Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κομμουνισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κομμουνισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009

Περί μαρξισμού και άλλων δαιμονίων

Σε συνέχεια της πολύ όμορφης και εποικοδομητικής συζήτησης που έγινε στο προηγούμενο ποστ («ο μεγάλος λιμός») και με βάση κάποια ερωτήματα που τέθηκαν και συζητήθηκαν, σκέφτηκα να βάλω στην συζήτηση έναν παλιό φίλο, τον αείμνηστο Βασίλη Ραφαηλίδη.
Από το βιβλίο του με τίτλο «Οι λαοί της Ευρώπης», επέλεξα κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα μέσω των οποίων ο Β.Ραφαηλίδης εξετάζει την συνδεσμολογία, τις πρακτικές και τον τρόπο σκέψης της Αριστεράς και δεν διστάζει, όντας μαρξιστής ο ίδιος, να κατακρίνει τον λαϊκισμό που διακρίνει πολύ συχνά τα κομμουνιστικά κόμματα και αναλύει έξοχα την προς τα κάτω ισότητα που υπήρχε στις χώρες του τέως ανατολικού μπλοκ. Ισότητα που ήταν ίδια με αυτή των φυλακισμένων: οι φυλακισμένοι είναι ίσοι, έχουν εξασφαλισμένη τροφή και κατοικία και κανένας δεν είναι ανώτερος του άλλου… Όλα αυτά όμως μέσα σε ένα πλαίσιο ανελευθερίας και περιορισμών.


1) Ο συνδικαλισμός δεν είναι παρά συντεχνιασμός, πράγμα που εξηγεί μεταξύ άλλων και την πλήρη περιφρόνηση των απεργών για όλους τους άλλους εργαζόμενους, άλλων κλάδων, που δεν απεργούν.
Κι όταν οι απεργοί δυσκολεύουν τη ζωή όχι μόνο των εργοδοτών τους αλλά όλου του κόσμου, όχι μόνο δεν έχουν ίχνος εργατικής συνείδησης, αλλά είναι και οι δυνάμει οπαδοί του φασισμού, ενός κοινωνικού κινήματος που πρωτοεμφανίζεται στην Ιταλία το 1920. Άλλωστε, ο Μουσολίνι θα ονομάσει το κράτος του συντεχνιακό, όχι φασιστικό (φασιστικό ήταν το κόμμα του) και θα υποστηρίξει φανατικά τις συντεχνίες, όχι τα συνδικάτα, επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο τον περιορισμό των διεκδικήσεων στα στενά όρια της συντεχνίας. Που διαφέρει από το συνδικάτο γιατί αρνείται να συνεργαστεί με άλλα σωματεία εργαζομένων και προασπίζει τα συμφέροντά της αδιαφορώντας για τα συμφέροντα όλων των άλλων εργαζομένων.


2) O λαϊκισμός, δηλαδή η μεταφυσική πίστη στην αξία και τις ικανότητες της «λαϊκής ψυχής», που όλα τα μπορεί και όλα τα καταλαβαίνει δι’εποιφητήσεως, είναι στυφό φρούτο των ρώσων ναρότνικων (λαϊκών) της προοκτωβριανής περιόδου. Τούτη η αντίληψη για τον αυθόρμητο σοσιαλισμό επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας, ιδιαίτερα εδώ στην Ελλάδα, όπου ένα μεγάλο κόμμα, το ΠΑΣΟΚ, προέκυψε με μια έντεχνη εκμετάλλευση της παμπάλαιης ναρότνικης άποψης πως ο σοσιαλισμός είναι πρόβλημα σοσιαλιστικής ψυχής και όχι σοσιαλιστικού μυαλού (σ.331).


3)[…] ο κλασσικός μαρξισμός πρεσβεύει πως η εργατική τάξη, εξαιτίας της αγραμματοσύνης και κυρίως της εξάντλησης μέσα από μια εργασία απάνθρωπη , δεν παράγει ιδεολογία. Η σοσιαλιστική ιδεολογία εισάγεται σε αυτήν από τα προοδευτικά στρώματα της αστικής τάξης, από ανθρώπους που έχουν την ευχέρεια να μελετήσουν και να καταλάβουν και που είναι διατεθειμένοι να βάλουν τη γνώση τους και τις ικανότητές τους στην υπηρεσία της εργατικής τάξης, κι έτσι να υπηρετήσουν συμφέροντα που δεν είναι τα (ταξικά) δικά τους.
Ο εργατισμός (ουβριερισμός), που είναι κάτι ανάλογο με τον λαϊκισμό των ναρότνικων, ήταν πάντα ξένος προς τον μαρξισμό.
Οι εργάτες δεν είναι μια απόλυτη, μεταφυσική αξία. Άλλωστε, δύσκολα από «τάξη καθεαυτή» γίνεται «τάξη για τον εαυτό της» αποχτώντας ταξική συνείδηση, όπως θα πει ο Λούκατς. Αν όλοι οι εργαζόμενοι καταλάβαιναν το συμφέρον τους , ο σοσιαλισμός θα επιβαλλόταν με τον πιο άνετο τρόπο: με εκλογές. Η εργατική τάξη άγεται και φέρεται από δημαγωγούς και συχνά από αριστερούς δημαγωγούς, που δεν είναι παρά αριστεροί γραφειοκράτες, που νοιάζονται περισσότερο για το προσωπικό τους, παρά για το εργατικό συμφέρον (σσ.332-3).


4) Ο Μαρξ ήταν διανοούμενος, δεν ήταν εργάτης. Ο Ένγκελς ήταν διανοούμενος, δεν ήταν εργάτης. Ο Λένιν ήταν διανοούμενος, δεν ήταν εργάτης. Κι όσοι από τους εργαζόμενους ακολούθησαν ή ακολουθούν τον μαρξισμό, εκτός απ΄την εργατική τους δύναμη πρέπει να διαθέτουν επιπροσθέτως τόσο την αναγκαία γνώση όσο και το απαραίτητο ήθος. Αλλιώς, για την κομμουνιστική κοινωνία θα εργάζονται υποτίθεται, αλλά στο νου τους θα έχουν μονίμως το βόλεμα, το αραλίκι, τη μάσα και την κλοπή, σαν τους ρώσους κομματικούς γραφειοκράτες, που παρίσταναν τους κομμουνιστές, ίσα ίσα για να ρημάξουν εκτός από τους ρώσους εργάτες και το παγκόσμιο εργατικό κίνημα (σ.342).


5) Η αντικατάσταση στην εξουσία των πλούσιων από τους φτωχούς, που πολύ θα ήθελαν να είναι αυτοί οι πλούσιοι, δεν είναι σοσιαλισμός, είναι χυδαίος λαϊκισμός. Και ο λαϊκισμός είναι η μήτρα του φασισμού.
Το πρόβλημα στο σοσιαλισμό δεν είναι να φαν οι φτωχοί, αλλά να μην υπάρχουν φτωχοί και τώρα και στο μέλλον και πάντα. Ο σοσιαλισμός είναι η υπέρτατη μορφή ανθρωπισμού, δεν είναι πρόσκαιρο βόλεμα των αναξιοπαθούντων. Το πρόσκαιρο βόλεμα των αναξιοπαθούντων είναι φιλανθρωπία, που έχει βέβαια το νόημά της και την αξία της, αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να συγχέεται με τον ανθρωπισμό εξαιτίας της κοινής, και στους δύο όρους, λέξης άνθρωπος. Όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης, ο ανθρωπισμός είναι έννοια γένους σε σχέση με τη φιλανθρωπία που είναι έννοια είδους: ο ανθρωπισμός εμπεριέχει και γεννά τη φιλανθρωπία. Που ωστόσο παραμένει έννοια πολύ στενή σε σχέση με τον ανθρωπισμό. Η φιλανθρωπία είναι μια προσωρινή λύση εν αναμονή της μόνιμης, που καθοδηγείται από την άνευ όρων αγάπη για όλους τους ανθρώπους, και τον άνευ όρων σεβασμό όλων των ανθρώπων. Ο μαρξισμός νοούμενος σαν ανθρωπισμός είναι χριστιανισμός χωρίς μεταφυσική(σσ.333-4).


