Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαφθορά/διαπλοκή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαφθορά/διαπλοκή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2008

Σαν να μην πέρασε μια μέρα


Ο Γκέοργκ Λούντβιχ φον Μάουρερ (1790-1872), Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα .

Έληξε πριν λίγες ημέρες η προθεσμία υποβολής των δηλώσεων του Κτηματολογίου.
Δεν θα κρίνω εδώ την διαδικασία, το ότι δηλαδή οι υποβάλλοντες την αίτηση πληρώνουν στο κράτος (αλλά και σε κάποιον ειδικό για να τους την συντάξει αν οι ίδιοι δεν γνωρίζουν), ή την προχειρότητα –ειδικά των πρώτων ημερών- όσον αφορά την υποδομή των κτηματολογικών γραφείων και την ταλαιπωρία των ελλήνων πολιτών το καλοκαίρι που μας πέρασε.
Τα είδαμε, τα ζήσαμε και δυστυχώς θα τα ζούμε συνεχώς.
Η υπόθεση του Βατοπεδίου επιβεβαιώνει επίσης την υπόθαλψη της διαφθοράς και της διαπλοκής από την επίσημη εξουσία με την κάλυψη που της παρέχει η ανυπαρξία της καταγραφής των δημοσίων εκτάσεων.
Θα αναρωτιέται κανείς γιατί εδώ και σχεδόν δύο αιώνες που υπάρχει το ελληνικό κράτος δεν είχε λυθεί αυτό το ζήτημα, ή τουλάχιστον γιατί δεν απασχολούσε όλους τους κυβερνώντες από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και μετά. Και όμως! Τους απασχολούσε, και μάλιστα από πολύ νωρίς. Παραθέτω στη συνέχεια ένα απόσπασμα από τον Λούντβιχ Μάουρερ και το έργο του «ο ελληνικός λαός» που γράφτηκε το 1835.
Θα διαπιστώσετε ιδίοις όμμασι ότι τα περισσότερα από όσα απασχολούσαν τότε την ελληνική κοινωνία δεν έχουν λυθεί μέχρι σήμερα και θα διαπιστώσετε επίσης την διαχρονική αναποτελεσματικότητα της ελληνικής νομοθεσίας.
Ο εκάστοτε έλληνας νομοθέτης βλέπει με λύπη τους νόμους του να μένουν ευχολόγια και καλές προθέσεις και ουδέποτε να εφαρμόζονται, βλέπει την παρανομία και την αυθαιρεσία να επικρατούν, την διαφθορά και την παραοικονομία να έχουν επιβληθεί πλήρως, δημιουργώντας έτσι τη βεβαιότητα στον μέσο έλληνα νομοταγή πολίτη, ότι αποτελεί τον κύριο χρηματοδότη ενός συστήματος (μέσω των φόρων και των εισφορών που πληρώνει) που όταν το χρειάζεται (π.χ. όταν αρρωστήσει) όχι μόνο αυτό δεν είναι ανταποδοτικό, αλλά πρέπει να το χρηματοδοτήσει εκ νέου (με φακελάκι, γρηγορόσημο, λάδωμα κ.λπ.) για να μπορέσει να «απολαύσει» τα αυτονόητα.
Πάμε να δούμε όμως τι έγραφε ο Μάουρερ στα 1835 για την ελληνική πραγματικότητα:

