Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πέτρος Παπακωνσταντίνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πέτρος Παπακωνσταντίνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

να ξεκινήσουμε κοινωνικό ανένδοτο διαρκείας !

κείμενο του Πέτρου Παπακωνσταντίνου  (δημοσιεύτηκε στο iskra.gr) 

Η εσωτερική τρόικα δεν θα πέσει από μόνη της. Όσο το σύστημα καίει τις εφεδρείες του, η απειλή ενός απολυταρχικού κράτους εκτάκτου ανάγκης θα ενισχύεται. Μόνο μεγάλες αγωνιστικές πρωτοβουλίες με ευρεία πολιτική στήριξη μπορούν να ακυρώσουν τη μετατροπή της Ελλάδας σε νεοαποικία χρέους και να ανοίξουν μια νικηφόρα προοπτική.


Η κρίση που απειλούσε να διαρρήξει την ευρωζώνη μοιάζει να εκτονώθηκε. Η κυβέρνηση Σαμαρά και λοιπών μνημονιακών δυνάμεων πέρασε, έστω και δύσκολα, τα μέτρα και πάει να σταθεροποιηθεί. Οι “επικίνδυνες” κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις πάλι σήκωσαν κεφάλι και πάλι ηττήθηκαν. Η βαθειά Ελλάδα υψώνει λευκή σημαία, παραδομένη στη μάχη της επιβίωσης μπροστά στον πιο βαρύ χειμώνα από την κατοχή και τον εμφύλιο. Έτσι σκέφτοναι οι πιο ανόητοι εκπρόσωποι των κυρίαρχων τάξεων, που πιστεύουν μόνο ό,τι θέλουν να πιστέψουν και οι πιο ασταθείς εκπρόσωποι των κυριαρχούμενων, που ταλαντεύονται διαρκώς ανάμεσα στην ανυπομονησία και την απελπισία.
Πλανώνται πλάνην μεγάλην! Η κρίση της ευρωζώνης όχι μόνο δεν ξεπεράστηκε, αλλά είναι καθαρά θέμα χρόνου πότε θα εκδηλωθεί με πιο βίαιο τρόπο. Ήδη, από την περασμένη εβδομάδα το σύνολο της ευρωζώνης βυθίστηκε στη δεύτερη ύφεση, ποιοτικά χειρότερη από εκείνη του 2008. Πρώτον, γιατί τότε ήταν κυρίως “εισαγόμενη” από τη Γουόλ Στριτ, ενώ τώρα είναι ενδογενής. Δεύτερον, γιατί μέχρι χθες εστιαζόταν στην περιφέρεια- Μεσογειακές χώρες, Ιρλανδία, Πορτογαλία- ενώ τώρα αγγίζει το σκληρό πυρήνα της Ε.Ε. συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, η οποία περιγράφεται από το Βερολίνο ως οΜεγάλος Ασθενής της ευρωζώνης. Και τρίτον, γιατί αυτή τη φορά δεν φαίνεται να υπάρχει καμία ατμομηχανή, ικανή να ξεκολήσει την παγκόσμια οικονομία από το βάλτο. Η Ιαπωνία πάει ακόμη χειρότερα από την Ευρώπη, η Αμερική βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα σε μια αναιμική ανάπτυξη και σε μια δεύτερη ύφεση- ιδίως αν ο Ομπάμα υποχωρήσει άτακτα στην πίεση που δέχεται ενόψει των σκληρών δημοσιονομικών αποφάσεων που καλείται να λάβει- ενώ η Κίνα και οι λοιπές υπερτιμημένες “αναδυόμενες οικονομίες” των BRICs χωλαίνουν.
Στο εσωτερικό, κάτω από τη λεπτή κρούστα της απογοήτευσης, συσσωρεύονται τεράστια αποθέματαλαϊκού μίσους, σαν μάγμα που όσο περισσότερο συμπιέζεται, τόσο πιο τρομερή προοιωνίζεται την αναπόφευκτη έκρηξη. Κι αυτό, ενώ ακόμη ο πολύς κόσμος δεν έχει ακόμη νοιώσει στο πετσί του τι εστί Μνημόνιο ΙΙΙ. Ακόμη δεν έχουν έρθει οι κουτσουρεμένες συντάξεις, ακόμη δεν έχουμε πληρώσει τοπετρέλαιο- φωτιά, ακόμη δεν έχουν αρχίσει για τα καλά οι απολύσεις στο Δημόσιο- αλλά όλα αυτά θα γίνουν μέσα στις αμέσως προσεχείς εβδομάδες ή μήνες, πυρακτώνοντας την ήδη ηλεκτρισμένη κοινωνική ατμόσφαιρα.