6) […] ο μαρξισμός επηρέασε περισσότερο τα εργατικά κινήματα της Δύσης, όπου δεν εφαρμόστηκε, παρά τα «εργατικά» καθεστώτα της Ανατολής, όπου εφαρμόστηκε στρεβλά. Ωστόσο, δεν θα επηρέαζε ίσως ούτε τη Δύση αν δεν γινόταν η κολοσσιαίας σημασίας για την παγκόσμια ιστορία οχτωβριανή επανάσταση (σ.341).

7) Σε συνθήκες ελλείψεως αγαθών αρκετών για όλους, ο κομμουνισμός είναι απολύτως αδύνατος, εκτός κι αν πείσουμε όλους να καταναλώνουν λιγότερο από όσο έχουν συνηθίσει σε συνθήκες ισότητας, ώστε όλοι να καταναλώνουν τα ίδια. Και επειδή αυτό είναι αδύνατο χωρίς καταναγκασμό, και επειδή καταναγκασμός και σοσιαλισμός δεν συμβιβάζονται σε καμία περίπτωση, ο κομουνισμός, δηλαδή η τέλεια δημοκρατία, που παραμένει ιδανικό, θα γίνει δυνατός μόνο αν η παραγωγικότητα και η παραγωγή αυξηθούν τόσο, που τα προϊόντα να επαρκούν για όλους.
Κι αν δεν επαρκούν, να μην είναι τόσο λίγα, που η ισότητα να πραγματώνεται προς τα κάτω και όχι προς τα πάνω.
Αν όλοι γίνουμε φτωχότεροι από τον σημερινό μέσο όρο, ο κομμουνισμός χάνει το νόημά του και τρέπεται σε ποβερισμό (φτωχεϊσμό), όπως λέμε ένα είδος λατρείας της φτώχειας, κατάλληλης ίσως για τα χριστιανικά μοναστήρια, αλλά εντελώς ακατάλληλης για μια κοινωνία ευπρεπών ανθρώπων.
(Κάποιοι που νομίζουν πως είναι κομουνιστές και που πολύ θα ήθελαν να μας δουν όλους φτωχούς και εξισωμένους προς τα κάτω, ούτε καν υποπτεύονται, πως όχι μόνο κατάλληλοι για κομμουνιστές δεν είναι, αλλά ούτε καν στο Άγιο Όρος δεν θα γίνονταν δεκτοί) (σ.363).

doctor

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2009

Ο μεγάλος λιμός (Σοβιετική Ένωση, 1932-1933)



Ανάμεσα στα άγνωστα γεγονότα της σοβιετικής ιστορίας παρέμενε για πολύ καιρό κι ο μεγάλος λιμός των ετών 1932-1933, τα θύματα του οποίου υπήρξαν, σύμφωνα με πηγές που σήμερα δεν αμφισβητούνται, περισσότερα από 6.000.000 [1].
Αντίθετα με τον λιμό του 1921-1922, που οι σοβιετικές αρχές τον παραδέχτηκαν κάνοντας ευρεία έκκληση στη διεθνή βοήθεια, ο λιμός του 1932-1933 δεν έγινε ποτέ παραδεκτός από το καθεστώς που έπνιξε με την προπαγάνδα του τις λίγες φωνές που προσπαθούσαν, στο εξωτερικό, να προσελκύσουν την προσοχή σε αυτή την τραγωδία [2].
Παρ’όλα αυτά, κάποιοι υψηλά ιστάμενοι πολιτικοί, ιδιαίτερα Γερμανοί και Ιταλοί, γνώριζαν και μάλιστα με αρκετές λεπτομέρειες τα σχετικά με τον λιμό του 1932-1933. Οι αναφορές των Ιταλών διπλωματών που ήταν διαπιστευμένοι στο Χαρκόφ, στην Οδησσό ή στο Νοβοροσίσκ και οι οποίες αποκαλύφθηκαν πρόσφατα και δημοσιεύτηκαν από τον Ιταλό ιστορικό Αντρέα Γκρατσιόζι [3] αποδεικνύουν ότι ο Μουσολίνι ήταν απολύτως εν γνώσει της καταστάσεως, ωστόσο δεν την χρησιμοποίησε για την αντικομμουνιστική του προπαγάνδα. Αντιθέτως, το καλοκαίρι του 1933 σημαδεύτηκε από την υπογραφή μιας ιταλοσοβιετικής εμπορικής συμφωνίας, που την ακολούθησε η υπογραφή ενός συμφώνου ειρήνης και μη επιθέσεως. Αποσιωπημένη ή θυσιασμένη στο βωμό του συμφέροντος του κράτους, η αλήθεια για τον μεγάλο λιμό, για την οποία γινόταν λόγος σε ουκρανικές εκδόσεις χαμηλής κυκλοφορίας στο εξωτερικό, άρχισε να επιβάλλεται μόνο μετά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του ’80, αφού πρώτα δημοσιεύτηκε μια σειρά από εργασίες και έρευνες, τόσο από δυτικούς ιστορικούς όσο και από ερευνητές από την πρώην Σοβιετική Ένωση.