«Εφόσον πριν από τον Απελευθερωτικό Αγώνα δεν υπήρχε ελληνικό κράτος, ήταν πολύ φυσικό να μην υπάρχουν και ελληνικά οικονομικά, ούτε και ελληνική οικονομική διοίκηση. Κάθε κοινότητα αντιμετώπιζε τις ανάγκες της με φόρους που επέβαλε η ίδια στους κατοίκους, και χρησιμοποιούσε και την κοινοτική τους περιουσία. Ο κάθε έλληνας όμως, εκτός από αυτούς τους κοινοτικούς φόρους, πλήρωνε στην τουρκική κυβέρνηση και κεφαλικό φόρο –το χαράτσι- καθώς και άλλους ακόμη έκτακτους φόρους [1].
Αλλά και σε αυτή την τελευταία περίπτωση, πάλι οι Έλληνες προύχοντες αναλάμβαναν να καταμερίσουν, κατά την κρίση τους το ποσό και να το εισπράξουν από τον κάθε έλληνα φορολογούμενο. Μόλις όμως άρχισαν να απελευθερώνονται οι επαρχίες, σταμάτησε αυτόματα και η καταβολή φόρων προς την τουρκική κυβέρνηση, και έπρεπε τώρα να δημιουργηθεί νέο δημόσιο ταμείο για την ελληνική κυβέρνηση.
Η πρώτη Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου το 1822, καταπιάστηκε αμέσως με αυτό το θέμα. Ψηφίστηκε η φορολογική ισότητα όλων των πολιτών [2].
Αποφασίστηκε ότι τα κτήματα του Δημοσίου δεν θα μπορούσαν απαλλοτριωθούν, παρά μόνον με την συγκατάθεση του Νομοθετικού Σώματος [3].
Η κυβέρνηση όφειλε να διαπραγματευτεί δάνεια [4], αλλά δεν θα είχε το δικαίωμα να επιβάλλει κανέναν φόρο, αν δεν ψηφιζόταν ο σχετικός νόμος [5].
Όλες γενικά οι Εθνοσυνελεύσεις -και ιδιαίτερα του Άργους το 1829[6]- ασχολήθηκαν με το ζωτικό αυτό πρόβλημα της αντιμετώπισης των οικονομικών, αλλά τα ταμεία του κράτους παρέμεναν άδεια.
Τα μόνα εισοδήματα στα οποία μπορούσε να υπολογίζει το νεοδημιούργητο κράτος ήταν τα εθνικά κτήματα, οι δημόσιοι φόροι, τα δάνεια και ακόμη οι εισφορές και δωρεές. Όλη η εδαφική επιφάνεια της Ελλάδας ανήκε, σύμφωνα με την τουρκική νομοθεσία, στον σουλτάνο. Μόλις όμως απελευθερώθηκε η χώρα, όλη αυτή η απέραντη ιδιοκτησία ήρθε στα χέρια του ελληνικού κράτους.
Δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια πόση ήταν ακριβώς η έκτασή της, πάντως θα πρέπει να ήταν οπωσδήποτε πάνω από το μισό της εδαφικής επιφάνειας. Μερικοί μάλιστα την υπολογίζουν, μαζί με τα εκκλησιαστικά και μοναστηριακά κτήματα, στα δεκαοχτώ ή δεκαεννιά εικοστά της εδαφικής έκτασης, και ότι μόνο το ένα εικοστό θα ανήκε σε ιδιώτες.
Όλα αυτά τα εθνικά κτήματα χωρίστηκαν –κατά έναν πολύ παράξενο τρόπο- σε δύο κατηγορίες, σε φθαρτά ελληνικά κτήματα και σε άφθαρτα. Στα φθαρτά υπολογίστηκαν οι μύλοι, διάφορα οικήματα και άλλα χτίρια, που η Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου του 1826 [7] τα παραχώρησε στην κυβέρνηση και της έδωσε το δικαίωμα να τα πουλήσει.
Έτσι, πολύ γρήγορα, το ένα πίσω από το άλλο, πουλήθηκαν όλα σε ιδιώτες, αλλά η αξία τους δεν πληρώθηκε ποτέ.
Επανειλημμένα σχηματίστηκαν διάφορες επιτροπές για να ελέγξουν αυτούς τους τίτλους ιδιοκτησίας και να βεβαιώσουν αν τελικά πληρώθηκαν. Αλλά, μολονότι οι καταστάσεις γράφτηκαν και ξαναγράφτηκαν πολλές φορές, μολονότι οι επιτροπές αυτές κόστισαν αρκετά στο Δημόσιο, το μόνο αποτέλεσμα ήταν να εξακριβωθεί ότι πολλά εκατομμύρια οφείλονταν ακόμη, από τα οποία ούτε δραχμή δεν εισέπραξε ποτέ το κράτος.
Και όταν, μετά την παραίτηση του κόμητα Αυγουστίνου [8]ανέλαβε η Διοικητική Επιτροπή, ακόμα πουλιόντουσαν τέτοια κτήματα, αλλά τα χρήματα πήγαιναν, λέει, σε διάφορες απαιτήσεις κατά του Δημοσίου. Εν πάση περιπτώσει, και μέχρι σήμερα ακόμη (σ.σ.1835), το θέμα παραμένει σε εκκρεμότητα.
Ας έρθουμε τώρα στα λεγόμενα άφθαρτα εθνικά κτήματα. Τα περισσότερα από αυτά ήταν έρημες και ακαλλιέργητες εκτάσεις, γι’αυτό και η πρώτη Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου αποφάσισε ότι αυτά πρέπει να πουληθούν, αλλά πάντα με την έγκριση του Νομοθετικού Σώματος [9].
Αλλά, παρά τις ξεκάθαρες αυτές διατάξεις, πολλά από αυτά τα κτήματα βρέθηκαν σε χέρια ιδιωτών, χωρίς να εκδοθούν επίσημοι τίτλοι.
Επιπλέον, έμειναν και ακαλλιέργητα, γιατί όσοι τα πήραν, είχαν τόσα πολλά, που δεν προλάβαιναν να τα καλλιεργήσουν όλα μαζί. Έσπερναν λοιπόν πότε εδώ και πότε εκεί και τα υπόλοιπα τα χρησιμοποιούσαν για βοσκοτόπια. Η δεύτερη Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου του 1826 [10] για να ξαναπάρει πίσω αυτά τα κτήματα που είχαν πουληθεί παράνομα, ακύρωσε όλες αυτές τις αγοραπωλησίες, αλλά παρ’όλα αυτά, τα κτήματα παρέμειναν στους νέους κατόχους τους.
Επί Καποδίστρια έγινε νέα απόπειρα να τακτοποιηθεί το θέμα και συνάμα να εξασφαλιστούν από δω και πέρα οι νόμιμοι κάτοχοι. Με μια απόφαση της Εθνοσυνέλευσης του Άργους, το 1829, σχηματίστηκαν δύο επιτροπές, η μια για να ελέγξει τους τίτλους και να τακτοποιήσει συμβιβαστικά το πράγμα, και η άλλη για να κρίνει οριστικά τις περιπτώσεις που δεν μπορούσε να λύσει η πρώτη επιτροπή [11]. Οι επιτροπές πράγματι συγκροτήθηκαν [12], αλλά παρέμειναν όπως ήταν.
Η ίδια Εθνοσυνέλευση πήρε και άλλες δύο αποφάσεις σχετικά με τα έσοδα από την πώληση των εθνικών κτημάτων.
Η μια, για να δοθεί μια ενίσχυση στους στρατιώτες και τους ναύτες [13] και η άλλη για να βοηθηθούν οι κοινότητες και να καθορισθούν τα όρια της καθεμιάς [14].
Δεν εκτελέστηκε όμως ούτε η μία, ούτε η άλλη. Και ένα άλλο ακόμη ψήφισμα [15] για διανομή γης στους κατοίκους των κοινοτήτων, έμεινε κι αυτό ανεκτέλεστο.
Τέλος, και μια άλλη απόφαση της ίδιας Εθνοσυνέλευσης σχετικά με την καταγραφή των εθνικών κτημάτων, ώστε να καταρτισθεί ένα γενικό κτηματολόγιο [16] είχε την ίδια τύχη με τις προηγούμενες. Γιατί, ναι μεν ιδρύθηκε η επιτροπή, αλλά σύμφωνα με το πόρισμά της, η Πελοπόννησος και μόνο είχε χάσει τουλάχιστον τα 9/10 από την παλιά εδαφική της έκταση! Η δουλειά ξανάρχισε από την αρχή, αλλά κι εδώ δεν έγινε τίποτα [17]».

Διαβάζοντας τα παραπάνω και συνδέοντάς τα με τα του Κτηματολογίου αλλά και του Βατοπεδίου, νομίζω ότι το «σαν να μην πέρασε μια μέρα» αυτοδικαίως τιτλοφορεί το παρόν θέμα.
Κλείνω με την εύστοχη διαπίστωση του Νίκου Σπηλιάδη, από την ίδια εποχή:
«Άνευ ιδιοκτησίας δεν υπάρχει ούτε κοινωνία ούτε δικαίωμα.
Η ιδιοκτησία είναι η πηγή της ελευθερίας και της μεταξύ των πολιτών ισότητας. Είναι η βάσις του γενικού συμφέροντος και όλων των δικαιωμάτων.
Ήτο λοιπόν ανάγκη να ψηφισθή έκτοτε η διανομή της γης και όλων των εθνικών κτημάτων, και έκτοτε να ληφθώσι μέτρα ώστε να διανεμηθώσι δικαίως και αναλόγως εις όλους τους Έλληνας.
Ούτως ήθελαν εξασφαλίσει την ελευθερίαν και ευδαιμονίαν των. Ούτως ήθελον ευπορήσει άπαντες και αποκατασταθή πραγματικώς ανεξάρτητοι, και φυλάξει τα δικαιώματά των. Ήλπιζον οι Έλληνες καταστραφέντες εις τον πόλεμον, ν’ανταμειφθώσιν από τα εθνικά κτήματα. Αλλά θα ψευσθώσιν των ελπίδων των» [18].

