Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θρησκεία/Φιλοσοφία/Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θρησκεία/Φιλοσοφία/Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

Περί έρωτος και Ηθικής



Πριν λίγες μέρες μπήκα στο blog της Σίσυς Δουτσίου και διάβασα αρκετά ποιήματά της.
Ένα από αυτά μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και η ατμόσφαιρά του μου θύμισε κάτι από τον "Αντίχριστο", τη νέα ταινία του Lars Von Trier.
Το ποίημα της Σίσσυς είναι πολύ δυνατό, σκληρό, βρώμικο ενίοτε αλλά όχι χυδαίο -κατ'εμέ- και αποτελεί το ξέσπασμα μιας πόρνης η οποία από αντικείμενο ηδονής και απλός σπερματοδέκτης μεταμορφώνεται σε κατήγορο ενός σάπιου συστήματος το οποίο κρίνει άλλοτε με τα όπλα του "εχθρου" (την υποκριτική ηθική του μέσου μικροαστού) και άλλοτε ταξικά (το ζευγάρωμα της πόρνης με τον κοιλαρά πλούσιο αποτελεί την τέλεια αποστροφή).

Όλο το υπέροχο ποίημα μπορείτε να το διαβάσετε εδώ: http://ecstaticpoetrysemeli.blogspot.com/2008/09/blog-post.html

Ο σύνδεσμος αυτού του ποιήματος με την ταινία του Τρίερ (που δεν έχουν κάποια άμεση σχέση ή συσχέτιση παρά μόνο στο ότι ακροβατούν υπέροχα ανάμεσα στο αισθησιακό και το χυδαίο, ανάμεσα στο φυσιολογικό και στην διαστροφή (ποιος άραγε νομιμοποιείται να θέτει όρια και που αυτά εκτείνονται;) είναι μια έξοχη κριτική της ταινίας του Τρίερ από τον Γιώργο Ευθυμίου εκ της οποίας παραθέτω το εξής εκπληκτικό (δεν θα πιστέψετε ότι ο Γιώργος έχει γεννηθεί το 1988):


"Η ιστορία που θα αφηγηθεί ο Δανός auteur είναι επί της ουσίας η ιστορία του Αδάμ και της Εύας ανάστροφα. Η μονάδα μέτρησης του χρόνου δεν είναι η γέννηση του Μεσσία. Αλλά η απόσταση από τον κήπο της Εδέμ, δηλαδή απ`το αρχέτυπο.
Αυτός ο Αδάμ και αυτή η Εύα έχουν διαπράξει το προπατορικό αμάρτημα και κάθε άλλο δαιμόνιο του πολιτισμένου κόσμου.



Η ιστορία που θα μας διηγηθεί ο Δανός σκηνοθέτης δεν είναι μια ιστορία γέννησης, αλλά μια ιστορία επιστροφής. Όχι επιστροφής στο χρόνο, αλλά μια ιστορία επιστροφής στην ανθρώπινη Φύση. Το περίγραμμα μας μορφώνεται από μια σειρά θεριεμένων ενστίκτων και παρορμήσεων, που περιμένουν μια κρίση πανικού για να χυθούν ως ηφαιστιογενής λάβα στο πλαστό περιτύλιγμα μας. Ο πόνος, η θλίψη, και η απόγνωση είναι στοιχεία του ανθρώπινου DNA. Το χρέος μας δεν είναι κάποιος φυγόπονος εξορκισμός τους. Το χρέος μας είναι η συμφιλίωση μας μαζί τους. Χαρακτηριστικά (και αυτοβιογραφικά) λέγεται: "Η κατάθλιψη δεν είναι ασθένεια. Είναι η φυσική αντίδραση του οργανισμού ως προς την πραγματικότητα."




Άλλα δύο υλικά που "δένουν" αυτή τη σύζευξη είναι η "κρυφή ζωή των αστών" του Νίκου Δήμου, όσον αφορά την σεμνοτυφία και τη λατρεία του "τύπου" και του "φαίνεσθαι" του μέσου (μικρο)αστού όπως αυτή εκφράζεται από το μισογυνισμό του Χριστιανισμού της Βικτωριανής εποχής και το "υπέρ πορνογραφίας" του Θανάση Τριαρίδη, όσον αφορά την κοινωνική απομόνωση της ερωτικής πράξης και τον εξοβελισμό της από την Τέχνη ως κάτι το μιαρό, παρά το ότι είναι κάτι το εντελώς φυσιολογικό. Όλα αυτά μέσω μιας υποκριτικής χριστιανικής Ηθικής που μισεί το σώμα και τους χυμούς του, που επιζητεί τον πόνο, την τιμωρία του και την άρνησή του.


Αφιερωμένο λοιπόν το σημερινό θέμα στους ... 5 δράστες: Σίσσυ Δουτσίου, Νίκο Δήμου, Θανάση Τριαρίδη, Γιώργο Ευθυμίου και Lars von Trier.
doctor

Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

H απορία του ληστή


Η απορία του ληστή (του Νίκου Δήμου)

Από μικρό παιδί, όταν άκουγα τα Ευαγγέλια της Μεγάλης Πέμπτης ένιωθα συμπάθεια για τον αντιπαθέστερο ληστή. Όχι εκείνον που είπε το περίφημο “Μνήσθητί μου Κύριε…”, αλλά τον άλλο που “εβλασφήμει... λέγων: ει συ ει ο Χριστός, σώσον σεαυτόν και ημάς”.
Αυτόν δεν τον πήρε μαζί του ο Ιησούς στον Παράδεισο, όπως τον πιο θεοφοβούμενο ομότεχνό του (“...σήμερον μετ'εμού έση εν τώ παραδείσω”). Τότε έβρισκα άδικη αυτή την προτίμηση. Γιατί να μην αξιωθεί κι ο άλλος αμαρτωλός την σωτηρία; Έστω κι αν είχε “βλασφημήσει”. (Πού; Πώς; Κι αυτό μου φαινόταν ασαφές.)
Δεν ξέρω πόσο καλά θυμόσαστε τη σκηνή (Λουκ. κγ' 39-44): Στον “Κρανίου Τόπον” σταυρώνεται ο Ιησούς, μαζί του και οι δύο “κακούργοι”. “Ον μεν εκ δεξιών ον δε εξ αριστερών”. Ο πρώτος κάνει τη βλάσφημη ερώτηση. Ο δεύτερος τον επιπλήττει: “Ουδέ φοβεί συ τον Θεόν;...”. Εμείς, συνεχίζει, δίκαια τιμωρούμεθα “ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξε.” Και, στρεφόμενος προς τον Ιησού: “Μνήσθητί μου Κύριε όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου”.
Τώρα, μετά τόσα χρόνια, μπόρεσα να εντοπίσω την δυσφορία μου. Ο “βλάσφημος” ληστής, με την ωμή, πραγματιστική απορία του, εκφράζει κάτι πολύ ανθρώπινο: τον ορθό λόγο. Τιμωρείται επειδή σκέπτεται λογικά - με τον τρόπο δηλαδή που είμαστε προγραμματισμένοι να λογιζόμαστε.




Γιατί, όσο κι αν φαίνεται αφελής η ερώτησή του, δεν παύει να είναι ακλόνητα λογική. Δεν αρνήθηκε, ούτε καν αμφισβήτησε την θεότητα του Ιησού. Την έθεσε σε απορητική δοκιμασία. (Αν...) Η βλασφημία του ήταν ότι δεν μπόρεσε να δεχθεί σαν δεδομένο το απίθανο - το ότι σταυρώνεται δίπλα του ο Υιός του Θεού!
Αν μάλιστα προεκτείνει κανείς περισσότερο την απορία του ληστή, μπορεί να περιλάβει όλο το “παράδοξο” (που θα έλεγε ο Kierkergaard) ή το “παράλογο” (absurdum, Τερτουλλιανός) του Χριστιανισμού. Γιατί ο παντοδύναμος και πανάγαθος Θεός έπρεπε να διαλέξει ένα τόσο έμμεσο, περίπλοκο (και παράξενο!) δρόμο για την λύτρωση του ανθρώπου;
Ενανθρώπιση, Σταύρωση, Ανάσταση - τόσα θαύματα παρά την λογικήν - κι ακόμα ο πόνος κι η οδύνη περισσεύουν!
Μπορούσε, απλούστερα, ο Ποιητής των Πάντων, να καταργήσει το Κακό στον κόσμο. Μπορούσε (να η αφελής, βλάσφημη, ευθύγραμμη λογική) να ακυρώσει την αμαρτία. Γιατί να μην είναι αυτός ο κόσμος Παράδεισος; Τι νόημα έχει που αφήνει τον άνθρωπο να βασανίζεται; Τι εξυπηρετεί ο πόνος κι ο θάνατος αθώων; Κι αυτός ακόμα ο “κακός” ληστής, πόσο υπεύθυνος είναι για την κακία του - όταν τον έχει πλάσει μια πανάγαθη και πανίσχυρη βούληση;



Βέβαια ο ληστής, αν ήταν διανοούμενος, θα μπορούσε να πει με τον Τερτουλλιανό: “δύναμαι να το πιστέψω, επειδή είναι ανόητο (quia ineptum est)” ή “το θεωρώ σίγουρο διότι είναι αδύνατο (quod impossibile est)”. Μη ων σοφός, είπε αυτό που θα έλεγε κάθε άνθρωπος, ακολουθώντας τους νόμους της σκέψης. Είπε (κι αυτό μέσα στον πόνο, στο μαρτύριό του): “Αν είσαι ο εκλεκτός, τότε σώσε τον εαυτό σου και μας”. Και για αυτή του τη σκέψη, δεν αξιώθηκε τον Παράδεισο.
Ίσως ξενίζει που ονομάζω αυτόν τον άξεστο άνθρωπο ορθολογιστή. Όμως η πρόταση “αν... τότε” βρίσκεται στη βάση κάθε ανθρώπινης συλλογιστικής και επιστήμης. Η (όποια) θεωρία ξεκινάει με μία υπόθεση (αν) και ολοκληρώνεται με κάποια δοκιμή (τότε). Ο ληστής, όπως κι ο άλλος ορθολογιστής, ο Θωμάς, γύρευε κάποια απόδειξη. (Αν και, μέσα στο μαρτύριό του, μπορεί ακόμα περισσότερο να ζητούσε μια σωτηρία.)
Θαυμάζω αυτούς που, σαν τον καλό ληστή, πιστεύουν στο απίθανο χωρίς τεκμήρια. Πολλές φορές λυπάμαι που δεν μπορώ να τους ακολουθήσω. Θα ήταν σίγουρα πολύ πιο άνετη μία ζωή χωρίς τον καταναγκασμό της λογικής. Αλίμονο - όσο κι αν προσπάθησα, δεν κατόρθωσα να ξεφύγω από τον κλοιό της. (Παρά μόνο στους χώρους της Τέχνης. Το δικό της Θαύμα με πείθει.)
Φυσικό λοιπόν να συμπαθώ όσους μου μοιάζουν. Σαν τον "κακό" ληστή. Φοβάμαι πως, στην θέση του, τα ίδια θα έλεγα (αν τα κατάφερνα να μιλήσω. Δεν αντέχω τον πόνο.) Έστω, θα τα σκεφτόμουνα. Και θα έχανα τον Παράδεισο.
Κι ας μην σκεφθεί κανείς πως δεν εκτιμώ το κήρυγμα της Αγάπης. Ίσα-ίσα, που είμαι φανατικός οπαδός της. Ακριβώς επειδή υπάρχει ο πόνος στον κόσμο κι επειδή είναι παράλογος (κι ο πόνος κι ο κόσμος) η αγάπη είναι η μόνη καταφυγή. Την βλέπω όμως όχι σαν δοξολόγηση της κατάστασης των πραγμάτων - αλλά σαν διαμαρτυρία εναντίον της. Γιατί αν δεν ήταν ο κόσμος άδικος και παράλογος, τι θα χρειαζόταν η αγάπη;
Και γι αυτό (επειδή πιστεύω στην αγάπη) τρέφω ακόμα την παλιά παιδική μου πεποίθηση. Πως ο Χριστός, αφού τέλειωσαν όλα, θα ξαναθυμήθηκε και τον "κακό" ληστή. Και θα τον φώναξε κοντά του, στον Παράδεισο.
***
Καλό Πάσχα σε όλους.
doctor

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008

Καλώς ήρθες ξένε στον τόπο μου

Active Member (δείτε το παρακάτω video και διαβάστε τους στίχους πιο κάτω)






Βάζω λίγο σκοτάδι και λιγάκι βροχή
για να σου φτιάξω μια παράξενη αρχή
και να σε ξεμακρύνω λίγο από τη σκέψη σου
που έτσι κι αλλιώς ξεσυνερίζεται το κέφι σου.





Σε πάω σε δρόμο μικρό, σε σοκάκι παλιό
σ' ένα αιώνια ποτισμένο απ’ το κρασί καπηλειό,
μέρος κακόφημο, ακόμα και για το στοχασμό μου
που ούτε κι ο φόβος δε με φέρνει στ’ όνειρό μου.

Εδώ λοιπόν, θα μοιραστώ μια ιστορία μαζί σου που 'ναι σα να συνέβη χθες και ορκίσου αν σε πειράξει τόσο που ντραπείς πουθενά να μη τη πεις.



Καλώς ήρθες, ξένε στο τόπο μου άραξε δίπλα να σου βάλω ένα κρασί να πιεις
συγχώρεσέ με λιγάκι για τον τρόπο μου, μα με βρήκες στην αγκαλιά της ντροπής.
Ξέμεινα μόνος μου, πάρε και κάτσε όπου θες κουρασμένο σε βλέπω, πρέπει καιρό να γυρίζεις, όμως μέσα στη ζαλάδα μου και πίσω απ’ τις σκιές σα να μου φαίνεται πως κάτι μου θυμίζεις.

Γεια σου και σένα, έλειπα χρόνια ήμουνα κάπου μακριά με φέραν πίσω δυνατές φωνές και κάποιες τύψεις που μου είπαν πως εδώ κοντά έχω γεννηθεί κι έχω πεθάνει δυο χιλιάδες φορές.

Ω, να τα μας, καλά είπα όταν σε είδα πως σίγουρα παράξενα θα πρέπει να μιλάς από άλλο κόσμο έχεις απάνω σου σφραγίδα αυτά τα αγκάθια στο κεφάλι και τα ρούχα που φοράς.

Κάποτε κάποιοι μου το φόρεσαν για στέμμα και με χλευάζανε μεγάλο βασιλιά ακόμα τρέχει από τότε φρέσκο αίμα σ' αυτά που ανέβηκαν του χρόνου τα σκαλιά. γι’ αυτό με βλέπεις μέσα στις σκιές σαν να φοβάμαι και να θέλω να γλιτώσω μια προσευχή σ’ ένα περβόλι με ελιές δε με αφήσανε ποτέ να την τελειώσω.

