Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρασιατική Εκστρατεία/Καταστροφή/προσφυγιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρασιατική Εκστρατεία/Καταστροφή/προσφυγιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010

Οι αιώνια κυνηγημένοι: Πρόσφυγες και μετανάστες.


Αυτές τις ημέρες βλέπουμε με τι μανία η άκρα δεξιά αντιτίθεται στην ενσωμάτωση των προσφύγων και των μεταναστών στην κοινωνία μας. Το παρόν θέμα δεν θα ασχοληθεί με το άρτι ψηφισθέν νομοσχέδιο (με το οποίο συμφωνώ επί της ουσίας) αλλά με τις αντιδράσεις ενός τμήματος της ελληνικής κοινωνίας, αυτού του ακροδεξιού (και όχι μόνο) χώρου, που θεωρεί την Ελλάδα τσιφλίκι του και πάντα φέρεται με μίσος προς ο,τιδήποτε "άλλο". Σήμερα θα δούμε πως οι ιδεολογικοί πρόγονοι του ΛΑΟΣ και της Χρυσής Αυγής υποδέχτηκαν τους "αδελφούς" Έλληνες πρόσφυγες του 1922.

Παραθέτω μία έξοχη έρευνα του ιστορικού Βλάση Αγτζίδη σχετικά με την υποδοχή που έτυχαν οι πόντιοι αλλά και γενικά οι Έλληνες πρόσφυγες το 1922 από τους παλαιοελλαδίτες συμπατριώτες τους. Οι ομοιότητες με τη σημερινή εποχή είναι πολλές και εν πολλοίς ισχύει κι εδώ το "σύνδρομο του γεμάτου λεωφορείου": πολλοί απόγονοι των προσφύγων του 1922 είναι σήμερα ρατσιστές με τους σημερινούς πρόσφυγες, όπως ακριβώς συμβαίνει σε ένα ασφυκτικά γεμάτο αστικό λεωφορείο που κάνει στάση: αυτός που είναι στη στάση σπρώχνει για να μπει, απαιτώντας από όσους βρίσκονται μέσα να συμπτυχθούν. Και έτσι στριμώχνεται, μπαίνει και η πόρτα κλείνει μετά από πολλές προσπάθειες του οδηγού. Στην επόμενη στάση, ο ευεργετημένος επιβάτης δυσφορεί με τους επόμενους που θέλουν να κάνουν το ίδιο που έκανε κι αυτός πριν. Δυστροπεί, νευριάζει και πολλές φορές επιτιμά και επιπλήττει όσους θέλουν να μπουν λέγοντάς τους ότι "το λεωφορείο είναι γεμάτο"...


Η αντιμετώπιση των προσφύγων. Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι

Η ελλαδική κοινωνία είχε ήδη διαμορφώσει τις εικόνες της για τους ομοεθνείς της απ’ την άλλη πλευρά του Αιγαίου. Και οι εικόνες αυτές ήταν ήδη αρνητικές απ΄ την εποχή του ’16, που απ’ τη μια το Εργατικό Κέντρο Αθηνών ζητούσε να απαγορευτεί η πρόσληψη προσφύγων εργατών και απ’ την άλλη οι πρωτοφασιστικές ομάδες των «Επίστρατων» του Δ. Γούναρη καιτου Ι. Μεταξά οργάνωναν το πογκρόμ κατά των προσφύγων ως βενιζελικών.[1].

Το αρνητικό στερεότυπο που είχε δημιουργηθεί στην ελλαδική κοινωνία από τη φιλομοναρχική προπαγάνδα θα επιβεβαιωθεί πλήρως από έναν κορυφαίο διανοούμενο, εκφραστή του βαλκανικού ελληνικού εθνικισμού, τον Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος το 1919 θεωρούσε ότι οι Μικρασιάτες, όπως και οι Κρητικοί, ήταν τα όργανα υποταγής της Παλαιάς Ελλάδας στον «αγγλογαλλικό ιμπεριαλισμό».[2]

Η αρχική μαζική εγκατάσταση Ποντίων προσφύγων στην Ελλάδα θα σημειωθεί κατά τρία κύματα: κατά την πρώτη φάση της γενοκτονίας στον Πόντο (1916-1918), μετά την αποχώρηση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος από τη Νότια Ρωσία τον Ιούνιο του 1919 και μετά την εκκένωση του Καρς και Αρνταχάν και τη δημιουργία ενός σημαντικού ελληνικού προσφυγικού ζητήματος στη Νότια Ρωσία.[3] Χιλιάδες απ’ αυτούς θα έρθουν στην Ελλάδα την περίοδο 1919-1920. Η κατάσταση όπως αποτυπώνεται στις ανταποκρίσεις της εποχής είναι κακή: «Οι δυστυχείς Καυκάσιοι λιμοκτονούν και πάλιν, παρά τας διαφόρους διαβεβαιώσεις, ότι ελήφθη πάσα φροντίς να μη μένωσι νηστικοί, ότι θα γίνουν πρατήρια, ότι τέλος δεν θ’ αποθάνουν από την πείναν και το κρύο… Μετά φρίκης μανθάνομεν ότι αποθνήσκουν 44 καθ’ εκάστην…. Εμάθομεν ακόμη ότι τα δήθεν Νοσοκομεία των προσφύγων είναι σε αθλία κατάστασιν, υπάρχουν μόνον δύο ιατροί, οι οποίοι μόλις προφταίνουν να πιστοποιούν τους θανάτους, Δεν θέλομεν να είπωμεν περισσότερα, νομίζομεν όμως ότι αν τους παραδίδομεν εις τον Μουσταφά Κεμάλ, θα τους μεταχειρίζετο ίσως καλύτερον…»[4].

Μετά τις εκλογές του 1920 η Μικρασιατική Εκστρατεία μετατράπηκε σε μια άχαρη στρατιωτική εμπλοκή, από την οποία οι κρατούντες προσπαθούσαν συνεχώς, και ανεπιτυχώς, να απεμπλακούν. Πριν ακόμα από την Καταστροφή οι μοναρχικές εφημερίδες ζητούσαν να επιστρέψει ο στρατός «Οίκαδε» και καλούσαν να σταματήσει να χύνεται το αίμα των «Πομερανών» τους στην άξενη Μικρά Ασία.[5] Οι Μικρασιάτες ήταν ήδη ανεπιθύμητοι στην Ελλάδα και αυτό εκφράστηκε στο υψηλότατο δυνατό επίπεδο τον Ιούλιο του 1922, όταν με το νόμο 2670/1922 και με τις υπογραφές του βασιλιά Κωσταντίνου, Γούναρη και Ρούφου απαγορεύτηκε στον ελληνικό πληθυσμό της Ιωνίας να αποχωρήσει, ενώ είχε ήδη αποφασιστεί η εκκένωση της Μικράς Ασίας από τον ελληνικό στρατό. Αυτό συνέβη τη στιγμή που η ίδια κυβέρνηση είχε απαγορεύσει τον εξοπλισμό των Μικρασιατών και τη δημιουργία μικρασιατικού στρατού με στόχο την αυτονόμηση της Ιωνίας θέτοντας εκτός του πλαισίου της νομιμότητας και τη δράση της Μικρασιατικής Άμυνας. Αλλά και μετά την κατάρρευση του Μετώπου τον Αύγουστο του ΄22, η ελληνική κυβέρνηση με τηλεγράφημά της προς τον αρμοστή στη Σμύρνης Αριστείδη Στεργιάδη του ζητά να μην επιτρέψει τους Έλληνες της Ιωνίας να φύγουν για την Ελλάδα και δημιουργηθεί έτσι «προσφυγικό πρόβλημα». Χαρακτηριστικό είναι το στιγμιότυπο που διασώζει ο Γρηγόρης Δαφνής: Λίγο πριν την αναχώρηση από τη Σμύρνη των ελληνικών υπηρεσιών και ενώ το μέτωπο είχε σπάσει, ο νεαρός πολιτικός Γεώργιος Παπανδρέου ενημερώνεται από τον Στεργιάδη για την επερχόμενη καταστροφή. Στην ερώτηση του Παπανδρέου «Γιατί δεν ειδοποιείται τον κόσμο να φύγει;», ο Στεργιάδης απαντά: «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα».[6]

Ως αποτέλεσμα της πολιτικής εθνικής εκκαθάρισης που επέλεξαν οι νικητές και εκφράστηκε, πραγματικά αλλά και συμβολικά, με τη σφαγή και την πυρπόληση της Σμύρνης, οι ακτές της Ελλάδας γέμισαν από τους δεκάδες χιλιάδες απόκληρους πρόσφυγες της Καταστροφής.[7] Η παρακάτω εικόνα από τις πρώτες μέρες της ήττας, είναι χαρακτηριστική: «Δεν άκουγε κανείς εκείνες τις μέρες τίποτα άλλο από τα στόματα όλων αυτών παρά κατάρες στο Βενιζέλο και βλαστήμιες: ‘’Αχ αυτοί οι τουρκοσπορίτες Έλληνες της Μικράς Ασίας μας πήραν στο λαιμό τους. Μακάρι να τους σφάξει όλους ο Κεμάλ και να μη μείνει ούτε ποδάρι από δαύτους’’…»[8] Η μοναρχική παράταξη θεωρούσε τους πρόσφυγες «ξένο σώμα» στην Ελλάδα.[9]


Ο αρχικός εκνευρισμός που ένοιωσαν οι ντόπιοι για τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής πήρε σύντομα τη μορφή εχθρότητας.[10] Η ρατσιστική συμπεριφορά κατά των προσφύγων θα αποτελέσει γενικευμένη κοινωνική συμπεριφορά, τόσο των ελλαδιτών Ελλήνων, όσο και των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων που κατοικούσαν τότε στην Ελλάδα. Δεν θα υπάρξουν σημαντικές εκδηλώσεις κοινωνικής αλληλεγγύης.[11] «Η βρισιά ΄΄τουρκόσπορος΄΄ μαζί με σωρό ανάλογες βρισιές, όπως ΄΄σκατοουγλούδες΄΄, ΄΄παληοαούτηδες΄΄ κ.λπ. ήταν στην ημερήσια διάταξη, από ανώτερα και κατώτερα κυβερνητικά όργανα…»[12]
Το συναίσθημα αυτό περιγράφεται από τον Π. Κανελλόπουλο: «Μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, που από το 1915 είχε διχασθεί δεν αντίκρυσε τους πρόσφυγες με συμπάθεια, όταν τα αδυσώπητα κύματα της ιστορίας τους έριξαν πάνω στους βράχους της Ελλάδας. Δεν υπήρξε συμπάθεια, δεν υπήρξε απάθεια, υπήρξε αντιπάθεια.».[13] Για τους ίδιους τους πρόσφυγες, η επαφή με τους γηγενείς υπήρξε ένα τραυματικό πολιτισμικό σοκ.[14]

Με την έναρξη της ανταλλαγής των πληθυσμών, ως απόρροια της συνθήκης της Λωζάννης, θα αρχίσει η ολοκλήρωση της μετακίνησης. Στα λοιμοκαθαρτήρια της Μακρονήσου, του Αγίου Γεωργίου Σαλαμίνας, του Καραμπουρνού στη Θεσσαλονίκη, στο Βίδο, γνωστό και ως «νησί του θανάτου» στην Κέρκυρα και άλλού θα επαναληφθούν οι σκηνές του 1920. Χιλιάδες εξαθλιωμένοι πρόσφυγες θα χάσουν τη ζωή τους στον προθάλαμο της «μητέρας-πατρίδας».[15] Ο Κώστας Γαβριηλίδης θα γράψει: «Γεμάτη από στερήσεις η ζωή. Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη καμιά. Δουλειά δεν υπήρχε πουθενά. Ζώα και γεωργικά εργαλεία για να επιδοθούμε στην καλλιέργεια δεν είχαμε… Περάσαμε μια ζωή δραματική. Ο κόσμος λιποθυμούσε από την πείνα. Τα παιδιά μας είχαν μείνει πετσί και κόκαλο…»[16].

Οι γηγενείς της υπαίθρου θα ανταγωνιστούν τους πρόσφυγες προσπαθώντας να καταπατήσουν τα Ανταλλάξιμα κτήματα. Συνήθως οι πρόσφυγες δέχονται οργανωμένες επιθέσεις από ομάδες γηγενών, που προσπαθούσαν να τους εκδιώξουν από τα μέρη τους. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του κλίματος στο χωριό Ροδολείβος της Δράμας όπου φανατισμένοι ντόπιοι απειλούσαν ότι: «θα σφάξωσι, θα εκδιώξουσι τους πρόσφυγας δι’ όπλων, μαχαίρων, και ροπάλων».[17] Οι συγκρούσεις θα είναι πολλές, όπως και τα ρατσιστικά συναισθήματα, τα οποία πολλές φορές θα είναι η αιτία των επιθέσων. Χαρακτηριστική είναι η εξήγηση που δίνεται για τη δολοφονία ενός πρόσφυγα από ένα γηγενή στη Νιγρήτα Σερρών: «Τα πραγματικά ελατήρια του φόνου δεν είναι, ως ταύτα μας παρουσιάζονται, η κλοπή ή η ανεύρεσις ενός απωλεσθέντος σχοινίου. Είναι το μίσος, τα πάθη τα οποία εδημιουργήθησαν μεταξύ των εντοπίων και των προσφύγων δια την κατάληψιν των υπό των Οθωμανών καταληφθέντων κτημάτων και γαιών».[18]

Οι μεγαλύτερης έκτασης συγκρούσεις για τη νομή της ανταλλάξιμης Περιουσίας έγιναν στο Κιούπκιοϊ (νυν Πρώτη) Σερρών. Σε συζήτηση για τα επεισόδια, ο Φ. Μανουηλίδης, αρχηγός της προσφυγικής κοινοβουλευτικής ομάδας θα αναφέρει κατά τη συζήτηση που θα γίνει στη Βουλή των Ελλήνων: «Κατόπιν αιματηράς και προμελετημένης συγκρούσεως εχύθη αθώον και άφθονον αίμα, τα ατυχή δε θύματα της αδελφοκτόνου συγκρούσεως αριθμούνται κατά δεκάδας. Η υπολανθάνουσα αντιζηλία και έχθρα μεταξύ των προσφύγων και εντοπίων… εγκυμονεί κίνδυνον εξαιρετικής σοβαρότητας.» Τα γεγονότα συνέβησαν το φθινόπωρο του 1924, όταν οπλισμένες ομάδες γηγενών επιτέθηκαν στον οικισμό των προσφύγων. Ο Τύπος της εποχής αναφέρει ότι: «ετραυμάτισαν 17 πρόσφυγας, το πλείστον γυναίκας, πυρπολήσαντες τας σκηνάς, τους σταύλους, τους αχυρώνας, λεηλατήσαντες τας αποσκευάς…»[19] Αιτία ήταν η προσπάθεια των γηγενών να εκδιώξουν τους πρόσφυγες από Ανταλλάξιμα κτήματα, ώστε να τα καρπωθούν οι ίδιοι.

Ο Οδ. Λαμψίδης υπολογίζει ότι από το 1.5 εκατομμύριο προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής οι Πόντιοι πρόσφυγες από τον Πόντο, τον Καύκασο και τη Νότια Ρωσία που ήρθαν στην Ελλάδα ανέρχονταν σε 400.000.[20] Καθ’ όλη την πρώτη περίδο εγκατάστασης η θνησιμότητα ήταν πολύ μεγάλη. Αυξήθηκε επίσης κατά πολύ το ποσοστό αυτοκτονιών. Η R. Hirschon εκτιμά ότι αντιστοιχούσαν τρεις θάνατοι σε μια γέννηση.[21] Οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής (Ίωνες, Πόντιοι, Καππαδόκες, Ανατολικοθρακιώτες) που εγκαθίστανται στις πόλεις, κατοικούν σε ειδικούς συνοικισμούς που ανεγείρονται με φτηνά υλικά και παρέχουν στοιχειώδεις συνθήκες διαμονής. Ειδικά στο λεκανοπέδιο θα συμβεί ο πρώτος μεγάλος κοινωνικός διαχωρισμός που θα απεικονιστεί και στο γεωγραφικό χάρτη.[22] Οι πρόσφυγες θα εγκατασταθούν κυρίως στις γειτονιές του Πειραιά, στις περιφερειακές συνοικίες της Αθήνας και σε κάποιους οικισμούς που θα δημιουργηθούν στην Αττική (Άγιος Στέφανος, Κρυονέρι). Οι ντόπιοι θα αποσυρθούν στις δικές τους γειτονιές και συνοικίες.[23] Η αντιπροσφυγική στάση της συντηρητικής παράταξης θα διατηρηθεί για αρκετά χρόνια μετά την Καταστροφή.[24]

Έξι χρόνια μετά θα υπάρχουν κείμενα με τα οποία επιζητούσαν τον «εξαγνισμό της πρωτεύουσας», τον διαχωρισμό των «καθαρόαιμων Ελλήνων» από τους «Τουρκόσπορους».[25] Παράδειγμα της αντιπροσφυγικής υστερίας που διακατείχε τους φιλομοναρχικούς πολίτες ήταν τα συνθήματα που ακούστηκαν στις 9 Νοεμβρίου 1923 στο συλλαλητήριο των μοναρχικών στις στήλες του Ολυμπίου Διός, όπου το χαρακτηριστικότερο ήταν: «Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες».
Η στάση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στον αμαθή «αυτόχθονα» λαό που φανατίζεται από τους επιτήδειους μοναρχικούς πολιτικούς, αλλά χαρακτηρίζει και τη διανόηση του ελλαδικού Βασιλείου.[26]Χαρακτηριστικές είναι οι εξάρσεις του Γεωργίου Βλάχου στην εφημερίδα«Καθημερινή», ο οποίος ακόμη και το 1928 αποκαλεί τους πρόσφυγες ως «προσφυγική αγέλη».
Ο Νίκος Κρανιωτάκης, φιλομοναρχικός εκδότης του Πρωινού Τύπου, θα απαιτήσει το 1933, στην εφημερίδα του, να επιβληθεί στους πρόσφυγες να φορέσουν κίτρινα περιβραχιόνια για να τους διακρίνουν και να τους αποφεύγουν οι Έλληνες.[27] Ενώ ο βουλευτής Σπετσών Περικής Μπουρμπούλης θα πεί το 1934 στους πρόσφυγες βουλευτές ότι οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης «είναι πιο Ρωμιοί από σας».[28]

Χαρακτηριστική της νοοτροπίας της ηγετικής τάξης των μοναρχικών αποτελεί το παρακάτω απόσπασμα: «Συμπονούμεν και συμπαθούμεν τους πρόσφυγας ως ανθρώπους και αδελφούς δυστυχήσαντας και παθόντας, αλλά δεν τους θέλομεν ούτε ως ψηφοφόρους, ούτε ως εκλογείς, ούτε ως εκλεξίμους, ούτε ως πολίτας δικαιουμένους να κυβερνήσουν την Ελλάδα»[29].

