Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β' Παγκόσμιος Πόλεμος/28η Οκτωβρίου/Εθνική Αντίσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β' Παγκόσμιος Πόλεμος/28η Οκτωβρίου/Εθνική Αντίσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008

28η Οκτωβρίου 1940



28η Οκτωβρίου 1940. Μια μεγάλη ημέρα για την Ελλάδα και την ιστορία της, που γράφτηκε στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου. Αποφεύγοντας τις υπερβολές, τις υπερμεγεθύνσεις, τους εξωραϊσμούς και τις υπεραπλουστεύσεις που ακούγονται πάντα αυτές τις ημέρες, θα προσπαθήσουμε να φωτίσουμε μερικές πτυχές αυτής της σύγκρουσης:

1)Οι συσχετισμοί δυνάμεων.

Ο ιταλικός στρατός διέθετε στις 28 Οκτωβρίου 140.000 στρατιώτες σε όλη την Αλβανία, αριθμός που περιελάμβανε τους συνοριοφύλακες, τις δυνάμεις δημόσιας τάξης και τα εξαιρετικά αναξιόπιστα σώματα των Αλβανών εθελοντών.
Από αυτούς οι 100.000 μπορούσαν να θεωρηθούν στρατεύματα πρώτης γραμμής και από αυτά το μεγαλύτερο μέρος (εκτός από δύο μεραρχίες που κάλυπταν τα σύνορα προς την Γιουγκοσλαβία) ήταν παρατεταγμένοι στα ελληνικά σύνορα.
Οι Έλληνες αν και είχαν μόνο 35.000 άνδρες στα σύνορα, με τρόπο ώστε να μην θεωρηθεί πρόκληση η υπερβολική συγκέντρωση δυνάμεων εκεί, είχαν ήδη επιστρατεύσει περισσότερους από 80.000 στρατιώτες και πολύ γρήγορα (σε 15-20 ημέρες) μπορούσαν να παρατάξουν έναν στρατό 300 με 400.000 ανδρών.
Τα ιταλικά στρατεύματα ήταν, στο ξεκίνημα των επιχειρήσεων, ισχυρότερα στους τομείς της Ηπείρου και της Πίνδου (σύμφωνα με το Γ.Ε.Σ. υπήρχαν εκεί 22 τάγματα, 61 πυροβολαρχίες κα 2,5 συντάγματα ιππικού των ιταλών έναντι 15 ταγμάτων και 16,5 πυροβολαρχιών των Ελλήνων), υποδεέστερα δε στον τομέα της Κορυτσάς, στο μέτωπο της δυτικής Μακεδονίας (όπου είχαν μόνο 17 τάγματα έναντι 22 ελληνικών σύμφωνα με στοιχεία της ελληνικής Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού του Γ.Ε.Σ.).
Η αδυναμία των εισβολέων στον τελευταίο τομέα όπου οι Έλληνες ενισχύθηκαν ακόμα περισσότερο στις πρώτες ημέρες των επιχειρήσεων, έκρινε και την έκβαση του πολέμου καθώς η εκεί ελληνική αντεπίθεση απείλησε με κύκλωση όχι μόνο τη μεραρχία «Τζούλια» αλλά και ολόκληρο τον ιταλικό στρατό που είχε εμπλακεί στον τομέα της Ηπείρου (όπου και είχε σημαντικά προελάσει).
Από τα μέσα Νοεμβρίου η ελληνική αριθμητική υπεροχή έγινε προφανής σε όλους τους τομείς του μετώπου καθώς ολοκληρώθηκε η επιστράτευση και πιστοποιήθηκε η μη επέμβαση της Βουλγαρίας.
Οι Ιταλοί, που είχαν να ξεπεράσουν το εμπόδιο της μικρής ικανότητας φορτοεκφόρτωσης των λιμανιών της Αλβανίας (3.500 τόνοι την ημέρα έναντι αναγκών που υπερέβαιναν τους 10.000 τόνους), ισοφάρισαν αριθμητικά τους Έλληνες τον Ιανουάριο του 1941 και απέκτησαν σαφή υπεροχή τον Μάρτιο.
Στη διάρκεια της μεγάλης «Εαρινής επίθεσης» των Ιταλών, ο ιταλικός στρατός στην Αλβανία είχε πλέον υπερβεί τους 550.000 άνδρες έναντι 300.000 Ελλήνων στρατιωτών [1].



2) Το αξιόμαχο του ιταλικού στρατού.

Υπήρχε διάχυτη η αίσθηση ότι η Ιταλία ως αντίπαλος ήταν στα μέτρα των ελληνικών όπλων [2] και ότι η αναμέτρηση μαζί της θα μπορούσε να είναι νικηφόρα.
Η Γερμανία τρόμαζε, η υπερφίαλη Ιταλία μάλλον το γέλιο προκαλούσε. Δεν ήταν μόνο ο τρόπος της ύαινας με τον οποίο το φασιστικό καθεστώς έτρεξε να προλάβει τον πόλεμο στη Γαλλία, όταν πλέον βεβαιώθηκε ότι αυτός είχε τελεσίδικα κριθεί.
Οι νίκες των ιταλικών όπλων στα χρόνια του ’30 ελάχιστους έπειθαν.
Στην Αβυσσηνία χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουν δηλητηριώδη αέρια, χλώριο, για να νικήσουν έναν στρατό ιθαγενών.
Στον ισπανικό εμφύλιο, οι ιταλοί εθελοντές του φασισμού πέτυχαν, παρά τον μεγάλο αριθμό τους, πολύ λιγότερα από ό,τι λόγου χάρη οι Μαροκινοί μισθοφόροι του Φράνκο.
Ο Χίτλερ αντιμετώπιζε τους Ιταλούς με συγκατάβαση, δύσκολα κρύβονταν αυτό στους λόγους και στις εικόνες, οι δε θεωρητικοί του ναζισμού, ελάχιστα αναβάθμιζαν την εικόνα των ιταλών και της Ιταλίας.
Τους ταξινομούσαν στην ράθυμη, παρηκμασμένη Μεσόγειο, και μετά βίας τους έδιναν θέση ανθρώπων στην ρατσιστική ταξινόμηση του κόσμου [3].
Όσο για το ιταλικό σχέδιο επίθεσης μάλλον αντικατόπτριζε την αλλοπρόσαλλη πολιτική της ιταλικής ηγεσίας όπου επέβαλε ένα σχέδιο ριψοκίνδυνο, περίπου τυχοδιωκτικό, που σήμερα δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς την ικανότητα ανάλυσης και εκτίμησης της πραγματικότητας από την τότε ιταλική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία [4].
Στα «Πρακτικά της συνεδρίασης του Ανώτατου Πολεμικού Συμβουλίου της Ιταλίας» στο Παλάτσο Βενέτσια στην Ρώμη, που έγινε στις 15 Οκτωβρίου 1940 διαβάζουμε:

