Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι έλληνες στην τουρκική ιστοριογραφία/λογοτεχνία και στα σχολικά βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι έλληνες στην τουρκική ιστοριογραφία/λογοτεχνία και στα σχολικά βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2008

Οι έλληνες στην τουρκική ιστοριογραφία (μέρος 3ο)



3. Οι ανατολιστές.

Ο ανατολισμός [1] εκφράζει μια αναζήτηση τουρκικής ταυτότητας που βασίζεται σε μια γεωγραφική επικράτεια, την Ανατολία, δηλαδή τη Μικρά Ασία. Το «έθνος» αποτελείται από τους απογόνους όλων των λαών της Ανατολής: Χεταίους, Ίωνες, Οθωμανούς κ.α. αλλά όχι απαραιτήτως από τα τουρκικά φύλα που ήρθαν από την κεντρική Ασία. Ενώ δηλαδή η Τουρκική Ιστορική Θέση [2] πρέσβευε ότι οι αρχαίοι λαοί ήταν Τούρκοι, οι ανατολιστές υποστήριξαν ότι οι σύγχρονοι Τούρκοι είναι απόγονοι των αρχαίων αυτόχθονων λαών.
Οι ανατολιστές παρουσίασαν τους αρχαίους έλληνες σαν πηγή εθνικής κληρονομιάς, αποσιώπησαν την ύπαρξη των Βυζαντινών και παρουσίασαν τους Νεοέλληνες και ειδικά τους «Ρωμιούς» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σαν συμμάχους τους, στο βαθμό που οι Ρωμιοί αναγνώριζαν την «ευεργετική» τουρκική ηγεμονία.
Αυτού του είδους οι απόψεις είναι διαδεδομένες και εκφρασμένες με έντονα συγκεχυμένο αλλά και αντιφατικό τρόπο, από διάφορους «διανοούμενους» οι οποίοι αυτοπροσδιορίζονται ως «σύγχρονοι», «εξευρωπαϊστές», «αριστεροί», κ.α., και που υποτίθεται ότι δεν υποστηρίζουν «εθνικιστικές απόψεις».
Τονίζουν ότι δεν οικειοποιούνται θεωρίες που βασίζονται στην καθαρότητα κάποιας φυλής και αναγνωρίζουν την πολυδιάστατη καταγωγή των λαών. Συνήθως αποστασιοποιούνται από τα θρησκευτικά πιστεύω. Μια προσεχτική ανάγνωση όμως των κειμένων των ανατολιστών, φέρνει στο φως μια διαφορετική έκφραση εθνικιστικών απόψεων.
Δεν αναγνωρίζεται ότι το «έθνος» είναι ένα σύγχρονο ιστορικά φαινόμενο και ότι βασικά ο αυτοπροσδιορισμός καθορίζει την εθνική ταυτότητα.
Οι φυλετικές προσμείξεις παρουσιάζονται ως το κυρίαρχο συστατικό της πολυπολιτισμικότητας και της συγγένειας των εθνών.
Τελικά, οι «Τούρκοι» παρουσιάζονται ως η τελική έκβαση της ιστορίας.
Η αναγνώριση της κυριαρχίας και της αξίας του τουρκικού έθνους είναι το ζητούμενο και δεν παρατηρείται κάποια ενσυναίσθηση απέναντι στα άλλα έθνη ή στους άλλους λαούς.
Οι επαγγελματίες ιστορικοί δεν ανέπτυξαν αυτές τις θέσεις με συστηματικό τρόπο. Βλέπουμε όμως τον πρώην πρωθυπουργό της Τουρκίας, Τουργούτ Οζάλ, να εκδίδει το 1988 στα γαλλικά και το 1991 στα αγγλικά, ένα βιβλίο «ιστορίας» με καθαρά πολιτικά κίνητρα, δηλαδή με σκοπό να συμβάλλει στην ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υποστηρίζοντας βασικά τις θέσεις των ανατολιστών. Ο συγγραφέας αναφέρει ότι η Τουρκία αποτελεί μέρος της ευρωπαϊκής κοινότητας επειδή είναι κληρονόμος των αρχαίων πολιτισμών και ειδικά της Ιωνίας.
Ένας δεύτερος συγγραφέας, είναι ο Bilge Umar ο οποίος το 1974 εξέδωσε μια μελέτη σχετικά με την κατοχή της Σμύρνης από τους Έλληνες στα χρόνια 1919-1922 και το οποίο ξεχωρίζει για την παραδειγματική αντικειμενικότητά του αλλά και για την εμφανή ενσυναίσθηση απέναντι σε ένα ανθρώπινο δράμα [3].



4. H κριτική σχολή.

Οι προαναφερθείσες προσεγγίσεις έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: αν και σε διαφορετικό βαθμό, όλες αναπτύσσουν έναν απολογητικό λόγο που τελικά εξωραΐζει το «τουρκικό» παρελθόν. Η ταύτιση μπορεί να ερμηνευτεί σαν εκδήλωση εθνικής ταυτότητας ή «συνείδησης». Αυτό γίνεται ειδικά εμφανές όταν τα γεγονότα συμπεριλαμβάνουν τον «άλλον». Σε αυτές τις περιπτώσεις κάποια υποθετική σχέση ανάμεσα στο «Εμείς» και το «Άλλοι» λειτουργεί με τρόπο που επιβάλλει ένα είδος υποχρέωσης στον ιστορικό να επιλέξει τη θέση του σε σχέση με τους συμβαλλόμενους. Υπάρχει βέβαια και μια αρκετά σημαντική μερίδα Τούρκων ιστορικών οι οποίοι δεν ταυτίζονται απόλυτα με αυτό το παρελθόν. Αυτοί οι ιστορικοί αναπτύσσουν κριτική κατά πολλών πρακτικών του «έθνους» ή ορισμένων «προγόνων», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν διατηρούν μια «ταυτότητα» που επιτρέπει τη χρήση του εθνικού προσδιορισμού «Τούρκος ιστορικός».
Η κριτική σχολή είναι σχετικά νέα. Εμφανίζεται τη δεκαετία του ’60 και έκτοτε κάνει αισθητό το λόγο της με εντεινόμενη συχνότητα. Εκτός από τους ιστορικούς, κοινωνιολόγοι, διεθνολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες, ακόμη και δημοσιογράφοι, δηλαδή «διανοούμενοι», μπορούν να ενταχθούν στην κριτική σχολή στο βαθμό που ερμηνεύουν ιστορικά γεγονότα.
Η μαρξιστική ερμηνεία γίνεται συχνά αισθητή σε αυτές τις κριτικές τοποθετήσεις. Ένα κύριο χαρακτηριστικό σχεδόν όλων αυτών που αποτελούν την κριτική σχολή είναι η διάθεση αποστασιοποίησης από τον εθνικισμό. Αριθμητικά οι «κριτικοί» ιστορικοί αποτελούν μια μειονότητα μέσα στη γενική τουρκική ιστοριογραφία, αλλά το κύρος τους είναι δυσανάλογα μεγάλο.
Ο Zafer Toprak, o Şevket Pamuk και ο Çağlar Keyder, παρουσιάζουν μια διαφορετική εικόνα των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και προτείνουν μια ισορροπημένη εκτίμηση των ρόλων τους.
Ενώ οι «παραδοσιακοί ακαδημαϊκοί» βλέπουν τους έλληνες να υποκινούν το ρεύμα του εθνικισμού στο χώρο των Οθωμανών, ο Toprak υποστηρίζει ότι η πολιτική του οθωμανικού κράτους κατά των μη μουσουλμάνων, ειδικά τα τελευταία χρόνια και κατά τις περιόδους πολέμων, αποκλείοντάς τους από την οικονομική ζωή της χώρας, κλιμάκωσε τις εθνικιστικές αντιδράσεις [4].
Ο Pamuk αντικρούει το επιχείρημα ότι το ελληνικό στοιχείο συνεργάστηκε με το «ξένο κεφάλαιο» εις βάρος του τουρκικού και υποστηρίζει ότι οι Έλληνες συνέβαλαν αποφασιστικά και θετικά στην οικονομία της χώρας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αναπτύσσοντας το εμπόριο. Ο ιστορικός αυτός προτείνει την επανεξέταση του ρόλου των μη μουσουλμάνων στον οικονομικό τομέα και την εγκατάλειψη των προκαταλήψεων της παραδοσιακής ιστοριογραφίας [5].
Ο Keyder, εκλαμβάνει την αναδυόμενη ελληνική αστική τάξη ως μια θετική ιστορική εξέλιξη που προώθησε τον εκσυγχρονισμό της οθωμανικής κοινωνίας. Η δε εξαφάνιση αυτής της τάξης από την πολιτική και κοινωνική σκηνή της Αυτοκρατορίας εμπόδισε μια ομαλότερη εξέλιξη που τελικά θα ισορροπούσε την αυταρχικότητα της παραδοσιακής γραφειοκρατικής μηχανής [6].
Ο πολιτικός επιστήμονας Taner Timur επικρίνει την τουρκική ιστοριογραφία η οποία δεν μπόρεσε να αντιληφθεί τη συμβολή των μη μουσουλμάνων στην οικονομική αλλά και στην πολιτισμική ζωή της Αυτοκρατορίας [7].
Ο Osman Ergin, εκτίμησε σωστά τη θέση των μη μουσουλμάνων μέσα στην κοινωνία, και ο Ekrem Akurgal αναγνώρισε την ελληνική πραγματικότητα και κατέκρινε την εμπάθεια που εκφράστηκε από Τούρκους ιστορικούς [8].
Δύο δημοσιογράφοι, o Ridvan Akar [9] και η Hülya Demir [10], δύο συγγραφείς, οι Hulusi Dosdoğru [11] και Yeldağ Özcan [12]), και ένας κοινωνιολόγος ο Ayhan Aktar[13], εξέδωσαν εργασίες σχετικά με τον Φόρο Περιουσίας του 1942, τα Σεπτεμβριανά του 1955 και τις Απελάσεις του 1964. Αυτές οι έρευνες, οι οποίες έριξαν άπλετο φως σε αυτά τα γεγονότα, χαρακτηρίζονται όχι μόνο από υποδειγματική αντικειμενικότητα αλλά και από μια διάθεση να υπερτονίσουν τους ανθελληνικούς χειρισμούς των τουρκικών αρχών. Η υπέρβαση των εθνικών σκοπιμοτήτων είναι εμφανέστερη στις εργασίες αυτής της ομάδας.
Η κριτική σχολή δεν αποτελεί μια συμπαγή ή οργανικά συνδεδεμένη ομάδα. «Το Ίδρυμα Ιστορίας» («The Economic and Social History Foundation of Turkey») που ιδρύθηκε το 1991 με την πρωτοβουλία 264 διανοουμένων λειτουργεί σαν ένα άτυπο κέντρο που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της «κριτικής ιστοριογραφίας». Το ίδρυμα εκδίδει βιβλία, οργανώνει εκθέσεις και διατηρεί κέντρο πληροφοριών [14].