Ακραία εκδοχή της αντιπροσφυγικής υστερίας θα αποτελέσει η φιλοβασιλική «Μακεδονική Ένωση» του Σ. Γκοτζαμάνη, που προέρχεται από το χώρο του Λαϊκού Κόμματος. Η «Μακεδονική Ένωση» θέτει δύο στόχους: την αυτονόμηση της Μακεδονίας και την εκδίωξη των προσφύγων. Στις εκλογές του 1935 θα καταφέρει να συγκεντρώσει το 14,8% των ψήφων στην Μακεδονία.[30] Ειδικά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα των βενιζελικών του 1935 οι επιθέσεις κατά των προσφύγων οξύνονται και περιλαμβάνουν ακόμα και πυρπολήσεις προσφυγικών οικισμών. Ο εμπρησμός του προσφυγικού οικισμού του Βόλου περιγράφεται ως εξής: «Αντιβενιζελικοί μπράβοι βάζουν φωτιά στα προσφυγικά παραπήγματα και γίνεται στάχτη μαζί με την περιουσία των προσφύγων κι ένας νεαρός πρόσφυγας που δεν πρόλαβε να φύγει…»[31]
Παρότι τις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν τα ραγδαία γεγονότα θα μεταβάλουν τις αντιλήψεις, εν τούτοις η πρωταρχική αντιπάθεια θα εξακολουθήσει να εκφράζεται με διάφορους τρόπους. Τα παλιά εχθρικά συναισθήματα και αρνητικά στερεότυπα θα παραχωρήσουν τη θέση τους στην υποτίμηση. Στα νέα στερεότυπα, τη θέση του «τουρκόσπορου» καταλαμβάνει πλέον ο γελοιοποιημένος «Πόντιος». Ο λαογράφος Ηλίας Πετρόπουλος υποστηρίζει: «Οι ελλαδικοί νεοέλληνες δεν συμπαθούν τους πρόσφυγες. Και ακριβώς: “τα αντιποντιακά ανέκδοτα που σήμερα κυκλοφορούν, εκφράζουν (σε τελικήν ανάλυση) την αντιπάθεια των γηγενών κατά της πολυπληθέστερης προσφυγικής ομάδας που εγκαταστάθηκε στη χώρα μας…Τα αντιποντιακά ανέκδοτα αποτελούν ένα τυπικό δείγμα προφορικού ενδορατσισμού.»[32]

Κατά των νέων προσφύγων από την πρώην ΕΣΣΔ

Και αν για τους ενσωματωμένους Πόντιους πρόσφυγες του ’22, η κοινωνική απαξίωση θα περιοριστεί στο χώρο των στερεοτύπων, για τους νέους Πόντιους πρόσφυγες από την Σοβιετική Ένωση η κοινωνική περιθωριοποίηση θα είναι η κύρια συμπεριφορά της ελλαδικής κοινωνίας. Μόνο που αυτή τη φορά με τον όρο ελλαδική κοινωνία δεν εννοούνται μόνο οι παλιοί γηγενείς, αλλά και οι νέοι, οι ενσωματωμένοι πλέον απόγονοι των πρσφύγων του ’22. Στις περιοχές που εγκαταστάθηκαν τα προσφυγικά-μεταναστευτικά κύματα από την πρώην ΕΣΣΔ θα υπάρξουν παρόμοια προβλήματα μ’ αυτά της δεκαετίας του ’20. Σε εφημερίδα του Μενιδίου το 1989 θα γραφτεί: «Έντονο κύμα διαμαρτυριών εναντίον των Ποντίων προσφύγων που κατοικούν στην πόλη μας και πολύ περισσότερο εναντίον εκείνων που θα έρθουν σύντομα από Σοβιετική Ένωση ξέσπασε την περασμένη εβδομάδα από τους ντόπιους κατοίκους του Μενιδίου. … Απειλούν να προβούν σε δραστηριότητες τέτοιες εναντίον των προσφύγων… ώστε να τους αποβάλλουν.»[33] Τα συναισθήματα των γηγενών περιγράφονται σε άρθρο που δημοσίευσε η ίδια εφημερίδα με τον τίτλο «Θαρραλέα φωνή», στο οποίο οι νέοι Πόντιοι πρόσφυγες αποκαλούνται «τυχών Έλληνες» και θεωρεί ότι λόγω της έλευσής τους «η πατρίδα μας κατάντησε η σαβουροχώρα της Ευρώπης.»[34]

Στην Αττική, οι μετανάστες-πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στο Μενίδι, στον Ασπρόπυργο (στην περιφέρεια του οποίου ιδρύθηκαν νέα χωριά προσφύγων, όπως η Γκοριτσά, η Άνω και η Κάτω Φούσα), στην Ελευσίνα, στις Τζιτζιφιές της Καλλιθέας κ.ά. Στη Θεσσαλονίκη, στη Σταυρούπολη, στην Πολίχνη, στον Εύοσμο, στο Κορδελιό, στη Μενεμένη, στην Ιωνία και σε άλλες περιοχές της δυτικής περιοχής.[35] Αρκετοί πήγαν στην Κομοτηνή και εγκαταστάθηκαν στα άδεια σπίτια της Εκτενεπόλ.[36] Σε μερικές περιοχές, όπου υπήρχε από πριν ποντιακή εγκατάσταση, οι μετανάστες-πρόσφυγες αποκαταστάθηκαν ευκολότερα.[37] Από τις στήλες του Τύπου άρχισε να εμφανίζεται ένας ιδιότυπος ρατσισμός κατά των Ποντίων.[38] Η αρχή ανιχνεύεται στην αντίθεση των ντόπιων στις περιοχές όπου εγκαθίσταντο.[39]

Αποκορύφωμα της ρατσιστικής στάσης ήταν η άρνηση της Κοινότητας του χωριού Μεταμόρφωση της Χαλκιδικής να εγγράψει τους μετανάστες-πρόσφυγες, που είχαν εγκατασταθεί σ’ αυτό, στα δημοτολόγια. Στην απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου χρησιμοποιήθηκαν οι όροι “Ρωσότουρκοι” και “Ρωσοπόντιοι”, ενώ γράφτηκε και η εξής πρόταση: “Οι Ρωσότουρκοι να πάνε στο νομό Ξάνθης”.[40] Αντίστοιχο επεισόδιο συνέβη στο χωριό Λητή, έξω από τη Θεσσαλονίκη, όπου δέκα οικογένειες μεταναστών-προσφύγων θέλησαν να δημιουργήσουν τον οικισμό “Νέος Πόντος Μακεδονίας”. Ο πρόεδρος της κοινότητας απευθυνόμενος προς αυτούς είπε: “Να σηκωθείτε να φύγετε. Είστε Ρώσοι, να πάτε στη Ρωσία…”[41] Μεγάλες διαμαρτυρίες από την πλευρά των ποντιακών οργανώσεων προκάλεσε η παρουσίαση καταλόγου ξένων που φιλοξενούνταν στην Ελλάδα. Στον κατάλογο αυτό, που εκδόθηκε στο πλαίσιο της Πανευρωπαϊκής Αντιρατσιστικής Εκστρατείας με τη συμμετοχή της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ.ά., μεταξύ των Αλβανών, Σέρβων, Βούλγαρων, Πολωνών, Κούρδων, Τούρκων, Φιλιππινέζων, Πακιστανών και μαύρων, συμπεριλαμβάνονταν και οι Πόντιοι.[42] Επίσης, πολλές φορές οι Έλληνες από την Τσάλκα αντιμετωπίζονταν ρατσιστικά εξαιτίας της τουρκοφωνίας τους.[43]

Κρούσμα μαζικής ρατσιστικής συμπεριφοράς υπήρξε η κατάληψη του 3ου Γυμνασίου-Λυκείου Θεσσαλονίκης από τους μαθητές και τους γονείς τους με την υποκίνηση των καθηγητών τους. Αιτία ήταν η συστέγαση με το σχολείο “παλιννοστούντων”, στο οποίο φοιτούσαν 500 μαθητές. Το αίτημα των καταληψιών ήταν να σταματήσει η συστέγαση και να μετεστεγαστεί το σχολείο “παλιννοστούντων”.[44] Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει αυτό το κρούσμα είναι ότι έγινε σε μία περιοχή που κατοικείται από πρόσφυγες παλαιότερων εποχών και κυρίως του ‘22, καθώς και η υποτονική αντίδραση των αρχών της πόλης, των προσφυγικών οργανώσεων και των ποντιακών συλλόγων.[45] Στην περιφέρεια της Θεσσαλονίκης παρουσιάστηκαν και κρούσματα, τα οποία λίγο απέχουν από το να χαρακτηριστούν “απαρντχάϊντ”, όπως η αυθαίρετη απαγόρευση εισόδου μεταναστών-προσφύγων σε κέντρα διασκέδασης.[46]

Παρόμοια φαινόμενα εμφανίστηκαν και στην Κύπρο, όπου είχαν εγκατασταθεί Έλληνες από τη Σοβιετική Ένωση. Χαρακτηρισμοί, όπως “Ρωσοπόντιοι” και “Ρώσοι” διαδόθηκαν στα έντυπα, όταν επρόκειτο να αναφερθούν στο συγκεκριμένο πληθυσμό.[47] Εμφανίστηκαν άρθρα στον Τύπο με τα οποία αντιμετωπίζονταν ως ξένοι, που βρίσκονταν σε σχέσεις αντιπαράθεσης με τους ντόπιους.[48] Οι Πόντιοι, κυρίως από τη Γεωργία, που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο ομολογούν ότι αυτοί που τους αγκάλιασαν περισσότερο απ’ όλους ήταν οι Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες από την κατεχόμενη Κύπρο.[49]

Το αρνητικό στερεότυπο που διαμορφώθηκε στην ελλαδική και στην κυπριακή κοινωνία για τους μετανάστες-πρόσφυγες βασιζόταν σε στοιχεία, όπως ότι είναι ξένοι ή ότι είναι λιγότερο Έλληνες από τους ντόπιους και ότι τους έκαναν χάρη που τους ανέχονταν.[50] Βαθμιαία άρχισε, στη κοινή γνώμη, η εικόνα τους να μην ξεχωρίζει από τους μη Έλληνες παράνομους μετανάστες.[51] Γενικεύτηκε στον Τύπο η χρήση του όρου “Ρωσοπόντιος”, δημιουργώντας στους αναγνώστες την εντύπωση ότι πρόκειται για κάποια εθνοτική ομάδα.[52] Οι ποντιακές οργανώσεις κατήγγειλαν το κλίμα αυτό, αλλά και τη “ρατσιστική συμπεριφορά της πολιτείας”. Κατήγγειλαν ότι πολλές φορές οι αστυνομικοί έκαναν έρευνα σε σπίτια Ποντίων, “χωρίς ένταλμα εισαγγελέως, σαν να ήταν αλλοδαποί, εκμεταλλευόμενοι την άγνοια και το φόβο των αδελφών μας”.[53]

Η ξενοφοβική στάση, που υπήρξε κύρια συμπεριφορά του συντηρητικού χώρου, φαίνεται και στο παρακάτω απόσπασμα: «Ενώ προτιμούμε να φέρνουμε όλους τους άχρηστους όχλους από τον Καύκασο, τη Γεωργία και τα Βαλκάνια ελεώντας τους με ελληνοποιήσεις και βαπτίσματα και καταστρέφοντας έτσι με τη φτώχεια τους ήδη φτωχούς Έλληνες και στερώντας τη νεολαία μας από την εύρεση εργασίας….» Στο ερώτημα «με ποιους να προοδεύσει η Θεσσαλονίκη» ο συγγραφέας αναρωτιέται «με τους Ποντίους που ήλθαν εδώ από τις ασιατικές ακτές αγράμματοι και χωρίς γνώση ξένων γλωσσών… Με τους Ασιάτες ορθόδοξους χωρικούς που έφεραν το 1922 και αυτούς που συνεχώς φέρνουν από τα ανθρώπινα απορρίματα του Καυκάσου…»[54] Οι οργανώσεις των νέων προσφύγων θα αντιδράσουν σ’ όλα αυτά τα συμπτώματα χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία και χωρίς τη συμπαράσταση πάντα των συλλογων των Ποντίων του ΄22.[55] Όλα αυτά τα προβλήματα που συνάντησαν οι μετανάστες-πρόσφυγες στην Ελλάδα οδήγησαν κάποιους από τους διανοούμενούς τους στη διατύπωση του ακόλουθου ερωτήματος: “Ο Πόντος είναι στην Τουρκία. Στην Σοβιετική Ένωση είμαστε Έλληνες. Στην Ελλάδα είμαστε Ρώσοι. Τελικά πού είναι η πατρίδα μας;”.[56] Εμφανίστηκαν απόψεις που υποστήριζαν ότι ο κύκλος της γενοκτονίας δεν είχε ακόμα κλείσει.[57]

Στην ταινία «Ακρη της Πολης» του Γιάνναρη φαίνεται η καλύτερη εκδοχή του πώς οι «γηγενείς» είδαν τη νέα προσφυγική ομάδα που κατέκλυσε κατά τη δεακετία του ‘90 τις φτωχές περιοχές του λεκανοπεδίου: διαφορετικοί, περίεργοι, απροσάρμοστοι. Δυστυχώς, αν εξαιρεθούν λίγες προσπάθειες ποντιακών οργανώσεων, ο πληθυσμός αυτός έμεινε εκτεθειμένος στη ρατσιστική βία της ομοεθνούς κοινωνίας – συμπεριλαμβανομένης και της πλειονότητας των προσφύγων του ‘22. Συνέπεια αυτής της συμπεριφοράς θα είναι η περιθωριοποίηση των νέων προσφύγων, που στις πλέον ευαίσθητες περιπτώσεις θα οδηγηθούν σε παράλογες συμπεριφορές.[58]

Πηγή:
Βλ.σχετικό παλαιότερο θέμα:

____________________________________

[1] Σε Ψήφισμα της 21 Αυγούστου 1914 του Εργατικού Κέντρου Αθηνών, στο οποίο ανήκαν περισσότερα από είκοσι εργατικά σωματεία, στο άρθρο 7 απευθύνεται σε όλα τα εργατικά σωματεία της Ελλαδος στα οποία και ανακοινώνει “να μην επιτρέπηται εις τους πρόσφυγας να εργάζωνται εις τας εργασίας εντοπίων εργατών…» (Οι διωγμοί των Ελλήνων εν Θράκη και Μικρασία : Αυθεντικαί εκθέσεις και επίσημα κείμενα : Έκκλησις προς το ελληνικόν γένος και την δημοσίαν Γνώμην του πεπολιτισμένου κόσμου / Εκδίδεται υπό των Επιτροπών των εν Μυτιλήνη Μικρασιατών προσφύγων, Αθήνα, Τύποις «Πανελληνίου κράτους», 1915) Για τους “Επίστρατους” και το πογκρόμ του 1916 βλ. Γ. Θ. Μαυρογορδάτος, «Οι διαστάσεις του κομματικού φαινομένου στην Ελλάδα. Παραδείγματα απ’ το Μεσοπόλεμο», στο Κοντογιώργης (επιμ), 1977, σελ. 164. Βλέπε και στο Γιώργος Μαυρογορδάτος, Εθνικός διχασμός και μαζική οργάνωση. Οι επίστρατοι του 1916, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1996. Υπήρξε αληθινό πογκρόμ με προγραφή σπιτιών και καταταστημάτων με σημάδεμα με κόκκινη μπογιά. Οι «τίμιοι» βασιλικοί ανέλαβαν να μολύνουν με το αίμα των «προδοτών» βενιζελικών τα όπλα τους. Το σύνθημα των παρακρατικών ήταν: «Ο βασιλιάς μας θα ζώσει το σπαθί, θα σφάξει Αγγλογάλλους και βενιζελικούς μαζί». Ο Γεώργιος Βεντήρης γράφει: από της 19 μέχρι 23 Νοεμβρίου, ωδηγούντο πλησίον του φθισιατρείου «Σωτηρία» Μικρασιάται κυρίως πρόσφυγες και εθανατώνοντο ως κατάσκοποι των Αγγλογάλλων»( Γ. Βεντήρης, στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», 9 Μαρτίου 1931. Αργότερα η σειρά αυτή των άρθρων εκδόθηκε σε βιβλίο με τίτλο: «Η Ελλάς του 1910-1920 – Ιστορική μελέτη», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1970). «Τότε, οι βενιζελικοί πολίτες –κατά τεκμήριον φίλοι της Συνεννόησης– εγκαταλείφθηκαν στην τρομοκρατία των Επιστράτων, οι οποίοι έκαψαν, λεηλάτησαν και σκότωσαν 35.» (Μιχάλης Κατσίγερας, εφημ. Καθημερινή, 18-11-2006.)