doctor
_________________________________

[1] Οι σημαντικότερες διακρίσεις σέ βάρος των χριστιανών αφορούσαν τήν φορολογία αφού σύμφωνα μέ τό Ισλάμ οι πιστοί πρέπει νά ζούν εις βάρος των απίστων. Η φορολογία ήταν δυσβάστακτη καί οι υπόδουλοι λαοί έφεραν όλο τό βάρος της συντήρησης του οθωμανικού στρατού. Αυτός άλλωστε ήταν ο κύριος λόγος γιά τόν οποίο οι εκάστοτε σουλτάνοι ανεχόντουσαν τήν ύπαρξη μή μωαμεθανών υπηκόων. Ενώ υπήρξαν δεκάδες φόροι, εκείνος πού έχει μείνει γνωστός ακόμα καί σήμερα είναι τό χαράτσι (κεφαλικός φόρος), δηλαδή ο φόρος πού πλήρωνε ο άπιστος γιά νά έχεί τό δικαίωμα γιά ένα χρόνο νά έχει τό κεφάλι τους στούς ώμους του. Στούς φόρους πρέπει νά προσθέσουμε τά "μπαξίσια" πού ελάμβαναν οι υπάλληλοι καί οι τοπικοί άρχοντες οι οποίοι έκαναν δυσβάσταχτη τήν καθημερινή ζωή τών ραγιάδων.
[2] Σύνταγμα της Επιδαύρου του 1822, Άρθρο 8.
[3] Ως άνω, Άρθρο 62.
[4] Ως άνω, Άρθρο 61.
[5] Ως άνω, Άρθρο 8.
[6] 3ο Διάταγμα της 29 Ιουλίου/7 Αυγ.1829.
[7] Σχετικές οδηγίες προς την κυβερνητική επιτροπή δόθηκαν με το Άρθρο 2 της 13ης Απριλίου 1826.
[8] Ο Μάουρερ αναφέρεται στον αδελφό του Ιωάννη Καποδίστρια, τον Αυγουστίνο Καποδίστρια.
[9] Σύνταγμα του 1822, Άρθρο 62.
[10] Ψήφισμα της 15ης Απριλίου 1826 (παλ.ημερολόγιο), Άρθρο 2.
[11] Γ’ Ψήφισμα της 26 Ιουλίου/7 Αυγ. 1829.
[12] Ψήφισμα της 13/25 Νοεμβρίου 1830, αριθ.244.
[13] Ε’ Ψήφισμα της 29 Ιουλίου/10 Αυγ. 1829, Άρθρο 4 αριθ.3.
[14] Γ’ Ψήφισμα της 26 Ιουλίου/7 Αυγ. 1829, Άρθρο 7.
[15] Ψήφισμα της 26 Αυγούστου/7 Σεπτεμβρίου 1830.
[16] Γ’ Ψήφισμα της 26 Ιουλίου/7 Αυγ. 1829, Άρθρο 7.
[17] Γκέοργκ Λούντβιχ Μάουρερ, Ο ελληνικός λαός (Χαϊλδεβέργη 1835), Εκδόσεις Τολίδη, Αθήνα 1976, όπως παρατίθεται στο «Ελλάς, η Σύγχρονη συνέχεια», σσ.168-170. Γκέοργκ Λούντβιχ φον Μάουρερ (1790-1872): Νομομαθής με σημαντικό επιστημονικό έργο. Ως μέλος της αντιβασιλείας (1833-34) είχε την ευθύνη, εκτός του εκκλησιαστικού ζητήματος, της συγκρότησης της ποινικής νομοθεσίας και της οργάνωσης της διοίκησης. Σημαντικό είναι το τρίτομο έργο του O Eλληνικός Λαός που εκδόθηκε στη Γερμανία στα 1835.
[18] Ν.Σπηλιάδης, «Απομνημονεύματα διά να χρησιμεύσωσιν εις την Νέαν Ελληνικήν Ιστορίαν» (1821-1843), τ.Α’ φωτομηχ.ανατ.-επιμ. Παν.Φ.Χριστόπουλου-εκδ.Κ.Διαμάντη, Βιβλιοθήκη Γ.Α.Κ., Αθήνα 1972, σ.506.

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2008

Ο Ηγεμόνας - Ν.Μακιαβέλλι



Tomb of Niccolò Machiavelli in the Basilica of Santa Croce in Florence



Ο Ηγεμόνας [1]



«Εκείνοι που μόνο από τύχη γίνονται ηγεμόνες, με λίγους μόχθους γίνονται, αλλά με πολλούς διατηρούνται στην εξουσία» (σ.49).

«Γιατί για τους ανθρώπους μπορεί κανείς να πει γενικά το εξής: είναι αχάριστοι, ευμετάβλητοι, υποκριτές, αποφεύγουν τους κινδύνους, είναι άπληστοι για κέρδος, και όσο τους κάνεις καλό, είναι όλοι δικοί σου, σου προσφέρουν το αίμα τους, την περιουσία, τη ζωή, τα παιδιά τους […]» (σ.108).





«[…] οι άνθρωποι γενικά κρίνουν περισσότερο με τα μάτια παρά με το μυαλό, γιατί μπορεί να βλέπει ο καθένας, αλλά καταλαβαίνουν λίγοι. Ο καθένας βλέπει εκείνο που φαίνεσαι, λίγοι καταλαβαίνουν εκείνο που είσαι» (σ.116).



«Ας κατορθώσει λοιπόν ένας ηγεμόνας να νικήσει και να διατηρήσει το κράτος του: τα μέσα θα κρίνονται πάντοτε έντιμα και θα επαινούνται από τον καθένα γιατί ο όχλος εντυπωσιάζεται με εκείνο που φαίνεται και με το αποτέλεσμα ενός πράγματος και στον κόσμο δεν υπάρχει παρά μόνο όχλος» (σσ.116-7).


«Οι ηγεμόνες πρέπει να αναθέτουν τα ζητήματα που απαιτούν ευθύνη σε άλλους, ενώ τα ευχάριστα να τα κρατούν για τον εαυτό τους» (σ.124).



«Πρέπει ακόμα ένας ηγεμόνας […] στους κατάλληλους καιρούς του έτους, να κρατάει απασχολημένο το λαό με γιορτές και θεάματα» (σσ.147-8).
"Δεν μπορεί λοιπόν ένας ηγεμόνας να τηρεί τον λόγο του, όταν αυτή η τήρηση στρέφεται εναντίον του και έχουν εκλείψει οι αιτίες που τον έκαναν να δώσει υπόσχεση.Και, αν οι άνθρωποι ήταν όλοι καλοί, αυτό το δίδαγμα δεν θα ήταν καλό. Αλλά επειδή είναι μοχθηροί και δεν θα κρατούσαν τον λόγο τους σε σένα, και εσύ δεν χρειάζεται να τον κρατήσεις προς αυτούς. [...]
Και είναι τόσο αφελείς οι άνθρωποι και υποκύπτουν τόσο εύκολα στις υπάρχουσες ανάγκες, ώστε εκείνος που εξαπατάει θα βρίσκει πάντοτε κάποιους που θα αφήνονται να εξαπατώνται" (σσ.114-5).
***
Το ομοίωμα του «αρχιυπηρέτη του Σατανά» καίγεται δημόσια και ο Index librorum praehibitorum [2] του Πάπα στα 1559 περιλαμβάνει τον Μακιαβέλι στα απαγορευμένα για κάθε καλό Καθολικό βιβλία.
Την εποχή του γαλλικού Διαφωτισμού, ο Ρουσσώ, που τον θαυμάζει εξαιρετικά, βεβαιώνει πως ο Μακιαβέλλι, απλώς προσποιείται ότι οπλίζει τους τυράννους, στην πραγματικότητα όμως, σαν γνήσιος δημοκράτης, ενημερώνει το λαό για τις βρόμικες μεθόδους της εξουσίας.
Στην ουμανιστική εικόνα που η χριστιανική Ευρώπη τεχνούργησε για τον «καλό ηγεμόνα» (ευγενικός, μεγάθυμος, θρήσκος, ιπποτικός και ειρηνικός), ο Μακιαβέλλι, στα 1516, ρίχνει ένα ανελέητα σκληρό φως.
Είναι αλήθεια πως αποσπάσματα από τον «Ηγεμόνα» τροφοδότησαν σύγχρονες αντιδημοκρατικές και φασιστικές αντιλήψεις. Ο ίδιος ο Μουσολίνι έγραψε διατριβή πάνω στον Μακιαβέλλι («Preludio al Machiavelli,1924») και πολλοί στραγγαλιστές της δημοκρατίας γαλουχήθηκαν κι εκτράφηκαν με μερικές από τις πιο εκρηκτικές σελίδες του «Ηγεμόνα».
Το ερώτημα όμως είναι ποια είναι, ποια μπορεί να είναι, η ευθύνη του συγγραφέα γι’αυτό.
Διαβάζοντας τον «Ηγεμόνα» βλέπει κανείς πόσα από αυτά που διαβάζει είναι δίπλα του, συμβαίνουν μπροστά του και πόσο επίκαιρος είναι ο λόγος του.
Η δαιμονοποίησή του δημιούργησε πλήθος στερεοτύπων και μόνο αν τον διαβάσει κανείς προσεκτικά, ή διαβάσει τα «Σχόλια στον Τίτο Λίβιο» [3] μπορεί να σχηματίσει μια σαφή εικόνα για τα όσα περιγράφει και τότε θα δει ότι στην ουσία ο Μακιαβέλλι περιγράφει το τραγικό αυτό ηθικό αδιέξοδο που επιτείνεται όχι μόνο από τον αμοραλισμό του εξουσιαστή αλλά και από την αδιαφορία και την αλλοτρίωση του εξουσιαζόμενου [4].