Κι όμως μυρίζεις ουρανό και χώματα κι αυτή την όμορφη δροσιά της σιωπής

Είναι που μ' έφεραν εδώ αλλόκοτα μαλώματα άκου, λοιπόν, τι θα τους πεις:
Αφού φωνάζουν όλοι αυτοί κι αφού σκοτώνουν στ’ όνομα μου πες αναβάλλεται η γιορτή πάω να ξαπλώσω στα καρφιά μου.
Πες τους ο χρόνος πως τρελάθηκε δε κάνει στάση Γολγοθά πες ο παράξενος πως χάθηκε κι έφυγε οριστικά .

Μπερδεμένα μου τα λες, αλλά γουστάρω πρέπει να σπούδασες τη τέχνη του μυαλού ή σαν κι μένα όταν με πιάνει και σαλτάρω και πίνω εδώ, με πιάνει αλλού.

Γι' αυτό και εγώ ήρθα εδώ και σε διάλεξα πιωμένο για να μπορέσεις την αλήθεια να τους πεις κάτω από το φως το μέτωπο έχεις ιδρωμένο, μα το προσέχεις καθαρό, δε θα ντραπείς.
Οι άλλοι παίξανε μαζί μου στους αιώνες αυτοκράτορα με χρίσανε, με κάναν στρατηγό, τα απλά μου λόγια τα σκορπίσαν σαν κανόνες και δεν ήξερα τίποτα εγώ.

Που με βρήκες εδώ κάτω τι με θες; Το μυαλό μου δε σαλεύει από κούνια σα να γεννήθηκα μου φαίνεται χτες ενώ έξω υπάρχουν έξυπνοι μιλιούνια.

Αυτούς τους είδα, τους άκουσα, τους νιώθει το πετσί μου προτιμώ τα καρφιά που με κρατάνε στο σταυρό αυτοί πουλήσαν ακριβά τη γέννησή μου, αυτοί φυλάνε το σκοτάδι θησαυρό.



Πες στους εχθρούς μου ότι είχαν λόγο καλό και θα τους σέβομαι γιατί πιο τίμια σταθήκαν όταν με σκότωναν, κοιτούσαν ουρανό κι έτσι πρόλαβαν από εκεί συγχωρεθήκαν.

Ωραίος, παράξενε φίλε μου, απόψε για την ανημποριά μου βρήκες σκοπό πάρε μια κούπα πάρε ψωμί και κόψε να τελειώσω το κρασί μου και θα πάω να τους πω:
Αφού φωνάζουν όλοι αυτοί κι αφού σκοτώνουν στ’ όνομα Σου θα πω αναβάλλεται η γιορτή πας να ξαπλώσεις στα καρφιά Σου.
Θα πω ο χρόνος πως τρελάθηκε δε κάνει στάση Γολγοθά θα πω ο παράξενος πως χάθηκε κι έφυγε οριστικά.

--

Πληροφορίες για τους Active Member: http://el.wikipedia.org/wiki/Active_Member

***

Η φανταστική αυτή συνομιλία μεταξύ ενός μεθυσμένου νέου με τον Χριστό που επανέρχεται για να δει πως τον κατάντησαν αυτοί που κατ'επάγγελμα τον επικαλούνται είναι μια πολύ ωραία στιγμή, ιδωμένη μέσα από την σκέψη ενός νέου ανθρώπου ο οποίος δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει την ... δική του γλώσσα απέναντί Του:
"Μπερδεμένα μου τα λες, αλλά γουστάρω".
Η στιχουργική δύναμη του hip-hop είναι απίστευτη. Θυμίζω τους Terror ex crew αλλά και τους φοβερούς Stereo Nova.
Το τραγούδι θυμίζει το "Η γη ακόμα ζει" του Χατζή όπου ο τραγουδιστής συνομιλεί με έναν εξωγήινο (όπως ο μεθυσμένος νέος συνομιλεί με τον Χριστό) και του εξηγεί την έκπτωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μέσα από τον πόλεμο.



"Νυν υμείς οι Φαρισαίοι το έξωθεν του ποτηρίου και του πίνακος καθαρίζετε, το δε έσωθεν υμών γέμει αρπαγής και πονηρίας" (Λουκά 11,39).

doctor

Δευτέρα 21 Απριλίου 2008

Άγιο Φως, άλλη μια απάτη...



Αδαμάντιος Κοραής:

«Μην πιστεύετε όσα λέγουν περί του αγίου φωτός.
Το άγιον φως είναι πλάσμα ασεβές και αναίσχυντον
[...]
πλάσμα λατίνων μοναχών και φραγκοπατερικών γέννημα [...]
Μηχανουργήματα λαοπλάνων ιερέων το εξ ουρανού ψευδοκαταίβατα φώτα [...]
όνειδος και αίσχος, στρατηγούμενον από θρασυτάτους θαυματοπλάστας [...]
Μοναχοί, θρασύτατοι γόητες, επενόησαν το θαύμα του αγίου φωτός, δια να ενισχύσουν τον ηλίθιον ζήλον των προσκυνητών [...]
Ξεκίνησε τον ένατο αιώνα [...]
στα χέρια Δυτικών μοναχών... πέρασε στα χέρια των Ανατολικών την δωδεκάτην εκατονταετηρίδα [...]
και έπραξαν βέβαια (πάλιν το λέγω) κακά υιοθετώντας το θαύμα των Δυτικών [...]
διότι έπραξαν ό,τι θα έπραττε και κάθε άλλος κοσμικός, όστις κληρονομών πλούσιον εργαστήριον, δεν το κλείει αλλά απεναντίας φροντίζει και τις πραμάτειες ν' αυξήσει και τους αγοραστές να πολλαπλασιάσει». (Άτακτα: Περί του Ιεροσολύμοις Αγίου Φωτός, 1825) .




Από το "Βήμα" της 21/4/2006 σχετικό άρθρο του πατρός Γεωργίου Τσέτση, πρωτοπρεσβύτερου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως:

[...]

Υπάρχει, αιώνες τώρα, διάχυτη η πεποίθηση στον ευσεβή μεν, αλλά θεολογικά και λειτουργικά απαίδευτο ορθόδοξο πιστό, που ψάχνει για «θαύματα» προκειμένου να πληρώσει το πνευματικό του κενό, ότι κατά την τελετή της αφής το άγιον φως κατέρχεται θαυματουργικά «ουρανόθεν» για να ανάψει την λαμπάδα του πατριάρχου.
Όπως όμως αναφέρει ο διαπρεπής καθηγητής Κωνσταντίνος Καλοκύρης στο περισπούδαστο σύγγραμμά του «το αρχιτεκτονικό συγκρότημα του ναού της αναστάσεως Ιεροσολύμων και το θέμα του αγίου φωτός», πρόκειται για έναν θρύλο, ο οποίος καλλιεργήθηκε στους αγίους τόπους μετά την εισβολή των σταυροφόρων και στο πλαίσιο της διαμάχης ορθοδόξων, λατίνων και Αρμενίων, που ο καθείς διεκδικούσε δι' εαυτόν το προνόμιο του «λαμβάνειν εξ ουρανού» το ανέσπερο φως!

Η ευχή την οποία αναπέμπει ο πατριάρχης προ της αφής μέσα στο «ιερό κουβούκλιο» είναι σαφέστατη και δεν επιδέχεται καμιά παρερμηνεία.

Ο πατριάρχης δεν προσεύχεται για την διενέργεια θαύματος.
Απλώς «αναμιμνήσκεται» της θυσίας και της τριημέρου αναστάσεως του Χριστού και απευθυνόμενος σ' Αυτόν λέγει:
«εκ του επί τούτον τον φωτοφόρον σου Τάφον εκκαιομένου φωτός ευλαβώς λαμβάνοντες, διαδιδόαμεν τοις πιστεύουσιν εις σε το αληθινόν φως, και δεόμεθά σου όπως αναδείξης αυτό αγιασμού δώρον...».

Πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ο πατριάρχης ανάβει την λαμπάδα του από την ακοίμητη κανδήλα που βρίσκεται πάνω στον πανάγιο τάφο.
Όπως ακριβώς πράττει ο κάθε πατριάρχης και ο κάθε κληρικός την μέρα της Λαμπρής, όταν παίρνει φως Χριστού από την ακοίμητη κανδήλα που βρίσκεται υπεράνω της συμβολίζουσας τον τάφο του Κυρίου αγίας τράπεζας.

Το μυστήριο όμως που καλλιεργήθηκε γύρω από το τελετουργικό της αφής του αγίου φωτός και οι λαϊκές περί αυτού αντιλήψεις στις μέρες μας συνετέλεσαν στην οικειοποίηση και εκμετάλλευση από εξωεκκλησιαστικούς κύκλους της άκρως συμβολικής και κατανυκτικής αυτής λειτουργικής πράξεως της εκκλησίας μας.
Ο λόγος τώρα για την διαπόμπευση του αγίου φωτός με την οργανωμένη αεροπορική μεταφορά του στον ελλαδικό χώρο, συνοδεία κυβερνητικών παραγόντων, τιμητικών αγημάτων, ευζώνων και προσκόπων (και φυσικά τηλεοπτικών συνεργείων!), προκειμένου όπως ο νεοέλληνας γιορτάσει «αυθεντικό ελληνικό Πάσχα».
Ωσάν οι πρόγονοί μας να μη γιόρταζαν Ανάστασιν Χριστού προτού εφευρεθεί το αεροπλάνο! 'Η ωσάν οι ανά τα πέρατα της οικουμένης ορθόδοξοι να μην εορτάζουν Πάσχα Κυρίου, μια και η «ολυμπιακή» δεν «πετά» ως τις χώρες τους!
Επέστη όμως καιρός να τερματισθεί ο διασυρμός των Θείων.
Είναι δε σόλοικο και αποτελεί ασέβεια το να αποδίδει κανείς «τιμές αρχηγού κράτους» στο άγιον φως, το οποίο προέρχεται από τον τάφο Εκείνου που δήλωσε ότι «η Βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου».

[Το άρθρο το έχω σε μορφή .pdf , για όποιον ενδιαφέρεται. Εδώ δεν ξέρω πως μπορώ να το "ανεβάσω"].


Τέλος, ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Καλοκύρης, στο βιβλίο του «Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα του Ναού της Αναστάσεως Ιεροσολύμων και το θέμα του Αγίου Φωτός» (Θεσσαλονίκη 1999) σημειώνει αναφορικά με την ευχή που διαβάζει ο Πατριάρχης ότι «πουθενά δεν γίνεται λόγος (ούτε καν υπαινιγμός) περί “άνωθεν κατερχόμενου αΰλου Φωτός” κατά τη στιγμή εκείνη, αλλά νοείται μόνο φως φυσικό, που ανάβεται στην ανάμνηση του Αναστάντος Χριστού». http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_2_07/04/2007_222459


Βέβαια το πιο αστείο, που αγγίζει τα όρια του γελοίου, είναι η υποδοχή του Αγίου Φωτός στην χώρα μας με τιμές... αρχηγού κράτους!
Κάτι τέτοιο νομίζω ότι δεν συμβαίνει ούτε στα βάθη της ζούγκλας του Αμαζονίου από τις πρωτόγονες φυλές που κατοικούν εκεί...


ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ και καλή Ανάσταση σε όλους (θρησκευόμενους και μη).

doctor

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2008

Μαρκήσιος Ντε Σαντ


Jean-Baptiste François Joseph κόμης de Sade, 1740-1814


Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το "Μαρκήσιος ντε Σαντ ή τα υπόγεια του Χριστιανισμού" του Θανάση Τριαρίδη:

"Ντελάλισε με πρωτοφανή ελευθεροστομία την κυρίαρχη εξουσιαστική φαντασίωση (που την τράβηξε από την καρδιά του φεουδαρχικού Μεσαίωνα – όπως άλλωστε και τα όργανα των βασανιστηρίων του): οτιδήποτε υπάρχει στη φύση ως δυνατότητα πρέπει να επιβληθεί από τον ισχυρό προς τον αδύναμο.
Ο ιεροκήρυκας ντε Σαντ (ο ίδιος άνθρωπος που γύρευε από τα νοσοκομεία να μην έχουν περισσότερους από έναν ασθενή σε κάθε κρεβάτι) δίδαξε το έγκλημα, το βιασμό, το φόνο, την ταπείνωση, ως προβλεπόμενο στο σχέδιο της «φύσης» – άρα ως πολιτικο-κοινωνικό ανθρώπινο καθήκον.
Μέσα στη γοητεία του χριστιανικού κακού που σκηνογράφησε στο υπόγειο του Κάστρου, ο ντε Σαντ έβαλε στο στόμα όλων εκείνων των βουλιμικών φονιάδων του την διακήρυξη μιας παιδαριώδους «ελευθερίας» (που προσδιορίζεται ως νόμος του ισχυροτέρου – δηλαδή ακριβώς όπως την προσδιορίζει η εξουσιαστική θεολογία όπου ένας Παντοδύναμος αποφασίζει στο όνομα ετούτης της παντοδυναμίας του και τιμωρεί κάποιους αδύναμους που τον παρακούνε).
Όσοι λογαριάζουν αυτές τις διακηρύξεις πέρα από φαντασιοκοπία και ως κάλεσμα ελευθερίας παρακάμπτουν συνειδητά την βασικότερη προϋπόθεση της ελευθερίας:
πως επιτρέπονται όλες οι επιθυμίες – άρα και οι επιθυμίες όσων έβαλε στη θέση των θυμάτων.

Και πως σε κάθε ελευθεριακή θεώρηση του κόσμου ο καθένας μας αποφασίζει για το σώμα του (habeo corpus) άρα η επιθυμία κάποιου να μην είναι θύμα υπερέχει της επιθυμίας του θύτη να τον καταστήσει θύμα.

Αυτοί που ονομάζουν τον ντε Σαντ «ελευθεριακό» φιλόσοφο/ιεροκήρυκα προσπαθούν να δικαιώσουν την αβάσταχτη (για τους ίδιους) γοητεία στην οποία τούς εγκλώβισε το κείμενό του – οι υπερρεαλιστές τον ύμνησαν με τον ίδιο ανόητο τρόπο που ύμνησαν τον μεγαλοφονιά Λένιν ή τον μεγαλοφονιά Στάλιν.
Η εκπληκτική δύναμη της σαντικής φαντασιοκοπίας δεν μπορεί να θαμπώνει μια προφανή πραγματικότητα (την οποία ο Παζολίνι περιέγραψε καθαρά στο Σαλό): πως ο ιεροκήρυκας (αν είναι τέτοιος) ντε Σαντ ευαγγελίζεται έναν στρατοπεδικό κόσμο, ένα Lager".