Η ΕΛΛΑΔΑ ΝΕΟΑΠΟΙΚΙΑ ΧΡΕΟΥΣ
Στο μεταξύ, η ελληνική ολιγαρχία κυριεύεται από το φόβο του τερματοφύλακα πριν απ' τα πέναλτι. Δεν πρόλαβε να στεγνώσει το μελάνι πάνω στο χαρτί όπου τυπώθηκε το Μνημόνιο ΙΙΙ κι έρχονται οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου που επέβαλε στα ασπόνδυλα της τρικομματικής κυβέρνησης το σιδερένιο χέρι της τρόικα, ως όρο για την εκταμίευση των δανειακών δόσεων. Είναι ζήτημα αν υπάρχει Μπανανία της Λατινικής Αμερικής που να έχει υπογράψει τόσο εξευτελιστικούς όρους: Η παραμικρή δαπάνη από τον ειδικό λογαριασμό του χρέους θα απαιτεί τρεις υπογραφές: του Έλληνα υπουργού Οικονομικών, του εκπροσώπου της ΕΚΤ και εκείνου του EFSF, θέτοντας και τυπικά τη χώρα μας σε καθεστώς νεοαποικίας χρέους.
Παράλληλα, το μάνατζμεντ των ελληνικών τραπεζών θα περάσει, με τους προβλεπόμενους όρους ανακεφαλαιοποίησής τους, κυρίως στους Γερμανούς και δευτερευόντως στους ελλάσσονες, πλεονασματικούς εταίρους τους (Γαλλία, Ολλανδία, Αυστρία κ.α.). Κατ' αυτό τον τρόπο, το ξένο κεφάλαιο θα καταλάβει αναίμακτα τα στρατηγικά υψώματα της ελληνικής οικονομίας. Την επόμενη ημέρα, οι υπό ξένο έλεγχο διοικήσεις των τραπεζών θα αρχίσουν να εκβιάσουν στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεις του παραγωγικού τομέα, εκδοτικούς ομίλους και άλλες εταιρείες που έχουν μεγάλα χρέη, να δεχθούν επιθετικές εξαγορές ή συγχωνεύσεις, επί ποινή εξώθησής τους στη χρεοκοπία. Αυτός είναι ο λόγος που βλέπουμε μεγάλα συγκροτήματα του Τύπου, κατ' εξοχήν υπέρμαχους των μνημονίων, να “επαναστατούν” ξαφνικά εναντίον της Μέρκελ και της “νέας αποικιοκρατίας”, λες και είδαν το φως το αληθινό στο δικό τους δρόμο προς τη Δαμασκό.
ΔΕΙΛΟΙ, ΜΟΙΡΑΙΟΙ ΚΑΙ ΑΒΟΥΛΟΙ ΑΝΤΑΜΑ...
Τελευταία Μεγάλη Ιδέα της ελληνικής αστικής τάξης, ο ευρωπαϊσμός εξέφραζε τη φιλοδοξία της να αναρριχηθεί στην πρώτη ταχύτητα του δυτικού κόσμου. Η παλιά Ψωροκώσταινα φαντασιωνόταν ότι θα γίνει κάτι σαν Βέλγιο ή Αυστρία του μεσογειακού Νότου. Αλλοίμονο, η κτηνωδώς ιμπεριαλιστική Ευρώπη της Μέρκελ και του Σόιμπλε δεν μπορεί να ξεφύγει από την ανισόμετρη ανάπτυξη και τη δομική πόλωση, όπως η χελώνα δεν μπορεί να ξεφύγει από το καβούκι της. Στη μνημονιακή κοιλάδα των δακρύων, η Ελλάδα κατρακυλάει ταχύτατα στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, για να γίνει εξίσου “ισότιμος” εταίρος των ισχυρών στην Ε.Ε. όσο “ισότιμος εταίρος” της Αμερικής είναι το Μεξικό στο πλαίσιο της NAFTA.
Με τους όρους μιας δογματικά οικονομίστικης ανάλυσης, αυτή η ζοφερή πραγματικότητα θα ήταν θεωρητικά δυνατό να τροφοδοτεί “ριζοσπαστικές” τάσεις σε ένα μέρος της αστικής τάξης, τουλάχιστον σε αυτό που συνδέεται περισσότερο με την εσωτερική αγορά. Κάτι τέτοιο υπονόησε η Αλέκα Παπαρήγα με την πολύκροτη τοποθέτησή της στη Βουλή, όπου διαπίστωσε εσωτερικό διχασμό της αστικής τάξης σε “κόμμα του ευρώ” και “κόμμα της δραχμής”, με βασικό πολιτικό εκπρόσωπο του τελευταίου τον ΣΥΡΙΖΑ.