[2] Ίων Δραγούμης, «Ο Βενιζέλος και ο ιμπεριαλισμός», στο Αριστερά και Ανατολικό Ζήτημα, εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1998, σελ. 156, 157.

[3] Γεώργιος Σακκάς, Η ιστορία των Ελλήνων της Τριπόλεως του Πόντου, έκδ. Αδελφότης Τριπολιτών Πόντου, Αθήνα,1990, Γ. Καραπατάκης, «Υπόμνημα περί Καυκασίων μεταναστών και των προσφύγων του Πόντου», περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 3, Μάιος ’75, σελ. 30, Ελευθέριος Παυλίδης, Ο ελληνισμός της Ρωσίας και τα 33 χρόνια του εν Αθήναις Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, ό.π., σελ. 102.

[4] «Εφημερίς των Βαλκανίων», 15-12-1920, από «Η ιστορία των Ελλήνων», Δομή, τομ. 12, σελ. 246.

[5] «Οίκαδε», εφημ. Καθημερινή, 14-8-1922, «Πομερανοί», εφημ. Καθημερινή, 17-8-1922.

[6] Γρηγόρης Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ των δύο πολέμων, β’ έκδ., τόμ. Α’, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα,1974, σελ. 16.

[7] Κώστας Μισαηλίδης, “Η καταστροφή και οι τελευταίες ημέρες της Σμύρνης», Αθήνα 1925, Β’ έκδοση, σελ. 25-26.

[8] Γ. Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, τομ. 13, εκδ. 20ος Αιώνας, 1958, σελ. 36.

[9] Πρωτοσέλιδο στο περ. Κοινότης, αρ. φ. 50, Αθήνα, 1923.

[10] Υπήρχαν και κάποιοι, βενιζελικοί κυρίως, που είχαν μια διαφορετική εικόνα για τους Πόντιους πρόσφυγες εκείνη τη στιγμή. Μια ρομαντική περιγραφή κάνει ο Δημήτρης Καθενιώτης, συνταγματάρχης και εντεταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης του Ελ. Βενιζέλου για το Ζήτημα του Πόντου: “Παρ’ όλην την απομάκρυνσίν του, ο Πόντος δεν εξέρχεται της σφαίρας της γενικής δράσεως της Ελλάδος… Είναι δε εις θέσιν οι Πόντιοι να αποτελέσουν τους Φρουρούς του Ελληνισμού. Εν πρώτοις είναι έργον εις το οποίον έχουν συνειθίσει από αιώνων. Περιλαμβανόμενοι εν τη απομακρύνσει των από ξένα φύλα, παλαίοντες διαρκώς προς αυτά, αφομοιούντες παρά αφομοιούμενοι, αποτελούσι τον ισχυρότερον τύπον Ελληνικής Φυλής. Ουδείς Φραγκο­λεβαντινισμός, απεναντίας μίσος και απέχθεια προς παν το ξενικόν. Δι’ αυτάς ακριβώς τας αρετάς, η Τουρκία, η οποία έβλεπε μακρύτερα αφ’ ότι εσυνειθίσαμεν να νομίζωμεν, τους διέλυσε, τους διέσπασε και τους επέταξε βαθμιαίως έξω του Βασιλείου της.” (Δ. Καθενιώτης, “Έκθεσις των ενεργειών μου σχετικώς με το ζήτημα του Πόντου”, Οι Έλληνες του Πόντου υπό τους Τούρκους (1461 – 1922), επιμ. Ο. Λαμψίδης, Αθήνα, 1965, σελ. 93-94.)

[11] Ο Μάρκος Βαμβακάρης, Συριανός στην καταγωγή, περιέγραψε θαυμάσια την κατάσταση αυτή: “Έμενε ο κόσμος στα βαγόνια των σιδηροδρόμων. Έμενε εκεί που είχε καμιά αποθήκη εγκαταλειμμένη. Τσαντήρια κάνανε. Καταστροφή, μεγάλη καταστροφή. Να μην ξαναδούν τα μάτια μας τέτοια πράγματα. Το τι τραβήξανε αυτοί οι άνθρωποι δεν λέγεται. Ατιμαστήκανε. Γίνανε χάλια, χάλια, χάλια. Άσε που ήταν ατιμασμένοι από κει με τους Τούρκους που τους καταδιώκανε. Και κατόπιν εδώ που ήρθανε τα ίδια. Προσπαθήσανε, κάνανε χίλια δυό να βρίσκουνε το ψωμί τους, μέχρι να βρουν ένα σπίτι να κάτσουνε. Αν ένας πατέρας είχε πέντε-έξη παιδιά και κορίτσια, άλλα άρπαγε ο ένας από δω, άλλα ο άλλος από κει. Καταστροφή μάνα μου… Και οι ντόπιοι δεν τους έβλεπαν με καλό μάτι. Αλλά τους βρίζανε. Χίλια δυό. Φύγετε από δω ρε! Πηγαίνετε παρά πέρα. Δεν τους κοιτάζανε. Δεν είχαν την αγάπη να πουν για στάσου, συγγενείς μας είναι, Έλληνες πραγματικοί. Να τους αγκαλιάσουμε. Δεν έγινε αυτό το πράμα, εγώ δηλαδή τι είδα. Μπορεί αλλού. Ήθελαν να τους κλέψουνε οι κλεφταράδες που ήταν εδώ πέρα. Ν’ αρπάξουν ό,τι είχαν. Να τους κλέψουνε, να τους γελάσουνε. Απατεώνες.” (Μάρκος Βαμβακάρης, Αυτοβιογραφία, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 1978, σελ. 94.)

[12] Δημήτρης Λιβιεράτος, Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1923-27), τόμ. β’, εκδ. Κομμούνα, Αθήνα, 1985, σελ. 27-30.

[13] Άλκης Ρήγος, Η Β’ Ελληνική Δημοκρατία 1924-1935: Οι κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής σκηνής, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1999, σελ. 277.

[14] George Mavrogordatos, Stillborn Republic. Social coalitions and Party Strategies in Greece 1922-1936, έκδ. University of California Press, Berkeley, 1983, σελ. 193. Μια προσφυγική μαρτυρία: «Εδώ στην Ελλάδα… τα πράγματα ήταν ακόμα πιο δύσκολα και από την Τουρκία. Εδώ μας μισούσαν ακόμη περισσότερο και χωρίς να τους κάνουμε τίποτα. Τουλάχιστον οι Τούρκοι μας μισούσαν και μας πολεμούσαν και μεις το ίδιο τους κάναμε.» (Νίκος Μαραντζίδης, Γιασασίν Μιλέτ-Ζήτω το Έθνος, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2001, σελ. 89.)

[15] Η καραντίνα της Μακρονήσου είναι από τις πλέον άγνωστες σελίδες της προσφυγικής τραγωδίας στην Ελλάδα. Από τα μέσα του 1922 άρχισαν κατά χιλιάδες να αποβιβάζουν στην Μακρόνησο Πόντιους (κυρίως) πρόσφυγες όπου μετά από ολιγόμηνη “περιποίηση-απολύμανση” προωθούνταν στην υπόλοιπη Ελλάδα. Για άφιξη 3.750 Ποντίων μας πληροφορεί η εφημερίδα “Ριζοσπάστης” στις 26-3-1923, για την αναχώρηση από την Μακρόνησο 5.500 προσφύγων μας μιλά η εφημερίδα “Εμπρός” στις 13-9-1922. Ένας Πόντιος πρόσφυγας “Μακρονησιώτης”, αποτυπώνει σε μια επιστολή στις 4 -1-1923 προς έναν γνωστό του στην Κωνσταντινούπολη τις συνθήκες που επικρατούσαν: «…Απεβιβάσθημεν εν Μακρονησίω (ακατοίκητον) όπου υπέστημεν αληθή Οδύσσειαν και όπου εύρον τον θάνατον σχεδόν το ήμισυ των προσφύγων…». [http://pontosandaristera.wordpress.com/2010/02/02/makronisi/ (15-2-2010)] Ο “Ριζοσπάστης” στις 8-12-1923, στο κεντρικό του άρθρο “Προς τις εργαζόμενες προσφυγικές μάζες”, γράφει : “..Αυτοί φάγανε 40 χιλιάδες πρόσφυγες στη Μακρόνησο στην καραντίνα..” Eντύπωση προκαλεί η παντελής αποσιώπηση αυτού του γεγονότος από αριστερούς ιστορικούς οι οποίοι ασχολήθηκαν με την ιστορία της Μακρονήσου κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου.

[16] Νίτσα Γαβριηλίδου, Ο πατέρας μου Κώστας Γαβριηλίδης, εκδ. Εξάντας, Αθήνα, 1988, σελ. 20.

[17] Εφημερίδα Παμπροσφυγική, 16 Νοεμβρίου 1924

[18] Εφημερίδα Παμπροσφυγική, 28 Σεπτεμβρίου 1924. Το στερεότυπο που έχουν οι ντόπιοι για τους πρόσφυγες είναι εξαιρετικά αρνητικό. Ένας ντόπιος από την Άσσηρο λέει: «Με κανένα τρόπο δε θα δεχτώ τον Καυκάσιο, τον βρώμικο, στο σπίτι μου. Όσο με αφορά, μπορεί να πέσει νεκρός στη μέση του δρόμου και δε με νοιάζει. Μακάρι να καούν όλοι στη φωτιά. Ο Βενιζέλος έφερε σκατά στη Μακεδονία. Όλοι τους πέθαιναν από την πείνα στην Τουρκία» (Αναστασία Καρακασίδου, Μακεδονικές ιστορίες και πάθη 1870-1990, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 2000, σελ. 276.)

[19] Εφημερίδα Παμπροσφυγική, 9 Νοεμβρίου 1924

[20] Οδ. Λαμψίδης, «Η ‘’ανακλησις’’ εις τους πρόσφυγας Έλληνας του Πόντου και αι επιπτώσεις αυτής δια την έρευνα της ποντιακής διαλέκτου», Αρχείον Πόντου, τόμ. 29, Αθήνα, 1989, σελ. 3.

[21] Rene Hirschon, Heirs of the Greek Catastrofe: The social life of Asia Minor refugees in Piraeus, εκδ. Calendon Press, 1989, σελ. 37.

[22] Για ζήτημα αυτό το βλ.: Βίκα Γκιζελή, Κοινωνικοί μετασχηματισμοί και προέλευση της κοινωνικής κατοικίας (1920-1930), εκδ. Επικαιρότης, Αθήνα, 1984, Λίλα Λεοντίδου, Πόλεις της σιωπής. Εργατικός εποικισμός της Αθήνα και του Πειραιά, 1909-1940, έκδ. Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα,1989.

[23] «Ο Πειραιάς μοιάζει περισσότερο με τη Θεσσαλονίκη παρά με την Αθήνα. Η θάλασσα και οι πρόσφυγες του ‘22 είναι τα βασικά κοινά τους σημεία. Καθώς και η αντιπάθεια προς τους “Αθηναίους“. Τύφλα όμως νάχει η αντιπάθεια των Θεσσαλονικέων, όταν εκφράζεται ο Ολυμπιακός… Η πρώτη ομάδα που αγκάλιασαν οι πρόσφυγες! Εξ ου και το μίσος των δύο ομάδων, του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού. (Ντόπιοι εναντίον προσφύγων και… -σιγά σιγά- αντιστρόφως) Το ‘22, οι “ντόπιοι” είχαν αποτραβηχθεί στις βόρειες συνοικίες τους. Στις φαβέλες του Πειραιά κυριαρχούσε η Μικρά Ασία και ο Πόντος. Με την ίδρυση της ΑΕΚ η κατάσταση θα αλλάξει και ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων θα στηρίζει πλέον την αυθεντική προσφυγική ομάδα. Θα παραμείνει όμως το αρχικό μίσος μεταξύ των δύο ομάδων του λεκανοπεδίου, του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού. Μόνο που σήμερα ελάχιστοι γνωρίζουν το πώς ξεκίνησε.» («Τα στέκια του Πειραιά»
http://pontosandaristera.wordpress.com/2007/12/06/6-12-2007/, «Το ρεμπέτικο και η “παλιά γραμμή του Ριζοσπάστη», http://rebetiko.sealabs.net/forum/viewtopic.php?p=20092)

[24] Yπάρχουν περιπτώσεις όπου και βενιζελικοί εκφράζονται με ακραίο τρόπο, όπως ο βουλευτής Κοζάνης Κουπαρούσος, ο οποίος σε ανακοίνωση τον Αύγουστο του 1924 γράφει μεταξύ άλλων ότι αν δεν συμμορφωθούν «οι πρόσφυγες θα λάβουν την προς την Βραζιλίαν άγουσαν». (Νίκος Μαραντζίδης, ό.π., σελ. 90).

[25] «Καθημερινή» 16/7/1928 και 19/7/1928

[26] Περιοδικό «Κοινότης», Αθήνα, αριθμ. φ. 48

[27] George Mavrogordatos, Stillborn Republic. Social coalitions and Party Strategies in Greece 1922-1936, ό.π., σελ. 195.

[28] Η φράση αυτή θα ειπωθεί στη συνεδρίαση της Βουλής της 24ης Ιανουαρίου 1934 και θα καταγραφεί στην Εφημερίς των Συζητήσεων, σελ. 990. αναφ. από Γ. Θ. Μαυρογορδάτος, Μελέτες και Κείμενα για την περίοδο 1909-1940, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα, χ.χ., σελ. 78.

[29] «Καθημερινή», 30.7.1928 Η εμπάθεια του Γεωργίου Βλάχου είναι τέτοια, ώστε αρνείται ακόμα και τις προσφυγικές ψήφους για το Λαϊκό Κόμμα: «Με έκπληξίν μας είδομεν εις τα χθεσινά φύλλα ότι το Λαϊκόν Κόμμα θα περιλάβη τρεις πρόσφυγας πολιτευομένους εις τον συνδυασμόν Αθηνών. Διατί θα τους περιλάβη; Επί τη βάσει ποίας ηθικής και επί τη βάσει ποίας σκοπιμότητος; …..Αλλά είναι Ελληνες και όμαιμοι και αδελφοί. Ας είναι και αδελφοί και εξάδελφοι. Οταν αποκτήσουν συνείδησιν πολιτικήν και θέλησιν πολιτών ελευθέρων -πράγμα το οποίον δεν θα συμβή ποτέ- τότε θα δικαιούνται να θεωρούνται μεταξύ ημών, όχι μόνον ως εκλογείς αλλά και ως εκλέξιμοι. Επί του παρόντος οι πρόσφυγες δεν έχουν καμμίαν θέσιν εις τους συνδυασμούς του Λαϊκού Κόμματος» («Καθημερινή», 19/7/1928)

[30] Δημήτρης Λιβιεράτος, Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1923-27), εκδ. Κομμούνα, Αθήνα, 1985, σελ. 27-30.

[31] Σπύρος Λιναρδάτος, Πώς εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 1966, σελ. 175.

[32] Ηλίας Πετρόπουλος, «Οι Πόντιοι», περ. Σχολιαστής, τεύχ. 54, Αθήνα, 1 Σεπτεμβρίου 1087.

[33] Εφημερίδα, Νέοι Στόχοι, Μενιδι, 30 Νοεμβρίου 1989.

[34] Εφημερίδα, Νέοι Στόχοι, Μενιδι, 4 Ιανουαρίου 1990.

[35] Νίκος Ρούμπος, “Συνοικία το όνειρο”, εφημ. Έθνος της Κυριακής, 28 Φεβρουαρίου 1993, σελ. 28-29.