Ο Μακιαβέλλι περιγράφει με διεξοδικό και αναλυτικό τρόπο την ρήση του Θρασύμαχου στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα:
«Φημί γαρ εγώ είναι το δίκαιον ουκ άλλο τι ή το του κρείττονος συμφέρον» (Εγώ λοιπόν σας λέω ότι δίκαιο δεν είναι τίποτα άλλο παρά το συμφέρον του ισχυρότερου) [5].
Τον Μακιαβέλλι τον μίσησαν πολλοί ηγεμόνες φανερά, όμως κρυφά τον αγάπησαν και τον αγαπούν.
Ο Μάρλοου τον αναγορεύει σε σκηνικό ήρωα που προλογίζει τον «Εβραίο της Μάλτας» και εκεί υπάρχει συμπυκνωμένη αυτή η αναντιστοιχία:

"Το όνομά μου μισητό σε όλους μπορεί να’ναι.
Όμως αυτοί που μ’αγαπούν, ούτε που το προφέρουν.
Ο Μακιαβέλλι είμ’εγώ, και όλοι ας το μάθουν
όσοι δε λογαριάζουνε ανθρώπους κι υποσχέσεις.
Αυτοί που τάχα με μισούν, στο βάθος με θαυμάζουν
κι όσοι ανοιχτά κατηγορούν αυτά που ‘χω γραμμένα,
κρυφά με μελετούν"
[6].

