Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανδρέας Εμπειρίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανδρέας Εμπειρίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

ο Εμπειρίκος για τον "άνθρωπο που εις την Πρέβεζα εχάθη"

όταν οι ευκάλυπτοι θροϊζουν στις αλλέες
μ

Σαν σήμερα, 21 Ιουλίου του 1928 ο Κώστας Καρυωτάκης  αυτοκτονεί στην παραλία του Αγίου Σπυρίδωνα στην Πρέβεζα. Όπως κάθε έτοιμος από καιρό αυτόχειρας, που σέβεται τους γύρω του, αφήνει σημείωμα, όπου γράφει στο υστερόγραφο :
"..Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Ολη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ηπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου"
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος το 1964 δημοσιοποιεί το "όταν οι ευκάλυπτοι θροϊζουν στις αλλέες", αφιερωμένο στον αυτόχειρα ποιητή. ( το πτώμα του βρέθηκε κάτω από ένα ευκάλυπτο)


" Όσοι καμιά φορά από την Πρέβεζα περνάτε και στην υγρή κουφόβρασι στα καφενεία κάθεσθε να πιήτε έναν καφέ, ή ένα γλυκό του κουταλιού να φάτε, βαπόρι περιμένοντας ή κάποιο λεωφορείο, ακούοντας βοήν φωνών και συζητήσεων, ήχους ζαριών  και επικλήσεις αυτών που σκύβουν επάνω από τα τάβλια, την μοίρα μάταια προσπαθώντας με τέχνη να παραμερίσουν, τα πούλια  ζωηρά χτυπώντας, φιλώντας στις χούφτες των τα ζάρια, κουνώντας τα με δύναμιν  και τέλος φωνάζοντας, καθώς τα ρίχνουν με  ζέσιν ελπιζόντων: ”Ντόρτια!... Δυάρες!...Εξάρες!...” όσοι, λέγω, σ’αυτά τα καφενεία κάθεσθε, στη ζέστη του καλοκαιριού, την ώρα που φέρνετε στα χείλη σας το δροσερό ποτήρι, ή , μέσα στο ψύχος του χειμώνος τον αχνιστόν καφέ, προσμένοντας κάποιαν υπουργικήν απόφασιν, μετάθεσιν, ή κάποιο κέλευσμα ανεξιχνίαστον της Μοίρας, όσοι στα καφενεία της Πρεβέζης κάθεσθε, προσμένοντας τις οίδε τι- μην τον ξεχνάτε.
Σε όλους τους τέτοιους καφενέδες- Πρεβέζης, Αθηνών, Πατρών- πάντα η ψυχή του θα πλανάται, όπως και εις τα στυγνά γραφεία τόσων νομαρχιών και υπουργείων, όπου ο ποιητής σε όλον του τον βίον, τις μέρες του εν μέσω τρομεράς ανίας μετρούσε σαν κομπολόι βαρετό, αυτός που έσφυζε εν τούτοις – ω, ειρωνία- απο θεσπέσια οράματα, για πράγματα που ο κόσμος ο πολύς, ο κόσμος ο κοντόφθαλμος ή και ο χυδαίος, χίμαιρες ή ουτοπίες τα ονομάζει. Διότι αναμφιβόλως, ο ποιητής αυτός επάλλετο από τοιάυτα οράματα και αν έλεγε ο ίδιος ότι ιδανικά δεν είχε- είχε, μα απο σεμνότητα ή απαλότητα ψυχής ή φόβον , ντρεπόταν να τα περιγράψη, ντρεπόταν να τα πη, ή να τα ονομάση, αφού ήσαν όλα εδεμικά και πίστευε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε, παρά μονάχα στα οράματά του τα απόκρυφα να τα εκφράση, να τα φθάση, ωσάν να ήτο κατηραμένος, κολασμένος ο νέος αυτός, ο τόσον (έξω από την πράξιν την στερνήν και ίσως μέσα σε αυτήν) ο τόσον πολύ εν τη ουσία ευλογημένος.
Ω , ναι, πάντα σε τέτοια μέρη- Κρανίου τόπος, Γολγοθάς ή χώρες της Στυγός - πάντα η ψυχή του θα πλανάται. Και θα πλανάται πάντα σαν του αδικοσκοτωμένου την ψυχή,  που την δικαιώσι ζητεί, σε όλα αυτά τα μέρη, καθώς και στα γραφεία εκείνα, όπου ο ποιητής αυτός, πίσω απο σωρούς εγγράφων του δημοσίου (βουνά υψηλά του χαρτοβασιλείου) και εμπρός στην ειδεχθή του κόσμου υποκρισίαν, νυχθημερόν ο ποιητής διαβιών, παρά την σκωπτικήν που κάποτε τον έπιανε μανίαν, με οίστρον σεραφεικόν και εξαίσιον τους ουρανούς της απολύτου αθωότητος ωραματίζετο.
Και ίσως να έβλεπε εκ νέου ο ποιητής τα όνειρα των παιδικών του χρόνων, εις μίαν υπέρτατην προσδοκία νοσταλγών την άλλην εκέινην Εδέμ, την της ενδομητρίου ζωής, που εγνώρισε εις την κοιλίαν της μητρός του, πριν γεννηθή, πριν να κοπή ο ομφάλιος λώρος, επιθυμών, ίσως, να βρή εκ νέου τας ηδονάς των μη ορατών πλασμάτων, των αγεννήτων την ευδαιμονίαν επιζητών, την ύπαρξη εν τη ανυπαρξία, που την oνόμαζε ο ποιητής «μηδέν» (ίσως, εννοών την ένωσή του με το Παν, ίσως ποθών μίαν αρραγή υπερατομικήν αθανασίαν) επιδιώκων  την επιστροφήν του εις την καθολικήν, την αδιαφοροποίητον ύπαρξιν εκ της οποίας προήλθε, αναζητών τον όλβον των μακάρων στην χλωρασιά της μάνας γης, ένθα πάσα οδύνη απέδρα.