[36] Ήρα Έμκε-Πουλοπούλου, Προβλήματα μετανάστευσης-παλιννόστησης, εκδ. ΙΜΕΟ-ΕΔΗΜ, Αθήνα, 1986, σελ. 64.

[37] Στην περίπτωση αυτή ανήκουν οι 70 οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στη Νέα Σάντα του Κιλκίς. (Μανώλης Μανωλίδης, “Πόντιοι του χθες και του σήμερα μεγαλουργούν”, εφημ. Πρώτη Σελίδα, Κιλκίς, 17 Νοεμβρίου 1994.)

[38] Ήρα Έμκε-Πουλοπούλου, ό.π., σελ. 46. Βλάσης Αγτζίδης, Ποντιακός Ελληνισμός. Από τη γενοκτονία και το σταλινισμό στην περεστρόικα, ό.π., σελ. 112-113. Κωνσταντίνα Μπάδα-Τσομώκου, ό.π., σελ. 52.

[39] “Έντονο κύμα διαμαρτυριών εναντίον των Ποντίων προσφύγων που κατοικούν στην πόλη μας και πολύ περισσότερο εναντίον εκείνων που θα έρθουν σύντομα από τη Σοβιετική Ένωση, ξέσπασε την προηγούμενη εβδομάδα από τους ντόπιους κατοίκους του Μενιδίου… Απαιτούν να προβούν σε δραστηριότητες τέτοιες εναντίον των προσφύγων… ώστε να τους αποβάλλουν.” (Κύριο σχόλιο της εφημερίδας Νέοι Στόχοι, Μενίδι Αττικής, 30 Νοεμβρίου 1989.)

[40] Το γεγονός παρουσιάστηκε από τον Τύπο ως “Ρατσιστική έκρηξη κατά των Ποντίων”. Η ειρωνεία είναι ότι οι ντόπιοι κάτοικοι του χωριού Μεταμόρφωση κατάγονταν από τουρκόφωνους Καππαδόκες πρόσφυγες του 1922. (Γιάννης Λιάπης, “Ρατσισμός χάριν… τουρισμού”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 6 Μαρτίου 1996, σελ. 46.)

[41] Νίκος Ρούμπος, “Συνοικία το όνειρο”, εφημ. Έθνος της Κυριακής, 28 Φεβρουαρίου 1993, σελ. 28-29.

[42] “Οργή Ποντίων για “ατόπημα΄”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 8 Ιουλίου 1995. Μπάμπης Γιαννακίδης, “Ο ρατσισμός, οι Πόντιοι και οι εντυπώσεις”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 13 Ιουλίου 1995.

[43] Χαρακτηριστικό ήταν το άρθρο κάποιου “στοχίτη” στην εφημερίδα Στόχος, στο οποίο η σύγχυση, η προκατάληψη και η άγνοια που είχε ο αρθρογράφος για τον πληθυσμό παρήγαγε μια ακραία ρατσιστική τοποθέτηση. (“Μεγάλο το ποσοστό των Μογγόλων ανάμεσα στους Ρωσοπόντιους που πάνε στη Θράκη”, εφημ. Στόχος, 7 Σεπτεμβρίου 1994.)

[44] Νούλα Ξανθοπλά, “Ρατσισμός σε σχολείο στη Θεσσαλονίκη”, εφημ. Εξουσία, 26 Οκτωβρίου 1996, σελ. 25. Κλέαρχος Τσαουσίδης, “Ξένοι κι εκεί ξένοι κι εδώ”, εφημ. Εξουσία, 26 Οκτωβρίου 1996, σελ. 25. Μπάμπης Γιαννακίδης, “Δεν θέλουν μάθημα με τους παλιννοστούντες”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 27 Σεπτεμβρίου 1996, σελ. 43.

[45] Για τη συμπεριφορά αυτή και την κατάληψη του σχολείου, που έγινε το Σεπτέμβριο του 1996, διαμαρτυρήθηκε η Πανελλήνια Ένωση των Νεοελθόντων, από το 1957, Ελλήνων Ποντίων Προσφύγων εκ Ρωσίας, που εδρεύει στην Αθήνα. (Νούλα Ξανθοπλά, ό.π.)

[46] Η συγκεκριμένη καταγγελία αφορά απαγόρευση εισόδου σε καφέ-πισίνα της περιοχής Νέας Ευκαρπίας σε οικογένεια Ποντίων από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Στην είσοδο τους δήλωσαν ότι “Απαγορεύεται η είσοδος στους Ρωσοπόντιους” (ΑΠΙ. φάκ. πρόσφυγες, μαρτυρία Αλίκης Φουντουκίδου, 26-12-96.). Στο κρούσμα αυτό αντέδρασε έντονα ο ραδιοφωνικός σταθμός “Ακρίτες του Πόντου”, εξαναγκάζοντας τους ιδιοκτήτες του κέντρου να ζητήσουν δημόσια συγνώμη.

[47] Μαρία Χατζηκώστα, “Δεν αυτοκτόνησε για τη Ρωσοπόντια”, περ. Το, Λευκωσία, τεύχ. 495, 3 Νοεμβρίου 1995.

[48] Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από την τοποθέτηση ενός Κυπρίου από την Πάφο: “Είπαμε να τους βοηθήσουμε και να τους φέρουμε στην Κύπρο να εργαστούν. Αξίζει όμως τον κόπο να τους βοηθήσουμε με τα τόσα που κάνουν; Αυτοί είναι τόσο απολίτιστοι, που μας προσβάλλουν σαν λαό. Δεν καταλαβαίνουν ότι είναι φιλοξενούμενοι και αν συνεχιστεί έτσι η κατάσταση θα αναγκαστούμε να χρησιμοποιήσουμε βία εναντίον τους.” (“Φόβος και τρόμος από τους Πόντιους”, εφημ. Αλήθεια, Λευκωσία, 2 Ιουλίου 1995.)

[49] Γιώργος Εφραίμοφ, “Ζητούμε ανθρώπινη μεταχείριση”, εφημ. Εργατικό Βήμα, Λευκωσία, 19 Ιανουαρίου 1994, σελ. 8.

[50] Μαρία Νεγρεπόντη-Δεληβάνη, “Εμείς και οι πρόσφυγες αδελφοί μας”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 22 Μαρτίου 1994, σελ. 46. Κωνσταντίνα Μπάδα-Τσομώκου, «Οι Έλληνες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης στην Ελλάδα: αποκλεισμοί, ενσωματώσεις και διλήμματα ταυτότητας», περ. Ουτοπία, τεύχ. 21, Ιούλιος-Αύγουστος 1996, σελ. 57.

[51] Βίκτωρ Νέτας, “Άγνοια, αμάθεια και το δράμα των Ποντίων”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 1 Φεβρουαρίου 1994, σελ. 9, Αιμίλιος Σολωμός, “Ο Πόντος είναι η πατρίδα μας”, εφημ. Σημερινή, Λευκωσία, 24 Μαΐου 1994, σελ. 7.

[52] “Έλληνες στον Καύκασο, Ρωσοπόντιοι στην Ελλάδα”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 11 Ιουνίου 1995.

[53] “Όχι και… ξένοι οι Πόντιοι”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 13 Ιουλίου 1995, σελ. 2.

[54] Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους, Η μυστική ιστορία της Θεσσαλονίκης, εκδ. Αρχέτυπο, Θεσσαλονίκη, σελ, 226, 229

[55] Χαρακτηριστική είναι μια επιστολή «Προς τη Βουλή των Ελλήνων» που απέστειλε η «Πανελλήνιος Ένωση των Νεοελθόντων από του 1957 Ελλήνων Ποντίων προσφύγων εκ Ρωσίας» (ΠΕΝΕΠΠΡ) στις 20 Ιανουαρίου 1999. Η επιστολή έχει ως τίτλο «Ούτε οι εχθροί μας οι Τούρκοι και μουσουλμάνοι δεν μας αδίκησαν όπως οι Ελλαδίτες». Μεταξύ άλλων αναφέρονται: «Για να πλουτίζουν κάποια οργανωμένα συμφέροντα από το κράτος εφαρμόζουν άδικα μια πολιτική διώξεων ομογενών που θέλουν να ορθοποδήσουν οικονομικά, να βρουν κάποιο περίπτερο κάποιο μαγαζί για να ζήσουν την οικογένειά τους. Τα περισσότερα προβλήματα το κράτος τα δημιουργεί σ’ αυτούς που θέλουν να νοικοκυρευτούν, να φτιάξουν ένα σπίτι, να ανοίξουν ένα μαγαζί, ένα εργαστήριο, μια επιχείρηση παροχής υπηρεσιών…»

[56] Γιάννης Καρυπίδης, “Τελικά που είναι η πατρίδα μας;” περ. Ελλοπία, τεύχ. 9, Φεβρουάριος-Μάρτιος ‘92, σελ. 50-51. Σε εφημερίδα της Κύπρου δημοσιεύτηκε το εξής: “Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια ενός νεαρού από τη Γεωργία που μου έλεγε: ΄Για μας πατρίδα είναι ο Πόντος, εκεί πρέπει να πάμε. Παντού μας φέρνονται σα να είμαστε ξένοι΄” (Αιμίλιος Σολωμός, «Ο Πόντος είναι η πατρίδα μας», εφημ. Σημερινή, Λευκωσία, 24 Μαϊου 1994, σελ. 7.)

[57] Μάκης Σελαμαζίδης, “Σοφία Σινδοπούλου: Στον κύκλο της προσφυγιάς”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 5 Νοεμβρίου 1996, σελ. 45.

[58] Τέτοια είναι η περίπτωση του Δ. Πατμανίδη που τελικά θα αυτοκτονήσει: «Ο Δημήτρης Πατμανίδης με την οικογένειά του ξεριζωμένη από τη φρίκη του πολέμου στο Σοχούμι, έφτασε στην Ελλάδα με όλα τα χαρακτηριστικά της πολιτικής προσφυγιάς. Ο πατέρας με πανεπιστημιακή μόρφωση, βρίσκει δουλειά σε φορτηγό με τα χίλια ζόρια, η μάνα μένει άνεργη, η οικογένεια στοιβάζεται στις παλιές προσφυγικές πολυκατοικίες του Ρέντη. Ο Δημήτρης φοβισμένος κι ευαίσθητος, έρχεται αντιμέτωπος με το φασιστικό ρατσισμό που μαθαίνουν ν’ αναπαραγάγουν οι φτωχοί έλληνες συνομήλικοί του. Πριν γίνει ο ίδιος απομονωμένος και σκοτεινός, αντιμετωπίζει την απαξίωση, τη μοναξιά, τη χλεύη στο σχολείο: «Γεωργιανέ γύρνα πίσω», και όλα φτάνουν στην ανοιχτή βία απέναντί του. Πέρασε στα ψιλά, πως συμμορία «ελληναράδων» συμμαθητών, τον είχε ρίξει στο κάδο σκουπιδιών του σχολείου. Μετά ο Δημήτρης, ντύνεται στα μαύρα, αναζητά και λατρεύει τα όπλα, ακούει «σκοτεινή μουσική», η χαμένη του επικοινωνία γίνεται αδιέξοδα μόνο μέσω του ιντερνετ. Στο τέλος, η ασταθής ισορροπία της δυστυχίας, σπάει. Μια σπαραχτική ιστορία ρατσισμού, για την οποία κανείς δεν θα πληρώσει.” [«Για το μακελειό του Ρέντη», http://anasintaxi.blogspot.com/2009/04/blog-post_670.html (23-2-2010)]

Τρίτη 31 Μαρτίου 2009

Οι νευροπαθείς ψευδοπατριώται (μέρος 2ο)



Πριν λίγο καιρό είχα αναρτήσει ένα θέμα [1] που είχε να κάνει με την εφημερίδα "Ακρόπολη" του Βλάση Γαβριηλίδη και τον στείρο (και επικίνδυνο εθνικά) τρόπο σκέψης της εκάστοτε άκρας δεξιάς. Τα τελευταία χρόνια, κατά έναν παράδοξο και σαφώς ανιστόρητο τρόπο, η άκρα Δεξιά διεκδικεί ένα παρελθόν που δεν της ανήκει. Ακροδεξιές εφημερίδες και περιοδικά αναρτούν συχνά πυκνά την Ελλάδα "των πέντε θαλλασών και των δύο ηπείρων" θεωρώντας την ως το ζενίθ των απελευθερωτικών πολέμων του ελληνικού έθνους.
Βέβαια αγνοούν [;] ότι η εθνική αυτή επίτευξη πραγματοποιήθηκε από τον φιλελεύθερο Βενιζέλο, την ίδια ώρα που οι ιδεολογικοί πρόγονοι της άκρας δεξιάς ήταν αντίθετοι με την επεκτατική πολιτική του Βενιζέλου ("μικρά πλην έντιμος Ελλάς" διατυμπάνιζαν), θεωρούσαν την Μικρά Ασία ως αποικία, τους έλληνες εκεί ως "αχρείους" [2] και μάλιστα κέρδισαν τις εκλογές [3] με κύρια προεκλογική τους δέσμευση τη λήξη της μικρασιατικής εκστρατείας. Κάποιοι βασιλικοί στρατιωτικοί χαρακτήριζαν τη Μικρά Ασία ως "σεσηπώς μέλος", ως "γάγγραινα" που έπρεπε να αποκοπεί από τον "εθνικά υγιή κορμό"[4].
Η ιδεολογική σύγχυση όμως της άκρας δεξιάς επιτείνεται μέσω της πρόσφατης προσπάθειας αναψηλάφησης της δίκης των έξι [5] και η ιστορία έρχεται και καταδεικνύει τον διαχρονικά επικίνδυνο εθνικά τρόπο σκέψης και δράσης αυτού του ιδεολογικού χώρου που τόσα δεινά έχει φέρει στην πατρίδα μας. Θα ταξιδέψουμε σήμερα πίσω, την περίοδο που αρχικά η Δυτική και έπειτα η Ανατολική Θράκη γίνονται τμήμα της Ελλάδος.
Ο κ. Στάθης Ν.Κεκριδής, Επίκ. Καθηγητής στο τμήμα Ιστορίας-Εθνολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης έκανε μια πολύ καλή μελέτη των δημοσιευμάτων του αντιβενιζελικού Τύπου όσον αφορά την στάση της αντιπολίτευσης και το πως υποδέχτηκε την απελευθέρωση της Θράκης:

Οι ανωμαλίες της ελληνικής πολιτικής ζωής και η επαπειλούμενη σύγκρουση, λόγω της διχοστασίας βενιζελικών και αντιβενιζελικών βασιλοφρόνων, στάθnκε η κύρια αιτία, ώστε μερίδα του ελληνικού Τύπου να μη δώσει στην ενσωμάτωση, αρχικά της Δυτ. Θράκης και στη συνέχεια της Ανατολικής, το χαρμόσυνο τόνο που άρμοζε σ' ένα τόσο σημαντικό εθνικό γεγονός. Με προσκτήσεις νέων εδαφών μεγάλωνε η Ελλάδα, σημαντικό μέρος του αλύτρωτου Ελληνισμού επανερχόταν στη μητρική αγκάλη, άλλα μεγάλη μερίδα του τύπου συνέχιζε να προσεγγίζει και να ερμηνεύει τα γεγονότα με τη διχαστική συλλογιστική.
Την προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων παρακολουθούσαν εκ του σύνεγγυς αρκετοί πολεμικοί ανταποκριτές του ελληνικού και ξένου Τύπου. Ο Φέριμαν (Ferryman) της Mornίng Post, ο Ρέιμοντ (Raymond) της Havas, ο Περδικίδης της Exchange, ο Μοσχόπουλος του γραφείου τύπου του ελληνικου υπουργείου Εξωτερικών, ο Δ. Σβολόπουλος της "Νέας Ελλάδας", ο Π. Οικονόμου του "Εμπρός", ο Α. Κονιτόπυλος της "Πατρίδος", ο Πέτρος Λεβάντης της "Μακεδονίας" Θεσσαλοvίκης, ο Aρίστος Xάσηρτζόγλου της "Νέας Αλήθειας" Θεσσαλονίκης κ.ά. Ολοι αυτοί, και πολλοί άλλoι μαζί τους, υπηρέτησαν σε δυσχείμερες εποχές την έγκυρη πληροφόρηση και την αλήθεια με πνεύμα αυτοθυσίας.
Στην Αθήνα όμως ο συμπολιτευόμενος με τον Βενιζέλο τύπος έδινε διαστάσεις θριάμβου και περιέβάλλε τα γεγονότα με την αχλύ του θρύλου. Ο αντιπολιτευόμενος, χωρίς να αποσιωπά τις θετικές εξελίξεις, τις υποβάθμιζε και τις απέδιδε στο "δαιμόνιο της φυλής"! Ο μικρότερης εμβέλειας αθηναικός Τύπος έδινε έμφαση σε αλλότρια ζητήματα. Ο "Ριζοσπάστης" επέχαιρε για την προέλαση των μπολσεβίκων στην Ασία, η "Πολιτεία" υποστήριζε ότι ο Βενιζέλος επιβλήθηκε "δια των ξένων λογχών", η "Εφημερίς του Χρηματηστηρίου" σχολίαζε το σηροτροφικό ζήτημα!
Ο ρόλος των κυβερνώντων, και ιδιαίτερα του Βενιζέλου, υποβαθμίζονταν, αν δεν εκμηδενίζονταν. Γι' αυτο η φιλοβενιζελικη "Αρκόπολις" (δ/ντης Θ.Ν. Συναδινός), στο κύριο άρθρο της 19ης Μαίου με τίτλο "Θράκη", καταφερόταν εναντίον όλων εκείνων που αποσιωπούσαν τους θριάμβους και "αντί να αναγνωρίσουν τα επιτελεσθέντα μεγαλουργήματα, ευρίσκουν και πάλιν νέαν ακά θαρτov επιχειρηματολογίαν και σιελίζουν με αυτήν το φως και τηv αλήθειαν».
Διαπίστωνε με πικρία ότι «πράγματι ο αντιπολιτευόμενος τύπος δεν εύρε δυο λέξεις διά να χαιρετίσει τηv απελευθέρωσιν της Θράκης». Και προσέθετε ότι «μια Θράκη ελευθερωμένη, αποτελούσα έναν οργανισμόν και ένα σώμα, δεν είναι προδοσία κατά της Ελλάδος, δεν είναι πώλησις αυτής εις τους ξένους, δεν είναι παράδοσις αυτής εις τους στρατoύς άλλων Δυνάμεων . Είναι υπερηφάνεια, και ζωή, και εθνική κολυμβήθρα, και αναγέννησις και σταθμός προόδου, ευτυχίας και μεγαλείου δια το Κράτος μας. Η Θράκη είναι θρύλος και παράδοσις και θρησκεια και πίστις διά τους κληρονόμους της αρχαίας ελληνικής και Βυζαντινής παρουσίας, βεβαρυμένης με δουλείας και χρέη και υποθήκας, και αποδιδομένης ήδη ελευθέρας εις τους δικαιούχους αυτής και νομίμους κυρίους. Η Θράκη διά τηv Ελλάδα δεν είναι Βενιζέλος, κύριοι αντιπολιτευόμεναι, είναι και θα είναι παρά τηv θέλησίν σας έστω μόνov Ελλάς».
Η αθηναϊκή αυτή εφημερίδα, παρά τηv πρόσφατη απώλεια του ιδρυτή της Βλάση Γαβριηλίδη (κηδεύτηκε στις 13 Απριλίου 1920 από Άγιο Γεώργιο Καρύτση), παρακολουθούσε από κοντά τις εξελίξεις και με συνεχή ειδησεογραφία ενημέρωνε τους αναγνώστες της. Εκτός από τπν πλούσια ειδησεογραφία της, που κάλυπτε όλες τις πτυχές του ζητήματος, με σχόλια και άρθρα της εγκωμίαζε την ενσωμάτωση της Δυτ. Θράκης.
Στις 14 Μαίου δημοσίευσε το ανακοινωθέν του στρατιωτικού γραφείου Τύπου, που είχε ως εξής: «Η Μεραρχία Σερρών ηγουμένου του αντιστρατήγoυ κ. Ε. Ζυμβρακάκη εισήλθε μετά μεγάλης τάξεως και επιβλητικότητoς εις Γκιουμουλτζίvαv (τα Βυζαντινά Κουμουτζηνά) γενομένη ενθουσιωδέστατα δεκτή υπό του πληθυσμού. Παρίσταντο οι πρόεδροι όλων των κοινοτήτων μηδέ των Βουλγάρων εξαιρουμένων. Πλήρης ησυχία και τάξις επικρατεί. Οι σιδηρόδρομοι κυκλοφορούν ελευθέρως». Με πρωτοσέλιδες ανταποκρίσεις και πολύστηλα ρεπορτάζ έδινε τις πραγματικές διαστάσεις στα συμβάντα. Οι τίτλοι της καθόριζαν το στίγμα των εθνικών επιτυχιών:
«Η προέλασις του στρατου μας εις Θράκην. Γκιουμουλτζίvα και Δεδέαγατς κατελήφθησαν. Ακράτητος ενθουσιασμός και πλήρης τάξις».
Στο ίδιο φύλλο η «Aκρόπολις» δημοσίευε τηλεγράφημα του ανταποκριτή της στη Θεσσαλοvίκη, που περιλάμβανε και το ανακοινωθέν του Γενικού Σιρατηγείου Eθνικής Αμύνης, και έδειχνε ότι και στη συμπρωτεύουσα επικρατούσε μέγας ενθουσιασμός:
«Από πρωίας σήμερον ήρχισεν η προέλασις του στρατού μας εκ του τριγώνου της Ξάνθης προς κατάληψιν της Γκιουμouλτζίνας, ήτις ήδη θα έχη συντελεσθή».
Το αυτό επίσημο ανακοινωθέν του Στρατηγείου γνωστοποιούσε και την ταυτόχρovn κατάληψη του Δεδέαγατς, γύρω στις 6 το πρωί, με απόβαση των στρατευμάτων μας. Συνέχιζε δε το τηλεγράφημα ότι «εις τov στρατόν μας έγινε ενθουσιώδης υποδοχή εκ μέρους των Ελλήνων και Τούρκων κατοίκωv. Οι Γάλλοι παρέσχον μεγάλας ευκολίας εις τov στρατόν μας κατά τηv απόβασιν και κατά τηv κατάληψιν της πόλεως. Επί τη επισήμω αναγγελία του ευφροσύvoυ γεγονότος συνεκροτήθη oγκώδης διαδήλωσις υπό του ενθουσιώσους λαού ενταύθα (Θεσσαλοvίκn). Η πόλις πaνηγυρίζει. Οι κώδωνες όλων των ναών σημαίvoυν χαρμοσύνως».
Στην αντιβενιζελική «Καθημερινή» κυριαρχούσαν ειδήσεις για αθρόες συλλήψεις «επί εξυβρίσει του κ. Βενιζέλου», για αθρόες ιδρύσεις συλλόγων της αντιπολίτευσης, που προκάλεσε η έκκληση της ίδιας της εφημερίδας, ενώ δημοσίευε τα επίσημα ανακοινωθέντα στnv τέταρτη σελίδα της.
Οι πρωτoσέλιδες πληροφορίες της (12 Μαίου 1920) διαπίστωναν μεγάλους κινδύνους από τηv προετοιμαζόμενη αντίσταση των Βουλγάρων υπό το στρατηγό Πρωτογίνωφ και τov αρχικομητατζή Νάτσεφ.
Στις 15 Μαίου, σε δίστηλο τηλεγράφημα, ανήγγελλε ότι «ήρχισε χθες η προέλασις του ελληνικού στρατού εις Θράκην. Κατελήφθη n Γκιουμουλτζίvα και το Δεδέαγατς. Αρχηγός του αποβιβασθέντoς εις Δεδέαγατς στρατού είναι ο υποστράτηγος κ. Μαζαράκης και του εισελθόντος εις Γκιουμουλτζίναν ο υποστράτnγoς κ. Παμίκος Ζυμβρακάκης».
Στην ίδια στήλη φιλοξενούσε το κέιμενο της ημερήσιας διαταγής του συνταγματάρxn Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη, που άρχιζε:
"Η Θράκη επανέρχεται εις τηv μητέρα Ελλάδα".
Σε άλλη στήλη φιλοξενούσε τηλεγράφημα από το Παρίσι, σύμφωνα με το oποίo ο Τζαφέρ Tαγιάρ προετοίμαζε αντίσταση κατά των Ελλήνων. και τηv επομένη (15/5) "η προέλασις εις τηv Θράκην. Ασήμαντος συμπλοκή με κομιτατζήδες και Βουλγάρους στρατιώτας. Δεν υπάρχουν φόβοι σοβαρωτέρων συρράξεων".
Η προέλαση δεν ήταν τόσο απρόσκοπτη και ήρεμη όσο ήθελε να τηv παρουσιάζει η ελληνική πλευρά. Ομάδες κομιτατζήδων (Τούρκων και Βουλγάρων), υπό τηv καθοδήγηση του Τούρκου συνταγματάρχη και συνεργάτη του Κεμάλ, Τζαφέρ Ταγιάρ, επιδίδονταν σε ένοπλες επιθέσεις και υπήρχαν συνεχή επεισόδια, που ενισχύονταν από τη Σόφια και τηv Κωνσταντινούπολη. Κατά τηv προέλαση των Ελλήνων είχαν κυκλοφορήσει (περιοχή Καραμπανιόλ) τουρκοβουλγαρικές προκηρύξεις με τις οποίες καλούνταν οι Τούρκοι και οι Βούλγαροι της περιοχής να επαναστατήσουν υπό την ηγεσία και καθοδήγησηση του κομιτάτου. "Η Θράκη ούτε υπήρξεν, ούτε θα γίνη ελληνική. Η Θράκη θα διοικηθή από τα ιδικά της τέκνα. Εμπρός ήρωες της Θράκης... Ζήτω η ανεξάρτητος Θράκη..." .
Οι εφημερίδες βέβαια δεν χαρακτηρίζονται μόνο απ' αυτά που γράφουν, αλλά ίσως περισσότερο απ' αυτά που αποσιωπούν.
Στα φύλλα της «Καθημερινής» εκεινης της περιόδου δεν υπήρξε κανένα άρθρο που να σχολιάζει ενθουσιαστικά τα τεκτενόμενα και να εκφράζει εθνική ικανοποίηση για την ενσωμάτωση της Δ. Θράκης.
Aντίθετα, στις 17 Mαίου, σε πρωτοσέλιδο άρθρο του με τίτλο «Nέoι αγώνες», ο Ιων Δραγούμης καταφερόταν εναντίον της βενιζελικής τυραννίας υποστηρίζοντας ότι «εσωτερικώς λυμαίνεται το κράτος μία ολιγαρχία τυράννων, σατραπίσκων και ντερεμπέηδων, χρησιμοποιούντων προς επιβολήν των χωροφύλακας, πραιτωριανούς, μπράβους και χαφιέδες, στρατιωτικούς και άλλους ιδιωνύμους ανόμους νόμους». Στο ίδιο φύλλο, στηv τέταρτη σελίδα, υπάρχουν τα σxετικά τηλεγραφήματα: «Συνεπληρώθη η Kατάληψις της Θράκης. Ακρα τάξις βασιλεύει απ' άκρου εις άκρον. Η υποδοχή του ελληνικού στρατου εις Γκιουμουλτζίναν», όπου καταγράφονται και ορισμένες λεπτομέρειες από τηv υποδοχή των στρατευμάτων.
«Αρμένιοι, Ισραηλίται και Τούρκοι κρατούσαν ελληvικάς σημαίας και εξεδήλωνον ποικιλοτρόπως την χαράν τους. Οι πολίται άδουσι και χορεύουσι μετά των ελευθερωτών των στρατιωτών».
Ιδιαίτερα μετά τις διαβεβαιώσεις του κυβερνητικού εκπpοσώπου X. Βαμβακά προς τον Τούρκο διοικητή της Γκιουμουλτζίνας Αρίφ μπέη,ότι η ελληνική διοίκηση έρχεται να εφαρμόσει πρόγραμμα ισοπολιτείας "τo οποίον είναι το ιδεώδες της κυβερνήσεως Βενιζέλου", οι μειονοτικοί αναθάρρηοαν και μετείxαν αυθόρμητα στο χαρμόσυνο γεγονός της υποδοχής. Δημοσιευόταν παράλληλα η είδηση για τηv άφιξη στηv Αθήνα του διπλωματικού μας πράκτορα στο Κάιρο A. Σαχτούρn, τον οποίο η κυβέρνηση προόριζε για ύπατο αρμοστή της Ελλάδας στη Θράκη ( Δυτική και Ανατολική) με έδρα την Αδριανούπολη. Εγινε δεκτός από τον πρωθυπουργό με τον oπoίo είχε μακρά συνομιλία προκειμένου να λάβει οδnγίες για τηv αποστολή του.
Στηv εθνική χαρά μετείχε και η "Πατρίς" (του Δημ. Λαμπράκη) με πρωτοσέλιδο κύριο άρθρο (15/5), που έφερε τον τίτλο "ΕΛΛΑΣ ασπάσου τα μέτωπα των πιστώv σου τέκνων". Στην τέταρτη σελίδα καταxώριζε ασχολίαστα τα τηλεγραφήματα: "Κατελήφθησαν η Γκιουμουλτζίνα και το Δεδέαγατς".
Η εφημερίδα "Αθήναι" ( του Γεωργίου Πωπ) στις 15 Μαϊου, παρατηρούσε ότι "τα xωρία εξ ων διέρχονται τα στρατεύματά μας, πανηγυρίζουν εν εξάλλω ενθουσιασμώ τηv απελευθέρωσίν τους. Οι κάτοικοι εξέρχονται εις προϋπάντησίν των κρατούντες ελληνικάς σημαίας», ενώ το «Εθνος» (του Σπ. Nικολόπουλου) στις 14 Μαϊου, "επί του πιεστηρίου", πληροφορούσε: "Χαράς ευαγγέλια. Η Γκιουμουλτζίνα και το Δεδέαγατς κατελήφθησαν" και το «Eμπρός» (του Δημ. Καλαποθάκη) σημείωνε: «Τε ώρα.. Η κατάληψις της Δυτ. Θράκης. Απερίγραπτος ενθουσιασμός Ελλήνων και Τούρκων». Προσέθετε δε την είδηση ότι ο Τούρκος δήμαρχος του Δεδέαγατς παρουσιάστηκε στον Χαρ. ΒαμΒακά και τον συνεχάρη για την κατάληψη της πόλης από τον ελλnvικό στρατό.
Η εφημερίδα «Νέα Αστραπή» (lδρυτής Κ. Γιολδάσης, διευθυντής Α. Σπαντής) αφιέρωνε τα άρθρα και τα σxόλια στη «Βενιζελοτυραvvία», οπότε η ενσωμάτωση της Θράκης στην Ελλάδα αντιμετωπιζόταν ως τυπικό γεγονός επικαιρότητας και καταλάμβανε χώρο μονόστηλου, όπου δημοσιευόταν μόνο το επίσημο ανακοινωθέν.
Η εφnμερίδα όμως στις στήλες της oπoίας μπορεί κανείς να συναντήσει εντονότερο το βιωματικό στοιχείο και να αφουγκραστεί τους παλμoύς της εποχής εκείvnς είναι n «Μακεδονία» Θεσσαλovίκης (lδρυ τής-διευθυντής Κωνσταντίνος Bελλίδnς). Με απεσταλμένο στο πεδίo της πρoελάσεως τοv αρχισυντάκτη της Πέτρο Λεβαντή, ήταν πλήρως ενήμερη για τις εξελίξεις, τις οποίες με άρθρα και σχόλια ανέλυε αναδεικνύοντας όχι μόνο την αμερόληπτη και αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων, αλλά και την εθνική έξαρση που επικρατούσε στις λαϊκές συνειδήσεις. Απομακρυσμένη από το επίκεντρο των πολι τικών συγκρούσεων έδινε πληθώρα ειδήσεων, ασκούσε εποικοδομητική κριτική και ζητούσε, παρά την ασκουμένη λογoκρισία, φρόνιμη και συνετή διαχείριση των κατακτωμένων εδαφών. «Η Δ. Θράκη είναι σήμερον Ελλάδα και πρέπει να εξαλειφθή απ' εκεί κάθε ίχνος Βουλγαροκρατίας» επεσήμαινε η εφnμερίδα, απαιτώντας την κατάργηση των διατάξεων του Βουλγαρικoύ δασμολογίoυ, ενώ επαινoύσε το ζήλο των σταλέντων εκεί ταχυδρομικών και τηλεγραφικών υπαλλήλων, που υπερβαίνοντας τους εαυτούς τoυς ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις του λαού.
Την Παρασκευή 15 Μαίου 1920 αφιέρωσε σχεδόν ολόκληρη τηv πρώτη σελίδα της στην κατάληψη της Θράκης, με λεπτομερή πανηγυρική ανταπόκριση και πάλλουσα από εθνική συγκίvnσn περιγραφή την είσοδο των ελληνικών στρατευμάτων στην Γκιουμουλτζίνa, και τηv αποθεωτική υποδοχή. «Η δύναμις της Ελλάδος. Η επηβλητική είσοδος του στρατού εις την Γκιουμουλτζίναν... Aμέσως σημαιοστολίσθησαν τα δημόσια καταστήματα, ως και πλείστα ιδιωτικά, οι κώδωνες των εκκλησιών ήχουν επί ημίωρον χαρμοσύνως. Η ανακούφισις υπήρξε μεγάλη, τόσον εκ της ενάρξεως της προελάσεως, όσον και διότι ουδέν εμπόδιον παρενεβλήθη εις τον στρατόν μας, κατά την απόδοσιν της ελληνικής ελευθερίας εις σπουδαία κέντρα της μέχρι xθες σκλάβας Θράκης». Επί ημέρες η "Mακεδονία" διατήρησε πρωτοσέλιδο θέμα την εν σωμάτωση της Θράκης στην Ελλάδα.
Όμοίως και δυο άλλες εφημερίδες της Θεσσαλονίκης ενημέρωναν με εγκυρότητα και αξιοπστία,μεταδίδοντας στους ανα γνώστες τους τον ενθoυσιασμό των επιτυ ιών: το "Φως" και η "Νέα Αλήθεια". Το "Φως", στις 13/5, δημοσίευε ανταπόκριση του απεσταλμένου του, σύμφωνα με την oπoια «παράτας πρoσπαθείας των Βουλγάρων η Γκιουμουλτζίνα εί ναι ελληνική όσον και αι Αθήναι. Παντού η ελληνική γλώσσα, παντού Ελληνες, παντού αι ελληνικαί σημαίαι».