Κάθε φθινόπωρο, η εκστρατεία περισυλλογής μεταμορφωνόταν σε μια πραγματική αναμέτρηση δυνάμεων ανάμεσα στο κράτος και τους αγρότες που προσπαθούσαν απελπισμένα να κρατήσουν για τους εαυτούς τους ένα μέρος της σοδειάς. Το στοίχημα ήταν θεμελιώδους σημασίας: για το κράτος η παρακράτηση προϊόντων, για τους αγρότες η επιβίωση.
Το 1930, το κράτος συνέλεξε το 30% της αγροτικής παραγωγής στην Ουκρανία, 38% στις πλούσιες πεδιάδες του Κουμπάν στον βόρειο Καύκασο, 33% της σοδειάς στο Καζακστάν.
Το 1931, μολονότι η συγκομιδή ήταν αρκετά κατώτερη, τα αντίστοιχα ποσοστά έφτασαν στο 41,5%, 47% και 39.5%. Τέτοιας έκτασης παρακράτηση από την πλευρά του κράτους δεν γινόταν παρά για να αποδιοργανώσει πλήρως τον παραγωγικό κύκλο. Στο σημείο αυτό αρκεί να θυμηθούμε ότι με το καθεστώς της ΝΕΠ [4] οι αγρότες δεν παραχωρούσαν περισσότερο από το 15-20% της σοδειάς τους, κρατώντας το 12-15% για την επόμενη σπορά, το 25-30% για ζωοτροφές και το υπόλοιπο για την ιδιωτική τους κατανάλωση.
Έτσι, η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη ανάμεσα στους αγρότες, που ήταν αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουν κάθε μορφής στρατήγημα προκειμένου να διατηρήσουν ένα τμήμα της σοδειάς τους, και τις τοπικές αρχές που ήταν υποχρεωμένες να εκπληρώσουν με κάθε τίμημα ένα ολοένα και πιο εξωπραγματικό πλάνο (το 1932, το πλάνο της παρακράτησης ήταν κατά 32% ανώτερο από το αντίστοιχο του 1931) [5].
Η εκστρατεία συλλογής αγροτικών προϊόντων του 1932 άρχισε με πολύ βραδείς ρυθμούς. Από τη στιγμή που άρχισε ο θερισμός, οι αγρότες-μέλη των κολχόζ προσπαθούσαν να κρύψουν ή να «κλέψουν» στη διάρκεια της νύχτας ένα μέρος της σοδειάς. Παρά τα δρακόντεια μέτρα που πάρθηκαν [6], το σιτάρι δεν «απέδιδε». Στα μέσα Οκτωβρίου του 1932, το πλάνο συλλογής για τις βασικές σιτοπαραγωγικές περιοχές της χώρας δεν είχε εκπληρωθεί παρά στο 15-20%. Στις 22/10/1932, το Πολιτικό Γραφείο αποφάσισε να στείλει στην Ουκρανία και στον βόρειο Καύκασο δύο έκτακτες επιτροπές, με σκοπό «την επιτάχυνση της συλλογής των εισφορών» [7].
Στις 2 Νοεμβρίου 1932, η επιτροπή του Λάζαρ Καγκάνοβιτς, έφτασε στο Ροστόφ-Ντον. Συγκάλεσε αμέσως συνέλευση όλων των περιφερειακών γραμματέων του Κόμματος της περιοχής του βορείου Καυκάσου, η οποία υιοθέτησε την παρακάτω απόφαση:
«Σε συνέχεια της ιδιαιτέρως ντροπιαστικής αποτυχίας του πλάνου συλλογής των σιτηρών, να υποχρεώσετε τις τοπικές οργανώσεις του Κόμματος να τσακίσουν το οργανωμένο από αντεπαναστατικά στοιχεία και κουλάκους σαμποτάζ και να εκμηδενίσουν την αντίσταση των αγροτοκομμουνιστών και των προέδρων των κολχόζ που τέθηκαν επικεφαλής αυτού του σαμποτάζ».
Για έναν ορισμένο αριθμό περιφερειών που είχαν περιληφθεί στον «μαυροπίνακα» (σύμφωνα με την επίσημη ορολογία) πάρθηκαν τα ακόλουθα μέτρα: απόσυρση όλων των προϊόντων από τα καταστήματα, ολοκληρωτική παύση του εμπορίου, άμεση εξόφληση των τρεχόντων δανείων, επιβολή έκτακτης εισφοράς, σύλληψη όλων των «δολιοφθορέων», των «αλλοτριωμένων στοιχείων» και των «αντεπαναστατών», σύμφωνα με μια επιταχυνόμενη διαδικασία, υπό την αιγίδα της Γκεπεού. Σε περίπτωση εξακολούθησης του «σαμποτάζ», ο πληθυσμός υπόκειτο σε ομαδική εκτόπιση. Τον Δεκέμβριο, άρχισαν οι ομαδικές εκτοπίσεις όχι μονάχα των κουλάκων αλλά και ολόκληρων χωριών, ιδιαιτέρως των Κοζάκων stanitsy, που είχαν ήδη πληγεί το 1920 από παρόμοια μέτρα [8].
Ο αριθμός των ειδικών εποίκων εκτοξεύτηκε ραγδαία στα ύψη. Αν για το 1932 τα στοιχεία της διοίκησης του Γκουλάγκ έκαναν λόγο για άφιξη 71.236 εκτοπισμένων, το 1933 καταγράφηκε μια πλημμυρίδα 268.091 νέων ειδικών εποίκων [9].
Μπορούσαν αυτά τα κατασταλτικά μέτρα να επιτρέψουν στο κράτος να κερδίσει τον πόλεμο κατά των αγροτών;
Όχι, υπογράμμιζε σε μια ιδιαιτέρως οξυδερκή αναφορά ο Ιταλός πρόξενος του Νοβοροσίσκ:
«ο σοβιετικός κρατικός μηχανισμός, υπερβολικά εξοπλισμένος και ισχυρός, βρίσκεται πράγματι σε αδυναμία να νικήσει σε μία ή περισσότερες μάχες εν παρατάξει. Ο εχθρός δεν παρουσιάζεται μαζικός, είναι διάσπαρτος και οι σοβιετικοί εξαντλούνται σε μια ατελείωτη σειρά ατελείωτων επιχειρήσεων […] Τον εχθρό πρέπει να τον γυρεύεις από σπίτι σε σπίτι, από χωριό σε χωριό. Είναι σαν να κουβαλάς νερό με έναν τρύπιο κάδο!» [10].
Συνεπώς, για να νικηθεί ο «εχθρός» δεν έμενε παρά μονάχα μια λύση: η πείνα.
Τον Αύγουστο του 1932, ο Μολότοφ ανέφερε στο Πολιτικό Γραφείο ότι υφίστατο «πραγματική απειλή λιμού ακόμη και στις περιοχές όπου η συγκομιδή ήταν εξαιρετική». Ωστόσο, πρότεινε να εκπληρωθεί με κάθε τίμημα το πλάνο της συλλογής των εισφορών. Ακόμα και σκληροί σταλινικοί [11] ζήτησαν από τον Στάλιν και τον Μολότοφ να ελαφρύνουν το πλάνο συλλογής εισφορών [12].
«Η άποψή σας», αποκρίθηκε ο Μολότοφ, «είναι βαθύτατα λαθεμένη και διόλου μπολσεβίκικη. Εμείς οι μπολσεβίκοι δεν μπορούμε να βάζουμε τις ανάγκες του κράτους-ανάγκες που καθορίζονται επακριβώς με κομματικές αποφάσεις- στη δέκατη, ακόμη και στη δεύτερη θέση» [13].
Μερικές ημέρες αργότερα, το Πολιτικό Γραφείο έστειλε στις τοπικές αρχές μια εγκύκλιο που διέταζε ότι, από τα κολχόζ τα οποία δεν είχαν ακόμη εκπληρώσει το πλάνο τους, έπρεπε αμέσως να αφαιρεθούν «όλα τα σιτηρά που είχαν στη διάθεσή τους, ακόμη και οι σπόροι που συνιστούν απόθεμα για την σπορά!».