Όλο το κείμενο μπορείτε να το διαβάσετε εδώ: http://www.triaridis.gr/keimena/keimA029.htm

***

Το κείμενο είναι τεράστιο όμως αξίζει να το διαβάσετε.
Εγώ το εκτύπωσα και το διάβασα σαν ένα μικρό βιβλίο. Ο Θανάσης Τριαρίδης κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση του φαινομένου Ντε Σαντ και μέσα από το κείμενο και την καταπληκτική του γραφή σίγουρα έχει να κερδίσει κάποιος , ακόμη κι αν διαφωνεί.
Τέλος, παραθέτω μια άλλη προσέγγιση του Ντε Σαντ από την Λίνα Λυχναρά, καθηγήτρια στα πανεπιστημιακά τμήματα του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Το ΒΗΜΑ, 29/04/2001: http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=13250&m=S47&aa=1

doctor

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2008

H κηδεία του Αρχιεπισκόπου


Αγιατολάχ Χομεϊνί

Με βάση την απόφαση της κυβέρνησης [1] η ημέρα κηδείας του Αρχιεπισκόπου κηρύσσεται ως αργία για τις Δημόσιες Υπηρεσίες.
Θα προσπαθήσω να "δω" τι σημαίνει αυτό στην πράξη.
Οι Δημόσιοι Υπάλληλοι είναι λίγο παραπάνω από 1.000.000.
Αν υποθέσουμε ότι η αργία θα πληρωθεί και σε αυτούς που θα εργαστούν (σώματα ασφαλείας κλπ) με προσαύξηση 75% (εξυπακούεται ότι θα καταβληθεί ολόκληρο το ημερομίσθιο και σε όλους τους υπόλοιπους Δημ.Υπαλλήλους), και με την παραδοχή ότι το μέσο κόστος ενός ημερομισθίου είναι 75 ευρώ (με εισφορές, και με αναγωγή *14/12-συνυπολογισμός των δύο επιδομάτων εορτών και του επιδόματος αδείας) τότε έχουμε περίπου:

1.000.000*75= 75.000.000 ευρώ κόστος στο Δημόσιο για την κήρυξη της αργίας.

Ας το μειώσουμε για τους εργαζόμενους στα σώματα ασφαλείας που θα πάρουν το 0,75 και ας το κάνουμε 60.000.000 ευρώ.
Και για τους δύσπιστους, άντε να το κάνουμε 50.000.000 ή ακόμη και 40.000.000 ευρώ.
Να σημειώσω ότι το Νοσοκομείο της Θήβας, κόστισε 10.000.000 ευρώ και είναι δυναμικότητας 100 κλινών[2].
Σκεφτείτε τι θα μπορούσε να γίνει με όλα αυτά τα χρήματα, τα οποία θα σπαταληθούν για ένα εφέ, για έναν εντυπωσιασμό και για άλλο ένα δικαίωμα στην τεμπελιά για τους Δημοσίους Υπαλλήλους.
Αν ζούσε ο Αρχιεπίσκοπος , είμαι σίγουρος ότι δεν θα του άρεσε αυτό που θα γίνει την Πέμπτη και ότι όλα αυτά τα χρήματα που θα χάσει το κράτος θα ήθελε να χρησιμοποιηθούν για κοινωφελείς σκοπούς.
Ο λαϊκισμός των κυβερνώντων πληρώνεται ακριβά από τους φορολογούμενους και κανένα κόμμα (ούτε η Αριστερά) διαμαρτύρεται για αυτό το καρναβάλι που θυμίζει τις ημέρες της κηδείας του Χομεϊνί και σε καμία περίπτωση σοβαρή ευρωπαϊκή χώρα.

doctor
______________________________________________________________

1. Την με Αρ.Πρωτ.: 5333/28.01.2008 Απόφαση του Υπουργείου Εσωτερικών μπορείτε να την δείτε εδώ: http://www.taxheaven.gr/show_law.php?id=6745&mode=html

2. http://www.hri.org/cgi-bin/brief?/news/greek/eragr/2003/03-11-28_1.eragr.html#01

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2007

Ο Έρμαν Έσσε γράφει στους συμπατριώτες του


Έρμαν Έσσε, 1877-1962



"Αν λοιπόν εσείς, εσύ και συ εκεί, αισθάνεσθε πόνους, αν δεν νιώθετε καλά στο σώμα ή την ψυχή, αν σας πιάνει φόβος, διασθάνεσθε κίνδυνο, γιατί δεν θέλετε, έστω και μόνο γι’ αστείο και από περιέργεια, από σωστή υγιή περιέργεια, να κάνετε κάποτε την δοκιμή να βάλετε διαφορετικά το ερώτημα;
Γιατί δεν θέλετε κάποτε να εξερευνήσετε μήπως ο πόνος βρίσκεται σε σας τους ίδιους;
Υπήρξε εποχή που όλοι σας για λίγο είχατε την πεποίθηση και ήσασταν βέβαιοι για τη στάση σας- ότι ο Ρώσος είναι εχθρός σας κι η πηγή κάθε κακού.
Κι αμέσως μετά ήταν ο Γάλλος και μετά ο Άγγλος και μετά κάποιοι άλλοι και ήσασταν πάντα πεισμένοι και βέβαιοι και ήταν πάντα μια θλιβερή κωμωδία που κατέληγε στην αθλιότητα.
Αφού καταλάβατε ότι οι ενδόμυχοι πόνοι δεν θεραπεύονται φορτώνοντας την ενοχή σε έναν εχθρό, γιατί δεν αναζητάτε τους πόνους σας εκεί που βρίσκονται; Μέσα σας;
Ίσως να μην είναι ο λαός που σε πονά, ούτε η πατρίδα, ούτε η κοσμοκρατορία, ούτε ακόμα η δημοκρατία.
Ίσως να’ναι ο εαυτός σου, το στομάχι σου ή το συκώτι σου, ένα οίδημα ή ένα καρκίνωμα μέσα σου και δεν πρόκειται παρά για νηπιακό φόβο όταν προσποιείσαι μπροστά στην αλήθεια και στο γιατρό πως, εσύ μεν, είσαι ολότελα υγιής, μα δυστυχώς σε συνθλίβει τόσο πολύ ένα πάθημα του λαού σου;
Μα το θεωρείτε εγωιστικό και μικροπρεπές να παρατήσετε την πατρίδα και να θεραπεύσετε τον εαυτό σας.
Δεν νομίζετε πως τελικά μια πατρίδα είναι υγιέστερη και ευδοκιμεί καλύτερα, όταν δεν προβάλλει μέσα σε αυτήν ο κάθε άρρωστος τις δικές του ατέλειες, κι όταν δεν την γιατροκομεί ο κάθε πάσχων;

(Έρμαν Έσσε , «η αγωνία ενός πολιτισμού», εκδόσεις Νεφέλη, σελ.49-50).





Ο Χέρμαν Έσσε γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου 1877 στον Μέλανα Δρυμό της Γερμανίας.
Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στο Calw (όπου και γεννήθηκε) εκτός από ένα διάστημα 6 ετών που έζησε στην Βασιλεία (1880-1886). Στην ηλικία των 19 ετών δούλεψε σε βιβλιοπωλεία στο Τούμπινγκεν και στην Βασιλεία.
Το 1899 εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο, μια μικρή ποιητική συλλογή, η οποία συνεχίστηκε με άλλες μικροεκδόσεις που πέρασαν απαρατήρητες, έως το 1904, που εκδίδεται στην Ελβετία το βιβλίο του Πέτερ Κάμενσιντ και γνωρίζει γρήγορα μεγάλη επιτυχία.
Τότε ο Έσσε εγκαταλείπει την δουλειά του βιβλιοπώλη, παντρεύεται και μετακομίζει στην εξοχή. Η ζωή κοντά στην φύση συνεχίστηκε μέχρι το 1912 που περνάει στην Ελβετία, βασικά λόγω της σύγκρουσης του με το Γερμανικό εθνικισμό.
Αρκετά χρόνια μετά εξακολουθεί να δέχεται υβριστικά γράμματα από την Γερμανία και τα βιβλία του που καταστράφηκαν στην περίοδο του Χιτλερισμού, πολλά χρόνια μετά δεν επανεκδόθηκαν.
Ο βαθύς του ανθρωπισμός και η κριτική του σκέψη τον τοποθέτησε στις κορυφές της Γερμανόφωνης Λογοτεχνίας. Όπως δήλωσε ο ίδιος επηρεάστηκε από την φιλοσοφία των Σπινόζα, Σοπενάουερ και Νίτσε αλλά περισσότερο από τις ανατολίτικες φιλοσοφίες των Ινδών και αργότερα των Κινέζων.
Το κορυφαίο μυθιστόρημα του Έσσε είναι το "Ντέμιαν" (1919), την σπουδαιότητα του οποίου ο Τόμας Μαν παρέβαλε με τον "Οδυσσέα" του Τζαίημς Τζόϋς.
Έχει κερδίσει το βραβείο Goethe στην Φρανκφούρτη το 1946, το βραβείο Νόμπελ για την λογοτεχνία την ίδια χρονιά, και τέλος το βραβείο Ειρήνης των Γερμανών Βιβλιοπωλών το 1955.
Μετά από το βραβείο νόμπελ δεν έγραψε σημαντικά έργα.
Πέθανε καθώς κοιμόταν στις 9 Αυγούστου του 1962 σε ηλικία 85 ετών.

doctor

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2007

Η μεταθανάτια δίκη


Jean-Paul Laurens (1838-1921) Le Pape Formose et Etienne VII ("Pope Formosus and Stephen VII"),1870Concile cadaverique de 897 (The "Cadaver Synod")Musee des Beaux-Arts, Nantes



Ο διάδοχος του Βονιφάτιου Πάπας Στέφανος ΣΤ΄ υπό την επιρροή του Λαμβέρτου και της Αγιλτρούδης, ξέθαψε το πτώμα του εκλιπόντος πάπα Φορμόζου και το υπέβαλε σε μεταθανάτια κρίση το 897 στη σύνοδο της Ρώμης.
Η σορός του εκταφιάστηκε, ντύθηκε με παπικά ενδύματα και κάθισε σε θρόνο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που είχε απαγγείλει στο παρελθόν εναντίον του Φορμόζου ο Ιωάννης Η΄.
Ο νεκρός καταδικάστηκε ως ανάξιος του παπικού αξιώματος, του έσκισαν τα παπικά ενδύματα, του απέκοψαν τα τρία δάκτυλα που χρησιμοποιούσε για να ευλογεί και κατόπιν το νεκρό σώμα ρίχτηκε στον Τίβερη.
Αργότερα ανασύρθηκε από ένα μοναχό.
Μετά το θάνατο του Στέφανου ΣΤ΄, το σώμα ενταφιάστηκε ξανά στον Άγιο Πέτρο και οι δίκες αυτού του είδους εναντίον νεκρών απαγορεύτηκαν.
Ωστόσο ο Πάπας Σέργιος Γ΄ (904-911) επανέφερε σε ισχύ την καταδίκη του Φορμόζου.
Ο Σέργιος απαίτησε μάλιστα να ακυρωθούν και όλες οι χειροτονίες επισκόπων που είχαν τελεστεί από τον Φορμόζο, πράξη που συμπαρέσυρε και τις χειροτονίες που είχαν εκείνοι τελέσει με τη σειρά τους και δημιούργησε τεράστια σύγχυση. Αργότερα αποκαταστάθηκε η εγκυρότητα των πράξεων του Φορμόζου.
Η απόφαση του Σέργιου συνεπώς αγνοήθηκε από την εκκλησία.


Κατά τα άλλα, αυτοί είναι οι εκπρόσωποι του Θεού στην γη και οι κήρυκες της αγάπης προς τον πλησίον...


doctor

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2007

Η "προσφορά" της εκκλησίας και της θρησκείας στην αφύπνιση του Γένους (μέρος B')



Προχωράμε στο δεύτερο μέρος του αφιερώματός μας.
Η σημερινή μας ιστορία αποδεικνύει περίτρανα το «way of think» της εκκλησίας λίγο πριν την Επανάσταση.

Οι οπαδοί της επίσημης εθνικής ιστοριογραφίας η οποία γράφει ότι η εκκλησία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο επετέλεσαν εθνικό ρόλο από την επομένη της Αλώσεως, είναι το ίδιο ανιστόρητοι (με την επιστημονική έννοια του όρου) με όσους καταλογίζουν στην εκκλησία ή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο έλλειψη εθνικού φρονήματος και λένε ότι ο ρόλος της ήταν αντεθνικός. Και στις δύο περιπτώσεις το λάθος είναι το ίδιο: τα ιστορικά γεγονότα εκείνης της εποχής αναδιατάσσονται και αναλύονται με σημερινές αποκρυσταλλωμένες βεβαιότητες όσον αφορά την λέξη «Έθνος» οι οποίες διατρέχουν αναδρομικά την ιστορία ως αιωνίως υπάρχουσες[1].
Η έννοια "Έθνος" εκείνα τα χρόνια άρχισε σιγά σιγά να αναδύεται στην επιφάνεια, από την γαλλική επανάσταση και μετά.

Πάμε λοιπόν στην σημερινή μας ιστορία, πηγή της οποίας είναι το υπέροχο βιβλίο με τίτλο «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» [2] του Π.Κιτρομηλίδη, καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών:

Ιλαρίων Σιναΐτης: Λογοκριτής και επιστάτης του Πατριαρχικού Τυπογραφείου, ανώτερος εκκλησιαστικός αξιωματούχος, που ήταν επιφορτισμένος με τη μορφωτική πολιτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Έγινε διαβόητος μεταξύ των οπαδών του Διαφωτισμού για την επίμονη δίωξη των απόψεών τους.
Ο αρχιλογοκριτής εξέδωσε εγκύκλιο το 1821, λίγο πριν την επανάσταση, προσκαλώντας τους «πεπαιδευμένους και σοφούς του γένους» να υποβάλλουν τα έργα τους για έκδοση στο πατριαρχικό τυπογραφείο –μια χειρονομία που θα σήμαινε τόσο ότι αναγνώριζαν την αυθεντία της Εκκλησίας όσο και ότι αποδέχονταν τις κατευθυντήριες υποδείξεις της επίσημης λογοκρισίας. Στη διακήρυξή του ο Ιλαρίων εξήρε τα πλεονεκτήματα του εκδοτικού προγράμματος της Εκκλησίας για τη διαπαιδαγώγηση του γένους, αλλά και προειδοποιούσε ότι το κλειδί της τυπογραφίας έπρεπε να παραμείνει στα σταθερά χέρια των αρχόντων, που θα έλεγχαν με τρόπο ασφαλή τις δραστηριότητές της.

Η εκκλησία τελικά φαινόταν να συνειδητοποιεί ότι , αφού δεν μπορούσε να αναχαιτίσει τον Διαφωτισμό, έπρεπε να προσπαθήσει να προσεταιριστεί τους οπαδούς του.
Αυτή ήταν η πραγματική πρόθεση της νέας πρωτοβουλίας.