***
Έτσι, με την κριτική σχολή, η οποία αποτελεί ό,τι πιο ελπιδοφόρο υπάρχει για τον εκσυγχρονισμό της γείτονος χώρας αλλά και για την υπέρβαση των στερεοτύπων και των προκαταλήψεων, τελειώνει το αφιέρωμα στην τουρκική ιστοριογραφία αναφορικά με το πως αυτή «βλέπει» τους έλληνες.
Η αντικειμενική και αμερόληπτη καταγραφή της ιστορίας, μέσα από ένα αυστηρά επιστημονικό πρίσμα και μεθοδολογία, η ανανοηματοδότηση των εννοιών και η αναθεώρηση των στρεβλώσεων και των στερεοτύπων, είναι τα εχέγγυα μιας αρμονικής και ειρηνικής συμβίωσης των δύο λαών. Η κριτική σχολή στην Τουρκία και στην Ελλάδα κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, κινούνται στην οδό της ειρήνης. Η οδός αυτή όμως έχει νόημα όταν δεν αποκρύπτει εγκλήματα, δεν δικαιολογεί σφαγές, δεν ωραιοποιεί καταστάσεις, δεν υποβαθμίζει γεγονότα. Το άλλο άκρο είναι να στηθεί μια ανειλικρινής και επίπλαστη πολιτική φιλία μέσω των αποσιωπήσεων, των παραχαράξεων και της απόκρυψης των ελαττωμάτων του «Άλλου».
Αφού συγχαρώ τον κ.Μήλλα για το υπέροχο βιβλίο του, «Εικόνες Ελλήνων και Τούρκων» το οποίο αποτέλεσε την πηγή των τριών αυτών θεμάτων και το οποίο συστήνω ανεπιφύλακτα, κλείνω, παραθέτοντας από τον επίλογο του βιβλίου:
«Αντί ενός ιστορικού ή ενός ιδεατού «Άλλου», να παρουσιαστεί ο συγκεκριμένος, ο υπαρκτός γείτονας. Με όλα του τα ελαττώματα θα είναι καλύτερος. Η απεξάρτηση από τα εθνικά στερεότυπα είναι τελικά ένα προσωπικό στοίχημα. Όχι χωρίς τίμημα. Κερδίζεις την ελευθερία κρίσης και χάνεις τη βολή της κοινωνικής συγκατάβασης».

doctor
_________________________________________

[1] Ο ανατολισμός πρωτοεκφράστηκε την δεκαετία του ’50 από τον ιστορικό κα μυθιστοριογράφο Cevat Şakir Kabaağaçlı γνωστό με το ψευδώνυμο Halikarnas Balıkçısı, δηλαδή ο Ψαράς της Αλικαρνασσού, και βασικά μέσα από τα κείμενα των μυθιστορημάτων. Ο μυθιστοριογράφος Kemal Tahir, o δοκιμιογράφος Σεβαχαττήν Εyuboglu και η κλασσική φιλόλογος Αζρά Erhat είναι άλλα γνωστά ονόματα που καλλιέργησαν αυτή τη θέση.
[2] Για την Τουρκική Ιστορική Θέση βλ.υποσημείωση 8 του α’ μέρους.
[3] Bilge Umar, Izmir’ de Yunanlilarin Son Günleri, Ankara, Bilgi, 1974.
[4] Toprak, Zafer, Turkiye’de Milli Iktisat 1908-1918, Ankara:Yurt,1982, σ.19.
[5] Pamuk, Şevket , Osmanli-Turkiye Iktisat Tarihi 1500-1914, Κων/πολη: Gerçek ,1988,σσ. 179-181.
[6] Keyder, Çağlar, State and Class in Turkey, Αγγλία: Verso,1987, σ.47.
[7] Timur, Taner, Osmanli çalışmaları, Ankara: Verso, 1989,σσ.14,62.
[8] Akurgal, Ekrem, “Eski Anadolu’ da Yunanlilar” στο Genelkurmay Askeri Tarih ve Stratejik Etüt Başkanlığı, Türk-Yunan İlişkileri ve Megalo Idea. Ankara: Kültür ve Turizm Bakanlığı Yayinlari, 1985, σ.61.
[9] Akar, Ridvan, Varlik Vergisi, Κωνσταντινούπολη: Belege, 1992.
[10] Demir, Hülya, και Akar, Ridvan, Istanbul’un Son Surgunleri, Κωνσταντινούπολη: İletişim, 1994.
[11] Dosdoğru , M. Hulusi , 6/7 Eylül Olayları, Κωνσταντινούπολη: Bağlam, 1993.
[12] Özcan, Yeldağ, Istanbul’da, Diyarbakir’da Azalirken, Kωνσταντινούπολη: Belge,1996.
[13] Aktar, Ayhan, Varlik Vergisi ve "Türkleştirme” Politikalari, Κωνσταντινούπολη: İletişim,2000.
[14] Ηρακλής Μήλλας, Εικόνες Ελλήνων και Τούρκων, σσ.144-150.

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2008

Οι έλληνες στην τουρκική ιστοριογραφία (μέρος 2ο)



2. Η παραδοσιακή ακαδημαϊκή προσέγγιση.

Η ύπαρξη ενός ακαδημαϊκού χώρου δεν σημαίνει και την εξασφάλιση ενός κοινού λόγου. Ακόμα και μέσα στην παραδοσιακή ακαδημαϊκή κοινότητα παρατηρούνται σημαντικές διαφοροποιήσεις. Εδώ γίνεται μια προσπάθεια ομαδοποίησης δεκάδων ιστορικών που αναφέρονται στους Έλληνες σε τρεις βασικές κατηγορίες με σκοπό να παρουσιαστούν με ένα συνοπτικό και κατανοητό τρόπο.

α) Η «ανταγωνιστική» προσέγγιση.

Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της εκλαϊκευτικής προσέγγισης και ορισμένων κειμένων που εκλαμβάνονται ως «ακαδημαϊκά» από ένα μέρος τουλάχιστον του ακαδημαϊκού κόσμου δεν είναι ευδιάκριτη. Το κοινό τους σημείο είναι ο απολογητικός και εθνικός τόνος και η απεγνωσμένη προσπάθεια να τεκμηριωθεί το τουρκικό εθνικό δίκαιο. Οι συγγραφείς αυτοί ταυτίζονται απόλυτα με ένα ιδεατό παρελθόν του έθνους και του κράτους τους. Αυτό που τους διαφοροποιεί είναι το ύφος. Η γραφή των πρώτων (εκλαϊκευτικών) είναι πλησιέστερα στην αφηγηματική και οι εκφράσεις τους εκλαϊκευμένες, ενώ οι δεύτεροι (ανταγωνιστές) ακολουθούν ορισμένα πρότυπα που συνηθίζονται και τυπικά τηρούνται στον επιστημονικό λόγο: μεθοδική ταξινόμηση της ύλης, συχνές υποσημειώσεις που υποτίθεται ότι εξασφαλίζουν την εγκυρότητα των λεχθέντων, πιο αποστασιοποιημένες εκφράσεις, απόκρυψη προσωπικών αισθημάτων, αποφυγή της χρήσης του πρώτου προσώπου του πληθυντικού στην αφήγηση κ.α. Στην ουσία όμως υποστηρίζουν τις ίδιες απόψεις.
Ο Niyazi Berkes, διακεκριμένος ιστορικός και πολιτικός επιστήμονας, διώχθηκε το 1948 από την Τουρκία για τις προοδευτικές του ιδέες και τελικά δίδαξε πολλά χρόνια στον Καναδά, στο Πανεπιστήμιο Mc Gill. O Berkes προσπαθεί να τεκμηριώσει ότι η σύγχρονη Ελλάδα είναι μια θεοκρατική χώρα όπου η συντηρητική, εθνικιστική και οπισθοδρομική Εκκλησία είναι κυρίαρχη στο πολιτικό πεδίο. Η δε εικόνα του Έλληνα σκιαγραφείται με τους εξής χαρακτηρισμούς: το Πατριαρχείο, η πηγή όλων των συνωμοσιών κατά των Τούρκων, αποκαλείται «μεγαλο-μανιακό», ο ελληνικός λαός θεωρείται ότι διακατέχεται από «εθνική νεύρωση» , «το πείσμα και η ψωρο-υπερηφάνεια της ορθοδοξίας μετατρέπει την ανθρώπινη ψυχή στο μαύρο χρώμα των παπάδων», «το ελληνικό έθνος είναι ένα πολύ μικρό έθνος που δημιούργησαν οι φοροφυγάδες πλοιοκτήτες» [1].
Υβριστικές εκφράσεις αυτού του μεγέθους είναι συνήθεις στον «εκλαϊκευμένο» ιστορικό λόγο αλλά όχι στα κείμενα των επαγγελματιών τούρκων ιστορικών. Ο Salahi Sonyel, υπεραμύνεται της οθωμανικής κληρονομιάς και υποστηρίζει ότι η ισότητα ήταν κυρίαρχη[2], δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ θρησκευτικών ομάδων [3] αλλά οι Έλληνες ακολουθώντας το όραμα της Μεγάλης Ιδέας τελικά έβλαψαν το κράτος [4].
Ο Berkes, μεταφέρει σε ένα άλλο του βιβλίο τις απόψεις ενός πρωτοπόρου εθνικιστή ιστορικού, του Yusuf Akçura, εκφρασμένες το 1914: «Οι Εβραίοι, οι Έλληνες και οι Αρμένιοι της χώρας είναι οι μεσάζοντες και οι συνεργάτες του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Εάν οι Τούρκοι δεν επιτύχουν να δημιουργήσουν δική τους αστική τάξη, η δυνατότητα επιβίωσης της τουρκικής κοινωνίας, η οποία αποτελείται μόνο από αγρότες και δημοσίους υπαλλήλους, θα είναι πολύ μικρή» [5].
Ακόμη και ο κορυφαίος ιστορικός Ömer Barkan, έγραφε ότι με τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ [6] που αναγνώριζαν το δικαίωμα ιδιοκτησίας γης στους Έλληνες και στους Αρμένιους «κάναμε (οι τούρκοι) ένα ασυγχώρητο λάθος» , επειδή με αυτόν τον τρόπο οι «ξένοι», που σε αυτή την περίπτωση δεν ήταν άλλοι από τους νόμιμους πολίτες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα κέρδιζαν οικονομική ισχύ [7].
Ο «Άλλος» συχνά εκλαμβάνεται ως αποδιοπομπαίος τράγος και η διάθεση να παρουσιαστεί υπαίτιος όλων των εθνικών συμφορών είναι έκδηλη [8].
Στα κείμενα αυτής της προσέγγισης αναπτύσσονται οι τουρκικές πολιτικές ερμηνείες και θέσεις, η δε ιστορία χρησιμοποιείται επιλεκτικά ή αυθαίρετα για να τεκμηριωθεί η αναγκαιότητα επαγρύπνησης κατά της ελληνικής «επιθετικότητας» και της «Μεγάλης Ιδέας». Δύο εργασίες εθνικιστικής έμπνευσης σχετικά με τα νησιά του Αιγαίου, π.χ. υποστηρίζουν ότι τα νησιά θα έπρεπε, για την ασφάλεια της Τουρκίας, να ανήκουν σε αυτήν [9].




β) Η «μετριοπαθής» προσέγγιση.

Η ανταγωνιστική/συγκρουσιακή διάθεση δεν χαρακτηρίζει όλους τους Τούρκους «παραδοσιακούς» ιστορικούς που αναφέρονται στους Έλληνες. Συχνά η απολογητική διάθεση συνυπάρχει με μια ειλικρινή προσπάθεια για μια αξιοπρεπή έρευνα.
Η Gülnihal Bozkurt, το έργο της οποίας βασίζεται σε τουρκικές, γερμανικές και αγγλικές πηγές, πραγματεύεται τη νομική θέση και τα προνόμια των μη μουσουλμάνων (Zimmi)[10]. Αναγνωρίζεται ότι οι χριστιανοί της αυτοκρατορίας δεν είχαν ίσα δικαιώματα με τους μουσουλμάνους.
Απαριθμούνται πολλές περιπτώσεις ανισότητας εις βάρος χριστιανών και Εβραίων: δεν υπήρχε ισότητα στις εμπορικές και χρηματικές συναλλαγές, οι «άλλοι» έπρεπε να κατοικούν στα περίχωρα των πόλεων, να ντύνονται διαφορετικά από τους μουσουλμάνους, να μην έχουν δούλους, να μη χτίζουν νέους ναούς κ.α. [11].
Αλλά τα τελικά πορίσματα της Bozkurt τονίζουν άλλες καταστάσεις. Διαβάζουμε για «την άνετη ζωή των Zimmi στις περιόδους που το κράτος ήταν ισχυρό», «για την απόλυτη ανεκτικότητα του κράτους και για το δικαίωμα ζωής που τους παραχωρήθηκε», για πρακτικές που τελικά «μετατράπηκαν σε προνόμια υπέρ των Ζimmi» κ.α. [12].

H ίδια αντιφατική αξιολόγηση παρατηρείται και στο έργο του Bilal Eryilmaz ο οποίος αναγνωρίζει και υπογραμμίζει την ανισότητα μεταξύ των μουσουλμάνων και των χριστιανών, εις βάρος των δεύτερων, και δίνει παραδείγματα.
Η κοινωνία αποτελείται από δύο βασικές ομάδες πολιτών: τους κυρίαρχους και τους υποτελείς (hakim/mahkum millet). Αλλά πάλι καταλήγει στο ότι «μέσα στο οθωμανικό κράτος τα δικαιώματα που παραχωρήθηκαν στους μη μουσουλμάνους εξαρχής ακολούθησαν μια βελτιωτική πορεία και νέα δικαιώματα προστέθηκαν σε αυτά» [13].
Σε αυτού του είδους τις μελέτες, οι ιστορικοί υπερασπίζονται τα «εθνικά συμφέροντα» και τις «εθνικές θέσεις» με σχετικά αξιοπρεπή τρόπο, χωρίς ακραίες εκφράσεις και τοποθετήσεις.


γ) Η «φιλελεύθερη» προσέγγιση.

Ορισμένοι γνωστοί ιστορικοί δεν παρουσιάζουν τις απολογητικές τάσεις υπέρ του κράτους και του έθνους «τους» όπως οι παραπάνω, ωστόσο δεν μοιάζουν να έχουν διάθεση να αποδώσουν ατυχείς, άδικους ή κατακριτέους χειρισμούς στην πλευρά με την οποία ταυτίζονται.
Στις εργασίες του Halil Inalcik σχετικά με την Οθωμανική Αυτοκρατορία π.χ. η «επιστημονική αποστασιοποίηση» κυριαρχεί.
Η θετική συμπεριφορά των Οθωμανών υπέρ των Ελλήνων εκφράζεται διακριτικά και έμμεσα. Κάποτε οι Έλληνες παρουσιάζονται «να έχουν ακριβώς τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις όπως και οι μουσουλμάνοι, αφού έχουν εκπληρώσει τις οικονομικές τους υποχρεώσεις, δηλαδή τους φόρους που τους αναλογούν» [14].
Ο ιστορικός αναφέρει τη θετική μεταχείριση που επεφύλαξε ο σουλτάνος Μωάμεθ στους «Ρωμιούς» μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης εγκαθιστώντας τους στην πόλη [15]. Ορισμένες δε μεγάλες βυζαντινές οικογένειες κατείχαν ισχυρές οικονομικές θέσεις: "για να υποστηρίξουν τα κρατικά συμφέροντά τους, οι Οθωμανοί ακολούθησαν τις ισλαμικές συνταγές με ένα φιλελεύθερο τρόπο και υπέρ των Zimmi" [16].
Πάντως οι κακουχίες των «μιλλέτ» συνήθως δεν αποτελούν αντικείμενο της έρευνάς του[17].

Ο ιστορικός Kemal Karpat, σε αντίθεση με τον Inalcik, ο οποίος έχει δώσει μεγαλύτερη σημασία στις οικονομικές διαστάσεις, ασχολήθηκε με τον κοινωνικό ρόλο των «μιλλέτ». Αυτός ο οθωμανικός θεσμός, σύμφωνα με τον ιστορικό, συνέτεινε στο να εξελιχθούν οι κοινότητες σε «έθνη» [18]. Ο λόγος του είναι επαινετικός όταν αναφέρεται σε αυτό το σύστημα διοίκησης και οργάνωσης [19].

doctor
Υ.Γ. Οι φωτογραφίες που παραθέτω είναι από τουρκικά sites και έχουν δημοσιευθεί σε σχολικά και ιστορικά βιβλία. Ο σκοπός, και στις δύο πλευρές του Αιγαίου ο ίδιος: η καλλιέργεια του μίσους, η θυματοποίηση του "αγνού" μας έθνους και η δαιμονοποίηση του "άλλου".
_______________________________________