"Τζακομόνι [5]:Ποια είναι όμως η κατάστασις εις την Ελλάδα;
Μουσολίνι: Αυτό ακριβώς μας ενδιαφέρει. […]
Τζακομόνι: Πληροφορίαι κατασκόπων μας ληφθείσαι προ διμήνου φέρουν τους Έλληνας ως μη δυναμένους να προβάλλουν αξιόλογον αντίστασιν. […] Φαίνεται πως οι Έλληνες έχουν χάσει το ηθικό των.
Πράσκα [6]: Η εκστρατεία αυτή εμφανίζεται προ ημών υπό τους καλύτερους οιωνούς.

Η γεωγραφική θέσις και μορφή της Ηπείρου δεν ευνοεί την δυνατότητα επεμβάσεως εις τον αγώνα μεγάλων ελληνικών δυνάμεων. Διότι από την μίαν πλευράν υπάρχει θάλασσα και από την άλλην απροσπέλαστοι οροσειραί.
Η διασπορά αυτή των ελληνικών δυνάμεων –που υπολογίζεται ότι δεν υπερβαίνουν τους 30.000 άνδρας- θα μας επιτρέψη να καταλάβωμεν συντόμως την Ήπειρον εις χρονικόν διάστημα 10-15 ημερών.
Μουσολίνι: Γνωρίζετε ποίον είναι το ηθικόν των Ελλήνων στρατιωτών;
Πράσκα: Δεν θα πολεμήσουν με ευχαρίστησιν"
[7].



3) Η σημασία της ελληνικής νίκης στην έκβαση του πολέμου.

Η ελληνική νίκη αναμφίβολα ανύψωσε το ηθικό της δημοκρατικής Ευρώπης και αποτέλεσε μια ένεση ηθικού και χαράς. Άλλαξε την ψυχολογία της κοινής γνώμης στην Ευρώπη, όμως οι γνώστες της ιταλικής πολεμικής επιχειρησιακής δυνατότητας ήξεραν ότι η ήττα της Ιταλίας ήταν φυσιολογική, μόνο που ο απαράμιλλος ηρωισμός και πατριωτισμός των Ελλήνων την έκαναν να φαίνεται ως το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου. Σχετικά τώρα με τις πραγματικές επιπτώσεις της ελληνικής νίκης, οι απόψεις, φυσιολογικά και αναπόφευκτα, διίστανται.
Ο Χίτλερ, σε συνομιλία του με την Leni Riefenstahl είπε με πικρία: "εάν οι ιταλοί δεν είχαν επιτεθεί στην Ελλάδα και δεν χρειάζονταν τη βοήθειά μας, ο πόλεμος θα είχε πάρει διαφορετική τροπή. Θα είχαμε αποφύγει το ρωσικό χειμώνα κατά αρκετές εβδομάδες και θα είχαμε καταλάβει το Λένινκγραντ και τη Μόσχα.
Δεν θα υπήρχε Μάχη του Στάλινγκραντ "[8].
Άλλοι ιστορικοί, όπως ο Antony Beevor, υποστηρίζουν ότι δεν καθυστέρησε η ελληνική αντίσταση την επίθεση του Άξονα στη Σοβιετική Ένωση, αλλά η αργή κατασκευή αεροδρομίων στην Ανατολική Ευρώπη [9].
O Γ.Μαργαρίτης, Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ, γράφει:
"Έχει συχνά τονιστεί η σημασία της ελληνικής επιτυχίας στο αλβανικό μέτωπο για την έκβαση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Θα ήμασταν πιο κοντά στην πραγματικότητα αν περιορίζαμε το κεφάλαιο αυτό στις πραγματικές του διαστάσεις.
Επρόκειτο για δευτερεύουσα σε τελευταία ανάλυση σύγκρουση –ως προς τις γενικότερες εξελίξεις του πολέμου- σε μια περιοχή με ιδιαίτερα περιορισμένη εκείνον τον καιρό στρατηγική σημασία" [10].