Πρόκειται- για να το θέσουμε όσο πιο ευγενικά γίνεται- για εσφαλμένη εκτίμηση, η οποία υπερτονίζει τον οικονομικό παράγοντα και υποτιμά τον πολιτικό. Στην Ελλάδα δεν υπήρξε “εθνική αστική τάξη” ούτε στις εποχές της ταχείας εκβιομηχάνισης και της μετεμφυλιακής συντριβής της Αριστεράς. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να υπάρξει σήμερα, στην εποχή της αποβιομηχάνισης, όπου κυριαρχούν τα πιο αντιδραστικά, τα πιο διαπλεκόμενα με τον ξένο παράγοντα τμήματα του κεφαλαίου (τράπεζες, εφοπλιστές, κατασκευές). Κυρίως δεν μπορεί να υπάρξει γιατί η ελληνική αστική τάξη τρέμει τον λαϊκό παράγοντα πολύ περισσότερο από όσο φοβάται την υποβάθμισή της σε ρόλο υπεργολάβου του ξένου κεφαλαίου.
Ακόμη κι αν κάποιες στιγμές δελεάζεται να “παίξει” προσωρινά με το λαϊκό κίνημα και την Αριστερά για να έχει κάποια διαπραγματευτικά ατού με τους ξένους, την επόμενη στιγμή σκέφτεται ότι, όπως θάλεγε ο Μάο, το πιο δύσκολο δεν είναι να καβαλήσεις την τίγρη, αλλά να κατέβεις από τη ράχη της και να μείνεις ζωντανός. Γιαυτό και οι κονδυλοφόροι που εξεγείρονται το πρωί με τη Μέρκελ, κατακεραυνώνουν το βράδυ τους εργάτες που αποδοκιμάζουν τον Φούχτελ και τους δασκάλους που απάγονται γκανγκστερικά από τους ασφαλίτες. Μπροστά στη μείζονα απειλή του “εσωτερικού εχθρού”, καταπίνουν γογγύζοντας κάθε ταπείνωση από τους “συμμάχους”¨τους- δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα, σαν να προσμένουν κάποιο θάμα...
Η ΣΗΜΑΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΟΚΚΙΝΗ!
Ο συνδυασμός οικονομικής διάλυσης, κοινωνικής πόλωσης και εθνικής ταπείνωσης δημιουργεί ένα εκρηκτικό κοκτέιλ, μια “κρίση ηγεμονίας” του κυρίαρχου μπλοκ. Τα δύο προηγούμενα μνημόνια έφαγαν τις κυβερνήσεις τους και το τρίτο δεν προοιωνίζεται τίποτα διαφορετικό. Φυσικά, το σύστημα διαθέτει ακόμη κάποιες εφεδρείες-η απλή αναλογική θα ήταν ενδεχομένως μία από αυτές, αν και θα σήμαινε ότι ο Σαμαράς αναγνωρίζει πως η Αριστερά θα είναι πρώτη δύναμη στις επόμενες εκλογές, γεγονός που θα μπορούσε να επιταχύνει την αποδόμηση του αστικού μπλοκ- και ελπίζει να δημιουργήσει εν θερμώ κάποιες άλλες, όπως ένα νέο κεντρώο κόμμα.
Το πιθανότερο είναι, όμως, ότι όλα τα σενάρια “ομαλών” λύσεων θα αποτύχουν αν δεν γίνει κάποιο “θαύμα”- εκτόνωση της παγκόσμιας κρίσης, ανατροπές στην ευρωζώνη- που δεν φαίνονται στον ορίζοντα, ούτε εξαρτώνται στο ελάχιστο από τη δική μας ολιγαρχία. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα κυρίαρχα οικονομικά και πολιτικά κέντρα δελεάζονται ολοένα και περισσότερο από σενάρια κάποιου είδους απολυταρχικής εκτροπής. Δεν μιλάμε, βέβαια, για παραδοσιακό φασισμό ή χούντα, αλλά για μια “κυριαρχία χωρίς ηγεμονία”, για την προσφυγή σε ένα είδος “απολυταρχικού κράτους εκτάκτου ανάγκης” μέσα από ένα γύρο ακραίων κοινωνικών φαινομένων και πολιτικής προβοκάτσιας. Όσα ζήσαμε το τελευταίο διάστημα στις γενικές απεργίες, στο γιορτασμό του Πολυτεχνείου, στη Θεσσαλονίκη με τις συλλήψεις συνδικαλιστών, αλλά και όσα προοιωνίζεται η ευρεία υιοθέτηση της υπεραντιδραστικής θεωρίας των “δύο άκρων” αποτελούν προανάκρουσμα πολύ επικίνδυνων τάσεων.