doctor
___________________________________________________

[1] Νικκολό Μακιαβέλλι (1469-1527)
Ο Νικκολό Μακιαβέλλι γεννήθηκε στη Φλωρεντία το 1469. Ήταν γόνος παλιάς οικογένειας, και η μόρφωση που έλαβε ήταν η συνηθισμένη ουμανιστική των αστών της εποχής. Από το 1498 ως το 1512 χρημάτισε γραμματέας της δεύτερης καγκελαρίας της Φλωρεντινής Δημοκρατίας. Υπό την ιδιότητά του αυτή πραγματοποίησε πολυάριθμες αποστολές σε διάφορες πόλεις της Ιταλίας και σε άλλες χώρες της Ευρώπης (Γαλλία, στην αυλή του Λουδοβίκου IB΄, στον αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό). Το 1502 είχε την ευκαιρία να γνωρίσει ως απεσταλμένος της κυβέρνησής του στο Ουρμπίνο και τη Σινιγκάλια τον Καίσαρα Βοργία, τον λεγόμενο δούκα Βαλεντίνο, το μελλοντικό πολιτικό του πρότυπο. Οι Εκθέσεις και οι Λόγοι του αποτελούν μαρτυρίες της διπλωματικής του δραστηριότητας αυτής της εποχής. Την ίδια περίοδο έγραψε και τις δύο έμμετρες Δεκαετίες (1504-1509). Το 1512 οι Μέδικοι επανήλθαν στη Φλωρεντία με τη βοήθεια των Ισπανών, πράγμα που είχε συνέπεια την άμεση απομάκρυνση του Μακιαβέλλι από τα πολιτικά αξιώματα. Φυλακίστηκε μάλιστα και βασανίστηκε, θεωρούμενος ένοχος για συμμετοχή στη συνωμοσία του Πιερπάολο Μπόσκολι. Όταν αποφυλακίστηκε, την άνοιξη του 1513, α¬ποσύρθηκε στο κτήμα του στο Αλμπεργκάτσιο, κοντά στο Σαν Κασιάνο στην κοιλάδα της Πίζας. Απομονωμένος εκεί, μακριά από την ενεργό πολιτική, την επάνοδο στην οποία πάντοτε λαχταρούσε, έγραψε τα σημαντικότερα έργα του, μεταξύ των οποίων και τον Ηγεμόνα. Το 1513 άρχισε τους Λόγους για τα πρώτα δέκα βιβλία του Τίτου Λίβιου, τους διέκοψε όμως για να γράψει, από τον Ιούλιο ως τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, τον Ηγεμόνα. Το 1516 ακολούθησε ο Διάλογος γύρω από τη γλώσσα, όπου υποστηρίζει τη χρησιμοποιηση της φλωρεντινής διαλέκτου, και το 1518 η κωμωδία Μανδραγόρας, που θ¬ωρείται από τα αριστουργήματα του θεάτρου του 16ου αιώνα. Το έργο του αυτό καθώς και το διαλογικό Περί της τέχνης του πολέμου (1519-1520) είναι τα μόνα που εκδόθηκαν όσο ζούσε ο συγγραφέας τους, το 1524 και το 1521 αντίστοιχα. Άλλωστε, ο Μακιαβέλλι ήταν τότε περισσότερο γνωστός ως κωμωδιογράφος παρά ως πολιτικός στοχαστής. Το 1520 έγραψε το ιστορικό έργο Η ζωή του Καστρούτσο Καστρακάνι και την ίδια χρονιά του ανέθεσε ο Ιούλιος των Μεδίκων τη συγγραφή της ιστορίας της Φλωρεντίας (Φλωρεντινές ιστορίες, 1520-1525). Στα 1525 χρονολογείται και το άλλο θεατρικό του έργο, η Κλιτία. Έγραψε επίσης τη νουβέλα Ο αρχιδιάβολος Μπελφαγκόρ και τα έμμετρα Κεφάλαια και Χρυσός γάιδαρος (αυτοβιογραφικό, αλληγορικό). Από το 1520 ο Μακιαβέλλι επανήλθε στην πολιτική ζωή, αλλά τα καθήκοντα που του ανέθεταν δεν ήταν τόσο σημαντικά όπως παλαιότερα. Πέθανε το χρόνο που επικράτησαν πάλι οι δημοκρατικοί στη Φλωρεντία. Οι υπηρεσίες όμως που είχε προσφέρει τα τελευταία έτη στους ευγενείς, τους έκαναν να μην τον εμπιστεύονται πια και δεν του έδωσαν κανένα αξίωμα. Ο Ηγεμόνας (εκδόθηκε το 1531) θεωρήθηκε διαβολικό βιβλίο. Σήμερα, παρά την καλύτερη γνώση και κατανόηση του έργου του και της προσωπικότητάς του, το όνομά του εξακολουθεί να προκαλεί ένα είδος τρόμου. Ο λόγος φαίνεται πως είναι το ότι ο διανοούμενος αυτός του 1500 τόλμησε να μιλήσει για πράγματα που, παρότι αποτελούν τους σταθερούς κανόνες που ακολούθησαν και ακολουθούν οι πε¬ρισσότεροι ηγεμόνες και οι κάθε είδους ηγεμονίσκοι όλων των εποχών, δεν λέγονται. Το σκανδαλιστικότερο ίσως έγκειται στο ότι προτρέπει σ’ αυτό τον τρόπο σκέψης και δράσης, και τούτο θεωρείται μεγάλο αμάρτημα, καθώς σε όλες τις κοινωνίες υπάρχει τεράστιο χάσμα ανάμεσα στη ζωή γενικότερα –και ειδικότερα στην πολιτική ζωή– και στην ηθική διαπαιδαγώγηση των πολιτών. Το ν’ αποκαλύπτεις τις σκέψεις και τις μεθόδους που βρίσκονται πίσω από πολιτικές ενέργειες και γεγονότα, αφαιρώντας τα προσχήματα του δικαίου, της ηθικής, της θρησκείας κ.λπ., είναι στις κοινωνίες μας χειρότερο από το να διαπράττεις τα ίδια τα εγκλήματα.
Πηγή:
http://www.kaktos.gr/default.asp?pid=13&itm=55
[2] Το Index Librorum Prohibitorum ("Κατάλογος Απαγορευμένων Βιβλίων") είναι ένα κατάλογος εντύπων τα οποία λογοκρίθηκαν από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία καθώς τα θεωρούσε επικίνδυνα για την ίδια και για την πίστη των μελών της. Στις διάφορες εκδόσεις του περιέχονται οι εκκλησιαστικοί κανόνες σχετικά με την ανάγνωση, την πώληση και τη λογοκρισία των βιβλίων.
Ο σκοπός του καταλόγου ήταν η αποτροπή της ανάγνωσης
ανήθικων βιβλίων και έργων, τα οποία περιείχαν θεολογικά σφάλματα, και της διαφθοράς των πιστών. Ο κατάλογος δεν συμπληρωνόταν αποκλειστικά ως αντίδραση σε βιβλία που είχαν ήδη κυκλοφορήσει. Οι Καθολικοί συγγραφείς είχαν τη δυνατότητα να υπερασπίσουν τα γραφόμενά τους και μπορούσαν στη συνέχεια να ετοιμάσουν μια νέα έκδοση του έργου τους με τις απαιτούμενες διορθώσεις ή περικοπές έτσι ώστε να αποφύγουν ή έστω να περιορίσουν την απαγόρευσή του. Η λογοκρισία πριν την έκδοση των βιβλίων ενθαρρυνόταν.
Ο πρώτος κατάλογος αυτού του είδους δεν δημοσιεύθηκε στην
Ρώμη, αλλά στην Ολλανδία το 1529. Η Βενετία και το Παρίσι ακολούθησαν αυτό το παράδειγμα (1543 και 1551). Το πρώτο ρωμαϊκό Index (Κατάλογος) ήταν έργο του Πάπα Παύλου Δ' (1557, 1559). Το έργο της λογοκρισίας θεωρήθηκε πολύ αυστηρό και, μετά από τον επαναπροσδιορισμό της εκκλησιαστικής νομοθεσίας στο ζήτημα της απαγόρευσης των βιβλίων, ο Πάπας Πίος Δ΄ ανακοίνωσε επίσημα το λεγόμενο Tridentine Index (Κατάλογος του Τριέδου), την βάση όλων των μετέπειτα καταλόγων μέχρι που ο Πάπας Λέων ΙΓ΄, το 1897, δημοσίευσε το Index Leonianus (Λεόντειος Κατάλογος). Οι πολύ πρώιμοι κατάλογοι ήταν έργο της Επιτροπής της Ιερής Υπηρεσίας (Congregation of the Holy Office) της Καθολικής Εκκλησίας (πρόκειται για την Επιτροπή της Ιεράς Εξέτασης [Sacred Congregation of the Inquisition], αργότερα γνωστή ως Επιτροπή για τo Δόγμα της Πίστης [Congregation for the Doctrine of the Faith]).
Πηγή: wikipedia.
[3] Μερικές σκέψεις του Μακιαβέλι, από τα «Σχόλια στον Τίτο Λίβιο»: «Όποιος έπαινος πρέπει σε αυτόν που θεμελιώνει μια δημοκρατία ή ένα βασίλειο, τόση κατάκριση αξίζει σε όποιον θεμελιώνει την τυραννία». «Όποιος αντιμάχεται όλο το λαό δεν βρίσκει ποτέ ησυχία, και σε όσο περισσότερη καταπίεση ξεπέφτει τόσο πιο αδύνατη γίνεται η εξουσία του. Το καλύτερο φάρμακο είναι να ζητήσει τη φιλία του λαού». «Ολέθρια για την πολιτεία είναι η εξουσία που κάποιος αρπάζει και όχι εκείνη που παραχωρείται με ελεύθερες εκλογές». «Περισσότερο γνωστικός και σταθερός είναι ο λαός παρά ο ηγεμόνας». Πηγή: «Νικολό Μακιαβέλι, Ο Ηγεμόνας, εκδ.Κάκτος, Επιλεγόμενα,σσ.200.
[4] Σταχυολογώντας από τα «Επιλεγόμενα» στον «Ηγεμόνα», ο.π., σσ. 179-229, που γράφει ο Σάκης Σαλκιτζόγλου.
[5] Πλάτωνος, «Πολιτεία», Α,10.
[6] Μάρλοου, «ο Εβραίος της Μάλτας».

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2007

Η πρώτη κοινοβουλευτική κυβέρνηση της Ελλάδας (1844)



Η πρώτη κοινοβουλευτική κυβέρνηση της Ελλάδας [1]

Η πρώτη κοινοβουλευτική κυβέρνηση της Ελλάδας, αυτή του Ιωάννη Κωλέττη, η οποία αναδείχθηκε δια της ψήφου του λαού το 1844 και τερμάτισε τον βίο της το 1847 με τον θάνατο του Κωλέττη, φανέρωσε εξαρχής ορισμένα χαρακτηριστικά στην άσκηση της εξουσίας τα οποία έκτοτε υπήρξαν μόνιμα των κυβερνήσεων της χώρας.

Ο Κωλέττης ηγέτης ενός από τους τρεις πολιτικούς σχηματισμούς που αναφέρονται έκτοτε ως «κόμματα» του «γαλλικού» ανήλθε στην εξουσία αφού κατόρθωσε να παραμερίσει τους δύο αντιπάλους του, ηγέτες των άλλων δύο σχηματισμών, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Ανδρέα Μεταξά, αρχηγούς αντίστοιχα του «αγγλικού» και του «ρωσικού» κόμματος.
Η έλλειψη κομματικής συνοχής στους τρεις πολιτικούς σχηματισμούς της εποχής έδωσε την δυνατότητα στον Κωλέττη να προσεταιριστεί υποστηρικτές των αντιπάλων του και να αναδειχθεί νικητής [2].