Η «Νέα Αλήθεια», σε δεύτερη έκδοση της 17ης Μαϊου, υπό τον τίτλο «Η απελευθέρωσις της Θράκης υπό του στρατού μας», σημείωνε ότι «η χθεσινή ημέρα, η ιστορική 14η Μαίου, υπήρξε διά την ελληνικήν μας Θράκην, την ωραίαν δυστυχή, την σκλάβαν την πεντάρομφη πέντε ετών δουλείας, πένθους, δακρύων, συρφορών και διωγμών, ημέρα Αναστάσεως, απολυτρώσεως αρχή...». Παρά τηv ισχύουσα προληπτική λογοκρισία του Τύπου (η εφημερίδα της Θεσσαλοvίκης «Φως» διώχθηκε ποινικά για ορισμένα σχόλια «επί της στάσεως της μεγάλης Συμμάχου ημών Γαλλίας») οι εφημερίδες της εποχής εκείνης πληροφορούσαν με επάρκεια την ελληνική κοινή γvώμη. Ισως ορισμένες, όπως παραπάνω σημειώθηκε, δεν απέδωσαν τον επίβαλλόμενο πανηγυρικό χαρακτήρα στις ανακοινώσεις τόσο σημαντικών για την υπόσταση της Ελλάδας γεγονότων.

Aτυχώς οι διχαστικές νooτρoπίες, που είχαν καλλιεργηθεί στις συνειδήσεις των πολιτών δεν επέτρεπαν και στο σύνολο του Τύπου να υπερβεί τις διαχωριστικές γραμμές και να καταγράψει με μεγαλοψυχία τα γεγονότα, αποδίδοντας τον απαιτούμενο θριαμβευτικό τόνο. Για μια ακόμη φορά η πληροφόρηση ήταν επαρκής, αλλά n αλήθεια ελλιπής.

doctor


Y.Γ. Η παραπάνω εμβριθής μελέτη του κ. Κεκριδή έχει ληφθεί από τα "Ιστορικά" της Ελευθεροτυπίας και υπάρχει στις βάσεις δεδομένων του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου. Επειδή αυτή τη στιγμή το site του ΔΠΘ δεν ανοίγει θα παραθέσω το σχετικό link αργότερα.

___________________________
[1] Βλ. προηγούμενο θέμα: Οι νευροπαθείς ψευδοπατριώται: http://dimitrisdoctor2.blogspot.com/2009/01/blog-post_22.html
[2] Γράφει ο πρίγκηπας Ανδρέας προς τον Ι.Μεταξά (Σμύρνη, 19.12.21):«Απαίσιοι πραγματικώς είναι οι εδώ Έλληνες, εκτός ελαχίστων.Θα άξιζε πράγματι να παραδώσωμεν την Σμύρνην εις τον Κεμάλ διά να τους πετσοκόψει όλους αυτούς τους αχρείους, οι οποίοι φέρονται ούτω κατόπιν του φοβερού αίματος όπερ εχύσαμεν εδώ.Αίματος της Παλαιάς Ελλάδος δε, διότι όλα τα παιδιά των οπωσδήποτε καλυτέρων οικογενειών των ενταύθα υπηρετούν εις την Σμύρνην και τα μετώπισθεν, αλλοίμονον δε αν εν οιονδήποτε τμήμα ευρεθή σχηματισμένον μόνον από Μικρασιάτας και ενώπιον του εχθρού! [10].Στην ίδια επιστολή, γράφει ο πρίγκηπας Ανδρέας:«Πρέπει να γίνη κάτι το ταχύτερον δια ν’απαλλαχθώμεν του εφιάλτου της Μικράς Ασίας.Δεν γνωρίζω τι πρέπει να γίνη, πρέπει όμως να παύσωμεν μπλοφάροντες και ν’αντιμετωπίσωμεν την κατάστασιν οία πραγματικώς είναι.Διότι επιτέλους τι είναι καλύτερον;Να πέσωμεν εις την θάλασσαν ή να φύγωμεν προ του λουτρού;» [«Η κατάσταση του ελληνικού στρατού τον χειμώνα του 1921-1922. Επιστολή του πρίγκιπα Ανδρέα στον Ιωάννη Μεταξά (Σμύρνη, 19/12/1921)», όπως παρατίθεται από τον Γ.Μαργαρίτη, καθηγητή νεότερης και σύγχρονης ιστορίας στο ΑΠΘ, «Η ιστορία των ελλήνων», ΔΟΜΗ, τ.12, σ.185].
Βλ.περισσότερα σε προηγούμενο θέμα:
http://dimitrisdoctor2.blogspot.com/2008/04/blog-post_2483.html
[3] update, 11.11.2009: H wikipedia αναφέρει εσφαλμένως ότι το ΣΕΚΕ συνοδοιπόρησε με την Ηνωμένη Αντιπολίτευση: http://sarantakos.wordpress.com/2009/10/29/ekloges1920/#more-1311
[4] Ο Συνταγματάρχης Σκυρός, στρατιωτικός διοικητής Φιλαδελφείας (Αλά Σεχίρ) τις ώρες της κατάρρευσης του μετώπου, λέει για την Μικρά Ασία ότι είναι «γάγγραινα» και «σεσηπώς μέλος» που πρέπει –διά της εκκένωσής της- να «αποκοπεί» από τον υγιή εθνικό κορμό (Στέφανος Σαράφης, Ιστορικές Αναμνήσεις, Επικαιρότητα, Αθήνα 1980 (α’έκ.1952), σ.207 και Βλάχος ο.π., σ.189).

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009

Αναμνήσεις του Μετώπου - Η Μικρασιατική εκστρατεία μέσα από τα μάτια ενός στρατιώτη



Το τμήμα χειρογράφων του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών διαθέτει ένα χειρόγραφο ημερολόγιο [1], γραμμένο από τον Χαράλαμπο Πληζιώτη, που συμμετείχε στην Μικρασιατική εκστρατεία ως απλός στρατιώτης. Το ημερολόγιο καλύπτει τα γεγονότα από τον Απρίλιο του 1920 έως τον Οκτώβριο του 1921. Η αιτία της διακοπής του ημερολογίου δεν είναι γνωστή [2].
Ο Χαράλαμπος Πληζιώτης ανήκει σε μια τυπική πολυμελή μικρασιατική οικογένεια της Σμύρνης και έχει 8 αδέρφια [3]. Έχει γνώσεις τετάρτης δημοτικού (οι ανορθογραφίες του είναι εμφανείς και καταδεικνύουν το επίπεδο των γραμματικών γνώσεων του συγγραφέα και το κείμενο παρατίθεται έτσι, ανορθόγραφο, χωρίς καμία επέμβαση) και το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί αυτός ο άνθρωπος, ναυτικός από τη Σμύρνη με γνώσεις τετάρτης δημοτικού, κρατάει ημερολόγιο; Αξίζει να σημειωθεί ότι τα γνωστά μας «ημερολόγια της εποχής» εκείνης είναι συνήθως γραμμένα εκ των υστέρων, είναι δηλαδή περισσότερο αναμνήσεις, απομνημονεύματα.

Ο συγγραφέας φροντίζει ιδιαίτερα το τετράδιό του. Το ενημερώνει καθημερινά. Οι περιγραφές του είναι μια αναμετάδοση του πολέμου σε πραγματικό χρόνο και διαπνέονται από μια υπνωτική μονοτονία. Θυμίζουν την περιοδικότητα της παλίρροιας, το συνεχές πήγαινε-έλα. Το ενδιαφέρον σε αυτές τις σελίδες είναι ότι ο αναγνώστης μπαίνει ο ίδιος στο στρατιωτικό κλίμα της βαριεστημάρας, της ανίας, της άδειας ζωής, με ξαφνικές όμως εξάρσεις, όπως είναι οι σκηνές της πάλης με το κρύο ή τη ζέστη, της μάχης, της καταστροφής, του θανάτου. Η διατροφή του στρατεύματος, μόνιμη έγνοια, αναφέρεται διεξοδικά και καταγράφεται μέρα με τη μέρα.
Ο Πληζιώτης δεν εκφέρει πολιτικό λόγο (στις εκλογές της 1/11/1920 δηλώνει: «δεν εψήφισα τίποτε») και περισσότερο μιλάει ως φαντάρος, βλέποντας όλη την εκστρατεία με τα μάτια ενός νέου που πολλές φορές απορεί με αυτά που ζει, ενός νέου που «πήζει», που κάνει αγγαρείες, σκοπιές, σκάβει χαρακώματα, πεινάει, κρυώνει, ζεσταίνεται, πονάει, στενοχωριέται και αηδιάζει από τον θάνατο που υπάρχει παντού.
Πολλές φορές ειρωνεύεται τα κακώς κείμενα και περιγράφει μέσα από την δεινή του θέση τα πράγματα με πολύ έξυπνο τρόπο και με καυστικό χιούμορ που ξεκινά από τον αυτοσαρκασμό και φτάνει ίσαμε την ανοικτή ειρωνεία των «εθνικών ιδεωδών».
Δεν προσπαθεί να πάρει το μέρος κανενός, δεν είναι ούτε βενιζελικός, ούτε αντιβενιζελικός, και αυτό βοηθά πολύ στο να καταγράφει τα πράγματα χωρίς ιδεολογικές μέριμνες,όπως ακριβώς τα βλέπει και τα βιώνει. Όσα γράφει και αφορούν την πολιτική κατάσταση τα γράφει ως απλός πολίτης, ως ένας απλός στρατιώτης που βρίσκεται μπροστά στον παραλογισμό (π.χ. η απαγόρευση στους μικρασιάτες να ψηφίσουν στο δημοψήφισμα σχετικά με την επάνοδο του βασιλιά, ή η προκατάληψη των «παλαιοελλαδιτών αντιβενιζελικών» προς τους κρήτες και μικρασιάτες στρατιώτες).
Ο Πληζιώτης και η οικογένειά του με την κατάρρευση του μετώπου, περνούν στην Ελλάδα και ακολουθούν τη μοίρα όλων των προσφύγων. Αργότερα, ο Χαράλαμπος μεταναστεύει στην Αμερική, όπου και πεθαίνει το 1960.
Παρουσιάζω παρακάτω κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα του ημερολογίου του Πληζιώτη, μέσα από τα οποία βλέπει κανείς πως έζησε ένας απλός στρατιώτης όλα αυτά τα γεγονότα.