Αν θέλουμε να καταδειχθεί σε γενική κλίμακα το μέγεθος του ελληνοϊταλικού πολέμου εν συγκρίσει με το γενικό θέατρο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο αριθμός των 13.325 ελλήνων νεκρών που κατεγράφησαν επίσημα από το Γ.Ε.Σ. [11] και αφορά όλα τα μέτωπα των πολέμων στα έτη 1940-1941 (εκτός της μάχης της Κρήτης) ωχριά μπροστά στις εκατόμβες των εκατομμυρίων νεκρών κατά την τιτάνια σύγκρουση της ναζιστικής Γερμανίας με την Σοβιετική Ένωση.
Πληροφοριακά αναφέρω ότι κατά τον ελληνογερμανικό πόλεμο, τις μεγαλύτερες απώλειες τις είχαν οι Βρετανοί (11.840) ενώ οι Γερμανοί είχαν 1.100 [12].
Όσον δε αφορά την μετέπειτα Εθνική Αντίσταση και το πόσο αυτή επηρέασε την τελική έκβαση του πολέμου, ο κ.Μαργαρίτης, ένας αριστερός ιστορικός, είναι ειλικρινής και ξεκάθαρος:
«Στην τελική έκβαση του πολέμου, το ειδικό βάρος της ελληνικής Αντίστασης, του ΕΛΑΣ, ελάχιστα καθοριστικό ήταν.
Σε έναν πόλεμο όπου, στην ευρωπαϊκή εκδοχή του, πήραν μέρος 80.000.000 πολεμιστές- στα πέντε χρόνια διάρκειάς του- οι 150.000 που υπηρέτησαν συνολικά –όχι όλοι την ίδια περίοδο- στις γραμμές του ΕΛΑΣ, ελάχιστη σημασία είχαν» [13].



4) Ελληνική ιστοριογραφία και (αυτο)λογοκρισία.

Τέλος, όσον αφορά την κατάρρευση του ελληνικού στρατού έπειτα από την ήττα του από τον γερμανικό στρατό, το κύμα λιποταξίας και αναρχίας που ακολούθησε, το φετιχιστικό δόγμα του ελληνικού στρατιωτικού επιτελείου να μην δοθεί ούτε μια σπιθαμή γης στους Ιταλούς την ώρα που έπρεπε να φύγουν οι ελληνικές δυνάμεις από την Πίνδο και να μεταβούν στο ελληνογερμανικό Μέτωπο (αντ’αυτού μόνο 6 από τις 21 ελληνικές μεραρχίες αντιμετώπισαν τους γερμανούς, με τις υπόλοιπες να χαραμίζονται στην Πίνδο για να κρατήσουν τα όσα κέρδισαν από τους Ιταλούς), την ρεαλιστική και επιβεβλημένη πράξη συνθηκολόγησης της στρατιωτικής ηγεσίας με τους Γερμανούς [14], για την επίσημη ελληνική ιστοριογραφία ίσχυσε η αυτολογοκρισία (unremembering) για την οποία γράφει ο Α.Λιάκος, Καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών:
«[…] από τη λογοκρισία της μνήμης υπάρχουν σιωπές εξαιτίας λογοκρισίας και αυτολογοκρισίας της μνήμης, σιωπές εξαιτίας της επιλεκτικότητάς της, σιωπές για εμπειρίες που είναι τόσο τραυματικές ώστε δεν μπορούν να αφηγηματοποιηθούν και να ειπωθούν, δομικές σιωπές εξαιτίας του τρόπου που συγκροτούνται το αρχείο και η εξιστόρηση, σιωπές ντροπής, σιωπές ενοχής, μελαγχολικές σιωπές, σιωπές για πράγματα που θυμόμαστε ή για πράγματα που ξεχάσαμε»[15].

Αντί επιλόγου, ένα μικρό απόσπασμα από την "πορεία προς το Μέτωπο", από το "Άξιον εστί" του Οδ.Ελύτη:

"[...] Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί.
Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.
Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα".

doctor

_____________________________________________

[1] «Η Ιστορία των Ελλήνων», εκδ.ΔΟΜΗ, 13ος τόμος, σσ.53-4. Τα στοιχεία παρατίθενται από τον κ.Γιώργο Μαργαρίτη, Καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ και έχουν ως κύρια πηγή την «Επίτομη Ιστορία του ελληνοϊταλικού και ελληνογερμανικού πολέμου,1940-1941» του Γενικού Επιτελίου Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (Γ.Ε.Σ./Δ.Ι.Σ.).
[2] Η Ελλάδα ήταν καλά πληροφορημένη από την βρετανική κατασκοπεία για το αξιόμαχο του ιταλικού στρατού, για την επιχειρησιακή του ικανότητα αλλά και για τις κινήσεις του. Ο ιταλός ιστορικός Renzo de Felice αναφέρει: «Η στρατιωτική υπεροχή (αριθμητική και τεχνική) ήταν πάντοτε, τους πρώτους μήνες του πολέμου με την πλευρά των Ελλήνων. Οι Έλληνες ήταν πολύ καλά πληροφορημένοι (από την βρετανική κατασκοπεία) για τις ιταλικές προθέσεις […] (De Felice, Renzo “Musolini l’Alleato: Italia in Guerra 1940-1943,σ.87-8).
[3] Δομή, ο.π. σ.44.
[4] Δομή, ο.π. σ.31.
[5] Ιταλός «Αντιβασιλέας της Αλβανίας» και ανώτατος Διοικητής των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβανία.
[6] Στρατηγός, επικεφαλής των ιταλικών δυνάμεων στο ελληνικό μέτωπο.
[7] «Πρακτικά της συνεδρίασης του Ανώτατου Πολεμικού Συμβουλίου της Ιταλίας» στο Παλάτσο Βενέτσια στην Ρώμη, που έγινε στις 15 Οκτωβρίου 1940, όπως παρατίθενται από τον Δ.Κόκκινο, «Οι δύο πόλεμοι», 1940-41, τόμος Β’, σσ.154-6.
[8] Leni Riefenstahl, “A Memoir” (Picador New York, USA, 1987), σ.295. Πηγή:Wikipedia.
[9] Beevor Antony, “Crete:The Battle and the Resistance” (New York,2002), σ.230. Πηγή: Wikipedia.
[10] Δομή, ο.π. σ.35.
[11] Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, «Η Υγειονομική Υπηρεσία του Στρατού κατά τον πόλεμο 1940-1941», Αθήνα, 1983. Φονευθέντες αξιωματικοί και οπλίτες: 13.325. Εξαφανισθέντες: 1.248. Τραυματίες: 62.663. Αιχμάλωτοι πολέμου:2.364. Στην μάχη της Κρήτης οι απώλειες των υπερασπιστών ανήλθαν σε 4-5.000 νεκρούς από τους οποίους οι 2.000 ήταν ναύτες του Βρετανικού ναυτικού, 1.800 στρατιώτες των αυτοκρατορικών στρατευμάτων και πολλοί έλληνες, στρατιώτες και πολίτες. Η πλευρά των επιτιθέμενων έχασε 5-6.000 στρατιώτες εκ των οποίων 4.750 αλεξιπτωτιστές, σώμα επίλεκτο που έως τότε είχε πετύχει σημαντικά κατορθώματα με μικρό κόστος.
[12] Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού των Η.Π.Α., «Η εκστρατεία των Γερμανών στα Βαλκάνια. Άνοιξη 1941» (συντάχθηκε με βάση γερμανικές πηγές), Αθήνα, Εκάτη, 1996, σ.165.
[13] Γ.Μαργαρίτη, «Η Εθνική Αντίσταση», Δομή, ο.π. σ.376.
[14] Η επίσημη ελληνική ιστοριογραφία έχει δαιμονοποιήσει την συνθηκολόγηση της στρατιωτικής ηγεσίας με τους Γερμανούς. Σχετικά με αυτό διαβάζουμε στο «Ελλάς η σύγχρονη συνέχεια» των Θ.Βερέμη-Γ.Κολιόπουλου:

«η ελληνική άμυνα στα οχυρά της ανατολικής Μακεδονίας κάμφθηκε ύστερα από γενναία αντίσταση. Σύντομα επίσης κάμφθηκε η αντίσταση των βρετανικών και ελληνικών δυνάμεων στην κεντρική Μακεδονία, με συνέπεια να ανοίξουν τα περάσματα και οι δρόμοι που οδηγούν προς την Αθήνα και την Ήπειρο, όπου έμελλε να παιχτεί η τελευταία πράξη ενός πολιτικού δράματος.
Αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο να συλληφθεί αιχμάλωτος ο στρατός του αλβανικού μετώπου μετά τη διάσπαση της άμυνας στη Μακεδονία, οι στρατιωτικοί ηγέτες του έκαναν έκκληση στην κυβέρνηση να αναλάβει την ευθύνη της συνθηκολόγησης με τους Γερμανούς και να σώσει την τιμή του στρατού.
Η έκκληση αυτή ήταν ουσιαστικά απειλή ότι την ευθύνη της συνθηκολόγησης θα αναλάμβανε η στρατιωτική ηγεσία του μετώπου, εάν δεν την αναλάμβανε η κυβέρνηση.
Δεδομένου δε ότι η ελληνική κυβέρνηση ήταν αποφασισμένη να μην αναλάβει αυτή την ευθύνη για να μην ατιμάσει την Ελλάδα, αφού στη χώρα μάχονταν βρετανικά στρατεύματα, η έκκληση αποτελούσε ταυτόχρονα προειδοποίηση της στρατιωτικής ηγεσίας για την ενέργεια στην οποία σκόπευε να προβεί, απαλλάσσοντας την κυβέρνηση από την ευθύνη της ενέργειας.
Η έκκληση της στρατιωτικής ηγεσίας του Αλβανικού Μετώπου ωστόσο έκρυβε μια οδυνηρή πραγματικότητα, την προοδευτική διάλυση των μονάδων του μετώπου εξαιτίας της ακατάσχετης διαρροής ανδρών και της αδυναμίας των διοικητών τους να τη συγκρατήσουν.
Ο κίνδυνος να εξανεμιστούν οι μονάδες του μετώπου εξαιτίας της παράτασης της αβεβαιότητας, καθώς και ο κίνδυνος να βρεθούν οι ελληνικές δυνάμεις σε μειονεκτική θέση έναντι των Ιταλών πριν να φτάσουν στην Ήπειρο τα γερμανικά στρατεύματα εξηγούν αυτή την έκκληση της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας του μετώπου προς την κυβέρνηση της χώρας να αναλάβει επειγόντως την ευθύνη της συνθηκολόγησης με τους Γερμανούς.
Η απάντηση της κυβέρνησης στην έκκληση των στρατιωτικών, ότι δηλαδή ήταν αδύνατον να αναλάβει η ίδια την ευθύνη, εμμέσως αποδέσμευε τη στρατιωτική ηγεσία του μετώπου να σηκώσει αυτή τον σταυρό του μαρτυρίου, για να μην διαταραχτούν οι σχέσεις της χώρας με τη Βρετανία και διακυβευτούν με αυτό τον τρόπο ύψιστα εθνικά συμφέροντα (σ.393-4. Πηγή: .John Koliopoulos, Greece and the British Connection, 1935-1941, σ.263).
[15] Αντ.Λιάκος, «Πως το παρελθόν γίνεται ιστορία», σσ. 274-5.