Τα χαρακτηριστικά της διακυβέρνησης της χώρας

1) Η κοινοβουλευτική αυτή πλειονοψηφία ήταν εκ των πραγμάτων επισφαλής εξαιτίας της έλλειψης κομματικής συνοχής. Μοναδικό συνεκτικό ιστό αποτελούσαν η νομή της εξουσίας και η προσδοκία νομής της. Για να διατηρήσει την πλειονοψηφία στη Βουλή, ο Κωλέττης ήταν υποχρεωμένος να ικανοποιεί όλους τους υποστηρικτές του, ή τουλάχιστον να μην τους δυσαρεστεί περισσότερο από όσο έκρινε πως επέτρεπαν οι περιστάσεις και οι προσδοκίες τους και να καλλιεργεί στους υποστηρικτές των αντιπάλων του την ανοχή που εμπνέει η προσδοκία να συμπεριληφθούν και αυτοί στον κύκλο εκείνων που νέμονταν την εξουσία.

2) Δεύτερο χαρακτηριστικό της διακυβέρνησης της χώρας από τον Ηπειρώτη πολιτικό ήταν η αποφυγή γενικά μέτρων που αναμένονταν να δυσαρεστήσουν πολιτικές ή κοινωνικές ομάδες και πρόσωπα, και συνεπώς να απειλήσουν τη σταθερότητα της κυβέρνησης.

Η πολιτική αυτή η οποία αποσκοπούσε πρωτίστως στην παραμονή της κυβέρνησης στην εξουσία με την αποφυγή ρήξεων με συμφέροντα εκπροσωπούμενα στο κοινοβούλιο, εξασφάλιζε κυβερνητική σταθερότητα, με τίμημα την κοινωνική και οικονομική υπανάπτυξη και αποτελμάτωση.

3) Το τρίτο χαρακτηριστικό της κυβέρνησης του Κωλέττη ήταν η προβολή της «Μεγάλης Ιδέας» του ελληνικού έθνους, της «αποστολής» που είχε η Ελλάδα να λυτρώσει όλους τους αλύτρωτους έλληνες στο πλαίσιο μιας μεγάλης και ισχυρής ελληνικής αυτοκρατορίας, καθώς και η καλλιέργεια της εντύπωσης ότι η κυβέρνηση θεωρούσε την πραγματοποίηση αυτού του οράματος πρωταρχικό της μέλημα και ιερό καθήκον. Καπετάνιοι της Ρούμελης και της βόρειας Ελλάδας προσκείμενοι στον Κωλέττη διενεργούσαν επιδρομές στις τουρκοκρατούμενες τότε ακόμα Θεσσαλία και Ήπειρο, στις οποίες χρησιμοποιούσαν εθελοντές κάθε προέλευσης, μεταξύ των οποίων και πολλούς ληστές προσκείμενους σε αυτούς. Οι συγκεκριμένες επιδρομές, τις οποίες ο αλυτρωτικός Τύπος πρόβαλλε ως συνέχεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, εξασφάλιζαν:

α) την περιοδική «εξαγωγή» του προβλήματος της ληστείας στην όμορη χώρα και στην ανακούφιση της Στερεάς από τα δεινά της μεγάλης αυτής μάστιγας
της υπαίθρου.

β) την ικανοποίηση των προσκείμενων στους κωλεττικούς καπετάνιους ληστών και άλλων εθελοντών εκτός της ελληνικής επικράτειας, και εις βάρος της όμορης επικράτειας και

γ) την εντύπωση ότι η κυβέρνηση προωθούσε με σθένος τη Μεγάλη Ιδέα.

Από τις άμεσες συνέπειες αυτής της πολιτικής ήταν αφενός η έξαρση του προβλήματος της ληστείας, αφετέρου η σύνδεση των ληστών με τον αλυτρωτισμό και η «αποδοχή» τους ως τμήματος του αλυτρωτικού στρατού του έθνους.

Σύμπτωμα ενός σοβαρότερου προβλήματος παρά συνέπεια αυτής της πολιτικής –το οποίο όμως έφερε στην επιφάνεια η πολιτική του αλυτρωτισμού- ήταν η προφανής αυτοεξαπάτηση του έθνους και της ηγεσίας του και η αποδοχή αυτής της αυτοεξαπάτησης.
Αυτή ήταν η πρώτη σοβαρή άσκηση του έθνους και της ηγεσίας του στη φυγή από την πραγματικότητα, με την αποδοχή ενός υποκατάστατου εθνικής ανάπτυξης[3].


Οι αγρότες της Ελλάδας είχαν ήδη εισέλθει με την ανοχή των εκπροσώπων της κεντρικής και της τοπικής εξουσίας στο στάδιο της εξαπάτησης των εθνικών γαιών, την οποία νομιμοποίησε η τότε κυβέρνηση του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου με ειδικό προς τούτο νόμο.

Οι βουλευτές, όπως παλαιότερα οι πρόκριτοι της Τουρκοκρατίας και οι πληρεξούσιοι του Αγώνα, ήταν ουσιαστικά κηδεμόνες «πολιτικώς ανήλικων» και εκπρόσωποι της κεντρικής εξουσίας, μεριμνούσαν δε για τα συμφέροντα των πολιτικών φίλων τους που αποτελούσαν τα ερείσματα της επιρροής και της ισχύος τους, και προήγαν τα ίδιά τους συμφέροντα. Τη λειψή αυτή αντιπροσώπευση καθιστούσαν ακόμα πιο προβληματική ο αναλφαβητισμός, το πρωτόγονο σύστημα συγκοινωνιών, η οικονομική δυσπραγία και η βία στην ύπαιθρο, τόσο η κρατική όσο και η παράνομη.

Οι χωρικοί, οι οποίοι αποτελούσαν την πλειονότητα του πληθυσμού, εκτεθειμένοι όπως ήταν στα όργανα των ισχυρών και απροστάτευτοι από τα όργανα της τάξης και του νόμου, έδιναν την ψήφο τους συνήθως σε εκείνους προς τους οποίους δυσπιστούσαν λιγότερο ή σε εκείνους που φοβούνταν περισσότερο. Ενίοτε δε ήταν σε θέση να παράσχουν την υποστήριξή τους έναντι προσωπικών ωφελειών.
Οι συζητήσεις στη Βουλή για τον έλεγχο των εκλογικών αποτελεσμάτων φανερώνουν όλα τα μέσα που μετέρχονταν οι υποψήφιοι και τα όργανά τους στην ύπαιθρο –συκοφαντικές επιθέσεις εναντίον αντιπάλων, ψευδείς ειδήσεις, απειλές και χρήση βίας διά των ληστών ή των οργάνων της τάξης.

doctor

______________________________________________

[1] Ελλάς, η σύγχρονη συνέχεια, σελ.133-135 Πληροφορίες για το βιβλίο:
http://dimitrisdoctor.blogspot.com/2007/07/macedonian-slavs.html

[2] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΓ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, σελ.112 κ.εξ.
[3] J.S. Koliopoulos, Brigands with a Cause. Brigandage and Irredentism in Modern Greece, 1821-1912, Oxford University Press, New York 1987, pp.121ff.

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2007

Το Δημόσιο, οι εκλογές και το "σύστημα"





Παρακάτω παρουσιάζεται το "προεκλογικό κλίμα" των πρώτων εκλογικών αναμετρήσεων από το 1844 και εντεύθεν, αλλά και το greek dream που ήταν, είναι και θα είναι μια θέση στο Δημόσιο.

Διαβάζοντας τα παρακάτω, έρχεται η σκέψη: "Σαν να μην πέρασε μια μέρα..."


