Το ξοφλημένο πολιτικό σύστημα προσπαθεί να κερδίσει χρόνο, παριστάνοντας πως γυρεύει την απάντηση στο ερώτημα του εάν μπορούμε να συνεχίσουμε να δανειζόμαστε με επιτόκιο 6,5%. Έτσι αποφεύγει να μιλήσει για το πραγματικό ζητούμενο. Που δεν είναι άλλο από το εάν μπορούμε να συνεχίσουμε να δανειζόμαστε εν γένει. Ακόμη και αν εξασφαλίσουμε επιτόκιο χαμηλότερο από εκείνο της κραταιάς Γερμανίας. Το πολιτικό σύστημα προσπαθεί να κερδίσει χρόνο περιμένοντας ένα θαύμα. Όπως όλοι οι ετοιμοθάνατοι.
Οι αριθμοί είναι πλέον αμείλικτοι. Το μοντέλο "ανάπτυξης" των τελευταίων δεκαετιών έχει πάψει να είναι διαχειρίσιμο. Το χρέος έγινε αυτοτροφοδοτούμενο και ο ρυθμός μεγέθυνσης του τα αμέσως επόμενα χρόνια θα πάρει διαστάσεις ανεξέλεγκτες. Η πολλά υποσχόμενη ανάπτυξη, -η πραγματική ανάπτυξη και όχι αυτή της κατανάλωσης εισαγόμενων προϊόντων, που πληρώνονται με δανεικά, ή της ανακύκλωσης χρημάτων από μεταβιβάσεις υπερτιμολογημένων ακινήτων-, το αβέβαιο αυτό θαύμα που όλοι δήθεν περιμένουν, χρειάζεται χρόνο. Και ακόμη και εάν ξεκινήσει με ορμή άμεσα θα τρέξει πολύ πιο αργά από την καταιγίδα.
Η λύση που απομένει είναι μόνο μια. Ο δραματικός περιορισμός του αριθμού των υπαλλήλων του δημοσίου και ο εξορθολογισμός των πραγματικών αμοιβών όσων απομείνουν, με επαναφορά τους στα επίπεδα των αμοιβών του ιδιωτικού τομέα. Το πολιτικό σύστημα, όμως, δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει κάτι τέτοιο. Όπως κάθε ζωντανός οργανισμός μπορεί να κάνει τα πάντα. Εκτός από την αυτοκατάργηση του.
Ένας από τους κυρίαρχους και πιο παραπλανητικούς μύθους, στους σημερινούς καιρούς της κρίσης, είναι αυτός που θέλει την δημοσιοϋπαλληλία να ταυτίζεται με τους απλούς εργαζόμενους αυτής της χώρας. Είναι αυτός που παρουσιάζει τους υπαλλήλους του κράτους ως κάποιους ακόμη δυστυχείς βιοπαλαιστές, ως μέλη μιας κοινής ευρείας τάξης εργαζομένων, που μοιράζονται τα ίδια προβλήματα και τις ίδιες ανασφάλειες έχοντας απέναντι τους έναν κοινό εχθρό. Το σώμα των ανίκανων και διεφθαρμένων πολιτικών. Τίποτε πιο αναληθές από αυτό.
Η δημοσιοϋπαλληλία και το άθλιο και φαύλο πολιτικό σύστημα δεν αποτελούν διακριτές οντότητες. Αντίθετα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μέρη του ίδιου παρασιτικού οργανισμού, με τρόπο που η λειτουργία του ενός τροφοδοτεί και εξασφαλίζει την συνέχιση της λειτουργίας του άλλου. Η δημοσιοϋπαλληλία δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την παρουσία του πολιτικού συστήματος και αυτό με την σειρά του δεν θα μπορούσε να επιβιώσει και να αναπαραχθεί χωρίς την πολύτιμη στήριξη της. Καμία πράξη από όλες όσες καταλογίζονται στο πολιτικό σύστημα δεν θα μπορούσε να εκτελεσθεί χωρίς την νομιμοποίηση που προέρχεται από την πρόθυμη δράση της δημόσιας διοίκησης. Κανένα ρουσφέτι, καμία παρέμβαση, καμία κατάχρηση, καμία αλλοίωση διαδικασιών, καμία καταστρατήγηση θεσμών και νόμων. Το πολιτικό σύστημα δεν διεισδύει με τρόπο μεταφυσικό μέσα στις σάρκες του κοινωνικού και οικονομικού ιστού. Διαθέτει το ζωντανό, δραστήριο και μαχητικό στράτευμά του. Τον αποτελεσματικό του εκτελεστικό βραχίονα. Τους κρατικούς υπαλλήλους.