Υποχρεωμένοι να παραδώσουν κάτω από τις απειλές, ακόμη και τα βασανιστήρια, όλα τα ισχνά τους αποθέματα, μην έχοντας ούτε τα μέσα ούτε τη δυνατότητα να αγοράσουν οτιδήποτε, εκατομμύρια αγρότες των πιο πλούσιων αγροτικών περιοχών της Σοβιετικής Ένωσης αφέθηκαν έτσι στο έλεος του λιμού και δεν είχαν άλλη σωτηρία από το να φύγουν, με προορισμό τα μεγάλα αστικά κέντρα. Όμως, στις 27 Δεκεμβρίου 1932, η κυβέρνηση καθιέρωσε το εσωτερικό διαβατήριο και την υποχρεωτική απογραφή των κατοίκων των πόλεων, με στόχο να περιορίσει την έξοδο των αγροτών, να «εξολοθρεύσει τον κοινωνικό παρασιτισμό» και να «καταπολεμήσει τη διείσδυση των κουλάκων στις πόλεις».
Μπροστά σε αυτή τη φυγή των αγροτών που προσπαθούσαν να επιβιώσουν, στις 22 Ιανουαρίου 1933, η κυβέρνηση δημοσίευσε μια εγκύκλιο που καταδίκαζε σε προγραμματισμένο θάνατο εκατομμύρια πεινασμένους.
Με τις υπογραφές του Στάλιν και του Μολότοφ, διέταζε τις τοπικές αρχές, και ειδικότερα την Γκεπεού, να απαγορεύσουν «με κάθε μέσον τις ομαδικές αναχωρήσεις των αγροτών της Ουκρανίας και του βόρειου Καυκάσου προς τις πόλεις.
Μετά τη σύλληψη των αντεπαναστατικών στοιχείων, οι υπόλοιποι φυγάδες θα επιστρέφουν δια της βίας στους τόπους διαμονής τους».
Η εγκύκλιος ερμήνευε ως εξής την κατάσταση: «Η Κεντρική Επιτροπή και η κυβέρνηση έχουν αποδείξεις πως αυτή η μαζική έξοδος των αγροτών είναι οργανωμένη από τους εχθρούς της σοβιετικής εξουσίας, τους αντεπαναστάτες και τους Πολωνούς πράκτορες, με στόχο την προπαγάνδα κατά του συστήματος των κολχόζ ειδικότερα και της σοβιετικής εξουσίας γενικότερα» [14].
Σε όλες τις περιοχές που επλήγησαν από τον λιμό, ανεστάλη πάραυτα η πώληση εισιτηρίων για τα τρένα. Οδοφράγματα ελεγχόμενα από τις ειδικές μονάδες της Γκεπεού στήθηκαν στους δρόμους για να εμποδίζονται οι αγρότες να εγκαταλείψουν την περιφέρειά τους.
Στο σημείο αυτό παραθέτουμε την μαρτυρία του Ιταλού πρόξενου του Χαρκόφ, ο οποίος βρισκόταν στην καρδιά μας περιοχής που είχε πληγεί βαρύτατα από τον λιμό: «[…] Εκτός από τους αγρότες που συρρέουν στην πόλη, αφού δεν έχουν καμιά πιθανότητα επιβίωσης στην ύπαιθρο χώρα, υπάρχουν παιδιά που τα φέρνουν εδώ οι γονείς τους και στη συνέχεια τα εγκαταλείπουν, για να επιστρέψουν οι ίδιοι στα χωριά τους και να πεθάνουν εκεί. […] Τα άτομα που έχουν ήδη πρηστεί, μεταφέρονται με εμπορικές αμαξοστοιχίες στην ύπαιθρο και εγκαταλείπονται 50-60 χιλιόμετρα μακριά από την πόλη, ώστε να πεθάνουν απαρατήρητοι […] Όταν φτάνουν στους τόπους εκφόρτωσης, σκάβουν μεγάλους τάφρους και ρίχνουν μέσα τους νεκρούς από τα βαγόνια» [15].
.
Στην ύπαιθρο, η θνησιμότητα φτάνει στα ύψη την άνοιξη του 1933. Στην πείνα προστίθεται ο τύφος. Σε κωμοπόλεις με αρκετές χιλιάδες κατοίκους, οι ζωντανοί μετριούνται σε μερικές δεκάδες. Περιπτώσεις κανιβαλισμού επισημαίνονται στις αναφορές της Γκεπεού, όπως και στις αντίστοιχες των Ιταλών διπλωματών που είναι διαπιστευμένοι στο Χαρκόφ:
«Στο Χαρκόφ, κάθε βράδυ μαζεύουν 250 πτώματα ανθρώπων που πέθαναν από την πείνα ή από τον τύφο. Διαπιστώθηκε ότι ένας μεγάλος αριθμός πτωμάτων δεν είχε πια συκώτι: φαινόταν σαν να είχε αφαιρεθεί με μια μεγάλη τομή. Η αστυνομία τελικά συνέλαβε μερικούς από τους μυστηριώδεις «ακρωτηριαστές» που ομολόγησαν ότι με το κρέας αυτό κατασκεύαζαν τη γέμιση των πιροσκί, τα οποία πουλούσαν στη συνέχεια στην αγορά» [16].
Τον Απρίλιο του 1933, ο συγγραφέας Μιχαήλ Σολόχοφ, που ήταν περαστικός από μια κωμόπολη στο Κουμπάν, έγραψε δύο γράμματα στον Στάλιν εκθέτοντας λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο οι τοπικές αρχές είχαν αποσπάσει, με βασανιστήρια, όλα τα αποθέματα των κολχόζ, υποχρεώνοντας τους αγρότες να πεινάσουν. Ζητούσε από τον πρώτο γραμματέα να στείλει βοήθεια και τρόφιμα.
Στην απάντησή του στον συγγραφέα, ο Στάλιν αποκάλυπτε χωρίς περιστροφές τη θέση του: οι αγρότες είχαν τιμωρηθεί δίκαια επειδή είχαν «απεργήσει» και είχαν «διαπράξει σαμποτάζ», επειδή είχαν «διεξαγάγει έναν υπονομευτικό πόλεμο κατά της σοβιετικής εξουσίας, έναν πόλεμο μέχρι θανάτου» [17].
Την ώρα που, το 1933, εκατομμύρια αγρότες πέθαιναν από την πείνα, η σοβιετική κυβέρνηση συνέχιζε τις εξαγωγές στο εξωτερικό 18.000.000 κανταριών (εκατόκιλων) σιτηρών για «τις ανάγκες της βιομηχανοποίησης».

Τα δημογραφικά στοιχεία και οι απογραφές του 1937 και του 1939, που είχαν κρατηθεί μυστικές μέχρι πρόσφατα, επιτρέπουν την εκτίμηση της έκτασης του λιμού του 1933. Γεωγραφικά, η «ζώνη της πείνας» κάλυπτε ολόκληρη την Ουκρανία, ένα τμήμα της ζώνης των μαύρων γαιών, τις εύφορες πεδιάδες του Ντον, του Κουμπάν και του βόρειου Καυκάσου κι ένα μεγάλο μέρος του Καζακστάν. Ο λιμός και η σιτοδεία έπληξαν περίπου 40.000.000 άτομα.
Στις περιοχές που επλήγησαν περισσότερο, όπως οι αγροτικές ζώνες γύρω από το Χαρκόφ, η θνησιμότητα μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου δεκαπλασιάστηκε σε σχέση με τον μέσο όρο των προηγούμενων ετών [18].
Για το 1933 και για το σύνολο της χώρας, διαπιστώνεται αύξηση των θανάτων μεγαλύτερη από 6 εκατομμύρια. Αφού η τεράστια πλειονότητα αυτού του αριθμού οφειλόταν στο λιμό, μπορούμε να εκτιμήσουμε με ακρίβεια σε 6.000.000 περίπου τα θύματα αυτής της τραγωδίας. Η αγροτιά της Ουκρανίας πλήρωσε το βαρύτερο τίμημα, με τουλάχιστον 4.000.000 νεκρούς. Στο Καζακστάν, 1.000.000 νεκροί περίπου, ιδιαιτέρως μεταξύ των νομαδικών πληθυσμών που μετά την κολεκτιβοποίηση είχαν στερηθεί όλα τους τα κοπάδια κι είχαν εγκατασταθεί σε μόνιμους οικισμούς διά της βίας. Στον βόρειο Καύκασο και στην περιοχή των μαύρων γαιών, 1.000.000 νεκροί [19].
Πηγή του παρόντος ποστ, «η Μαύρη βίβλος του Κομμουνισμού», σσ.185-194 [20].


Μια ανείπωτη τραγωδία, μεγαλύτερη σε θύματα ακόμη και από το Ολοκαύτωμα των εβραίων.
Μια τραγωδία, στα αζήτητα της ιστορίας, μια τραγωδία καλά χωμένη στα βάθη της λήθης για τους υποστηρικτές του κομμουνισμού.
Μια τραγωδία για την οποία η ελληνική Αριστερά, ακόμη και σήμερα, δεν τολμά να μιλήσει, δεν θέλει να την αντικρύσει, δεν θέλει καν να την ξέρει. Γράφει στην εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης της «Μαύρης Βίβλου του Κομμουνισμού», ο Δημήτρης Δημητράκος, Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, σχετικά με την ηθελημένη ιδεολογική απενεργοποίηση της μνήμης από τους κομμουνιστές:
"Μπορεί να είναι η αποσιώπηση της αλήθειας ή η αδιαφορία για το δίκιο, ορισμένες φορές, για χάρη ενός ανώτερου σκοπού, που είναι η παγκόσμια επανάσταση. […] Όλα αυτά γίνονται στο όνομα της ουτοπίας. Από πρώτη άποψη αυτό φαίνεται ανεκτό, ίσως και συμπαθές. Μια ουτοπική φαντασίωση, και στη χειρότερη ακόμα περίπτωση, είναι μια αβλαβής αυταπάτη. Δεν φταίει ο πνευματικός άνθρωπος αν ξεγελάστηκε από αυτήν. Αν τελικά το όραμα έκρυβε πίσω του τη φρίκη, αν η ουτοπία τελικά αποδείχθηκε δυστοπία της χειρότερης μορφής[…]" [21].

