολύ πλατωνική, εκτός απ’την ηρωική μεν αλλά δυστυχώς αποτυχημένη απόπειρα του Αλέξανδρου Παναγούλη να σκοτώσει το δικτάτορα. Όλες οι προσπάθειες για οργάνωση ένοπλης αντίστασης έμειναν σχέδια, ενώ οι βομβιστικές ενέργειες κάποιων ζωηρών και ριψοκίνδυνων γίνονταν ερήμην των μεγαλυτέρων σε αριθμό αντιστασιακών οργανώσεων, του ΠΑΜ και του ΠΑΚ. Ούτε το πεπειραμένο ΚΚΕ ενέκρινε την βίαιη εξέγερση, τώρα που και τα αστικά κόμματα θα την επιθυμούσαν πολύ. Τελικά το πράγμα περιορίστηκε σε μία τουριστικού τύπου αντίσταση απ’το εξωτερικό, όπου πρωταγωνιστούσε, όπως και στο κυρίως ειπείν θέατρο, η πληθωρική Μελίνα Μερκούρη, που το έπαιζε Πασιονάρια.

Ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης, γνωστός και ως «πίθηκος», ήταν πολύ άτυχος. Διορίστηκε πρωθυπουργός την 8η Οκτωβρίου 1973, και ενάμιση μήνα μετά την ορκωμοσία του, εκδηλώνεται η εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ήρθε στην εξουσία υποτίθεται για να εκτονώσει την κατάσταση και να κατασιγάσει τα πάθη μετά την εξέγερση της Νομικής αλλά τα πάθη φούντωσαν εντελώς απροσδόκητα στο Πολυτεχνείο από την 14η Νοεμβρίου 1973 που αρχίζει η κατάληψη, μέχρι τη νύχτα του Σαββάτου προς Κυριακή της 17ης Νοεμβρίου, που τα τανκς θα σπάσουν την πόρτα και θα καταστείλουν την αυθόρμητη, αυτοκαθοδηγούμενη και ακαθοδήγητη από τα κόμματα φοιτητική εξέγερση.
Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η εξέγερση του Πολυτεχνείου ονομάστηκε έπος. Τούτη η αυθόρμητη παθητική αντίσταση στη χούντα έχει μάλλον έναν λυρικό παρά έναν επικό χαρακτήρα. Και η επέλαση των τανκς κατά των νεαρών αόπλων έχει περισσότερη σχέση με γκραν κινιόλ μέσα στη νύχτα παρά με έπος.
Το «έπος» δημιούργησε εντελώς κατά λάθος μια «ηρωίδα», τη Μαρία Δαμανάκη, της οποίας ο ηρωισμός συνίσταται στην εκφώνηση -από το ραδιόφωνο των φοιτητών- των συνθημάτων και των ανακοινώσεων της συντονιστικής επιτροπής.
Πάντως πολλοί είχαν την ευκαιρία να βάλουν υποψηφιότητα για πολιτικοί εκεί μέσα στο Πολυτεχνείο. Για τον Μίμη Ανδρουλάκη, τον Κώστα Λαλιώτη και τον Στέφανο Τζουμάκα, ηγετικά στελέχη της εξέγερσης, ο δρόμος προς τη Βουλή, την πολιτική σκηνή, το πολιτικό παρασκήνιο και την εν γένει ελληνική πολιτική αθλιότητα, ξεκινάει από κει.
Δεν πήγα ποτέ στο Πολυτεχνείο, ούτε μέσα ούτε έξω, ούτε τότε ούτε αργότερα.
Δεν πήρα ποτέ μέρος στις προσκοπικές τελετές και τις ηλίθιες πορείες κατά την ημέρα της «επετείου του Πολυτεχνείου» τούτο το μεγάλο συλλογικό άλλοθι για την ηθική ανεπάρκεια ενός ολόκληρου λαού. Πρόκειται για ένα πολύ βολικό άλλοθι, που το οικειοποιήθηκαν όσοι νοιώθουν την ανάγκη να ξεπλύνουν την ντροπή για την απέραντη δειλία τους επί έξι ολόκληρα χρόνια.

doctor

Υ.Γ. Τα προεκτεθέντα αποτελούν μία ανθολογία από τα όσα έγραψε ο Βασίλης Ραφαηλίδης σχετικά με τη φυλάκισή του στη χούντα και σχετικά με την εξέγερση του Πολυτεχνείου.
Πηγές:
1. Βασίλη Ραφαηλίδη, Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο, σελ.397-401, 402,408-9,419-20,444.
2. Βασίλη Ραφαηλίδη, Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού κράτους 1830-1974, σελ.419,436-7.