Υπό το φώς αυτής της πραγματικότητας η δημοσιοϋπαλληλία δεν αποτελεί τμήμα και μέρος του σώματος των εργαζομένων αυτής της χώρας. Είναι αντίθετα η δύναμη κρούσης του στρατού κατοχής που κατατρώει τις σάρκες της. Και όπως σε όλες τις μεγάλες εισβολές κατά των ανυπεράσπιστων, σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, η ηγεσία είναι αυτή που διαχειρίζεται τα μεγάλα και σημαντικά (τις συμβάσεις της Siemens, τις μαζικές προμήθειες στα εξοπλιστικά, τα χορταστικά φιλέτα στις "επενδύσεις" της υγείας) και το άτακτο και ανώνυμο στράτευμα αυτό που ανταμοίβεται για την αφοσίωση και την συνεργασία του, με την ελευθερία της απόλαυσης του καθημερινού μικροπλιάτσικου (το φακελάκι του γιατρού, το χαρτζιλίκι του τελωνειακού, το δώρο του πολεοδόμου, το ποσοστό του εφοριακού).
Στις μέρες που διανύουμε το φάσμα της μαζικής ανεργίας πλανάται ήδη απειλητικά πάνω από την χώρα. Σε λίγο καιρό θα γίνει δυσβάστακτη πραγματικότητα. Και τότε θα πρέπει να επιλέξουμε αν προτιμούμε την ανεργία των παραγωγικών ανθρώπων του καθημερινού μόχθου ή αυτήν των κρατικών μας υπαλλήλων. Με τα υποκριτικά ψευδοανθρωπιστικά κριτήρια της αγοράς οι δύο αυτές μορφές στέρησης του "δικαιώματος στην ζωή" θα φαντάζουν όμοιες και ισοβαρείς. Με όρους όμως πραγματικής δικαιοσύνης και, κυρίως, με όρους προοπτικής του κοινού μας μέλλοντος, η επιλογή της δήθεν ισότητας θα έχει καταστρεπτικά αποτελέσματα. Το πολιτικό σύστημα δεν είναι έτοιμο να πάρει τις κατάλληλες, δύσκολες, αλλά σωτήριες αποφάσεις. Και όχι τόσο επειδή δεν διαθέτει ορθή κρίση. Αλλά επειδή του είναι αδύνατον να αποφασίσει αυτόβουλα την αυτοκατάργηση του. Κάτι πολύ φυσικό μέσα στα ανθρώπινα μέτρα.
Σε λίγο καιρό ο μέσος παραγωγικός έλληνας της πραγματικής οικονομίας θα αντιληφθεί ότι, σε κάθε δύσκολο βήμα του, είναι υποχρεωμένος να κουβαλάει στην πλάτη του από έναν αυθάδη κηφήνα. Και ότι η σίτιση αυτού του κηφήνα θα προηγείται των δικών του αναγκών. Των αναγκών του σπιτιού και των παιδιών του. Η καταπάτηση των στοιχειωδών δικαιωμάτων των απολυμένων φτωχοδιάβολων θα θεωρείται φυσική και αναπότρεπτη για την σωτηρία της πατρίδας. Τα "καταχτημένο" δικαίωμα όμως των μόνιμων υπηρετών του δημοσίου συμφέροντος "στην δουλειά" και "την ζωή", δεν θα μπαίνει σε καμία ζυγαριά και καμία διαπραγμάτευση.
Στην αρχή θα είναι ενόχληση. Μετά θυμός. Έπειτα οργή. Την συνέχεια κανείς δεν μπορεί να την προβλέψει. Περισσότερο από φόβο.
Δευτέρα, Μαρτίου 22, 2010
-Στα πρόθυρα εμφυλίου;
Τετάρτη, Μαΐου 28, 2008
-Το δικαίωμα στην ανοησία
1,19 ευρώ. Δεν εξεπλάγην. Γιατί να εκπλαγώ άλλωστε.