Έτσι, μέσα από αυτή την αντινομία, προκρίνεται η «απορρόφηση» του πραγματικού από το ιδεατό και η στάση αυτή νομιμοποιείται μέσα από μια μεταθεωρητική αρχή που δικαιώνει την ιδεολογία και την ουτοπία έναντι της αντικειμενικής πραγματικότητας [22].
Οι κομμουνιστές επί Στάλιν (αλλά και μετά), ειδικά αυτοί που είχαν την «τύχη» να βρεθούν στις χώρες του «υπαρκτού» σοσιαλισμού, είτε θα γινόταν πολέμιοι αυτού του φασιστικού καθεστώτος και θα οδηγούνταν με μαθηματική ακρίβεια στο εκτελεστικό απόσπασμα, είτε θα υπέτασσαν την αντικειμενική πραγματικότητα στην ιδεολογική (χωρίς φυσικά να διασφαλίζουν έτσι την ζωή τους), όπως συνήθως γινόταν:
«οι άνθρωποι που ζούσαν κάτω από αυτά τα καθεστώτα εφάρμοσαν μια πρακτική «διπλής πίστης» ή «διπλής αλήθειας» . Η τήρηση αυτής της αρχής σήμαινε την αναγκαστική υποταγή της εμπειρικής πραγματικότητας στην ιδεολογική: αυτό είναι το ίδιον του ολοκληρωτισμού. Ζητεί να αναγνωρισθεί ως αλήθεια η ουτοπία, η οποία ανακηρύσσεται επίσημα ως ισχύουσα. Η πραγματικότητα της ιδεολογίας εκτοπίζει πολιτικά την εμπειρική πραγματικότητα» [23].
Και φυσικά η απώτατη χειραγώγηση της πραγματικότητας παρατηρήθηκε όταν οι απανταχού κομμουνιστές αποκήρυξαν μετά θάνατον, τον –όταν ήταν στη ζωή- επί γης Θεό τους, τον «πατερούλη» Στάλιν, θεωρώντας ότι ο σταλινισμός ήταν εκτροπή από τον «αγνό» κομμουνισμό. Όμως «αυτό που ονομάστηκε «σταλινισμός» δεν ήταν το αποτέλεσμα ενός ιστορικά τυχαίου γεγονότος που συνδέεται με την προσωπικότητα του Ιωσήφ Στάλιν. Ήταν απόρροια του βολονταρισμού του κομμουνισμού και της «κάθετης» οργάνωσης της εξουσίας, χωρίς τις «οριζόντιες» διεξόδους που παρέχει η ελευθερία. Η κάθετη οργάνωση σημαίνει ότι κάθε οικονομικό ή κοινωνικό πρόβλημα ανάγεται σε πολιτικό πρόβλημα, που μόνο η εξουσία μπορεί να το λύσει, με αποτέλεσμα όλα να αποφασίζονται κεντρικά και να μην λαμβάνεται υπόψη το κόστος μιας απόφασης, διότι το κόστος έχει σημασία μόνο όταν γίνεται συναλλαγή, συμφωνία μεταξύ ίσων, σε «οριζόντια» και όχι σε «κάθετη» σχέση που είναι πάντα σχέση εξουσίας και ιεραρχίας. Από την άλλη μεριά, η πολιτικοποίηση κάθε θέματος όταν το κομμουνιστικό κόμμα βρίσκεται στην εξουσία, σημαίνει ότι η επιβολή της θέλησής του θα είναι πάντα αμείλικτη και βίαιη. Ο κομμουνισμός είναι δεμένος με τη βία στην πράξη, αλλά και στη θεωρία. Είναι μύθος ότι ο Στάλιν εισήγαγε τη χρήση της μαζικής βίας στην κομμουνιστική πρακτική. Ο Στάλιν εφάρμοσε πιστά το πρόγραμμα του Λένιν[…]» [24].

doctor

_________________________________
[1] A.Blum, Naître, vivre et mourir en URSS, 1917-1991, Παρίσι, Plon, σ.99. Αυτή η καταστροφή δεν υπήρξε, ωστόσο, παρόμοια με τις άλλες, στη σειρά των λιμών που αντιμετώπιζε, σε τακτικά διαστήματα, η τσαρική Ρωσία. Υπήρξε άμεση συνέπεια του καινούργιου συστήματος της «στρατιωτικο-φεουδαρχικής εκμετάλλευσης» της αγροτιάς –κατά την έκφραση του αντισταλινικού ηγέτη των μπολσεβίκων Νικολάι Μπουχάριν-, που συστάθηκε στη διάρκεια της αναγκαστικής κολεκτιβοποίησης και αποτέλεσε την τραγική απεικόνιση της τρομακτικής κοινωνικής καταπίεσης που συνόδευσε την έφοδο της σοβιετικής εξουσίας κατά της υπαίθρου, στα τέλη της δεκαετίας του ’20.
[2] Μια προπαγάνδα που βοηθήθηκε τα μέγιστα από «μαρτυρίες» όπως αυτή του Γάλλου βουλευτή και αρχηγού του ριζοσπαστικού κόμματος Εντουάρ Ερριό, ο οποίος ταξιδεύοντας στην Ουκρανία το καλοκαίρι του 1933, διατυμπάνιζε πως δεν είδε παρά μονάχα «θαυμαστά αρδευόμενους και καλλιεργούμενους λαχανόκηπους» και «αληθινά αξιοθαύμαστες σοδειές», πριν καταλήξει κατηγορηματικά: «Διέσχισα την Ουκρανία και σας βεβαιώνω πως είναι ένας κήπος σε πλήρη άνθηση» (F.Kupferman, Au paus des Soviets. Le Voyage français en Union soviétique , 1917-1939, Παρίσι, Gallimard, 1979, σ.88). Αυτή η τύφλωση ήταν καταρχάς το αποτέλεσμα μιας θαυμαστής σκηνοθεσίας, οργανωμένης από την Γκεπεού για χάρη των ξένων προσκεκλημένων, των οποίων η διαδρομή ήταν σημαδεμένη από υποδειγματικά κολχόζ και παιδικές χαρές. Μια τύφλωση που ολοφάνερα ενισχυόταν από πολιτικές σκοπιμότητες, ιδιαιτέρως από την πλευρά των Γάλλων ιθυνόντων που εκείνη την εποχή βρισκόταν στην εξουσία, και οι οποίοι φρόντιζαν να μην διαταραχθεί η διαδικασία της σχεδιαζόμενης προσέγγισης με τη Σοβιετική ένωση, απέναντι σε μια Γερμανία που γινόταν ολοένα και πιο απειλητική μετά την πρόσφατη ανάρρηση στην εξουσία του Αδόλφου Χίτλερ.
[3] A.Graziosi, “Letters de Kharkov. La famine en Ukraine et dans le Caucase du Nord a travers les rapports des diplomats italiens, 1932-1934”, Cahiers du Monde russe et soviétique , XXX (1-2), Ιανουάριος-Ιούνιος 1989, σσ.5-106.
[4] Το 1919 ο Λένιν ίδρυσε την Τρίτη (ή Κομμουνιστική) Διεθνή, μέσω της οποίας, τα χρόνια που ακολούθησαν, το σοβιετικό κομμουνιστικό κόμμα, το μόνο που είχε κατακτήσει την εξουσία, επιβλήθηκε ως ιδεολογικό και πολιτικό πρότυπο στα άλλα κομμουνιστικά κόμματα.
Ο εμφύλιος πόλεμος έληξε νικηφόρα για τον Κόκκινο Στρατό των Εργατών και των Αγροτών τον οποίο είχε δημιουργήσει ο Λένιν και διοικούσε ο Λέον Τρότσκι. H χώρα όμως βρισκόταν σε απελπιστική κατάσταση. Για να αντιμετωπίσει τις τεράστιες οικονομικές δυσκολίες και τη διογκούμενη δυσαρέσκεια του λαού, και ιδίως των αγροτών, που αυτές προκαλούσαν και που άρχιζε να γίνεται επικίνδυνη για το σοβιετικό καθεστώς, τον Μάρτιο του 1921 ο Λένιν εισήγαγε τη Νέα Οικονομική Πολιτική. H ΝΕΠ αποτελούσε ως έναν βαθμό παραχώρηση προς το καπιταλιστικό σύστημα καθ' ότι επέτρεπε, αν και σε περιορισμένη κλίμακα, την ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα. Πρόσφερε όμως ανακούφιση στους αγρότες και βελτίωσε τον μηχανισμό διακίνησης των ειδών διατροφής.
Το Βήμα, Κυριακή 4 Απριλίου 2004.
[5] M.Lewin, La formation du systeme sovietique, Παρίσι, Gallimard, 1987, σσ.206-237.
[6] Στο οπλοστάσιο της καταστολής, ένας περίφημος νόμος που δημοσιεύτηκε στις 7 Αυγούστου 1932, στο αποκορύφωμα του πολέμου ανάμεσα στην αγροτιά και στο καθεστώς, προέβλεπε καταδίκη 10χρονου εγκλεισμού σε στρατόπεδο ή την θανατική ποινή για «κάθε κλοπή ή κατασπατάληση της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας». Ο νόμος έγινε γνωστός με το προσωνύμιο «ο νόμος των σταχυών», γιατί οι περισσότεροι από όσους καταδικάζονταν βάσει αυτού είχαν κλέψει μερικά στάχυα σιταριού ή σίκαλης από τα κολχόζ. Αυτός ο άθλιος νόμος επέτρεψε από τον Αύγουστο του 1932 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1933, την καταδίκη περισσότερων από 125.000 άτομα, εκ των οποίων 5.400 στην εσχάτη των ποινών (GARF- Κρατικά Αρχεία της Ομοσπονδίας της Ρωσίας, 3316/1254/4-7).
[7] Ν.Α. Invitski, Κολεκτιβοποίηση και αποκουλακοποίηση (Kollektivizatsia i raskoulacivanie), Μόσχα, 1994, σσ.192-3.
[8] Invitski, ό.π., σσ.198-206.
[9] V.N. Zemskov, «Η εκτόπιση των κουλάκων την δεκαετία του 1930» (“Kulackaia ssylka v 30-ye gody”), Sotsiologiceskie issledovania, 1991, σσ.4-5.
[10] Α.Graziosi, ό.π. σ.51.
[11] Όπως ο Στανισλάς Κόσσιορ,πρώτος γραμματέας του κομμουνιστικού κόμματος της Ουκρανίας και ο Μιχαήλ Χαταγιέβιτς, πρώτος γραμματέας του κόμματος στην περιοχή του Ντιεπροπετρόφσκ.
[12] «Για να μπορέσει στο μέλλον να αυξάνεται σύμφωνα με τις ανάγκες του προλεταριακού κράτους», έγραφε ο Χατάγιεβιτς στον Μολότοφ τον Νοέμβριο του 1932, «πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τις ελάχιστες ανάγκες των μελών των κολχόζ, γιατί αλλιώς σε λίγο δεν θα υπάρχει κανένας για να σπείρει και να εξασφαλίσει την παραγωγή».
[13] Invitski, ό.π., σσ.198-9.
[14] στο ίδιο, σ.204.
[15] Α. Graziozi, ό.π., σσ. 59-60.
[16] στο ίδιο,σ.79. R.Conquest, Sanglantes moissons, Παρίσι, R.Laffont, σ.267-96.
[17] Προεδρικά Αρχεία της Ομοσπονδίας της Ρωσίας, 45/1/827/7-22.
[18] 100.000 θάνατοι τον Ιούνιο του 1933 στην περιοχή του Χαρκόφ έναντι 9.000 θανάτων τον Ιούνιο του 1932. Πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι πολλοί θάνατοι, δεν καταγράφονταν. Οι αγροτικές ζώνες φυσικά επλήγησαν πιο σκληρά από τις πόλεις, αλλά ούτε κι αυτές οι τελευταίες δεν γλίτωσαν. Το Χαρκόφ έχασε μέσα σε ένα χρόνο περισσότερους από 120.000 κατοίκους, το Κρασνοντάρ 40.000 και η Σταβροπόλ 20.000.
[19] Ν.Aravoletz,”Poteri naselenia v 30-ye gody” («οι δημογραφικές απώλειες τα χρόνια του ‘30»), Οtecestvennaia Istoria, 1995, αρ.1, σσ.135-145. Ν.Ossokina, “Jertvy goloda 1933. Skol’ko ix?” (« ο αριθμός των θυμάτων του λιμού του 1933.Πόσα;»), Otecestvennaia Istoria, 1995, αρ.5, σ.18-26. V.Tsaplin, “Statistika jertv stalinisma” («Στατιστική των θυμάτων του σταλινισμού»), Voprosy Istorii, 1989, αρ.4, σσ.175-181.
[20] Τίτλος πρωτοτύπου: Le livre noir du communisme, Συγγραφείς: Stephane Courtois, Nicolas Werth, Jean-Louis Panne, Andrzej Paczkowski, Karel Bartosed,Jean-Louis Margolin
Εκδόσεις: Editions Poberf Laffont, S.A., 1η έκδοση: 1997.
[21] «Η Μαύρη βίβλος του Κομμουνισμού», σ.31. Όλη την εισαγωγή στην ελληνική έκδοση μπορείτε να την διαβάσετε εδώ: http://www.in.gr/books/kourtoua/default.htm
[22] Βλ. J.F.Revel (1976) La tentation totalitaire. Παρίσι, Robert Laffont και (2000) La grande parade. Παρίσι, Plon,σ.11. «Τόσο το χειρότερο για τα αντικειμενικά δεδομένα!». Αυτή είναι η φόρμουλα του G.Lukacs για την αντιμετώπιση της αντινομίας μεταξύ πραγματικότητας και προγράμματος δράσης υπαγορευμένης από την ιδεολογία, Βλ. L.Kowalowski (1978) Main Currents in Marxism. Νέα Υόρκη, Oxford University Press, τ.3, σ.265.
[23] «Η Μαύρη βίβλος του Κομμουνισμού», Εισαγωγή στην ελληνική έκδοση, Δημ.Δημητράκος, σ.31.
[24] στο ίδιο, σ.32.