Όλα αυτά διαμορφώνουν συνθήκες γενικευμένης “εθνικής κρίσης” στον ελληνικό, κοινωνικό σχηματισμό. Ευρύτατα λαϊκά- δημοκρατικά αιτήματα, όπως η αντιμετώπιση της οικονομικής καταστροφής, η αποτροπή της κοινωνικής διάλυσης, η προστασία της δημοκρατίας και η ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας, αποκτούν σ'αυτή τη συγκυρία εκρηκτικά ριζοσπαστικό χαρακτήρα. Γιατί, αν και θεωρητικά θα μπορούσαν να αφομοιωθούν από το σύστημα, είναι αδύνατο να υιοθετηθούν και πολύ περισσότερο να γίνουν αντικείμενο μαχητικής διεκδίκησης από την ελληνική αστική τάξη και το πολιτικό προσωπικό της. Στη σημερινή συγκυρία, η σημαία της δημοκρατίας και της εθνικής κυριαρχίας είναι κόκκινη! Όπως, τηρουμένων των αναλογιών, και στην ΕΑΜική εποποιία, η ελληνική εργατική τάξη και τα κόμματά της είναι οι μόνοι δραστήριοι παράγοντες που μπορούν να σηκώσουν στους ώμους τους το μεγάλο ιστορικό φορτίο της λαϊκής σωτηρίας και της εθνικής αναγέννησης, απέναντι σε μια παρηκμασμένη, σε μεγάλο βαθμό παρασιτική και ξεκάθαρα αντιδραστική αστική τάξη, που είναι καταδικασμένη να προδίδει ακόμη και το δικό της, φιλελεύθερο παρελθόν.
Ο ΑΔΥΝΑΤΟΣ ΚΡΙΚΟΣ
Αν αυτή η γραμμή ανάλυσης περιέχει έναν πυρήνα αλήθειας, τότε η ελληνική Αριστερά θα πρέπει να προετοιμάζεται όχι για έναν εκλογικό περίπατο, αλλά για μια αποφασιστική σύγκρουση ζωής ή θανάτου. Δυστυχώς, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, ή τουλάχιστον αυτό που επικρατεί επικοινωνιακά ως συνισταμένη της, δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται το μέγεθος των διακυβευμάτων και πολύ περισσότερο να προετοιμάζει τις λαϊκές δυνάμεις για τη σφοδρότητα των αναμετρήσεων που μας περιμένουν. Ειδικά το τελευταίο διάστημα συμπεριφέρεται λες κι έχει στην τσέπη της την κυβέρνηση και, πολύ περισσότερο, την πραγματική εξουσία- χωρίς να προβληματίζεται για το γεγονός ότι στο μαζικό κίνημα μετράει πολύ λιγότερο από το ΚΚΕ ή και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ή από το γεγονός ότι στις συνελεύσεις για το νέο κόμμα μαζεύονται βασικά αριστεροί σαραντάρηδες και πενηντάρηδες από τις δύο διασπάσεις του ενιαίου Συνασπισμού.
Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δέχεται καμμία ουσιαστική πίεση από τα αριστερά, παρά μόνο από τα δεξιά του. Γεγονός για το οποίο δεν φταίνε μόνο τα εκλογικά ποσοστά της υπόλοιπης Αριστεράς, αλλά κατά κύριο λόγο η πολιτική της γραμμή, ή μάλλον η ανυπαρξία πολιτικής γραμμής. Μιλάμε βέβαια κυρίως για το ΚΚΕ, το οποίο αντιμετωπίζει το ΣΥΡΙΖΑ όχι ως ιδεολογικό αντίπαλο, αλλά ως ταξικό εχθρό και μάλιστα ως τον κυριότερο ταξικό εχθρό της περιόδου, αναπαράγοντας τις χειρότερες σεχταριστικές στιγμές του “σοσιαλφασισμού”. Μ΄αυτό τον τρόπο χάνει το δίκιο του, όποτε έχει δίκιο (και πολλές φορές έχει) και καταλήγει να πυροβολεί τον ίδιο τον εαυτό του, διευκολύνοντας την ηγεμονία του ΣΥΡΙΖΑ- ιδίως όταν οι τοποθετήσεις του ευλογούνται από τα πιο αντιδραστικά επιτελεία της αστικής τάξης, όπως την περίοδο του Τζαννετακισμού.
Ακόμη δυστυχέστερα, τη λογική της ηγεσίας του ΚΚΕ φαίνεται να υιοθετούν, φυσικά από άλλες ιδεολογικές αφετηρίες και τμήματα της ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Δέσμιοι ενός μηχανιστικού, δογματικού “μαρξισμού”, έχουν διαρκώς δεμένο στο ζωνάρι ένα “αριστερόμετρο” παντός καιρού, με το οποίο μετράνε ποιοι στόχοι ή/και μορφές πάλης είναι παντού και πάντα “ρεφορμιστικοί” και ποιοι “επαναστατικοί”. Αυτή η λογική δεν έχει τίποτα το κοινό με τη λενινιστική αντίληψη της πολιτικής, που συμπυκνώνεται στην έννοια του αδύνατου κρίκου. Του ζητήματος ή του πλέγματος ζητημάτων σε κάθε συγκυρία, που μπορεί να μην είναι εξ αρχής επαναστατικά- σοσιαλιστικά, αλλά αποτελούν τον αποφασιστικό κόμβο που οδηγεί τελικά, από την ίδια την εσωτερική διαπλοκή των προβλημάτων και της ταξικής πάλης, στον αγώνα για την πραγματική εξουσία, δηλαδή την επανάσταση (βλέπε, για παράδειγμα “Τα άμεσα καθήκοντα της σοβιετικής εξουσίας”, Απρίλης 1918).