[16] Οδυσσέας Ελύτης, “Η πορεία προς το μέτωπο”, “Το Άξιον Εστί”, 1959

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2008

Η φιέστα της Μακρονήσου


Μακρόνησος

Σήμερα θα διαβάσουμε μια επιστολή ενός πρώην κομμουνιστή, του Τάκη Λαζαρίδη προς την Ελευθεροτυπία και την απάντηση του Μίκη Θεοδωράκη, σχετικά με τις συναυλίες που έγιναν στην Μακρόνησο πριν λίγα χρόνια [1].
Εκεί θα δείτε ότι η πολιτική σκέψη του Θεοδωράκη διακατέχεται από μια μεταφυσική θεολογία καθαγίασης των όσων πιστεύει.
Απλοϊκή σκέψη, επιφανειακή, εξόχως λαϊκίστικη.
Βέβαια και ο Λαζαρίδης περνώντας στην άλλη όχθη έγινε σφοδρός πολέμιος του κομμουνισμού και εν πολλοίς βρέθηκε σε μια σχιζοφρενική σχέση με το παρελθόν, νιώθοντας ότι έχασε πολλά χρόνια από την ζωή του άνευ λόγου και αιτίας.
Έκτοτε εξαπέλυσε έναν αγώνα εναντίον του κομμουνισμού, που τουλάχιστον από την δεκαετία του 1990 και μετά είναι παρωχημένος και άνευ νοήματος, αφού η Ε.Σ.Σ.Δ. είναι παρελθόν.
Μάλιστα έστειλε και επιστολή στον κ.Καραμανλή επειδή μίλησε κολακευτικά για τον Χαρίλαο Φλωράκη [2].

Που βρίσκεται η αλήθεια;
Ποιος από τους δύο είναι πιο κοντά σε αυτήν;
Πόσο αντικειμενικές μπορούν να είναι οι κρίσεις όταν ο φέρων αυτές διακατέχεται από ιδεολογικό φανατισμό;

Νομίζω ότι η ειλικρίνεια και η ευθυκρισία του Γρηγόρη Φαράκου τα λέει όλα, αποδομώντας την θεολογικής-μεταφυσικής προέλευσης αποκοτιά των κομμουνιστών να υπομένουν -όπως οι πρώτοι χριστιανοί στις αρένες ή όπως οι εβραίοι στο Άουσβιτς- τα μύρια όσα και να μην υπογράφουν την δήλωση για να ελευθερωθούν.
Από το βιβλίο «Μαρτυρίες Για Τον Εμφύλιο Και την Ελλ. Αριστερά»:

"Θα μπορούσαν να υπογράψουν μια δήλωση ότι αποκηρύσσουν τον κομμουνισμό και να σωθούν.
Και όμως οι περισσότεροι δεν το έκαναν.
Μπορούσες να κάνεις μια δήλωση συνειδητά, για να ξεφύγεις από τον αντίπαλο,στο κάτω κάτω συμφέρον είναι του κομμουνιστικού κινήματος να ξεφύγεις από τον αντίπαλο, και να μπορέσεις να συνεχίσεις τον αγώνα σου.
Όμως στην Ελλάδα επικράτησε αυτή η παράδοση, το στίγμα του δηλωσία, που τελικά απέβη ολέθρια για το κομμουνιστικό κίνημα" (Γρηγόριος Φαράκος) [3].

Ορίστε οι δύο επιστολές:

Τάκης Λαζαρίδης - Συλλυπητήρια για τη φιέστα στη Μακρόνησο

Ο κ. Τάκης Λαζαρίδης, Λαρύμνης 7, Αθήνα, απευθύνει μέσω της «Κ.Ε.» την παρακάτω ανοιχτή επιστολή προς τον Μίκη Θεοδωράκη:

«Αγαπητέ Μίκη,

Προς αποφυγήν τυχόν παρεξηγήσεων, είμαι υποχρεωμένος ευθύς εξαρχής να δηλώσω την ταυτότητά μου.
Είμαι παλιός συναγωνιστής σου στους αγώνες για «λαϊκή δημοκρατία», «ειρήνη» και «σοσιαλισμό».
Καταδικασμένος σε θάνατο μαζί με τον Μπελογιάννη και εν συνεχεία τρόφιμος, επί δεκαπενταετία, των εγκληματικών φυλακών της χώρας.
Ο πατέρας μου, ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, Γραμματέας του Εργατικού ΕΑΜ στην Κατοχή, καταδικάστηκε για την αντιστασιακή του δράση σε θάνατο από γερμανικό στρατοδικείο και εκτελέστηκε το Μάη του '43.
Και η μητέρα μου καταδικάστηκε για την αντιστασιακή της δράση σε ισόβια δεσμά από βουλγαρικό στρατοδικείο και στη διάρκεια του Εμφυλίου πέρασε και αυτή από τη Μακρόνησο...
Στη φυλακή, Μίκη, είχα το χρόνο να διαβάσω αρκετά, να σκεφτώ πολλά και να καταλάβω περισσότερα.
Και μετά τη φυλακή, διαπιστώνοντας τη σκληρή πραγματικότητα στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», βλέποντας τις αλλεπάλληλες λαϊκές εξεγέρσεις στις χώρες αυτές και τις ισάριθμες επεμβάσεις των σοβιετικών τανκς στους δρόμους της Βουδαπέστης, του Βερολίνου και της Πράγας, κατάλαβα τη φοβερή αλήθεια.
Ενώ νομίζαμε ότι πολεμούσαμε για τα ανώτερα ιδανικά της «ελευθερίας», της «δημοκρατίας» και του «σοσιαλισμού», στην πραγματικότητα πολεμούσαμε και θυσιαζόμασταν για την επιβολή της στυγνής δικτατορίας των Ζαχαριάδη - Ιωαννίδη, για τη μετατροπή της πατρίδας μας σε σοβιετικό προτεκτοράτο. Δεν μπορώ λοιπόν, Μίκη, να σε συγχαρώ για τη φιέστα στη Μακρόνησο.
Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σου απευθύνω ειλικρινή συλλυπητήρια. Γιατί ενώ η πατρίδα μας έχει ζωτική ανάγκη από εθνική ενότητα και ομοψυχία, εσύ και όσοι συνεργάστηκαν μαζί σου, επιμένετε να ξύνετε πληγές, επιμένετε να βρικολακιάζετε ένα παρελθόν για το οποίο μόνο ντροπή μπορούμε να νιώθουμε.
Πασχίζετε, για λόγους ευτελούς κομματικής σκοπιμότητας, να διαιωνίσετε ανύπαρκτες, πλέον, «διαχωριστικές γραμμές».
Είναι, πράγματι, πρωτοφανείς οι αγριότητες που διέπραξαν οι αντίπαλοί μας στη Μακρόνησο.
Ομως οι αγριότητες, Μίκη, είναι νόμος του Εμφυλίου. Και σε αγριότητες δεν υστερήσαμε κι εμείς. Ας θυμηθούμε την Ελένη Γκατζογιάννη και τις άλλες μαρτυρικές μανάδες της Ηπείρου. Ας θυμηθούμε τον Χρήστο Λαδά.
Κι ας μην ξεχνάμε τις βιαίως στρατολογημένες ανήλικες χωριατοπούλες που με το ζόρι βάζαμε να πολεμήσουν, με το ζόρι να σκοτώσουν και να σκοτωθούν!
Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι ποιος ευθύνεται για τις αγριότητες του Εμφυλίου αλλά ποιος ευθύνεται για τον ίδιο τον Εμφύλιο και συνεπώς και για τις αγριότητές του.
Και οι μεγάλοι ένοχοι, Μίκη, είμαστε εμείς. Αυτή είναι η οριστική και τελεσίδικη κρίση της Ιστορίας.
Και την κρίση αυτή έρχεται να επικυρώσει με τον πιο έγκυρο και αδιαμφισβήτητο τρόπο ο ίδιος ο «μεγάλος αρχηγός», ο Νίκος Ζαχαριάδης.Στο «Χρονικό» του, που άρχισε να γράφει την Πρωτομαγιά του 1966 (βλ. «ΤΟ ΒΗΜΑ» 17-8-2003), χαρακτηρίζει «κάλπικη» την άποψη ότι το ελληνικό αριστερό κίνημα παρασύρθηκε στον ένοπλο αγώνα από τους Αγγλους.
Και απερίφραστα δηλώνει: «Στην πραγματικότητα, οι Αγγλοι θέλαν να μας παρασύρουν στις δικές τους εκλογές για να επικυρώσουν έτσι κοινοβουλευτικά, «λαϊκά», το καθεστώς που επέβαλαν με την ένοπλη επέμβασή τους και με τη Βάρκιζα».
Δεν μας έσπρωξαν λοιπόν οι Αγγλοι στον Εμφύλιο, Μίκη.
Μόνοι μας μπήκαμε στο σφαγείο!
«Για να σώσουμε την τιμή του ΚΚΕ», καμαρώνει ο Ζαχαριάδης!
Κάποια στιγμή, Μίκη, αντί να θρηνούμε για τις αγριότητες του Εμφυλίου και να επιδιώκουμε «ρεβάνς», αντί να παριστάνουμε τους κήνσορες και τους τιμητές, θα πρέπει να κρύψουμε το πρόσωπο από ντροπή και να κλάψουμε πικρά για το αδικοχυμένο αίμα των δικών μας αλλά και των αδελφών μας της άλλης πλευράς.
Κι όμως, θα μπορούσες, Μίκη, να οργανώσεις μια πραγματικά εθνική γιορτή στη Μακρόνησο. Μια γιορτή εθνικής συναδέλφωσης και συμφιλίωσης.
Οπου θα καλούσες να παραστούν όλοι.
Και οι δικοί μας αλλά και οι «άλλοι».
Οι συγγενείς της Ελένης Γκατζογιάννη και του Χρήστου Λαδά.
Τα αδέλφια και τα παιδιά όχι μόνο των δικών μας μαχητών αλλά και των χιλιάδων ανδρών και αξιωματικών του ελληνικού στρατού που έπεσαν στο Γράμμο και στο Βίτσι για να παραμείνει η χώρα μας ελεύθερη και δημοκρατική.
Σ' αυτή τη γιορτή, Μίκη, θα τραγουδούσαμε και θα κλαίγαμε μαζί, θα ταξιδεύαμε σε έναν κόσμο αγάπης και αδελφοσύνης με τα φτερά της υπέροχης μουσικής σου.
Κι όρκο βαρύ θα παίρναμε ότι ποτέ πια δεν θα σηκώναμε όπλα εναντίον αλλήλων.
Σ' αυτή τη γιορτή, Μίκη, θα μπορούσες να υψωθείς σε εθνική μορφή, σε πανελλήνιο σύμβολο ενότητας και συμφιλίωσης.
Δεν το έπραξες.
Προτίμησες να περιχαρακωθείς στο ιδεολογικό και πολιτικό γκέτο της χρεοκοπημένης και ανυπόληπτης Αριστεράς, αυτής που τόσες συμφορές προκάλεσε στον τόπο με την ανεύθυνη και τυχοδιωκτική πολιτική της.
Δεν είναι κρίμα, Μίκη;

Με βαθύτατη απογοήτευση
Τάκης Λαζαρίδης»

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ- 07/09/2003, Copyright © 2003, Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.

***
Μίκης Θεοδωράκης - «Δεν παλέψαμε για να επιλέξουμε τυράννους»

Ο Μίκης Θεοδωράκης απαντά στην ανοιχτή επιστολή με θέμα τις συναυλίες στη Μακρόνησο, που του απηύθυνε ο Τάκης Λαζαρίδης μέσω της «Κ.Ε.» (φύλλο της 7ης Σεπτεμβρίου 2003), γράφοντας τα εξής:

«Κύριε διευθυντά,
Γνωρίζω και τιμώ τους αγώνες και τις θυσίες του κ. Λαζαρίδη.
Συμβαίνει όμως οι εκτιμήσεις μου για τα γεγονότα που αναφέρει να είναι εντελώς διαφορετικές.
Σ' ένα τόσο μαζικό και μεγάλο λαϊκό κίνημα όπως υπήρξε το ΕΑΜ, που μάλιστα δημιουργήθηκε μέσα στο καμίνι της αντίστασης κατά των κατακτητών, μέσα σε χρόνο ρεκόρ, ήταν επόμενο να μην υπάρχει ούτε ομοιογένεια ούτε ομοιομορφία και επομένως ούτε κοινές εμπειρίες και αντιλήψεις και τελικά ούτε και η ίδια αποτίμηση συνθηκών και γεγονότων...
Αλλιώς έζησε και είδε τα γεγονότα ο απλός αγράμματος αντάρτης, αλλιώς ο διανοούμενος της πόλης, αλλιώς ένα μεσαίο στέλεχος στην Ικαρία ή στη Μακρόνησο και αλλιώς ένα μέλος ενός ανώτατου κομματικού μηχανισμού, όπως ήταν ο κ. Λαζαρίδης.
Ο οποίος πιθανόν να γνώρισε από κοντά τις αρνητικές πλευρές της κομματικής ηγεσίας που ασκούσε την εξουσία (στον βαθμό και με τον τρόπο που θα μπορούσε να την ασκήσει μέσα σ' ένα τόσο πλατύ, ζωντανό, ανεξάρτητο και δυναμικό κίνημα όπως το δικό μας, με την έντονη σφραγίδα του πατριωτισμού) και που σαν κάθε εξουσία είχε και αυτή τις αμαρτίες της.
Είχαμε λοιπόν κι εμείς εδώ τους δικούς μας «πρίγκιπες», τους δικούς μας «βαρόνους», «παιδιά ενός ανώτερου θεού» -του κομματικού κατεστημένου- που μας έβλεπαν εμάς τους απλούς οπαδούς σαν πιόνια που μπορούσαν τάχα να τα κινούν κατά τις ορέξεις τους.
Η αλήθεια είναι ότι η συνεισφορά τους κατάντησε να είναι μόνον αρνητική, γιατί όπως αποδείχθηκε ήσαν κατώτεροι του λαϊκού κινήματος που συνέτειναν κάποτε οι ίδιοι να δημιουργηθεί.
Μιλάω φυσικά για μια χούφτα γνωστούς και μη εξαιρετέους ηγέτες και τους «μηχανισμούς» που τους πλαισίωναν εδώ κι εκεί.
Στη συνέχεια όμως μπερδεύτηκαν καθώς δεν είχαν τη δύναμη να κόψουν τον ομφάλιο λώρο με τα «αδελφά κόμματα» και τα ξεπερασμένα εγχώρια κατεστημένα ιερατεία, ομάδες και ομαδούλες που επειδή ακριβώς μερικοί απ' αυτούς είχαν στο νου τους μειοδοσίες και ξεπουλήματα, μας λένε τώρα πως όλοι εμείς οι απλοί και αγνοί και κυρίως οι πολλοί δεν ήμασταν παρά ένα άβουλο κοπάδι που υποχρεωτικά θα τους ακολουθούσε στα βρόμικα σχέδιά τους...
Δυστυχώς στο σημείο αυτό όλοι μιλούν με υποθέσεις.
«Εάν νικούσε το ΕΑΜ, τότε θα είχαμε τη δικτατορία των Ζαχαριάδη-Ιωαννίδη».
Με τα ίδια «εάν» μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι δεν θα είχαμε δικτατορία και ότι, αν κάποιος την επιχειρούσε, θα σκόνταφτε στη συντριπτική πλειοψηφία των μελών του ΕΑΜ.
Η απόδειξη ότι άλλο ήταν το λαϊκό κίνημα και άλλο ο ασφυκτικός και ξεκομμένος κόσμος των μηχανισμών είναι ότι το κίνημα αυτό επέζησε μετά την ήττα και, αλλάζοντας μορφές και μεθόδους, ανέδειξε την ΕΔΑ σε κόμμα αξιωματικής αντιπολίτευσης, εννέα μόλις χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου, κυριάρχησε στη δεκαετία του '60 στους αγώνες για τη Δημοκρατία και τον Πολιτισμό και, τέλος, μπήκε επικεφαλής στον αντιδικτατορικό αγώνα, πληρώνοντας συνάμα και το ακριβότερο τίμημα για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας.ΟΧΙ, το ελληνικό αριστερό κίνημα δεν είχε καμία σχέση με τις εξελίξεις σε κράτη που κατά την περίοδο της κοσμογονίας, της αντίστασης κατά των χιτλερικών, εκείνα πολεμούσαν στο πλευρό του Χίτλερ. Γι' αυτόν το λόγο το δικό μας κίνημα δεν ήταν διατεθειμένο να δεχτεί στην πλάτη του την εξουσία της οποιασδήποτε κομματικής φατρίας με όποιο φανταχτερό περικάλυμμα...
Εμείς στη Μακρόνησο δεν παλέψαμε για καμία κλίκα Ζαχαριάδη-Ιωαννίδη.
Παλέψαμε για τον ελληνικό λαό, για την ιστορία και τις παραδόσεις μας, για τη δική μας λευτεριά, την τιμή, την αξιοπρέπεια και τη δική μας απόλυτη ανεξαρτησία.
Δεν παλέψαμε για να επιλέξουμε τυράννους.
Δυστυχώς όμως αυτοί που έζησαν κάτω από τη σκιά της Εξουσίας και μέσα στους σκοτεινούς κόσμους των κομματικών μηχανισμών είναι φυσικό να επηρεάστηκαν απ' αυτούς, να διαμορφώθηκαν απ' αυτούς και τελικά να μην μπορούν να δουν την πραγματικότητα παρά μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς μιας μίζερης κομματικής εξουσίας που, επειδή συνωμοτούσε όταν εμείς σφαδάζαμε στα νύχια των δημίων, νόμιζε ότι διαφεντεύει τη Μοίρα μας.