Για να εκπλαγεί κανείς θα πρέπει να είναι ή τελείως ανόητος ή έλληνας βουλευτής. Από αυτούς που συχνάζουν στις εκπομπές του Μάκη του Δημοσιογράφου. Και μένουν άφωνοι, με το στόμα ανοιχτό και τα μάτια βουρκωμένα, μπροστά στα κακώς κείμενα. Αυτά που βλέπουν και ακούν στο στούντιο για πρώτη φορά. Και φρικιούν και σοκάρονται. Και αδυνατούν να τα πιστέψουν. Και κουνούν το κεφάλι απελπισμένοι και ομολογούν με κάθε ειλικρίνεια. "Φοβερά πράγματα κ. Τριανταφυλλόπουλε. Δεν ξέρω τι να πω. Είμαστε όλοι ένοχοι."
1 ευρώ και 19 λεπτά λοιπόν στοίχιζε το SMS στην ψηφοφορία της Eurovision. 1 και 19. Σχεδόν ένα παλιό πεντακοσάρικο. Και ο κοσμάκης πλήρωνε και ψήφιζε. Και ξαναπλήρωνε και ξαναψήφιζε.
Και όμως. Από 1,5 μέχρι 5 λεπτά χρεώνουν οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας ένα γραπτό μήνυμα και τρέχουν και δεν φτάνουν για να προλάβουν η μια τις προσφορές της άλλης. Γιατί όχι άλλωστε. Με τις υπάρχουσες διαθεσιμότητες στα δίκτυα η συγκεκριμένη υπηρεσία δεν τους στοιχίζει ούτε δεκάρα. Γιαυτό και ότι πάρουν είναι καθαρό κέρδος.
Υπό τις συνθήκες αυτές κανείς από όλους όσους άσκησαν προχθές το δημοκρατικό τους δικαίωμα δεν σκέφθηκε γιατί ένα απλό SMS προς ένα πλήρως αυτοματοποιημένο κέντρο, -όπως αυτά των εταιρειών τηλεφωνικών ψηφοφοριών-, θα έπρεπε να κοστίζει 80 και 60 και 50 φορές παραπάνω. Κανείς δεν υπολόγισε την απίστευτη αναντιστοιχία κόστους-τιμής πώλησης που απολαμβάνουν οι καλές αυτές εταιρείες. Εταιρείες που ασφαλώς προσαρμόζουν τα τιμολόγια τους ανάλογα με τους κανόνες της ζήτησης. Και με την ψυχρή λογική που λέει ότι, όσο τα κορόιδα πληρώνουν αδιαμαρτύρητα τόσο οι τιμές μπορεί να παραμένουν υψηλές και τα κέρδη δυσθεώρητα.
Την ίδια στιγμή στην πλούσια και κραταιά Γερμανία, στην χώρα που πέρυσι, για μια ακόμη φορά, αναδείχθηκε με απόσταση παγκόσμια πρωταθλήτρια εξαγωγών, αγγίζοντας το αστρονομικό ποσό των 1.000 δισ. ευρώ (!!!), το ίδιο SMS κόστιζε 20 μόλις λεπτά!!! 83% περίπου φθηνότερα από ότι στην ψωροκώσταινα!!! Ή έξι φορές λιγότερο!!!
Ο λόγος είναι απλός. Ο μέσος γερμανός σίγουρα δεν λυπάται να δώσει και ένα και δύο και τρία ευρώ για το στιγμιαίο χαβαλέ και την ικανοποίηση της παρόρμησής του. Παράλληλα όμως κοστολογεί αυτό που κάθε φορά αγοράζει και είναι προφανές ότι αρνείται να γίνει κορόιδο και να πληρώσει κάτι το οποίο του πουλιέται 1.000 φορές ακριβότερα από όσο στοιχίζει. Εξ ου και εκεί οι καλές εταιρείες το ξανασκέφτονται. Και από το τίποτε αρκούνται στα 20 λεπτά. Στο κάτω κάτω και αυτά καθαρό κέρδος είναι.
Και μετά; Μετά οι φουκαράδες έλληνες ιθαγενείς μιλάνε για την ακρίβεια και για την δύσκολη ζωή τους. Και για τις στερήσεις και την φτώχεια που έρχεται. Και για την αξιολύπητη γενιά των 700 ευρώ. Που σημειωτέον συνηθίζει να πίνει τον καφέ της με 4 ευρώ στα Starbacks και να κάνει λογαριασμούς 150 ευρώ στα κινητά της, έχοντας την αίσθηση ότι απολαμβάνει αναφαίρετα δημοκρατικά της δικαιώματα. Γιατί έτσι μάθαμε. Να έχουμε για μέτρο των δικαιωμάτων μας το ύψος των επιθυμιών μας. Και όχι την αξία της δουλειάς μας.