Έτσι, επαναστατική πολιτική το 1973-74 δεν ήταν να θέτεις στην ημερήσια διάταξη θέμα σοσιαλισμού και αυτοδιαχείρισης, αλλά να πιαστείς από τον αδύνατο κρίκο στο σύστημα της αστικής κυριαρχίας εκείνη τη στιγμή, δηλαδή τα ζητήματα του ιμπεριαλισμού και της δημοκρατίας και να ενώσεις με τις κατάλληλες μορφές πάλης τις ευρύτερες λαϊκές δυνάμεις σε μια ρήξη, που αργά ή γρήγορα θα έθετε επί τάπητος την κοινωνική αλλαγή σε όλες τις διαστάσεις της. Ανάλογα σήμερα, επαναστατική πολιτική δεν είναι να ονειρεύεσαι Σοβιέτ ή να ζητάς αύριο το πρωί την κοινωνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής, αλλά να συγκεντρώσεις όλη τη δύναμη πυρός απέναντι στους αδύνατους κρίκους του συστήματος- χρέος, μνημόνια- απ' όπου θα ξετυλιχτεί ολόκληρη η αλυσίδα, από την έξοδο από το ευρώ, μέχρι το πρόβλημα της εξουσίας.
ΤΟ ΕΝΙΑΙΟ ΜΕΤΩΠΟ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ
Πρέπει να είναι πολιτικά τυφλός κανείς για να μην κατανοεί ότι η στάση πληρωμών και η μονομερής ακύρωση των μνημονίων, έστω και από έναν συνασπισμό δυνάμεων υπό ρεφορμιστική ηγεμονία, θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε σκληρή σύγκρουση με τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό. Στη συνέχεια, θα επιβάλει ριζοσπαστικά μέτρα, στο πλαίσιο μιας οικονομικής πολιτικής εκτάκτου ανάγκης- με πρώτα βήματα την εθνικοποίηση των τραπεζών και τη σχεδόν βέβαιη επιστροφή στο εθνικό νόμισμα- που θα φέρουν τις λαϊκές δυνάμεις σε μετωπική ρήξη με την ελληνική ολιγαρχία. Μια παρόμοια, ιστορικών διαστάσεων σύγκρουση απαιτεί πολιτική στήριξη και διεύθυνση από ένα ενιαίο μέτωπο των αριστερών, ριζοσπαστικών δυνάμεων, πολύ ευρύτερο από τις πολύτιμες, αλλά περιορισμένες δυνάμεις επαναστατικής και κομμουνιστικής αναφοράς.
Ενιαίο μέτωπο δεν σημαίνει συγχώνευση, ούτε πολιτική ουράς. Ασφαλώς, υπάρχουν πάμπολλοι λόγοι να μην έχουν οι αγωνιστές της επαναστατικής Αριστεράς εμπιστοσύνη στο ΣΥΡΙΖΑ, όπως έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να διαχωρίζονται από αυτόν σε καίρια ζητήματα στρατηγικής σημασίας, με πρώτο τον δεισιδαιμονικό σεβασμό του στο ευρώ, την Ε.Ε. και την αστική νομιμότητα. Από αυτό το σημείο, όμως, μέχρι το σημείο του να θεωρούν το ΣΥΡΙΖΑ τυπικό αστικό κόμμα απέναντι στο οποίο δεν έχουν τίποτα άλλο να κάνουν από το να το “αποκαλύψουν”, ποντάροντας στην όσο γίνεται πιο γρήγορη χρεοκοπία του, η απόσταση είναι τόσο τεράστια όσο αυτή που χωρίζει μια επαναστατική γραμμή μαζών από μια πολιτική σέχτα.