14/6/1920. Οι κάτοικοι (σ.σ. του Γιαγιάκιοϊ) μας υπεδέχθησαν με μεγάλη χαράν. Εμάθαμε δε ότι χθες ήλθεν ένας ουλαμός του Αου λόχου, κάποιος Τούρκος όμως επυροβόλησεν έναν στρατιώτην με δίκανον πιστόλι στα μούτρα. Αυτό ήτο αιτία και έπεσαν οι στρατιώται επάνω τους και σκώτοσαν 15 Τούρκους, αφού τους ρήμαξαν και τα μαγαζιά τους.
17/6/1920. Προχορούντες είδαμε αρκετά πτώματα Τούρκων ξαπλομένα κάτω, ως φένεται τους σκώτοσαν οι προπωρευόμενοι ιππείς.
23/7/1920. Το πρωί δρόμο, πήγαμε σε δύο τουρκικά χωριά (σ.σ. της Ανατολικής Θράκης), περάσαμε πάλι καλά, οι άνθρωποι μας εσέρβειραν ό,τι είχον ευχαρίστεισιν, γάλα, τυρί κτλ…
14/8/1920. Από χθες το απόγευμα ήμαι σκηνοφύλαξ, και έφαγα βροχή που φούσκωσα. Τα πράγματα αρχίζουν πάλι και βρομούνε, μυρίζη προέλασις, και άλλο δεν συλλογειζόμεθα τα πόδια μας, τι έχουν να τραβείξουν, αυτά θα τα πληρώσουν. Το φυσούμαι και δεν κρυώνει.
20/9/1920. Πήγαμε με τον Σιμιτόπουλο στη λίμνη και κάναμε μπουγάδα, όταν γυρείσαμε στο αντίσκηνο, βλέπομε ένα σακούλι καρύδια, ρωτούμε τον Πεζάρον τι συμβαίνη και μας λέγη ότι μέσα στην πόλιν (σ.σ. στην Νίκαια) γίνεται Ανάστα ο Θεός, πηγένομε λοιπόν και μεις μέσα στην πόλιν, οι φαντάροι ήσαν σκορπισμένοι δεξιά και αριστερά μέσα στα σπίτια και στα μαγαζιά, εγίνετο γενική αρπαγή, οι κάτοικοι Τούρκοι είχον φύγη προηγουμένως εκτός μερικών. Έλληνες δεν υπήρχον, διότι προ ημερών τους είχον σφάξη όλους [4].
Μετά πήγαμε μερικοί βόλτα έξω από την Νίκαια για να ιδούμε τους σφαγμένους χριστιανούς, στον δρόμο εβρείσκοντο κεφάλια σκορπισμένα, χέρια και πόδια, και άλλα διάφορα, να τα βλέπη κανείς και να τον πιάνη ντελίριο, παρακάτω τρία πηγάδια γεμάτα έως επάνω, και τέλος το σπήλεον, όπου ήσαν στιβαγμένα μέσα κάπου 400 κορμιά, σφαγμένα διαφοροτρόπως και πάσης ιληκίας, δεν εσταθήκαμε ούτε λεπτό, μας κατέβηκε ζαλάδα, κόντεψε να σκάσομε.
23/9/1920. Λέγουν ότι θα φύγομε στις 10, λοιπόν έχομε καιρόν να πάμε έως την πόλιν για βολτίτσα, εγείναμε μια καλή παρέα και επήγαμε, μέσα όμως οι φαντάροι είχαν δουλειά πολύ, έβαζαν φωτιά στην Νίκαια και από τα δεκατέσσερά της σημεία, αμέσως και εμείς τους βοηθούμε, σπίρτα είχαμε αρκετά, αλλά, έως ότου την κανονίσουμε, είδαμε και πάθαμε, ο ίδρως έτρεχε από επάνω μας ποτάμι. Μετά καθήσαμε κάπου υψηλά και καμαρόναμε, όπως και ο Νέρων μια φορά, όπου έκαυσε την Ρώμην.
25/9/1920. Έως το βράδυ διορθονόμαστε, κατά τον κανονισμό του θαλλάμου δεν επιτρέπεται μέσα να καπνίζομε, να τρώγομε, παρά μόνον έξω, δηλλαδή στον δρόμο, κατόπιν για σωματική ανάγγην πρέπη να πάη κανείς στης ελιές, μια απόστασις 20 λεπτών, να πάη και νάρθη την ημέραν καλά, αλλά την νύκτα; Και αν τον βαστά κανένα κόψιμο; Ας τα κάνη πάνω του! Καλά! Κατόπι σου λέη, δεν επιτρέπεται να πάη κανείς στην πόλιν, εκτός μόνον το βράδυ από 6-8, και υπό τον όρον πρώτον να φορή το ξίφος του, να είναι καλά κουμπομένος, να βαδείζη ανδρικά, να μην πίνη οινοπνευματώδη ποτά, να μην παίζη χαρτιά, να μην τραγουδή και…και… να τους πάρη και να τους σηκώσει όλους γενικώς.
6/10/1920.Το μεσιμέρι διεδώθη ότι θα κρεμάσουν κάποιον χόντζα, ο οποίος εσαμάρωσε στην Νίκαια ένα παππά, επήγαμε να τον ιδούμε, αλλά δεν τον κρέμασαν, του έκαμαν κάτι άλλο καλλήτερο, τον έβαλαν μέσα σε ένα κωφίνι και τον έκλεισαν, κατόπιν τον εκρέμασαν από ένα βίντζι βαποριού και τον βουτούσαν στην θάλλασσαν, και πάλιν τον έβγαζαν και του έκαμαν αυτή την δουλειά τακτικά! Έχομε απενταρία μεγάλη, δεν μπορούμε να το κουνίσομε από τον θάλλαμον, έχομε όμως αποκτείση ένα άλλο καλό αυτές της ημέρες,ψείρες! Άφθονες.
15/10/1920. Το μεσημέρι είδα το Κιοπρού-Χισάρ και εκάπνειζε σαν φουγάρο, ως φένεται, το πλιατσικολογήσανε καλά πρώτα και μετά του κάνανε το πολκάκι του. Έως το βράδυ περάσαμε πολύ καλά, αλλά το κρύο δυνάμωνε πολύ, στας 7 ½ παρέλαβον σκοπός, σκοτάδι δεν υπάρχη, το Κιοπρού-Χισάρ μας φέγγη σαν ηλεκτρικό.
16/10/1920. Στας 2 μας αντικατέστεισε ένας λόχος του 27ου Συντάγματος, εμείς κατεβήκαμε στο Κιοπρού-Χισάρ, το οποίον ήτο ερήπιον. Στας 3 εφύγαμε, έπεφτε και ψιλό ψιλό χιόνι, δρόμο λοιπόν για το Γενή-Σεχήρ, κρύο φοβερό, τυλίχθηκα καλά μέσα σε μια κουκούλα, και τροχάδην, μαζύ μας είχαμε και 60 αιχμαλώτους. Στα πλάγια μας καίονται δύο χωριά, παρακάτω πηγαίνη ο 1ος λόχος να κάψη άλλο ένα, λέγουν ότι θα κάψομε πολλά χωριά, έως ότου να γυρείσομε στην Κίον.
18/10/1920. Τα βουνά γύρω είναι κατάλευκα από το χιώνι, δεν το κουνούμαι ρούπι από την φωτιά. Στας 10 ήλθον όλοι οι κάτοικοι κάπιου χωριού, που είναι κοντά μας, και παραπονούντο ότι τους επείραζαν από τα άλλα χωριά οι Αρμένιοι και οι Έλληνες, ο λοχαγός, αφού τους ήκουσεν, τους ήπε να πάνε πίσω πάλι στο χωριό και δεν είναι τίποται. Όταν έφευγαν ένας είπε γκιαούρηδες, κάποιος τον ήκουσε και το ήπε του λοχαγού, αμέσως τον παραλαβαίνουν και τον καταδικάζουν εις θάννατον διά τουφεκισμού, και πάη λέοντας! Γύρω μας καίονται χωριά, και εμείς καθώμαστε στον γύρω και τα καμαρώνομε.
19/10/1920. Είχαμε προχορείση κάπου δύο χιλιόμετρα, όταν γύρεισα και είδα το Γενή-Σεχήρ να καπνίζη σαν φουγάρο!! Κατά τας 8 φθάνομεν και περνούμε κάποιο χωριό, αλλά και αυτό σε λίγο έγεινε θυσία εις τον θεόν Μολώχ. Έχουν μείνη όμως πολλά χωριά ακόμη, αλλά πίσω μας έρχεται το 27ον και ταξειγά!
20/10/1920. Στας 4 βάρεσε εγερτήρειον, ήμουν προηγουμένως ξηπνός και είχα ανάψη φωτιά, αν και εξακολουθούσε να βρέχη. Ετοιμάζομε τα πράγματά μας και στας 6 φεύγομε, αλλά ο ποταμός ένεκα της βροχής είναι αδιάβατος, αναγγαστικώς λοιπόν ο λόχος μας και ο τρίτος βαδείζομε από αυτό το μέρος του ποταμού, έως ότου φθάσαμε ένα χωριό και είχε ένα γεφυράκι, άλλως θα κολυμβούσαμε. Και βαδείζομε όλο δρόμο αμαξητόν, λάσπη έως τα γόνατα, αλλά ποιος τα ψηφάει τέτοια ψιλά πράγματα προ παντός αφού είναι για την Πατρίδα!!!
22/10/1920. Το απόγευμα πήγε το τάγμα μας στην πλατείαν των λουτρών, όπου εγένετο καθέρεσις ενός λοχίου, ενός δεκανέα και 5 στρατιωτών κατηγορουμένων άλλων επί λιποταξία και άλλων επί κλοπή.
1/11/1920. Εκλογαί, δεν εψίφισα τίποται [5].
22/11/1920. Ετοιμαζόμεθα, μας έδοσαν άρτον και γαλλέταν, επίσης και δύο ημερών εφεδρικήν τροφήν. Κατά τα φαινόμενα, μυρείζη Εσκή-Σεχήρ. Έγινε και το Δημοψήφισμα [6], εμείς όμως οι Μικρασιάται δεν ψηφείζομαι, διότι ήμεθα Εθελονταί!!!... Και συνεπώς δεν μας ενδιαφέρει ποιος θα είναι ο βασιλεύς της Ελλάδος… Τι τραβούμαι και μεις οι Εθελονταί,αλλά δεν πταίη κανείς άλλος… εκείνος ο κοιλαράς ας όψεται!
8/12/1920. Θεωρία από τον νέον ανθυπασπιστήν, είναι ένα κέ….βερνικομένον. Μετά στη λιακάδα. Συσσίτιον ρύζι-κρέας. Από το μεσημέρι παρέλαβα θαλαμοφύλαξ!
10/12/1920. Το πρωί θεωρία από το κέ… Το μεσημέρι βγήκα περίπολος έως τας 3.Το βράδυ συσσίτιον ρύζι-λάχανο-πιλάφι. Από 9-12 περίπολος.
23/12/1920. Στας 6 επήγα περίπολος έως τας 9. Εν τω μεταξύ μάθαμαι ότι θα φύγομαι.
Εξω από το χωριό αποθέσαμαι, εκεί ο νέος διοικητής του τάγματος Φοτώπουλος μας ήπε μερικές πατριωτικές σαχλαμάρες και ότι αύριον ή μεθαύριον γοίνεται επίθεσις, και αν λάβομε διαταγήν θα βαδείσομαι μέχρι του Εσκή-Σεχήρ! Και ότι εκεί θα αναπαυθώμεν! Είναι η τελευταία πωρία που κάμομαι!! Και από εκεί θα πάμε στα σπίτια μας!... σιδηροδρομικώς…και….άλλες πολλές αρλούμπες. Στας 2 αναλάβεται τον γυλιόν στην πλάτη και αγάντα ποδαράκια μου…
26/12/1920. Περνούμαι σε λίγο ένα χωριό όπου καιγότανε, οι δε κάτοικοι ήσαν μαζευμένοι όλοι έξω στην παιδιάδα και το καμάρωναν.
29/12/1920. Κατά το μεσημέρι περνούμε το Ασάκιοϊ και τον ποταμόν. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού Έλληνες είχον φύγη, διότι, ενώ έφευγε ο στρατός, ήτο δύσκολον πλέον να καθήσουν. Ο σταθμός του σιδιροδρόμου εκαίετο.
Προχορούμαι και στον δρόμον βλέπομε δεξιά και αριστερά τους κατοίκους που φεύγουν, γέροι, γρηές, νέες, παιδιά και με ό,τι ημπορούσαν να σηκώσουν στην πλάτη, κίτρινοι και κατεπτοημένοι, από τον φόβον και την λύπην!
Το απόγευμα φθάνομε στο Μπιλετζίκ, και εδώ οι κάτοικοι όλοι αναστατωμένοι έτρεχον επάνω και κάτω σαν τρελλοί, και μας έβλεπον όλοι με ένα βλέμα που δεν γνωρείζω τι εσήμενε, μας ελυπούντο όπου εφεύγαμε; μας εμησούσαν γιαυτό; μας ικέτευον να τους προστατεύσομε; δεν ξεύρω.
Από το πρώτο χωριό που περάσαμε… έχη χαλάση πολύ η καρδιά, περπατό σκυφτά και δεν ημπορώ να σηκώσω το κεφάλι μου να ηδώ κανέναν. Εν τω μεταξύ διέταξε ο μέραρχος όλοι οι κάτοικοι να μείνουν στα χωριά των, επίσης και όσοι έχουν προχορείση εμπρός να τους γυρείσουν οπίσω, διότι δεν υπήρχε κανείς κύνδινος διαυτούς!!
Το βράδυ φθάνομε και κατασκηνόνομαι στο χωρίον Πέλδος, έρημον και αυτό από τους κατοίκους, φεύγουν κι ακόμη φεύγουν, επί τέλους, κακοπόνια έχουν από τον ελληνικόν στρατόν; αφού τους ηλευθέρωσε από τον τουρκικόν ζυγόν, τι άλλο θέλουν; Καημένοι άνθρωποι! Ζούσαν, όπως κιάν έχη, κάπως καλά,ήσυχα… όταν μια ωραίαν πρωίαν βλέπουν τους αδελφούς των Έλληνας να έρχονται ως Άγγελοι παρρηγορίας και Ελευθερωταί!! Τώρα τι έχει να γείνη μετά 2-3 ημέρας σαυτά όλα τα χωριά της Απελευθερωμένης αυτής περιφερίας, ο θεός γνωρείζη!!
31/12/1920. Στας 6 φεύγομε. Η ίδια ιστορία στο δρόμο με τους κατοίκους, άλλοι φεύγουν, άλλοι γυρείζουν πίσω… και γύρω ο κάμπος και τα βουνά είναι γεμάτα από ανθρώπους, μικρούς και μεγάλους, τρέχουν από δω κιαποκεί, δεν ξεύρουν τι κάμουν, είναι πραγματικώς για λύπη! Περνούμαι το Κιοπρού-Χισάρ και την γέφυραν, και σταματούμαι παρακάτω για να πάρομαι τρόφιμα.
Καθήσαμε επί 3 τέταρτα της ώρας, αφού πέρασεν όλος ο στρατός, το μηχανικό ανετίναξεν την γέφυραν, και από το άλλο μέρος της γέφυρας έμειναν αρκετοί από τους κατοίκους που μας ακολουθούσαν, συνάμα δε πολλών μητέρων τα παιδιά είχον περάση από το μέρος μας, και εκείναι έμενον από το άλλο, και άλλου είχε περάση η γυναίκα, άλλης ο άνδρας, και πολλά και διάφορα άλλα σχέδια, καλά και αγαθά της Ελευθερίας!! Και του Πολιτισμού! Τέλος πάντων αυτή η προέλασις έγεινε να καταστρέψωμε αρκετά χωριά και κάμποσες χιλιάδες ησύχων ανθρώπων, επίσης να τραβήξομαι και μεις αυτά τα μυστήρια!
10/1/1921. Βραδυνό σισοίτιον φασόλια (;) έκαμα όμως μερικές βουτιές, αλλά δεν βρήκα τίποται!
12/1/1921. Την νύκτα φύλαξα και δύο ώρας σκοπός, είδα δε και ένα όνοιρον ότι ήσαν μαζευμένοι όλοι οι αρχηγοί της Ελληνικής επαναστάσεως Μάρκος Μπότζαρης, Τζαβέλας, Κολοκοτρώνης, Καραϊσκάκης, και τα ρέστα, και έκαμαν συμβούλιον υπέρ της εξακολουθήσεως του πολέμου! Έχει γούστο να σηκωθούν και αυτοί, και μαζύ μας να εξακολουθήσουν τον Απελευθερωτικόν αγώνα μας!!!! Και χαιρέτα μου τα….
13/1/1921. Παγωνιά!Κρύο! Και τουρτούρα. Μετά το τσάι κάθησα στην καλύβα κοντά στο αγαπητό μανκαλάκι, και σκέπτομαι και παραβάλλω τον περυσινό χειμώνα με τας βενκέρους του, και τον φετεινόν με τα χιόνια, της βροχές του, κρύα του, βουνά,λάσπες, πείνες,πορείας, τσέτες, Τούρκους, αδεκαρίες κτλ. κτλ. Αλλά έλα πάλι, που τα υποφέρη κανείς, όταν σκεφθή ότι πρόκειται για το Μεγαλείον της Πατρίδος!!!
15/1/1921. Εφύλλαξα έως τας 3 και μετά παρέδωσα φορτομένος στο χιόνι, επήγα και κάθησα στο αντίσκηνο και έγραφα τα πάθη μου, συνάμα τινάζω τακτικά το αντίσκηνο για να μην με πλακώση το χιόνι, το οποίο αρχίζη και το ρίχνει με το τσουβάλι, ο δε αέρας δυνάμωσε και θερίζη. Και τα πράγματατα βλέπωμε πολύ σκούρα, το μόνον που ημπορή να μας σώση είναι η φωτιά, και μας απασχολή το ζήτημα, απού να προμηθευθώμεν ξύλα, αλλιώς θα ψοφήσομε από το κρύο. Πήγαν λοιπόν 5-6 παιδιά με τον δεκανέα Βαρδάκη τον Τρανόν και έφεραν μερικά ξύλα κι ένα κουτσουράκι, ακριβώς 3ών μέτρων μήκους και ένα πλάτους, ολόκληρος κορμός δέντρου, και το βάλλαμε αμέσως εις ενέργειαν. Κατόπιν καθήσαμε και φάγαμε ρέγγες. Στας 6 το χιόνη είχε φθάση 1 ½ μέτρον, το αντίσκηνόν μου λίγο θέλη να σκεπάση έως επάνω, και βαστώ πότε πότε ένα πτύο και το ξεσκεπάζω, αλλά δεν το προφθένω, κατά τα φαινόμενα, όπως πάη, θα σκεπάση και εμάς, και ίσως καμιά φορά μας εύρουν οι αρχαιολόγοι και μας για αρχαίους.
21/1/1921. Στας 8 ½ δουλιά, κασμά και φτυάρι, εκάμαμε την παρατήρησιν στον ανθυπολοχαγόν ότι δεν κοιμηθήκαμε χθες την νύκτα και να εργασθώμεν ολιγότερον. Γιατί να μην κοιμηθήτε, μας λέγη. Σας είπον να επαγρηπνήται και όχι να αγρηπνήται! Έχει δίκαιον ο Κος Ανθυπολοχαγός,εμείς πταίομεν!
Το μεσημέρι σισσίτιον στιφάδο, αφού έφαγα, κοιμήθηκα καμιά ώρα,και μετά το τσάι στα καταναγγαστικά έργα. Βραδυνόν σισσίτιον μακαρόνια και μισή ρέγγα. Απόψε φύλαξα σκοπός από 10-11 ½ και από 5-6, είχε όμως σκοτάδι πολύ!
27/1/1921. Σήμερον έχομεν και μισθόν!! του μηνός Δεκεμβρίου. Μεγαλεία. Μας είπον δε να αφήσωμεν ότι έχομε ευχαρίστησιν δια τους πρόσφυγας του Μπιλετζίκ (σ.σ. βλ.29/12/1920) και των άλλων χωρίων, δηλλαδή εκείνων των χωρίων τα οποία «Απελευθερώσαμε» τοις προ άλλες. Αφήσαμε από μια δραχμή! Κάμποσα λεπτά! Αλλά μήπως και ειμείς δεν είμεθα χειρότεροι από εκείνους; Ας όψονται οι καταστροφείς των!
28/1/1921. Άρχισαν πάλι να διαδείδονται προελάσεις, Άγκυρες, Εσκή-Σεχίρ και τα λοιπά, και όσο τα ακούμε λυώνουν τάντερά μας.Τι έχομε ακόμη να τραβήξομε, κανείς δεν το ηξεύρη, ας παν στο διάβολο! Δεν θέλω να ακούω τίποται πειά!
2/2/1921. Έμαθον και το χαρμόσυνον άγγελμα ότι με επήρε η διαταγή για δεκανέα!!
3/2/1921. Στας 2 ½ πήγαν οι άλλοι στα χαρακώματα, εγώ δεν πήγα. Δεκανεύς για! Αρχίζω να κάμω χρήσιν του βαθμού μου, οι δεκανείς δεν πηγένουν ούτε αγγαρία, ούτε να σκάβουν στα χαρακώματα! Επίσης δεν φυλλάττουν…σκοποί! Μάλλους λόγους ανέλαβον από σήμερον υψηλά καθήκοντα!!!
23/2/1921. Επήγα στο καφενείον, στας 7 γύρισα στον λόχον, εκεί έμαθα ότι κατά διαδόσεις ο 3ος λόχος και ο ιδικός μας θα πάμε μέχρι το Γενή-Σεχήρ προς αναγνώρεισιν! Όταν το ήκουσα, κόπηκε το αίμμα μου, Αλάχ! Που λέγη και ο Καλλιγέρης, τι έχομε να τραβήξομε, εάν αληθεύει αυτό.
Αργά, όπου ήλθον οι σαλπιγκταί, εμάθαμε ότι ήκουσαν τον διοικητήν λέγοντα ότι αύριον θα πάνε στρατιώται του 3ου και 2ου λόχου να κόψουνε κάποια δένδρα εις ένα μέρος έξω του χωριού για γυμνάσια, λοιπόν δεν αληθεύη το πρώτον, δηλλαδή η αναγνώρεισις, πρόκειται περί αγγαρίας, όχι μόνον αύριον, αλλά και όλην την εβδομάδα πηγαίνω να βγάζω δένδρα, φθάνη μόνον να μην μας λέγουν Γενή-Σεχήρ, Κιοπρού-Χισάρ, Εσκή-Σεχήρ και τα ρέστα. Δεν θέμε να ακούγομαι αυτά τα συχαμένα ονόματα!! Γιατί μας χαλούν το κέφι!
2/3/1921 Σισσίτιον πατάτες, μετά κατέβηκα κάτω και έκαμα την σωδειάν μου, καπνό, σιγαρόχαρτα, σπίρτα, κτλ. επήρα και μισή οκά τσήπουρο και το ήπιαμε με τον Κώτσον, γενήκαμε τήφλα και οι δύο!!
3/3/1921. Το κεφάλι μου είναι καζάνι! Έχω χάλια! Όπως είμαι να με πιάσουν με μια μασιά και να με πετάξουν κάπου… Ετοιμαζόμεθα… Στας 10 ήρθε ο λοχαγός και μας ενέπλησε ενθουσιασμού με κάμποσα πατριωτικώτατα λόγια!! Εμπρός τα κορόιδα!
7/3/1921 […] από εκεί έμαθα ότι τον διεκόμισαν (σ.σ.τον αδελφό του) εις Μουδανιά και ότι πάσχη από δυσεντερίαν. Πάσχω όμως και εγώ από φοβερή αδεκαρίαν!
8/3/1921. Αύριο φεύγομε, ετοιμάζεται επίθεσις! Επήγα στην πλύστρα και της ήπα να ετοιμάση τα ρούχα μου.