Τα βαθύτερα πολιτικά κίνητρα, ωστόσο, γινόταν ολοφάνερα στις ιαχές υπέρ του Σουλτάνου, με τις οποίες ο αρχιλογοκριτής διάνθισε το κείμενό του στο οποίο επευφημούσε ό,τι οι διαφωτιστές θεωρούσαν ως ενσάρκωση του δεσποτισμού, με τα ακόλουθα λόγια:

«Ζήτω ο γαληνότατος και Κραταιότατος ημών ΑΝΑΞ, η Κορωνίς των προκατόχων αυτού μεγάλων Βασιλέων, ο ακριβής φύλαξ της Δικαιοσύνης και της Επιείκειας, ο ευσπλαχνικώτατος και ηρωικότατος ΣΟΥΛΤΑΝ ΜΑΧΜΟΥΤ Β’.
Είη το Κράτος αυτού διαιωνίζον, και θριαμβεύον κατά πάντων των εναντίων.
Η Ιερά αυτού Μεγαλειότης ύστερον από την απαράμιλλον προβλεπτικήν και βαθυνουστάτην πρόνοιαν, δι ης με θάμβος της απανταχόθεν πολιτικής παρατηρήσεως, διοικεί θαυμασίως την θεοφρούρητον ΑΥΤΗΣ Βασιλείαν, καταδιώκουσα παν είδος κακίας, και φιλοτιμούμενη να διακρατήση πανταχού την ευνομίαν, και να αποκαταστήση την αληθή ευδαιμονίαν των υπηκόων ΤΗΣ, επιβραβεύει βασιλικώς και εις τα διάφορα έθνη, άτινα περιθάλπτονται υπό της κραταιάς ΑΥΤΗΣ πτέρυγας, την ελευθερίαν του να συνιστώσι και να καλλιεργώσιν, όσα κοινά καλά αφορώσιν εις την Ηθικήν αυτών ευταξία, εις την βελτίωσιν εκάστου Έθνους, και εις την πρόοδον των ανθρωπίνων γνώσεων.

ΑΥΤΗ προς τοις άλλοις βασιλικοίς καλοίς, οις ελέησε, και ελεεί μεγαλοπρεπώς το ημέτερον Γένος, ενεπιστεύσατο ημίν και τας κλεις μιας κοινής του Γένους Τυπογραφίας, αναστείλασα πρότερον την άλογον ελευθερίαν, και όρον αυτοκρατορικώς επιθείσα, ώστε δυνάμενοι δι’αυτού να καρπούμεθα τα εκ της Τυπογραφίας καλά, να αποφεύγωμεν παν, ό,τι δύναται να συσκιάση την λαμπρότητα της ακραιφνούς ημών υποταγής δια της εκδόσεως βιβλίων αντιφρονούντων»
[3]

Το κοσμοείδωλο της «Ελληνικής Νομαρχίας» κατοπτριζόταν στις σελίδες του Ιλαρίωνος αξιολογικά αντεστραμμένο.
Η διακήρυξη του Ιλαρίωνα διαδόθηκε πλατιά και τυπώθηκε ακόμη και στις σελίδες του τελευταίου τεύχους της Μέλισσας, του ριζοσπαστικότερου ιδεολογικά περιοδικού, που εξέδιδαν οι δημοκρατικοί διανοούμενοι της ελληνικής διασποράς. Το κείμενο του Ιλαρίωνα τυπώθηκε αυτούσιο χωρίς άλλο σχόλιο, εκτός από μια σειρά θαυμαστικά σε παρένθεση.





Ο Διαφωτισμός αναγνωριζόταν πλέον τόσο από τους οπαδούς του όσο και από τους αντιπάλους του ως έκκληση για ριζική κοινωνική αλλαγή και πολιτική επανάσταση.
Ενάντια σε αυτό το αίτημα στέκονταν οι φρουροί της παραδοσιακής τάξης πραγμάτων, που ήθελαν να διατηρήσουν τόσο τις αξίες που θεωρούσαν ιερές, όσο και τα προνόμια και τα κοινωνικά και υλικά πλεονεκτήματα που οι αξίες αυτές δικαιολογούσαν και εξασφάλιζαν.
Πιεσμένοι από την ορμή του Διαφωτισμού, οι οπαδοί της παραδοσιακής τάξης εγκατέλειψαν κάθε πρόσχημα και ταυτίστηκαν ανοιχτά με τον αλλόπιστο δεσποτισμό ως το τελευταίο τους καταφύγιο.

doctor
___________________________________________________

[1] «Η εθνικιστική εκδοχή της ιστορίας συνίσταται σε αναχρονισμούς, αποσιωπήσεις, απόσπαση από τα ιστορικά συμφραζόμενα και, σε ακραίες περιπτώσεις, σε ψέμματα», Eric Hobsbawm, "Για την ιστορία", εκδόσεις Θεμέλιο, 1998.

[2] Σελ.453-456. Το βιβλίο εξεδόθη από το «Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας»:

Βιογραφικό του Π.Κιτρομηλίδη παραθέτω στο 1ο σχόλιο του παρακάτω θέματος:
http://dimitrisdoctor.blogspot.com/2007/09/blog-post.html


[3] Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μέλισσα» τεύχος Γ’ 1821, σελ.255-256. Οι με κεφαλαία γραμμένες ολόκληρες λέξεις δεν είναι δικές μου, αλλά του ίδιου του κειμένου όπως το παραθέτει ο Π.Κιτρομηλίδης στις σελ.453-454 του προαναφερθέντος βιβλίου του.

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2007

Η "προσφορά" της εκκλησίας και της θρησκείας στην αφύπνιση του Γένους (μέρος Α')


H Xάρτα του Ρήγα

Πόσες χιλιάδες φορές έχουμε όλοι ακούσει τους θρησκευτικούς ηγέτες αυτής της χώρας να κηρύττουν υπερήφανα πόσο η εκκλησία βοήθησε στον ξεσηκωμό του γένους!
Μάλιστα ένας λόγος για τον οποίο το νέο βιβλίο της ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού αποσύρθηκε ήταν ότι δεν έγραφε για την προσφορά της εκκλησίας στην επανάσταση.

Ας δούμε λοιπόν, λίγο πριν την επανάσταση, τι πραγματικά έλεγε η εκκλησία και οι θρησκευόμενοι συγγραφείς:

1) Ο Ρήγας καταδικάστηκε από την Εκκλησία κατά τη διάρκεια της σύντομης αλλά μαχητικής σε αντεπαναστατικές πρωτοβουλίες πρώτης πατριαρχείας του Γρηγορίου του Ε’ (1797-1798).
Σε μια επιστολή του προς τον Μητροπολίτη Σμύρνης, ο πατριάρχης εξέφραζε την ανησυχία του για τη φημολογούμενη εμφάνιση στην εκκλησιαστική επαρχία του Σμύρνης ενός φυλλαδίου με τον τίτλο «Νέα πολιτική διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης» και διέτασσε τον μητροπολίτη να προσπαθήσει με κάθε τρόπο να κατάσχει όλα τα αντίτυπα του φυλλαδίου, που τυχόν κυκλοφορούσαν, και να τα στείλει χωρίς χρονοτριβή στην Κωνσαντινούπολη. Το φυλλάδιο αυτό, έλεγε ο πατριάρχης, «πλήρες υπάρχει σαθρότητος εκ των θολερών αυτού εννοιών, τοις δόγμασι της ορθοδόξου ημών πίστεως εναντιούμενον» [1].

2) Ο μοναχός Κύριλλος Λαυριώτης, γνωστός για την σχέση του με την χρησμολογική παράδοση του 18ου αιώνα καθώς και για την ανάμιξή του σε διάφορα κινήματα κατά του Διαφωτισμού, πανηγύριζε τον αφανισμό του Ρήγα, ως δίκαιη τιμωρία ενός διαταραγμένου πνεύματος [2].
Ρήγας Φερραίος

3) Ενας μοναχός, ο Κύριλλος ο Πατρεύς, έγραφε: «Ο διεφθαρμένος τα φρένα Ρήγας (...) ος εκδούς εγκύκλια γράμματα διεγερτικά κατά των νυν τυράννων άνευ της του Χριστού ευδοκίας, κακώς ως κακός το ζην αποστέρηται, θοίνη προσήκουσα τοις τω ποταμώ Ιστρω ιχθύσι γενόμενος μετά των αυτού συνωμοτών και ύλη της αιωνίου κολάσεως».
Καλώς δηλαδή έγινε τροφή για τα ψάρια του Δούναβη!
Σε γράμμα ενός μητροπολίτη, το 1801, κατηγορούνται ο Ρήγας και οι σύντροφοί του διότι «εσκόπευον να κάμουν επαναστάσεις κατά του κραταιοτάτου Σουλτάνου· αλλ' ο μεγαλοδύναμος Θεός τούς επαίδευσε κατά τας πράξεις των με τον θάνατον οπού τους έπρεπε»[3].

4) Η προτίμηση των νέων φοιτητών για τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό, θορύβησε την εκκλησία.
Σε μια σάτιρα συνταγμένη κατά προσέγγιση στην δεκαετία 1793-1803, με τίτλο «το Φανάρι του Διογένους», η οποία αποδίδεται στον Αγιοταφίτη Αρχιμανδρίτη Αγάπιο Χαπίπη, η ανησυχία του συγγραφέα για την χαλάρωση των ηθών και τη διαστρέβλωση των ηθικών αξιών τον οδήγησε να καταγγείλει ιδέες όπως η ελευθερία και η ισότητα και να επικρίνει τις αρχές και τις κοινωνικές συνέπειες της Γαλλικής Επανάστασης.
Προχώρησε μάλιστα και στην καταγγελία του αυτεπάγγελτου επικριτή της θρησκείας και εμπνευστή της Επανάστασης, του Βολταίρου, στον οποίο καταλογίζει πρωταρχική ευθύνη για την ηθική παρακμή της κοινωνίας [4].

5) Ο ιερομόναχος Αθανάσιος Πάριος, διευθυντής της Σχολής της Χίου, υποστήριζε ότι οι άνθρωποι «ούτε γεννώνται ούτε είναι ελεύθεροι» στην κοινωνία και απέρριπτε το αίτημα της ισότητας, ως εξωπραγματική ψευδαίσθηση.
Η επίθεση κατά του Διαφωτισμού συνεχιζόταν με το έργο του «Αντιφώνησις προς τον παράλογον ζήλον των από της Ευρώπης ερχομένων φιλοσόφων» (1802), στο οποίο καταγγέλονταν η κοσμική παιδεία και ο νεότερος πολιτισμός ως οι κύριες πηγές ηθικού κινδύνου για τις χριστιανικές ψυχές.
Προειδοποιούσε ότι ήταν θλιβερή η στάση των νέων φιλοσόφων που περιφρονούσαν την σοφία των Πατέρων της Εκκλησίας και επιζητούσαν να αναστήσουν του αρχαίους (σ.σ. έλληνες) ή υιοθετούσαν θεωρίες ασεβών ευρωπαίων στοχαστών, όπως ο Καρτέσιος, ο Αμήτριος, ο Ρουσσών, ο Βολτάριος […].
Το κείμενο υποστήριζε στην συνέχεια ότι η κοσμική γνώση, επειδή υπέσκαπτε την πίστη, ήταν επιζήμια για την ανθρώπινη ευτυχία.
Όσο για την συνήθεια των πλουσίων εμπόρων να στέλνουν τα παιδιά τους να σπουδάζουν στην Ευρώπη, έγραφε ο Πάριος:
«καθώς φαίνεται, η πλεονεξία κοιλίαν έχει, μα αυτία δεν έχει, και ο Κύριος να σας φωτίση, αδελφοί, να αποφασίσητε εις το εξής να ζήτε με αυτάρκειαν, κατά την αποστολικήν παραίνεσιν και ούτω να παύσετε εις το εξής από το να στέλλετε εις τον φανερόν κίνδυνον της απωλείας τα φίλτατά σας τέκνα και να γίγνεσθε εσείς οι ίδιοι ένοχοι του αίματος των ψυχών αυτών. Φεύγετε όσον δύνασθε την Ευρώπην. Και ακόμα και εκείνους οπού έρχονται από την Ευρώπην, ότι οι λόγοι τους ρέουσιν από τα χείλη τους γλυκύτεροι από το μέλι. Μα αλλοίμονον […] τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών διά […] τας κατά του Θεού βλαφημίας […] και της ακολασίας και ασελγείας τα ρήματα».
Σε γενικές γραμμές οι απόψεις του Αθανάσιου Παρίου απηχούσαν την αυθεντική στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας απέναντι στις προκλήσεις της πολιτισμικής και κοινωνικής αλλαγής στην ελληνική κοινωνία [5].

Ο Ρήγας και ο Κοραής ανασηκώνουν την Ελλάδα

6) Όταν οι λαοί της Ευρώπης ­ γαλβανισμένοι από τα κηρύγματα του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης ­ ξεσηκώνονταν για να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία και την ελευθερία τους, κυκλοφόρησε (1798), ένα φυλλάδιο με την υπογραφή του πατριάρχη Ιεροσολύμων Ανθιμου και με τον τίτλο «Πατρική Διδασκαλία».

«Ο άπειρος εν ελέει και πάνσοφος ημών Κύριος, δια να φυλάξη αλώβητον την αγίαν και ορθόδοξον πίστιν ημών... ήγειρεν εκ του μηδενός την ισχυράν αυτήν βασιλείαν των Οθωμανών... δια να είναι εις μεν τους Δυτικούς ωσάν ένας χαλινός, εις δε τους Ανατολικούς ημάς πρόξενος σωτηρίας». Ετσι μαθαίνουμε γιατί κυριεύθηκε το χριστιανικότατο Βυζάντιο απ' τους Τούρκους: για να σωθεί ο Χριστιανισμός!

Αλλά «ο Διάβολος εμεθοδεύθη... μίαν άλλην πονηρίαν και απάτην ξεχωριστήν, δηλαδή το νυν θρυλλούμενον σύστημα της ελευθερίας... που είναι ένα δέλεαρ του διαβόλου και φαρμάκι ολέθριον, δια να κατακρημνίση τους λαούς εις την απώλειαν και την ακαταστασίαν...».

«Αδελφοί... κλείσατε τα αυτία σας και μη δώσετε καμμίαν ακρόασιν εις ταύτας τας νεοφανείς ελπίδας της ελευθερίας... που είναι εναντίαι εις τα ρητά της θείας Γραφής και των αγίων Αποστόλων, οπού μας προστάζουν να υποτασσόμεθα εις τας υπερεχούσας αρχάς, όχι μόνον εις τα επιεικείς αλλά και τας σκολιάς, δια να έχωμεν θλίψιν εις αυτόν τον κόσμον και να παραστήσωμεν καθαράς τω Χριστώ τας αισθήσεις ημών...».