Η γραμμή του ενιαίου μετώπου δεν είναι νεολογισμός κάποιων “όψιμων συνοδοιπόρων του ΣΥΡΙΖΑ”. Είναι η στρατηγική που χάραξε η Τρίτη Διεθνής για τη Δυτική Ευρώπη στο Τρίτο και το Τέταρτο Συνέδριο, τα τελευταία που έγιναν ζώντος του Λένιν και υπό την καθοδήγησή του. Στη σχετική έκκλησή της, τον Ιανουάριο του 1922, η Διεθνής υπογράμμιζε, μπροστά στην απειλητική επίθεση της διεθνούς αντίδρασης, μια “κοινή πλατφόρμα με τους σοσιαλδημοκράτες” εκείνης της εποχής για ένα “ελάχιστο πρόγραμμα οικονομικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων”. Το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, η απόφαση του Τετάρτου Συνεδρίου ρίχνει μάλιστα το σύνθημα για μια “κυβέρνηση του ενιαίου μετώπου” ή “εργατική κυβέρνηση”, με στήριξη ή και συμμετοχή των κομμουνιστών, ενδεχομένως και υπό την ηγεμονία των ρεφορμιστών, η οποία θα μπορούσε να προκύψει μέσα από το γενικό εκλογικό δικαίωμα, προτού κριθεί με επαναστατικό τρόπο το πρόβλημα της πραγματικής εξουσίας. Στη σχετική απόφαση τονίζεται ότι μια τέτοια κυβέρνηση “δεν θα είναι η δικτατορία του προλεταριάτου, ούτε καν μια αναγκαία μεταβατική μορφή προς αυτήν. Αποτελεί ωστόσο μια αφετηρία για την κατάκτησή της”.
Μήπως η πρόσφατη ιστορική εμπειρία στη Λατινική Αμερική και ιδιαίτερα στη Βενεζουέλα δεν επιβεβαιώνει τη γονιμότητα και την επικαιρότητα αυτής της γραμμής; Ο Ούγκο Τσάβες και οι σύντροφοί του δεν ήταν πεπεισμένοι κομμουνιστές. Βγήκαν από τους κόλπους ενός αστικού στρατού, ο οποίος τους ανέχθηκε προσωρινά για να αποφύγει το χειρότερο- έναν ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο, όπου θα μπορούσαν να χαθούν τα πάντα για το σύστημα που ήταν ταγμένος να στηρίζει. Οι κομμουνιστές της Βενεζουέλας, αλλά και της Ελλάδας αν δεν κάνουμε λάθος, στήριξαν τον Τσάβες στη σύγκρουσή του με τον ιμπεριαλισμό, χωρίς να συγχωνεύονται μαζί του και χωρίς να παραιτούνται από την κριτική, την αντιπαράθεση και την αυτονομία δράσης. Ήταν άραγε η αριστερή κυβέρνηση του Τσάβες εμπόδιο στην ανάπτυξη του αριστερού ριζοσπαστισμού, στη Βενεζουέλα και σ' ολόκληρη τη Λατινική Αμερική τα τελευταία 14 χρόνια; Και δεν έδειξε η πολυκύμαντη διαδρομή της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας, με τις νίκες και τις ήττες της, τα επιτεύγματα και τους δισταγμούς της, ότι περίοδοι παραλυτικής ισορροπίας δυνάμεων ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση, περίοδοι σκληρού αγώνα για την κατάκτηση της εργατικής ηγεμονίας, μπορεί να κρατήσουν πολύ και να πάρουν τις πιο απρόβλεπτες μορφές στην εποχή μας;
ΠΑΡΑΤΕΤΑΜΕΝΗ ΛΑΪΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ
Το μείζον πρόβλημα με την Αριστερά, στη σημερινή συγκυρία, είναι ότι αδυνατεί να παίξει το ρόλο της στη συλλογική οργάνωση και πολιτική διεύθυνση ενός κινήματος μαζών με προοπτική νίκης- ο μεν ΣΥΡΙΖΑ γιατί περιμένει να του πέσει στο πιάτο η κυβέρνηση, σαν ώριμο φρούτο, το δε ΚΚΕ και οι απροσδόκητοι συνοδοιπόροι του γιατί περιμένουν να αποδομηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, ελπίζοντας ότι θα πέσουν στο δικό τους πιάτο κάποια θραύσματα του αντιπάλου τους. Στο μεταξύ, το λαϊκό κίνημα, αφού δοκίμασε 30 γενικές και πολλαπλάσιες κλαδικές απεργίες, Αγανακτισμένους, πορείες και εκλογές, φτάνει σε κάποια όρια και δυσκολεύεται να βρει το μοχλό για το επόμενο, αποφασιστικό άλμα.
Ο κίνδυνος είναι να περάσει οριστικά η πρωτοβουλία των κινήσεων στα χέρια του αντιπάλου και να υποστεί το ελληνικό εργατικό κίνημα μια ήττα όχι απλά στρατηγικών, αλλά ιστορκών διαστάσεων, που θα πάει την ελληνική κοινωνία δεκαετίες πίσω και για να αντιστραφεί θα χρειστεί να περάσουν όχι ένα ή δύο χρόνια, αλλά ένα ή δύο γενιές. Μπροστά στο μέγεθος των διακυβευμάτων, καταντά εντελώς σχιζοφρενική αυτή η ενδοαριστερή αλληλοεξόντωση, η πανσερμία της προσωπικής μωροφιλοδοξίας, ο εύκολος στιγματισμός της ειλικρινούς αγωνίας ως πολιτικής ιδιοτέλειας.