Μη πήτε λοιπόν ποτέ, ότι ο ποιητής αυτός δεν είχε ιδανικά, και την ύστατην πράξιν του δειλία μη την πήτε, μα πάντοτε να ενθυμήσθε, ιδίως όταν οι ευκάλυπτοι θροϊζουν στις αλλέες και βλέπετε κάποιον κατάκοπον εις την σκιάν των να κοιμάται, πάντα να ενθυμήσθε ότι αυτό που λέγετε Ειμαρμένη από δρόμους πολλούς μας έρχεται και προς σημεία απροσδόκητα συχνά πηγαίνει. Και να ενθυμήσθε πάντα τις πιστολιές εκείνες (τον Μαγιακόβσκη να ενθυμείσθε, τον Τρακλ, Εσσένιν και Κρέβελ), τις πιστολιές εκείνες που τις καρδιές τρυπούν και τις φωνές σωπαίνουν, πάντα να τις ενθυμήσθε, ό,τι  και αν λεν, ό,τι και αν γράφουν οι εφημερίδες που τόσα και τόσα λεν  - ως παραδείγματος χάριν : «Υπό συνθήκας αυτόχρημα δραματικάς, ο Κ.Κ δημόσιος υπάλληλος εξ Αθηνών, μετατεθείς εις Πρέβεζαν εσχάτως, έθεσε τέρμα εις την ζωήν του...Στο Λύκειον των Ελληνίδων εδόθη χτες μέγας χορός, αι νεάνιδες του Λυκείου, φέρουσαι εθνικάς ενδυμασίας, εξετέλεσαν Ελληνικούς χορούς, το φόρεμα της κυρίας Μ...από οργκαντί με ντεκολτέ πολύ μεγάλο ήτο απεριγράπτου ωραιότητος...Ο πρόεδρος της Κυβερνήσεως εδέχθη χθες τον πρεσβευτήν της Ιαπωνίας... Οι φορτοεκφορτωταί της Ερμουπόλεως απήργησαν... Ευρέθη νέον φάρμακον κατά της σπειροχαίτης... Εις οίκον κακόφημον του Πειραιώς, ο εκδορεύς Ιωάννης Ν... κατέσφαξε την ιερόδουλον Αναστασίαν Χ... μητέρα τριών τέκνων”.
Μη πήτε, λοιπόν, ποτέ, ότι ο νέος αυτός δεν είχε ιδανικά, διότι έσκυψε πολύ στο χείλος των αβύσσων (όπως αυτοί που κυνηγούν στα αλπικά βουνά, στην άκρη-άκρη των κρημνών  τα εντελβάις), ακούων με φρίκην από υψηλά τους στόνους και τας οιμώγας της Οικουμένης, ενώ, μες την ψυχή του αντηχούσαν ίσως νεροσυρμαί κρυστάλινοι και ήχοι θεσπέσιοι των παραδείσων. Λόγια μη πήτε που να ισοδυναμούν με ψόγον ή με  καταδίκην, δια τον νέον αυτόν που εις την Πρέβεζαν εχάθη, διότι η Πρέβεζα, όπου κι αν βρίσκεσθε, πάντα κοντά σας  θάναι.
Και πάντα θα σας φοβερίζη, με καταχνιές, κουφόβρασι, με σπίτια που καταρρέουν, με τοίχους λεπρούς, με σκύλους ισχνούς και ψωραλέους, με ανθρώπους και κώνωπας ανωφελείς, με ελονοσίαν, με φυματίωσιν, με  αιμοπτύσεις και με φρικτήν αβάσταχτην ανίαν, με κάτι σαν πτώσιν λαιμητόμου σε νεκρικήν σιγήν, με κάτι σαν να εκσπερματίζης δίχως να έχεις οργασμόν, με κάτι σαν περμαγκανάτ ή στύψη στον αέρα, με κάτι σαν άγονες γραμμές και αναμονές, με φράσεις ως οι ακόλουθες : “Ο κύριος Νομάρχης έρχεται...δεν έρχεται...ο κύριος Νομάρχης με το λαντώ του καταφθάνει!...” και με  βαθεία , βαριά μελαγχολία, καρδιοσπαράχτρα θλίψι, που φθάνει ως τους ουρανούς, πενθίμου καπνού τολύπη, πότε αργά, πότε γοργά, σαν σιγανού ή γρήγορου θανάτου λύπη, την ώρα που της καρδιάς, εν ακαρεί, ή με ανεπαισθήτως φθίνοντα βραδύ ρυθμό, σβήνουν για πάντα οι κτύποι.
Μην πείτε λοιπόν ποτέ λόγο κακόν δια τον νέον αυτόν που εις την Πρέβεζαν εχάθη.Ήτο σπουδαίος ποιητής, που από τρίχα μόλις θα έψαλλε τους οργασμούς της γης και όλους τους έρωτας των άστρων, αν Μοίρα σκληρή δεν έστεφε το μέτωπόν του με βαθυπράσινον κισσόν που εκόπη από τάφους, μα που και έτσι ακόμη είναι κισσός, φυτό σπαρμένο απ’τους θεούς, όπως και η δάφνη.
Μην τον ξεχνάτε λοιπόν, τον νέον αυτόν, το κάθετον τούτον λάβαρον της θλίψεως και του θανάτου. Τον νέον αυτόν που εις τας ακτάς του Αμβρακικού απέπτη, τον άσπρον άγγελον με τα κατάμαυρα πτερά μην τον ξεχνάτε, και, ακόμη, να τον αγαπάτε. Ήτο μεγάλος ποιητής ο νέος αυτός και ευγενής. Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις- είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης."