[1] Berkes, Niyazi, Teokrasi ve Laiklik, Κωνσταντινούπολη, Adam, 1984, σσ.125-138.
[2] Sonyel, Salahi, Minorities and the Destruction of the Ottoman Empire, Άγκυρα: Türk Tarih Kurumu,1993, σ.7.
[3] ο.π. σ.17.
[4] ο.π. σ. 81.
[5] Berkes, Niyazi, The Development of Secularism in Turkey, Μόντρεαλ, 1964, σ.426.
[6] Στις 3 Νοεμβρίου 1839 ο διάδοχος του Μαχμούτ Β' σουλτάνος Αμπντούλ Μετζίτ (1839-1861) εξέδωσε στην Κωνσταντινούπολη το αυτοκρατορικό διάταγμα που έμεινε γνωστό ως Χάτι Σερίφ του Γκιουλχανέ. Tο διάταγμα κοινοποιούσε την ανάληψη μεταρρυθμιστικού έργου, που συνοψιζόταν υπό τον όρο Τανζιμάτ (=μεταρρύθμιση, τακτοποίηση), με σκοπό τη βελτίωση των συνθηκών ζωής στην Aυτοκρατορία. Ως κατευθυντήριες γραμμές του Τανζιμάτ θεωρούνταν ο σεβασμός της ασφάλειας, της τιμής και της περιουσίας των υπηκόων ανεξάρτητα από το θρήσκευμά τους και η ισότητά τους απέναντι στο νόμο. Eπιπλέον, γινόταν λόγος για φορολογικές μεταρρυθμίσεις όπως η κατάργηση της ενοικίασης των φόρων, γνωστής ως ιλτιζάμ (iltizam), και ο καθορισμός του φορολογικού βάρους ανάλογα με την περιουσία και τα εισοδήματα του φορολογουμένου. Aναγγέλλονταν επίσης μεταρρυθμίσεις σχετικά με τον τρόπο άσκησης της στρατιωτικής υπηρεσίας και επιβεβαιωνόταν η κατάργηση των μονοπωλίων.
Πηγή:
http://www.ime.gr/projects/tanzimat/gr/main/141.html
[7] Barkan, Ömer Lütfi, “ Türk Toprak Hukuku Tarihinde Tanzimat ve 1274 (1858) Tarihli Arazi Kanunnamesi”, στο Türkiye’de Toprak Meselesi, Κωνσταντινούπολη, 1980 (1958), σ.349.
[8] Δύο ιστορικοί που επηρέασαν αισθητά την τουρκική ιστοριογραφία, ο Yusuf Akçura και ο Uzunçarşılı, τη δεκαετία του ’40 χρεώνουν τις αποτυχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Μολδοβλαχία αποκλειστικά στην απληστία και στην κακή διαχείριση των Ελλήνων ηγεμόνων και όχι στην κρατική μηχανή, η οποία, πέρα των άλλων της ελλείψεων, διόριζε και τους συγκεκριμένους ηγεμόνες. Akçura, Yusuf, Osmanli Devletinin Dağılma Devri, Άγκυρα: Türk Tarih Kurumu, 1988 (1940), σ.13 . Uzunçarşılı, Ismail Hakki, Osmanli Tarihi, Άγκυρα: Tarih Kurumu, τμ. 4 μέρος 2, 1988, σ.108.
[9] Saka, Mehmet, Ege Denizinde Türk Haklari, Κωνσταντινούπολη: Dergah, 1974 (1953). Erinc, Sirri και Yücel, Talip, Ege Denizi, Türkiye Ile komşu Ege Adalari. Άγκυρα: Türk Kulturu Araştırmalar Enstitüsü, 1988.
[10] Zimmi ή reaya (ραγιάς) αποκαλούνταν οι μη μουσουλμάνοι (χριστιανοί και εβραίοι) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
[11] Bozkurt, Gülnihal, Gayrimuslim Osmanli vatandaşlarının Hukuki Durumu, Άγκυρα: Türk Tarih Kurumu,1989, σσ.14-29.
[12] ο.π., σ.2-23.
[13] Eryilmaz, Bilal, Osmanli Devletinde Gayrimuslim Teb’ anin Yönetimi, Κωνσταντινούπολη: Risale,1990, σελ.220.
[14] Inalcik, Halil, “The Policy of Mehmet II towards the Greek Population of Istanbul and the Byzantine Buildings of the City”, Dumbarton Oaks Papers, 1969-1970, σσ.231-249 και «The Ottoman Empire: Conquest, Organization and Economy», Λονδίνο: Variorum Reprints,1978, σ.234.
[15] Inalcik, 1969-70, σ.231-249.
[16] Inalcik, Halil, “Greeks in Ottoman Economy and Finances, 1453-1500”, στο Essays in Ottoman History, Κωνσταντινούπολη,1998, σ.380.
[17] Inalcik, Halil, “Greeks and Jews”, στο An Economic & Social History of the Ottoman Empire 1300-1914 (επιμ.) H.Inalcik, D.Quataert, Cambridge University Press, 1994, σ.13.
[18] Karpat, Kemal, “Millets and Nationality: The roots of the Incongruity of Nation and State in the Post-Ottoman Era” στο Christians and Jews in the Ottoman Empire, The Functioning of a Plural Society (επιμ.) Β. Braude & B.Lewis, New York, Holmes & Meier,1982, σσ.141-170.
[19] Karpat, Kemal, The Ottoman State and Its Place in World History, Leiden: E.J.Brill, 1974, σσ.2-11.

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2008

Οι έλληνες στην τουρκική ιστοριογραφία (μέρος 1ο)



Το παρόν θέμα εντάσσεται σε μία προσπάθεια προσέγγισης της σκέψης του «απέναντι», του «άλλου», του τούρκου, και προσπαθεί να απαντήσει σε ένα ερώτημα που όλοι μας έχουμε θέσει: «πως μας βλέπουν οι Τούρκοι μέσω της ιστοριογραφίας τους»;
Η απάντηση δεν είναι απλή και έχει να κάνει με την ιδεολογική αφετηρία και την κοσμοθεωρία των τούρκων ιστοριογράφων. Με το παρόν θέμα εγκαινιάζουμε μια τριλογία, μέσω της οποίας θα δούμε τις τάσεις και τις κατηγοριοποιήσεις της τουρκικής ιστοριογραφίας. Πηγή αυτών των προσεγγίσεων της τουρκικής ιστοριογραφίας ένα υπέροχο βιβλίο με τίτλο: «Εικόνες ελλήνων και τούρκων», του Καθηγητή Ηρακλή Μήλλα [1]. Ξεκινάμε σήμερα με την «εκλαϊκευτική» προσέγγιση.

Η «εκλαϊκευτική» προσέγγιση.

Ο λόγος των συγγραφέων που απαρτίζουν αυτή την κατηγορία είναι τραχύς, ανεπιτήδευτος, απλοϊκός και έντονα πολιτικός. Ο σκοπός περιορίζεται στο να τεκμηριωθούν τα αρνητικά του «άλλου» και το δίκιο της τουρκικής πλευράς. Το πνεύμα είναι εθνικιστικό. Οι σχέσεις με τον «Άλλο» φαίνεται να υπαγορεύονται από μια νομοτελειακή αναγκαιότητα.
Η σύγκρουση γίνεται αντιληπτή σαν αιώνια, σαν μια σχέση που επαναλαμβάνεται μέσα στο χρόνο.
Ο έλληνας είναι πολιτικά εχθρός, εποφθαλμιά τα τουρκικά εδάφη, συχνά είναι εισβολέας, αλλά και ηθικά κατώτερος: τύραννος, καταπιεστής, αλύπητος, έκφυλος και ως πολίτης του οθωμανικού κράτους αχάριστος, συνεργάτης και όργανο των ξένων εχθρικών δυνάμεων.
Ο δε «Τούρκος», όπως συμβαίνει πάντα με τα εθνικιστικά κείμενα, είναι σχεδόν το αντίθετο του «Άλλου»: έχει μόνο θετικά χαρακτηριστικά και πάντα δίκιο.
Αν σπάνια δηλώνεται κάποιο τουρκικό εθνικό παράπτωμα ή ελάττωμα, αυτό παρουσιάζεται σαν υποδεέστερο γεγονός ή σαν δικαιολογημένη αντίδραση ή σαν πράξη που βλάπτει πρωτίστως «εμάς» και όχι τον «άλλο». Γίνεται αποδεκτή, π.χ. κάποια υπερβολική «μας» ευαισθησία, ευπιστία ή υποχωρητικότητα, η οποία τελικά «κόστισε σε μας».
Αυτού του είδους η γραφή παρατηρείται για πρώτη φορά στην εποχή του Μακεδονικού Αγώνα, κατά την διάρκεια των Βαλκανικών Αγώνων και την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Τρεις φορές, το 1906, το 1916 και το 1919, κυκλοφόρησαν «Μαύρες Βίβλοι» με τίτλους που διαλαλούσαν «την ελληνική βαρβαρότητα».
Ο Kadir Misirlioğlu , ορμώμενος από τις εξελίξεις στην Κύπρο εξέδωσε το 1966 μια ανανεωμένη μορφή αυτών των «Βίβλων».
Το κείμενο συνοδεύεται από περίπου 40 φωτογραφίες (πίνακες ζωγραφικής) όπου οι Έλληνες ως φαντάροι, κληρικοί και πολίτες, με εμφανή τα εθνικά τους σύμβολα, π.χ. με σταυρούς στα πηλήκιά τους και με ελληνικές σημαίες, βασανίζουν, κρεμούν, σταυρώνουν, βιάζουν άμαχους, γέρους, γυναίκες και παιδιά, καίνε και λεηλατούν χωριά, πιέζουν για εκχριστιανισμούς κ.α. Τα παραδείγματα επιλέγονται από γεγονότα των Βαλκανικών Πολέμων, της επανάστασης στην Κρήτη, από διάφορες περιοχές της Μικράς Ασίας κατά το Μικρασιατικό Πόλεμο και τελικά από την Κύπρο.
Επαναλαμβάνεται ότι οι Τούρκοι δεν πρέπει να ξεχνούν τι σημαίνει «Έλληνας». Αυτός ο εχθρός, «διαχρονικά», από την εποχή του Βυζαντίου, μισεί τους Τούρκους και πάντα ζει με το όραμα της Μεγάλης Ιδέας.
Το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης παρουσιάζεται να έχει πρωτοστατήσει σε όλες τις αντιτουρκικές ενέργειες. Η εθνική ύπαρξη των Τούρκων απειλείται από τους Έλληνες. Υποστηρίζεται δε ότι η Δύση ποτέ δεν μπόρεσε να εκτιμήσει τη μετριοπάθεια των Τούρκων σε θέματα συνύπαρξης διαφόρων αλλόθρησκων εθνών και πάντα υποστήριξε τους Έλληνες κατά των Τούρκων.
Ο συγγραφέας ειρωνεύεται τις προσπάθειες συμφιλίωσης που επιχειρούνται και υποστηρίζει την ανάγκη μιας εθνικής αφύπνισης κατά του «Άλλου». Εκφράσεις όπως «κοπάδι γουρουνιών» χρησιμοποιούνται συχνά για τους Έλληνες [2].
Ένα παρόμοιο βιβλίο είναι και του καθηγητή φιλολογίας Mehmet Hocaoğlu, όπου παρουσιάζονται 438 αριθμημένες περιπτώσεις «ελληνικής βαρβαρότητας».
Ο κατάλογος των βιαιοτήτων περιλαμβάνει κάψιμο στην πυρά, ανασκολοπισμό παιδιών, το βανδαλισμό των ισλαμικών νεκροταφείων, τον κατακερματισμό των εγκύων γυναικών, ακόμα και τη γέμιση των γυναικείων στηθών με μπαρούτι και την ανατίναξή τους [3].
Στο ίδιο πνεύμα αλλά με πιο συγκρατημένη γλώσσα έχει γραφτεί και το βιβλίο των τριών συγγραφέων οι οποίοι αναφέρονται στον «ελληνικό ιμπεριαλισμό» στην Κύπρο [4] όπως και αυτό του Süleyman Kocabaş [5], που αναφέρεται στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρώτη φάση αυτού του τελευταίου έργου.
Υποστηρίζεται ότι ποτέ μέσα στην Ιστορία οι Τούρκοι δεν έχουν κατακτήσει ελληνικά εδάφη: αυτά που πήραν ανήκαν στους Ρωμαίους ή στους Λατίνους [6].