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2008

Goodbye Lenin



Δύο από τις πιο μυθοποιημένες προσωπικότητες είναι ο Χριστός και ο Λένιν.
Η μυθοποίησή τους έχει να κάνει με την ηθική (αλλά και πολιτική) δικαίωση των δύο δογμάτων/ιδεολογιών των οποίων αυτές οι προσωπικότητες είναι οι θεμέλιοι λίθοι: του χριστιανισμού και του κομμουνισμού.
Τα εγκλήματα που έχουν διαπράξει και οι δύο αυτές κοσμοθεωρίες είναι αμέτρητα, ενώ ταυτόχρονα και οι δύο (ίσως και παραπληρωματικά ο ένας στον άλλον) ευαγγελίζονται, τάζουν και ονειρεύονται έναν καλύτερο, έναν τέλειο κόσμο: ο κομμουνισμός αναφερόμενος στον παρόντα και ο χριστιανισμός στον μετά θάνατον (στον άλλον) κόσμο.
Οι ταγοί των οπαδών αυτών των ιδεολογιών, προσπέρασαν τις εγγενείς και προβληματικές αφετηρίες, μέσω της μυθοποίησης και ιεροποίησης (και άρα της τοποθέτησής τους στο απυρόβλητο) των δύο αυτών προσωπικοτήτων και τη μετακύλιση της ευθύνης των εγκλημάτων όχι στην ιδεολογία αλλά στην εκτροπή από αυτήν.
Όσον αφορά τα του Ιησού, μία εκπληκτική και κατατοπιστική ανάλυση έχει κάνει στο παρελθόν ο φίλος blogger Π, μέσα από το blog του curysgeo: http://gravityandthewind.blogspot.com/2006/04/b-3-o.html

Εμείς σήμερα θα ασχοληθούμε με τον Λένιν. Η σημερινή καθεστωτική κομμουνιστική θεώρηση της ιστορίας λέει το εξής απλό (απλοϊκό όπως θα φανεί στη συνέχεια): «ο Κομμουνισμός είναι καλός, ο Λένιν ήταν καλός, αλλά ο Στάλιν ήταν αυτός που εξέτρεψε τον κομμουνισμό από την πορεία του, ο Στάλιν ήταν και είναι ο μόνος υπεύθυνος για τα εγκλήματα του κομμουνισμού και ο κύριος αίτιος για την (αναπόφευκτη και παρά τις προσπάθειες των διαδόχων του) κατάρρευσή του».
Έτσι, όλη η κριτική στρέφεται εναντίον του Στάλιν (ή του Μάο, του Πολ Ποτ κ.λπ.) και ταυτόχρονα ο Λένιν σχεδόν αγιοποιείται, όπως ακριβώς και η Οκτωβριανή Επανάσταση.
Μία σοβαρή ανάγνωση της ιστορίας της Οκτωβριανής Επανάστασης όμως, κάθε άλλο παρά επιβεβαιώνει αυτόν τον ισχυρισμό. Ας δούμε μερικές «φωτογραφίες» του «Αγίου» Λένιν για να αντιληφθούμε πόση σχέση είχε ο ίδιος με την ευνομούμενη και την συντεταγμένη κοινωνία για την οποία (ορθώς) αγωνίζεται η Αριστερά σήμερα:

1) Το δικαίωμα της ύπαρξης αντιπολίτευσης.
Στις 28 Νοεμβρίου 1917 η κυβέρνηση θεσμοποίησε την έννοια του «εχθρού του λαού». Ένα διάταγμα που το υπέγραφε ο Λένιν, καθόριζε ότι «τα μέλη των διευθυντικών οργάνων του συνταγματικού-δημοκρατικού κόμματος, ενός κόμματος των εχθρών του λαού, τίθενται εκτός νόμου και υπόκεινται σε άμεση σύλληψη και παραπομπή ενώπιον των επαναστατικών δικαστηρίων»[1].
Χιλιάδες κομμουνιστές στην Ελλάδα (αλλά και σε άλλες χώρες) φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν, υπερασπιζόμενοι το ακριβώς αντίθετο από αυτό που ήθελε (και τα κατάφερε εύκολα) ο Λένιν: το δικαίωμα στην διαφορετική άποψη, το δικαίωμα στην πολιτική ύπαρξη.

