Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνογένεση/εθναφύπνιση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνογένεση/εθναφύπνιση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Οι τουρκόφωνοι Έλληνες (Γκαγκαούζοι/Γκαγκαβούζηδες)

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε ένα πολύ καλό βιβλίο από τον Χρήστο Κοζαρίδη με τίτλο "Εμείς οι Γκαγκαβούζηδες". Γενικά είναι άγνωστη η ιστορία των ξενόφωνων Ελλήνων (αλβανόφωνων, σλαβόφωνων, βλαχόφωνων, τουρκόφωνων) και εδώ και πολλές δεκαετίες έχει ξεκινήσει μια διαδικασία σταδιακής διαγραφής της ιστορίας τους, με την συναίνεση των απογόνων αυτών των ομάδων.
Το βιβλίο αυτό, το οποίο αποτελεί προϊόν επταετούς έρευνας του συγγραφέα κινείται ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση: αναδεικνύει την ξεχασμένη ιστορία των τουρκοφώνων Ελλήνων του βορείου Έβρου. Ο Κοζαρίδης δεν κινείται στον φτηνό και ανέξοδο δρόμο του εθνολαϊκισμού, γράφει συνετά και νηφάλια και έτσι το αποτέλεσμα είναι ένα σοβαρό βιβλίο, χρήσιμο και απαραίτητο σε όσους μελετούν το φαινόμενο της εθνογένεσης και σε όσους θέλουν να μελετήσουν άλλη μια περίπτωση ξενόφωνων Ελλήνων. Παραθέτω από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:


ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΗΔΕΣ-ΓΚΑΓΚΑΟΥΖΟΙ

Οι Γκαγκαβούζηδες καταγράφονται στην ιστορία ως ένα θρακικό φύλο με ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, είναι τουρκόφωνοι χριστιανοί. Στην Ελλάδα η πλειοψηφία τους είναι πρόσφυγες από την επαρχία Χάφσα της Αδριανούπολης και από χωριά της Βουλγαρίας. Για πρώτη φορά εντοπίζονται στα παράλια του δυτικού Ευξείνου Πόντου, μεταξύ της Βάρνας και του Δούναβη, στη Δοβρουτσά. Η τύχη και η πορεία τους στο χρόνο ταυτίστηκε με την πορεία του ελληνισμού των Βαλκανίων.
Στην εποχή του Βυζαντίου αποτελούσαν τους ΑΚΡΙΤΕΣ των βόρειων συνόρων της αυτοκρατορίας. Τα χρόνια της οθωμανικής επέλασης ήταν ο τελευταίος λαός στην ενδοχώρα των Βαλκανίων που υποδουλώθηκε το 1394-8. Σε αυτά τα δύσκολα χρόνια θεωρούμε πως έχασαν την ελληνική γλώσσα, όπως την έχασε και η πλειοψηφία του υπόδουλου ελληνισμού. Αντίθετα διατήρησαν με φανατισμό την θρησκεία τους που αποτελούσε και τον συνδετικό
κρίκο με τον υπόλοιπο ελληνισμό.
Στους Ρωσοτουρκικούς πολέμους συμμετέχουν με ενθουσιασμό στις πολεμικές επιχειρήσεις στο πλευρό των Ρώσων. Συμμετέχουν με ενθουσιασμό στα επαναστατικά γεγονότα της Μολδοβλαχίας και αντιμετωπίζουν την οργή των οθωμανικών στρατευμάτων. Τα χωριά τους λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν, οπότε αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν. Οι περισσότεροι μετακινήθηκαν προς την Βεσσαραβία (σημερινή Μολδαβία-Αυτόνομη Δημοκρατία της Γκαγκαουζίας), όπου ζουν μέχρι σήμερα. Ένας μεγάλος αριθμός μετακινήθηκε νότια, στην Βόρεια και Ανατολική Θράκη στην επαρχία της Χάφσας.
Ακολουθώντας τη μοίρα του υπόλοιπου ελληνισμού της Ανατολής το 1924 πήραν και πάλι το δρόμο της προσφυγιάς. Η εγκατάσταση τους αυτή τη φορά στα ελληνικά εδάφη ήταν μόνιμη. Μέχρι και σήμερα υπάρχουν και προσπαθούν να διατηρήσουν τον ιδιαίτερο πολιτισμό τους, ένα γνήσιο θρακιώτικο πολιτισμό.
Κανείς δεν μπορεί να τους το αντιστρέψει.

Πληροφορίες για τους Γκαγκαβούζηδες, καθώς και για το πως μπορείτε να προμηθευτείτε το βιβλίο εδώ: http://gagavouzis.blogspot.com/

doctor

Τρίτη 3 Μαρτίου 2009

Αλβανοί-Αρβανίτες-Έλληνες



«Ποτέ Αλβανοί να μη πολεμήσετε κατά της Ελλάδος` αν θελήση ο Σουλτάνος, ας πολεμήση` αν έλθη στρατός ελληνικός εις τα μέρη μας, σεις να προσκυνήσετε και να μείνητε με τους Έλληνας. Αν σας δώση ο Σουλτάνος όπλα και πολεμοφόδια δια να πολεμήσετε κατά των Ελλήνων, να μη το δεχθήτε, διότι θα πάθητε ό,τι έπαθαν οι Βόσνιοι με την Αυστρίαν. Θα σκοτωθήτε, θα σκλαβωθούν τα γυναικόπαιδά σας, και θα δημευθή η περιουσία σας. Οι Έλληνες έχουν καλούς νόμους και να μείνητε με αυτούς. Ελπίζω δε να ζήσετε (…) Την ευχήν μου να έχητε όλοι να μη πολεμήσετε κατά των Ελλήνων» [1].

Το παραπάνω απόσπασμα βρίσκεται στον επίλογο της διαθήκης του Αβδούλ Μπέη Σελίμη του Δελβίνου.
Ο αλβανικός εθνικισμός έφερε την προτελευταία εθνογένεση στα Βαλκάνια (με τελευταία αυτή των σλαβομακεδόνων) και όπως όλοι οι εθνικισμοί, στηρίχθηκε στην αρχαιότητα[2], θεωρώντας τους Αλβανούς ως απογόνους των Ιλλυριών. Μια ιστορική ανασκόπηση όμως των τελευταίων αιώνων έχει να δώσει πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα. Η υπό εξέταση εποχή εκτείνεται από την εποχή της Επανάστασης του 1821 μέχρι την ίδρυση του αλβανικού κράτους (1913). Ως αρχή βέβαια θα μπορούσαμε να πάρουμε και το σχέδιο του Θ.Κολοκοτρώνη το οποίο σκόπευε στην ίδρυση μετά την Επανάσταση δίγλωσσου (ελληνικά-αλβανικά) και δίθρησκου (χριστιανισμός-μωαμεθανισμός) κράτους με σημαία που θα είχε πάνω της τον σταυρό και την ημισέληνο[3].
Το 1822, η επαναστατική κυβέρνηση των Ελλήνων επεδίωξε συμφωνία «μετά των Αλβανών Χριστιανών και Τούρκων (δηλ.μουσουλμάνων)» μέσω των Σουλιωτών με απώτερο σκοπό την εισχώρηση του αλβανικού εδάφους στην Ελλάδα. Η υπ’αρ. 1387/12.5.1822 απόφαση της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος ξεκινά ως εξής: «Επειδή η Αλβανία είναι μέγα και ουσιώδες μέρος και η ένωσίς της με την Επικράτειαν της Ελλάδος ειμπορεί να φέρη τα πλέον καλά αποτελέσματα […]» [4].
Κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, περί τους 2.000 μωαμεθανοί Αλβανοί έλαβαν μέρος στο πλευρό των επαναστατών, με δικούς τους αρχηγούς. Συγκινητική είναι η αναφορά που υπέβαλε στο Βουλευτικόν, τον Οκτώβριο του 1827, ένας από αυτούς, ο Μουσταφάς Γκέκας, ζητώντας ηθική και υλική ενίσχυση, για να μπορέσει να συνεχίσει τις υπηρεσίες του στον Αγώνα:

Προς την Σ.Βουλήν,
«Η τυραννία και το απάνθρωπον των ομοθρήσκων μου Μουσουλμάνων, και τα μεγάλα δίκαια του δεινοπαθούντος Ελληνικού λαού, όστις βεβαρυμένος από την πολυχρόνιον δουλείαν απεφάσισε το 1821 έτος το χριστιανικόν, να αποτινάξη τον ζυγόν, επειδή με εκίνησαν εις οίκτον και συμπάθειαν, απεφάσισα και εγώ να συναποθάνω με τους Έλληνας.
[…] Εν ενί λόγω, εδούλευσα την Ελλάδα και δουλεύω απ’αρχής του αγώνος της, συνευρισκόμενος και συναγωνιζόμενος με τους επισήμους της στρατηγούς. Καθ’όλας δε τας μάχας, εις ας συμπαρευρέθην, δις επληγώθην, των οποίων η επικινδυνοτέρα εστάθη, η συμβάσα μοι εις Πειραιά πληγή. Εις όλον δε το διάστημα δεν έλαβον από το ελληνικόν έθνος οβολόν διά μισθόν, εκτός των πεντακοσίων γροσίων δοθέντων μοι προλαβόντως χάριν περιθάλψεως παρά της Σ.Κυβέρνήσεως. Και εξώδευσα όλως εξ οικείων μου γρόσια ένδεκα χιλιάδας, από τα οποία μου ευρέθησαν βενέτικα φυλαγμένα από τον καιρόν της Τουρκίας εις το κεμέρι μου. […] αι εκδουλεύσεις μου είναι αποδεδειγμέναι και αναντίρρητοι, να μοι δοθώσιν ενδεικτικά έγγραφα, ότι εδούλευσα την Ελλάδα πιστώς και ως θετός της υιός[…]
Τη 5 Οκτωβρίου 1827,εν Αιγίνη
Ο φιλέλλην
Μουσταφάς Γκέκας
[5].

Η συνέχεια που είχε η αναφορά αυτή απέδειξε ότι πραγματικά οι υπηρεσίες του Μουσταφά Γκέκα στον επαναστατικό αγώνα και η εκτίμηση που του ανήκε γι’αυτές ήταν όπως τις περιγράφει, διότι έγινε δεκτή η εξοικονόμηση που ζητούσε και διορίσθηκε αξιωματικός στον τακτικό στρατό [6].
Την άνοιξη του 1829, 56 αγάδες της νότιας Αλβανίας έρχονται σε συνεννόηση μεταξύ τους και συμφωνούν, με όρκους, να σηκώσουν την Ελληνική σημαία και να αρχίσουν την επανάσταση στην Χιμάρα, δίνοντας πρώτοι το παράδειγμα ενός ξεσηκωμού για την απελευθέρωση της Ηπείρου και της Αλβανίας και την ένωσή της με το Ελληνικό κράτος. Προηγουμένως όμως, ήταν ανάγκη να εξασφαλίσουν οι μεν μωαμεθανοί από την Ελληνική κυβέρνηση την υπόσχεση, ότι θα ήταν σεβαστή η θρησκεία τους και τα έθιμα της τάξεώς τους μέσα στην Ελληνική επικράτεια, όλοι δε μαζί να εξασφαλίσουν από μέρους της και την οικονομική ενίσχυση της επαναστάσεως.
Εμπιστεύτηκαν λοιπόν το σχέδιό τους στον πατέρα του στρατηγού Σπυρομίλιου, εκείνος δε έγραψε στον γιό του για να ανακοινώσει το πράγμα στην Ελληνική κυβέρνηση και να προκαλέσει γραπτή απάντηση του Καποδίστρια για το όλο ζήτημα της επαναστάσεως των Τόσκηδων [7] και για τους όρους υπό τους οποίους το έθεταν [8].
Στην αναφορά του Σπυρομίλιου προς τον Δημ.Υψηλάντη, διαβάζουμε ότι οι 56 αγάδες της Λιαπουριάς συνενώθηκαν και κοινοποίησαν ότι :
«[…] α’) […] είναι έτοιμοι να στήσουν την Ελλ.σημαίαν εις τας επαρχίας με 4.000 στράτευμα. […] γ)να καθυποτάξουν εις το Ελλην.Κράτος όλην την επαρχίαν της Αυλώνος και αυτοί να διοικούνται με τους Ελληνικούς νόμους» [9].
Η κίνηση αυτή των Τόσκηδων έγινε δεκτή με ικανοποίηση από την Ελληνική Κυβέρνηση, όμως η οικονομική ενίσχυσή τους ήταν αδύνατη για την εποχή εκείνη. Για να καταλάβει κανείς πόσο ήταν αδύνατο στο νεαρό και πάμπτωχο Ελληνικό κράτος να αναλάβει την ενίσχυση της επανάστασης των μωαμεθανών Τόσκηδων της Λιαπουριάς, είναι αρκετά τα λόγια που έγραφε τότε ακριβώς ο Καποδίστριας στον Εϋνάρδο: «[…] Ταύτην την στιγμήν όπου σου γράφω δεν έχω ουδέ οβολόν εις το ταμείον»[10].
Στις αρχές Ιουνίου 1847 αρχίζει ο Ζενέλ μπεης Γκιών Λέκας ή Γκιο(υ)λέκας την επανάσταση στο Κουρβελέσι,στην περιοχή δηλαδή που μεσολαβεί μεταξύ Δελβίνου και Αυλώνος, με 200 μωαμεθανούς Λιάπηδες [11] και 100 έλληνες.
Η επανάσταση γενικεύεται και ο Ράπο Χαϊκκάλης με 1.000 μωαμεθανούς κυριεύει το Μπεράτι. Επίσης ξεσηκώνονται κατά της τουρκικής εξουσίας οι περιοχές Μουζακιάς, Αυλώνος, Τεπελενιού, Αργυροκάστρου, Πρεμετής, Φιλιατών, Παραμυθιάς και Μαργαριτιού, από τον ποταμό Γενούσο ως τον Αχέροντα.
Ο σουλτάνος μαθαίνοντας ότι οι Τόσκηδες σήκωσαν επανάσταση στην Ήπειρο, δίνει εντολή να ετοιμαστεί εκστρατεία για να τους υποτάξει τελειωτικά. Ο Γκιολέκας όμως αντιμετώπισε τους τούρκους με επιτυχία και στις 15 Αυγούστου 1847 μαζεύονται στο Κουρβελέσι όλοι οι μπέηδες και αγάδες Τόσκηδες, οπλαρχηγοί και εκπρόσωποι των επαναστατημένων περιοχών -υπολογίζονται σε 140.000 οι κάτοικοι των περιοχών που εκπροσωπούνται[12]-και γράφουν μια αναφορά προς τον Όθωνα, την Κυβέρνησή του και την Βουλή των Ελλήνων, με την οποία ικετεύουν τις ανώτατες πολιτειακές αρχές του ελευθέρου κράτους να τους δεχθούν ως υπηκόους –στην περίπτωση που η επανάσταση θα είχε ως αποτέλεσμα την προσάρτηση της χώρας στο Βασίλειο της Ελλάδος- με ειδικές συμφωνίες, που θα απέβλεπαν, φυσικά, στην προστασία του θρησκεύματός τους [13].
Αργότερα, υπό την επίδραση της βουλγαρικής πρόκλησης, οι απόψεις περί συγγένειας των Αλβανών με τους Έλληνες ενισχύθηκαν περαιτέρω. Σε φυλλάδιο του 1879 με τίτλο «Οι Αλβανοί και το μέλλον αυτών εν τω Ελληνισμώ μετά παραρτημάτων περί των Ελληνοβλάχων και των Βουλγάρων», διατυπώθηκε η θέση ότι «οι Αλβανοί εισίν Πελασγοί, και κατά συνέπειαν Έλληνες, ουχί δε Σλάβοι» [14].
Κρατική επιτροπή για την έγκριση βιβλίων ιστορίας και γεωγραφίας για τα δημοτικά σχολεία αποφάνθηκε το 1901, με αφορμή κρίση σχετικού βιβλίου στο οποίο αναφερόταν ότι «Οι Αλβανοί συγγενεύουσι πολύ με τους Έλληνας», ως εξής: «Είναι ανεπαρκή ταύτα και διά τας εθνικάς βλέψεις και διά την ιστορικήν ακρίβειαν. Έπρεπε να λεχθή ότι έχουσι την αυτήν καταγωγήν με τους Έλληνας (Πελασγοί), ότι ομιλούσι γλώσσαν συγγενή προς την γλώσσαν τούτων και ότι έλαβον μέρος εις πάντας τους υπέρ Εθνικής αποκαταστάσεως αγώνας της κοινής πατρίδας».
Αλλού η επιτροπή σχολίασε ως εξής την άποψη του ίδιου βιβλίου ότι η τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελούνταν από διάφορα έθνη, μεταξύ των οποίων ήταν και «το Ελληνικόν έθνος, το Αλβανικόν κτλ.: «Οι Αλβανοί είναι συγγενείς και της αυτής εθνικότητος με τους Έλληνας». Επιτίμησε δε τον συγγραφέα επειδή ανέφερε πως «εκ των κατοίκων της Ελλάδος διακόσιαι χιλιάδες είναι Αλβανικής καταγωγής» ως εξής: «Οι εν Ελλάδι Αλβανοί ουδαμώς πρέπει να διακρίνωνται των Ελλήνων».
Σε φυλλάδιο, τέλος, του 1907 αναφέρεται ότι οι Αλβανοί «ην λαός αναντιρρήτως ομογενής, εκ της αυτής προελθών εθνολογικής ρίζης, των παναρχαίων Πελασγών», και ότι «επινεύσει της Θείας Προνοίας εκ της εθνολογικής ταύτης των Ελλήνων και των Αλβανών συγκράσεως προήλθεν η Νεωτέρα Ελληνική γενεά» [15].
Πλέον είχε καθιερωθεί η «καταγωγή» ως κριτήριο εθνικής ταυτότητας. Η γλώσσα, το θρήσκευμα, τα ήθη και τα έθιμα ήταν όλα στοιχεία της ταυτότητας απαραίτητα, αλλά όχι απολύτως αναγκαία-αναγκαία ήταν η καταγωγή. Αναγκαίο και αναντίρρητο στοιχείο ήταν και το φρόνημα, η συνείδηση[16].
Τη μεγάλη αυτή αντίφαση του ανακαινιζόμενου ελληνικού έθνους, δηλαδή την άρνηση να δεχτεί τη γλώσσα ως κριτήριο για τον καθορισμό της «επικράτειας» του έθνους και την ταυτόχρονη και εντυπωσιακή επιχείρηση για την προαγωγή της ελληνομάθειας στην εκ των προτέρων καθορισμένη «επικράτεια», φανέρωσε το ακόλουθο και ελάχιστα πλέον γνωστό επεισόδιο: τον Αύγουστο του 1913, η Πρεσβευτική Διάσκεψη του Λονδίνου αποφάσισε, προκειμένου για τη χάραξη των ελληνο-αλβανικών συνόρων, να γίνει η οριοθέτηση με εθνογραφικά και γεωγραφικά κριτήρια, ως εθνογραφικό κριτήριο δε έκρινε πως έπρεπε να θεωρηθεί η μητρική γλώσσα των κατοίκων.
Η αρμόδια επιτροπή έπρεπε να αγνοήσει δημοψηφίσματα ή άλλες πολιτικές εκδηλώσεις.
Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, και ενώ η επιτροπή περιόδευε στην Ήπειρο για να χαράξει τα ελληνο-αλβανικά σύνορα με κριτήριο τη μητρική γλώσσα των κατοίκων, όπως είχε εντολή, η ελληνική κυβέρνηση απευθύνθηκε στις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης και υποστήριξε πως η γλώσσα δεν είναι αξιόπιστο στοιχείο εθνικής ταυτότητας , και πως, αντί της γλώσσας, έπρεπε να θεωρηθεί η εθνική συνείδηση των κατοίκων.
Η ελληνική πρόταση απορρίφθηκε βέβαια, αλλά η κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή εξέπληξε όλους τους εμπλεκόμενους στο ζήτημα: τα μέλη της διεθνούς επιτροπής που επισκέφθηκαν πλήθος χωριών της περιοχής αντιλήφθηκαν πως τα γηραιότερα μέλη των οικογενειών ομιλούσαν την αλβανική, ενώ τα νεώτερα την ελληνική, παρ’ότι η μητρική γλώσσα όλων ήταν η αλβανική.
Η λειτουργία των ελληνικών σχολείων είχε προφανώς συμβάλει στην «ανάκτηση» εδαφών της «επικράτειας» του ελληνικού έθνους που είχαν αλλοφωνήσει στο παρελθόν [17].





