Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρης Αλεξάνδρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρης Αλεξάνδρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

"...και τα τέσσερα χρόνια γι’ αυτό που λέγαμε ζωή μας θα μας λείπουν"

επιστροφή (Άρης Αλεξάνδρου)
ππ
Έτσι που γυρίσαμε
γυαλίζουνε οι ράγιες στο σκοτάδι
απ’ την πολλή σιωπή
έτσι που γυρίσαμε
βρήκαμε τους εισπράκτορες σφαγμένους
και το πεντακοσάρικο για το εισιτήριο
θα μας περισσεύει
και τα τέσσερα χρόνια
γι’ αυτό που λέγαμε ζωή μας
θα μας λείπουν
έτσι που γυρίσαμε κι οι δρόμοι προχωράνε
τετραγωνίζοντας την άδεια πολιτεία
σε πένθιμους φακέλους
κι αυτός ο αστυφύλακας περνάει και χασμουριέται
Θεέ μου! ας μίλαγε τουλάχιστον αυτός
κι ας μου ζητούσε
την ταυτότητά μου.
από τη συλλογή Άγονος γραμμή του 1952

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

Ολόκληρη νύχτα ( Άρης Αλεξάνδρου )


The Maiden (Gustav Klimt)


Όπου νάναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της βροχής.


Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια.
Τι ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ’ τη μαρκίζα
Γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.
Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα σου.
Πίσω απ’ τα σακιά με το τσιμέντο νυχτοπερπάτητο σκοτάδι
Σκυφτό σκοτάδι και η σκουριά που αχνογυαλίζει στα βρεγμένα συρματόσκοινα.
Ώρα να πιάσει βάρδια το φεγγάρι.
Σαββατόβραδο κ’ οι ταβέρνες κλειστές
Μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.
Μια συνοδεία νοτισμένα αστέρια έστριβε απ’ τη γωνία της χαραυγής.
Απίθωνα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης.
Ύστερα μας έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί
σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.
Ένα μικρό φεγγάρι σκαλωμένο μες στα σύννεφα


ένα μικρό φεγγάρι σύννεφο.
Ξύπναγε σαν φύτρωνε στην άκρη του γιαλού
ένα κοχύλι φρέσκος ήλιος.
Καλημέρα. Ένα μικρό φεγγάρι
έσβηνε στη φωνή της.
Έβλεπα τα χέρια μου και είταν μονάχα δύο
μέτραγα τα μάτια μου και είταν μονάχα δύο
μουλιάζουν τώρα μες στο καπέλο του ζητιάνου
μονάχα δύο.

(1947)


Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009

προαγωγή (Άρης Αλεξάνδρου)

"Νυχτερινό καφενείο" Vincet Van Gogh


Όλα είταν έξοχα χτες βράδι

τόσο που κρυσταλλώθηκε η θάλασσα στους βράχους

κ’ έγινε αλάτι

τόσο που κρυσταλλώθηκαν τα σύννεφα ψηλά στον ουρανό

κ’ έγιναν αστέρια

τόσο που κρυσταλλώθηκε δω κάτω η σιωπή μας

κ’ έγινε φιλί.

Όλα είταν έξοχα χτες βράδι

μόνο που ήρθαν ίσως με κάποια καθυστέρηση

όπως φτάνει στον πεσόντα

η διαταγή προαγωγής του σε υποδεκανέα.

Από τη συλλογή "Ευθύτης οδών" (1959).

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009

ανατολή ηλίου ( Άρης Αλεξάνδρου )


στο Γιάννη Ρίτσο

Είταν η ώρα που επρόκειτο να ανάψουνε οι φανοστάτες.Δεν είχε καμιά αμφιβολία, τόξερε πως όπου νάναι θα ανάβανε, όπως και κάθε βράδυ άλλωστε. Πήγε και στάθηκε στη διασταύρωση, για την ακρίβεια στη νησίδα ασφαλείας, για να δει τούς φανοστάτες να ανάβουν ταυτόχρονα, τόσο στον κάθετο, όσο και στον οριζόντιο δρόμο.