Από το έξοχο βιβλίο "Ελλάς, η σύγχρονη συνέχεια"[σελ.148-153] (πληροφορίες για το βιβλίο και τους συγγραφείς σε παλαιότερό μου ποστ: http://dimitrisdoctor.blogspot.com/2007/07/macedonian-slavs.html


Η σταδιοδρομία στο Δημόσιο υπήρξε, αμέσως μετά την σύσταση της ανεξάρτητης πολιτείας, η κυριότερη επιδίωξη των ελεύθερων πλέον ελλήνων.
Η αναζήτηση μιας θέσης στο Δημόσιο ακόμα και όταν οι αποδοχές από αυτήν ήταν χαμηλές και επισφαλείς, ακόμα και όταν υπήρχαν ευκαιρίες ασύγκριτα πιο δελεαστικές στον ιδιωτικό τομέα, ακόμα και τότε το δημόσιο δεν έπαυε να συγκεντρώνει τις προτιμήσεις των ελληνικών οικογενειών.
Η εξήγηση μάλλον βρίσκεται στη βαθύτατα ριζωμένη καθώς φαίνεται ανασφάλεια των ελλήνων, η οποία δεν εξέλιπε όταν άρθηκαν οι συνθήκες που την είχαν δημιουργήσει και τροφοδοτήσει, όταν δηλαδή εγκαθιδρύθηκε ελληνική ανεξάρτητη και ευνομούμενη πολιτεία.
Η αναζήτηση μιας θέσης στο δημόσιο είχε ως κίνητρο όχι μόνο – ή όχι τόσο- τις υλικές απολαβές που εξασφάλιζε αυτή, όσο το αίσθημα ασφάλειας που παρείχε η ταύτιση με την εξουσία, η αίσθηση του κατόχου της θέσης ότι αποτελούσε μέλος της λέσχης των ισχυρών αρχόντων, οι οποίοι αποφάσιζαν για τις τύχες των ανίσχυρων αρχομένων. Μια τέτοια θέση, ακόμα και μια ταπεινή θέση στο γραφείο του τοπικού πολιτευτή, αναβίβαζε τον κάτοχό της από εκείνους που καλούνταν πάντοτε να δίνουν, σε εκείνους που είχαν να λαβαίνουν, από τους πολλούς δότες στους ολίγους δέκτες των ευεργετημάτων της εξουσίας.
Η πολιτική υπήρξε ο ιμάντας που κινούσε τη στελέχωση των δημόσιων υπηρεσιών, ο τροφοδότης του δημοσίου με τους θεσιθήρες πελάτες των πολιτικών, το όχημα που οδηγούσε στη γη της επαγγελίας.


Όλοι θεωρητικά μπορούσαν να διεκδικήσουν ή να ονειρευτούν μια θέση στον επίγειο παράδεισο, λίγοι όμως κατόρθωναν να την κερδίσουν, όχι απαραίτητα όσοι διέθεταν τα απαιτούμενα προσόντα, αλλά οι «φίλοι» του πολιτευτή ή του βουλευτή.
Ο βουλευτής, με την ιδιότητα του μεσάζοντας μεταξύ της εξουσίας και των αρχομένων εκλογέων του, είχε την ανάγκη «φίλων», πελατών που αποτελούσαν τα ερείσματά του. Η προκήρυξη εκλογών κινητοποιούσε των κύκλο των φίλων του υποψήφιου βουλευτή, τον μηχανισμό εκείνο χωρίς τον οποίο δεν ήταν σε θέση να κατακτήσει την επίζηλη έδρα στην βουλή.



Οι λόγοι στις πλατείες και το κομματικό χρίσμα συνέβαλλαν στην προβολή του υποψηφίου, απαραίτητος όμως ήταν ο κύκλος των πολιτικών φίλων, αυτών που έργο τους ήταν να εκπονήσουν το σχέδιο εξασφάλισης ψήφων, να επισκεφτούν τους δικούς τους «φίλους» και τους ψηφοφόρους, να διερευνήσουν τις ανάγκες του καθενός και να δώσουν στον καθένα τις δέουσες υποσχέσεις, να τους δελεάσουν με την προσφορά των αναμενόμενων κατά περίπτωση ευεργετημάτων όταν ερχόταν ο εκλεκτός τους εν τη βασιλεία του.






Για τους εκλογείς η προκήρυξη εκλογών σήμαινε την έναρξη μιας διαδικασίας που απαιτούσε όλη την προσοχή τους και όλα τα προσόντα που διέθεταν ή έπρεπε να πείσουν πως διαθέτουν.
Γίνονταν αποδέκτες υποσχέσεων, και οι υποσχέσεις ήταν ευθέως ανάλογες προς τις ψήφους που «ήλεγχαν». Οι εκλογείς έπρεπε να δεχτούν τους φίλους όλων των υποψηφίων, να ακούσουν τις προσφορές όλων και να μην απορρίψουν κανενός τις υποσχέσεις, όσο απατηλές και αν ήταν, να διαπραγματευτούν με τους υποψηφίους ή τους φίλους τους ψήφους έναντι ευεργετημάτων, εν ανάγκη να δώσουν τις ψήφους της οικογένειας σε περισσότερους του ενός υποψηφίους.

Για λίγο, όσο διαρκούσε ο προεκλογικός αγώνας, ο ανίσχυρος και άσημος αρχόμενος βρισκόταν στο κέντρο της πολιτικής ζωής του τόπου: δεχόταν τις υποσχέσεις και τις φιλοφρονήσεις των αρχόντων, του απηύθυναν τον λόγο, ήταν εκλογέας.

Αυτή όμως ήταν η μία όψη του προεκλογικού «νομίσματος», η οποία συνήθως προκαλούσε τα πικρόχολα σχόλια των κυνικών παρατηρητών που πίστευαν ότι ο προεκλογικός αγώνας ήταν μια θεατρική παράσταση που κάθε φορά επιβεβαίωνε την αναξιοπιστία των πολιτικών και την αφέλεια των πολιτών.
Τα ευεργετήματα της συναλλαγής ήταν για εκείνους τους εκλογείς που κατόρθωναν να πείσουν τους υποψηφίους ή τους φίλους τους πως αποτελούσαν υπολογίσιμους παράγοντες της πολιτικής ζωής. Το ευεργέτημα δεν ήταν μόνο το αντάλλαγμα της προεκλογικής συναλλαγής, αλλά και η αμοιβαία υπόσχεση συνεχούς συνεργασίας των δύο συμβαλλόμενων μερών.
Η νομιμοποίηση κάποιας καταπάτησης δημόσιας γης, η παρέμβαση για την επίσπευση των χρονοβόρων διατυπώσεων που απαιτούσαν διάφορες συναλλαγές με το δημόσιο, η επίλυση κάποιας διαφοράς με επικίνδυνους αντιδίκους, πάνω απ’όλα όμως η «θέση» στο δημόσια ήταν τα επιδιωκόμενα και προσφερόμενα ευεργετήματα.



Αυτά και άλλα συναφή ευεργετήματα θεωρήθηκαν παρεκβάσεις που αλλοίωναν την εύρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος και αποδόθηκαν με τον αρνητικό όρο «ρουσφέτι».
Αυτού του είδους ο χαρακτηρισμός ωστόσο δεν αποδίδει την πραγματικότητα.
Τα ευεργετήματα από τη συναλλαγή των αιρετών αρχόντων με τους αρχομένους εκλογείς δεν ήταν οι εξαιρέσεις στον κανόνα, δεν ήταν ούτε καν παρεκβάσεις από το κανονικό, ήταν ο κανόνας, το ίδιο το «σύστημα» που είχε γίνει αποδεκτό από την εποχή του Αγώνα.