2) Το δικαίωμα των αντιπάλων στην ζωή.
Παίρνοντας τον λόγο σε μια συνέλευση εργατών, ο Λένιν επικαλέστηκε, ακόμη μία φορά, την τρομοκρατία, αυτή την «επαναστατική ταξική δικαιοσύνη»:
«Οι στρατιώτες και οι εργάτες πρέπει να καταλάβουν πως κανένας δεν θα τους βοηθήσει αν δεν βοηθήσουν τους εαυτούς τους. Αν οι μάζες δεν ξεσηκωθούν αυθόρμητα, δεν θα καταφέρουμε τίποτα […] Όσο δεν εφαρμόζουμε την τρομοκρατία απέναντι στους κερδοσκόπους –μια σφαίρα στο κεφάλι επιτόπου- δεν θα φτάσουμε πουθενά!»[2].
Αξιωματικοί και «μπουρζουάδες» δέθηκαν και ύστερα πετάχτηκαν στην θάλασσα, αφού προηγουμένως βασανίστηκαν.
Παρόμοιες βιαιότητες έλαβαν χώρα στις περισσότερες πόλεις της Κριμαίας που κατέχονταν από τους μπολσεβίκους. Οι ίδιες φρικαλεότητες μετά τον Απρίλιο-Μάιο του 1918 συνέβησαν στα εξεγερμένα κεφαλοχώρια των Κοζάκων. Τα πολύ λεπτομερή ντοκουμέντα της επιτροπής Ντενίκιν κάνουν λόγο για «πτώματα με κομμένα χέρια, σπασμένα κόκκαλα, αποκεφαλισμένα, με τσακισμένες γνάθους, πετσοκομμένα γεννητικά όργανα» [3].
Αυτού του είδους την «δημοκρατία» την γεύτηκαν οι έλληνες κομμουνιστές οι οποίοι διέφυγαν στις χώρες του ανατολικού μπλοκ μετά την ήττα τους στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο.

3) Ο Λένιν επιπλήττει τον Ζινόβιεφ για μη χρήση βίας.
Από την Μόσχα, ο Λένιν έστειλε ένα γράμμα στον Ζινόβιεφ, πρόεδρο της επιτροπής του κόμματος των μπολσεβίκων του Πέτρογκραντ, ένα αποκαλυπτικό ντοκουμέντο ταυτοχρόνως για την λενινιστική αντίληψη της τρομοκρατίας:
«Σύντροφε Ζινόβιεφ!
Μόλις πληροφορηθήκαμε ότι οι εργάτες του Πέτρογκραντ επιθυμούν να απαντήσουν με την τρομοκρατία των μαζών στη δολοφονία του συντρόφου Βολοντάρσκι κι ότι εσείς (όχι εσείς προσωπικά αλλά μέλη της κομματικής επιτροπής του Πέτρογκραντ) τους συγκρατήσατε. Διαμαρτύρομαι ενεργητικά!
Εκτιθέμεθα: από τη μία υιοθετούμε την τρομοκρατία των μαζών στις αποφάσεις των σοβιέτ κι από την άλλη, όταν έρχεται η ώρα της δράσης, φέρνουμε εμπόδια στην απόλυτα ορθή πρωτοβουλία των μαζών.
Είναι α-πα-ρά-δε-κτο!
Οι τρομοκράτες θα πιστέψουν ότι είμαστε μαλθακοί. Είναι ώρα πολέμου. Είναι απαραίτητο να ενθαρρύνετε την ενέργεια και το χαρακτήρα της μαζικής τρομοκρατίας που κατευθύνεται κατά των αντεπαναστών, ειδικά στο Πέτρογκραντ, του οποίου το παράδειγμα είναι μεγάλης σημασίας.
Με τους χαιρετισμούς μου,
Λένιν» [4].
Φυσικά, τίποτα από τα παραπάνω δεν γνώριζαν οι ανά τον κόσμο κομμουνιστές που φυλακίζονταν και βασανίζονταν για χάρη της Ε.Σ.Σ.Δ., περισσότερο υπερασπιζόμενοι μια ουτοπία που είχαν πλάσει γι’αυτήν και όχι για κάτι που ήξεραν πραγματικά.

4) Ο κομμουνισμός στην πράξη αλλά και … μαθήματα ηθικής.
«Είναι ολοφάνερο ότι οι Λευκοφρουροί προετοιμάζουν εξέγερση στο Νίζνι-Νόβγκοροντ», τηλεγραφούσε ο Λένιν στις 9/8/1918, στον πρόεδρο της Εκτελεστικής Επιτροπής του σοβιέτ της εν λόγω πόλεως, ο οποίος τον είχε πληροφορήσει για επεισόδια αναφορικά με τους αγρότες που διαμαρτύρονταν για τις επιτάξεις.:
«Πρέπει να σχηματίσετε αμέσως μια δικτατορική «τρόικα», να εφαρμόσετε πάραυτα τη μαζική τρομοκρατία, να τουφεκίσετε ή να εκτοπίσετε τις εκατοντάδες πόρνες που μεθάνε τους στρατιώτες μας, όλους τους πρώην αξιωματικούς, κ.λπ.
Μη χάνετε ούτε λεπτό…
Πρέπει να δράσετε αποφασιστικά: με μαζικές διώξεις.
Εκτέλεση για όσους μεταφέρουν όπλα.
Μαζικές εκτοπίσεις μενσεβίκων και άλλων ύποπτων στοιχείων» [5].

5) Η παραδειγματική τιμωρία για όσους έχουν αντίθετη άποψη.
Στις 10/8/1918, ο Λένιν έστειλε ένα τηλεγράφημα στην Εκτελεστική Επιτροπή της Πέντζα:
«Σύντροφοι!
Η εξέγερση των κουλάκων στις πέντε επαρχίες σας πρέπει να συντριβεί αμείλικτα.
Το απαιτούν τα συμφέροντα ολόκληρης της επανάστασης, γιατί παντού έχει αρχίσει ο «τελικός αγώνας» κατά των κουλάκων.
Να σας δώσω ένα παράδειγμα:
1.Κρεμάστε (και λέω, κρεμάστε έτσι ώστε οι άνθρωποι να τους βλέπουν) όχι λιγότερους από 100 κουλάκους, γνωστούς πλούσιους, που πίνουν το αίμα του λαού.
2. Δημοσιεύστε τα ονόματά τους.
3.Αρπάξτε όλο τους το βιος.
4. Προσδιορίστε τους ομήρους όπως σας υποδείξαμε με το χτεσινό μας τηλεγράφημα.
Κάντε το με τέτοιο τρόπο ώστε σε εκατοντάδες χωριά στην περιφέρεια οι άνθρωποι να βλέπουν, να τρέμουν, να μαθαίνουν και να λένε: σκοτώνουν και θα εξακολουθήσουν να σκοτώνουν τους κουλάκους τους διψασμένους για αίμα.
Τηλεγραφήστε ότι έχετε λάβει τις οδηγίες σωστά και ότι τις εκτελέσατε δεόντως.
Δικός σας, Λένιν.
Υ.Γ. Βρείτε πιο σκληρούς άντρες [6].