Τελικά μου φαίνεται ότι όλη αυτή η υπόθεση για την ακρίβεια είναι μια ακόμη φάρσα της καλής μας τηλεόρασης. Που καταπώς φαίνεται ξέμεινε από θέματα και ρίχτηκε τις τελευταίες ημέρες να ολοφύρεται για τις τιμές της πελαγίσιας τσιπούρας, του εισαγόμενου αργεντίνικου T-bone και του φουαγκρά. Που θα πάει όμως. Σε καμιά βδομάδα, άντε δύο, όλο και κανένας ερωτύλος λαδωμένος από την Siemens θα πηδήξει από το παράθυρο και θα ανανεώσει άθελα του το περιεχόμενο του δημόσιου διαλόγου μας. Για νάχουμε να γεμίζουμε ζουμερά και πιπεράτα τις ζεστές και ιδρωμένες νύχτες μας στα αυθαίρετα της Λούτσας και της Καλλικράτειας.
Πέμπτη, Μαρτίου 20, 2008
-Σχολικό συγκρότημα Άνω Ραχούλας "Ο Σάκης Ρουβάς"
Συγγνώμη, λάθος, "Ο Στέλιος Καζαντζίδης" ήθελα να πω. Το "Σάκης Ρουβάς", μαζί με το εξατάξιο "Η Ναζιάρα Καλομοίρα", βρίσκονται στην Κάτω Ραχούλα, που έχει πιο πολλά σπίτια, έχει κάθε μέρα λεωφορείο με την πρωτεύουσα και όσο να' ναι είναι πιο κοντά στα σύγχρονα ρεύματα του πολιτισμού και των γραμμάτων.
Δεν ξέρω αν το μάθατε, αλλά τις μέρες αυτές η ελληνική επικράτεια δονείται από άκρου εις άκρον στον παλμό μιας νέας "μεταρρύθμισης" που έρχεται να δώσει ένα οριστικό τέλος στο χρόνιο σακατλίκι της παιδείας μας. Πρόκειται για μια επαναστατική πρωτοβουλία, για την οποία οφείλουμε να παραμερίσουμε τις όποιες πολιτικές μας διαφορές και να χειροκροτήσουμε από καρδίας τον "σαραντάρη" υπουργό Στυλιανίδη, που διευθύνει με τόσο τολμηρή φαντασία και έμπνευση το εκπαιδευτικό μας σκάφος.
Αναλυτικότερα: Μέχρι πρόσφατα, με βάση το προηγούμενο ανοργασμικό και αναχρονιστικό νομικό πλαίσιο, η απόφαση για την ονοματοδότηση ενός σχολείου ήταν προαιρετική, ανήκε στην διακριτική ευχέρεια του συλλόγου διδασκόντων, έπρεπε να αιτιολογηθεί ως προς την σκοπιμότητα της και υπόκειτο στην έγκριση της κεντρικής υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας. Από τούδε και στο εξής όμως όλα τα σχολεία στην επικράτεια οφείλουν να αναβαθμισθούν και να ανακτήσουν το χαμένο κύρος τους μέσω της υποχρεωτικής πλέον απόκτησης ένδοξου ονοματεπώνυμου!!!
Η ευτράπελη αυτή διαδικασία βρίσκεται προς στο τέλος της αφού μέχρι την 20η Μαρτίου οι υπεύθυνοι όλων των σχολείων θα πρέπει να αποστείλουν στην αρμόδια διεύθυνση του υπουργείου τις προτάσεις τους, με ένα κύριο και δύο εναλλακτικά ονόματα.
Ήδη, από ότι μαθαίνουμε, η απολύτως επιρρεπής στα αρχοντοκαραγκιοζιλίκια ελληνική κοινωνία έχει ανταποκριθεί στην "μεταρρύθμιση" με περισσό ενθουσιασμό. Πράγματι, από την στιγμή που το μέτρο ανήκει στην σφαίρα της μαζικής, φτηνιάρικης επικοινωνιακής μπαρούφας και δεδομένου ότι η πρωτοβουλία δεν ασκείται βάσει συγκεκριμένων κινήτρων από κάποιες μεμονωμένες σχολικές κοινότητες, (που ενδεχομένως να είχαν λόγους και έμπνευση να δώσουν μια ονομασία στο σχολείο τους τιμώντας με αυτόν τον τρόπο έναν ευεργέτη χρηματοδότη, έναν παλιό σπουδαίο δάσκαλο που άφησε εκεί το πνευματικό του αποτύπωμα, έναν εθνικής εμβέλειας άνθρωπο των γραμμάτων που πέρασε μαθητής από τα ίδια θρανία ή απλά έτυχε με το έργο του να ασκεί ειδική επιρροή στο περιβάλλον των διδασκόντων και κατ΄ επέκταση και των διδασκομένων), ο κάθε πικραμένος επιστρατεύει τις τηλεοπτικές του παραστάσεις, τις μόνες που διαθέτει άλλωστε, και προτείνει κάποιο από τα τοτέμ του σύγχρονου αλαλούμ της δημόσιας ζωής μας.