Το 1967 το προαναφερόμενο βιβλίο του Misirlioğlu, θεωρήθηκε κατάλληλο και συνιστάται από την ίδια Γραμματεία το 1966 στο υπουργείο Εξωτερικών και στο υπουργείο Άμυνας ως «προϊόν σοβαρής έρευνας» ανήκει στον Selahattin Salışık [7] ο οποίος συνέταξε την έρευνά του ως πρώην παράγοντας της Διεύθυνσης Γενικής Ασφάλειας.
Το βιβλίο διαφέρει από τα παραπάνω μόνο ως προς την αποδοχή της Τουρκικής Ιστορικής Θέσης [8].
Σε αυτό το βιβλίο οι αρχαίοι Έλληνες παρουσιάζονται ως Τούρκοι. Ο αναγνώστης πληροφορείται ότι ο Όμηρος και ο Θαλής ήταν τουρκικής καταγωγής και ότι είχαν τουρκικά ονόματα, Ομέρ και Ταλάς, ότι το όνομα Αιγαίο προέρχεται από τα αρχαία τουρκικά κ.α. [9]. Οι σημερινοί Έλληνες παρουσιάζονται σαν μιγάδες «χωρίς υπόσταση» [10].
Επίσης αναπτύσσεται η άποψη ότι η «θυσία αίματος» για την κατάκτηση εδαφών νομιμοποιεί αυτή την πράξη [11].
Τελικά οι Έλληνες παρουσιάζονται ως έκφυλοι που έχουν απώτερο σκοπό το διαμελισμό της Τουρκίας δημιουργώντας προβλήματα στο εσωτερικό της χώρας [12].
Οι δε Τούρκοι, πάντα και αντιθέτως, είναι υπόδειγμα ανεκτικότητας και πολιτισμού [13].
Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και ορισμένες μελέτες στρατιωτικών και απόστρατων. Πολλές από τις ανακοινώσεις του συνεδρίου που οργανώθηκε από την ηγεσία των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων το 1995 ταυτίζονται με το πνεύμα και την έκφραση των παραπάνω έργων. Σε μια μελέτη σχετικά με τη «Μεγάλη Ιδέα», η οποία πραγματοποιήθηκε από τη Διεύθυνση Ιστορικών Ερευνών του Γενικού Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού το 1985, διαβάζουμε ότι «η Ελλάδα από το 1830 χρησιμοποιείται σαν κεντρικός άξονας με τον οποίο οι μεγάλες δυνάμεις προωθούν τις σκοτεινές τους προθέσεις κατά της Τουρκίας και ότι η Ελλάδα ποτέ δεν αλλάζει ή εγκαταλείπει την πολιτική της κατά της Τουρκίας» [14].
Στην «εκλαϊκευτική προσέγγιση», η Ελλάδα εκλαμβάνεται ως απειλή για την ακεραιότητα της Τουρκίας και οι Έλληνες ως αδίστακτοι εχθροί οι οποίοι δεν χάνουν ευκαιρία να καταφέρονται κατά των Τούρκων.

Η προσέγγιση αυτή παρατηρείται και στην Ελλάδα, με αντεστραμμένους τους ρόλους του «καλού» και του «κακού».
Και στις δύο πλευρές του Αιγαίου, αυτή η προσέγγιση χαρακτηρίζεται από απλοϊκότητα, στηρίζεται σε επιστημονικοφανείς υπεραπλουστεύσεις και υπάρχει διάχυτος ένας θεολογικής φύσης μανιχαϊσμός όπου «εμείς» είμαστε πάντα οι καλοί και οι «άλλοι» είναι πάντα οι κακοί. Όσοι όμως βρίσκονται εκτός αυτών των μισαλλόδοξων και απλοϊκών κατηγοριοποιήσεων, ξεπερνάνε αυτά τα στερεότυπα και με νηφαλιότητα και ψυχραιμία υψώνουν την σκέψη τους ψηλά. Πολύ ψηλά.
Τόσο ψηλά που υιοθετούν «την οπτική γωνία ενός αετού πάνω από το Αιγαίο» που βλέπει τα πράγματα όπως είναι και όχι όπως θα ήθελε να είναι[15].

doctor
Y.Γ. Ο συγγραφέας Θανάσης Τριαρίδης, στον απολογισμό για τις "Αντιρρήσεις" μνημονεύει μερικά blogs, μεταξύ των οποίων και το δικό μου. Παραθέτω αυτά που γράφει ο Θανάσης για μένα, αν και δεν τα αξίζω και τον ευχαριστώ θερμά:
"[...] Ο κυριολεκτικά καταπληκτικός (εφόσον διαρκώς με καταπλήσσει) blogger dimitrisdoctor (http://dimitrisdoctor2.blogspot.com/). Μιλώντας για το ελληνόφωνο Ίντερνετ, έχω την αίσθηση πως, εδώ και καιρό, το blog του συνιστά την πλέον αντιδογματική-αντικοσμοδιορθωτική (και κατά συνέπεια: βαθιά ουμανιστική) προσέγγιση της αλλόκοτης θαμπούρας που ονομάζουμε ιστορική μνήμη"
Όλο το κείμενο του Θ.Τριαρίδη: http://www.triaridis.gr/keimena/keimD059.htm
________________________________________________________