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010

και πάλι Ανδρέας Εμπειρίκος λοιπόν...

αφού τα "στατιστικά" λένε πως τον προτιμάμε


"Nude Sitting in an Armchair" του Herni Matisse

Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να  πεις ψέματα ή να κάνεις αυτό που θέλεις από την αναφορά σε στατιστικά στοιχεία. Αφού λοιπόν οι πρόσφατα εγκατεστημένοι στο κάτω μέρος του blog χαφιέδες (συγγνώμη, τα στατιστικά) δείχνουν μια αποκλίνουσα συμπεριφορά των ολίγων επισκεπτών του, με την προτίμηση τους και στον Ανδρέα Εμπειρίκο, να το ξαναδιαπράξω.
Ανδρέας Εμπειρίκος και πάλι...

Ράγκα - Παράγκα ή όταν τα συνήθη λόγια δεν αρκούν     

Οι τρόποι κάθε πραγματικής ανανεώσεως
Μοιάζουν με διαρκές ξεχείλισμα
Ενός μεγάλου κανατιού μέσα από χέρια οινοχόων
Ή λουλουδιών μέσα από κάνιστρα γιομάτα
Που τα κρατούν  νεάνιδες με γυμνωμένα στήθη .

Το κάθε ξεχείλισμα
Η κάθε ανανέωσις
Είναι παιδί που έρχεται
Μπροστά σε μάτια έκθαμβα γερόντων
Που έτσι και μόνον έτσι 
Βλέποντας γυμνά τα μέλη της νεότητας
Και ακούγοντας τα πτερουγίσματα των νεοσσών
Ή τα τραγούδια των κοριτσιών και των εφήβων
Έτσι και μόνον έτσι μπορούν να ξανανιώσουν
Δεχόμενοι το σφρίγος της νεότητας
Έστω και αν δεν καταλαβαίνουν οι γερόντοι
Μια - μια τις λέξεις των ωδών και των θουρίων
Έστω και αν ονομάζουν
Τα θούρια αυτά ακατανόητα
Ακατανόητα
Διότι ποτέ δεν γνώρισαν οι νεοσσοί
Τους διδασκάλους παλαιοτέρων εποχών
Και την φαρέτραν της διαλεκτικής
Πολλών πτωχοπροδρόμων διδασκάλων
Διαφόρων αντιμαχομένων διδασκαλιών του παρελθόντος .