Ήδη η ζήτηση είναι τεράστια για ονόματα όπως του Στέλιου Καζαντζίδη, του Νίκου Γκάλη, των Γεωργίου και Ανδρέα Παπανδρέου, του Βενιζέλου κ.α.. Ακολουθούν κάποια βαρβάτα ιστορικά μεγέθη, όπως ο Κολοκοτρώνης ή ο Κοραής. Ασφαλώς πολύ καλά πηγαίνουν και κάποιοι προβεβλημένοι λογοτέχνες, όπως ο Ελύτης και ο Καβάφης, αλλά Κύριος οίδεν, τολμώ να είπω, εάν αυτοί που τους προτείνουν έχουν έστω και την παραμικρή ιδέα για το έργο και την προσφορά τους.
Τώρα θα μου πείτε, καλά ο Κοραής, ακόμη καλύτερα ο Καβάφης, -άσχετα αν οι πιο πολλοί τους ξέρουν απλά ως "μεγάλους" χωρίς να υποψιαζόμαστε ντιπ τι είναι αυτό που τους αναδεικνύει ως τέτοιους-, αλλά ο Στελάρας; Ο Γκάλης; Και ο Κολοκοτρώνης ακόμη; Τι σχέση έχουν όλοι αυτοί με την εκπαίδευση και ποιοι είναι οι επιθυμητοί συμβολισμοί που θα κουβαλήσει το όνομα τους στα κακότυχα ελληνικά σχολεία;
Η ονοματοδοσία ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος, όπως αυτή μιας στρατιωτικής μονάδας, είναι θεσμός που πρώτα και πάνω από όλα υπηρετεί την διάκριση, αναδεικνύει την αριστεία και προάγει την άμιλλα. Είναι επομένως φυσικό ότι η κατάχρησή του του αφαιρεί κάθε συμβολισμό, τον ευτελίζει και τον ακυρώνει. Όλα αυτά βέβαια πολύ μικρή σημασία έχουν για τους χυδαίους και ολιγογράμματους καιροσκόπους της δημόσιας ζωής μας, όπου τα πάντα τιμαριθμοποιούνται με βάση τα ποσοστά δημοτικότητας και τις μονάδες ακροαματικότητας. Και ακόμη μικρότερη για τους ανυποψίαστους και χαζοχαρούμενους πελάτες, καταναλωτές - ψηφοφόρους του συστήματος.
Παρασκευή, Ιουλίου 20, 2007
-Φυλάξου! Γιατί ο κόσμος είναι ένα μέρος πολύ επικίνδυνο!
Τον περασμένο Σεπτέμβριο, λίγο πριν αναχωρήσω για την αλλοδαπή, αγόρασα ένα μικρό σπίτι και κουβάλησα εκεί το έχειν μου. Έμεινα στο σπίτι αυτό τόσο, όσο χρειάζόταν για να τακτοποιήσω το απερίγραπτο χάος, που όλοι ξέρουν ότι προκαλεί μια μετακόμιση, και να ηρεμήσω από την αφάνταστη πολυήμερη ταλαιπωρία.
Το σπίτι είναι καινούργιο και χτισμένο σε σχετικά μεγάλο οικόπεδο, σε περιοχή με χαμηλό συντελεστή δόμησης. Ως εκ τούτου διαθέτει για τους ενοίκους του άνετους, ευρύχωρους και κυρίως καλαίσθητους χώρους στάθμευσης στην αυλή, που καμία σχέση δεν έχουν με το αίσχος της γνωστής "πυλωτής".