Με βάση τα προεκτεθέντα ιστορικά στιγμιότυπα βλέπουμε ότι οι εκάστοτε αυτοπροσδιοριστικές τάσεις υπόκεινται στην ροή του χρόνου, στην αναπόφευκτη μεταβολή και στον αναπροσδιορισμό και αποτελεί παραβίαση «ανοιχτής θύρας» η αυταπόδεικτη αναίρεση του δόγματος περί της «αναλλοιώτου εθνικής ουσίας» καθώς και της στείρας αντίληψης ότι εδώ και χιλιάδες χρόνια η ίδια κοινωνία, σε πλήρη αντίθεση με το παγκόσμιο κοινωνικό γίγνεσθαι, αυτοπροσδιορίζεται με τους όρους της νεωτερικότητας, ως συνειδητοποιημένο έθνος.
Έτσι, για τον Σαράντο Καργάκο (που ανήκει στους εθνοκεντρικούς ιστοριοδίφες) οι Αρβανίτες είναι Αλβανοί που εμπλούτισαν την ελληνική φυλή [18] (δηλαδή εξελληνισθέντες Αλβανοί).
Ο δε κ.Βερέμης (που θεωρείται φιλελεύθερος καθηγητής πολιτικής ιστορίας), ενώ σε όλο το βιβλίο του («Ελλάς η σύγχρονη συνέχεια») αναλύει έξοχα το προφανές, ότι δηλαδή η γλώσσα από μόνη της δεν αποτελεί το απόλυτο εθνοπροσδιοριστικό στοιχείο, γράφει τους Αρβανίτες ως Αλβανούς (και όχι αλβανόφωνους) που κατοικούσαν στην κεντρική Ελλάδα [19].
Ο Παπαρηγόπουλος, ο οποίος τοποθέτησε την ελληνική γλώσσα στον πυρήνα της νεοελληνικής ταυτότητας, διατρέχοντας αναδρομικά την ιστορία , θεώρησε τους Σουλιώτες ένα κράμα ελλήνων και αλβανών (σήμερα έλληνες και αλβανοί ερίζουν περί της εθνικότητας των Σουλιωτών, μόνο που οι τελευταίοι ήταν μια ιδιάζουσα περίπτωση και κάθε συζήτηση περί εθνικότητος των Σουλιωτών είναι μάταιη ) [20].
Τέλος, ο Eric Hobsbawm, είναι ο μόνος που έχει το ελαφρυντικό ότι δεν έχει εντρυφήσει στην δαιδαλώδη και λαβυρινθώδη βαλκανική ιστορία και έτσι εθνικοποιεί τους Σουλιώτες και τους θεωρεί Αλβανούς που βοήθησαν τους Έλληνες στον αγώνα τους [21]. Εδώ ο Hobsbawm πέφτει θύμα της ίδιας του της συλλογιστικής που συνοψίζεται στο ότι δεν είναι δυνατόν η γλώσσα από μόνη της να προσδιορίζει εθνικά αυτόν που την ομιλεί (ακόμη κι έτσι όμως δεν στέκει διότι οι Σουλιώτες ήταν δίγλωσσοι).
Η αλβανική εθνογένεση άργησε να έρθει και ο αλβανικός εθνικισμός ήρθε περισσότερο ως αποτέλεσμα ξένων επιρροών και παραινέσεων (με κύριο εκφραστή τον ιταλικό ιμπεριαλισμό που ήθελε ένα προτεκτοράτο στα Βαλκάνια) παρά ως –με την χερντερική ρομαντική έννοια- εθναφυπνιστική διαδικασία.
Έτσι, η πίστη των σημερινών Αλβανών ότι αποτελούν απογόνους των Ιλλυριών ή των Πελασγών, είναι τόσο αυθαίρετη όσο αυτών που εθνικοποιούν αναδρομικά τους (αλβανόφωνους) Αρβανίτες, αποδίδοντάς τους εθνικότητα σε εποχές που οι ίδιοι δεν αυτοπροσδιορίζονταν (ούτε και ποτέ αυτοπροσδιορίστηκαν) ως εθνικά Αλβανοί [22].
Κλείνω με την παράθεση κάποιων χαρακτηριστικών αποσπασμάτων του γράμματος του Αλέξανδρου Πάλλη [23] που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Σκιπερία» το 1907, με παραλήπτη τον Αποστολόπουλο:


«[…] Είναι χρόνια τώρα που έχω την ιδέα –κι ένα ταξίδι που έκανα πέρσι ως τα Γιάννενα μου τη στερέωσε- πως οι Τούρκοι, οι Αρβανίτες κι οι Έλληνες είναι αδέρφια κι ένα έθνος. Ατυχίες ιστορικές μας χώρισαν μα είναι καιρός πια να το καταλάβουμε πως είμαστε ένα αίμα. Τα περασμένα ξεχασμένα. Αν δεν το καταλάβουμε, μας είναι γραμμένο κι οι τρεις μας εθνικώς να χαθούμε. Θα μας ρουφήξουν οι Σλάβοι και θα μας ρουφήξουνε γλήγορα.
[…] Τις ιδέες μου αυτές τις είπα και τις λέω όπου μπόρεσα κι όπου μπορώ. Είναι τώρα τρία τέσσερα χρόνια, έγραψα ένα γράμμα στον «Πύρρο» όπου πρότεινα ως πρώτη αρχή πως η αρβανίτικη πρέπει να κηρυχτεί ως άλλη εθνική μας γλώσσα στην Ελλάδα και πως του Διαδόχου τα παιδιά, τα μικρά βασιλόπουλά μας, πρέπει να μάθουν αρβανίτικα. Σε πολλούς φίλους είπα και πως το Δομπόλειο το κληροδότημα έπρεπε να χρησιμευτεί στο να γίνει Αρβανίτικο Πανεπιστήμιο ή στους Κορφούς ή όπου αλλού είναι καταλληλότερο κέντρο. Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν έγινε τίποτα ως τώρα.
[…] Όσοι είμαστε Ρωμιοί, χρέος μας είναι με τα σκολιά μας, τα νοσοκομεία μας, τους προξένους μας, τους παπάδες μας, να βοηθήσουμε κάθε εθνική απαίτηση κι ανάγκη του Αρβανίτη. Α θέλει μάθημα στη γλώσσα του, μάθημα στη γλώσσα του πρέπει να του δώσουμε. Α θέλει εκκλησιές και παπάδες στη γλώσσα του, πρέπει να τόνε βοηθήσουμε ν’αποχτήσει. Ό,τι είναι δικό μας, ας είναι και δικό του.
[…] Εγώ είμαι Αρβανίτικης καταγωγής. ΠΑΛ φαίνεται θα πει κόπανος (δυστυχώς δεν ξέρω αρβανίτικα), είμαι ας πούμε Λέκας Κοπανάς. Όντας Αρβανίτης από αίμα μου, θεωρώ πως είμαι και Αρβανίτης και Ρωμιός και Τούρκος, το κακό καθενός τους κακό και δικό μου και το καλό καθενός τους και καλό δικό μου»
[24].

doctor
_________________________
[1] Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην «Εφημερίδα» και το αναδημοσίευσε στο βιβλίο του, το 1879 ο Θ.Α. Πασχίδης με τίτλο: «Οι Αλβανοί και το μέλλον αυτών εν τω Ελληνισμώ μετά παραρτήματος περί των Ελληνοβλάχων και Βουλγάρων»,σ.8.
[2] «Οι Βαλκάνιοι Εθνικιστές […] προσπάθησαν να προικίσουν τα κράτη τους με μακρά ιστορία εθνικότητας και αισθητής εθνικής παρουσίας πριν από την επίτευξη κρατικής υπόστασης. Εξύμνησαν κατά κανόνα το μεσαιωνικό τους παρελθόν και επιδίωξαν να αποκαταστήσουν αδιάσπαστες συνέχειες εθνικής ύπαρξης από την πιο μακρινή αρχαιότητα» (Π.Μ.Κιτρομηλίδης, «Νοερές κοινότητες και οι απαρχές του εθνικού ζητήματος στα Βαλκάνια» , περιέχεται στο Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός στη Νεότερη Ελλάδα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας,2003).

«Τα έθνη βασίζονται με τον δικό τους τρόπο στην μνήμη: την συντηρούν, την ανασκαλεύουν και, ενίοτε, την εφευρίσκουν. Πρόκειται ωστόσο για μνήμη αναγκαστικά επιλεκτική, μερική, δικανική, ιδεολογική –για μνήμη που δεν παρακινείται από ουδέτερες γνωστικές περιέργειες, αλλά από υποκειμενικές αντιλήψεις περί αναγκών, περί συμφερόντων (υλικών και ιδεατών), περί σκοπιμοτήτων. Τα έθνη «έχουν ανάγκη» ένα παρελθόν εθνικοποιημένο» (Π.Λέκκας, «το παιχνίδι με τον χρόνο, Εθνικισμός και νεωτερικότητα», Αθήνα 2001, σ.20).
[3]
«[…]Η σημαία μας, από το ένα μέρος το φεγγάρι και από το άλλο το Σταυρό[…]» (Θ.Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα, σ.91). Το σχέδιο του Θ.Κολοκοτρώνη δεν πραγματοποιήθηκε διότι οι Άγγλοι κατέλαβαν την Ζάκυνθο, έδιωξαν τους Γάλλους, συνέλαβαν 400 έλληνες και άρχισαν να στρατολογούν άλλους για να υπηρετήσουν τον δικό τους τον στρατό. Ο Κολοκοτρώνης γράφει: «το σχέδιο εχάλασε με την παρρησία (εννοεί παρουσία) των Άγγλων» (Σ.Καργάκος, Αλβανοί-Αρβανίτες-Έλληνες, σσ.56-7).
Σχετικά με την ανεξαρτησία της Αλβανίας: «Στις 28.11.1913 η προσωρινή κυβέρνηση ανακήρυξε στον Αυλώνα την ανεξαρτησία. Διεθνής διάσκεψη, που έγινε στο Λονδίνο το Δεκέμβριο του 1912, αναγνώρισε (Ιούλιος 1913) την αλβανική ανεξαρτησία υπό την προστασία των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Αργότερα ανακηρύχθηκε η ηγεμονία, που δόθηκε στον Γουλιέλμο του Βιντ (Απρίλιος 1914). Το εύθραυστο οικοδόμημα του Λονδίνου καταστράφηκε με την έκρηξη του Α’Παγκοσμίου Πολέμου. Με τη διακήρυξη του Αργυροκάστρου (1917), η Ιταλία φάνηκε να ενθαρρύνει τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους. Με τη συμφωνία των Τιράνων (Αύγουστος 1920), η Ρώμη αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Αλβανίας και απέσυρε τα στρατεύματά της από τον Αυλώνα, διατηρώντας το νησί Σάσων, και στις 17 Δεκεμβρίου 1920 η διάσκεψη των πρεσβευτών στο Παρίσι επικύρωσε και πάλι την ανεξαρτησία της χώρας» (Νέος Παγκόσμιος Άτλας,εκδ.Δομή, λήμμα «Αλβανία», σ.23).

[4]

Αριθ.1387.
Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος
Ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού


«Επειδή η Αλβανία είναι μέγα και ουσιώδες μέρος και η ένωσίς της με την Επικράτειαν της Ελλάδος ειμπορεί να φέρη τα πλέον καλά αποτελέσματα.
Επειδή το Κοινόν του Σουλίου και διά την πλησιότητα και διά τας σχέσεις τας οποίας έχει μετά των Αλβανών, είναι το αρμοδιώτερον μέσον διά να συνδεθώσι συμφωνίαι μετά των Αλβανών.
Κατά την από ιβ’ Μαΐου υπ’αρ.107 έγγραφον συγκατάθεσιν του Βουλευτικού Σώματος.
Διέταξε και διατάσσει τα ακόλουθα:
α’) Το Κοινόν του Σουλίου έχει την άδειαν να πραγματευθή συμφωνίας, όσον είναι δυνατόν ωφελιμωτέρας, μετά των Αλβανών Χριστιανών τε και Τούρκων.
β’) Αι συμφωνίαι αύται δεν θέλουν διαλαμβάνει περισσότερα προνόμια, αλλ’όσα έχουν οι ίδιοι Σουλιώται.
γ’) Το Κοινόν του Σουλίου έχει την άδειαν να διορίση ένα ή και περισσοτέρους Επιτρόπους διά την πραγματείαν αυτών των συμφωνιών.
δ’) Ο Χιλίαρχος Γεώργιος Πλεισιοβίτσας έχει ομοίως την άδειαν με την γνώμην και την συγκατάθεσιν του Κοινού του Σουλίου να πραγματευθή με τους Τσάμηδες, Χριστιανούς και Τούρκους, κατά τας αυτάς συμφωνίας.
ε’) Ο Εκλαμπρότατος Χουσεΐν-Πασάς και ο Μούρτο Τσάλης, επειδή εφάνησαν αχώριστοι και πιστά ενωμένοι με τους Σουλιώτας, και επειδή έχουν το μέσον του να συντελέσουν εις τας συμφωνίας όπου θέλουν γενή με τους Τούρκους, έχουν την άδειαν να πραγματευθούν κατά τον αυτόν τρόπον με την γνώμην και την συγκατάθεσιν του Κοινού του Σουλίου.
ς’ ) Όλαι αι μετά των ανωτέρω ρηθέντων γενόμεναι συμφωνίαι θέλουν επικυρωθή από την Διοίκησιν.