Ράγκα - Παράγκα λοιπόν το θούριον
Με την λαλιάν αυτών που ομιλούν στην οικουμένη
Ράγκα - Παράγκα με φωνήν ασκίαστη
Σε τόπους αναχωρητών και κοσμοπόλεις
Ράγκα - Παράγκα τώρα και αύριον
Ράγκα - Παράγκα σαν βήμα ελεφάντων
Που υπερβέβαιοι διαβαίνουν
Κάποτε - κάποτε λουόμενοι
Τον μέγαν ποταμόν Ζαμβέζην
Ράγκα - Παράγκα σαν τα σκιρτήματα των ιαγουάρων
Μέσα στα φυλλώματα και υπό τα όμματα ειρηνικών σκιούρων
Ράγκα - Παράγκα σαν πλατάγισμα ουράς μιάς φάλαινας
Όταν ανέρχεται απο τους βυθούς ως Αναδυομένη
Ή Μεγαλόχαρη μέσα σε αφρούς φανερωμένη
Ηλιοχαρή παιγνίδια στις επιφάνειες παίζει
Συντρίβουσα εν ανάγκη τα φαλαινοθηρικά
Αν τούτοι οι κυνηγοί του λίπους της
Υπέρ το δέον επιμένουν
Εις την αισχράν επίθεσίν των .

Ράγκα - Παράγκα λοιπόν το θούριον
Εις τα χωράφια και τας πόλεις
Στις πεδιάδες και στα όρη
Εις τας οδούς και τα σοκκάκια
Όταν στον κόσμον συντελείται πάκτωσις
Ως εις στιγμάς μιας πλήρους συνουσίας
Που ισοδυναμεί με μιαν κατάφασιν κεραυνοβόλον
Με "ναι" και "ναι" και πάλιν "ναι "
Και εν ανάγκη και όταν το "όχι "
Παρουσιάζεται ως φράγμα
Υπο το προσωπείον παρθενίας
Που πρέπει οπωσδήποτε να διατρηθή
Αν πρόκειται κάποια συνέχεια να υπάρξη
Αν πρόκειται ο θάνατος να υπερνικηθή
Ράγκα - Παράγκα ακόμη τότε
Τουτέστιν κάθε φορά που ο μέγας πασίχαρος κριός
Ευλογητός και ευλογών σπαργών εισδύει
Τείχη και πύλας καταρρίπτων
Κομίζων των θεών τα νικητήρια 
Εις τους ανθρώπους δώρον .

Ράγκα - Παράγκα λοιπόν το θούριον
Με μια κραυγή γιομάτη
Κατά των υπερβολικά λεπτών και εξα-υλωμένων
Ράγκα - Παράγκα ρίγος βαθύ της γης
Και παφλασμός κυμάτων επαλλήλων
Που εκσπούν εις τους αιγιαλούς αισίως
Ή σπάζοντας εν μέσω αφρών
Βροντούν στα σπήλαια και τους βράχους
Όπως ξεσπούν τα κύμβαλα
Επάνω από τον ήχον των εγχόρδων
Ράγκα - Παράγκα σάλπιγγες πιο δυνατές
Και απο τις σάλπιγγες της Ιεριχούς
Κι απο τα σχοινιά πάσης αγχόνης
Ράγκα - Παράγκα κατά των σοφιστών
Κατά των εγωπαθών και των στεγνών ανθρώπων
Ράγκα - Παράγκα πίδακες του πνεύματος αειθαλείς και 
        άσπρες χαρές της ύλης
Ράγκα - Παράγκα υπέρ αθλήσεως της ηδονής
Ράγκα - Παράγκα υπέρ ποιήσεως σπερματικής και θείας καλωσύνης
Χριστού - Αδώνιδος ερωτικού και ανθρώπου
Σφρίγος της γης Ράγκα - Παράγκα
Αντίδοτον πάσης μελαγχολίας
Γδούπος λευκός βελούδινος αγγέλων
Που προσγειούμενοι μπροστά μας φέρνουν
Αντί ρομφαίας εδεμικήν τροφήν στους πειναλέους
Γάλα κουτιού γλυκό Νεστλέ και του ουρανού το μάννα
Ράγκα - Παράγκα - Ράγκα
  !

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

όχι Μπραζίλια μα Οκτάνα (Ανδρέας Εμπειρίκος)

" Και τώρα ο καθείς θα διερωτηθή ευλόγως: Μα τι θα πή Οκτάνα; "


M.C.Escher: "Waterfall" 1961


Όταν δια της πίστεως και της καλής θελήσεως, αλλά

και από επιτακτικήν, αδήριτον ανάγκην δημιουργηθούν

αι προϋποθέσεις και εκτελεσθούν όχι οικοδομικά, ή

ορθολογιστικά, μα διαφορετικά τελείως έργα, εις

την καρδιά του μέλλοντος, εις την καρδιά των υψηλών 

οροπεδίων και προ παντός μέσα στην καρδιά του κάθε

ανθρώπου, θα υπάρξη τότε μόνον η Νέα Πόλις και

θα ονομασθή πρωτεύουσα της ηνωμένης, της αρραγούς

και αδιαιρέτου Οικουμένης.