Με το κεφάλι ασάλευτο, έστριψε το δεξί του μάτι δεξιά, το αριστερό του αριστερά. Περίμενε, μα οι φανοστάτες δεν ανάβανε. Τα μάτια του κουράστηκαν, άρχισαν να πονάνε, σ’ εκείνη την άβολη στάση. Σε λίγο δεν άντεξε και έφυγε.

Ωστόσο, το επόμενο σούρουπο, πιστός στο καθήκον, πήγε και ξαναστάθηκε στη νησίδα του. Οι φανοστάτες και πάλι δεν ανάψανε, ούτε εκείνο το βράδι, ούτε τις άλλες νύχτες, μα τα μάτια του συνήθιζαν λίγο λίγο, δεν κουράζονταν πια, δεν πονούσαν.

Και κάποτε, εκεί που στεκόταν και περίμενε, χάραξε εντελώς ξαφνικά. Εντελώς ξαφνικά, είδε τον ήλιο να ανατέλλει, ταυτόχρονα, απ’ τον κάθετο δρόμο κι απ’ τον άλλον, τον οριζόντιο.

Παρίσι 1971

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009

Ο μέντορας ποιητής ( η σχέση του Γιάννη Ρίτσου με τον Άρη Αλεξάνδρου )


Η προειδοποίηση από τους παλιούς στο κολαστήριο της Μακρονήσου για τους νεοφερμένους ήταν σαφής: «Μην αντισταθείς. Εδώ, οι ανάπηροι, οι ψυχοπαθείς, αμέσως μετά την άφιξή τους και την πρώτη υποδοχή, είναι αμέτρητοι. Και δεν μιλάμε για τις δολοφονίες. Εχουμε όμως και μονόφθαλμους ή κατευθείαν τυφλούς. Πρόσεχε, Ρίτσο. Τα μάτια σου. Θα σου βγάλουν τα μάτια». Ηταν η εποχή της αντικομμουνιστικής υστερίας μετά τον Εμφύλιο. Και όμως, πουθενά σε αυτό το βιβλίο δεν διακρίνεται ίχνος τρόμου από τον άνθρωπο που γράφει τις επιστολές. Θαλογοκρινόταν, βέβαια, αλλά οι επιλογές του μοιάζουν συνειδητές. Πρόθεση του Γιάννη Ρίτσου ήταν πάντα να εμψυχώνει. Σαν να πρόκειται για κατάκτηση του ανθρώπινου νου ή για νέο λογοτεχνικό ύφος, η ίδια ισορροπία μεταξύ φρίκης και μεγαλείου διαπερνάει όλη την παρούσα έκδοση, τον πρόλογο της 86χρονης σήμερα Καίτης Δρόσου, τις πυκνές, διαφωτιστικές σημειώσεις κατά μήκος του βιβλίου από την καθηγήτρια στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Λίζυ Τσιριμώκου, την αισθητικά άρτια φωτογραφική ανατύπωση των προσωπικών εξομολογήσεων με τη σφραγίδα της λογοκρισίας πάνω τους. Ισως, αυτό το πολυφωνικό έργο στο ξεκίνημα του 2009, εκατό χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου, να είναι ο καλύτερος τρόπος για να αναδυθεί το πνεύμα ενός συγγραφέα, μιας γενιάς, μιας εποχής.
Στο βιβλίο παρακολουθούμε μια τριάδα, αλλά και μια μεγάλη μεταπολεμική παρέα, και πολλές μοναχικές πορείες στα δύσκολα χρόνια, από το 1948 ως το 1978. «Επειδή γράφεις ή θες να γράψεις ποιήματα, χρωστάς και είναι μέσα στον ρόλο σου να απαλύνεις, να αλείφεις λάδι, να κλείνεις πληγές» ήταν η αξίωση του ήδη καταξιωμένου 29χρονου ποιητή Γιάννη Ρίτσου από τους καλούς φίλους του, τη 16χρονη Καίτη και αργότερα τον συνομήλικό της Αρη. Επί μεταξικής δικτατορίας είχε γίνει ο μέντοράς τους. Και εξακολούθησε να δίνει το παράδειγμα θετικής ενέργειας με τα επιστολικά δελτάρια από την εκάστοτε εξορία στις δέκα αράδες που ήταν το όριο σύνταξης για κάθε γράμμα: «Σήμερα κρύο κι αγέρας- τι αγέρας- δεν μπορείς να βγεις ένα βήμα- ατέλειωτη βουήτο χιόνι στροβιλίζεται- δε στέκειμια τρομερή ζωντάνια και δύναμη [...] κι από μέσα η καρδιά σου αποκρίνεται- βουή στη βουή- κάτι πρέπει να φτιάξουμε μεγάλο».
Ο θίασος πληθαίνει