Εν Κορίνθω τη ιβ’ Μαΐου, αωκβ’.
Α.Μαυροκορδάτος, Πρόεδρος Αθανάσιος Κανακάρης
Αναγνώστης Παπαγιαννόπουλος Ιωάννης Λογοθέτης
Ο Αρχιγραμματεύς της Επικρατείας
Μινίστρος των Εξωτερικών Υποθέσεων
(Τ.Σ.) Θ.Νέγρης

Πηγή: Λαμπρυνίδης Μιχαήλ Γ., Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον. Ύδρα - Σπέτσαι, εν Αθήναις 1907, σ.85.
[5] Κ.Γ.Κωνσταντινίδου, Ανέκδοτος αναφορά Τούρκου φιλέλληνος, περιοδ. «Νέα Εστία», 15 Μαρτίου 1939, αριθ.294.
[6] Κ.Μπίρης, Αρβανίτες, οι Δωριείς του νεώτερου ελληνισμού, Ε’έκδοση (2005),σ.350.
[7] "Yπάρχει έντονη διαφοροποίηση ανάμεσα στους Γκέγκηδες και τους Τόσκηδες από φυλετικής και πολιτισμικής άποψης, ενώ η τόσκικη και η γκέγκικη διάλεκτος παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές, έτσι ώστε οι Γκέγκηδες να θεωρούνται οι πραγματικοί απόγονοι των Ιλλυριών, ενώ οι Τόσκηδες να θεωρούνται απόγονοι εξαλβανισμένων ελληνικών φύλων της Ηπείρου, δηλαδή Ελλήνων οι οποίοι ζώντας ανάμεσα σε αλβανικά φύλα υιοθέτησαν και προσάρμοσαν στις ανάγκες τους την αλβανική γλώσσα, αναμειγνύοντας και στοιχεία από την ελληνική, δημιουργώντας έτσι την αρβανίτικη διάλεκτο" (Πηγή:
Livepedia).
[8] Κ.Μπίρης, ό.π., σσ.355-6.
[9]Ολόκληρη η αναφορά του Σπυρομίλιου:


Εκλαμπρότατε στρατάρχα,

Ο πατήρ μου με γράφει από Χειμάρα κατά την κ’Απριλίου ότι πενηνταέξ αγάδες της Λιαπουριάς συνηνώθησαν σφικτά και ενόρκως αναμεταξύ των και τον εκοινοποίησαν τα ακόλουθα:
α’) Ότι είναι έτοιμοι να στήσουν την Ελλ.σημαίαν εις τας επαρχίας με 4.000 στράτευμα.
β’) Να παραδώσουν το φρούριον της Αυλώνος εις την Ελληνικήν Κυβέρνησιν.
γ’) Να καθυποτάξουν εις το Ελλ.Κράτος όλην την επαρχίαν της Αυλώνος και αυτοί να διοικούνται με τους Ελληνικούς νόμους, ζητούν δε,
α’) Θρησκευτικήν ελευθερίαν.
β’) Την διαφύλαξιν της τιμής των χαρεμίων των.
γ’) 200.000 γρ.ανά χείρας προς εξοικονόμησίν των.
Αν η Σεβαστή Κυβέρνησις εγκρίνη τας προτάσεις ταύτας των αγάδων, επιθυμούν να λάβωσιν έγγραφον επικύρωσιν από τον εξοχώτατον Κυβερνήτη και τότε δίδουν ενέχυρα τα τέκνα των και μερικούς από τους εγκρίτους αγάδες. Επειδή δε έχουν πίστην πολλήν εις εμένα ζητούν να πηγαίνω εκεί εφωδιασμένος με γράμματα της Κυβερνήσεως προς τον Ιλιάς αγάν Λέκα, Καδή-Λέκα και λοιπούς αγάδες. Ευρισκόμενος υπό την οδηγίαν σας, εκλαμπρότατε, κρίνω χρέος μου ν’αναφερθώ κατ’ευθείαν προς την εκλαμπρότητά σας, ώστε να διευθύνετε την αναφορά μου όπου ανήκει.
Δεν ηξεύρω αν η πολιτική συγχωρήσει εις την σεβαστήν Κυβέρνησιν να δεχθή τ’ανωτέρω. Δεν λανθάνει όμως εις την φρόνησίν σας, ποία και πόσα καλά μέλλουν να είναι τα επακόλουθα ενός τοιούτου αντιπερισπασμού μέσα εις το κέντρον της Αλβανίας και , μάλιστα, ενώ μετά την επανάστασιν αυτών των αγάδων, θα ευκολυνθή η Χειμάρα και όλα τα λοιπά χριστιανικά χωρία να δράξωσι τα όπλα.
Προσμένω την έγγραφον απόκρισηιν της υμετέρας υψηλότητος και μένω με όλον το σέβας.

Τη 2 Ιουνίου 1829, Τεκέ των Θηβών

Ο ευπειθής Αρχηγός της Φρουράς

Σ.Μήλιος

(Η σχετική αναφορά σώζεται στο αρχείο του Βλαχογιάννη. Ανακοίνωσις Αγγ.Ν.Παπακώστα, εφημ.Καθημερινή 26 Φεβρ.1947, όπως την παραθέτει ο Μπίρης, ό.π.σ.356).
[10] Κ.Μπίρης, ό.π. σσ.356-7.
[11] Οι Λιάπηδες είναι οι κάτοικοι της Λιαπουριάς (της ορεινής περιοχής που ορίζεται από τη Χιμάρα, τον Αυλώνα, το Αργυρόκαστρο και το Δέλβινο). Ζούσαν χωρισμένοι σε φάρες και τις μεταξύ τους διαφορές έλυναν σε συνάξεις που λέγονταν «πλεκεσίες» (από την αλβανική λέξη πλιάκ=γέρος), δηλαδή γερουσίες. Στις κοινωνικές τους συνήθειες ίσχυε ο νόμος της αυτοδικίας, η δε κλοπή, μια και ζούσαν σε χώρα ορεινή και φτωχή, δεν ήταν κάτι-τουλάχιστον παλιά- ατιμωτικό. Γι’αυτό και διακρίθηκαν στη ληστεία, ακόμη και στην πειρατεία (οι φοβεροί Δουκατίνοι πειρατές ήταν Λιάπηδες). Επειδή ήταν σκληραγωγημένοι, χρησιμοποιήθηκαν συχνά ως μισθοφόροι. Ο στρατός του Αλή Πασά, κατά το αλβανικό μέρος του, απαρτιζόταν από Λιάπηδες. Πολλοί Λιάπηδες διακρίθηκαν στον τουρκικό στρατό και στην τουρκική διοίκηση. Ο Αλή Πασάς και ο Μεγάλος Βεζύρης του σουλτάνου Χαμίτ Β’, ο περίφημος Φερήτ Πασάς Βλιώρας, ήταν Λιάπηδες (Σ.Καργάκος, Αλβανοί-Αρβανίτες-Έλληνες,σσ.283-5).
[12] «Ο αριθμός των σπιτιών των επαναστατημένων περιοχών, που παρέχει στο τέλος της η αναφορά, αν λογαριασθή προς έξι ως επτά άτομα κάθε σπίτι, σημαίνει πληθυσμόν περίπου 140.000 κατοίκων. Πρόκειται βέβαια μόνον περί των μωαμεθανών Τόσκηδων, γιατί αυτοί μόνον δεν είχαν την ελληνική εθνικότητα και ζητούσαν να τους αναγνωρισθή» (Κ.Μπίρης, ό.π.σ.363). Ο Μπίρης αποδίδει την ατυχή κατάληξη αυτής της ικεσίας των μωαμεθανών Τόσκηδων προς την ελληνική πολιτεία στον αιφνίδιο και αναπάντεχο θάνατο του πρωθυπουργού Ιωάννη Κωλέττη, στις 1.9.1847, ο οποίος και θα βοηθούσε σίγουρα-κατά τον Κ.Μπίρη- ως ηπειρώτης τους Τόσκηδες, βλ. Κ.Μπίρης, ό.π. σ.363).
[13] Το κείμενο έχει ως εξής:


Εκλαμπρότατοι Πρόεδροι και πρόκριτοι εις τας Αθήνας των χωμάτων Ελλάδος, ο του Μεγαλειοτάτου Όθων ο Βασιλεύς της Ελλάδος, αδελφικώς ασπαζόμεθα και σας ειδοποιούμεν.
Οι προφερόμενοι τον ασπασμόν φέρνομεν τον παράπονόν μας εδαφιαίως, επειδή και εμείναμεν παν πτωχός λαός οι κάτωθεν καζιάδες (σ.σ.επαρχίες) επικράτειαι στον ξυρόν και πετρώδην τόπον, χωρίς καμμίαν επιστήμην, αλλά οπλοφόροι, αφού η Κωνσταντινούπολι εξουσιάστη από τους προτετηρινούς Σουλτάνους έως σήμερον εφερθήκαμεν υποταγμένοι εις τας προσταγάς το αφεντοτόπων Βεζιράδων, Πασάδων, Καϊμεκάμιδων έως Μουσελιμάδων. 33 Σουλτάνους σχεδόν 400 χρόνους εχήσαμεν το αίμα μας εις κάθε αιχμαλωσίαν, όπου τους είχον σταθεί, όμως όποιος δεν αγαπάγει Βασιλεία, αλλ’ούτε θέοτι αγαπάγει’ τα προτετηρινά ουσούλια (σ.σ. συστήματα διοικήσεως) μας έλειψαν και μας έβαλαν νέα όπου δεν υποφέρονται στους τόπους μας’ μας έβαλαν δωδεκάδα εις κάθε καζάν μας και έκριναν χατηρικώς και αδίκως όιχι διά ριζιάν (σ.σ. επιθυμία) Θεού και του προφύτου μας αλλά ζιώρλεν (σ.σ. με το ζόρι) και δυναστικώς ως εντόπιοι και όχι να κρένουν ως όλοι οι Βασιλείς του Ευρώπ. Δια τούτο εγείναμεν αποστάται εις τον Βασιλέα μας όπου τον είχαμεν Βεκύλην (σ.σ. επίτροπο) και Πατέραν των όλων ημάς Μουσουλμάνων και επαραπονεύθημεν τόσες και τόσες φοραίς με αμάν και με δάκρυά μας και δεν μας έδειναν διάστημα, αλλ’ούτε χαρτσουάλι ήγουν αναφοράν, μην ευσπαχνίζωνταν η Βασιλεία διά εμάς τους φακήρ φουκαράδες (σ.σ. η φτωχολογιά), διά τούτο στέλνομεν τον επίτηδες άνθρωπόν μας να μιλήση δια ζώσης φωνής με την εκλαμπρότητάς σας τα δέοντα, αν η Μεγαλειότης της Βασιλείας μας καμπολιέβη ήγον μας δέχεται να γινώμεθα σιούδιτοι (σ.σ.Υπήκοοι) οι κάτωθεν 5 Καζάϊδες με καπιτουλατσιόνη Νόμους (σ.σ.Capitulations, διομολογήσεις), όπου να μας δώση και να του δόσωμεν διά ησυχίαν μας’ διά ριζάν Θεού να σας κακοφανή και διά εμάς ως πλάσι Θεού όπου εγεννήθημεν γυμνοί και θα πεθάνωμεν. Εκ μέρους μεγαλοδυνάμου και αν ελπίδα σωτηρία δεν είναι διά εμάς ας πεθάνωμεν και από σπαθί ανθρώπων’ αν ήπεν ο Θεός, έτσι ας γίνη’ ικητευόμεθα οι κάτωθεν καζάϊδες Αυλώνος, Δέλβινο, Μεναχιέ, Κουρβελιέσσι, Μαλακάστρα, η άνω και η κάτω του Μπερατιού και Τεπελένι και Ντιονίστα όλα 5 καζάϊδες πρακαλούμεν να ευσπλαχνισθή η Βασιλεία σας όχι και δεν μας αγαπάγει έχε ειπεί ο Θεός να αποθάνωμεν’ δεν πλέον αγαπάμαι να ζήσωμεν απάνω εις την γην, και αν η Βασιλεία μας αγαπάγει μας ειδοποιήται να κάμωμεν και άλλες επικράτειες με την ευχαρίστησίν μας και εγγύισιν διά εμπιστοσύνην με όπως η Βασιλεία αγαπάγει.
Ο επιφερόμενος σας λέγη διά ζώσης και να μας απολογηθεήτε ταύτα και του Θεού να γείνη. Οι αγαπητοί σας Πρόεδροι σαϊμπίδες (σ.σ. γαιοκτήμονες) των 5 καζάδων επιφαινόμενοι με τα σφραγιστήρια όλα.
Έχομεν και τα έγγραφα του πρώην Μερχούμ Σανδραζεμέτα (σ.σ. του πρώην βεζύρη Ατά) προς εμάς και ποίος μας κρένη, αλλά εν ημέρα κρίσεως να απολογηθώμεν. Όχι άλλο.
(ακολουθούν 47 σφραγίδες μπέηδων και αγάδων)
Ιδού όπου τα ανωτέρω σφραγιστήρια ως σαϊμπίδες του τόπου μας να τα παρατηρήσετε καλώς και να σας αποκριθώμεν με εγγύϊσιν διά σιγουριτά σας και διά ασφάλειαν.


1847, τη 15 Αυγούστου.- Καζάϊ Κουβρελιέσι.

(Εφημ. «Αιών» 14 Ιουλίου 1880, όπως παρατίθεται από τον Κ.Μπίρη, ό.π. σσ.361-2).