[1] Το παρόν θέμα έχει ως πηγή το ως άνω βιβλίο του Ηρακλή Μήλλα και συγκεκριμένα τις σελίδες 133-6. Πληροφορίες για τον συγγραφέα και παρόμοια θέματα εδώ: http://dimitrisdoctor2.blogspot.com/2007/11/blog-post_4979.html
http://dimitrisdoctor2.blogspot.com/2007/11/blog-post_5651.html
[2] Misirlioğlu, Kadir, Yunan Mezalimi, Türk’ün Siyah Kitabi, Κωνσταντινούπολη: Sebil, 1968.
[3] Mehmet Hocaoğlu, Yunan Barbarliği, Κωνσταντινούπολη: Berekat, 1985, σελ.7.
[4] Kürsad, Fikret, Altan, Mustafa, Egeli, Sabahattin, Kibris’ta Yunan Emperyalizmi, Κωνσταντινούπολη: Kutsun, 1978.
[5] Süleyman Kocabaş, “ Türk -Yunan Mücadelesi, Κωνσταντινούπολη, 1988.
[6] Kocabaş, ο.π. σ.9.
[7] Selahattin Salışık, “ Türk -Yunan İlişkileri (III. Akeri Tarih Semineri), Άγκυρα: Genelkurmay Basimevi, 1986.
[8] Η «Τουρκική Ιστορική Θέση» είναι μια ερμηνεία ιστορίας. Σύμφωνα με αυτήν το τουρκικό έθνος είναι πανάρχαιο και έχει συμβάλλει αποφασιστικά και πολύ θετικά στον παγκόσμιο πολιτισμό. Η «Θέση», ενισχύθηκε και ολοκληρώθηκε με την «Θεωρία Ηλίου-Γλώσσας» η οποία αποδείκνυε ότι η τουρκική γλώσσα ήταν η αρχική ή μία από τις αρχικές γλώσσες της ανθρωπότητας. Οι Τούρκοι δεν εμφανίζονται πια σαν «Οθωμανοί», σαν υπήκοοι ή απόγονοι της δυναστείας του σουλτάνου Οσμάν ή «μουσουλμάνοι», ή σαν μια φυλή των Σελτζούκων ή των Ογούζ που ήρθαν από την Ασία, αλλά σαν ένας αριθμητικά πολύ μεγαλύτερος και αρχαίος λαός. Το πιο σημαντικό στοιχείο αυτής της θεωρίας αποτελεί η προσπάθεια που γίνεται να εμφανιστούν οι Τούρκοι σαν αυτόχθονες στην Ανατολία (Μικρά Ασία). Για να επιτευχθεί αυτό οι αρχαίοι λαοί της περιοχής μετατρέπονται σε αρχαίους Τούρκους. Έτσι, όχι μόνο οι Χετταίοι αλλά σχεδόν όλοι οι λαοί που παρουσίασαν έναν αξιόλογο αρχαίο πολιτισμό εμφανίζονται σαν Τούρκοι και μετονομάζονται έτσι (Μήλλας, «εικόνες ελλήνων και τούρκων» σσ.61-2).
[9] Salışık, o.π., σσ. 299-300.
[10] ο.π., σ.75.
[11] ο.π. σ.81.
[12] ο.π. σ.199.
[13] ο.π. σ.138.
[14] Genelkurmay Askeri Tarih ve Stratejik Etüt Başkanlığı, Türk-Yunan İlişkileri ve Megalo Idea. Άγκυρα: Kültür ve Turizm Başkanlığı Yayinlari, 1985.
[15] Η υπέροχη εντός εισαγωγικών φράση ανήκει στην Renée Hirschon-Φιλιππάκη, Ερευνήτρια και διδάσκουσα στο St Pete’s College και στο Refugee Studies Centre, του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης (Oxford University) και υπάρχει στην εισαγωγή του κεφαλαίου «Τα αποτελέσματα της Ανταλλαγής» στο «η Ελληνοτουρκική Ανταλλαγή Πληθυσμών, πτυχές μιας εθνικής σύγκρουσης» , Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων, σ.157.

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2007

Ενσυναίσθηση


Ιstanbul

«Φωτογραφίες» από την τουρκική λογοτεχνία, μια προσπάθεια "ενσυναίσθησης", μια προσπάθεια εισόδου στις σκέψεις του "απέναντι".
Χωρίς διαμέσους, αλλά με στόχευση απευθείας στην πηγή, χάρη σε έναν Καθηγητή, τον κ.Μήλλα.
Η εθνική σκέψη στη χώρα μας, μεταφέρει (αφού κινείται σε υποκειμενικά μονοπάτια) μια διαθλασμένη εικόνα της πραγματικότητας της γείτονος χώρας, ειδικά όταν βαφτίζει ως "ειδικούς" και ως τουρκολόγους, ανθρώπους που είναι μισαλλόδοξοι και φανατικοί, π.χ. Νεοκλής Σαρρής.
Το βιβλίο του κ.Μήλλα ("Εικόνες ελλήνων και τούρκων"), είναι κάτι το ασύλληπτο, είναι ένα απόσταγμα, είναι ένα αριστούργημα και το συνιστώ σε όλους.
Παραθέτω στην συνέχεια 6 χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την τουρκική λογοτεχνία.
Τα δύο πρώτα εκφράζουν τον εθνικισμό και το μίσος, δαιμονοποιούν τον "άλλον" και θα σας θυμίσουν πολλές αντίστοιχες διηγήσεις των δικών μας εθνικιστών, το ίδιο ρηχές και το ίδιο ποτισμένες με μίσος.
Τα τρία επόμενα εκφράζουν τον ανθρωπισμό (το "τρεμάμενο σώμα" που γράφει ο Τριαρίδης, το "ιερό σώμα" του Βενέζη) και τα θεωρώ ως "λίπασμα" στο δέντρο της ειρήνης και της συναδέλφωσης.
Στο τέλος, παραθέτω την μαρξιστική προσέγγιση (από τον μεγάλο Ναζίμ Χικμέτ) που και αυτή, πέρα από τις υπεραπλουστεύσεις και την μονομέρειά της, έχει να προσφέρει πάρα πολλά.

1) Ο Γιακούμπ Καντρί Καραοσμάνογλου [Yakup Kadri Karaosmanoğlu (1889—1974)], υπήρξε στενός συνεργάτης του Ατατούρκ, υπηρέτησε ως πρέσβης στο εξωτερικό και υπήρξε βουλευτής. Έγραψε 8 μυθιστορήματα και 2 συλλογές διηγημάτων.

Στα απομνημονεύματα του συγγραφέα οι κρίσεις είναι υπερβολικές. Ο εχθρός (σ.σ. οι έλληνες) ασκεί βία σχεδόν χωρίς πρακτική σκοπιμότητα αλλά από «ένστικτο»:

«Είδε τα ανθρώπινα κόκαλα που είχαν ανακατωθεί με τα καμένα ξύλα, όπως και τα πτώματα των γυναικών (σ.σ. τουρκάλες) , τα οποία ήταν καρφωμένα από το στήθος τους στα δέντρα… Ο εχθρός (σ.σ. ο ελληνικός στρατός) είχε πυρπολήσει αυτή την κωμόπολη με μόνο σκοπό να ικανοποιήσει τα βάρβαρα ένστικτά του» [1].

Σχετικά με τα θύματα πολέμου, διαβάζουμε:

«Κοιτάζω τι έμεινε από τους Έλληνες. Για μια στιγμή η καρδιά μου πάει να λυπηθεί, αλλά μεμιάς γεμίζει με μεγάλο μίσος, και αυτό το μίσος μετατρέπεται με την ίδια ταχύτητα σε θυμό. Σκέφτομαι ότι αυτό το πτώμα δύο χρόνια πριν ήταν ένας νέος που ζούσε στην Ελλάδα…
Τι γύρευε εδώ;
Στο όνομα ποιου θεού πέθανε;
Αν πήρε θέση σε αυτή την καταστροφή παρά τη δική του κρίση και θέληση, τότε σε τι διαφέρει από τα πτώματα ζώων που σαπίζουν λίγο παραπέρα μέσα στα ίδια χώματα, βγάζοντας τις ίδιες μυρωδιές;
Αν πάλι έχει έρθει με δική του θέληση, τότε σε τι διαφέρει από τους ληστές που σκοτώνουμε στο κατώφλι του σπιτιού μας και που απειλούν τη ζωή και την περιουσία μας;»
[2].

2) O Τάρικ Μπούγρα [Tarık Buğra (1918-1994)], ένας από τους γνωστότερους τούρκους μυθιστοριογράφους, έχει εκδώσει 10 μυθιστορήματα και 3 συλλογές διηγημάτων. Στον «Μικρό Οσμάν», γράφει: «Ο ελληνικός στρατός είχε εισχωρήσει μέσα στη χώρα με μια θύελλα βιαιότητας που η ανθρωπότητα δεν είχε ξαναδεί… Οι Ρωμιοί και οι Αρμένιοι χτυπούν πισώπλατα έχοντας εξασφαλίσει την εύνοια των μεγάλων κρατών»[3].

3) O Μεχμέτ Έρογλου [Mehmet Eroğlu (1948-)] παρουσιάζει έναν νέο ο οποίος μέσα σε συνθήκες πολέμου υποχρεώνεται να σκοτώσει τον «Άλλο» και τελικά βιώνει μια θλίψη και μια μίζερη αντιπαλότητα με το άμεσο περιβάλλον του. Η σκηνή της συνάντησης με τον «Άλλο», τον Ελληνοκύπριο, είναι δραματική:

«Επίθεση!
Και βλέπω τον εχθρό.
Δεν είναι μια αφηρημένη έννοια.
Είναι εδώ, εμπρός μου.
Ορμάμε οι μεν κατά των δε…
Ο καθένας από μας επιλέγει το θύμα του ή τον δήμιο του…
Ένας άντρας με μαύρα μουστάκια και μπλε στολή είναι εμπρός μου.
Αυτός είναι ο δικός μου, σκέφτομαι.
Το θύμα μου ή ο δήμιός μου.
Αλλά τον γνωρίζω εγώ αυτόν τον άνθρωπο, είναι ένας από αυτούς που έχω συνηθίσει να βλέπω γύρω μου…
Ήμασταν δύο άνθρωποι, δύο ζωντανά του ίδιου είδους.
Νιώθω βαθιά τη μεταμέλεια.
«Σε ξέρω», του φωνάζω.
«Εσύ είσαι ένας άνθρωπος» [4].