Σάββατο 29 Μαρτίου 2008

Won't you die tonight for love? (η παραχάραξη του νομίσματος)


Myslovitz "I'd Like To Die Of Love"

Ο έρωτας κι ο θάνατος.
Πόσο μακριά και πόσο κοντά είναι ταυτόχρονα…
Στον θάνατο, η ύπαρξη χάνεται, εκμηδενίζεται, ενώ στον έρωτα έρχεται ο «μικρός θάνατος», ο οργασμός, τον τελειότερο ορισμού του οποίου έχει δώσει ο Βίλχελμ Ράιχ[1], στο βιβλίο του "Η Δολοφονία του Χριστού"("The Murder of Christ,1953): "Οργασμός είναι η απώλεια της ατομικότητας μέσα από μια διαφορετική κατάσταση ύπαρξης".

Υπάρχει ένα καταπληκτικό κείμενο σχετικά με την σχέση έρωτα και θανάτου και το έχει γράψει ο αγαπημένος μου συγγραφέας, ο Βασίλης Ραφαηλίδης[2]

:«H κατά Ρέημοντ Τσάντλερ «απλή τέχνη του φόνου» είναι πράγματι και απλή και τέχνη.
Με τρόπο ερασιτεχνικό, μπορούν να σκοτώσουν οι πάντες.
Μια δόση τρέλας, και η δουλειά έγινε.
Όμως τα πράγματα δυσκολεύουν σε μια δολοφονία οργανωμένη με επαγγελματική τάξη και ευσυνειδησία.
Μάλιστα, για να μάθεις να σκοτώνεις με πλήρη επαγγελματική επάρκεια πρέπει να φοιτήσεις στη Σχολή Ευελπίδων. Η οποία δε βγάζει, βέβαια, επαγγελματίες δολοφόνους, βγάζει όμως επαγγελματίες πολεμιστές, και από μία άποψη είναι το ίδιο.
Όπως λέει και ο Ντε Κουίνσυ στο «η δολοφονία ως μία εκ των καλών τεχνών» είναι ταλέντο το να’σαι καλός δολοφόνος.
Ο Ντε Σαντ μάλιστα φτάνει στο σημείο να υποστηρίζει ότι ο φόνος είναι ερωτογόνος.
Και πως πετυχαίνεις την ύψιστη ηδονή όταν σκοτώνεις την ερωμένη σου τη στιγμή του οργασμού.
Αν όλα αυτά σας φαίνονται υπερβολικά, φέρτε στο νου σας κάτι περίεργα ερωτόλογα όπως το «θα σε φάω», «θα τον φας», «θα σε σκίσω», «θα σε ρουφήξω» και άλλα τέτοια που λέγονται σε στιγμές που η συνείδηση χαλαρώνει πολύ κάτω απ’την πίεση μιας ηδονής που διεκδικεί το maximum.Λοιπόν, δεν είναι και τόσο αθώα όλα αυτά τα κανιβαλικά, σε στιγμές που το ένστικτο λειτουργεί ξεκομμένο από την λογική που το ελέγχει.
Στη χειρότερη περίπτωση εκφράζουν έναν αταβιστικό κανιβαλισμό απωθημένο βαθιά στο υποσυνείδητο, και στην καλύτερη μια επιθυμία για μετάληψη του σώματος και του αίματος του αγαπημένου.
«Λάβετε, φάγετε, τούτο μου εστί το σώμα το υπέρ υμών κλώμενον».
Η Θεία Μετάληψη είναι το συμβολικό κατάλοιπο της πανάρχαιης Θεοφαγίας[3], τότε που ο πιστός έτρωγε στ’αλήθεια κάθε τι που πίστευε πως έχει υπερφυσικές ιδιότητες, που επιχειρούσε να τις οικειοποιηθεί.Κι αφού ο πιστός θέλει να βάλει μέσα του το Θεό, διότι πολύ τον αγαπάει, γιατί να μην πράξει ομοίως και ο τρελά ερωτευμένος;