Δεν ξέρω αν ήταν από λάθος ή από αθώα πονηριά, αλλά ο καλός μου ο μεσίτης, στις πρώτες μας επαφές, μου υπέδειξε μια ωραιότατη θέση πάρκιγκ, ίσως την πιο ωραία από όλες τις άλλες, και μου είπε: "και αυτή είναι δική σου". Τον πίστεψα χωρίς να δώσω ιδιαίτερη σημασία και δεν ξαναασχολήθηκα με το αστείο αυτό ζήτημα, (αν η κούρσα μου θα στέκεται αριστερά ή δεξιά ή στο κέντρο της αυλής), μέχρι την ημέρα της πρώτης διανυκτέρευσης στο καινούργιο παλάτι μου.
Την ημέρα εκείνη όλη η γειτονιά είδε ότι κάποιος κουβαλιότανε στον δεύτερο. Το φορτηγό, οι εργάτες, η τεράστια τηλεσκοπική σκάλα που ανέβαζε τα έπιπλα και τις, ούτε λίγο ούτε πολύ, 180 βαριές και ογκώδεις κούτες, τα άπειρα υλικά συσκευασίας που στοιβαζόντουσαν στο πεζοδρόμιο. Υπό τις συνθήκες αυτές, ακόμη και εάν δεν δει κανείς τον ίδιο τον φουκαρά μετακομίζοντα, μπορεί να αντιληφθεί τις αθλιες συνθήκες που αυτός βιώνει, να συμμερισθεί την απίστευτη ταλαιπωρία του και να δείξει μια μικρή κατανόηση. Κατανόηση για τον λίγο περισσότερο θόρυβο, την κάποια προσωρινή ακαταστασία στην είσοδο, την προσωρινή αίσθηση μικρού ξεβολέματος τέλος πάντων. Άλλωστε ποιός από εμάς δεν έχει περάσει κάτι τέτοιο. Και έπειτα, είμαστε λαός φιλόξενος, ανοιχτόκαρδος και χαμογελαστός. Λαός έτοιμος να αγκαλιάσει τον κάθε καινούργιο φίλο που μπαίνει στην ζωή μας και να τον καλωσορίσει με ευγένεια, ανθρωπιά και ψυχική γενναιοδωρία.
Τέλος πάντων, αργά το απόγευμα, αφού ξεπροβόδισα τους εργάτες πάρκαρα το αυτοκίνητο στην θέση που μου είχε αρχικά υποδειχθεί και βρέθηκα σε κατάσταση απόγνωσης μόνος μέσα στο σπίτι συντροφιά με τις 180 κλειστές κούτες μου.
Θα ήταν λίγο πριν από τα μεσάνυχτα όταν κατέβηκα πάλι στην αυλή για να πάρω κάτι που είχα ξεχάσει. Είδα τότε ότι πίσω από το ωραιότατα σταθμευμένο όχημα μου υπήρχε κάθετα τοποθετημένο ένα άλλο, πολύ μικρότερο, με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζει κάθε δική μου κίνηση. Και αυτό παρά το γεγονός ότι η αυλή είχε την στιγμή εκείνη αρκετές ακόμη θέσεις ελεύθερου πάρκιγκ, μια και η συνολική χωρητικότητα της, από ότι έμαθα αργότερα, είναι αρκετά μεγαλύτερη από όσο χρειάζεται για να εξυπηρετηθούν όλοι οι ένοικοι της πολυκατοικίας. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία και επέστρεψα βιαστικά στο χάος μου.
Την επόμενη μέρα το πρωί, όταν κατέβηκα για να φύγω, βρήκα στο τζάμι του αυτοκινήτου το χαρτί που βλέπετε πιό κάτω.
Η πρώτη μου αντίδραση ήταν να βυθιστώ σε μια βαθιά απορία. Κοίταζα το χαρτί για κάμποση ώρα προσπαθώντας να αντιληφθώ το μέγεθος και τον λόγο, κυρίως τον λόγο, της αγριότητας και του θυμού που ανέδιδε.