[14] Θ.Α.Πασχίδης, ό.π. σ.14. Βλ.επίσης Αντ.Γεωργίου, Πολιτικόν κάτοπτρον των πολιτικών της Ελλάδος κατά τον εν έτει 1877 ρωσσοτουρκικόν πόλεμον. Οι ελεύθεροι και μη Έλληνες, οι εθνικώς συγγενείς αυτών Αλβανοί μωαμεθανοί και καθολικοί Μιρδίται εξεταζόμενοι υπό εθνικήν συγγενικήν έποψιν και υπό την έποψιν της ελληνικής επαναστάσεως του 1821, και επίκλησιν των πρώτων προς τους δευτέρους εις κοινήν σύμπραξιν προς απόσεισιν του κοινού μετ’αμφοτέρων ασιατικού ζυγού των Χαλντούπιδων, Αθήνα 1880.
[15] Χριστίνα Κουλούρη, Ιστορία και γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία (1834-1914), Αθήνα 1988, σ.463. Πρβλ. τη σφοδρή επίθεση εναντίον του «αλβανισμού» σε εγκύκλιο του μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Ανθίμου, του 1879, με αφορμή προσπάθεια να εισαχθεί στα ελληνικά σχολεία της Βορείου Ηπείρου η διδασκαλία της αλβανικής, «αμορφώτου και ακατασκευάστου» γλώσσας (στο Βασίλειος Μπαράς, Το Δέλβινο της Βορείου Ηπείρου και οι γειτονικές περιοχές, σσ.339-40).
[16] Θ.Βερέμης-Γ.Κολιόπουλος, Ελλάς η σύγχρονη συνέχεια, Αθήνα, 2006, β’έκδοση, σ.108. Βλ.επίσης: Ιωάννης Κολιόπουλος, Ιστορία της Ελλάδος από το 1800, τομ.Α’, σσ.73-4.
[17] Βερέμης-Κολιόπουλος, ό.π. σ.96. Για την επιτόπια έρευνα των μελών της διεθνούς επιτροπής βλ.Βασίλειος Κόντης, «Το Ηπειρώτικο ζήτημα και η διευθέτηση των συνόρων», στο «Η συνθήκη του Βουκουρεστίου και η Ελλάδα», Θεσσαλονίκη 1990, σσ.58-63,64.
[18] «Δεν πρέπει να μας ενοχλεί η ιδέα των επιμιξιών, διότι χάρη σε αυτές δημιουργείται το κράμα των ισχυρών λαών. Σημασία έχει η αφομοίωση των ξένων πληθυσμιακών στοιχείων, η δημιουργική ένταξη μέσα στον κύριο ελληνικό σώμα. Οι Αλβανοί, όπως έγραψε ο εθνικός μας ιστορικός Κων/νος Παπαρηγόπουλος, σε μια περίοδο κάμψης του ελληνικού κόσμου, εκράτυναν το μάχιμον της ελληνικής φυλής και της έδωσαν νέα αλκή» (Σ.Καργάκος, ό.π.σ.326).
[19] «Οι Αλβανοί, ακόμα και οι μουσουλμάνοι, πολύ δε περισσότερο οι χριστιανοί φυσικά, εξαιτίας της μακράς συμβίωσης με τους Έλληνες, δεν ήταν ακριβώς «ξένοι», ή όχι τόσο «ξένοι» όσο οι «άλλοι» Έλληνες των βορείων ιστορικών χωρών.Τα νησιά Άνδρος, Ύδρα, Σπέτσες και Πόρος, η Αργολίδα, η Κορινθία, η Αχαΐα, η Αρκαδία, η Μεγαρίδα, η Αττική, η Σαλαμίνα, η Βοιωτία, η Σπερχειάδα και η νότια Εύβοια ήταν τόποι όπου οι Αλβανοί κατοικούσαν σε πυκνές συστάδες χωριών και έκαναν την παρουσία τους αισθητή» (Βερέμης-Κολιόπουλος, ό.π. σ.107).
Το παραπάνω έρχεται σε καταφανή αντίθεση με το όλο πνεύμα του βιβλίου. Σε άλλο σημείο του βιβλίου αναφέρεται ότι «οι γλωσσικές κοινότητες […] δεν αποτελούσαν εθνικές κοινότητες με τη σημερινή σημασία του όρου. Δεν θα μπορούσαν επίσης να χαρακτηριστούν «εθνοτικές» κοινότητες, για τον λόγο ότι η χρήση αυτού του όρου θα περιέπλεκε, χωρίς να υπάρχει ανάγκη, ένα ζήτημα που δεν επιδέχεται ερμηνείες άλλες από τη διαπίστωση την οποία επιτρέπουν οι μαρτυρίες της εποχής, δηλαδή την κατανομή των ομιλούμενων γλωσσών της περιοχής, πριν από τις αλλαγές που προκάλεσε η διείσδυση των εθνικών σχολείων των λαών που διεκδικούσαν τμήματά της. […] Με τους όρους λοιπόν «Έλληνες», «Αλβανοί», «Βούλγαροι» και «Βλάχοι», εννοούνται εδώ εκείνοι που είχαν ως μητρική τους γλώσσα την ελληνική, την αλβανική, τη βουλγαρική ή τη βλαχική, ασχέτως της πιθανής καταγωγής αυτών που ομιλούσαν τις εν λόγω γλώσσες» (σσ.74-5). Έτσι, οι Βερέμης-Κολιόπουλος χαρακτηρίζοντας τους Αρβανίτες ως Αλβανούς, δημιουργούν παρανοήσεις διότι ο όρος «Αλβανός» σήμερα σημαίνει τον Αλβανό στο έθνος. Νομίζω ότι ο όρος «αλβανόφωνος» θα ήταν πιο δόκιμος και δεν θα δημιουργούσε παρανοήσεις.
[20] «Ήσαν δε οι Σουλιώται κράμα Ελλήνων και εξελληνισθέντων Αλβανών. Η αλβανική εκράτυνε το μάχιμον της ελληνικής πνεύμα, η δε ελληνική ενεφύσησεν εις την αλβανικήν τα ευγενέστατα αισθήματα της φιλοπατρίας, της φιλομαθείας και της ευνομίας. Τα δύο κάλλιστα προϊόντα του συνδυασμού τούτου υπήρξαν οι Σουλιώται επί της Στερεάς, οι Υδραίοι και οι Σπετσιώται, κατά θάλασσαν» (Κ.Παπαρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ.5β’, σελ.146). Για τους Σουλιώτες γράφει ο Β.Ραφαηλίδης: «Το Σούλι σε όλη την ιστορία του λειτουργούσε σαν κράτος εν κράτει, που αρνιόταν να υποταχτεί στον οποιοδήποτε, Τούρκο,Έλληνα ή εκτός Σουλίου Αρβανίτη. Οι περήφανοι και ανυπόταχτοι Σουλιώτες ήταν τέτοιοι όχι γιατί ήταν Έλληνες ή Αρβανίτες, αλλά διότι ήταν Σουλιώτες, έτσι απλά και καθαρά» (Βασίλης Ραφαηλίδης, «Οι λαοί των Βαλκανίων», σ.232).
[21] «Ο ελβετικός εθνικισμός είναι, όπως γνωρίζουμε, πολυεθνικός. Σχετικά με αυτό το θέμα, αν υποθέταμε ότι οι Έλληνες κάτοικοι των ορεινών, οι κλέφτες, που ξεσηκώθηκαν εναντίον των Τούρκων τον καιρό του Μπάϋρον ήταν εθνικιστές, πράγμα το οποίο είναι ομολογουμένως απίθανο, δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ότι μερικοί από τους πιο αξιοθαύμαστους αγωνιστές τους δεν ήταν Έλληνες αλλά Αλβανοί (Σουλιώτες)» (Eric Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, Αθήνα, 1994, σ.95). Στην σελίδα 150 γράφει κάτι το οποίο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το προαναφερθέν απόσπασμα: «Πάντως, ακόμα κι αν περιοριστούμε στην Ευρώπη και τις γειτονικές της περιοχές, συναντούμε το 1914 πολλά κινήματα τα οποία μετά βίας υπήρχαν ή δεν υπήρχαν καθόλου το 1870: μεταξύ των Αρμενίων, των Γεωργιανών, των Λιθουανών και άλλων Βαλτικών λαών και Εβραίων (και με σιωνιστικές και με μη-σιωνιστικές απόψεις), μεταξύ των Μακεδόνων και των Αλβανών στα Βαλκάνια […]».
[22] Είναι αξιοσημείωτοι οι επαμφοτερισμοί της αλβανικής εθνικιστικής ιδεολογίας, όταν στα τέλη του 19ου αιώνα, του αιώνα των «γλωσσικών εθνικισμών», αναζητούσε ερείσματα από την μία γλωσσολογική θεωρία στην άλλη –άλλοτε υιοθετώντας την άποψη ότι τα αλβανικά είναι μια διάλεκτος της αρχαίας Ιλλυρικής κι άλλοτε ανακαλύπτοντας ακόμη αρχαιότερες Πελασγικές καταβολές στα γλωσσικά ιδιώματα των πληθυσμών που διεκδικούσε. Βλ.S.Skendi, The Albanian Awakening, σσ.114-5.

Η ιλλυρική θεωρία για την καταγωγή της αλβανικής γλώσσας στηριζόταν στις έρευνες του Αυστριακού γλωσσολόγου G.Meyer (1850-1900). Η μετέπειτα υιοθέτηση της (προγενέστερης γλωσσολογικά) Πελασγικής θεωρίας του A.Schleicher (1821-1868), που τοποθετούσε ακόμη μακρύτερα τις καταβολές των αλβανικών, άφηνε βεβαίως τους διεκδικούμενους πληθυσμούς έκθετους και σε ομόλογες αξιώσεις του ελληνικού εθνικισμού. Η έμφαση στη γλώσσα δεν είναι φυσικά άσχετη από την κυριαρχία του ρομαντισμού στον 19ο αιώνα, που οδήγησε σε αυτό που ο Arnold Toynbee αποκαλεί «δαίμονα του γλωσσικού εθνικισμού» (A.J.Toynbee, A study of History, τόμος VII, σσ.536-7).
[23] Αλέξανδρος Πάλλης,1851-1935. Ποιητής και λόγιος. Γεννήθηκε στον Πειραιά. Τελείωσε το γυμνάσιο στον Πειραιά και φοίτησε για ένα χρόνο στη Φιλοσοφική Σχολή του πανεπιστημίου Αθήνας. Σε ηλικία 18 χρονών εφυγε στην Αγγλία, όπου υπηρέτησε στον οίκο Ράλλη και στη συνέχεια για μερικά χρόνια στην Ινδία. Η κύρια διαμονή του όμως ήταν στο Λίβερπουλ της Αγγλίας. Ανέπτυξε σημαντική εμπορική και κοινωνική δράση, αλλά εκεί που υπερέχει σημαντικά είναι η φιλολογική - κριτική, μεταφραστική και πρωτότυπη δράση του. Το 1885 έκανε κριτική έκδοση της Αντιγόνης του Σοφοκλή. Υπήρξε υποστηρικτής της καθαρεύουσας. Από τη στιγμή όμως που εκδόθηκε το Ταξίδι του Ψυχάρη, τον κέρδισε η δημοτική, της οποίας αναδείχτηκε θερμός υποστηρικτής. Το 1889 εξέδωσε τα Τραγουδάκια για παιδιά που φέρουν και τον τίτλο Ταμπουράς και κόπανος. Το 1894 μετέφρασε τον Έμπορο της Βενετίας του Σαίξπηρ και το 1906 διασκεύασε τον Κύκλωπα του Ευριπίδη. Το 1910 μετέφρασε τα Ευαγγέλια, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση των εχθρών της δημοτικής γλώσσας. Μετέφρασε την Ιλιάδα, βραβεύτηκε από την Εταιρεία των Ελληνικών Σπουδών στο Παρίσι και γνώρισε μεγάλη κυκλοφορία. Δημοσίευσε πολλά άρθρα και μελέτες κυρίως στο περιοδικό Νουμάς καθώς και σε άλλα. Ο Σπύρος Μελάς τον αποκαλεί πρωτοπαλίκαρο του δημοτικού αγώνα (Πηγή: livepedia).
[24] Στο Γεράσιμος Κακλαμάνης, «Η Ελλάς ως κράτος δικαίου» , όπως παρατίθεται από τον Β.Ραφαηλίδη στο «οι λαοί των Βαλκανίων», σσ.233-4.

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

H ιστορικότητα έθνους και εθνικισμού



Στο σημερινό θέμα θα ασχοληθούμε με την συνδεσμολογία της εθνικιστικής σκέψης και πως αυτή με βάση τα σημερινά κριτήρια σαρώνει και οικειοποιείται ένα πολυεπίπεδο και πολύπλοκο παρελθόν, παρελθόν το οποίο "εθνικοποιεί" και υποτάσσει στην σημερινή εθνική πραγματικότητα.
Η κατίσχυση του εθνοκεντρικού λόγου στην κοινωνία είναι συντριπτική και καθολική. Σχεδόν όλοι δέχονται δογματικά τα "αξιώματα" της εθνικής ιδεολογίας.
Η μελέτη της πρακτικής του εθνικιστικού λόγου δεν έχει να κάνει με την απαξίωση των εθνικών ιδεωδών, ούτε αποσκοπεί στο να καταδείξει μια ομαδική ψύχωση αλλά ασχολείται με την ανάδειξη της ιστορικότητας αυτού του φαινομένου.
Παρουσιάζω ευθύς αμέσως ένα απόσπασμα από το βιβλίο "Η εθνικιστική ιδεολογία, πέντε υποθέσεις εργασίας στην ιστορική κοινωνιολογία", του κ.Παντελή Λέκκα, Αναπληρωτή Καθηγητή στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι πολύ βοηθητικό για τους Αρβανίτες οι οποίοι αν το διαβάσουν με προσοχή, θα βγούνε από την πολύ δύσκολη θέση που βρίσκονται και βάσει της οποίας καλούνται να συγκεράσουν την αποδοχή της θεωρίας της τρισχιλιετούς συνέχειας του ελληνικού έθνους (το γνωστό δόγμα Παπαρηγόπουλου) με κύριο εθνικό χαρακτηριστικό την ελληνική γλώσσα, με το ότι οι ίδιοι ως κοινωνική ομάδα δεν ήταν ελληνόφωνοι. Ειδικά στο θέμα της γλώσσας, ο κ.Λέκκας με εξαιρετικά επιχειρήματα καταδεικνύει το επουσιώδες της γλώσσας (και την πλήρη κατίσχυση της θρησκείας ως εθνικό δηλωτικό) κατά την διάρκεια της εθνογέννεσης του ελληνικού έθνους, στα τέλη του 18ου αιώνα (εκεί προσδιορίζεται παγκοσμίως η έναρξη της εθνογενετικής διαδικασίας).

Η ιστορικότητα έθνους και εθνικισμού.

Για να αποδοθεί στη γλωσσική διαφορά φόρτιση (πέραν από αυτή που αυτονόητα έχει) και πολιτική δυναμική (που σπανίως από μόνη της διαθέτει), πρέπει να υπάρχει ήδη η ανάγκη να δηλωθεί η εθνική ταυτότητα ή ετερότητα. Αυτό προκύπτει από την ίδια την εθνικιστική ιδεολογία αν προσέξουμε την λογική σύνδεση των επιχειρημάτων της και δεν παρασυρθούμε από τους σαρωτικούς αφορισμούς της. Οι εθνικιστές, όποτε προσφεύγουν στο γλωσσικό κριτήριο προτάσσουν το εξής επιχείρημα: "ανήκουμε σε ένα ξεχωριστό έθνος και ένα (το κυριότερο έστω) από τα τεκμήρια της διαφοράς μας είναι και το ότι ομιλούμε διαφορετική από τους αλλοεθνείς γλώσσα". Κανένας όμως εθνικιστής που θέλει να διατηρήσει στοιχειώδη έστω αξιοπιστία δεν θα διενοείτο να αντιστρέψει τη λογική αυτή σειρά υποστηρίζοντας τη γενική αρχή πως "όποιος ομιλεί διαφορετική γλώσσα έπεται ότι ανήκει σε διαφορετικό έθνος" διότι τότε θα έπρεπε να εξηγήσει όχι μόνον τη σχεδόν μόνιμη απουσία απόλυτης γλωσσικής ομοιογένειας στο εσωτερικό του δικού του έθνους αλλά και την παρουσία πολλών ομόγλωσσων, αλλά σαφώς διακριτών και ανεγνωρισμένων εθνών. Η επίκληση των γλωσσικών διαφορών δεν αποτελεί όπως συνήθως πιστεύεται το ισχυρότερο σημείο αλλά την αχίλλειο πτέρνα της εθνικιστικής ιδεολογίας επειδή η απόλυτη εμμονή σε αυτές μειώνει την αξιοπιστία των επιχειρημάτων της και περιορίζει το εύρος των αξιώσεών της.

Η γλώσσα δεν είναι δυνατόν να παράσχει από μόνη της το κριτήριο της εθνικής διαφοροποίησης ούτε κατ' επέκταση να αποτελέσει αποδεικτικό τεκμήριο της αρχαιότητας των εθνικών διακρίσεων. Και πώς θα μπορούσε εξάλλου να είναι καθολικό τεκμήριο ανομοιότητας σε όλο το ιστορικό φάσμα των κοινωνιών που προηγήθηκαν της σύγχρονης κοινωνίας; Για αιώνες ολόκληρους ο αγράμματος αγρότης της κεντρικής Ιταλίας μπορεί να χρησιμοποιούσε παρόμοιο γλωσσικό ιδίωμα με το χωρικό της βόρειας Ιταλίας, χωρίς αυτό να τους απασχολεί ή να έχει την παραμικρή επίπτωση στον τρόπο ζωής τους και χωρίς να διανοείται να τους επιβάλει την ομιλία και τη γραφή της τοσκανικής διαλέκτου, για να τους κάνει να πλησιάσουν περισσότερο ο ένας τον άλλον γλωσσικά και εθνικά. Για εξίσου μακρές περιόδους, τα κινέζικα ιδεογράμματα αποτελούσαν μέσο γραπτής επικοινωνίας για όσους λόγιους μπορούσαν να τα αποκρυπτογραφούν και να τα αναπαράγουν χωρίς αυτό να σημαίνει πως ένιωθαν ότι συνανήκαν σε κάποια εθνική οικογένεια είτε με τους άλλους λογίους με τους οποίους μπορούσαν να συνεννοηθούν γραπτώς αλλά δεν ομιλούσαν την ίδια γλώσσα, είτε με τους αγράμματους πληθυσμούς ανάμεσα στους οποίους ζούσαν και με τους οποίους επικοινωνούσαν προφορικά. Για ακόμη μακρότερες περιόδους, ο άνθρωπος ερχόταν -μόνιμα ή περιστασιακά, δεν έχει σημασία - σε επαφή με άλλους ανθρώπους που μιλούσαν γι αυτόν ακατάληπτες γλώσσες χωρίς αυτό να οδηγεί, πέρα από την προφανή αδυναμία τους να συνεννοηθούν, σε οποιαδήποτε αντίθεση μεταξύ τους.