H.I.M. "Join Me to Death"

Στην «Αυτοκρατορία των αισθήσεων» του Ναγκίζα Οσίμα[4], η πεολειχία καταλήγει σε πεοφαγία.Προσοχή, λοιπόν, στα πέη σας, όταν τα προσφέρετε σε πολύ ερωτευμένες γυναίκες, με έντονη θρησκευτικότητα ανθρωποφαγικού τύπου.
Ο Φρόυντ είναι σαφής επί του προκειμένου. Ο έρωτας κι ο θάνατος είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που ο οργασμός λέγεται και «μικρός θάνατος».
Στα λίγα δευτερόλεπτα που κρατάει, χάνεις την επαφή σου με τον κόσμο και για μια στιγμή περνάς στον παράδεισο.
Αν, μάλιστα, είσαι οπαδός της ινδουϊστικής αίρεσης του ταντρισμού[5], κάνεις ακατάπαυστα έρωτα χωρίς να εκσπερματώνεις ποτέ.
Κι όταν κάποτε εκσπερματώσεις πρέπει οπωσδήποτε να πεθάνεις από ηδονή στην κυριολεξία.
Είναι σίγουρα ο πιο ηδονικός θάνατος που θα μπορούσε να υπάρξει. Αλλά δεν σας τον συνιστώ.
Ούτε θα ήταν δυνατό να σας ευχηθώ να νοιώσετε κάποτε την υπέρτατη ηδονή που αισθάνεται ο κρεμασμένος την ώρα που ξεψυχάει εκσπερματώνοντας.
Μπορεί, λοιπόν, ο έρωτας και ο θάνατος να είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, όμως καλό είναι επί του προκειμένου να παραχαράσσει κανείς το νόμισμα.
Πάντως, τα ειδικά μπορντέλα για στρατιώτες που πρόκειται να παν στο μέτωπο και τα ακόμα πιο ειδικά για τραυματίες πολέμου, οι άνθρωποι δεν τα έκαναν από βίτσιο.
Τα έκαναν γιατί ο έρωτας βρίσκεται πάρα πολύ κοντά στο θάνατο και τη δυστυχία και λειτουργεί αντισταθμιστικά και παραπληρωματικά.
Ο «μικρός θάνατος» είναι μια καλή άσκηση θανάτου, που θα συμβεί έτσι κι αλλιώς. Άλλωστε ούτε οι ανοργασμικοί, που είναι τέτοιοι γιατί φοβούνται το «μικρό θάνατο» έχουν κάποια πιθανότητα γλυτώσουν απ’τον άλλο, το μεγάλο, «Τον Μεγάλο Ύπνο», όπως θα’λεγε ο Τσάντλερ. Όνειρα γλυκά, λοιπόν, και για τον μικρό και για τον μεγάλο ύπνο» [6].

doctor
____________________________________________________________

[1] Βλ. παλαιότερο ποστ: Wilhelm Reich, o αιρετικός

[2] Βλ. παλαιότερο ποστ: Βασίλης Ραφαηλίδης

[3] «Tο πρόβλημα της αιμομειξίας είναι ακριβώς το ίδιο με το πρόβλημα της ανθρωποφαγίας» έγραφε ο Φρόυντ στη Mαρία Bοναπάρτη το 1932. Eάν προσθέσουμε αυτό το συλλογισμό στις παρατηρήσεις μας όσον αφορά την απουσία λέξεων για την ονομασία της θεοφαγίας και της αιμομειξίας στην αρχαία Eλλάδα και εάν λάβουμε υπ’ όψιν την σημασία των πιο αρχαίων (στοματικών, ανθρωποφαγικών) ταυτίσεων, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η θεοφαγία υπήρξε και εξακολουθεί να παραμένει μια από τις πυρηνικές φαντασιώσεις της ανθρωπότητας. Kαι τούτο, διότι οι φαντασιώσεις της ανθρωποφαγίας και της αιμομειξίας, που ενοποίησε ο Φρόυντ, περιλαμβάνονται αναπόσπαστα και αναμειγνύονται με τη φαντασίωση της θεοφαγίας. * Από την παρουσίαση του βιβλίου του Νικ.Νικολαϊδη, ψυχαναλυτή, με τίτλο "Θεοφαγία".