Στον δρόμο είδα τα παιδιά του σχολείου, τα εσχόλασαν, διότι, λέγη, απέθανε ο Πατριάρχης [7]. Δεν επέθαινε καλλίτερα αυτός που διέταξε την επίθεσιν. Τι κρίμμα αλήθεια!
10/3/1921. Περνούμε χωριά, Μπαϊρκιοϊ,κατόπιν το Καπητσιλάρ, το οποίον εκαίετο, μετά το Γιουγούρ-ντερέ, κιαυτό εκαίετο, παρακάτω άλλο χωριό, κιαυτού φωτιά!
11/3/1921. Στας 7 ξεκινούμε, δεξιά μας βαδείζουν τα συντάγματα 27ον και 28ον. Στα πλάγιά μας καίονται έρημα χωριά! Αντίκρυ μας εκαίετο ένα χωριό, από κοντά μας σε λίγο περνούσε το 27ον Σύνταγμα, όλοι οι μεταγογικοί ήσαν φορτομένοι από κόττες, αυγά, τυριά, και ό,τι τέλος πάντων ημπορή να έχη ένα χωριό, πριν καή!
14/3/1921. Αφού διήρκεσε η μάχη ώρας, βλέπωμε τους Τούρκους να το βάζουν στα πόδια, και εμείς όλοι στο πόδι, Αέρα και κυνείγι, φθάνομε τα χαρακώματά των, σκωτομένοι αρκετοί, σφαίρες, όπλα, σακίδια, κουβέρτες, καπνά, γαλέτα και άλλα ήσαν εν αφθονία μέσα στα χαρακώματα και έξω σκορπισμένα. Πιάσαμε και μερικούς αιχμαλώτους. Τραυματίαι του λόχου μας 8, νεκρός κανείς. Όλον το σύνταγμα μαζύ έχει 150 τραυματίας και κάπου 30 νεκρούς! Και έτσι τελείωσε η μάχη του Ακ-Μπουνάρ! Προχορούμε, φθάνομε στο χωριό και στεκόμεθα λίγο, τόσον όσω έφθασε να πλιατσικολογηθή το χωριό καλά και κατόπιν να καή!! Μετά προχορούμε λίγο ακόμη, και φθάνομε εις ένα άλλο χωριό και μένουμε εκεί, μετά μίαν ώραν ήρχισε το χωριό και μας έφεγγε καλά μέχρι το πρωί!!
15/3/1921. Μόλις σκοτίνιαζε, μας εσήκωσαν κάπου 10 με τον ανθυπασπιστήν Οικονόμου, και μας έστειλαν προς ενύσχησιν του δεξιού, πηγέναμε όλο από χαραδρίτσες, Τούρκοι ξαπλομένοι δεξιά και αριστερά, άλλος δίχως χέρι, άλλος δίχως κεφάλι, και πολλά άλλα σχέδια, και τα αίμματα χυμένα επάνω στα χιόνια… Έως ότου να φθάσομε στον προορισμόν μας, εκάμαμε κάπου 3 τέταρτα της ώρας. Με όλην όμως την φρίκην που εσθανόμεθα από τους σκωτομένους, τους πέρναμε την γαλέτα των, διότι ήτο σταρένια και πολύ γλυκειά!!
17/3/1921. Η μάχη εν τη δόξει της. Νεκροί και τραυματίαι αρκετοί. Το σύνταγμα αρεώνεται από τους στρατιώτας τρομακτικά, από επιθετικοί γενήκαμε αμυνόμενοι, τα πράγματα σοβαρεύουν, εσθάνομε τον εαυτό μου όχι καλά, είμαι πλέον εξαντλημένος!
( σ.σ. Ο Χαράλαμπος τραυματίζεται στο χέρι και μεταφέρεται στην Αθήνα όπου και νοσηλεύεται. Έπειτα λαμβάνει άδεια και πηγαίνει στην πατρίδα του την Σμύρνη . Την 5η Ιουνίου 1921 περνάει από επιτροπή που θα αποφασίσει αν μπορεί να πολεμήσει).
Στας 5 του Ιουνίου, ημέραν Δευτέραν, επέρασα από την επιτροπήν η δε αυτού εξοχώτης ο διευθυντής του 1ου Στρατιωτικού Νοσοκομείου Σμύρνης, αντισυνταγματάρχης Κος Πασχάλης, με όλας τας αντιρίσεις των συναδέλφων του της επιτροπής, με έκρινε ικανότατον, διότι, λέγη, τα άλλα δύο δάκτυλα είναι αρκετά όπως εργασθούν το όπλον!
Τώρα με ποιον να τα βάλλη κανείς, με την φύσιν, που μας φόρτοσε ένα σορό δάκτυλα, ενώ είναι άχρηστα κατά τον Κον Πασχάλην διευθυντού του 1ου Στρ.νοσοκομείου Σμύρνης; ή με αυτό το κέρατο που το έχη στραβώση το κομματικόν πάθος και ξεσπά σε όσους έτυχε να κατάγωνται από την Μικρασίαν ή την Κρήτην και τα ρέστα;
1/9/1921. Ο λόχος μας μετονομάζεται 2ος λόχος υποδοχής και διοχετεύσεως ενισχύσεων Τ.Τ. 920 α’! Και η δουλειά μας θα είναι να ετοιμάζομαι σισσίτιον των αποστολών και οικοίματα διά να μένουν την νύκτα.
Μας λέγουν ότι και εμείς οι δεκανείς θα κάμομε αγγαρίας και σκοποί θα φυλλάγομε και οτιδήποτε χρειασθή ανάγγη. Επίσης και οι λοχίαι θα εργάζονται κιαυτοί!! Πολύ καλά ότι θένε θα κάνομε, μόνον να ευρισκόμεθα μερικά χιλιόμετρα μακράν από τον Σαγγάριον. Συνάμα δε μας συστείνουν, έτσι για να ξέρομε, ότι με το παραμικρόν παράπτωμα του κανείς θα αντικαταστήνεται και θα αποστέλλεται στον Σαγγάριον!! Ακρειβώς, όπως μας φοβέριζαν μικρούς με τον μπαμπούλαν, έτσι μας φοβερίζουν τώρα με τον Σαγγάριον!!
8/10/1921. Έχω αρκετάς ημέρας να γράψω τίποται, αλλά και τι να γράψω;


***
Τα περισσότερα από όσα έγραψε ο στρατιώτης Πληζιώτης δεν συνάδουν με το εθνικοπατριωτικό πνεύμα της επίσημης ελληνικής ιστοριογραφίας. Αποτελούν μεγάλη παραφωνία και χαλάνε όλη τη μαγική και πλαστή εικόνα που με υποδειγματική πειθαρχία στήνει τόσα χρόνια το επίσημο ελληνικό κράτος.
Μέσα από αυτή τη μονοσήμαντη και εθνικοποιημένη παρουσίαση των γεγονότων, το ελληνικό κράτος προσπαθεί να αποσείσει από επάνω του τις τεράστιες ευθύνες που έχει για την εξόντωση του ελληνισμού στην Ιωνία (τον παρέδωσε συνειδητά στην σφαγή, απαγορεύοντάς του να διαφύγει και να σωθεί) και να στρέψει τον μέσο ανυποψίαστο έλληνα, όχι στον ηθικό αυτουργό, αλλά στον δράστη[8].
Ο Πληζιώτης δεν είναι ο παλαιοελλαδίτης φαντάρος που δεν του αρέσει να πολεμά για τους Μικρασιάτες (θυμίζω ότι περίπου 90.000 ήταν οι λιποτάκτες), δεν είναι ο κομμουνιστής φαντάρος που εμφορείται από αντιπολεμικά αισθήματα και μποϋκοτάρει συνειδητά τον πόλεμο θεωρώντας τον ως μια επιχείρηση προς εξυπηρέτηση των ιμπεριαλιστικών σχεδίων των άγγλων.
Ο Πληζιώτης είναι ένας έλληνας Μικρασιάτης, που το 1913, μαζί με τον φίλο του Κώστα Σώτο, φεύγει κρυφά από το σπίτι του για να πάει να πολεμήσει στους βαλκανικούς πολέμους. Ζει τον πόλεμο, τον παραλογισμό του στρατού και των εντολών των ανωτέρων του.
Εκτελεί παρ’όλα αυτά τις διαταγές, πολεμά, τραυματίζεται, υποφέρει και υπομένει τα δεινά του πολέμου.
Το ημερολόγιο του Πληζιώτη είναι (για να παραφράσσω τον Καρυωτάκη[9]) το παιδάκι που γκρεμίζει το κάστρο που χτίζουν στην άμμο αυτοί που βλέπουν την ιστορία ως μια ευκαιρία για να φανατίσουν τον πολίτη και να τον κάνουν πιο εύκολα υποχείριό τους, δείχνοντας απέναντι τον μπαμπούλα που καραδοκεί…

doctor
________________________________________________
[1] Μαθητικό τετράδιο, 0,15 Χ 0,20, γραμμένο με μολύβι (μελανί). Κάθε σελίδα περιέχει 19-21 αράδες και είναι πυκνογραμμένη με πολύ λεπτά πλάγια γράμματα. Σύνολο σελίδων 196. Λευκές σελίδες 159-167, 196. Το ημερολόγιο καλύπτει τις σελίδες 1-158, και οι υπόλοιπες σελίδες 168-195 καλύπτονται από τραγούδια της εποχής. Το χειρόγραφο δακτυλογραφήθηκε από τη Μαρία Ασβέστη και βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών με αριθμό κατάταξης Α/Α 477, Μ.Ασία,Γεν.12. Η πολύ ωραία εισαγωγή του βιβλίου (μέρη της οποίας αναδημοσιεύω στο παρόν θέμα) έχει γίνει από την Ματούλα Ρίζου-Κουρουπού.
Πληροφορίες για το βιβλίο: http://www.perizitito.gr/authors.php?authorid=32689
[2] Από μια φράση που έχει γραφτεί δύο μέρες νωρίτερα, σε συνδυασμό με την όλο και αραιότερη τήρηση του ημερολογίου, θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι ο Χαράλαμπος έχασε πια το ενδιαφέρον του, κουράστηκε ή βαρέθηκε: «έχω αρκετάς ημέρας να γράψω τίποτε, αλλά και τι να γράψω;» (8.10.1921).
[3] Ο πατέρας του, Δημήτρης, είναι καπετάνιος, κατάγεται από την Άνδρο, η μητέρα του, Σοφία, είναι γέννημα θρέμμα Σμυρνιά. Ο Χαράλαμπος έχει 4 αδερφούς και 4 αδερφές.
[4] Από το αρχείο προφορικής παράδοσης (Βιθυνία, φάκ.97, μαρτυρία του Θωμά Αναστασιάδη στον Ερμόλαο Ανδρεάδη: «Στις 14/8/1920 […] οι τσέτες μάζεψαν όλον τον ελληνικό πληθυσμό της Νίκαιας, 87 οικογένειες, και τον οδήγησαν έξω από το Λέφκε καπουσού, ανατολικά, στ’αμπέλια. Εκεί έσφαξαν όλους τους Έλληνες με γερμανικές ξιφολόγχες. Τα πτώματα τα πέταξαν στη σπηλιά και τα έκαψαν. Δεν σεβάστηκαν και τον Οίκο του Θεού, έκαναν ρημαδιό την εκκλησία. Βίασαν γυναίκες στην Αγία Τράπεζα. Είκοσι μέρες μετά τη σφαγή μπήκε ο ελληνικός στρατός, έμεινε 3 μέρες κι έφυγε. Δεν εφάρμοσε αντίποινα στους ντόπιους Τούρκους, που δεν έφταιγαν σε τίποτε».
[5] Οι εκλογές τις
1 Νοεμβρίου 1920, έγιναν ανάμεσα σε δύο παρατάξεις για πρώτη φορά στην Ελληνική κοινοβουλευτική ιστορία. Το ένα ήταν το κυβερνών Κόμμα των Φιλελευθέρων και το άλλο η Ηνωμένη Αντιπολίτευσις, η οποία ήταν η ένωση όλων των υπολοίπων κομμάτων (Κόμμα Εθνικοφρόνων, Συντηρητικό Κόμμα, Μεταρρυθμιστικό Κόμμα, Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα, κ.α. μικρότερα). Σε αυτές τις εκλογές ψήφισαν για πρώτη και τελευταία φορά η μόλις απελευθερωμένη Ανατολική Θράκη. Κυβέρνηση σχηματίζει ο Δημήτριος Ράλλης και στις 24 Ιανουαρίου 1921 ο Ν. Καλογερόπουλος ενω στο Μικρασιατικό μέτωπο φαίνονται τα πρώτα σύννεφα. Στις 26 Μαρτίου 1921 ο Δ. Γούναρης και μετά στις 22 Μαρτίου ο Π. Πρωτοπαπαδάκης. Τον Αύγουστο επέρχεται η Μικρασιατική Καταστροφή. Μετά έχουμε κυβερνήσεις των Ν. Τριανταφυλάκου και Στ.Γονατά (πηγή: wikipedia).
[6] Το δημοψήφισμα διενεργήθηκε από την κυβέρνηση Δ. Ράλλη στις 22 Νοεμβρίου (παλ. ημερ) / 5 Δεκεμβρίου 1920. Στο δημοψήφισμα δεν πήραν μέρος οι Φιλελεύθεροι. Στις 6 Δεκεμβρίου (παλ. ημερ) / 19 Δεκεμβρίου ξαναγύρισε ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος Α'.
[7] Ο Δωρόθεος Προύσσης, τοποτηρητής του οικουμενικού πατριαρχείου 1918-1921. Πέθανε στο Λονδίνο στις 6 Μαρτίου 1921.
[8] Γράφει ο πρίγκηπας Ανδρέας προς τον Ι.Μεταξά (Σμύρνη, 19.12.21):«Απαίσιοι πραγματικώς είναι οι εδώ Έλληνες, εκτός ελαχίστων.Θα άξιζε πράγματι να παραδώσωμεν την Σμύρνην εις τον Κεμάλ διά να τους πετσοκόψει όλους αυτούς τους αχρείους, οι οποίοι φέρονται ούτω κατόπιν του φοβερού αίματος όπερ εχύσαμεν εδώ.Αίματος της Παλαιάς Ελλάδος δε, διότι όλα τα παιδιά των οπωσδήποτε καλυτέρων οικογενειών των ενταύθα υπηρετούν εις την Σμύρνην και τα μετώπισθεν, αλλοίμονον δε αν εν οιονδήποτε τμήμα ευρεθή σχηματισμένον μόνον από Μικρασιάτας και ενώπιον του εχθρού! [10].Στην ίδια επιστολή, γράφει ο πρίγκηπας Ανδρέας:«Πρέπει να γίνη κάτι το ταχύτερον δια ν’απαλλαχθώμεν του εφιάλτου της Μικράς Ασίας.Δεν γνωρίζω τι πρέπει να γίνη, πρέπει όμως να παύσωμεν μπλοφάροντες και ν’αντιμετωπίσωμεν την κατάστασιν οία πραγματικώς είναι.Διότι επιτέλους τι είναι καλύτερον;Να πέσωμεν εις την θάλασσαν ή να φύγωμεν προ του λουτρού;» [«Η κατάσταση του ελληνικού στρατού τον χειμώνα του 1921-1922. Επιστολή του πρίγκιπα Ανδρέα στον Ιωάννη Μεταξά (Σμύρνη, 19/12/1921)», όπως παρατίθεται από τον Γ.Μαργαρίτη, καθηγητή νεότερης και σύγχρονης ιστορίας στο ΑΠΘ, «Η ιστορία των ελλήνων», ΔΟΜΗ, τ.12, σ.185].
Βλ.περισσότερα σε προηγούμενο θέμα:
[9] Κ. Καρυωτάκης, "ΦΘΟΡΑ"
"Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων,
και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χρόνος με το πόδι". ("Ελεγεία και σάτιρες") http://www.papaki.panteion.gr/teuxos2/_private/kariotakis/karyoindex.htm