4) O Ντεμίρ Οζλού [Demir Özlü (1935-)] μπορεί να θεωρηθεί ο συγγραφέας του Πέρα [5]. Είναι λάτρης της περιοχής και στα έργα του αναφέρεται πολύ συχνά σ’αυτή, στις εκκλησίες της, στους κατοίκους της, με μια σπάνια παρατηρητικότητα και ενσυναίσθηση. Στο διήγημά του «Στο Εσωτερικό», ο συγγραφέας, επισκέπτεται μια ελληνορθόδοξη εκκλησία και μας την παρουσιάζει. Η εκκλησία είναι ένας χώρος λύτρωσης και ηρεμίας, ένα καταφύγιο:

«Αυτό είναι λοιπόν το κτίριο. Ο Άγιος Δημήτριος. Στα Τατάβλα. Χτίστηκε με ένα φερμάνι ή καλύτερα με μια άδεια του σουλτάνου το 1724… Στην εξωτερική αυλή, καθώς στέκεσαι κοντά στον τοίχο και παρατηρείς από αυτή τη γωνία την εκκλησία, νιώθεις μια γαλήνη που δεν την βρίσκεις πουθενά. Οι διαστάσεις αυτού του ναού το δημιουργούν αυτό…
Όταν έβγαλα το σημειωματάριό μου και άρχισα να ζωγραφίζω με το μολύβι μου τα παράθυρα με πλησίασε ανήσυχος (ο φύλακας):

- Τι θέλετε παρακαλώ;

Προσπάθησα να βάλω σε τάξη την ακατάστατη συνείδησή μου και απάντησα:

- Δεν είμαι εχθρός σας. Πιότερα είμαι φίλος σας. Ήρθα να δω το εσωτερικό. Έχω έρθει μέχρι την είσοδο του ναού και έχω δει το εξωτερικό του αρκετές φορές και τώρα θέλησα να δω το εσωτερικό. Μπορείτε να δείτε αυτό το ενδιαφέρον μου σαν ένα ενδιαφέρον αρχαιολογίας ή ιστορίας τέχνης…
Έχω μόλις αναρρώσει από μια ασθένεια.
Ξέχασα πολλά.
Τώρα θέλω να τα θυμηθώ: ψάχνω το παρελθόν μου, το παρελθόν μου που μπορεί να είναι γεμάτο από κακίες.
Κυκλοφορώ μέσα στη συνείδησή μου, και όχι τόσο μέσα στην εκκλησία σας. Να, αυτός είναι ο σκοπός μου» [6]



Sait Faik Abasiyanik

5) Ο κατεξοχήν εκπρόσωπος της ανθρωπιστικής έκφρασης είναι ο κορυφαίος Τούρκος συγγραφέας Σαΐτ Φαΐκ Αμπασιγιανίκ [Sait Faik Abasıyanık (1906-1954)] [7]. Παραθέτω δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Ιδού τα χέρια του, τα δάκτυλά του.
Ποιος είναι αυτός;
Είναι ολόιδιος σαν κι εσένα…
Τρώει ένα πορτοκάλι.
Τραγουδά.
Λέει ένα τραγούδι σε μια γλώσσα που δεν ξέρεις.
Κάπου πιάνεις μερικές λέξεις από τα τούρκικα που ξέρεις. «Καραπιμπερίμ, μπιμπερίμ, μπιμπερίμ».
Μετά «άσε πια τα πλούτη και τον Ιμπραήμ».
Τώρα είστε ο ένας απέναντι στον άλλο.
Άντε πια, αναγνώρισέ τον.
Κατάλαβε…
Μίλα γι’ αγάπη.
Θα συμβεί κάτι όχι όταν αυτός καταλάβει εσένα, αλλά όταν εσύ τον καταλάβεις («Yilan Uykusu”).

"Και τώρα πας να σκοτώσεις αυτό το παιδί, στο σπίτι του οποίου έφαγες πριν από τη διαμάχη και ένιωσες ότι ζει, όταν σε άγγιξε, και όλα αυτά για ένα αστέρι που έχει η σημαία σου.
Είναι φως φανάρι, ότι εγώ δεν αγαπώ τις σημαίες αλλά τους ανθρώπους»
(«Robenson») [8].



O τάφος του Ναζίμ Χικμέτ στην Μόσχα.
6) Ο παγκοσμίως γνωστός ποιητής Ναζίμ Χικμέτ [Nâzım Hikmet (1902-1963)] [9] στο μυθιστόρημά του «Είναι ωραίο να ζεις φίλε μου» αναφέρεται στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-1922. Σε κάποιο απόσπασμα, ταυτίζει τους απλούς «εργαζόμενους» έλληνες με τους τούρκους:
"Που να βρίσκεται άραγε τώρα, το 1925, ο καβαλάρης από τα Άδανα ο οποίος μπήκε πρώτος εκείνη τη ζεστή καλοκαιρινή μέρα στη Σμύρνη; Τι να κάνει; Σε ποιου αφέντη τσιφλίκι να δουλεύει σαν εργάτης, σαν δουλοπάροικος; Και που είναι οι έλληνες κομμουνιστές; Όχι αυτοί που ζήτησαν από τους έλληνες στρατιώτες να επαναστατήσουν, αυτοί εκτελέστηκαν από τα αποσπάσματα και τώρα κοιμούνται στα χώματα της Ανατολίας μαζί με τους τούρκους φαντάρους πλάι πλάι. Οι άλλοι, αυτοί που μπήκαν στις φυλακές; Είναι άραγε ακόμα πίσω από τα σίδερα σε κάποιο ελληνικό νησί;" [10]

doctor
_______________________________________________________________

[1] Yakup Kadri Karaosmanoğlu, “Anamin Kitabi”, İletişim, 1986, σελ.154..Πηγή, Ηρακλής Μήλλας, «Εικόνες ελλήνων και τούρκων», εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», σελ.177,179.
[2] Yakup Kadri Karaosmanoğlu, “Anamin Kitabi”, İletişim, 1986, σελ.185..Πηγή, Ηρακλής Μήλλας,ο.π. σελ.179.
[3] Tarık Buğra, Ötüken, 1987, σελ.374. Πηγή, Ηρακλής Μήλλας, ο.π., σελ.188.
[4] Mehmet Eroğlu ÄIssızlığın Ortasında”, Can,1983, σελ.111. Πηγή, Ηρακλής Μήλλας, ο.π. σελ.231.
[5] Κωνσταντινούπολη είναι η μόνη πόλη στο κόσμο που βρίσκεται επί δύο ηπείρων, της Ευρώπης και της Ασίας. Ο Κεράτιος κόλπος χωρίζει την ευρωπαϊκή πόλη σε δύο τμήματα: την αρχαία πόλη (σημ. Eminonu) προς νότο, τον Γαλατά (Galata) και την αρχαία Πέρα (σημ. Beyoglu) προς βορρά - δηλαδή δεξιά του Κεράτιου και απέναντι επί της ασιατικής ακτής το Σκουτάρι (σημ. Üsküdar). Πηγή: wikipedia.
[6] Demir Özlü, «Öteki Günler Gibi Bir Gün», Πηγή: Ηρακλής Μήλλας,ο.π. σελ.231-232.
[7] Ο Σαΐτ Φαΐκ Αμπασιγιανίκ (
τουρκικά: Sait Faik Abasiyanik) (Ανταπαζάρι, 18 Νοεμβρίου 1906 - 11 Μαΐου 1954) ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Τούρκους συγγραφείς διηγημάτων και ποίησης.
Έλαβε την εκπαίδευσή του στο διεθνώς φημισμένο λύκειο
Ιστανμπούλ Ερκέκ Λισεσί. Το 1928 γράφτηκε στο τμήμα Τουρκολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, αλλά υπό την πίεση του πατέρα του έφυγε στην Ελβετία το 1930 για να σπουδάσει οικονομικά. Άφησε τις σπουδές και πήγε για τρία χρόνια στη Γκρενόμπλ της Γαλλίας, εμπειρία που είχε βαθύ αντίκτυπο στην τέχνη και τον χαρακτήρα του. Μετά την επιστροφή του στην Τουρκία δίδαξε Τούρκικα στο Αρμενικό Σχολείο για Ορφανά Halıcıoğlu, ενώ προσπάθησε να εκπληρώσει και την επιθυμία του πατέρα του να ανοίξει επιχειρήσεις αλλά απέτυχε. Μετά το 1934 αφοσίωσε τη ζωή του στη συγγραφή. Δημιούργησε μια δική του νέα γλώσσα και έφερε νέα πνοή στην Τουρκική διηγηματογραφία με τις σκληρές αλλά ανθρωπιστικές προσωπογραφίες εργατών, παιδιών, ανέργων, φτωχών. Μείζον θέμα στα έργα του ήταν η θάλασσα και περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του στο Μπουργάζ Αντά (ένα από τα Πριγκιπόννησα στη Θάλασσα του Μαρμαρά). Ήταν τιμητικό μέλος της Διεθνούς Κοινότητας Μαρκ Τουέιν του Σεντ Λούις στο Μισσούρι.
Ο Σαΐτ Φαΐκ κληροδότησε την περιουσία του στο Σχολείο Darüşşafaka για ορφανά. Το ίδρυμα Σαΐτ Φαΐκ διευθύνεται ακόμη από το Σχολείο Darüşşafaka, το οποίο διατηρεί το σπίτι του στο Μπουργάζ ως Μουσείο Σαΐτ Φαΐκ και από το 1954 απονέμει το ετήσιο Λογοτεχνικό Βραβείο Σαΐτ Φαΐκ για την καλύτερη συλλογή διηγημάτων. Το πρώτο Λογοτεχνικό Βραβείο Σαΐτ Φαΐκ πήγε στο "Gazoz Ağacı" του Σαμπαχαττίν Κουντρέτ Ακσάλ. Το βραβείο έχει μεγάλο κύρος και έχει δοθεί μέχρι σήμερα σε μερικούς από τους καλύτερους Τούρκους συγγραφείς όπως οι Πινάρ Κίουρ, Τομρίς Ουγιάρ και άλλους. Πηγή: wikipedia.
[8] Ηρακλής Μήλλας, ο.π. σελ.225, 228-229.
[9] Ο Ναζίμ Χικμέτ (20 Νοεμβρίου 1901- 3 Ιουνίου 1963) ήταν Τούρκος ποιητής και δραματουργός, τα έργα του οποίου μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και υπήρξε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Τουρκίας. Πέθανε στη Μόσχα από καρδιακή προσβολή.
[10] Nâzım Hikmet , «Υaşamak,güzel şey be kardeşim», Gün,1967. Ηρακλής Μήλλας, ο.π. σελ.215.