Τον Σεπτέμβριο του 1918, ένας από τους βασικούς μπολσεβίκους ιθύνοντες, ο Γκριγκόρι Ζινόβιεφ, διακήρυξε:
«Για να νικήσουμε τους εχθρούς μας, πρέπει να διαθέτουμε την δική μας σοσιαλιστική τρομοκρατία.
Πρέπει να πάρουμε με το μέρος μας τα 90 από τα 100 εκατομμύρια των κατοίκων της Σοβιετικής Ρωσίας.
Όσο για τους άλλους, δεν έχουμε τίποτα να τους πούμε.
Οφείλουμε να τους εξοντώσουμε» [7].

Έτσι στήθηκε εξαρχής αυτή η κόκκινη τρομοκρατία, αυτό το στυγνό αστυνομικό καθεστώς από το οποίο υπέφεραν εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο. Ακόμη και μια επιδερμική ή γρήγορη ματιά στην ρωσική ιστορία καταδεικνύει ότι οι πρακτικές των μπολσεβίκων δεν ήταν πρωτόγνωρες για τη χώρα αυτή, μια χώρα η οποία ουδέποτε είχε δημοκρατία και ακόμη και σήμερα είναι πολύ πίσω.
Με δεδομένη επίσης την απίστευτη βία που βασίλευε στον μεσοπόλεμο, όπου εμφανίστηκε ο φασισμός και ο κομμουνισμός, δεν μπορούμε να κρίνουμε όλες αυτές τις αποτρόπαιες πράξεις, ούτε φυσικά τις παραινέσεις-παραγγέλματα του Λένιν για λουτρά αίματος, με βάση τα σημερινά δεδομένα, έναν αιώνα σχεδόν μετά-χωρίς να σημαίνει ότι τα δικαιολογούμε.
Αυτό που θέλω να καταδείξω με το σημερινό ποστ είναι η αφέλεια με την οποία εκατομμύρια άνθρωποι ακόμη και σήμερα θεωρούν τον κομμουνισμό ως το πιο δίκαιο πολιτικό σύστημα (ενώ είναι η επιβολή δικτατορίας από μία κοινωνική τάξη προς όλη την κοινωνία), θεωρούν την Οκτωβριανή Επανάσταση (το πραξικόπημα των μπολσεβίκων δηλαδή) ως την πολιτική Αναγέννηση, και κυρίως θεωρούν τους φέροντες αυτή την παρωχημένη ιδεολογία ως «προοδευτικούς».
Τον τίτλο του ποστ (Goodbye Lenin) τον πήρα από την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία και τις παραπάνω «φωτογραφίες» από τις σκέψεις, τις παραινέσεις, τις εντολές, τις διαταγές του Λένιν (καθώς και τις παραπομπές που ακολουθούν) τις πήρα από ένα πολύ καλό βιβλίο που πρωτίστως πρέπει να διαβάσουν οι κομμουνιστές [8]: «Η μαύρη βίβλος του κομμουνισμού» [9].
Ίσως η πιο έξοχη στιγμή του βιβλίου είναι η εισαγωγή στην ελληνική έκδοση, εισαγωγή που τιτλοφορείται ως «Η Νέμεση της Ιστορίας» και έχει γράψει ο κ.Δημήτρης Δημητράκος, καθηγητής της Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μπορείτε να την διαβάσετε ολόκληρη εδώ: http://www.in.gr/BOOKS/kourtoua/default.htm
Βεβαίως όλα αυτά που έγιναν στις χώρες του τέως ανατολικού μπλοκ, δεν έχουν καμία σχέση με τους μεγάλους αγώνες των ελλήνων αριστερών και με τα όσα υπέστησαν για να έρθει η Δημοκρατία στην χώρα μας το 1974. Γνωρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να γίνει λαϊκή δημοκρατία, αγωνίστηκαν με όλες τους τις δυνάμεις για την Δημοκρατία και όχι για την δικτατορία του προλεταριάτου.

Αντί επιλόγου, παραθέτω ένα απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου που έχει γράψει ο Stephane Courtois:
«Ορισμένοι από τους συγγραφείς του παρόντος βιβλίου δεν έμειναν πάντα αλώβητοι από την γοητεία του κομμουνισμού. Μερικές φορές, μάλιστα, συμμετείχαν ενεργά, από την δική τους ταπεινή θέση, στο κομμουνιστικό σύστημα, είτε στην ορθόδοξη λενινιστική-σταλινική εκδοχή του, είτε σε εκδοχές που απετέλεσαν παραρτήματά του (μαοϊσμός) ή αποστασίες (τροτσκισμός).
Κι έστω κι αν παραμένουν αγκυροβολημένοι στην Αριστερά- και ακριβώς επειδή παραμένουν στην Αριστερά- έχουν ανάγκη να στοχαστούν για τις αιτίες της τύφλωσής τους. Αυτός ο στοχασμός ακολούθησε επίσης τους δρόμους της γνώσης, που οριοθετούνται από την επιλογή των θεμάτων των μελετών τους, από τις επιστημονικές τους δημοσιεύσεις και από τη συμμετοχή τους σε διάφορες επιθεωρήσεις, όπως η La Nouvelle Alternative ή η Communisme. Αυτό το βιβλίο δεν αποτελεί παρά ακόμα μια στιγμή του συγκεκριμένου στοχασμού. Αν τον ακολουθούν χωρίς ανάπαυλα είναι επειδή έχουν συνείδηση ότι δεν πρέπει να αφεθεί σε μια άκρα Δεξιά –ολοένα και πιο παρούσα- το προνόμιο να λέει την αλήθεια. Οφείλουμε να αναλύσουμε και να καταδικάσουμε τα εγκλήματα του κομμουνισμού στο όνομα των δημοκρατικών αξιών και όχι των εθνικιστικών-φασιστικών ιδανικών» [10]


doctor

___________________________________________________________________

[1] G.A. Belov, Iz istorii Vserossiiskoi Crezvycainoi komisii, 1917-1921: Sbornik dokumentou (Ιστορία της Έκτακτης Επιτροπής, 1917-1921: απάνθισμα ντοκουμέντων), Μόσχα, 1958, σελ.66. C.Legget, The Tceka, Lenin’s Political Police, Oxford, 1981, σελ.13-15.
[2] V.I. Lenine, Polnoie sobranie socineii (Άπαντα), Μόσχα, 1958-1966, τόμος ΧΧΧV, σελ.311.
[3] Τα ντοκουμένα αυτά βρίσκονται στα Κρατικά Αρχεία της Ομοσπονδίας της Ρωσίας που αποκαλούνται και «αρχεία της Πράγας», φάκελοι 1-195. Για τη συγκεκριμένη περίοδο, οι υπ’ αριθμόν 8,2,27.
[4] V.I. Lenine, Polnoie sobranie socineii (Άπαντα), Μόσχα, 1958-1966, τόμος L, σελ.106.
[5] ο.π., σελ.142.
[6] Ρωσικό Κέντρο Διατήρησης Μελέτης και Τεκμηρίωσης της Σύγχρονης Ιστορίας, 2/1/6/898.
[7] Severnaia Kommuna, αρ.109,19 Σεπτεμβρίου 1918, σελ.2, παρατίθεται στο: G.Legget, o.π. σελ.114.
[8] Ιδού πως «υποδέχτηκε» το ΚΚΕ το εν λόγω βιβλίο-oι συνειρμοί με τις σκοταδιστικές αντιδράσεις των φανατισμένων χριστιανών κατά την διάρκεια της προβολής της ταινίας «ο τελευταίος πειρασμός» του Σκορτσέζε είναι αναπόφευκτοι:
http://www.medium.gr/articles/108668770413773.shtml
[9] Πληροφορίες για το βιβλίο, Το ΒΗΜΑ, 17/02/2002 : http://www.tovima.gr/print_article.php?e=B&f=13494&m=B55&aa=1
[10] «Η Μαύρη βίβλος του Κομμουνισμού», Εστία, Γ’ έκδοση, σελ.68.