  Άγνωστον αν η παλαιά, που εκτείνεται προ του

ωκεανού στα πόδια του κατακορύφου βράχου που μοιάζει

με το Τζέμπελ-αλ-Ταρέκ, άγνωστον αν θα εγκαταλειφθή,

ή αν θα υφίσταται καν στα χρόνια εκείνα, ή αν, απέραντη

και κενή, θα διατηρηθή ως δείγμα μιάς ελεεινής, μιας

αποφράδος εποχής, ή ως θλιβερόν μουσείον διδακτικόν,

πλήρες παραδειγμάτων πρό αποφυγήν. Εκείνο που είναι

βέβαιον είναι ότι η Νέα Πόλις θα οικοδομηθή, ή μάλλον

θα δημιουργηθή, και θα είναι η πρωτεύουσα του

Νέου Κόσμου, εις την καρδιά του μέλλοντος και των

ανθρώπων, μετά χρόνια πολλά, οδυνηρά, βλακώδη και

ανιαρά, ίσως μετά μιαν άλωσιν οριστικήν, μετά την

μάχην την τρομακτικήν του επερχομένου Αρμαγεδδώνος.

  Δεν θα εξετάσω τας λεπτομερείας...



Αυτό που με ενδιαφέρει απολύτως-και θα έπρεπε να

ενδιαφέρη όλους-είναι ότι η Νέα Πόλις θα

ολοκληρωθή, θα γίνη. Όχι βεβαίως απο αρχιτέκτονας

και πολεοδόμους οιηματίας, που ασφαλώς πιστεύουν

οι καημένοι, ότι μπορούν αυτοί τους βίους των

ανθρώπων εκ των προτέρων να ρυθμίζουν και το μέλλον

της ανθρωπότητος, με χάρακες, με υποδεκάμετρα, γωνίες

και Τ, μέσα στα σχέδια της φιλαυτίας των,

ναρκισσευόμενοι (μαρξιστικά, φασιστικά ή αστικά),πνίγοντες

και πνιγόμενοι να κανονίζουν. 

  Όχι, δεν θα κτισθή η Νέα Πόλις έτσι, μα θα κτισθή από

όλους τους ανθρώπους, όταν οι άνθρωποι. έχοντας εξαντλήσει

τας αρνήσεις, και τας καλάς και τας κακάς, βλέποντες το

αστράπτον φως της αντισοφιστείας-τουτέστι το φως της άνευ

δογμάτων, άνευ ενδυμάτων Αληθείας-παύσουν στα αίματα και

στα βαριά αμαρτήματα χέρια και πόδια να βυθίζουν, και

αφήσουν μέσα στις ψυχές των, με οίστρον καταφάσεως, όλα

τα δένδρα της Εδέμ, με πλήρεις καρπούς και δίχως

όφεις-μα τον Θεό, ή τους Θεούς-τελείως ελεύθερα να ανθίσουν.

  Ναι, ναι (αμήν, αμήν λέγω υμίν),σας λέγω την αλήθειαν.

Η Νέα Πόλις θα κτισθή και δεν θα είναι χθαμαλή σε

βαλτοτόπια. Θα οικοδομηθή στα υψίπεδα της Οικουμένης,

μα δεν θα ονομασθή Μπραζίλια, Σιών, Μόσχα, ή Νέα Υόρκη,

αλλά θα ονομασθή η πόλις αυτή  Ο κ τ ά ν α .

Και τώρα ο καθείς θα διερωτηθή ευλόγως: Μα τι θα πή Οκτάνα; 



  Και τώρα (αμήν, αμήν) λέγω υμίν :

  Οκτάνα, φίλοι μου, θα πή μεταίχμιον της Γης και του

Ουρανού, όπου το ένα στο άλλο επεκτεινόμενο ένα τα δύο κάνει.

  Οκτάνα θα πή πύρ, κίνησις, ενέργεια, λόγος σπέρμα.

  Οκτάνα θα πη έρως ελεύθερος με όλας τας ηδονάς του.

  Οκτάνα θα πή ανά πάσαν στιγμήν ποίησις, όμως όχι ως μέσον

εκφράσεως μόνον, μα ακόμη ως λειτουργία του

πνεύματος διηνεκής.

  Οκτάνα θα πή η εντελέχεια εκείνη, που αυτό που είναι

αδύνατον να γίνη αμέσως το κάνει εν τέλει δυνατόν, ακόμη και

την χίμαιραν, ακόμη και την ουτοπίαν, ίσως μια μέρα και

την αθανασίαν του σώματος και όχι μονάχα της ψυχής.

  Οκτάνα θα πή το "εγώ"  "εσύ" να γίνεται (και αντιστρόφως

το "εσύ"  "εγώ" ) εις μίαν εκτόξευσιν ιμερικήν, εις μίαν

έξοδον λυτρωτικήν, εις μίαν ένωσιν θεοτικήν, εις μίαν

μέθεξιν υπέρτατην, που ίσως αυτή να αποτελή την θείαν Χάριν,

το θαύμα του εντός και εκτός εαυτού, κάθε φοράν που

εν εκστάσει συντελείται.