Το ερώτημα λοιπόν παραμένει: κατά πόσον τα εμπόδια στην επικοινωνία, που ήταν φυσικό να υπάρχουν και στην παραδοσιακή κοινωνία, διέκριναν αναγκαστικά ομάδες άλλες πέραν των γλωσσικών και δημιουργούσαν διαφορές άλλες από αυτές που αυτονόητα συνεπάγονταν; Πιστεύω πως τα μέτρα και τα σταθμά με τα οποία σήμερα αποτιμούμε τις συνέπειες της γλωσσικής συγγένειας και της γλωσσικής διαφοράς απλώς δεν ίσχυαν στο παρελθόν. Εάν ίσχυαν, όπως η εθνικιστική ιδεολογία συχνά προσπαθεί να αποδείξει, τότε θα υπήρχε μεγάλη δυσκολία στο να εξηγήσουμε πώς ήταν δυνατόν να επιζήσουν επί μακρότατα χρονικά διαστήματα ποικιλόμορφες πολιτικές δομές (βασίλεια, αυτοκρατορίες κλπ) χωρίς να διαταράσσονται από την ύπαρξη διαφορετικών γλωσσικών ομάδων στο εσωτερικό τους και χωρίς οι ομάδες αυτές να ενοχλούνται με οποιοδήποτε τρόπο από τις λόγιες διοικητικές γλώσσες (όπως η λατινική, η ελληνική και η κινέζικη) που τους ήταν καθ' όλα ξένες. Αντίστροφα, θα ήταν απορίας άξιον γιατί ο Δημοσθένης ένιωθε την ανάγκη να αντισταθεί στην συνένωση των ελληνικών πόλεων υπό την ηγεμονία του "ελληνίζοντος" βασιλέως των Μακεδόνων.
Το πρόβλημα, κατά συνέπεια, δεν είναι η ίδια η γλωσσική διαφορά ή συγγένεια αλλά το πώς εμείς την ερμηνεύουμε, αδιαφορώντας για το πού και πότε αναφέρεται -το πρόβλημα κοντολογίς είναι αν εξετάζουμε τη γλωσσική διαφορά και συγγένεια σε σχέση με το ιστορικό και κοινωνικά πλαίσιο στο οποίο σημειώνονται ή, αντιθέτως, αν θεωρούμε πως αποτελούν φαινόμενα υπερβατικού χαρακτήρα. Στη δεύτερη όμως περίπτωση, η εξάλειψη της ιστορικότητας δεν είναι καθόλου ουδέτερη διότι υποκρύπτει και την εξάλειψη της ιστορικότητας και της δικής μας ανάγνωσης. Αυτό συμβαίνει, πιστεύω, και στην περίπτωση της εθνικιστικής ιδεολογίας η οποία όταν επικαλείται φράσεις τύπου πας μη Έλλην βάρβαρος, επιχειρεί να τις επενδύσει με νόημα που η ίδια έχει δημιουργήσει, ούτως ώστε να κατοχυρώσει ότι οι εθνικές διαιρέσεις είναι πανάρχαιες και φυσικές, αλλά και να υποκρύψει τον δικό της επεμβατικό ρόλο. Ο εθνικισμός όμως, επειδή ακριβώς περιέχει και εμπνέει ιδέες που ήταν άγνωστες στην παραδοσιακή κοινωνία δεν αποτελεί φυσικό αλλά ιστορικό φαινόμενο και με αυτήν την έννοια πρέπει να αναλυθεί, αν θέλουμε να αποφύγουμε την παγίδα που ο ίδιος δημιουργεί με την εμμονή του στην αρχαιότητα και τη φυσικότητα του έθνους. Ο κίνδυνος της προβολής του παρόντος στο παρελθόν (που ενυπάρχει -αναπόφευκτα κατα τη γνώμη μου -σε κάθε προσπάθεια ανασύστασης του παρελθόντος) εδώ ισχύει σε απόλυτο βαθμό, επειδή όχι μόνον μορφές συλλογικής συνείδησης και αλληλεγγύης χρησιμοποιούνται επιλεκτικά σαν επιβεβαιωτικά τεκμήρια της αρχαιότητας του έθνους αλλά και επειδή τέτοιου είδους προβολισμοί σπανίως αμφισβητούνται, χάρη στην καθολική επικράτηση των όρων της εθνικιστικής ιδεολογίας.
Είναι χαρακτηριστική πχ η σιωπή της ιστορικής επιστήμης όταν αναπαράγεται ο χαρακτηρισμός εμφύλια διαμάχη για συγκρούσεις που ήταν πολύ φυσικές μέσα στο πλαίσιο της παραδοσιακής κοινωνίας αλλά δεν συμμορφώνονται με την έννοια του παντοτινού και ενιαίου έθνους. Κατ'αυτόν τον τρόπο, ο Πόλεμος των Ρόδων είναι για τον "αγγλικό" Μεσαίωνα "εμφύλιος", αλλά ο εκατονταετής πόλεμος είναι "πατριωτικός", οι Περσικοί Πόλεμοι είναι για την κλασική αρχαιότητα περισσότερο "φυσιολογικοί" από ό,τι η "εκτροπή" του Πελοποννησιακού Πολέμου κοκ. Πρόκειται για τη σύγχρονη όσο και απρόσβλητη εκείνη αντίληψη που μας επιτρέπει να αποδίδουμε χωρίς ενδοιασμούς εθνική συνείδηση στο μέλος της δυναστείας των Αψβούργων που έδρευε κατά τον 15ο ή τον 16ο αιώνα στην Βιέννη, στην Πράγα, στη Μαδρίτη ή τις Βρυξέλλες, δίχως την αίσθηση ότι αυθαιρετούμε απέναντι στη λογική της εποχής στην οποία αναφερόμαστε.
Η κριτική αμφισβήτηση ανάλογων αποτιμήσεων από τις κοινωνικές επιστήμες απουσιάζει ακόμα και σήμερα. Το φορτισμένο λεξιλόγιο του εθνικισμού έχει διαποτίσει την σύγχρονη σκέψη σε τέτοιο βαθμό που και τα παράγωγα ιδεολογήματα ακόμη κι όταν συνιστούν κατάφωρα λογικά ατοπήματα έχουν γίνει αποδεκτά και ηχούν φυσιολογικά. Πόσο όμως φυσιολογικό θα ηχούσε αν κάποιος διενοείτο να απευθύνει στην κατεστημένη αντίληψη της κοινωνίας και της ιστορίας της την ακόλουθη απλή ερώτηση: αν τόσα από τα σύγχρονα έθνη έχουν πράγματι πανάρχαιη ιστορία, γιατί εξαφανίστηκαν από προσώπου γης λαοί της αρχαιότητας που θα έπρεπε κι αυτοί, κατ'αναλογία, να ορίζονται με τα ίδια κριτήρια, αλλά που είχαν την ατυχία να μη βρουν σοβαρούς διεκδικητές της δικής του ιστορικής κληρονομιάς; Τι έγινε με τα "ένδοξα έθνη" των Ασσυρίων, των Βαβυλωνίων, των αρχαίων Αιγυπτίων, των Χετταίων, τι συνέβη με τους Φιλισταίους, τους Αβάρους, τους Αψυλίους, τους Αβασγούς, τους Τζανούς κοκ.; (Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουνε υπάρξει απόπειρες εθνικιστικής εκμετάλλευσης και αυτών των αρχαίων πολιτισμών, παρόλο που η σοβαρότητα αυτών των ισχυρισμών ελέγχεται απο ανταγωνιστικούς και άλλους εθνικισμούς).
Στην προσπάθεια να καταδειχθεί η ιστορικότητα έθνους και εθνικισμού μπορεί βεβαίως να αντιταχθεί το επιχείρημα ότι λέξεις όπως έθνος, natio, nation κλπ. έχουν παρελθόν που υπερβαίνει κατά πολύ τα χρονικά όρια της σύγχρονης κοινωνίας -κοντολογίς, ότι δεν είναι λέξεις καινούργιες, αλλά παμπάλαιες. Δεν υπάρχει, πιστεύω, πιο διαδεδομένη αλλά και πιο επιπόλαιη ένσταση. Οι λέξεις είναι σαν τα νομίσματα: η ανταλλακτική αξία τους αλλάζει απο κοινωνία σε κοινωνία και από εποχή σε εποχή, αφού με την ίδια λέξη διαφορετικοί άνθρωποι σε διαφορετικούς χρόνους εννοούν διαφορετικά πράγματα - και η παράκαμψη αυτού του προβλήματος της σημασιολογίας στην ιστορία συνιστά βαρύτατο μεθοδολογικό σφάλμα. Πράγματι οι λέξεις έθνος και nation δεν είναι καινούργιες, έχουν ιστορία, όμως αυτή η ιστορία λέει πολλά όχι μόνο για όσα σημαίνουν αλλά και για όσα δεν σημαίνουν κατά περιόδους.

Η λέξη έθνος στους αρχαίους κλασικούς έχει πολλές σημασίες, καμία από αυτές όμως δεν αντιστοιχεί σε αυτήν που της αποδίδουμε σήμερα. Στον Όμηρο για παράδειγμα, έχει την έννοια της συντροφιάς ("έθνος εταίρων", Ιλ. Γ32, Η115), του στρατού γενικά ("έθνος λαών", Ιλ. Ν495, "έθνεα πεζών" Ιλ. Λ724) ή κάποιας συγκεκριμένης στρατιάς "έθνος Αχαιών", Ιλ. Ρ552), του σωρού νεκρών ("έθνεα νεκρών", Οδ. λ34, κ526) και τέλος του σμήνους εντόμων ή πτηνών ("έθνεα μελισσάων, ορνίθων, μυιάων", Ιλ. Β87, 459, 469). Στον Πίνδαρο απαντάται με τις σημασίες είτε του φύλου ("ανέρων έθνος", Ολ. 1,66, "έθνει γυναικών" Πυθ. 4,252) είτε του συγγενούς (Νεμ. 5,43). Στον Ηρόδοτο αναφέρεται στη φυλή, το γένος (" Μηδικόν έθνος", 1,101) ή στις ελληνικές πόλεις - στον πληθυντικό! - που υπέκυψαν στους Πέρσες ("των μηδισάντων εθνέων των Ελληνικών", 9,106,3) στον Θουκυδίδη σε διάφορες φυλές, ελληνικές ή βαρβαρικές (1,3 και 3,92) και στον Ξενοφώντα στην φυλή ή το γένος ("Πομπάς εποίησαν κατά έθνος έκαστος των Ελλήνων" Αναβ. 5,5,5), στο φύλο ("Θήλυ έθνος", Οικον, 7,26) και στη συντεχνία ή την επαγγελματική ομάδα (οίσθα τι έθνος ηλιθιώτερον ραψωδών;", Συμπ. 3,6). Στον Αισχύλο χρησιμοποιείται για τις Ερινύες (Ευμ. 366) ή για οπλισμένη ομάδα ("έθνος μαχαιροφόρον" , Περσ. 56), και στον Σοφοκλή αναφέρεται σε αγέλες ζώων ("θηρών ...έθνη", Αντ. 344 και Φιλ. 1147). Στον Πλάτωνα η λέξη έθνος έχει την έννοια του είδους (ιχθύων έθνος, Τίμ. 92γ), της επαγγελματικής ομάδας (δημιουργικόν έθνος, Γοργ. 455β, έθνος κηρυκικόν, Πολιτικός 290β) και του γένους ή της φυλής (των Θετταλών...πενεστικόν έθνος - Νόμοι 776δ), ενώ στον Αριστοτέλη ο όρος αναφέρεται στις βαρβαρικές φυλές σε αντιδιαστολή με τις ελληνικές (Πολιτικά, 1324β10). Οι σημασίες της λέξης λοιπόν ποικίλλουν και όχι μόνο δεν έχουν την σημερινή πολιτισμική και πολιτική φόρτιση, αλλά δεν αναφέρονται καν σε μία και μόνη θεματική κατηγορία.

Και στην Παλαιά Διαθήκη όμως (μετάφραση των Ο) η λέξη έθνος χρησιμοποιείται για το χαρακτηρισμό όχι του εβραϊκού ή άλλου έθνους με τη σύγχρονη σημασία, αλλά όλων όσοι δεν ανήκουν στην εβραϊκή θρησκευτική κοινότητα, δεν πιστεύουν δηλαδή στο θεό του Ιεχωβά (ινατί εφρύαξαν τα έθνη; - Ψαλμ. β΄1). Ανάλογη σημασία θρησκευτικής διάκρισης έχει και στην Καινή Διαθήκη ("Εις οδόν εθνών μη απελθήτε" - Ματθ. Ι,5) ╈αι στα αποστολικά κείμενα ("Εν τη κατασχέσει των εθνών" Πράξεις, Ζ45 και "των εθνών τε και των Ιουδαίων" Πράξεις ΙΔ5) ενώ ο Παύλος ("ο εθνών απόστολος" Προς Ρωμαίους, ΙΑ,13) τη χρησιμοποιεί για να χαρακτηρίσει τους μη εβραϊκής καταγωγής χριστιανούς (Προς Ρωμαίους, ΙΕ27).

Στους Λατίνους η λέξη natio συναντάται στον Κικέρωνα με τη σημασία άλλοτε της θεότητας της γέννησης (N.D., 3,18,47) και άλλοτε της φυλής (N.D. 2,29,74, Q.Fr.1,1,9 27, Phil. 10,10,20.) της κοινωνικής τάξης (Sest. 44,96) ή κάποιας μερίδας υποψηφίων (Pis. 23,55). Στον Βάρρωνα εννοείται ως ράτσα ζώων (R.R., 2.6.4.) ή ανθρώπων (L.L., 9,93), στον Πλίνιο ως είδος ζώων ή πραγμάτων (22,24,50 109 και 21,14,49 83), στον Πλαύτο ως γένος ανθρώπων (Men. 2,1,34 και Rud. 2,2,6) ενώ παρόμοια σημασία έχει και στον Τάκιτο (G. 38).
Με την επικράτηση του χριστιανισμού η λέξη έθνος και τα παράγωγά της δηλώνουν τους μη Χριστιανούς, όπως προκύπτει από τα Πατερικά κείμενα αλλά και από τη χρήση της λέξης natio στην εκκλησιαστική λατινική του Τερτυλλιανού (De Idol. 22). Κι αυτή όμως η σημασία αλλάζει στην μεσαιωνική Δύση όπου ο όρος natio αποτελεί νομική έννοια για την υποδήλωση της οργανωμένης κοινότητας ή του μοναστικού τάγματος μέσα στα εκκλησιαστικά συμβούλια και τα πανεπιστήμια. Εξίσου άσχετες προς τη σημερινή έννοια είναι και οι σημασίες της λέξης nation στις λατινογενείς γλώσσες εώς και τον 18ο αιώνα. Είναι άξιος προσοχής για τις πολλαπλές συνδηλώσεις της λέξης μέχρι και σχετικά πρόσφατα ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιειται από τον Άνταμ Σμιθ στο Ο Πλούτος των Εθνών που εκδίδεται το 1776, έτος διακήρυξης της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας.
Η εμμονή στον ισχυρισμό περί αρχαιότητας του έθνους παρουσιάζει λοιπόν εξαιρετικές δυσκολίες. Αυτό και μόνον αρκεί για να υποδηλώσει το σύγχρονο χαρακτήρα του εθνικισμού, της σύγχρονης εκείνης ιδεολογίας που στρέφεται γύρω από μίαν έννοια που δεν υπήρχε σε προηγούμενες κοινωνίες.

Ο ίδιος ο όρος εθνικισμός είναι φυσικά άγνωστος πριν από τον 18ο αιώνα, αφού εμφανίζεται για πρώτη φορά μόλις στα 1798 και καθιερώνεται μόλις στα τέλη του 19ου αι. Ο ακριβής προσδιορισμός του γενέθλιου σημείου του εθνικισμού έχει συχνά αποτελέσει αντικείμενο διαφωνιών και ταυτίζεται άλλοτε με τον αγγλικό εμφύλιο πόλεμο (1642), άλλοτε με το δεύτερο διαμελισμό της Πολωνίας (1772) άλλοτε με τη διακήρυξη της αμερικάνικης ανεξαρτησίας (1776), άλλοτε με τη γαλλική επανάσταση (1789) και άλλοτε με τον Λόγο προς το Γερμανικό Έθνος του Φίχτε (1807). Οι περισσότεροι πάντως μελετητές συμφωνούν πως η γένεση του εθνικισμού πρέπει να τοποθετηθεί στο πέρασμα από τον 18ο στον 19ο αιώνα στην Ευρώπη.
Πρόκειται λοιπόν για κατ' αρχάς ευρωπαϊκό φαινόμενο που εξαπλώνεται ραγδαία μέσα σε λιγότερο από 2 αιώνες σε ολόκληρη την υφήλιο.