Καλά χριστιανέ μου. Κάποιος κατέλαβε την θέση του πάρκιγκ σου. Είναι ο κουρασμένος καινούργιος σου γείτονας, που μπορεί και να μην το ήθελε. Μπορεί να έκανε και λάθος. Θα μπορούσες, για σήμερα μόνο, να παρκάρεις λίγα μέτρα πιο δίπλα. Με την ίδια ασφάλεια και ευκολία. Και την επομένη να λύσεις αυτήν την ασήμαντη διαφορά με ευγενικό, φιλικό και ανθρώπινο τρόπο. Και αν μετά από λίγες ημέρες το γαϊδούρι που έτυχε δίπλα σου δεν εννοεί να καταλάβει μέχρι που μπορεί να απλώνει τα πόδια του, ε τότε μπορείς να αρχίσεις να θυμώνεις και να εξαπολύεις απειλές. Να καλείς τους γερανούς και τις αστυνομίες. Ακόμη και τα σώματα καταδρομών αν θέλεις. Αλλά για την ώρα τίποτε από όλα αυτά δεν είναι ούτε σκόπιμο ούτε απαραίτητο.
Κοιτούσα πολλή ώρα απορημένος τις λίγες γραμμές που με καλωσόριζαν στην νέα μου γειτοινιά, μέχρι που σιγά - σιγά άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό μου η εικόνα του προσώπου. Ενός προσώπου άσχημου και απωθητικού. Με εκείνη την ασχήμια που ξεπροβάλλει αποκρουστική κάτω από την φτιασιδωμένη μάσκα της επιφάνειας. Με την ασχήμια που προσδίδει στα πρόσωπα η μόνιμη καχυποψία και η διαρκής εγρήγορση. Η εγρήγορση για μια παράλογη άμυνα απέναντι σε κάθε έναν από τους γύρω, που δεν μπορεί παρά να είναι ένας καινούργιος και εν δυνάμει επικίνδυνος εχθρός.
Είναι το θλιβερό πρόσωπο του μικροαστού. Του ανθρώπου που σε όλη την ζωή του φοβάται και οχυρώνεται. Που σε κάθε του βήμα αμφιβάλλει και κρύβεται. Που είναι ανίκανος να μοιράσει και να μοιραστεί επειδή πιστεύει ότι αυτά που έχει είναι πολύ λίγα. Τόσο λίγα, που μπροστά τους μια θέση πάρκιγκ στην πυλωτή της πολυκατοικίας μεταμορφώνεται σε αγαθό πολύτιμο και ανεκτίμητο. Στο μόνο αγαθό που του ανήκει πραγματικά και για το οποίο αξίζει να παλέψει και να θυσιαστεί. Γιατί τίποτε άλλο, πιο μεγάλο και πιο σημαντικό, δεν του έχει απομείνει.
Δίπλωσα προσεκτικά το πολύτιμο έγγραφο και το αρχειοθέτησα στην συλλογή μου. Λίγες μέρες αργότερα αναχώρησα για την Εσπερία χωρίς δυστυχώς να μπορέσω να ζητήσω συγγνώμη από την κυρία που τόσο πολύ αναστάτωσα και ενόχλησα με την ανεύθυνη συμπεριφορά μαυ. Και αυτό γιατί την μια και μοναδική φορά που διασταυρωθήκαμε στην αυλή, αυτή ήταν βιαστική και κοιτούσε ίσια μπροστά. Σαν όλους τους ανθρώπους που δεν αντέχουν να διασταυρώσουν το βλέμμα τους με το βλέμμα του διπλανού τους.
Μια βδομάδα περίπου μετά εγκαταστάθηκα στο καινούργιο μου σπίτι, σε μια πολή του γερμανικού νότου. Από την πρώτη κιόλας ημέρα γνωρίστηκα με τους γείτονες μου, στον πάνω όροφο της δίπατης οικοδομής. Με καλωσόρισαν εγκάρδια και με κατατόπισαν για ότι ήταν απαραίτητο και σκόπιμο να γνωρίζω. Στο τέλος μου είπαν ευγενικά ότι δεν θα ήταν ανάγκη να παραγγείλω και να πληρώσω στον δήμο ξεχωριστούς κάδους για τα σκουπίδια μου. Μπορούσα να χρησιμοποιήσω τους δικούς τους χωρίς κόστος και χωρίς να νοιάζομαι για το ποιός θα τους βγάζει στον δρόμο κάθε δεκαπέντε που θα περνούσε το αυτοκίνητο της αποκομιδής.
Κάποια στιγμή, λίγο αργότερα, ξέχασα το αυτοκίνητο μου λίγο αδέξια μπροστά στην πόρτα του γκαράζ τους. Την άλλη ημέρα βρήκα στο τζάμι μου το παρακάτω σημείωμα.
"Αγαπητέ γείτονα Καλημέρα, θα μπορούσατε παρακαλούμε να παρκάρετε από την άλλη πλευρά του δρόμου; Σήμερα το πρωϊ ήταν σχεδόν αδύνατον να βγούμε από το γκαράζ μας. Σας ευχαριστούμε πολύ, E. Jüteborg".