  Οκτάνα θα πή πάση θυσία διατήρησις της παιδικής ψυχής

εις όλα τα στάδια της ωριμότητος, εις όλας τας

εποχάς του βίου....

  Οκτάνα θα πή εν πλήρει αθωότητι Αδάμ, εν πλήρει

βεβαιότητι Αδάμ-συν-Εύα.



  Οκτάνα θα πή απόλυτος ενότης πνεύματος και ύλης.

  Οκτάνα θα πή παντού και πάντα εν ηδονή ζωή.

  Οκτάνα θα πή δικαιοσύνη.

  Οκτάνα θα πή αγάπη.

  Οκτάνα θα πή παντού και πάντα καλωσύνη.

  Οκτάνα θα πή η αγαλλίασις εκείνη που φέρνει στα χείλη

την ψυχή και εις τα όργανα τα κατάλληλα με ορμήν το σπέρμα.



  Οκτάνα θα πή ό,τι στους ουρανούς και επί της γης ηκούετο,

κάθε φοράν που ως μέγας μαντατοφόρος, με έντασιν

υπερκοσμίου τηλεβόα, ο Άγγελος Κυρίου εβόα.


                    Γλυφάδα,  20. 8. 1965

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009

ο πλόκαμος της Αλταμίρας (Ανδρέας Εμπειρίκος)



1

Τα κούμαρα βαριά σαν βλέφαρα ηδυπαθείας, στάζουν το μέλι στη σιγή. Ο γδούπος διαρκεί, και από τα μάτια σου στο στήθος και στο στόμα μου, η έλξις απλώνει την παλίρροια.

2

Λίγα κοσμήματα στη χλόη. Λίγα διαμάντια στο σκοτάδι. Μα η πεταλούδα που νύκτωρ εγεννήθη μάς αναγγέλλει την αυγή, σφαδάζουσα στο ράμφος της πρωίας.

3

Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ’ άνθη μιλούν. Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.

4

Μεταίωρη στιγμή σαν το φλουρί που μια στιγμή γυαλίζει πριν να πέση. Νόστιμον είναι πως όταν πέσει χάνεται. Μένουν όμως τα πουλιά, μένει η φωνή τους, και όπου καθήσουν, σε γυμνά κλαριά ή σε ποτήρια γιομάτα μαργαρίτες, φυτρώνει ένα πούπουλο ή ένα πτερό με ρόδινη αιχμή, καθώς σπονδή στον άνεμο.

5

Η πήξις νεφελωμάτων είναι μαστός εντός χοάνης.

6

Η σιωπή λικνίζεται στην αμμουδιά. Τα πόδια της πατούν στην κυανή, στην άνευ έρματος ακρογιαλιά θαλάσσης που καθεύδει.

7

Τα βήματά μου αντηχούν στη βελουδένια στρώσι της σκιάς μου.

8

Κρυφή μου ελπίδα στα βουνά, καλημερίζω την ηχώ σου.

9

Ω δροσερό κοράσιον που κρύβεσαι μεσ’ στα μπαμπάκια των χιονοστιβάδων! Τα κρύσταλλά τους μέλπουν όπισθέν σου, και τα ταχύσκαπτα των κουναβιών βαθαίνουν κι’ όλο πλησιάζουν το κύπελλον του φουστανιού σου. Έτσι τ’ αστέρια τανύουν τις χορδές των. Έτσι διαχέεται στο νού σου ο γαλαξίας.

10

Βάμμα νυκτός στα χείλη της, δόσις φωτός στο στήθος μου, και τα πανέρια της ανοίξεως ανοικτά, με τα χρωματιστά χαρτιά των φρούτων κυμαινόμενα.

11

Της γειτνιάσεως οι συμπληγάδες είναι μαστοί νεάνιδος που τους θωπεύει ο ποντοπόρος.

12

Ακόμη λίγη θάλασσα, ακόμη λίγο αλάτι. Έπειτα θάθελα να κυλισθώ

στην αμμουδιά μαζί σου.

13

Των αποστάσεων η έλξις προσδιορίζει κάθε βήμα. Η ταξειδιώτης ξεκουμπώνει το παλτό της. Από το στήθος της πετούν μικρά πουλιά προς την πολίχνη. Στο υψηλό βουνό τής ετοιμάζουν τον θερινό κοιτώνα και τα μαλλιά της ήδη πρασινίζουν.