«Παντού το φαντασιώδες αυτό της ελευθερίας σύστημα του πονηρού επροξένησε πτωχείαν, φόνους, ζημίας, αρπαγάς, ασέβειαν τελείαν και ανωφελή μεταμέλειαν»... ­ ενώ η δουλεία, όπως είναι πασίγνωστο, χαρίζει πλούτη, ασφάλεια, μακροβιότητα, γαλήνη, ευσέβεια, ψυχική σωτηρία...
Και η «Π.Δ.» καταλήγει: «Φυλάξατε στερεάν την πατροπαράδοτόν σας πίστιν και, ως οπαδοί του Χριστού, απαρασάλευτον την υποταγήν εις την πολιτικήν διοίκησιν» (την τουρκική, φυσικά, όχι την ελληνική, που ­ κατά τους επιγόνους του μακαριστού Ανθίμου ­ είναι «άθρησκη» και «αντίχριστη») [6].

doctor


__________________________________________________


[1] Γ. Παπαδόπουλος και Α. Αγγελόπουλος, Τα κατά τον […] Πατριάρχην Γρηγόριον Ε’, τομ.Β’, Αθήνα 1866, σελ.498-499. Π.Κιτρομηλίδη, καθηγητή πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Νεοελληνικός Διαφωτισμός», Μ.Ι.Ε.Τ., σελ.428.
Βλ. επίσης: « Η άδικη κρίση του Ιωάννου Φιλήμονος για τον επαναστάτη Ρήγα Βελεστινλή» του Δ.Καραμπερόπουλου, δρ.Ιστορίας της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, περιοδ.Θεσσαλικό Ημερολόγιο, Λάρισα 2000, σελ.257-272:
http://www.karaberopoulos.gr/karaberopoulos/rhigas/15.asp

[2] Για τις αιτιάσεις του Κυρίλλου Λαυριώτη κατά του Ρήγα, βλ. Asterios Argyriou, “Les exégèses grecques de l’Apocalypse à l’époque turque (1453-1821)”, Θεσσαλονίκη 1982, σελ.626-631. . Π.Κιτρομηλίδη ο.π., σελ.429.

[3] Αντ. Λιάκος, καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών «Ο δημοκρατικός πατριωτισμός του Ρήγα, 200 χρόνια από τη δολοφονία του επαναστάτη Βελεστινλή, εφημ. «το Βήμα», 28/06/1998.
http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=12487&m=B01&aa=1

[4] «Επάνοδος, ήτοι Το Φανάρι του Διογένους», Ερμούπολη 1839. Για την πατρότητα του κειμένου της σάτιρας, βλ. Κ.Θ. Δημαράς, «Βιογραφικά Αγαπίου Χαπίπη», Προσφορά εις Στίλπωνα Κυριακίδην, Θεσσαλονίκη 1953, σελ.168-182 (αναδημοσίευση: Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορικά Φροντίσματα, Αθήνα 1992, σελ.103-112).

[5] «Αντιφώνησις προς τον παράλογον ζήλον των από της Ευρώπης ερχομένων φιλοσόφων», Τεργέστη 1802, σελ.14-29, 29-33, 34-43, 116,139. Π.Κιτρομηλίδη, ο.π. σελ.439-442.

[6 ] «Θεοκρατίας διδασκαλίες», Μάριος Πλωρίτης, Εφημ. «το Βήμα», 25/06/2000:
http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=12972&m=B02&aa=2

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2007

Πορφύριος




"Όλα όσα έγραψε, παρασυρμένος από την τρέλα του, ο Πορφύριος κατά της ευσεβούς θρησκείας των Χριστιανών, σε οποιουδήποτε τα χέρια κι αν βρίσκονται, να δοθούν στην πυρά. Δεν επιθυμούμε να φθάνουν στα αυτιά των ανθρώπων συγγράμματα που προκαλούν την οργή του Θεού και εγκληματούν σε βάρος των ψυχών". [1].

Το παραπάνω αυτοκρατορικό διάταγμα εκδόθηκε το 448 μ.Χ.
Η εφαρμογή του ξεπέρασε το γράμμα αν όχι και το πνεύμα του: ρίχτηκαν στην πυρά όχι μόνο όλα τα αντίγραφα του περιβόητου δεκαπεντάτομου έργου «Κατά Χριστιανών», μα και όλα τα έργα των ίδιων των χριστιανών απολογητών που παρέθεταν (!) αποσπάσματά του ώστε να το αντικρούσουν.
Χάθηκαν όλα πλην ενός: το 1867, βρέθηκε στην Αθήνα το –γνωστό από το Μεσαίωνα ακόμα και κατόπιν εξαφανισμένο[2]- έργο «Αποκριτικός προς Έλληνας» του χριστιανού κατηχητή –ίσως και επισκόπου Μαγνησίας- Μακαρίου Μάγνητος.

Σε αυτό το τυχαίο εύρημα και παρ’ ότι το σύνολο σχεδόν του έργου αυτού του μεγάλου φιλοσόφου χάθηκε λόγω της μισαλλοδοξίας και του άσβεστου μίσους του χριστιανισμού απέναντι σε οτιδήποτε διαφορετικό υπήρχε τότε, μπορεί κανείς να διαβάσει πόσο μεγάλη είναι η δύναμη της ελληνικής φιλοσοφίας και πόσο εύκολα αντιμετωπίζει τον άκρατο μυστικισμό και την φαντασιοπληξία της ιουδαϊκής αίρεσης, του χριστιανισμού.

Ο Πορφύριος, είχε επικεντρωθεί σε έναν Θεό ασώματο, αμετάβλητο και αόρατο – σε μια έννοια Θεού που δεν χρειάζεται θυσίες ούτε προσευχές [3].
Ο Πορφύριος είναι πλήρως απογοητευμένος από την αποτυχία της Ρώμης να αναχαιτίσει τη διάδοση μιας επικίνδυνης δεισιδαιμονίας.
Η θρησκεία του χριστιανισμού δεν έχει λογική βάση για τον Πορφύριο και οι νεοφώτιστοι χριστιανοί καλούνται να δεχτούν την νέα θρησκεία με τυφλή πίστη γενόμενοι έτσι ηθικά ανάπηροι.
Τέλος, επικεντρώνει την πολεμική του στις κραυγαλέες ασυμφωνίες των ευαγγελιστών μεταξύ τους: ο Μάρκος παραθέτει ένα απόσπασμα από τον Μαλαχία και το αποδίδει στον Ησαΐα (Μάρκος 1.2). Ο Ματθαίος αποδίδει στον Ησαΐα ένα στίχο που ανήκει στον 77ο Ψαλμό κ.λπ.

Από το έργο του Πορφύριου «κατά Χριστιανών» , που βρέθηκε τυχαία όπως είπαμε, και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Θύραθεν» [4], παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, σχετικό με την ανάσταση των σωμάτων:

Περί Αναστάσεως των σωμάτων.

"Ας μιλήσουμε πάλι για την ανάσταση των νεκρών. Για ποιο λόγο να κάνει τέτοιο πράγμα ο Θεός; Γιατί να ακυρώσει με τόση ευκολία τους νόμους του που ορίζουν την αλληλοδιαδοχή των όντων και τη διατήρηση και μη εξαφάνιση των ειδών, και να θέσει εξ αρχής και να διατυπώσει άλλους νόμους;
[…] Συνεπώς θα ήταν παράλογο να επακολουθήσει η ανάσταση γενεών ολόκληρων που έχουν πεθάνει. Και μαζί με κάποιον που πέθανε πριν τρία χρόνια να αναστήσει και τον Πρίαμο και το Νέστορα που πέθαναν πριν χίλια χρόνια, και τους άλλους που έχουν πεθάνει ακόμα πιο πριν, από καταβολής του ανθρώπινου γένους.
Κι αν καλοεξετάσει κανείς και το παρακάτω θα βρει ολοσδιώλου ανόητη την ιδέα της αναστάσεως: πολλοί άνθρωποι, βέβαια, έχασαν την ζωή τους στην θάλασσα και τα κορμιά τους φαγώθηκαν από τα ψάρια, κι άλλοι τόσοι έχουν καταβροχθιστεί από τα θηρία και όρνεα.
Πως είναι δυνατόν να επανέλθουν τα σώματά τους;
Ας το ελέγξουμε αυτό λεπτομερώς: κάποιος ναυαγεί, στη συνέχεια τον τρώνε τα μπαρμπούνια, κι οι ψαράδες που έπιασαν και έφαγαν τα μπαρμπούνια κατόπιν σκοτώθηκαν και στη συνέχεια φαγώθηκαν από τα σκυλιά, και τα σκυλιά σαν ψόφησαν φαγώθηκαν εξ ολοκλήρου από κόρακες και γύπες.
Πως λοιπόν θα ξανασυντεθεί το σώμα του ναυαγού που αφανίστηκε περνώντας μέσα από τόσα ζώα;
Και πάλι, ένα νεκρό σώμα που κάηκε στη φωτιά κι ένα άλλο που κατέληξε να φαγωθεί από τα σκουλήκια, πως είναι δυνατόν να ανασυσταθούν και να επανέλθουν στην αρχική τους μορφή;
Μα θα μου πεις, ο θεός είναι δυνατό να το κάνει αυτό, πράγμα που δεν είναι αλήθεια.
Δεν τα μπορεί όλα ο Θεός.
Δεν μπορεί να κάνει ώστε να μην έχει γεννηθεί ο ποιητής Όμηρος και να μην έχει γίνει η άλωση της Τροίας. Δεν θα μπορούσε, το δύο πολλαπλασιαζόμενο να το κάνει πέντε ενώ είναι τέσσερα, ακόμα και να το ήθελε» [5]

doctor
__________________________

[1] «Θεσπίζομεν πάντα, όσα Πορφύριος υπό της εαυτού μανίας ελαυνόμενος κατά της ευσεβούς των Χριστιανών θρησκείας συνέγραψε, παρ’οιωδήποτε ευρισκόμενα πυρί παραδίδοσθαι. Πάντα γαρ τα κινούντα τον Θεόν εις οργήν συγγράμματα και τας ψυχάς αδικούντα ουδέ εις ακοάς ανθρώπων ελθείν βουλόμεθα».
2] Ο «Αποκριτικός» χάθηκε στην Βενετία, στα μέσα του 16ου αιώνα, προτού ξαναβρεθεί στην Αθήνα, 3 αιώνες αργότερα. Ο «Αποκριτικός» γραμμένος σε διαλογική μορφή, παρέθετε την αντιχριστιανική επιχειρηματολογία ενός Έλληνα εθνικού φιλοσόφου που σήμερα θεωρείται επιστημονικά βεβαιωμένο ότι είναι ο νεοπλατωνικός Πορφύριος.
[3] Βλ. Πορφυρίου «περί αποχής εμψύχων» 2.37: «ο μεν πρώτος Θεός ασώματος τε ων και ακίνητος και αμέριστος και ούτε εν τινι ων ουτ’ ενδεδεμένος εις εαυτόν, χρήζει ουδενός των έξωθεν».
[4] Πληροφορίες για το βιβλίο και τον Πορφύριο: http://www.thyrathen.gr/book.php?id=75

[5] Πορφύριος, «κατά Χριστιανών», εκδόσεις Θύραθεν, 5η έκδοση, σελ.133-134.

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2007

Ο "Αληθής Λόγος" του Κέλσου




Στην Ελλάδα είτε από άγνοια είτε σκόπιμα, καλλιεργήθηκε η εσφαλμένη ιδέα ότι ο Αληθής Λόγος [1] του Κέλσου έχει χαθεί για πάντα.
Και αυτό ενώ ο Αληθής Λόγος, το πρώτο γραπτό έργο υπεράσπισης του ελληνισμού από τον ιουδαϊσμό και τον χριστιανισμό, ήδη έχει εκδοθεί στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης καθώς και στις ΗΠΑ, κι είναι μεταφρασμένος εδώ και πολλές δεκαετίες στα αγγλικά, γερμανικά και γαλλικά.
Ο Αληθής λόγος, γραμμένος το 178 μ.Χ., σώζεται σχεδόν αυτούσιος χάρη στον Χριστιανό κατηχητή Ωριγένη, που προκειμένου να τον αντικρούσει τον παρέθεσε μέσα στο απολογητικό του έργο Κατά Κέλσου, ακριβώς ως είχε.
Ο Κέλσος, εκλεκτικός φιλόσοφος της ύστερης αρχαιότητας, αντλώντας επιχειρήματα από το οπλοστάσιο της ελληνικής φιλοσοφίας και από την ιστορία, δίνει την ελληνική απάντηση σε ένα δόγμα που το θεωρεί προϊόν βάρβαρης σκέψης.
Ο Αληθής λόγος, με το αδιάβλητο κύρος του αρχαιοελληνικού λόγου, έρχεται να ανατρέψει τους μύθους περί ελληνοχριστιανισμού, καταδεικνύοντας με έμφαση το χάσμα ανάμεσα στο Ελληνικό Πνεύμα και τον Χριστιανισμό.