Αυτά και μόνο αυτά. Ούτε γερανοί, ούτε απειλές, ούτε η Γκεστάπο, ούτε η Βέρμαχτ. Ένα ευγενικό μόνο και φιλικό σημείωμα που, τολμώ να πω, αντί να ενοχλήσει είναι σε θέση ακόμη και να βελτιώσει τις σχέσεις κάποιων ανθρώπων. Γιατί μετά από αυτό δεν μπορεί, θα σταματήσεις με την πρώτη ευκαιρία στην είσοδο, θα χαμογελάσεις, θα σου χαμογελάσουν και θα ζητήσεις συγγνώμη. Θα σου πουν πως όχι, δεν πειράζει, συμβαίνουν αυτά και δεν ήταν δα και τίποτε που φέρνει την καταστροφή. Και η ζωή μας θα πάει παρακάτω, λιγάκι πιο όμορφη.
Ζούμε στην ίδια γειτονιά. Μπορεί και να μην αγαπιόμαστε. Αλλά είναι πάντοτε σκόπιμο να προσπαθούμε να βρίσκουμε τα κοινά σημεία μας. Αλλιώς η καθημερινότητα μας γίνεται αφόρητη.
Νομίζω πως κάπως έτσι ζούνε οι άνθρωποι αυτοί εκεί πάνω. Κάθε μέρα το βλέμμα σου συναντά το βλέμμα δέκα, δεκαπέντε περαστικών. Στο σουπερμάρκετ, στον δρόμο, στα μονοπάτια του δάσους που είναι γεμάτα περιπατητές και ποδηλάτες, στα εστιατόρια όταν σηκώνεσαι και ετοιμάζεσαι να φύγεις. Και κάθε φορά ένας άγνωστος σου χαμογελά και σου λέει καλημέρα. Και μετά παραμένει άγνωστος. Αυτό είναι αδιάφορο.
Νομίζω ακόμη πως στην σημερινή Ελλάδα των καμμένων δασών, των μουλτιπλεξ εμπορικών κέντρων και του ατομικού συμφέροντος τα βλέμματα των ανθρώπων συναντιώνται αυθόρμητα όλο και λιγότερο. Οι καλημέρες και τα χαμόγελα γίνονται όλο και σπανιότερα. Κάθε ένας που περνά δίπλα μας δεν είναι ένας σαν και μας που απλά πηγαίνει, όπως εμείς, στην δουλειά του. Είναι κάποιος επικίνδυνος άγνωστος που ήδη κάνει πονηρές σκέψεις για την θέση μας στην πυλωτή. Που κοιτάει το πορτοφόλι μας ύποπτα. Που ζηλεύει το καλογυαλισμένο μας αυτοκίνητο. Που θέλει με κάθε τρόπο το κακό μας και που ετοιμάζεται να παρασύρει στα σκοτεινά και να βιάσει τον τρυφερό και ανυπεράσπιστο κλώνο μας.
Κάθε μέρα τα λέει η τηλεόραση άλλωστε. Ο κόσμος μας είναι ένα μέρος πολύ επικίνδυνο. Γιαυτό τα μάτια πρέπει να είναι ανοικτά και να κοιτούν τριγύρω πίσω από μαύρια γιαλιά. Να εντοπίζουν, να αξιολογούν και να εξουδετερώνουν τους επερχόμενους κινδύνους. Κάθε στιγμή χαλάρωσης μπορεί να έχει κόστος ανυπολόγιστο.
Και μετά; Μετά ξοδευόμαστε σε όλα εκείνα τα ανούσια και ανόητα στερεότυπα που το μόνο που δείχνουν είναι το πόσο λίγο ξέρουμε τους ευατούς μας και πόσο λιγότερο γνωρίζουμε τους άλλους. Οι γερμανοί είναι ψυχρά κτήνη, οι άγγλοι είναι αδιάφοροι, οι σουηδοί παγεροί. Ενώ εμείς είμαστε φιλικοί και ανθρώπινοι. Αυτοί συμβιώνουν στα κλουβιά. Εμείς κοινωνούμε στις σχέσεις μας. Και περιμένουμε πότε θα γυρίσει ο γείτονας αλλού το βλέμμα για να πετάξουμε τα σκουπίδια μας στην αυλή του.