Ο πόλεμος δεν έχει κριθεί. Τίποτα πραγματικά καίριο δεν έχει χαθεί ακόμη. Το παράθυρο που μας άνοιξε αυτή η ιστορική κρίση δεν έχει κλείσει. Αλλά δεν θα είναι ανοιχτό επ' άπειρον. Το λαϊκό κίνημα δεν θα κάνει το αποφασιστικό άλμα μόνο του, ούτε πολύ περισσότερο όσο επαφίεται στις ντουφεκιές στον αέρα των όποιων Παναγόπουλων. Εκείνο που χρειάζεται, πιστεύουμε, είναι μια μεγάλη αγωνιστική πρωτοβουλία με την ευρύτερη δυνατή πολιτική στήριξη και με πρωτοβουλία των δυνάμεων της Αριστεράς, που θα ανεβάσει κατακόρυφα την αυτοποποίθηση των λαϊκών δυνάμεων και θα τους προσφέρει ορατή προοπτική νίκης.
Σχηματικά, θα μιλάγαμε για έναν κοινωνικό και πολιτικό Ανένδοτο διαρκείας, με άμεσο στόχο την κατάργηση των μνημονίων και του χρέους και την ανατροπή της τρικομματικής κυβέρνησης. Μια γενική απεργία διαρκείας θα ήταν ο πιο ευθύς δρόμος, αλλά οι συνθήκες και η συνείδηση των μαζών δεν το επιτρέπουν ακόμη. Το πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι μια μεγάλη πολιτική πρωτοβουλία της σύνολης Αριστεράς: Με αφορμή την επισημοποίηση της μετατροπής της Ελλάδας σε μνημονιακό προτεκτοράτο, να θέσει θέμα συνταγματικής εκτροπής και εθνικής προδοσίας, να δηλώσει ότι δεν αναγνωρίζει πλέον τη νομιμότητα αυτής της κυβέρνησης και να εγκαινιάσει μια πανελλαδική, αλυσιδωτή κινητοποίηση με στόχο τη διάλυση της Βουλής, την προκήρυξη εκλογών και τη δημιουργία μιας νέας, συντακτικής, λαϊκής Εθνοσυνέλευσης.
Στο πλαίσιο αυτό, οι βουλευτές της Αριστεράς να απέχουν από κάθε ψηφοφορία στο κοινοβούλιο πέρα από τις συζητήσεις για πρόταση μομφής, όποτε επιλέξουν παρόμοια κίνηση. Το κυριότερο, να μεταφέρουν το κέντρο βάρους της πολιτικής δράσης στους δρόμους και τις πλατείες, αρχίζοντας από επαρχιακές πόλεις και γειτονιές και καταλήγοντας σε μια ειρηνική κατάληψη διαρκείας του κέντρου της Αθήνας, μέχρι να πέσει η κυβέρνηση. Συμβολικές καταλήψεις δημοσίων χώρων, εναλλακτικά μέσα μαζικής αντιπληροφόρησης, νεανικά δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης, κλαδικές απεργίες και στο βαθμό που δημιουργούνται οι κατάλληλες συνθήκες γενική απεργία, θα συνοδεύουν και θα δώσουν άλλη διάσταση σε αυτό το μεγάλο αγώνα, που θα γράφει στη σημαία του:
Θέλουμε πίσω τη ζωή μας!
Θέλουμε πίσω τη χώρα μας!
Θέλουμε πίσω το μέλλον μας!


Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

η Ελληνική Δημοκρατία απέκτησε "κάτω βουλή"

(του Πέτρου Παπακωνσταντίνου)
γγ

"Όλα δείχνουν ότι το ελληνικό πολιτικό δράμα δεν θα έχει γρήγορο τέλος. Τα λόγια του Αντόνιο Γκράμσι ακούγονται επίκαιρα: «Ο παλιός κόσμος πεθαίνει, ο καινούργιος δεν έχει ακόμη γεννηθεί. Ζούμε στην εποχή των τεράτων»"
Τα εν εξελίξει "Ιουνιανά" συνιστούν τη βαθύτερη κρίση που γνώρισε ο τόπος από το 1974. Οσο κι αν το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον μονοπωλεί, αυτή τη στιγμή, η κυβερνητική αστάθεια, ο «ελέφαντας στο σαλόνι μας», όπως λένε οι Αγγλοσάξονες -η μεγάλη, ενοχλητική αλήθεια για την οποία οι περισσότεροι προτιμούν να σιωπούν- βρίσκεται αλλού: στη χειμαρρώδη εισβολή του λαϊκού παράγοντα στην πολιτική ζωή.