14

Βαθειά πληγή. Στον λόφο του κρατήρος κραδαίνεις την ανάμνησι, και, έτσι, σιγά σαν σύθαμπο που απορροφά μια μέρα που φθίνει, δίνεις, αγαπητή και δήθεν ξεχασμένη, τον στρόβιλο της λησμονιάς στους πέντε ανέμους – γιατί πάντοτε, και όταν σβουρίζει η χλαλοή και καταβρέχεται η χλόη, ξεχνάς, και πάλι αναμιμνήσκεσαι και χωρίς καμίαν υποχρέωσι, κάποτε θλίβεσαι και κάποτε αγαλλιάς. Είσαι θαρρώ, φρεγάδα που περνά απ’ όλα τα λιμάνια, δίχως καλάθια και με ωραίες λείες κουπαστές.

15

Ένα κουμπί στο φως, μιά ταραντούλα στο σκοτάδι, κι’ ανάμεσα, μια γοερή κραυγή την ώρα που βραδυάζει.

16

Οι τοίχοι, λεν, έχουν αυτιά – μα οι ψίθυροι ζουν και πεθαίνουν και στα φύλλα.

17

Αποσκιρτώ μεσ’ στα φυλλώματα. Από μακρυά διακρίνω την ελαφρά κοιλάδα. Η μέρα αυτή είναι σαν πλημμυρίς φωτός. Στις φλέβες και στα φύλλα της ρέει το αίμα που την ζωντανεύει και απομακρύνει τις τυχάρπαστες σφενδόνες. Ο θόλος της είναι τόσο διαυγής που σπάζει η στάμνα της γειτονικής επαύλεως και σκάζουν προώρως τα ρόδια της δενδροστοιχίας. Κάθε σπειρί τους είναι μιά στιγμή που πέφτει σε πηγάδι ηδυπάθειας.

18

Πάρε την λέξι μου. Δώσε μου το χέρι σου.

19

Ενατενίζω. Μια καμπάνα τήκεται μπροστά μου.

20

Ράμφος εγώ. Εσύ, ολόκληρη μια νύχτα με αναπαλμούς και φώσφορο μεδούσης. Έπειτα αποκοιμήθηκες κι όταν πιά ξύπνησες, πάλι με κοίταξες, όπως κοιτάζει ένα παιδί μιά στήλη.



21

Η δριμύτης της ανοίξεως είναι φιλί πούχω στο στόμα.

22

Οι άνθρωποι καμιά φορά, βαπτίζουνε τα χέρια τους σε μπακιρένιες κολυμβήθρες. Σε τέτοιες στιγμές τα βρέφη αγαλλιούν και παίζουν με ψάρια κόκκινα πλευστότητος ελαφροτάτης.

23

Πράξεις των ελεφάντων. Πολύτιμα περίστροφα εξ ελεφαντοστού. Μία γυναίκα ανάμεσα σε δύο θυμωνιές μαζεύει παπαρούνες. Τέλος κάποιος τραβά μιά πιστολιά και τρέπονται εις φυγήν τα ζώα. Το ποδοβολητό τους προχωρεί σαν κύμα που περνά επάνω απ’ όλα.

24

Ό,τι σαλπίζει δεν βοά και δεν περιτυλίσσεται σα νάταν φίδι.

25

Η παρόρμησις είναι μιά συνοχή εαρινών βλυσμάτων. Μακάριοι αυτοί που πίπτουν στα νερά της. Τα στήθη της είναι τόσο ωραία που υπερνικούνε όλα τα υφάσματα. Αν η παρόρμησις υπάρχει, τίποτε δεν μπορεί να την αναχαιτίση. Η χαίτη της όταν εφορμά είναι δάσος φλεγόμενον με μύρα.

26

Η τρέλλα μοιάζει με χαρά ή με θλίψι. Όμως δεν είναι πίθος δαναϊδων αλλά ομάς νεανίδων που ορχούνται σε θέατρον του Ορχομενού. Καμιά φωνή δεν συνεκλόνισε βαθύτερα τα πλήθη. Καμιά πηγή δεν γέλασε πιο ιλαρά. Κανένα σούρουπο δεν άπλωσε μια βαθυτέρα θλίψι. Ω κόρη υστερική! Το σκίρτημά σου είναι οδός που οδηγεί στην γέφυρα της καταστάσεώς σου και η κραυγή σου οξύ χλιμίντρισμα που διαπερνά το μάτι τουρανού.

27

Το αγρόκτημα το σκέπασε η λήθη. Μέσα στις άδειες κάμαρες στάζουν οι σταλακτίται, και, στην σιγή, μετρούν τις ώρες και τα χρόνια της ανεξήγητης εγκαταλείψεως. Μπροστά στην πόρτα ένας ληστής κλαίει πικρότατα. Μέσα στα φύλλα μιάς συκιάς αλλάζει χρώμα ο χαμαιλέων.

28

Τώρα που η πόλις μετανάστεψε, καθίζει η μνήμη της πομπής και αναστενάζει εμπρός εις τους κενούς και ηλιοκαείς τροχιοδρόμους.