Παραθέτω μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

1) "Οι Χριστιανοί, κολυμπώντας μέσα σε μέγιστη αμάθεια και μη μπορώντας να συλλάβουν τα θεία αινίγματα, κοντά στα άλλα είχαν την ασέβεια να κατασκευάσουν κάποιον αντίπαλο του Θεού, που τον ονομάζουν Διάβολο ή Σατανά στα εβραϊκά.
Είναι βέβαια λογική ολοσδιώλου ανθρώπινη και θνητή και καθόλου συγχωρητέα, το να ισχυρίζεσαι ότι ο μέγιστος Θεός, παρόλο που θέλει σε κάτι να ωφελήσει τους ανθρώπους δεν μπορεί επειδή του κάνει αντίπραξη ο .... αντίπαλος"
2) "Ακόμη είναι ανόητο να πιστεύουν ότι όταν ο Θεός θα ρίξει φωτιά -θαρρείς και είναι κανένας μάγειρας- τότε όλο το υπόλοιπο ανθρώπινο γένος θα κατακαεί και μόνο αυτοί θα απομείνουν..." [σελ.91]
3) "Ισχυρίζονται ότι τα πάντα δημιουργήθηκαν από τον Θεό για χάρη του ανθρώπου, ενώ εμείς υποστηρίζουμε ότι δεν έγιναν και δεν γίνονται, ούτε για χάρη των ανθρώπων ούτε για χάρη των ζώων. Και ούτε είναι έργα του Θεού οι βροντές και οι αστραπές και οι βροχές" [σελ.83]
4) "Σκάρωσαν για λογαριασμό τους την πιο άτεχνη και απίστευτη ιστορία:Κάποιον άνθρωπο τον έπλασε, λέει ο ίδιος ο Θεός με τα χέρια του και φύσηξε μέσα του ζωή, κι ύστερα από το πλευρό του έφτιαξε μια γυναίκα, και μετά τους έδινε παραγγέλματα κι ήρθε ένα φίδι και του' κανε αντίπραξη, και τελικά υπερίσχυσε το φίδι και όχι τα παραγγέλματά του.
Και αυτόν τον ανόσιο μύθο διηγούνται -θαρρείς και απευθύνονται σε τίποτε γριές- που παρουσιάζει έναν θεό αδύναμο από την πρώτη στιγμή: Έναν θεό που δεν στάθηκε ικανός να πείσει ούτε τον ένα και μοναδικό άνθρωπο που ο ίδιος έπλασε.Κατόπιν μιλούν για κάποιον κατακλυσμό .... ατελείωτες και αβασάνιστες παραχαράξεις του μύθου του Δευκαλίωνα" [σελ.78-79].
5) "Ετούτοι όμως, επινοώντας κάθε λογής φόβητρα, προσελκύουν κόσμο στις γραμμές τους τρομοκρατώντας τον με την ιδέα της θείας τιμωρίας ("περί κολάσεως λόγος") [σελ.59]
6) "Εσείς με ποια ΛΟΓΙΚΗ φτάσατε να τον θεωρείτε υιό του θεού;
"Διότι ξέρουμε" θα πείτε "ότι η σταύρωσή του έγινε για να νικηθεί ο άρχοντας του κακού. Τον θεωρούμε υιό του θεού ακριβώς επειδή τιμωρήθηκε".
Ε, και λοιπόν;
Τόσοι και τόσοι άλλοι δεν έχουν τιμωρηθεί, και μάλιστα το ίδιο ατιμωτικά; [σελ.49]"
7) ... και αντίθετα με την ανάστασή του, που θα μπορούσε να δώσει στους ανθρώπους την πιο ισχυρή πίστη, δεν εμφανίζεται παρά μόνο σε μια γυναίκα και στους οπαδούς του και αυτό στα κρυφά.
Τις μέρες που υπέφερε την τιμωρία τον έβλεπε όλος ο κόσμος.
Σαν αναστήθηκε τον είδε μόνο ένας-ενώ έπρεπε να συμβεί το αντίθετο".
doctor
____________________________________________________
[1] Πληροφορίες για το βιβλίο: http://www.thyrathen.gr/book.php?id=73
[2] Πληροφορίες για τον Κέλσο και το έργο του: http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%AD%CE%BB%CF%83%CE%BF%CF%82

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2007

Το πιθάρι





Τι πιο δροσερό για τις καυτές ημέρες του Ιούλη;
Σαν φέτα δροσερό καρπούζι.
Είναι μία από τις αγαπημένες μου ιστορίες, η οποία πέραν από τον εύθυμο τόνο της, κρύβει ένα βαθύ νόημα.
Διαβάστε την και θα δείτε!


Λουΐτζι Πιραντέλλο

TO ΠΙΘΑΡΙ




ΓΕΜΑΤΕΣ ΟΙ ΕΛΙΕΣ και τούτη τη χρονιά. Γερά δέντρα, προκομμένα, φορτωμένα πέρσι, ξανακάρπισαν φέτος όλες, παρά το χιόνι που τις βρήκε στον ανθό.

Ο Τζίραφα έκανε ένα γύρο στα κτήματά του από το Κότε ως το Πριμοσόλε, και προβλέποντας πως δε θα έφταναν τα πέντε παλιά κιούπια που είχε στην αποδόχη για το λάδι, της καινούριας σοδιάς, παράγγειλε στην ώρα του ένα άλλο πιο μεγάλο ακόμα στο Σάντο Στέφανο της Καμάστρα, εκεί που τα έφτιαχναν. Ψηλό κοντά ένα μπόι, χώρια το κεφάλι, γερό, φαρδύ, το καλύτερο απ' όλα.

Είχε στήσει γερό καβγά με τον καμινά γι' αυτό το πιθάρι. Μα και με ποιον δεν τα 'βάζε ο ντον Λολό Τζίραφα; Για το καθετί, το παραμικρό, για ένα πετραδάκι που έπεφτε από το φράχτη, για ένα άχυρο, φώναζε να του σελώσουν τη φοράδα να τρέξει στην πόλη να κάνει μήνυση. Έτσι με τα παράβολα, τα δικαστικά έξοδα και τις αμοιβές των δικηγόρων, κόντευε να καταστραφεί.

Λέγανε πως ο νομικός του σύμβουλος βαρέθηκε να τον βλέπει μπροστά του δυο τρεις φορές την εβδομάδα, και για να τον ξεφορτωθεί του χάρισε ένα βιβλιαράκι σαν σύνοψη. Ήταν ο κώδικας για να ψάχνει και να βρίσκει μόνος του, αν είχαν νομική βάση οι αγώνες που σκόπευε ν' αρχίσει.

Παλιότερα, όλοι όσοι είχαν προστριβές μαζί του, του φώναζαν, για να τον πάρουν στο ψιλό:

- Σέλωσε τη φοράδα! Τώρα, όμως:

- Το βιβλίο! Το βιβλίο! Συμβουλέψου τον κώδικα!

Κι ο ντον Λολό απαντούσε:

- Σίγουρα! Και θα σας τυλίξω όλους σε μια κόλα χαρτί, βρωμόσκυλα!




Τούτο το καινούριο πιθάρι, πληρωμένο μετρητά τέσσερα τάλιρα κουδουνιστά, το στέγασαν προσωρινά σ' ένα βαθύ κατώι, ώσπου να κάνουν χώρο στην αποθήκη. Ήταν στ' αλήθεια κρίμα να βλέπεις ένα τόσο όμορφο πιθάρι μέσα σ' εκείνη την τρώγλη που μύριζε μούστο κιεκείνη τη στυφή, διαπεραστική μυρωδιά των χώρων όπου δεν μπαίνει φως κι αέρας.


Εδώ και δυο μέρες είχε αρχίσει το ράβδισμα της ελιάς κι ο ντον Λολό ήταν στις φούριες του. Έτρεχε σαν τρελός ανάμεσα στους ραβδιστάδες και στους αγωγιάτες που κουβάλαγαν με τα μουλάρια κοπριά και την άδειαζαν σωρούς στην πλαγιά για το λίπασμα της καινούριας εποχής. Δεν ήξερε με ποιον να τα πρωτοβάλει. Βλαστήμαγε σαν Τούρκος κι απειλούσε με κεραυνούς κι ετούτους και τους άλλους αν έλειπε μια ελιά - μάλιστα, μία ελιά - λες και τις είχε μετρήσει όλες, μία μία, πάνω στα δέντρα. Με την άσπρη καπελαδούρα του, το πουκάμισο ξεκούμπωτο, τα μανίκια ανασκουμπωμένα, κάθιδρος, έτρεχε από δω κι από κει, αγριεμένος, ξύνοντας με λύσσα τα ξυρισμένα μάγουλά του, όπου το γένι ξαναφύτρωνε προτού προλάβει να φύγει καλά καλά το ξυράφι από πάνω τους.



Ώσπου λοιπόν, το απομεσήμερο της τρίτης μέρας τρεις από τους χωρικούς που ράβδιζαν τα δέντρα, μπαίνοντας στο κατώγι για ν' ακουμπήσουν τις σκάλες και τα μπαστούνια, απόμειναν βουβοί βλέποντας τ' όμορφο, κατακαίνουριο πιθάρι ανοιγμένο στη μέση.

- Κοιτάχτε! Κοιτάχτε!

- Ποιος να το 'κανε;

- Ωχ, μάνα μου! Ποιος τον ακούει τώρα τον ντον Λολό! Το καινούριο πιθάρι! Τι κρίμα!

Ο πρώτος, πιο φοβιτσιάρης απ' όλους, πρότεινε να κλείσουν αμέσως την πόρτα και να φύγουν ήσυχα ήσυχα, αφήνοντας απ' έξω, ακουμπισμένες στον τοίχο, σκάλες και ραβδιά. Μα ο δεύτερος:

- Μουρλαθήκατε; Με τον ντον Λολό; Είναι ικανός να πιστέψει πως του το σπάσαμε εμείς. Εδώ, όλοι, ασάλευτοι!


Βγήκε έξω από το κατώγι, έκανε τα χέρια του χωνί και φώναξε:

- Ντον Λολό! Έι ...έι, ντον Λολόοοο!

Να τον, εκεί πέρα με τους εργάτες που κουβαλούσαν την κοπριά. Χειρονομούσε έξαλλος όπως πάντα, δίνοντας κάθε τόσο μια σπρωξιά στην άσπρη καπελαδούρα του που πότε του έπεφτε ως τα μάτια, πότε πίσω στο λαιμό. Ο ουρανός είχε βαφτεί πορφυρός από τις στερνές αχτίδες του ήλιου που έγερνε στη δύση και μέσα στη γαλήνη και τη δροσούλα που έπεφταν στην εξοχή με το σούρουπο, ξεχώριζαν ακόμα πιο έντονα οι κινήσεις ετούτου του μόνιμα οργισμένου ανθρώπου.

- Ντον Λολό! Έι...ντονΛολόοο!

Σαν πλησίασε κι είδε τη ζημιά έκανε σαν τρελός. Στην αρχή ρίχτηκε και στους τρεις. Άρπαξε τον έναν από το λαιμό και τον κόλλησε στον τοίχο, φωνάζοντας:

- Μα την Παναγία, θα μου το πληρώσετε!

Ρίχτηκαν πάνω του οι άλλοι δυο και τον σταμάτησαν και τότε έστρεψε τη λύσσα του στον ίδιο του τον εαυτό. Πέταξε το καπέλο κατάχαμα, έσυρε τα νύχια στα μάγουλά του χτυπώντας τα πόδια κι έπιασε να θρηνεί σαν να μοιρολογούσε πεθαμένο.

- Το καινούριο πιθάρι! Το πιθάρι μου! Τέσσερα τάλιρα! Άπιαστο ακόμα!

Ήθελε να μάθει ποιος του το είχε σπάσει. Ήταν δυνατό να σπάσει από μόνο του; Κάποιος πρέπει να το έσπασε από κακία, από ζήλια! Μα πότε; Πώς; Δεν φαίνονταν πουθενά ίχνη βίας. Να είχε έρθει ραϊσμένο από το εργαστήρι; Μα πώς! Κουδούνιζε σαν καμπάνα!...

Σαν είδαν οι χωρικοί πως καταλάγιασε η πρώτη μανία, έπιασαν να τον παρηγορούν,

να τον καθησυχάζουν. Το πιθάρι μπορούσε να φτιαχτεί. Δεν είχε σπάσει άσχημα. Ένα κομμάτι μόνο. Ένας καλός κανατάς θα μπορούσε να το μπαλώσει και θα γινόταν πάλι καινούριο. Κι ήταν κι αυτός ο μπαρμπα-Ντίμα Λικάζι, που είχε ανακαλύψει μια θαυματουργή κόλλα που κρατούσε ζηλότυπα το μυστικό της: μια κόλλα που ούτε με σφυρί δεν μπορούσες να την ξεκολλήσεις σαν έπιανε. Αν ήθελε λοιπόν, ο ντον Λολό, αύριο με το χάραμα θα ερχόταν εδώ ο μπαρμπα-Ντίμα Λικάζι, και το πιθάρι του θα γινόταν καλύτερο κι από πρώτα.

Ο ντον Λολό αρνιόταν γιατί όλα ήταν ανώφελα και δεν υπήρχε γιατριά. Στο τέλος όμως υποχώρησε, άφησε να τον πείσουν κι έτσι το άλλο πρωί μόλις χάραξε, ο μπαρμπα-Ντίμα Λικάζι παρουσιάστηκε στο Πριμοσόλε με το καλάθι με τα σύνεργα στην πλάτη.

Ήταν ένας γέρος στραβοκάνης, με τις αρθρώσεις όλο κόμπους σαν τον κορμό γέρικης ελιάς. Τις κουβέντες του τις έπαιρνες από το στόμα με το αγκίστρι. Μόνιμα κατσούφης και θλιβερός, πίστευε πως κανένας δεν μπορούσε να εκτιμήσει την εφεύρεσή του που ήταν ακόμα χωρίς πατέντα. Και γι' αυτό κοίταζε πάντα μπρος και πίσω, για να μην του κλέψουν το μυστικό.

- Δείξε μου αυτή την κόλλα. Ήταν το πρώτο που του είπε ο ντον Λολό, αφού τον περιεργάστηκε δύσπιστα, από την κορφή ως τα νύχια.

Ο μπαρμπα-Ντίμα έγνεψε όχι με το κεφάλι, όλος αξιοπρέπεια.

- θα δείτε στην πράξη.

- θα γίνει καλό;



Ο μπαρμπα-Ντίμα ακούμπησε στη γη το καλάθι κι έβγαλε από μέσα ένα μεγάλο μαντίλι από κόκκινο βαμβακερό πανί τριμμένο και χιλιοτυλιγμένο. Έπιασε να το ξεδιπλώνει αργά αργά -μέσα στη γενική προσοχή και περιέργεια- κι όταν στο τέλος ξεπρόβαλε από μέσα ένα ζευγάρι γυαλιά με σπασμένα μπράτσα, δεμένα με σπάγγο, αυτός στέναξε κι οι άλλοι γέλασαν. Ο μπαρμπα-Ντίμα δεν έδωσε σημασία. Σκούπισε τα δάχτυλα προτού πιάσει τα γυαλιά, τα φόρεσε κι ύστερα βάλθηκε να εξετάζει με μεγάλη σοβαρότητα το πιθάρι που το είχαν βγάλει στο αλώνι.

- Καλό θα γίνει, αποφάνθηκε.

- Μόνο με την κόλλα δε βασίζομαι, δήλωσε ο Τζίραφο. Θέλω και στηρίγματα.

- Φεύγω! απάντησε ο μπαρμπα-Ντίμα και ξανάβαλε το καλάθι στην πλάτη του. Ο ντον Λολό τον άρπαξε από το μπράτσο.

- Πού πας; Για δες ύφος! Ούτε ο Καρλομάγνος! Χριστιανέ μου, εκεί μέσα θα βάλω λάδι και το λάδι ιδρώνει! Ένα μίλι σπάσιμο, μόνο με την κόλλα θα το κολλήσεις; Θέλω και στηρίγματα! Κόλλα και στηρίγματα! Εγώ προστάζω.

Ο μπαρμπα-Ντίμα έκλεισε τα μάτια, έσφιξε τα χείλια και κούνησε το κεφάλι. Όλοι ίδιοι! Του αρνιόνταν την ευχαρίστηση να κάνει καθαρή δουλειά, ευσυνείδητη, τεχνική και ν' αποδείξει την αξία της κόλλας του.

- Αν το πιθάρι δεν κουδουνάει πάλι σαν καμπάνα... άρχισε.

- Δεν ακούω τίποτα τον διέκοψε ο ντον Λολό. Θέλω και στηρίγματα! Πληρώνω και για τα δυο. Πόσα θέλεις;

-Για την κόλλα μόνο...

- Θεέ μου, τι κεφάλι! Πώς να σου μιλήσω; Είπα, θέλω και στηρίγματα. Συνεννοηθήκαμε; Δεν έχω καιρό για χάσιμο!

Κι έφυγε να πάει να τα βάλει με τους ανθρώπους του.