Εξαιρέσεις και παρεκβάσεις στο «σύστημα» συνιστούσαν οι νόμοι και οι διάφοροι κανονισμοί που θέσπιζαν όλοι εκείνοι που μάχονταν εναντίον του «συστήματος», αλλά που και αυτοί υπέκυπταν, αργά ή γρήγορα, και συνθηκολογούσαν με το «σύστημα».

Το «σύστημα» ήταν ακαταμάχητο, αξιόπιστο, σοφό, λειτουργούσε δε με τη βεβαιότητα που εμπνέουν τα φυσικά φαινόμενα και κινούσε ολόκληρη την χώρα για την άλωση του δημοσίου και την εκποίησή του.
Καμπή στην εξέλιξη του «συστήματος» της άλωσης του δημοσίου μέσω των ευεργετημάτων της πολιτικής αποτέλεσαν οι μεταρρυθμίσεις του Τρικούπη και του Βενιζέλου που θέσπισαν την μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων.
Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, οι οποίες αποσκοπούσαν στην προστασία της κρατικής μηχανής από τις παρεμβάσεις των πολιτικών και στην αύξηση της αποδοτικότητάς της, εξασφάλισαν τον θρίαμβο του «συστήματος», αφενός επειδή αύξησαν δραματικά την αξία και συνεπώς και την ζήτηση των θέσεων του δημοσίου, αφετέρου επειδή συνέβαλαν στη συνεχή διόγκωση της κρατικής μηχανής.





Δημόσιοι υπάλληλοι το 1927 στο Δημοτικό Κήπο Κιλκίς


Πριν από την θέσπιση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, κάθε αλλαγή κυβέρνησης στην εξουσία σήμαινε και εκτεταμένες αλλαγές στις δημόσιες υπηρεσίες: αποχωρούσαν οι ευεργετηθέντες της κυβέρνησης που εγκατέλειπε την εξουσία, για να πάρουν τις θέσεις τους οι ευνοούμενοι της νέας κυβέρνησης.
Με τη θέσπιση της μονιμότητας, η κάθε κυβέρνηση απλώς πρόσθετε τους ευνοούμενούς της στους ευνοούμενους των προκατόχων κυβερνήσεων.
Οι περήφανοι λειτουργοί της κρατικής μηχανής, οι επί χρόνια πολιορκητές του δημοσίου, οι συχνά ταπεινωθέντες και εξαπατηθέντες υπηρέτες του «συστήματος» ήταν τώρα οι εκλεκτοί του «συστήματος»- οι δημόσιοι υπάλληλοι.

Οι χθεσινοί ταπεινοί αλλά ακάματοι υπηρέτες του «συστήματος» ήταν τώρα οι αφέντες του τόπου- υπολογίσιμοι από τις κυβερνήσεις που έρχονταν και παρέρχονταν, υπολογίσιμοι από τους συναλλασσόμενους πολίτες.
Η ασφάλεια της μονιμότητας ωστόσο δεν άλλαξε τη σχέση του κατόχου της θέσης στο δημόσιο με το ίδιο το δημόσιο.

Το δημόσιο συνέχισε να θεωρείται ο εκτός της οικογενείας χώρος του πολέμου, της αρπαγής και της λεηλασίας.
Τα «τυχερά» της υπηρεσίας, από τα δώρα των ευεργετηθέντων πολιτών έως τις εκβιαστικές απαιτήσεις σεβαστών ποσών για την εξυπηρέτηση, ήταν τα λύτρα που καλούνταν να καταβάλλουν οι πολίτες που ετίθεντο σε καθεστώς ομηρίας όταν έπρεπε να λύσουν ζητήματά τους στις υπηρεσίες του δημοσίου.

Η υπογραφή και η σφραγίδα του αφέντη κατόχου της δημόσιας θέσης, τα σύμβολα της ισχύος του, είχαν την τιμή τους.
Με τη λεία από τις επιδρομές του κατοχυρωμένη και αδιαμφισβήτητη, ο αφέντης επέστρεφε στην οικογένειά του, όπου ήταν καλός πατέρας, αδερφός, σύζυγος και γιος.

Στις σπάνιες και διακριτικές επικρίσεις του «συστήματος» από τους ελάχιστους ειλικρινείς υποστηρικτές της κοινωνίας των πολιτών που καλλιεργήθηκε στη Δύση, έσπευδαν κατά κανόνα να διαμαρτυρηθούν για την προσβολή της εθνικής φιλοτιμίας, των ελληνικών «ιδιαιτεροτήτων», της ελληνικής οικογένειας οι αυτόκλητοι πάντοτε υπερασπιστές της «ελληνικής πραγματικότητας εν ονόματι των εθνικών παραδόσεων.

Από μια άποψη το «σύστημα» υπήρξε μια από τις ανθεκτικότερες εθνικές παραδόσεις των ελλήνων: Όρθωσε περήφανα το ανάστημά του στους εξ Ευρώπης ανακαινιστές, στον Καποδίστρια, στους Βαυαρούς και σε όλους όσους ακολούθησαν, τους απομόνωσε ή τους εξόντωσε.




***


Αντί επιλόγου, αφήνω τον μεγάλο Εμμανουήλ Ροΐδη να μας θυμίσει ότι πάντα υπήρχαν άνθρωποι που δεν έτρωγαν κουτόχορτο:


"Αν υπήρχε λεξικόν της νεοελληνικής γλώσσης, νομίζομεν ότι ο ορισμός της λέξεως «κόμμα» ήθελεν είναι ο ακόλουθος:

«Ομάς ανθρώπων ειδότων ν’αναγιγνώσκωσι και ν’ανορθογραφώσιν, εχόντως χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες, ενούμενοι υπό ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν’αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παράσχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσιν» […]

Η θέσις των παρ’ημίν πολιτευομένων πολύ ομοιάζει την των αυτοκρατόρων της βυζαντινής Ρώμης, οίτινες προς κατάληψιν του θρόνου συνεμάχουν μετά Φράγκων, Τούρκων και Βουλγάρων, εις ους αυτοί τε και οι υπήκοοι αυτών επλήρωνον έπειτα λύτρα. Απαραλλάκτως και οι ημέτεροι φατριάρχαι, προς σχηματισμόν ή ενίσχυσιν κόμματος, εστρατολόγουν εκ των τριόδων μισθοφόρους, ους επλήρωνον δια δημοσίων χρημάτων, ήτοι δια θέσεων περιττών.
Των τοιούτων μισθοφόρων επί τοσούτον επολυπλασιάσθη προϊόντος του χρόνου ο αριθμός και το θράσος, ώστε κατέστησαν σήμερον η μόνη αξιόμαχος δύναμις της Ελλάδος, προ της οποίας και βασιλεία και κυβέρνησις και βουλή και ολόκληρον το έθνος κύπτει το γόνυ μετά τρόμου.

Πηγή: Εμμανουήλ Ροΐδης, Άπαντα, επιμ.Άλκης Αγγέλου, Αθήνα, 1978, τομ.Β’ σελ.138 από το σατυρικό έντυπο «Ασμοδαίος», 9 Ιουνίου 1875 και σελ.198 από το ίδιο έντυπο, 11 Ιουλίου 1876.

doctor