Παντελής Λέκκας, Η εθνικιστική ιδεολογία, πέντε υποθέσεις εργασίας στην ιστορική κοινωνιολογία, εκδόσεις Κατάρτι, 1996 (β έκδοση).
Πηγή: http://www.geocities.com/tuki8eblom/lek.html (η ιστοσελίδα του αγαπητού φίλου blogger tuki8eblom).

doctor

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008

Οι ιδρυτικοί μύθοι των εθνών



Στο παρόν θέμα θα ασχοληθούμε με τους ιδρυτικούς/καταγωγικούς μύθους των εθνών. Παραθέτω κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο του Καθηγητή Ιστορικής Κοινωνιολογίας και Σύγχρονης Κοινωνικής Θεωρίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Π.Λέκκα με τίτλο «Το παιχνίδι με τον Χρόνο».
Ο κ.Λέκκας με μια υπέροχη γραφή, με επιστημονικό τρόπο και έπειτα από εμβριθή μελέτη των ιδρυτικών μύθων των εθνών εγκύπτει στην συνδεσμολογία των μύθων αυτών, οι οποίοι βέβαια είναι ιστορικά προσδιοριστέοι όσον αφορά την γένεσή τους, και έχουν όλοι κοινά γνωρίσματα, συναποτελώντας έτσι το βασικό δομικό στοιχείο ενός παγκοσμίου φαινομένου, του έθνους, με την έννοια που έχει αυτό τους τελευταίους δύο αιώνες. [1]

Με δεδομένο τον παρελθοντικό προσανατολισμό του εθνικισμού, είναι επόμενο τα περισσότερα έθνη να φαντάζονται τους εαυτούς τους ως συλλογικότητες που κατάγονται από κοινούς προγόνους [2].
Καμία εθνικιστική ιδεολογία δεν μπορεί να υποστηρίξει σοβαρά ότι ολόκληρο το εθνικό σώμα εξ ονόματος του οποίου ομιλεί, έλκει απευθείας την καταγωγή του από κάποια φυλετικώς ανόθευτη ιστορική κοινότητα του παρελθόντος. Η υπεράσπιση μιας τέτοιας θέσης θα συνεπαγόταν απαντήσεις σε ενοχλητικά ερωτήματα σχετικά με την υποτιθέμενη «μόνωση» του οικείου έθνους από εξωγενείς επιδράσεις και επιμιξίες-απαντήσεις, που αναπόφευκτα θα υπονόμευαν την αξιοπιστία και την απήχηση του εθνικιστικού μηνύματος. Περιττεύει ίσως εδώ η αναφορά στην ιδεολογική χρεωκοπία της ναζιστικής εκδοχής του γερμανικού εθνικισμού εξαιτίας της αγκίστρωσής της σε φυλετικά επιχειρήματα.
Έτσι, οι καταγωγικοί μύθοι όταν διατυπώνονται με φυλετικούς όρους (λ.χ. Φυλή, Γένος), έχουν κατά βάθος πολιτισμικό περιεχόμενο. Υπογραμμίζουν δηλαδή όχι τόσο την απαρχή κάποιας αμιγούς φυλετικής προέλευσης του έθνους όσο την σύλληψη της αναλλοίωτης πολιτισμικής του αυτοπροσωπίας ανά τους αιώνες [3].
Οι διάφοροι μύθοι που κρυσταλλώνονται περί την καταγωγή του έθνους είναι δηλωτικοί της βούλησής του να υπάρξει από εδώ και στο εξής.
Εδώ βρίσκεται το βαθύτερο νόημα στις ανασκαλεύσεις του παρελθόντος από την νεωτερική ιδεολογία του εθνικισμού: ορίζοντας την γενέθλια ή ιδρυτική «στιγμή» του έθνους, οι μύθοι των προγόνων χαρακτηρίζονται από έντονη διδακτική φόρτιση, συμπυκνώνοντας παραδείγματα προς μίμηση και πρότυπα δράσης. [4]




Πόσο μακριά στον χρόνο τοποθετείται αυτή η «στιγμή»; Η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα εξαρτάται, κατά περίπτωση, από το πρόσφορο υλικό που μια εθνικιστική ιδεολογία έχει στην διάθεσή της ή καταφέρνει να ιδιοποιηθεί από την δεξαμενή του παραδοσιακού παρελθόντος το οποίο, ας μην λησμονούμε, θεωρείται ότι υπήρξε ανέκαθεν «εθνικό».
Έτσι, οι Φινλανδοί μπορούν ευχερώς να επικαλούνται το έπος της Καλεβάλα [5] και να το τοποθετούν τις ρίζες του έθνους τους στην Εποχή του Σιδήρου. Το γεγονός ότι η παράδοση στην οποία παραπέμπουν δημιουργήθηκε μόλις το 1835 δεν συνιστά φυσικά κώλυμα- απλώς αντιμετωπίζεται σαν άλλη μια στιγμή εθναφύπνισης.
Το παράδειγμα των Φινλανδών και της Καλεβάλα ακολουθούν και οι γείτονές τους Εσθονοί, με τον Γιό του Καλεβί (Kalevipoeg)[6], ένα ακόμη έπος που θεωρείται η βάση για την αναδρομή στους προϊστορικούς χρόνους ώστε να αποδειχθεί και η δική τους μακραίωνη εθνική καταγωγή. Αδιάφορα βέβαια από την «ασήμαντη» λεπτομέρεια ότι πρόκειται για συμπίλημα προφορικών παραδόσεων που συγκεντρώθηκαν και συμπληρώθηκαν εντέχνως μόλις στα μέσα του 19ου αιώνα, ενώ μέχρι τότε οι σημερινοί Εσθονοί δεν διέθεταν ούτε καν ξεχωριστό εθνώνυμο.
Έκτοτε όμως, όπως ήταν αναμενόμενο, φρόντισαν να σφραγίσουν τα κενά στην μακραίωνη συνέχεια της εθνικής παρουσίας τους. Προέβησαν αναδρομικά στην εθνική τους διαφοροποίηση από τους μη ιθαγενείς που είχαν ζήσει κατά καιρούς στα εδάφη τους (Γερμανούς αστούς, Σουηδούς αριστοκράτες, Ρώσους γραφειοκράτες) και συνέλεξαν τα τεκμήρια της διαφορετικότητάς τους στο Εθνογραφικό Μουσείο του Τάρτου [7] όπου καθένα από τα εκατό χιλιάδες ευρήματα αντιστοιχεί σε δέκα περίπου μέλη του μικροσκοπικού αυτού έθνος του ενός εκατομμυρίου. [8]
Παρόμοια παραδείγματα σημαίνουν ότι ο εθνικισμός είναι έτοιμος να αξιοποιήσει κάθε νέο στοιχείο ή εύρημα που θα επιβεβαιώνει την ειλημμένη απόφασή του να υπερασπιστεί την αρχαιότητα του έθνους που εκπροσωπεί, την ακλόνητη βεβαιότητά του ότι όντως ομιλεί εξ ονόματος μιας αναλλοίωτης οντότητας με βαθιές ρίζες στο παρελθόν. Το παράδειγμα της Ζιμπάμπουε επιβεβαιώνει με ακραίο τρόπο αυτό ακριβώς το σημείο.
Ο αγώνας εναντίον των αποικιοκρατών λευκών στο δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα, επενδύθηκε αναδρομικά με τις ανακαλύψεις του Ελλειπτικού Ναού και των τειχών της αρχαίας Μεγάλης Ζιμπάμπουε. Κι έτσι, οι παλιές φυλές ανακάλυψαν ότι ανέκαθεν αποτελούσαν έθνος.
Το Σώλσμπερυ (αρχικά μια κωμόπολη που είχε ιδρυθεί από τους Βρετανούς και είχε πάρει το όνομά της προς τιμήν του πρωθυπουργού της ακμής του βρετανικού ιμπεριαλισμού) μετατράπηκε σε Χαράρε. Και η Ροδεσία (αρχικά τοπωνύμιο μιας διοικητικής περιφέρειας της αποικίας του Ακρωτηρίου στην οποία ο Σέσιλ Ρόουντς είχε, με “μνημειώδη σεμνότητα” δώσει το όνομά του) έγινε Ζιμπάμπουε- ένα νέο εθνικό κράτος που περιέχει ένα ακόμη “αρχαίο” έθνος”. [9]
Τέτοια παραδείγματα σημαίνουν όμως και κάτι ακόμη. Ότι αυτή η ιδεολογική τάση να εξωθείται η καταγωγική αφετηρία του έθνους στο όλο και πιο μακρινό παρελθόν υποκρύπτει μια δυναμική, ευμετάβλητη και αναπόφευκτα αντιφατική διαδικασία ιστορικής αναζήτησης: ένα εσωτερικό στοίχημα πλειοδοσίας ανάμεσα στους λόγιους φορείς της ιδεολογίας, ιστορικούς, αρχαιολόγους, λαογράφους, δημοσιογράφους και πολιτικούς που απαρτίζουν την λεγόμενη «εθνική διανόηση». Γι’αυτό συχνά παρατηρούμε τόσες παλινωδίες στις εθνικιστικές έρευνες για όλο και πιο μακρινούς εστιακούς προγόνους.
Ας θυμηθούμε εδώ τις εντυπωσιακές παλινδρομήσεις του τουρκικού εθνικισμού, όπου Οσμανλήδες και Σελτζούκοι συνωθούνται με Χετταίους και Σουμέριους, με Ασσύριους και Τρώες, με Φρύγες και Λυδούς.
Όλοι τους έχουν παίξει κατά καιρούς ρόλο στο παιχνίδι της συγκεκριμένης εθνικιστικής ιδεολογίας με τον χρόνο, συνωστιζόμενοι στο άρμα των εστιακών προγόνων του σύγχρονου τουρκικού έθνους.
Η εκάστοτε προτεραιότητα ενός παραδοσιακού πολιτισμού έναντι των άλλων εξαρτάται από πλειάδα συγκυριακών παραγόντων: από τα ευρήματα της αρχαιολογικής σκαπάνης, από την φαντασία των απολογητών της εθνικιστικής ιδεολογίας, από την κυμαινόμενη ευπιστία των μελών του εθνικού σώματος ανάλογα με τις περιστάσεις, από τις δυνατότητες του εθνικού κράτους να επιβάλλει τις απόψεις του για την επίσημη εκδοχή της τουρκικής ιστορίας στην εκπαίδευση, στα γράμματα και στην συλλογική συνείδηση και, τέλος, από τους ευρύτερους προσανατολισμούς και τις πολιτικές επιδιώξεις της εθνικιστικής ιδεολογίας –άλλοτε στραμμένης προς το Τουράν, άλλοτε προς την γη της Ανατολίας κι άλλοτε πάλι προς την Δύση. [10]
Ανάλογες, αν όχι τόσο εντυπωσιακές, ταλαντεύσεις παρατηρούμε και σε λιγότερο νεοπαγείς ή «εξωτικούς» εθνικισμούς. Ο 19ος αιώνας βρίθει παραδειγμάτων από τους ιδεολογικούς επαμφοτερισμούς ανάμεσα στους Φράγκους και τους Γαλάτες προγόνους του σύγχρονου γαλλικού έθνους, ενόσω από την πλευρά του ο γερμανικός εθνικισμός έφθανε την δική του αναζήτηση μέχρι την αντίσταση των γερμανικών φύλων ενάντια στην Ρώμη στον 1ο και 2ο αιώνα π.Χ. [11].
Για τουλάχιστον εξήντα αιώνες γραπτής ιστορίας, ο πόλεμος δεν ήταν γενικά μεταξύ εθνοτήτων σαν αυτές που εξαπέλυσαν πολέμους στους τελευταίους δύο αιώνες, αλλά μεταξύ πόλεων και επαρχιών ή μεταξύ διεθνικών αυτοκρατοριών ή θρησκειών.
Ο κατακτήσεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι πολυαίμακτες διενέξεις ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις-κράτη, οι ιδιωτικές φεουδαλικές διαμάχες του Μεσαίωνα, η παρατεταμένη σταυροφορική διένεξη της Χριστιανοσύνης με το Ισλάμ είχαν λιγότερο τον χαρακτήρα του σύγχρονου εθνικισμού, όσον αυτόν του αρχαίου ή μεσαιωνικού κοσμοπολιτισμού ή τοπικισμού. [12]



Mahabarata scene, Batu Caves, near Kuala Lumpur Malaysia

Ο ινδικός εθνικισμός, όταν δεν αναζητεί τις ρίζες του σύγχρονου έθνους στα έπη της Ραμαγιάνα και της Μαχαμπαράτα, ικανοποιείται με την ινδουιστική αυτοκρατορία του Ασόκα στον 3ο π.Χ. αιώνα, λησμονώντας την καταλυτική για την ινδική εθνογένεση επίδραση της βρετανικής αποικιοκρατίας ή την νεωτερική εθνικοποίηση της θρησκευτικής διαφοράς των ινδουιστών (και μετέπειτα Ινδών) από τους Μουσουλμάνους (και μετέπειτα Πακιστανούς).
Ο εβραϊκός εθνικισμός τοποθετεί τους ιδρυτικούς του μύθους άλλοτε στην καταστροφή του δεύτερου Ναού του Σολομώντα από τους Ρωμαίους τον 2ο αιώνα μ.Χ. άλλοτε στην καταστροφή του πρώτου Ναού από τους Βαβυλώνιους και την εξορία των Ιουδαίων τον 6ο αιώνα π.Χ. κι άλλοτε ακόμη μακρύτερα, στην Έξοδο από την Αίγυπτο ή στους «πατριάρχες» του (σύγχρονου πάντα) εβραϊκού έθνους, στον Αβραάμ και τους γόνους του [13].

Για τους προτεστάντες του Όλστερ, οι πρόγονοί τους δεν ήταν πρεσβυτεριανοί έποικοι που ήρθαν στην Ιρλανδία από την Σκωτία στις αρχές του 17ου αιώνα, αλλά μέλη ενός προχριστιανικού βρετανικού φύλου. Οι Ιρλανδοί εθνικιστές του Νότου πάλι, οι καθολικοί, πίστευαν ότι η γλώσσα στον κήπο της Εδέμ ήταν κελτική.


Ο Καρλομάγνος επισκέπτεται τον πάπα Ανδριανό Α'

Στο εσωτερικό του αγγλικού εθνικισμού τον 19ο αιώνα, διατυπώνονταν αντικρουόμενες απόψεις για το κατά πόσον οι Άγγλοι προέρχονται από τα γερμανικά φύλα ή από τους απογόνους του Αινεία της Τροίας.
Στον κορεατικό εθνικισμό, ο μυθικός πρόγονος είναι ο Τανγκούν, γιος αρκούδας, που φέρεται να ίδρυσε την πρώτη κορεατική δυναστεία την τρίτη χιλιετία π.Χ.
Άραβες εθνικιστές τον καιρό του μεσοπολέμου αναζητούσαν τις ρίζες του πανάρχαιου έθνους τους στον Χαμουραμπί.
Για τον Βουκ Κάρατζιτς, ο σερβικός πολιτισμός είχε ηλικία πέντε χιλιετηρίδων και υπήρξε ο λαμπρότερος όλων, ενώ ο Ιησούς και οι Απόστολοι μιλούσαν σερβικά.
Για τους ιδρυτικούς μύθους του ελληνικού έθνους βλ. προηγούμενο θέμα που είχα αναρτήσει: http://dimitrisdoctor2.blogspot.com/2008/05/blog-post_16.html

Ως επίλογο, παραθέτω τον υπέροχο επίλογο του βιβλίου του κ.Λέκκα:

«Ο ίδιος τρόπος με τον οποίο σκεφτόμαστε για τον κόσμο μας και για τον εαυτό μας μέσα σε αυτόν, έχει αφομοιώσει το παράξενο και αντιφατικό παιχνίδι του εθνικισμού με τον χρόνο. Ένα παιχνίδι που άλλοτε αποδεικνύεται παράγοντας κοινωνικής συνοχής και σταθερότητας κι άλλοτε παράγοντας κινδύνου και αναταραχής.
Ένα παιχνίδι που αναδεικνύει την εγωιστική ανασφάλεια του ανέστιου ανθρώπου της νεωτερικότητας, ενόσω του εμπνέει ένα ασύγκριτο πνεύμα ηρωισμού και αυταπάρνησης.
Ένα παιχνίδι που προσφέρει στον σύγχρονο άνθρωπο μη μεταφυσικές εξηγήσεις για τον κόσμο και προτροπές για το τι μπορεί και πρέπει να επιτύχει ο ίδιος με τις πράξεις του, ενώ αυτό που κάνει δεν είναι παρά να αφηγείται ένα υποκατάστατο θείου δράματος.
Ένα παιχνίδι συναρπαστικό στην κριτική του ανάλυση, η οποία είναι υποχρεωμένη να αναδεύσει τον θολό πυθμένα της ίδιας μας της σκέψης» [14].

doctor

______________________________________________

[1] Π.Λέκκας, «Το παιχνίδι με τον χρόνο» σ. 167-75. Σχετικά με το προαναφερθέν βιβλίο αλλά και με τον συγγραφέα του είχα ανεβάσει σχετικό θέμα: http://dimitrisdoctor2.blogspot.com/2007/12/blog-post_3319.html
[2] M.Weber, Economy and Society, τόμος 1, σ,389.
[3] Τον κατ’ουσίαν πολιτισμικό χαρακτήρα των φυλετικών επιχειρημάτων του εθνικισμού είχε πρώτος επισημάνει ο Otto Bauer στην ρηξικέλευθη για τον μαρξισμό πραγματεία του για το έθνος, The concept of the Nation, σ.103. Για το ίδιο σημείο, βλ.επίσης F.Hertz, Nationality in History and Politics, σ.56-61, L.W.Doob, Patriotism and Nationalism, σ.237, Β.Anderson, Imagined Communities, σ.135-6, Ε.Hobsbawm, Nations and Nationalism since 1780, σ.63-5 και G.L. Mosse, Racism and Nationalism, σ.163-73.
[4] Α.D. Smith, National identity and myths of ethnic decent, σ.118.
[5] Η Καλεβάλα αποτελεί έργο του λαογράφου και φιλόλογου Ελίας Λένροτ, ο οποίος συνέλεξε σύντομες μπαλάντες από την προφορική παράδοση και τις συνέραψε το 1835 σε ενιαίο αφήγημα με δικές του λυρικές συμπληρώσεις. Το ενιαίο αυτό «εθνικό» έπος επεξέτεινε περαιτέρω το 1849.
[6] Το έπος του Kalevipoeg αποτελεί έργο του ιατρού και λαογράφου Φρίντριχ Ράινχολντ Κρόιτσβαλντ, ο οποίος δημιούργησε τα δημώδη τραγούδια που είχε συλλέξει, συμπληρωμένα με την δική του συνεκτική ποίηση, από το 1857 έως το 1861. T.U. Raun, Estonia and the Estonians, σ.56.
[7] Founded in Tartu in 1909, the Estonian National Museum was dedicated to the memory of Jakob Hurt, one of the greatest Estonian collectors of folklore. The museum was to be so authoritative and comprehensive an institution that it could simply have been called the Estonian Museum (much like the British Museum, the Russian Museum).
http://www.erm.ee/?lang=ENG
[8] Ε.Gellner, “Reply: Do nations have navels?”, σ.367-8.
[9] T.Pakenham, The scamble for Africa, σ.375-85.
[10] Για την αναδρομή του τουρκικού εθνικισμού στους Χετταίους και τους Σουμέριους, βλ.μεταξύ άλλων H.Seton-Watson, Nations and States, σ.259. Για την διαμόρφωση της τουρκικής εθνικής ταυτότητας, βλ. προηγούμενο σχετικό θέμα:
http://dimitrisdoctor2.blogspot.com/2007/11/blog-post_4979.html
[11] J.A. Fishman, Language and Nationalism, σ. 99.
[12] C.H.Hayes, Nationalism, Historical Development, σ.240.
[13] Η συντηρητική πτέρυγα των «ορθόδοξων» Ισραηλιτών που υπογραμμίζει την κληρονομιά του Μωυσή, αντιμάχεται την κοσμική και σοσιαλίζουσα πτέρυγα των «πατέρων του έθνους» (όπως ο Μπεν Γκουριόν) που αποδίδει έμφαση στο ανεξάρτητο βασίλειο του Δαυίδ και του Σολομώντα. Οι εντάσεις συνεχίζουν να διχάζουν και την σημερινή ισραηλινή κοινωνία αντανακλώντας διαφορετικές απόψεις για την αυτοπροσωπία και το μέλλον της. Βλ.σχετικά, V.R. Dominguez, “The politics of heritage in contemporary Israel”, σ.136-43, και R.Paine, “Israel: Jewish identity and competitionn over tradition”, σ.128-32.
[14] Π.Λέκκας, «Το παιχνίδι με τον χρόνο», σ.257.