Ο Γιάννης Ρίτσος (αριστερά), η Καίτη Δρόσου,η σοβιετική ηθοποιός Αλα Λαριόνοβνα και ο Δημήτρης Φωτιάδης στη σοβιετική πρεσβεία της Αθήνας την εποχή της προβολής της ταινίας «Πέτρινο λουλούδι»,όπου πρωταγωνιστούσε η Λαριόνοβνα

Οσο ελλειπτικές είναι οι πληροφορίες στις επιστολές του τόσο καταιγιστικά και περιεκτικά είναι τα σχόλια της επιμελήτριας του έργου. «Αρης και Καίτη πρωτοσυναντήθηκαν στα φοιτητικά συσσίτια» εμπλουτίζει την πληροφόρησή μας μέσα από βιβλιογραφικές αναφορές η κυρία Τσιριμώκου. «Ο Φραγκιάς είχε φέρει τον Αρη στον κύκλο του Γιάννη Ρίτσου. Η Αικατερίνη Δρόσου πάλι είχε, από μαθήτρια ακόμη, γνωριστεί με νεαρούς καλλιτέχνες, γιατί έπαιζε στον δραστήριο σχολικό θίασο του Γ Δ Γυμνασίου Θηλέων. [...] Στη συντροφιά προστέθηκε ο Αρης, καθώς όλοι έπαιρναν το συσσίτιό τους στον Αγιο Νικόλα, στα Πευκάκια...» σύμφωνα με το βιβλίο του Δημήτρη Ραυτόπουλου «Αρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος», Εκδόσεις Σοκόλη, το 1996. «Ο Γιάννης Ρίτσος στάθηκε δάσκαλος μιας ομάδας υποψηφίων ποιητών και πεζογράφων, από την οποία αποσπάστηκε σιωπηρά μια παρέα, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Κώστας Κοτζιάς, ο Μιχάλης Κατσαρός και ο υποφαινόμενος» σημείωνε ο Αλ. Αργυρίου σε νεκρολογικό του σημείωμα στο περιοδικό Αντί τον Νοέμβριο του 1990. Λίγο λίγο τα πρόσωπα του έργου πολλαπλασιάζονται, ο θίασος πληθαίνει, η εικόνα διευρύνεται πολύ πιο πέρα από τις επιστολές.