Ο μπαρμπα-Ντίμα έπεσε στη δουλειά φουσκωμένος από οργή και πείσμα. Και η οργή και το πείσμα φούντωναν κάθε φορά που έβαζε το τρυπάνι στο πιθάρι και στο σπασμένο κομμάτι, για να περάσει ένα σύρμα και να γίνει η ραφή. Σε κάθε τρύπα μούγκριζε, το μάτι του αγρίευε, το μούτρο του γινόταν όλο και πιο πράσινο από τη χολή. Σαν τέλειωσε ετούτη η πρώτη δουλειά, πέταξε με λύσσα το τρυπάνι στο καλάθι. Τοποθέτησε το σπασμένο κομμάτι στο πιθάρι για να δει αν ταίριαζαν οι τρύπες κι αν ήταν σε ίσια απόσταση, κι ύστερα, με την τανάλια έκοψε τόσα κομματάκια σύρμα όσα κι οι ραφές που έπρεπε να κάνει και φώναξε για βοήθεια έναν από τους χωρικούς που ράβδιζαν τις ελιές.

- Κουράγιο, μπαρμπα-Ντίμα, του είπε αυτός, βλέποντας το αλλοιωμένο πρόσωπο του.

Ο μπαρμπα-Ντίμα έκανε μια οργισμένη κίνηση. Άνοιξε το σιδερένιο κουτί που είχε την κόλλα, το ύψωσε στον ουρανό σαν να 'θελε να το προσφέρει στον Θεό, μια και οι άνθρωποι δεν ήθελαν ν' αναγνωρίσουν την αξία του˙ κι ύστερα άρχισε, με το δάχτυλο, να την αλείφει γύρω γύρω στο σπασμένο κομμάτι. Πήρε την τανάλια και τα κομματάκια το σύρμα που είχε ετοιμάσει από πριν, μπήκε μέσα στην ανοιχτή κοιλιά του πιθαριού και πρόσταξε το χωρικό να τοποθετήσει το κομμάτι έτσι όπως είχε κάνει ο ίδιος λίγο πριν. Και προτού αρχίσει να κάνει τις ραφές, φώναξε, από μέσα, στο χωρικό:

- Τράβα! Τράβα μ' όλη σου τη δύναμη! Δες, ξεκολλάει; Ανάθεμά τον όποιον δεν πιστεύει! Χτύπα, χτύπα! Σημαίνει ναι ή όχι, σαν καμπάνα κι ας είμαι κι εγώ μέσα; Μπρος, πήγαινε να το πεις στον αφέντη σου.

- Όποιος είναι από πάνω προστάζει, μπαρμπα-Ντίμα, στέναξε ο χωρικός. Κι όποιος είναι από κάτω, βρίσκει τον μπελά του. Βάλε τα στηρίγματα, κατά πως το θέλει!

Κι ο μπαρμπα-Ντίμα έπιασε να περνάει κάθε κομματάκι σύρμα από τις δυο τρύπες, από τη μια κι από την άλλη μεριά της ρωγμής. Και με την τανάλια, έστριβε τις δυο άκριες. Του πήρε μια ώρα να τα περάσει όλα. Ο ιδρώτας ποτάμι, μέσα στο πιθάρι. Δούλευε και κλαιγόταν για την κακή του τύχη. Κι ο χωρικός απ' έξω, τον παρηγορούσε.

- Τώρα, βοήθα με να βγω, του είπε στο τέλος ο μπαρμπα-Ντίμα.

Μα το πιθάρι όσο φαρδιά κοιλιά είχε, τόσο είχε και στενό λαιμό. Ο μπαρμπα-Ντίμα, μέσα στη λύσσα του, δεν το είχε προσέξει. Τώρα, δοκίμαζε και ξαναδοκίμαζε, μα τρόπο να βγει δεν έβρισκε. Κι ο χωρικός, αντί να τον βοηθήσει, χτυπιόταν από τα γέλια. Φυλακισμένος, φυλακισμένος εκεί μέσα στο πιθάρι που το είχε μπαλώσει ο ίδιος, το είχε κάνει σαν καινούριο και τώρα, για να βγει, δεν υπήρχε άλλος τρόπος, παρά να το σπάσει πάλι από την αρχή, κι αυτή τη φορά αγιάτρευτα.

Με τις φωνές και με τα γέλια, έτρεξε κι ο ντον Λολό. Ο μπαρμπα-Ντίμα μέσα στο πιθάρι, ίδιος αγριεμένος γάτος.

- Βγάλτε με! ούρλιαξε. Για τον Θεό, θέλω να βγω! Αμέσως! Βοηθήστε με! Ο ντον Λολό έμεινε στην αρχή άλαλος. Δεν μπορούσε να το πιστέψει.

- Μα πώς; Εκεί μέσα; Ράφτηκε μέσα;

Πλησίασε στο πιθάρι και φώναξε στο γέρο:

- Βοήθεια; Πώς να σε βοηθήσω, ξεμωραμένε γέρο; Δεν έπρεπε να πάρεις πρώτα τα μέτρα; Εμπρός, δοκίμασε: βγάλε έξω το ένα χέρι... έτσι! και το κεφάλι... άντε... όχι, σιγά!.,. Περίμενε! όχι έτσι!... Μα πώς τα κατάφερες; Και το πιθάρι τώρα; Ηρεμία. Ηρεμία! σύστηνε στους γύρω λες κι οι άλλοι είχαν χάσει την ηρεμία τους.

- Μου φούντωσε το κεφάλι! Ηρεμία! Ετούτη είναι καινούρια περίπτωση... Τη φοράδα!

Και χτύπησε με τα νύχια του το πιθάρι. Στ' αλήθεια, σήμαινε σαν καμπάνα.

- Ωραία! Καινούριο από την αρχή... Περιμένετε! είπε στον φυλακισμένο. Σέλωσέ μου τη φοράδα! πρόσταξε το χωρικό και ξύνοντας το κούτελό του, συνέχισε μονολογώντας:

- Μα για δες τι μου έτυχε! Ετούτο δω δεν είναι πιθάρι, είναι εργαλείο του διαβόλου!

Κι έτρεξε στο πιθάρι, όπου ο μπαρμπα-Ντίμα χτυπιόταν σαν ζώο πιασμένο στο δόκανο.

- Καινούρια περίπτωση, αγαπητέ μου, που πρέπει να τη λύσει ο δικηγόρος. Τη φοράδα! Τη φοράδα! Πάω κι έρχομαι! Κάντε υπομονή! Για το συμφέρο σου... Ήσυχα! Κι εγώ θα κοιτάξω το δικό μου. Και πρώτ' απ' όλα, για να διατηρήσω τα δικαιώματά μου, θα κάνω το χρέος μου. Ορίστε: σου πληρώνω τη δουλειά, το μεροκάματο. Πέντε λίρες. Σε φτάνουν;

-Δε θέλω τίποτα! ούρλιαξε ο μπαρμπα-Ντίμα. Θέλω να βγω!

- Θα βγεις. Μα στο μεταξύ εγώ σε πληρώνω. Ορίστε, πέντε λίρες. Τις έβγαλε από την τσέπη του σακακιού και τις έριξε στο πιθάρι. Κι ύστερα ρώτησε με έγνοια:

- Κολάτσισες; Ψωμί και προσφάι, γρήγορα! Δεν θέλεις; Πέτα το στα σκυλιά! Εγώ πάντως στο έδωσα.

Παράγγειλε να του το δώσουν, πήδησε στη σέλα και δρόμο, καλπάζοντας για την πόλη. Όσοι τον είδαν, νόμισαν πως πήγαινε να κλειστεί στο τρελοκομείο, τόσο παλαβά χειρονομούσε.

Ευτυχώς, δε χρειάστηκε να περιμένει στον προθάλαμο του δικηγόρου. Μα αναγκάστηκε να περιμένει ώσπου να σταματήσει αυτός τα γέλια, όταν του εξέθεσε την περίπτωση.

- Με συγχωρείτε, πού το βρίσκετε το αστείο; Η αφεντιά σας δεν καίγεται. Δικό μου είναι το πιθάρι!

Μα αυτός εξακολουθούσε να γελάει κι ήθελε να του ξαναδιηγηθεί το περιστατικό, και δώσ' του καινούριο γέλιο. Ώστε μέσα ε; Ράφτηκε μέσα; Κι αυτός, ο ντονΛολό, τι σκόπευε να κάνει; Να... να τον κρατήσει μέσα... χα... χα... χα... μέσα... χαχαχά, για να μη χάσει το κιούπι;

- Πρέπει να το χάσω; ρώτησε ο ντον Λολό σφίγγοντας τις γροθιές. Κι η ζημιά και το ρεζιλίκι;

- Μα ξέρετε πώς λέγεται αυτό; του είπε στο τέλος, ο δικηγόρος. Λέγεται παράνομος κράτησις προσώπου!

- Κράτηση; Και ποιος τον κράτησε; Μόνος του μπήκε εκεί μέσα! Τι φταίω εγώ;

Ο δικηγόρος του εξήγησε τότε πως υπήρχαν δυο περιπτώσεις: από τη δική του τη μεριά, ο ντον Λολό έπρεπε να ελευθερώσει αμέσως το φυλακισμένο για να μην κατηγορηθεί για παράνομο κράτηση. Από την άλλη, ο μάστορης έπρεπε να λογοδοτήσει για τη ζημιά που είχε κάνει με την απερισκεψία ή την επιπολαιότη­τά του.

- Α! ο Τζίραφα πήρε ανάσα. Θα μου πληρώσει το πιθάρι!

- Σιγά! τον έκοψε ο δικηγόρος. Όχι, βέβαια, σαν να ήταν καινούριο!

-Και γιατί;

- Μα γιατί ήταν σπασμένο! Τι στην ευχή!

- Σπασμένο; Όχι, κύριέ μου! Ήταν γερό, ολόγερο! Καλύτερο από καινούριο, το είπε κι ο ίδιος! Και τώρα αν το σπάσω δεν μπορώ να το ξανακολλήσω. Θα πάει χαμένο το πιθάρι, κύριε δικηγόρε!

Ο δικηγόρος τον βεβαίωσε πως θα το λάβαινε υπόψη του, και θα τον έβαζε να το πληρώσει στην κατάσταση που ήταν τώρα.

- Βάλτε τον να το εκτιμήσει μόνος του, τον συμβούλεψε.

- Χρυσόστομε! φώναξε ο ντον Λολό κι έφυγε τρέχοντας.

Σαν γύρισε, κατά το βραδάκι, βρήκε τους χωρικούς να έχουν στήσει πανηγύρι γύρω από το κατοικημένο πιθάρι. Ακόμα κι ο σκύλος έπαιρνε μέρος, πηδώντας και γαβγίζοντας. Ο μπαρμπα-Ντίμα δεν ήταν μόνο ήρεμος, αλλά είχε αρχίσει να διασκεδάζει με την παράξενη περιπέτειά του και γελούσε με την καρδιά του.

Ο Τζίραφα τους παραμέρισε όλους κι έσκυψε πάνω από το πιθάρι.

-Α! Είσαι καλά;

- Περίκαλα! Στη δροσιά. Πιο καλά κι από το σπίτι μου, του αποκρίθηκε ο γέρος.

- Χαίρομαι. Λοιπόν, σε πληροφορώ πως ετούτο το πιθάρι μου κόστισε, καινούριο, τέσσερα τάλιρα. Πόσο πιστεύεις πως αξίζει τώρα;

- Με μένα μέσα; ρώτησε ο μπαρμπα-Ντίμα.

Γέλια οι χωριάτες.

- Σιωπή! φώναξε ο Τζίραφα. 'Ενα από τα δυο: ή η κόλλα σου αξίζει κάτι ή δεν αξίζει τίποτα. Αν δεν αξίζει τίποτα, είσαι απατεώνας. Αν αξίζει κάτι, το πιθάρι πρέπει να έχει, έτσι όπως είναι, κάποια τιμή. Ποια; Κάνε εσύ την εκτίμηση.

Ο μπαρμπα-Ντίμα απόμεινε να συλλογιέται για λίγο κι ύστερα είπε:

- Αποκρίνομαι. Αν με είχες αφήσει να το κολλήσω μόνο με την κόλλα, όπως ήθελα εγώ, πρώτα πρώτα, δεν θα βρισκόμουνα εδώ μέσα και το πιθάρι θα είχε πάνω κάτω την αρχική του αξία. Έτσι μπαλωμένο με τούτες τις ραφές, που έπρεπε αναγκαστικά να τις κάνω από μέσα, τι τιμή μπορεί να έχει, ούτε το τρίτο απ' όσο άξιζε καλά καλά.

- Ένα τρίτο; ρώτησε ο Τζίραφα. Ένα τάλιρο και τριάντα τρία;

- Λιγότερο ναι, περισσότερο όχι.

- Ε λοιπόν, είπε ο ντον Λολό, ας περάσει ο λόγος σου και δώσ' μου ένα τάλιρο και τριάντα τρία.

- Τι πράγμα; έκανε ο μπαρμπα-Ντίμα σαν να μην είχε ακούσει.

- Σπάω το κιούπι για να βγεις, κι εσύ με πληρώνεις σύμφωνα με την εκτίμησή σου, έτσι είπε ο δικηγόρος.

- Να πληρώσω εγώ; τσίριξε ο μπαρμπα-Ντίμα. Αστειεύεται η αφεντιά σου; Εδώ μέσα θα κάτσω, να πιάσω σκουλήκια.

Και βγάζοντας, με κάποιο ζόρι αλήθεια, μια κοκάλινη πίπα από την τσέπη του, την άναψε και βάλθηκε να καπνίζει διώχνοντας τον καπνό από το λαιμό του πιθαριού.

Ο ντον Λολό έμεινε άναυδος. Ετούτη την περίπτωση, να μη θέλει να βγει ο μπαρμπα-Ντίμα από το πιθάρι, ούτε αυτός, ούτε ο δικηγόρος την είχαν προβλέψει. Και τώρα τι γινόταν; Πώς θα λυνόταν το πρόβλημα; Πήγε να προστάξει και πάλι:

- Τη φοράδα! Μα σκέφτηκε πως είχε νυχτώσει πια.

-Α, έτσι; ρώτησε. Θέλεις να εγκατασταθείς στο πιθάρι μου; Είσαστε μάρτυρες όλοι! Δεν θέλει να βγει για να μην πληρώσει. Αύριο θα σου κάνω μήνυση για καταχρηστική διαμονή και επειδή μου παρεμποδίζεις τη χρήση του πιθαριού.



Ο μπαρμπα-Ντίμα έστειλε πρώτα άλλο ένα σύννεφο καπνού κι ύστερ' απάντησε ατάραχος:

- Όχι κύριε. Εγώ δεν εμποδίζω τίποτα. Μήπως κάθομαι εδώ μέσα γιατί μου κάνει κέφι; Βγάλτε με κι εγώ φεύγω ευχαρίστως. Αλλά να πληρώσω... ούτε γι' αστείο, αφέντη μου!