Και τώρα, κάποιος που υπήρξε γέννημα-θρέμμα και, τελικά, θύμα αυτών των μηχανισμών μάς καλεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, να φτύσουμε επάνω στις πληγές και στους νεκρούς μας. Να φτύσουμε επάνω στη μνήμη των αγώνων μας.
Να φτύσουμε επάνω στη Μακρόνησο.
Είναι περίεργο, όμως αληθινό, το γεγονός ότι οι φανατικότεροι τιμητές των κομμουνιστών και των εαμιτών προήλθαν από ανθρώπους που έζησαν πλάι σε ηγετικούς κύκλους και υψηλούς κομματικούς μηχανισμούς.
Πάντως, σε τέτοια αθλιότητα δεν τόλμησαν να φτάσουν ακόμα και οι χειρότεροι εχθροί μας... Φαίνεται ότι πραγματικά δεν έχει τέλος η άβυσσος της ψυχής του ανθρώπου.
Κλείνοντας, θα ήθελα να ομολογήσω ότι, διαβάζοντας το εν λόγω κείμενο, άρχισα να βυθίζομαι στους εφιάλτες και τους ιλίγγους της Μακρονήσου, τότε που για να σωθώ έπρεπε να υπογράψω τη Δήλωση Μετανοίας, να δεχτώ ότι ανήκα σε μια παράταξη λαθών και εγκλημάτων και να τα αποκηρύξω, και μάλιστα «μετά βδελυγμίας».
Την ίδια αποκήρυξη των ίδιων λαθών και εγκλημάτων καλούμαι να πράξω σήμερα από τον κ. Λαζαρίδη και να υπογράψω Δήλωση Μετανοίας, γιατί τόλμησα να τιμήσω μαζί με χιλιάδες προσκυνητές τη μνήμη των θυμάτων μιας βάρβαρης εποχής κατά την οποία και ο τελευταίος Ελληνας γνωρίζει καλά σε ποια πλευρά υπήρξαν τα θύματα και ποιοι ήσαν οι θύτες, ποιος ήταν ο ρόλος των Αγγλων που βεβαίως ΑΥΤΟΙ οδήγησαν στον εμφύλιο, ενώ τα όποια δικά μας «λάθη» μόνο ως άλλοθι μπορεί να χρησίμευσαν.
Η μόνη διαφορά, ευτυχώς, είναι ότι σήμερα λείπουν τα ρόπαλα και τα μπαμπού, με τα οποία η φαλκίδευση της ιστορίας γινόταν «πειστικότερα» αποδεκτή.Ομως, έστω και σαν μια εφιαλτική ανάμνηση, η νεκρανάσταση της λογικής της «εθνικοφροσύνης» με τη μορφή «ανοιχτής επιστολής» ξύνει μέσα μου πληγές που δεν έκλεισαν και τις κάνει να αιμορραγούν.
Αλλά και ο κ. Λαζαρίδης παραδέχεται ότι όλοι αυτοί που πέρασαν από τη Μακρόνησο, βρέθηκαν εκεί και υπέφεραν όσα υπέφεραν διότι πίστευαν σε ιδανικά. «Νομίζαμε», γράφει, «ότι πολεμούσαμε για τα ανώτερα ιδανικά της ελευθερίας, της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού».
Και όλοι αυτοί (15.000 άτομα κατά τους διοργανωτές) που αποτέλεσαν το κοινό των τριών συναυλιών, πήγαν βεβαίως για να αποτίσουν έναν φόρο τιμής.
Πώς δικαιούται λοιπόν κανείς να εκστομίσει τον χαρακτηρισμό «φιέστα» σ' αυτό το προσκύνημα, σ' αυτό το «μνημόσυνο», που (σε αντίθεση με την «άλλη» πλευρά) ήταν το μοναδικό μέσα σε 55 χρόνια;
Οσο για τα σχετικά με την... προσπάθειά μου να «διαιωνίσω ανύπαρκτες πλέον διαχωριστικές γραμμές», δεν χρειάζεται νομίζω να υπενθυμίσω τη θέση μου, που είναι πραγματικά στάση ζωής, αφιερωμένης ακριβώς στην υπέρβαση των διαχωριστικών γραμμών και στην Εθνική Ενότητα.
Από την 1η Συμφωνία που συνέθεσα ΜΕΣΑ στη Μακρόνησο, και την αφιέρωσα ΕΚΕΙ σε δύο φίλους μου που σκοτώθηκαν σε αντίθετα στρατόπεδα, και το «Τραγούδι του νεκρού αδελφού», μέχρι σήμερα...
Ας μου επιτρέψει όμως ο κ. Λαζαρίδης να είμαι από εκείνους που πιστεύουν ακράδαντα ότι «συμφιλίωση» δεν επιτυγχάνεται χωρίς ΜΝΗΜΗ.Είθε αυτή να είναι η τελευταία φορά που αναγκάζομαι να αναφερθώ στους εφιάλτες της Μακρονήσου
Μίκης Θεοδωράκης»

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ- 14/09/2003, Copyright © 2003, Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε. [4]

doctor
__________________________________________________________________

[1] Σχετικά με την συναυλία, Το ΒΗΜΑ, 24/08/2003 : http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=13946&m=C10&aa=1
[2] Ποιοί είναι οι τίτλοι τιμής του Χαρίλαου Φλωράκη; Επιστολή ενός παλιού κομμουνιστή προς τον Κώστα Καραμανλή: http://www.e-grammes.gr/article.php?id=699
[3] Σ.Κούλογλου: «Μαρτυρίες Για Τον Εμφύλιο Και την Ελλ. Αριστερά»: http://www.megamarket.gr/-p-54052.html
[4] Πηγή: http://www.phys.uoa.gr/~nektar/history/3contemporary/celebration_makronissos.htm