Ηταν καλαίσθητοι και αυτόνομοι οι πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας, σαν να βάδιζαν ενάντια στην εποχή τους. Και μόνο η αλληλογραφία με έναν άντρα στη Μακρόνησο, που δεν ήταν ο σύζυγός της, ήταν από πλευράς της Καίτης Δρόσουεν διαστάσει μητέρας ενός παιδιού - ύποπτη για τον σπιτονοικοκύρη της. Αλλά δεν ήταν το μόνο παράπτωμά της. Σύντομα θα εμφανίζονταν και άλλες κατηγορίες μαζί με τις παλιές, οι μιζέριες και ενοχές που τους πότιζαν δικοί τους άνθρωποι. «Κι εγώ είχα πετάξει τα φουστάνια μου και γύριζα μόνο με αλατζάδες, μη και με δει η καθοδήγηση με λινά ή μεταξωτά». Οτι έτρωγε μπαρμπούνια ενώ ήταν διεθνίστρια ήταν επίσης μεμπτό. Φυσικά, το ίδιο κλίμα ελέγχου είχε περάσει και στα στρατόπεδα των εξορίστων. «Τι είναι αυτά που φοράς, βρε Ιων, εκεί στον Αη Στράτη, με τα εμπριμέ τελευταία μόδα πουκαμισάκια σας, εσύ και ο Μάνος Κατράκης. Τα κουτσομπολιά για τους νεωτερισμούς και τις παραξενιές σας τα μετέφερε το κόμμα, να μάθουν οι συναγωνιστές να συμπεριφέρονται». Τράβηξε χρόνια αυτό το βιολί, όπως θυμάται η κυρία Καίτη Δρόσου: «Ως και η Φαλίτσα: “Βρε Καίτη, βρε Αρη, βρε παιδιά, μη του τα φέρνετε αυτά τα ωραία κιμονό γιατί ο Γιάννης τα φοράει”. “Μα για να τα φοράει τα φέραμε, Φαλίτσα”. Ο ίδιος άλλωστε ήταν εξασκημένος στην αυτοπαρατήρηση: “Χοντραίνω ασυστόλως” είχε γράψει στην Καίτη από την καλοκαιρινή Σάμο το 1963.

Το διπλό πένθος
Οι ιδεολογικές επιταγές ήταν ακόμη πιο στενόχωρες. Στον Ρίτσο έβαλαν τις φωνές ως «μη ποιητή του λαού» για το ακαταλαβίστικο «ο ήλιος έβαλε φωτιά στις στέγες». Η συνειδητή στροφή του ποιητή προς τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό ήδη από την εποχή της Μακρονήσου δεν βρήκε σύμφωνο τον Αρη Αλεξάνδρου, ο οποίος μια ακόμη φορά πήρε τις αποστάσεις του. Εμφύλιος, στην παρέα. Στη δεύτερη εξορία, στον Αη Στράτη, ο τελευταίος απομονώθηκε τελείως. «Ο Αρης, με το διπλό του πένθος, τη θεληματική του ρήξη με τον Ρίτσο και τη δική μου σιωπή, ζει στη μοναξιά, χωρίς κανένα ψυχικό αποκούμπι. Ξύρισε το κεφάλι του, δεν ξανάραψε τα κουμπιά στο παλτό του, στη θέση τους έβαλε μια παραμάνα». Θα περάσουν πολλά χρόνια για να τον δούμε να έχει ανανήψει δίπλα στην Καίτη Δρόσου, παντρεμένοι οι δυο τους πια, στη θεληματική εξορία τους στο Παρίσι. Με την ευεργετική μεσολάβηση της Καίτης γεφυρώθηκε το χάσμα με τον Ρίτσο, ο οποίος είναι πλέον στην Αθήνα και μετέχει ενεργά με την επική ποίησή του στη διαδικασία ανάκαμψης του ΚΚΕ. Ευφορία και πολλή δουλειά τον κάνουν να αισθάνεται ξανά νέος. Τα γράμματα που τους στέλνει στο Παρίσι είναι, όπως πάντα, διαχυτικά, τρυφερά, συμβουλευτικά. Τον απασχολεί η τύχη του «Κιβωτίου» στην αλληλογραφία του με τον Αλεξάνδρου. «Σπάνια, τα τελευταία χρόνια, ένα πεζό κείμενο μου έδωσε το πραγματικό ρίγος της ποίησης (όχι της καλλιλογίας και της φτηνής εξωτερικής δεξιότητας), το ρίγος της ουσιαστικής και “ακατάδεκτης” ποίησης που μου ΄δωσαν τα αποσπάσματα του έργου σου». Δεν ενοχλήθηκε στο ελάχιστο από την «ανορθόδοξη γραμμή» του, παρά το γεγονός ότι ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων από ορισμένους αριστερούς κύκλους μόλις εκδόθηκε στην Ελλάδα. Είναι σαφές ότι πανηγυρίζει γιατί ξαναβρήκε έναν ενεργό ομότεχνο: «Γιατί, το ξέρεις, μόνον οι ισόπαλοι γίνονται φίλοι».