Ο ντον Λολό σήκωσε το πόδι του, σ' ένα ξέσπασμα λύσσας, και έκανε να κλωτσήσει το πιθάρι˙ μα συγκρατήθηκε. Αντίθετα, το αγκάλιασε με τα δυο χέρια και το τράνταξε μ' όλη του τη δύναμη.

- Βλέπεις τι αξίζει η κόλλα μου, του είπε ο μπαρμπα-Ντίμα από μέσα.

- Χολέρα! μούγκρισε ο Τζίραφα. Ποιος σε αδίκησε, εγώ ή εσύ; Και πρέπει να πληρώσω εγώ; Μείνε εκεί και πέθανε από την πείνα. Θα δούμε ποιος θα νικήσει!

Κι έφυγε χωρίς να σκεφτεί τις πέντε λίρες που του είχε ρίξει στο πιθάρι, το πρωί. Μ' αυτά τα λεφτά, ο μπαρμπα-Ντίμα σκέφτηκε να το γλεντήσει με τους χωρικούς που άργησαν να γυρίσουν στα σπίτια τους κι έμειναν να περάσουν τη νύχτα τους στο αλώνι. 'Ενας πήγε να ψωνίσει στην ταβέρνα, εκεί κοντά. Και λες και το 'κανε επίτηδες, είχε και μια πανσέληνο που θαρρείς και ήταν μέρα.

Κάποια ώρα, ο ντον Λολό που είχε πλαγιάσει ξύπνησε από ένα σαματά της κόλασης. Βγήκε στο μπαλκόνι κι εκεί, στο αλώνι, κάτω από το φεγγάρι, αντίκρισε μύριους διαβόλους: οι χωρικοί μεθυσμένοι, πιασμένοι χέρι χέρι, χόρευαν γύρω από το κιούπι. Ο μπαρμπα-Ντίμα, μέσα, τραγουδούσε, ξελαρυγγιαζόταν.

Αυτή τη φορά, ο ντον Λολό δεν κρατήθηκε. Όρμησε σαν αφηνιασμένος ταύρος και προτού προλάβουν να τον σταματήσουν, με μια κλωτσιά, έστειλε το πιθάρι να κατρακυλήσει, κάτω στην πλαγιά. Κι αυτό, κατρακυλώντας με συνοδεία τα γέλια και τα ξεφωνητά των μεθυσμένων, πήγε και τσακίστηκε πάνω σε μια ελιά.

Κι έτσι νίκησε ο μπαρμπα-Ντίμα.

μτφρ. Ντίνα Σιδέρη - Κώστας Ασημακόπουλος

*********


Έξοχο δείγμα του σατιρικού ρεαλισμού του Πιραντέλλο, «το Πιθάρι» επικεντρώνεται στην αντιπαράθεση δύο εκκεντρικών και εξίσου αδιάλλακτων τύπων, που εκπροσωπούν διαφορετικούς κόσμους. Η περηφάνια του λαϊκού μάστορα συγκρούεται με την απληστία του δικομανούς κτηματία και αντιτάσσει στην δική του απόλυτη αλλά στρεβλή λογική την καταλυτική δύναμη του παραλόγου (ο μάστορας δηλώνει διατεθειμένος να ζήσει στο πιθάρι).

Μετατρέποντας τον εγκλεισμό του σε διονυσιακό πανηγύρι και ταυτοχρόνως ανακαλύπτοντας την ένδεια και την απομόνωση του φαινομενικά πανίσχυρου αντίδικού του, ο εφευρετικός μάστορας ανατρέπει (με την αμέριστη υποστήριξη της κοινότητας) τους όρους του παιχνιδιού και αναγκάζει τον εξαγριωμένο κτηματία να αποβάλει την δικονομική του πανοπλία και να υποταχτεί στην γήινη και απτή δικαιοσύνη (και στη σοφία της κοινής λογικής).

Η αριστοτεχνικά κινηματογραφική οργάνωση της αφήγησης (που συντέλεσε και στην επιτυχή μεταφορά του διηγήματος στην οθόνη με την ταινία «Χάος» των αδελφών Ταβιάνι) συμβάλλει στην μετατροπή μιας κατ’ επίφαση ηθογραφικής ιστορίας του ιταλικού Νότου σε ηθικό μύθο, ο οποίος επιβεβαιώνει την ικανότητα του απλού λαού να αντιστέκεται, μέσω της δύναμης του παραλόγου που αρδεύει την παράδοσή του, στον θεσμοθετημένο παραλογισμό των εκμεταλλευτών του.



LUIGI PIRANDELLO (Τζιρτζέντι Σικελίας 1867-Ρώμη 1936).

Ιταλός δραματουργός και πεζογράφος. Σπούδασε νομική και φιλολογία. Βασικά θέματα των θεατρικών κυρίως έργων του είναι η σύγχυση ανάμεσα στο είναι και στο φαίνεσθαι, το πρόβλημα των πολλών όψεων της αλήθειας, η ανάγκη του ανθρώπου για αυταπάτη. Γι’αυτό και θεωρήθηκε πρόδρομος του μεταπολεμικού θεάτρου του παραλόγου. Τιμήθηκε με το Νομπέλ λογοτεχνίας το 1934.
Έργα του: Αγάπες χωρίς αγάπη (1894), Ο μακαρίτης Ματίας Πασκάλ (μυθιστόρημα 1904), έτσι είναι αν έτσι νομίζετε (θέατρο,1917), έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα (θέατρο, 1921), Ερρίκος Δ’ (θέατρο,1922) Απόψε αυτοσχεδιάζουμε (θέατρο, 1930) κ.α.

http://www.protoporia.gr/protoporia/product.asp?sku=144130&mscssid=HHN5KEK4D5J49MC67NDRMR8TNXGW1D57
doctor

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2007

«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι»




Μπέρτολτ Μπρεχτ



«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι» ρώτησε τον κ.Κ. η μικρή κόρη της σπιτονοικοκυράς του «θα φέρονταν τότε καλύτερα στα μικρά ψάρια;»


«Σίγουρα» απάντησε αυτός.


«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έφτιαχναν στην θάλασσα για τα μικρά ψάρια τεράστιες κασέλες με διάφορες τροφές μέσα, τόσο φυτά όσο κα ζώα. Θα φρόντιζαν να έχουν οι κασέλες πάντα φρέσκο νερό και θα έπαιρναν εν γένει διάφορα υγειονομικά μέτρα. Όταν π.χ. ένα ψαράκι τραυμάτιζε το πτερύγιό του, τότε οι καρχαρίες θα του έβαζαν αμέσως έναν επίδεσμο, για να μην τους πεθάνει πριν την ώρα του. Για να μην είναι τα ψαράκια μελαγχολικά, θα διοργανώνονταν που και που μεγάλες γιορτές στο νερό, γιατί τα χαρούμενα ψαράκια έχουν καλύτερη γεύση από τα μελαγχολικά.Θα υπήρχαν φυσικά και σχολεία μέσα σε αυτές τις κασέλες. Στα σχολεία αυτά τα ψαράκια θα μάθαιναν πώς να κολυμπάνε στο στόμα των καρχαριών. Θα χρειάζονταν π.χ. τη γεωγραφία για να μπορούν να βρίσκουν τους μεγάλους καρχαρίες που θα βρίσκονταν κάπου τεμπελιάζοντας.

Το σπουδαιότερο θα ήταν φυσικά η ηθική διαπαιδαγώγηση των μικρών ψαριών.

Θα διδάσκονταν ότι το υψηλότερο και ωραιότερο ιδεώδες είναι να θυσιάζεται ένα ψαράκι πρόθυμα και ότι όλα έπρεπε να πιστεύουν στους καρχαρίες, προπαντός όταν τους έλεγαν ότι θα μεριμνούσαν για ένα καλύτερο μέλλον.Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι το μέλλον αυτό τότε μόνο είναι εξασφαλισμένο, όταν μάθαιναν υπακοή.

Τα ψαράκια θα έπρεπε να φυλάγονται απ’ όλες τις ταπεινές, υλιστικές, εγωιστικές και μαρξιστικές διαθέσεις και να αναφέρουν αμέσως στους καρχαρίες, όταν κανένα από αυτά έδειχνε τέτοιες διαθέσεις.
Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκαναν φυσικά και πολέμους αναμεταξύ τους, για να κυριέψουν ξένες ψαροκασέλες και ξένα ψαράκια.
Τους πολέμους θα έβαζαν να τους κάνουν τα δικά τους ψαράκια.
Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι ανάμεσα σ’αυτά και τα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει τεράστια διαφορά.


Τα ψαράκια, θα διακήρυσσαν, είναι, ως γνωστόν, βουβά, αλλά σωπαίνουν σ’εντελώς διαφορετικές γλώσσες και γι’αυτό δεν μπορούν να καταλάβουν το ένα το άλλο.
Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε στον πόλεμο μερικά άλλα ψαράκια εχθρικά, που σωπαίνουν σε άλλη γλώσσα, θα απένειμαν ένα μικρό παράσημο από θαλασσινά φύκια και τον τίτλο του ήρωα.


Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα υπήρχε φυσικά σε αυτούς και τέχνη.
Θα υπήρχαν ωραίοι πίνακες, στους οποίους θα παριστάνονταν τα δόντια των καρχαριών με υπέροχα χρώματα, τα στόματά τους σαν αληθινά πάρκα αναψυχής, όπου θα μπορούσε να κάνει κανείς έναν υπέροχο περίπατο.
Τα θέατρα στο βυθό της θάλασσας θα έδειχναν πως ηρωικά ψαράκια κολυμπάνε ενθουσιασμένα στα στόματα των καρχαριών και η μουσική θα ήταν τόσο ωραία, ώστε τα ψαράκια θα ορμούσαν, κάτω από τους ήχους της, με την μπάντα μπροστά, σαν σε όνειρο και με το νανούρισμα των πιο ευχάριστων σκέψεων, στα στόματα των καρχαριών.
Θα υπήρχε βέβαια και μια θρησκεία, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι.
Θα δίδασκε ότι για τα ψαράκια μόνο στην κοιλιά των καρχαριών θα άρχιζε η αληθινή ζωή.



Εξάλλου, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, τα ψαράκια θα έπαυαν επίσης να είναι ίσα όπως συμβαίνει τώρα. Μερικά από αυτά θα έπαιρναν αξιώματα και θα τα τοποθετούσαν πάνω από τα άλλα.
Στα κάπως μεγαλύτερα θα επιτρεπόταν μάλιστα να τρώνε τα μικρότερα. Αυτό δε θα ήταν για τους καρχαρίες παρά ευχάριστο, αφού οι ίδιοι θα είχαν έπειτα να τρώνε, συχνά, μεγαλύτερες μπουκιές.
Και τα μεγαλύτερα ψαράκια, που θα είχαν πόστο, θα φρόντιζαν για την τάξη ανάμεσα στα ψαράκι και θα γίνονταν δάσκαλοι, αξιωματικοί, μηχανικοί για την κατασκευή κασελών κ.τ.λ.


Με λίγα λόγια, πολιτισμός θα υπήρχε στην θάλασσα, μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι.



***********
Πρωτοδημοσιευμένο το 1949, το «Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι», είναι η εκτενέστερη από τις «Ιστορίες του κ.Κόινερ», έργου που γράφτηκε σε διάστημα τριάντα χρόνων (1926-1956) και αποτελείται από 87 σύντομες αφηγήσεις.
Συνθέτοντας και διαπλέκοντας μεγάλη ποικιλία αφηγηματικών τύπων, από τον κινέζικο φιλοσοφικό διάλογο ως τον αφορισμό και τη διδακτική παραβολή, ο Μπρεχτ παρουσιάζει τον τρόπο σκέψης ενός προσώπου απαλλαγμένου από ατομικά χαρακτηριστικά (κατά το φίλο και μελετητή του Μπρεχτ, Βάλτερ Μπένγιαμιν, το όνομα του κ.Κόινερ παραπέμπει ταυτοχρόνως στο οδυσσειακό «Ούτις» [γερμ.Keiner] και στο ελληνικό επίθετο κοινός).


Το «αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι» ανατρέχει στον τύπο της παραβολικής «ιστορίας με ζώα» για να υπονομεύσει, από μαρξιστική οπτική γωνία, τους θεσμούς που συνθέτουν τον καπιταλιστικό πολιτισμό (εκπαίδευση, τέχνη, περίθαλψη, εκκλησία, στρατός, κοινωνική πρόνοια) και τις αξίες που αυτοί προάγουν (φιλανθρωπία, ηρωισμός, αυτοθυσία, εθνικισμός, κοινωνική αναρρίχηση κ.α.).



Προβάλλοντας την πολιτική και ιδεολογική δομή του αστικού συστήματος στον κόσμο των ψαριών, ο Μπρεχτ δημιουργεί μια σατιρική δυστοπία, στην οποία ο αναγνώστης αναγνωρίζει αυτομάτως τον κόσμο του και τον ρόλο που ο κόσμος αυτός επιφυλάσσει για τον ίδιο.
Η ειρωνική και χιουμοριστική προσέγγιση της κοινωνικής αγριότητας και ο αριστοτεχνικός χειρισμός του συνοπτικού παραλληλισμού (που εκτελείται απνευστί, σαν προφορική μονοκοντυλιά) απομακρύνουν τον κίνδυνο του ανιαρού διδακτισμού και επιτρέπουν στη σύντομη ιστορία να λειτουργήσει ως παιγνιώδες ερέθισμα για πολιτική σκέψη.








BERTOLT BRECHT (Άουσμπουργκ 1898- Βερολίνο 1956).



Γερμανός ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, θεωρητικός του θεάτρου και σκηνοθέτης. Σπούδασε ιατρική και άρχισε να ασχολείται με το θέατρο από τις αρχές της δεκαετίας του 1920. Άσκησε τεράστια επίδραση στο παγκόσμιο μεταπολεμικό θέατρο κυρίως με τη θεωρία του για το επικό θέατρο, στόχος του οποίου είναι η κριτική αντιμετώπιση των γεγονότων από τα πρόσωπα του έργου, αλλά και η κριτική στάση του τηλεθεατή. Συνέπεια της στράτευσής του στη μαρξιστική ιδεολογία ήταν η δίωξή του από τις χιτλερικές αρχές και η περιπλάνησή του σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και στις Η.Π.Α. Από τα θεατρικά του έργα γνωστότερα είναι τα «Η όπερα της πεντάρας» (1928), «Γαλιλαίος» (1937-1939), «Μάνα κουράγιο» 1938-1939), «ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» (1938-1941), «Ο κύκλος με την κιμωλία» (1944-45). Σημαντικά επίσης είναι και τα θεωρητικά του έργα «Μικρό όργανο για το θέατρο» (1948) και «Η διαλεκτική στο θέατρο» (1951).

Πηγή: Ν.Ε.Λ. Β΄ Λυκείου, Β18, σσ. 294-296).



doctor