[4] πρώτη (ίσως και μοναδική) αληθινή hard-core ταινία που ξεπέρασε τα στενά όρια του είδους, και αναγνωρίστηκε ως μια ερωτικά επαναστατική ταινία, προβάλλεται ξανά σε παγκόσμια επανέκδοση με καινούριες κόπιες. Ξεπερνώντας τα καθιερωμένα, ο Οσίμα δημιουργεί ένα αριστούργημα πάνω στο θέμα του παράφορου έρωτα, που δε γνωρίζει όρια και δεσμά και καθοδηγείται αποκλειστικά από τις ορέξεις του υποσυνείδητου.
Ο έρωτας, στην πιο απλή και στοιχειώδη του έκφανση που είναι το σεξ, είναι ένα απλό φυσικό και βιολογικό γεγονός, όπως ακριβώς η γέννηση και ο θάνατος. Στις σύγχρονες κοινωνίες όμως έχει ηθικοποιηθεί και πολιτικοποιηθεί τόσο, ώστε να χάσει μεγάλο μέρος από την φυσικότητά του, και αντιμετωπίζεται ποικιλοτρόπως ανάλογα με την περιοχή, τη θρησκεία και την πολιτική κατάσταση. Ο Οσίμα θα επιχειρήσει μια "κάθαρση", αφαιρώντας ουσιαστικά ολόκληρο το εποικοδόμημα προκειμένου να καθαρίσει την ομίχλη γύρω από τις απόκρυφες λειτουργίες του σεξουαλικού ενστίκτου.

[5] Η διατήρηση του ελέγχου της διέγερσης, έτσι ώστε οι εραστές να μπορούν να παρατείνουν τη σεξουαλική πράξη και να την ολοκληρώσουν πριν φτάσουν στον οργασμό και την εκσπερμάτιση, έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο την αύξηση της ηδονής, αλλά και την ενεργειακή ανανέωση των δυο εραστών. Περισσότερα: Η Ασία στο κρεβάτι σας.

[6] Πηγή: Βασίλης Ραφαηλίδης, Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο, σελ.138-139.

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2007

Βασίλης Ραφαηλίδης



Ένα μικρό αφιέρωμα στον πιο "αιρετικό" έλληνα δημοσιογράφο και συγγραφέα: τον Βασίλη Ραφαηλίδη.

Ένα απάνθισμα από το βιβλίο του "Οι λαοί της Μέσης Ανατολής" .

Ένα μικρό δείγμα από τον χειμαρρώδη λόγο του, από το πηγαίο χιούμορ του, από την οξυδερκή του σκέψη που τόσο λείπει σήμερα. Ως μουσική υπόκρουση επέλεξα το "Stray" των Calexico σε μία υπέροχη εκτέλεση.


1) Για τον ρατσισμό:

Κακό πράγμα αν μην έχεις ψευδαισθήσεις, να μην πιστεύεις στα παραμύθια, σαν τον Λώρενς της Αραβίας, που έζησε με πάθος χίλια δύο παραμύθια από τις Χίλιες και Μία Νύχτες αλλά και από άλλες νύχτες, ευρωπαϊκές.
Όμως ποτέ δεν έζησε το πιο χυδαίο, το πιο τυπικά ευρωπαϊκό παραμύθι, αυτό που λεν οι μωροί ρατσιστές στους γεννημένους ηλίθιους, προκειμένου να δημιουργούν άλλοθι, τόσο για την ανικανότητά τους όσο και για τη βουλιμία τους, χωρίς να έχουν καν τα «φυσικά», τα ζωώδη άλλοθι των πρωτόγονων φυλών, που, όπως τα ζώα στη ζούγκλα, αγωνίζονται για την επιβίωσή τους χωρίς επιστημονικοφανή προσχήματα και βλακώδη ιδεολογήματα.
Θα αναγνώριζα σαν φίλο μου τον οποιοδήποτε ρατσιστή, αρκεί να δηλώσει καθαρά και ξάστερα πως είναι ζώον. Θα τον αγαπούσα με την ίδια έννοια που αγαπώ τα ζώα (σελ.284).