29

Το δράμα του παραλιακού ξενοδοχείου δεν κατεσβέσθη. Ακόμα καταποντίζεται ο λυγμός και η φαλαινίς μνήσκει λαχανιασμένη. Α, πώς κτυπούν τα κύμβαλα οι ανηλεείς σκαφανδροφόροι! Α, πώς πονούν αυτοί που σέρπουνε στην άμμο!

30

Εαρινοί καταυλισμοί ονείρων εν εγρηγόρσει – των κατευθύνσεων οι ώρες σαν σαύρες της αυγής.

31

Βρέφος εντός αβράς σιγής. Μόνον η αύρα μέλπει και η τροφός ρεμβάζουσα προσφέρει το βυζί της στο ευτυχισμένο βρέφος. Ώρα ηδονής και γάλακτος. Ώρα του γαλαξίου.

32

Κατάρτια μπηγμένα σε γηλόφους άμμου, χαρές παιδιών, χαρές ανδρών και γυναικών ενώ πλησιάζει το βαπόρι, νέφη λευκά κι ανάλαφρα στον ουρανό, χίλια αντικείμενα στιλπνά και πολυφίλητα σαν χείλη αιμάσσοντα ή δροσερά, ή σαν μαστοί εν εγρηγόρσει, κ’ αίφνης εσύ, ζεστή και δροσερή συνάμα, και ουδέποτε, μα ουδέποτε μικρόνους, παρ’ όλον ότι έχεις πόδια μικρά και μικρά χέρια. Ίσως γι’ αυτό σε αγαπώ τόσο πολύ. Ίσως γι’ αυτό σε κράζω και στον ύπνο.

33

Ο άνεμος όταν φυσά, οι καλαμιές γεμίζουν αυλητρίδες.

34

Στην βουνοκορφή δεσπόζουν τροχαλίαι. Στην πεδιάδα περιστρέφονται ελαιοτριβεία και η διαρκής παραγωγή των λατομείων, συγκρίνεται μ’ εκβραχισμούς των σχιστολίθων. Μεσ’ στο λιοπύρι περιίπτανται κορυδαλλοί και όσοι κοιτούν το χάλυβα να λυώνη, μοιάζουν με ιππείς που ξαφνικά πεζεύουν μπρος σε βρύση.

35

Μέσα στα τζένερα εμφωλεύει η σπίθα. Κρωγμοί αντηχούν κάτω απ’ τα φύλλα, και σχίζουν τον άσπιλο χασέ της νύχτας. Μα πριν ακόμη ξημερώσει, μεσουρανούν οι θρύλοι κ’ η σπίθα αποκαλύπτεται και λάμπει. Έπειτα σβήνει μονομιάς – μα ξαφνικά στην θέσι της αλέκτωρ αλαλάζει.

Ενδοχώρα (1934 – 1937)



Αλταμίρα(σπήλαιο)

Το σπήλαιο αυτό ανακαλύφτηκε το 1868 από κάποιο κυνηγό και προηγούμενα ονομαζόταν "Σπήλαιο του Ζουάν Μορτέρο", στην επαρχία Σαντάντερ της βόρειας Ισπανίας. Από το 1875 ο Μαρκελλίν ντε Σαοντουόλα το εξερεύνησε και το 1879 ανακαλύφτηκαν από τη θυγατέρα του, στα βάθη του σπηλαίου, οι περίφημες εικόνες. Η μελέτη του σπηλαίου συμπληρώθηκε από την έρευνα των διάσημων ανθρωπολόγων Ε. Καρταιγιάκ και του αβά Η. Μπρέιγ. Εκτός από τις ζωικές μορφές μέσα στο σπήλαιο βρίσκουμε και εικόνες σχετικές με τη ζωή του πρωτόγονου κυνηγού και τα όπλα του. Υπάρχουν και "συμβολικά", χέρια, καλύβες κλπ. ορισμένης σημασίας για τον πρωτόγονο. Πολλές φορές νεότερα σχέδια καλύπτουν παλιότερα. Στο σπήλαιο Αλταμίρα έχουμε και τα αριστουργήματα της τέχνης του παλαιολιθικού ανθρώπου. Οι ζωγραφιές βρίσκονται κυρίως στη μεγάλη αίθουσα αριστερά, καθώς επίσης και σε διάφορες θέσεις των στοών. Είναι χαρακτικά σχέδια και ζωγραφιές βονάσων, ελαφιών, άγριου χοίρου, άγριου ταύρου, άγριου ίππου, λύκου, αίγαγρου κλπ. Οι έγχρωμες εικόνες αποτελούν τα ωραιότερα δείγματα του γαλλο - κανταβρικού κύκλου. Εξαιρετική είναι η πλαστικότητά τους, λόγω της κατάλληλης χρησιμοποίησης από τον καλλιτέχνη των φυσικών εξοχών του βράχου. Άφθονα είναι επίσης και τα ανθρωπόμορφα σχέδια και τα σύμβολα που είχαν μαγική σκοπιμότητα.