Παρασκευή 16 Μαΐου 2008

Οι τρεις αποστολές του Ελληνικού Έθνους


Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος

"Υπάρχει εν τη Ανατολή έθνος, το οποίον εν μεν τη αρχαιότητι έβαλε τας βάσεις του διανοητικού και πολιτικού βίου, δι’ου η ανθρωπότης έκτοτε μάλιστα επρόκοψε και ηυδαιμόνησεν, εν δε τω μέσω αιώνι, υπήρξεν ο κύριος απόστολος και πρόμαχος του θείου λόγου, δι’ου συνεπληρώθη και ησφαλίσθη η ηθική της ανθρωπότητος διάπλασις.
Έθνος, το οποίον, μετά τους αδιαλείπτους άθλους, ους, εν διαστήματι χιλίων ετών κατά απειραρίθμων και αδιακόπως ανανεουμένων πολεμίων, επόνησεν υπέρ της ιδίας σωτηρίας, υπέρ της σωτηρίας του Χριστιανισμού, υπέρ της σωτηρίας της Ευρώπης, και καθ’ην στιγμήν ήλπιζεν, ότι θέλει δρέψει τους καρπούς του μεγάλου εκείνου έργου, αίφνης κατεπολεμήθη και ηκρωτηριάσθη υπό της Ευρώπης αυτής, υπερ ης πολλά εμόχθησεν, ώστε εξαντληθέν υπό της τελευταίας ταύτης πάλης, δεν ηδυνήθη μεν ν’ανθέξη εις νέον, μέγαν και ακμαίον απ’ ανατολών επελθόντα πολέμιον, και απέβαλεν μετά τον έσχατον εκείνον και καρτερικόν αγώνα, την πολιτικήν ύπαρξιν, διέσωσε όμως την αδάμαστον αυτού εθνικότητανκαι το ακράδαντον θρήσκευμα.

Έθνος, το οποίο έκτοτε, καίτοι υποκύψαν εις συμφοράς απεριγράπτους, δεν απηλπίσθη, δεν απεκαρτέρησεν, αλλά […] ωφελήθη από τα αγαθά του νεότερου πολιτισμού […] έθνος, τελευταίον, το οποίον έχει την αδιάσειστον πεποίθησιν, ότι καθώς εν τη αρχαιότητι εξεπλήρωσε μίαν μεγάλην ιστορικήν εντολήν, καθώς έπειτα εσώθη από της Θείας Προνοίας επί της Ρωμαϊκής κυριαρχίας ίνα εκπληρώση εν τω μέσω αιώνι δευτέραν μεγάλην ιστορικήν εντολήν, ούτως βραδύτερον εσώθη πάλιν από του Θεού των πατέρων αυτού επί της Τουρκικής κυριαρχίας ίνα εκπληρώση και εν τοις νεωτέροις χρόνοις τρίτην τινά ουδέν ήττον μεγάλην ιστορικήν εντολήν, ότι εν άλλαις λέξεσι προώρισται να προεδρεύση εις την αναβίωσιν της Ανατολής" (Κ.Παπαρρηγόπουλος[1]).

H θεώρηση του Παπαρρηγόπουλου εδράζεται σε μια συγκεκριμένη φιλοσοφία της ιστορίας, σε μια συνολικότερη αντίληψη για τις αρχές οργάνωσης του κόσμου και της ιστορίας.
Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, ένα είδος παγκόσμιας νομοτέλειας οργανώνει την τάξη του κόσμου, δημιουργεί και κατευθύνει την ανθρώπινη ιστορία προς ένα τέλος, υπό την έννοια ότι της προσδίδει προκαθορισμένο νόημα και σκοπό. Δηλαδή, η ανθρώπινη ιστορία υπακούει σε έναν παγκόσμιο ( ή ακόμη και υπερκόσμιο) νόμο, εξελίσσεται βάσει προκαθορισμένου σχεδίου. Η βούληση του Θείου (η παρέμβαση της Πρόνοιας στην ιστορία) εκφράζεται μέσα από τη δράση ενός εγκόσμιου, ιστορικού υποκειμένου, στην περίπτωσή μας του «ελληνικού έθνους» (ή «ελληνισμού») το οποίο και επέχει θέση εντολοδόχου Του (το περιούσιο έθνος). Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, η ανθρώπινη ιστορία (και η ιστορία του ελληνικού περιούσιου έθνους) εξελίσσεται ακολουθώντας προδιαγεγραμμένη πορεία, πραγματοποιώντας δηλαδή τα σχέδια της Πρόνοιας.
Στο σχήμα του Παπαρρηγόπουλου (κι εδώ είναι έκδηλα τα εγγενή εγελιανά και ρομαντικά στοιχεία της εθνικιστικής λογικής, ιδίως του 19ου αιώνα), η Πρόνοια εκδηλώνει την παρουσία της στα εγκόσμια ενσαρκωνόμενη στο «πνεύμα» και την «ψυχή» των εθνών, δηλαδή στον ιδιαίτερο εθνικό πολιτισμό τους.
Από τη θέση αυτή τα καθοδηγεί και τους αναθέτει την αποστολή να φέρουν εις πέρας τα σχέδιά της. Στη βάση αυτής της αντίληψης για το ιστορικό γίγνεσθαι, ο Παπαρρηγόπουλος επιχειρεί να καταδείξει την ύπαρξη του ελληνικού έθνους ως διιστορικού και θεόπνευστου υποκειμένου, μιας οντότητας δηλαδή που πορεύεται μέσα στην ιστορία σύμφωνα με το νόμο της Προόδου.
Το ελληνικό έθνος, καθοδηγούμενο από τις εντολές της Πρόνοιας, διατρέχει τον ιστορικό χρόνο, από την Αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή, αλλάζοντας κάθε φορά μορφή και συμπεριφορά ανάλογα με την εκάστοτε θεϊκή εντολή.
Η μορφή την οποία προσλαμβάνει κάθε φορά μέσα στην ιστορία («αρχαίος ελληνισμός», «μεσαιωνικός ελληνισμός», «νέος ελληνισμός») συνάδει με τις επιταγές της Πρόνοιας, συναρτάται εντέλει προς την ιστορική αποστολή που κάθε φορά καλείται να εκπληρώσει.
Το έθνος του Παπαρρηγόπουλου εκπληρώνει σε κάθε ιστορική περίοδο της «ζωής» του από μια ιστορική αποστολή.
Όπως φαίνεται από το απόσπασμα που παραθέσαμε, στους αρχαίους χρόνους προορισμός του ήταν να διαδώσει στην ανθρωπότητα τα φώτα του πολιτισμού, στους μέσους χρόνους να θέσει τα θεμέλια της χριστιανικής ηθικής, στη σύγχρονη εποχή να εκπολιτίσει την Ανατολή, μεταδίδοντάς της τα φώτα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ο Παπαρρηγόπουλος διαβάζει την ιστορία από το τέλος και τη διαβάζει τελεολογικά. Έτσι, η πορεία του ελληνικού έθνους παρουσιάζεται ότι είναι προκαθορισμένη από την Πρόνοια, αφού, πάντοτε, δικές της εντολές ενσαρκώνει και υπηρετεί μέσα στην ιστορία [2].
Το αναγεννητικό μήνυμα του εθνικισμού μας φέρνει στο ιδεολόγημα του εθνικού προορισμού ή του εθνικού πεπρωμένου.
Εδώ συναντάμε την τελευταία σημαντική εστία εθνικής μυθοπλασίας, που τροφοδοτείται έμμεσα από εκείνη των χρυσών αιώνων. Η πράξη της προβολής του παρελθόντος στο μέλλον διά της κριτικής του παρόντος αποτελεί οργανικό μέρος της εθνικιστικής μυθολογίας. Αποκαλύπτει τον μεσσιανισμό που χαρακτηρίζει την ιδιότυπη σύλληψη του εθνικού χρόνου, σύμφωνα με την οποία το έθνος εκλαμβάνεται ως φορέας κάποιας υπερβατικής αποστολής και φέρεται να υπέχει χρέος έναντι του εαυτού του και της ιστορίας του[3].
Ορισμένες φορές το μεσιανικό αυτό στοιχείο εκδηλώνεται ως εκπλήρωση ενός ιστορικού χρέους προς την ανθρωπότητα, η οποία θεωρείται ατελής χωρίς την ιδιαίτερη συνεισφορά του οικείου έθνους [4].
Με το ιδεολόγημα του εθνικού πεπρωμένου επιβεβαιώνεται η ρομαντική τελεολογία η οποία διατρέχει την αντίληψη του εθνικού χρόνου στην νεοτερικότητα. Στην σύγχρονη εποχή, τα ελέω Θεού δικαιώματα των βασιλέων έχουν αντικατασταθεί από τα αντίστοιχα «ιστορικά» δικαιώματα των εθνών [5].

Επίλογος: «Κανένας δεν μπορεί να πει ότι μια δεδομένη ομάδα δεν έχει προγόνους, ότι αυτοί οι πρόγονοι δεν διέθεταν παρελθόν, πολιτισμό, βιολογικές καταβολές ή ότι δεν έζησαν κι αυτοί κάπου, σε κάποιο σημείο της γης… Αλλά ποιοι ακριβώς ήταν αυτοί οι πρόγονοι, που έζησαν, τι είδους πολιτισμό μετέδωσαν, κατά πόσον αυτός ο πολιτισμός συνιστούσε όντως πρωτότυπη δημιουργία και ποιες ήταν οι σχέσεις τους με άλλες εθνοτικές ομάδες του παρελθόντος- όλα αυτά, για το ανοιχτό μυαλό (open mind), παραμένουν ανοιχτά ερωτήματα» (Ε.E. Roosens, Creating Ethnicity, σ.160).

doctor

____________________________________________________

[1] Κ.Παπαρρηγόπουλος, «η ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία και τα δύο άλλα χριστιανικά θρησκεύματα», Πανδώρα, τ.Δ (1853-1854), σ.173-174.
Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (Κων/πολη 1815– 14 Απριλίου1891, Αθήνα) ήταν ιστορικός που χαρακτηρίζεται από τους σύγχρονους ιστορικούς ως ο «πατέρας» της ελληνικής ιστοριογραφίας.

Είναι ο θεμελιωτής της αντίληψης της ιστορικής συνέχειας της Ελλάδας από την αρχαιότητα έως σήμερα, αφού καθιέρωσε στην διδασκαλία του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών την τριμερή διαίρεση της ελληνικής ιστορίας (αρχαία, μεσαιωνική και νέα) και επιδίωξε να αναιρέσει τις κυρίαρχες εκείνη την εποχή απόψεις ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν περίοδος παρακμής και εκφυλισμού που δεν αναγνωριζόταν ως τμήμα της ελληνικής ιστορίας. Πιστεύεται ότι έθεσε τις βάσεις για τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας της νεοελληνικής κοινωνίας (Α. Πολίτης, Ρομαντικά χρόνια. Ιδεολογίες και νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, Ε.Μ.Ν.Ε.-Μνήμων, 1998, σελ. 39 και 47). Πηγή: wikipedia.
[2] Νίκος Β.Ροτζώκος, Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας της Ελλάδος στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, «Ορλωφικά, Εθναφύπνιση και Εθνογένεση», Βιβλιόραμα, σ.116-9).
[3] Παντελής Λέκκας, Καθηγητής Ιστορικής Κοινωνιολογίας και Σύγχρονης Κοινωνικής Θεωρίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Το παιχνίδι με τον χρόνο, ελληνικά γράμματα, σ.202-3.
[4] Βλ. σχετικά J.L. Talmon, The Unique and the Universal, σ.265-8. Για την αντιμετώπιση του εθνικισμού ως μεσσιανικού ή χιλιαστικού συστήματος σκέψης, βλ. A.D. Smith, Nationalism in the twentieth Century, σ.14-42.
[5] Η.Κohn, Prophets and Peoples, σ.16-7.

Παρασκευή 9 Μαΐου 2008

Το ιδεολόγημα της τρισχιλιετούς ύπαρξης του ελληνικού έθνους


Eugéne Delacroix, «H είσοδος των Σταυροφόρων στην Κωνσταντινούπολη στις 12 Απριλίου 1204»
(«Entry of the Crusaders into Constantinople on 12 April 1204»).


Η ιστορική έρευνα είναι ένα συναρπαστικό ταξίδι και η χαρά της αναζήτησης μέσω του νοερού ταξιδιού σε άλλες εποχές, κάτι το απερίγραπτο ακόμη και για έναν ερασιτέχνη αναζητητή, αρκεί ο αναζητητής (επαγγελματίας ή ερασιτέχνης) να έχει "ανοιχτό" το μυαλό του (open mind) για να δεχτεί τις πληροφορίες που θα ανακαλύψει χωρίς να χρειαστεί να τις ρετουσάρει, να τις σουλουπώσει, να τις εξωραΐσει, να τις προσαρμόσει εν ολίγοις στα δικά του πιστεύω, όποια κι αν είναι αυτά.
Ο ιστορικός εξετάζει κάθε εποχή με βάση τα τότε δεδομένα και συμφραζόμενα. Το έργο του είναι πλήρως απαλλαγμένο από τελεολογικές καταναγκαστικές μέριμνες. Αν δεν είναι, τότε θα πρέπει να διατάξει έτσι τα ιστορικά γεγονότα ώστε αυτά να προαναγγέλλουν τα μελλούμενα.
Προσωπικά, διαβάζοντας την ιστορία με μεγάλο κέφι και μεράκι, ανακαλύπτω συνεχώς καινούργια πράγματα και δεν έχω κανέναν ενδοιασμό να αναδιατάξω την σκέψη μου, αν αυτά που διάβασα αποδεικνύουν ότι κάπου η σκέψη μου αυθαιρετούσε ή απλώς επικρατούσε κάποια σύγχυση μέσα μου.
Το δύσκολο, το τιτάνιο, το ακατόρθωτο, το αχρείαστο κατά την γνώμη μου, έρχεται όταν ο αναζητητής ψάχνει όχι για να βρει αλλά για να δικαιολογήσει.

Έτσι, οι ασπαζόμενοι την θεωρία της συνέχειας του ελληνικού έθνους ανά τους αιώνες -ή οι πιο διπλωμάτες, την θεωρία της συνέχειας κάποιου ασαφούς και απροσδιόριστου ελληνισμού- ψάχνουν κάθιδροι, και όταν βρίσκουν κάτι που δεν συνάδει με την θεωρία που υπηρετούν (και πιστέψτε με, σχεδόν τίποτα δεν συνάδει, και πως θα μπορούσε άλλωστε, αφού προσπαθούνε να αποδώσουν αναδρομικά ιδιότητες και αυτοπροσδιορισμούς του σήμερα σε κοινωνίες του χθες) τότε ή θα το προσπεράσουνε, ή θα το δικαιολογήσουνε, ή τέλος πάντων θα το προσαρμόσουνε στην θεωρία που υπηρετούν.

Ο Π.Λέκκας γράφει εύστοχα επ'αυτού:
"Ακόμη κι όταν η ανασκάλευση του παρελθόντος δεν αποδίδει άμεσους καρπούς, η εθνικιστική ιδεολογία δεν διστάζει να καταφεύγει στην εφεύρεση ή, συχνότερα, στην προσάρτηση και την ιδιοποίηση ψηγμάτων του παρελθόντος, για να σφραγίσει λογικά ή χρονολογικά κενά στην απόδειξη της συνέχειας του παρελθόντος με το παρόν [1].
[…] Οι κοινοί τόποι εθνικισμού και ρομαντισμού, αρκετοί και κρίσιμοι: έμφαση στο συναίσθημα και την φαντασία, εξιδανίκευση του παρελθόντος, αποθέωση του κράτους, συνειδητή υπαγωγή του ατόμου στην κοινότητα"
[2].