2) Για την Λογική:


Η λογική δεν έχει σχέση με την αισιοδοξία, ούτε με την απαισιοδοξία. Η λογική είναι από τη φύση της σκληρή και κυνική. Και παντελώς άσχετη με την Ηθική. Ποιος σας είπε πως ένας κλέφτης που ξέρει τη δουλειά του κάνει πράξεις παράλογες; Υπάρχει κάτι πιο λογικό από το να μη δουλεύεις κι ωστόσο να μπορείς να τρως; (σελ.299).

3) Για τον εθνικισμό:

Ο εθνικισμός είναι φαινόμενο τάξεως ψυχολογικής. Σε βοηθά να νιώθεις καλύτερα βρίσκοντας μια ίδια με αυτή των άλλων ταυτότητα. Που ωστόσο όλοι τη δανείζονται από την προγονική ιστορία. Η εθνική σου ταυτότητα δεν είναι η προσωπική σου ταυτότητα αλλά ένα δάνειο από τους προγόνους σου. Δεν κόπιασες να την φτιάξεις, την πήρες έτοιμη από τις σελίδες της ιστορίας. Συνήθως μια τέτοια ταυτότητα τη χρησιμοποιούν είτε άνθρωποι με ελλειμματική προσωπικότητα, είτε οι δημαγωγοί για να κάνουν τη δουλειά τους εξαπατώντας τους ανθρώπους με ελλειμματική προσωπικότητα (σελ.328).

4) Για την πίστη:

Η πίστη κάπου, οπουδήποτε είναι ψυχολογική ανάγκη. Ακόμα κι εγώ πιστεύω κάπου: στο τυχαίο και άσκοπο της ύπαρξής μου σε έναν κόσμο που δεν τον διάλεξα για να ζήσω μέσα του. Τον διάλεξαν για μένα πριν από μένα οι γονείς μου, όχι γιατί είχαν καμιά πρόθεση να υπακούσουν στην εντολή αυξάνεσθε και πληθύνεσθε, αλλά διότι δεν ήταν αρκετά γενναίοι για να μείνουν μόνοι τους σε αυτόν τον κόσμο (σελ.89).

5) Για τον πολιτισμό:

Δεν λέγεται πόσα χρωστάει η ιστορία στους βλάκες. Σχεδόν τα πάντα – εκτός από τον πολιτισμό. Ποτέ κανείς βλαξ δεν τα κατάφερε να παράγει πολιτισμό. Φαντάζεστε βλάκα τον Αισχύλο; Θάνατο στο πεδίο της μάχης μπορεί να παραγάγει και ο έσχατος των κρετίνων. Δώσε όπλο στον ηλίθιο και τον έκανες Θεό της Φωτιάς (σελ.106).

6) Για τον … Παράδεισο:

Σκέτο super market είναι ο μουσουλμανικός παράδεισος, όχι σαν τον δικό μας, που έχει μόνο ψυχές καλής ποιότητας, που ούτε τρών, ούτε πίνουν, ούτε καπνίζουν, ούτε πηδούν. Προσωπικά, να μου λείπει ένας τόσο αποστειρωμένος παράδεισος. Εγώ θέλω τον μουσουλμανικό παράδεισο, αλλά χωρίς να γίνω μουσουλμάνος. Και μη μου πείτε πως ο μουσουλμανικός παράδεισος είναι ψεύτικος, εννοώντας πως ο δικός σας είναι αληθινός, γιατί στα προβλήματα της πίστης δεν υπάρχουν ούτε ψέματα, ούτε αλήθειες. Υπάρχουν μόνο οι ευσεβείς πόθοι των ευσεβών και παντοιοτρόπως πεινασμένων, που παντοειδή καρβέλια ονειρεύονται (237).

7) Για την Παλαιά Διαθήκη:

Ο Ιησούς του Ναυή, μας πληροφορεί η Βίβλος με τον πιο επίσημο τρόπο, καθάρισε τη Γη Χαναάν από τα νήπια και τις έγκυες. Μπράβο λεβέντη μου! Να σας πω κάτι; Δεν υπάρχει πιο ματοβαμμένο βιβλίο από την Παλαιά Διαθήκη (σελ.260).