Για τον Γιάννη Ρίτσο το αιτούμενο δεν ήταν μόνο η συνεχής, αδιάκοπη γραφή, αλλά και μια αρετή που διέκρινε στους φίλους του και φαίνεται να διαπερνάει εξίσου τους συντελεστές της τωρινής έκδοσης: «Την απλότητα και κάτι πιότερο: την ανεξικακία. Καταλαβαίνεις με ποια έννοια το λέω. Με την έννοια της πνευματικής αταραξίας που επιτρέπει να βλέπουμε βαθιά, σωστά, καθάρια, απροκατάληπτα το μυστήριο της ζωής μας».


(το κείμενο είναι της Μαίρης Παπαγιαννίδου, για το βιβλίο της Α. Τσιριμώκου, απο το Βήμα της 4 / 01 )

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

δύο , ακόμη , του Άρη Αλεξάνδρου...

Η κάθε μου λέξη
αν την αγγίξεις με τη γλώσσα
θυμίζει πικραμύγδαλο.
Απ΄ την κάθε μου λέξη
λείπει ένα μεσημέρι με τα χέρια της μητέρας δίπλα στο ψωμί
και το φως που έσταζε απ΄ το παιδικό κουτάλι στην πετσέτα.

Θα σε βρω.
Όπου πατάς
πέφτουν πράσινα φύλλα

ποιητική και Άννα οι τίτλοι , αν χρειάζονται τίτλοι...

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2008

Άρης Αλεξάνδρου δύο ποιήματα και δύο επίκαιρες ( ; ) ιστορίες

το μαχαίρι
'Όπως αργεί τ' ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κι οι λέξεις ν' ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς μην ξιπαστείς
απ' τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.
Φρόντισε ....
Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν
με τις αρθρώσεις των σκληρών των συγκεκριμένων λέξεων.
Πάσχισε να' ναι προεκτάσεις της πραγματικότητας
όπως κάθε δάχτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι.
'Έτσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού
να συνεφέρουν με χαστούκια όσους λιποθύμησαν
μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.
Υποσημείωση( του ιδίου )
Φίλε ή αντίπαλε μην τα αναγγείλεις πουθενά.
Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος.

και οι δύο ιστορίες. Λίγες για τον άνθρωπο ,μα αρκετές για την φυσιογνωμία του
Το 1952 στο στρατοδικείο , αρκούσε μία απλή φραστική καταδίκη του ΚΚΕ για να γλιτώσει μία εξάχρονη περιοδεία στις φυλακές . Δεν την έκανε μόλο που βρίσκονταν σε ιδεολογική αντιπαράθεση , μαζί του.
Στην διάρκεια της δικτατορίας βρέθηκε στο Παρίσι όπου περνούσε δύσκολες ( και ) οικονομικά , μέρες. Με την μεσολάβηση ενός Έλληνα του προτάθηκε υψηλόμισθη θέση , υπεύθυνου ασφαλείας σε πολυκατάστημα.Την αρνήθηκε λέγοντας ότι η στολή αλλοτριώνει .
Εσένα ;; σε αυτή την ηλικία και μ' αυτή την διαδρομή ; προσπάθησε να τον μεταπείσει Ένας σύντροφος του.
Άστο Άλεξ ( εις μνήμην του οι 2 ιστορίες ) , ξέρω ... διάολοι είναι όλες αυτές οι στολές , του είπε και συνέχισε να ζει τις οικονομικά δύσκολες , αλλά τόσο πλούσιες κατά τα άλλα μέρες του .