Ειλικρινά δεν θα ήθελα να είμαι στην θέση κάποιου τέτοιου αναζητητή και να ενεργώ κατ' ουσίαν ως ένα κομματικό όργανο.
Φυσικά άνθρωποι που μετέχουν πρόθυμα σε κόμματα, όπου ακόμη και η ίδια η πραγματικότητα υποτάσσεται συνειδητά στο κομματικό συμφέρον, δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα να παρουσιάσουν μια διαθλασμένη εικόνα της ιστορίας, η οποία εκλαμβάνεται με βάση το εθνικό συμφέρον και μόνο.

Με βάση τα παραπάνω, ας δώσω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Σήμερα, η εθνική θεώρηση της ιστορίας λέει ότι το Βυζάντιο ήταν μία ελληνική αυτοκρατορία (τι αντίφαση να οριοθετείται εθνικά μια αυτοκρατορία που από την φύση της δεν είναι εθνική), αυτό διδάσκεται στα σχολεία και αυτό πιστεύει το 99% των Ελλήνων.
Ακόμη και ένας ερασιτέχνης όμως αν διαβάσει προσεκτικά την ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (της Αναταλικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ορθότερα) θα διαπιστώσει ιδίοις όμμασι ότι τα πράγματα δεν είναι όπως παρουσιάζονται και ότι οι προβολές των σημερινών δεδομένων σε παλαιότερες κοινωνίες παρουσιάζουν εγγενείς αδυναμίες, συχνάκις δε οδηγούν σε κωμικοτραγικές καταστάσεις.
Αυτές τις μέρες διαβάζω τον 7ο τόμο («Βυζαντινός Ελληνισμός, Υστεροβυζαντινοί χρόνοι») της «Ιστορίας των Ελλήνων» των εκδόσεων ΔΟΜΗ [3].
Το κεφάλαιο με τίτλο «Οι ανορθωτικές προσπάθειες της Δυναστείας των Κομνηνών (1081-1185) και η εποχή των σταυροφόρων» το οποίο διαβάζω, έχει συγγράψει ένας νέος και φέρελπις ιστορικός από την Κύπρο, ο Ανθούλλης Δημοσθένους , δρ.Βυζαντινής Ιστορίας Πανεπιστημίου Αιγαίου [4].
Το κεφάλαιο αναφέρεται στην εποχή του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’ Δούκα (1071-1078).
Λόγω της κινηματογραφικής ταχύτητας με την οποία εναλλάσσονται τα γεγονότα, αλλά και λόγω της τραγελαφικότητας αυτών, θα μου επιτρέψετε να τα περιγράψω με μια δόση χιούμορ- εύχομαι να με συγχωρήσει ο κ.Δημοσθένους:



«Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία βρίσκεται σε δεινή θέση, έπειτα από την συντριβή στο Ματζικέρτ (1071) από τους Σελτζούκους.
Ο Μιχαήλ για να μπορέσει να αναχαιτίσει τους εχθρούς στηρίχθηκε σε μισθοφόρους, η αφοσίωση των οποίων είχε να κάνει αποκλειστικά με υλικά οφέλη και οικονομικού χαρακτήρα απολαβές.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα πολλοί Δυτικοί ηγέτες των μισθοφόρων, όπως οι Νορμανδοί Κρισπίνος, Ερβέβιος Φραγκόπουλος και Ρουσέλιος ή Ουρσέλιος, να λειτουργήσουν σαν εκκρεμές ανάμεσα σε Βυζαντινούς και Τούρκους, ανάλογα με το ποιος τους δελέαζε περισσότερο με αξιώματα, τιμές και κυρίως χρήματα.
Συγκεντρώνει λοιπόν στρατό ο αυτοκράτορας Μιχαήλ και θέτει επικεφαλής του, τον Νορμανδό μισθοφόρο Ρουσέλιο και τον Ισαάκιο Κομνηνό.
Πολύ σύντομα όμως ο Ρουσέλιος αποστατεί και έτσι ο αυτοκράτωρ για να τον αντιμετωπίσει (έχει και τους Σελτζούκους Τούρκους ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει) στέλνει εναντίον του τον Ιωάννη Δούκα, αλλά αυτός αποτυγχάνει και αιχμαλωτίζεται.
Έτσι, ο Ρουσέλιος αποφασίζει να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Στρατοπεδεύει λοιπόν έξω από την Πόλη (στην Χρυσούπολη) όπου πυρπολεί και λεηλατεί τα πάντα, έχοντας πάντα όμηρο-αιχμάλωτο τον Ιωάννη Δούκα.
Τι να κάνει λοιπόν ο αυτοκράτορας που ενώ έστειλε τον μισθοφόρο Νορμανδό Ρουσέλιο να τα βάλει με τους Σελτζούκους, αυτός στράφηκε εναντίον του και απειλεί την ίδια την Πόλη;
Μα… συμμαχεί με τους Σελτζούκους Τούρκους, δηλαδή τον λιγότερο επικίνδυνο εχθρό σε αυτή τη φάση!
Έτσι ο Ρουσέλιος αποκρούεται και υποχωρεί στην Νικομήδεια.
Κατά την υποχώρησή του όμως, τι κάνει ο αθεόφοβος; Αναδεικνύει τον όμηρό του, τον Ιωάννη Δούκα σε αυτοκράτορα του Βυζαντίου, με σκοπό την διάσπαση των υπηκόων της Αυτοκρατορίας!
Ο Μιχαήλ όμως συμμαχεί με τους Τουρκομάνους Αρτακίδες που πετσοκόβουν τον Ρουσέλιο και τον συλλαμβάνουν μαζί με τον όμηρό του, τον Ιωάννη Δούκα.
Οι Τουρκομάνοι όμως έχουν δύο κελεπούρια στα χέρια τους που πρέπει να «πιάνουν» καλά λεφτά.
Οπότε ζητάνε λύτρα και για τους δύο.
Οι βυζαντινοί εξαγοράζουν τον Ιωάννη Δούκα, ενώ τον Ρουσέλιο τον εξαγοράζει … η γυναίκα του (δεν ξέρω αν αυτός θα έκανε το ίδιο γι’αυτήν).
Ο Ιωάννης Δούκας, για να μην χάσει το κεφάλι του για την αποκοτιά του να δεχθεί να γίνει αυτοκράτορας στην θέση του αυτοκράτορα, γίνεται μοναχός και έτσι γλιτώνει (στρίβειν διά του μοναχισμού).
Ο Ρουσέλιος όμως –χάρη στη γυναίκα του- κυκλοφορεί ελεύθερος και είναι δημόσιος κίνδυνος. Τι να κάνει ο αυτοκράτορας, στέλνει τον Νικηφόρο Παλαιολόγο στον Γεώργιο Β’, βασιλιά της Γεωργίας και της Αβασγίας (άρχοντα Αλανίας) που είναι και κουνιάδος του και τον παρακαλεί να δώσει μισθοφόρους στον Νικηφόρο Παλαιολόγο για να αντιμετωπιστεί ο Ρουσέλιος.
Έτσι και γίνεται, όμως επειδή οι μισθοφόροι αλανοί δεν πληρώθηκαν όπως είχε συμφωνηθεί, την έκαναν με ελαφρά και άφησαν τον Νικηφόρο Παλαιολόγο με κάτι λίγους βυζαντινούς να τα βάλουν με κοτζάμ Ρουσέλιο, ο οποίος φυσικά και τους συνέτριψε.
Άντε πάλι από την αρχή.
Ο απηυδυσμένος αυτοκράτορας απευθύνεται αυτή τη φορά στον νεαρό στρατηγό Αλέξιο Κομνηνό.
Αυτός, προσπαθεί να πείσει τους Τουρκομάνους Αρτακίδες (οι οποίοι στο μεταξύ έγιναν συνεργάτες του Ρουσέλιου!) να συμμαχήσουν με τον Αυτοκράτορα.
Έτσι, οι Τουρκομάνοι (αφού πήραν περισσότερα χρήματα και άλλαξαν και πάλι στρατόπεδο) συνέλαβαν τον Ρουσέλιο (επιτέλους τον πιάσαμε τον κερατά) και τον παρέδωσαν χειροπόδαρα στον Αλέξιο Κομνηνό, ο οποίος τον μετέφερε στην Πόλη. Έτσι, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ ησύχασε από τον μπελά του Ρουσέλιου που αναστάτωσε όλη την Μικρά Ασία.



Ησύχασε λοιπόν;
Μπα…
Στα Βαλκάνια επαναστάτησαν οι Πετσενέγγοι.
Στέλνει λοιπόν ο Μιχαήλ τον Νέστορα, ο οποίος είχε σλαβική καταγωγή και ως σλάβος θα ήταν οικείος σε αυτά τα σλαβικά φύλα για να τα εξευμενίσει.
Ο συλλογισμός αν και πολιτικά ορθός, δεν λειτούργησε.
Αντίθετα, για άλλη μια φορά, εμφανίστηκε το φαινόμενο του προσεταιρισμού του Βυζαντινού απεσταλμένου από τους εχθρούς.
Ο Νέστορας λοιπόν, στράφηκε εναντίον του πρώην εργοδότη του και με σύμμαχους τα σλαβικά φύλα φτάνει έξω από την Πόλη (καλώς τονε τον λεβέντη).
Όμως η Πόλη γλίτωσε διότι στο αντίπαλο στρατόπεδο εξυφάνθη μια συνωμοσία εναντίον του Νέστορα, που την έκανε για να σωθεί (δεν ξέρεις από πού να πρωτοφυλαχθείς βρε παιδί μου πια).
Και εκεί που πήγαινε ο Μιχαήλ να ηρεμήσει λίγο, να σου και άλλη ανταρσία (μεγάλη γκαντεμιά αυτός ο αυτοκράτορας, δεν ξέρω αν είχε χρόνο και για σεξ…).
Ο Νικηφόρος Γ’ Βοτανειάτης (δούκας των Ανατολικών) κινήθηκε εναντίον της Πόλης [αμάν πια, μέλι έχει αυτή η πόλη; Κάθε τρεις και λίγο να σου και ένας πολιορκητής].

Φτάνει λοιπόν ο Νικηφόρος τον Οκτώβριο του 1077 στην Πόλη και τον Απρίλιο του 1078 την κυριεύει.
Λίγο πριν όμως, αποστατεί και ο Νικηφόρος Βρυέννιος από τα δυτικά και συγκεντρώνει συμμάχους και πλήθος στρατιωτών!
Ο Μιχαήλ τα έχει παίξει τελείως.
Για να αντιμετωπίσει τον σφετεριστή Νικηφόρο Βοτανειάτη στρέφεται –που αλλού;- στους Σελτζούκους Τούρκους!
Για να αντιμετωπίσει όμως τον Βρυέννιο, τον άλλον σφετεριστή, στρέφεται –μαντέψτε που- στον … Ρουσέλιο [τον θυμάστε τον τρελό Νορμανδό μισθοφόρο;].
Ο Ρουσέλιος λοιπόν (αφού πάρει μια καλή προκαταβολή) τσακίζει τον Βρυέννιο. Στο μεταξύ ο Νικηφόρος Βοτανειάτης πλησιάζει τους Σελτζούκους που υποτίθεται ότι έστειλε εναντίον του ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ, και προσεταιρίζεται τον Σελτζούκο Σουλεϊμάν Ιμπν Κουτλουμούς και τις πολύτιμες στρατιωτικές του δυνάμεις.
Έτσι, ο Νικηφόρος Βοτανειάτης κερδίζει το ματς και γίνεται και επίσημα ο νέος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (1078) όπου και θα μείνει εκεί για τρία χρόνια.
Ο τέως αυτοκράτωρ Μιχαήλ, κουρασμένος και αποκαμωμένος από όλα αυτά, είπε άει σιχτίρ, αποσύρθηκε και έγινε καλόγερος στην Μονή Στουδίου (όχι παίζουμε!) και αργότερα εξελέγη μητροπολίτης Εφέσου!» [5].



Με βάση τα παραπάνω γεγονότα, βρείτε μου εσείς συνέχεια του ελληνικού έθνους, βρείτε μου ελληνικό πολιτισμό, βρείτε μου αυτοπροσδιορισμούς με βάση τον ελληνισμό, βρείτε μου εθνικές συνειδήσεις, βρείτε μου αποκρυσταλλωμένες και συνειδητοποιημένες εθνικές κοινωνικές συμπεριφορές, βρείτε μου ελληνικό Έθνος, βρείτε μου Ελλάδα μέσα σε αυτό το σαλούν, βρείτε μου προβολές της αρχαίας Αθήνας σε αυτό το μπάχαλο, και εγώ θα γίνω η Μαρία Αντουανέτα!
Ο μόνος αυτοπροσδιορισμός τότε ήταν ένας: το χρήμα.
Όλοι πολεμούσαν για όποιον τους πλήρωνε καλύτερα και την κυρία εθνική συνείδηση ούτε που την είχανε ακούσει.
Αυτοκράτορες και πατριάρχες ανεβοκατέβαιναν στην εξουσία μέσα από κλίκες και δολοπλοκίες και το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν η εξουσία και το χρήμα.
Τα ιδανικά του σήμερα απλώς τότε δεν υπήρχαν (και ως μέσο παρακίνησης για την μάζα εχρησιμοποιείτο η θρησκεία όταν ο εχθρός ήταν αλλόθρησκος ή η πίστη στον αυτοκράτορα όταν ο εχθρός ήταν ομόδοξος-ξέρετε, ο λαός αν έχει ιδανικά πεθαίνει πιο πρόθυμα και σκοτώνει χωρίς τύψεις) και οι προσπάθειες της εθνικιστικής διανόησης να προσδώσει εθνική συνείδηση σε κοινωνίες που ο ένας έσφαζε τον άλλον για … μια χούφτα δολάρια, εκτός από ανιστόρητες, είναι –απ’ ότι είδατε με βάση τα γεγονότα που περιέγραψα- αστείες και τραγελαφικές.
Τα προεκτεθέντα ιστορικά γεγονότα θυμίζουν φρενήρεις σκηνές από το underground του Κουστουρίτσα υπό τους ήχους του Bregovic και σε καμία περίπτωση τις εθνοπατριωτικές κορώνες που ακούγονται στις παρελάσεις.
Φυσικά ιστορίες (για αγρίους) σαν κι αυτή που διαβάσατε υπάρχουν εκατοντάδες στο Βυζάντιο και όχι μόνο και αποδεικνύουν την απλοϊκότητα και την αντιεπιστημονικότητα του εθνικιστικού λόγου.

doctor

_________________________________________________________

[1] "Το παιχνίδι με τον χρόνο", Π.Λέκκας, σελ.51. Πληροφορίες για το βιβλίο και τον συγγραφέα: http://dimitrisdoctor.blogspot.com/2007/12/blog-post_247.html
[2] ο.π. σ. 82.
[3] Τον τόμο επιμελείται ο κ. Αλέξιος Σαββίδης, Καθηγητής Βυζαντινής και Μεσαιωνικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Αιγαίου.
Για τη συγγραφή της «Ιστορίας των Ελλήνων» συνεργάστηκαν περίπου 150 πανεπιστημιακοί κι ερευνητές, προσεγγίζοντας τα θέματά τους μέσα από «μια εκσυγχρονιστική θέαση της ιστοριογραφίας», σύμφωνα με τον Βασίλη Καρδάση, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης. Επόπτης του τόμου για την τουρκοκρατία, ο τελευταίος, επισημαίνει τη συμβολή «πολλών νέων αξιόλογων επιστημόνων» στο εκδοτικό αυτό εγχείρημα. Ενα εγχείρημα «που δεν διέπεται από τη λογική της περιγραφής, αλλά από τη λογική της ερμηνείας των γεγονότων» και του οποίου τις βασικές κατευθυντήριες γραμμές έθεσαν, μεταξύ άλλων, οι καθηγητές του ΑΠΘ Γιώργος Αναστασιάδης και Γιώργος Μαργαρίτης, ο καθηγητής Βυζαντινής και Μεσαιωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου Αλέξιος Σαββίδης, η ιστορικός Αφροδίτη Καμάρα και ο Ιωάννης Μεταξάς από το Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Βλ. περισσότερα:
http://www.enet.gr/online/online_text/c=113,dt=04.06.2006,id=81388900
[4] Ο Ανθούλλης Α. Δημοσθένους γεννήθηκε στη Λευκωσία της Κύπρου στα 1976. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά τα έτη 1999-2001 παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στον τομέα ειδίκευσης της βυζαντινής ιστορίας στο Παν/μιο Αθηνών και τώρα είναι υποψήφιος διδάκτορας στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Έχει ασχοληθεί με την επιστημονική έρευνα γύρω από όλο σχεδόν το φάσμα της βυζαντινής ιστορίας. Συστηματικά έχει ασχοληθεί με τη μελέτη της βυζαντινής Κύπρου. Εκτός από το παρόν βιβλίο έχει εκπονήσει δύο ακόμη επιστημονικά άρθρα που αφορούν την Κύπρο L' empire chypriote 1184-1191, Βυζαντινός Δόμος 12 (2001), και: Το "έθνος των Κυπρίων", Ιδεολογικές τάσεις στη βυζαντινή Κύπρο (965-1191), Επετηρίδα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών της Λευκωσίας.
http://www.books.gr/ViewAuthor.aspx?AuthorId=1386954.
[5] Ελεύθερη χιουμοριστική απόδοση με πηγή τον 7ο τόμο της «Ιστορίας των ελλήνων» της Δομής, σελ.16-24.