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2007

Τι λένε για την Ελλάδα οι Τούρκοι μαθητές και φοιτητές;

Στο βίντεο που ακολουθεί, μπορείτε να δείτε πως επενεργούν τα στερεότυπα της άλλης πλευράς στους μαθητές και φοιτητές της Τουρκίας.
Πως με ορμητήριο την εκπαίδευση, το κράτος εκπαιδεύει τους πολίτες του να μισούν, να εχθρεύονται και να οριοθετούν τον εαυτό τους απέναντι στον "κακό" (έλληνα ή τούρκο, αναλόγως σε ποια πλευρά του Αιγαίου βρίσκεστε).
Αν δείτε τον τρόπο σκέψης, είναι ακριβώς ο ίδιος, και στις δύο χώρες, με μόνη αλλαγή, την αντιστροφή των "καλών" και των "κακών".
Το φινάλε του ολιγόλεπτου βίντεο είναι "όλα τα λεφτά". Εκεί, μιλάει ο εκπρόσωπος της Εθνικής Ένωσης της Τουρκίας, σχετικά με τις αλλαγές που επιχειρούνται και στην Τουρκία στα σχολικά βιβλία ιστορίας.
Θα δείτε ότι λέει, ό,τι ακριβώς λένε και οι εδώ εθνικιστές, ακριβώς τα ίδια:



Ευχαριστώ θερμά τον συνblogger Mickey, για το video, το οποίο ετοίμασε για μένα.

Και για φινάλε, ένα πολύ χιουμοριστικό στιγμιότυπο, με πρωταγωνιστή έναν νυν βουλευτή του ΛΑΟΣ:

http://www.youtube.com/watch?v=eHCvPWsfqC4

doctor

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2007

Τι γράφουν οι τούρκοι στα σχολικά τους βιβλία για τους έλληνες;




Σας παραθέτω σήμερα, την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος.
Η ιστορική μυωπία της απέναντι πλευράς.
Πάντα φταίνε οι έλληνες ή οι ξένες δυνάμεις.
Για μας φταίνε πάντα οι τούρκοι και οι ξένες δυνάμεις επίσης.
Απολαύστε:

Στα σχολικά βιβλία ιστορίας των προηγουμένων δεκαετιών και των δύο χωρών ο ιστορικός τους εχθρός παρουσιάζεται με υποτιμητικά και προσβλητικά λόγια: «άγριος», «φανατισμένος» και «αχάριστος» ήταν τα συνηθισμένα κοσμητικά επίθετα για τον «άλλον».
Να πως αντιμετώπιζε την Ελληνική Επανάσταση ένα τουρκικό σχολικό βιβλίο ιστορίας της δεκαετίας του 1970:
«Οι έλληνες κρεμούν τους τούρκους αιχμαλώτους στα δέντρα και κατόπιν βάζουν φωτιά κάτω από τα πόδια τους να σιγοψηθούν, αφού προηγουμένως χαράξουν με μαχαίρια σταυρούς στα στήθια τους. Τέλος, προτού ξεψυχήσουν τους κάνουν στόχους για σκοποβολή».

Στα τουρκικά βιβλία είναι έκδηλη η νοσταλγία για την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Αναφέρεται η ιδιαίτερη αντιμετώπιση που είχαν από την Πύλη οι έλληνες, τα αξιώματα που συχνά τους δίνονταν και οι ελευθερίες που τους είχαν παραχωρηθεί:

«Οι έλληνες είχαν τα περισσότερα προνόμια, και σε σχέση με άλλους χριστιανικούς λαούς ήταν πιο εύποροι και πιο φωτισμένοι».
Συχνά υποβάλλεται η ιδέα ότι οι έλληνες είναι αχάριστοι, αχόρταγοι, φιλοπόλεμοι, με επεκτατική διάθεση και με εθνικό τους χαρακτηριστικό να έχουν συνέχεια «απλωμένο το χέρι».
Η ελληνική επανάσταση αντιμετωπίζεται ως ένα δυσάρεστο γεγονός της τουρκικής ιστορίας και η δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους παρουσιάζεται ως συνέπεια της ανάμειξης των ξένων δυνάμεων. Δίδεται μεγάλη έμφαση στο ρόλο των Ρώσων εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας («αυτοί ξεσήκωσαν τους έλληνες»), όπως και στην απόφαση των μεγάλων δυνάμεων της εποχής για την ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Αναφέρονται στη διαμάχη των οθωμανικών στρατευμάτων με τον Αλή Πασά, την οποία «εκμεταλλεύτηκαν οι έλληνες» για να ξεσηκωθούν, επιδιδόμενοι σε πολλές σφαγές μουσουλμανικών πληθυσμών.
Η Άλωση αναδεικνύεται ως φορέας πολιτισμού, αφού η Ευρώπη από κει και ύστερα γνώρισε μια στρατιωτική τεχνολογία πολύ ανεπτυγμένη.
Η Άλωση αποτελεί τη μεγάλη απόδειξη της ικανότητας του τουρκικού έθνους να ιδρύει μεγάλα κράτη.

Οι «αιμοσταγείς» Έλληνες.

Στα τουρκικά σχολικά εγχειρίδια δεν υπάρχουν αναφορές στους βαλκανικούς λαούς, εκτός από τους έλληνες οι οποίοι δεν αποτελούν κεντρικό θέμα στα βιβλία αυτά.
Πολύ συχνά αναφέρονται έμμεσα, με τη λέξη «εχθρός» και έτσι στα παιδιά η έννοια του εχθρού ταυτίζεται με έναν γειτονικό λαό.
Ο έλληνας-εχθρός εμφανίζεται να επιβουλεύεται την ειρήνη και να είναι αιμοσταγής:
« Ο εχθρός (έλληνας) σκορπά τον θάνατο» [Γ’ τάξη Δημοτικού].
« Εμείς διώξαμε τους εχθρούς, εμείς γεννηθήκαμε για την ειρήνη» [Β’ τάξη Δημοτικού, σελ.141].
Η γενική εικόνα για τους έλληνες είναι αυτή ενός λαού άλλοτε επαναστάτη, άλλοτε κατακτητή εδαφών, άλλοτε επιβουλευόμενου την Κύπρο και άλλοτε ηττημένου από τους Τούρκους.
Στο θέμα «χαρακτηριστικά του λαού» ο έλληνας-εχθρός προσδιορίζεται ως «ανίσχυρος» και «ανίκανος».
Για τους νεοέλληνες, στα τουρκικά εγχειρίδια συνυπάρχουν δύο διαφορετικές απόψεις.
Μια καλυμμένη αντιπάθεια προς τους σύγχρονους έλληνες και ταυτόχρονα ένας θαυμασμός για τα δημιουργήματα των αρχαίων ελλήνων.
Πιθανόν αυτό να γίνεται διότι μπορεί εξαιτίας της μακρόχρονης τουρκικής κυριαρχίας στην συνείδηση των τούρκων να μη θεωρούνται οι νεοέλληνες ως συνεχιστές των αρχαίων ελλήνων αλλά ως ένας διαφορετικός λαός που ζει στην ίδια περίπου γεωγραφική περιοχή.
Οι νεοέλληνες έρχονται στο προσκήνιο με την «ελληνική ανταρσία» του 1821, και την «εισβολή της Σμύρνης» του 1919.
Και στις δύο περιπτώσεις η ελληνική πλευρά κατηγορείται.
Η εθνική ερμηνεία της Ιστορίας παρουσιάζει τους Οθωμανούς σαν καλούς και δίκαιους κυβερνήτες.
Αλλά η επανάσταση φαίνεται να διαψεύδει τη μεγαλοψυχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Έτσι πλάθεται μια εθνική ερμηνεία του παρελθόντος: οι Ρωμιοί ζούσαν ευτυχισμένοι απολαμβάνοντας τα ειδικά προνόμιά τους.
Ήταν πλούσιοι, σχεδόν ανεξάρτητοι, καλύτερα ακόμη και από τους κυρίαρχους τούρκους. Αλλά οι ξένες δυτικές δυνάμεις τους εξώθησαν σε μια εξέγερση.
Τελικά η ανταρσία κατεστάλη, αλλά με την καταστροφή στο Ναβαρίνο οι ξένες δυνάμεις δημιούργησαν ένα κράτος υπό την προστασία της Δύσης.
Από τους ήρωες της Επανάστασης αναφέρονται μόνο ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και ο Ιωάννης Καποδίστριας, ως όργανα του τσάρου.
Οι αλλαγές που παρουσιάζουν τα εγχειρίδια μετά το 1994 είναι πάντως σημαντικές.
Αρνητικές φράσεις έχουν αφαιρεθεί. Οι έλληνες του 1821, με αναφορά στην κατάληψη της Τρίπολης, δεν παρουσιάζονται όπως παλιά ως «ικανοί να σκοτώνουν ακόμη και βρέφη μέσα στις κούνιες τους».

Πηγή: Βήμα της Κυριακής, ένθετο περιοδικό ΒΗmagazino τεύχος 284.