Ολες οι κυβερνήσεις των τελευταίων 37 χρόνων έπεσαν ομαλά, κατόπιν εκλογών. Ακόμη και η χούντα κατέρρευσε όχι ύστερα από τη λαϊκή εξέγερση του Πολυτεχνείου, αλλά υπό το βάρος της εθνικής τραγωδίας στην Κύπρο. Για πρώτη φορά, ο πρωθυπουργός μιας κυβέρνησης που διαθέτει τη δεδηλωμένη αισθάνεται αδύναμος να κυβερνήσει και προσφέρεται να παραιτηθεί υπό την πίεση του «δρόμου». Η προχθεσινή γενική απεργία και τα συλλαλητήρια που την συνόδευσαν πήραν χαρακτηριστικά εξέγερσης της «βαθιάς Ελλάδας».

Αποτελεί επίτευγμα του κ. Γ. Παπανδρέου ότι κατάφερε να ενώσει εναντίον της κυβέρνησής του σχεδόν τους πάντες: αριστερούς και δεξιούς, μισθωτούς και επαγγελματίες, συνδικαλισμένους του δημοσίου τομέα και ανασφαλείς εργαζομένους του ιδιωτικού, ή ακόμη και το… ΠΑΜΕ με τους «Αγανακτισμένους»! Ολες οι προσπάθειες να κατατεμαχισθεί το κοινωνικό σώμα και να στραφεί η μία επαγγελματική κατηγορία εναντίον της άλλης, ξαφνικά κατέληξαν στο ακριβώς αντίθετο: να ενώσουν σε ένα πολύ ισχυρό, αντιμνημονιακό μέτωπο την πλειονότητα του πληθυσμού.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η Ελληνική Δημοκρατία απέκτησε μια άτυπη «Κάτω Βουλή» των δρόμων και των πλατειών, η οποία δεν ξέρει ακόμη τι θέλει, ξέρει όμως πολύ καλά τι δεν θέλει: Δεν θέλει τα Μνημόνια Ι και ΙΙ, την κοινωνική καταστροφή και το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα. Μια «Κάτω Βουλή», η οποία δεν μπορεί να επιβάλει πολιτική κατεύθυνση, τείνει όμως να ασκεί ντε φάκτο «βέτο» επί θεμελιωδών κυβερνητικών αποφάσεων· και παρότι δεν θέλει, ούτε μπορεί, να λύσει το πρόβλημα διακυβέρνησης, ενδέχεται να συμβάλει καταλυτικά στην αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος. Πρέπει να είναι κανείς τυφλός για να μη βλέπει την εκθετικά αυξανόμενη ζήτηση για νέους, άφθαρτους ανθρώπους, νέες πολιτικές προτάσεις και νέους πολιτικούς σχηματισμούς, που θα βγάλουν την Ελλάδα από τον φαύλο κύκλο της οικονομικής ομηρίας και της εθνικής ταπείνωσης.

Επί 25 χρόνια, το «τέλος της μεταπολίτευσης» αποτελεί δημοφιλές σλόγκαν δημοσιολογούντων. Αυτή τη φορά, φαίνεται ότι ήρθε η ώρα να το ζήσουμε στ’ αλήθεια. Η σημερινή κρίση εκφράζει ακριβώς τη διάρρηξη του μεταπολιτευτικού «κοινωνικού συμβολαίου», που είχε τη σφραγίδα του Κ. Καραμανλή, ανανεώθηκε από τον Α. Παπανδρέου και έδωσε για πρώτη φορά πολιτική σταθερότητα στην Ελληνική Δημοκρατία. Σε αντίθεση με το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος, το νεοελληνικό κοινωνικό συμβόλαιο προέβλεπε άνοδο του βιοτικού, ή μάλλον του καταναλωτικού επιπέδου των λαϊκών στρωμάτων, χωρίς αναδιανομή εις βάρος των εχόντων. Για να επιτευχθεί αυτός ο μαγικός τετραγωνισμός του κύκλου επιστρατεύθηκαν ως από μηχανής θεοί οι κοινοτικές επιδοτήσεις, η εύκολη πίστωση, ο εξωτερικός δανεισμός και, πιο πρόσφατα, οι χρηματιστηριακές φούσκες. Ενα «θαύμα», που είχε βέβαια ημερομηνία λήξης, την οποία, ωστόσο, κάθε κυβέρνηση κατάφερνε κουτσά- στραβά να μετατοπίζει πέρα από τον βιολογικό ορίζοντα της τετραετίας της.

Η ανθεκτικότητα αυτού του ιδιόμορφου συμβολαίου αποδείχθηκε από τη μοίρα του πρώτου πολιτικού που αποπειράθηκε στα σοβαρά να το ανατρέψει, του Κ. Μητσοτάκη. Με έναν Α. Παπανδρέου πολιτικά και βιολογικά εξουθενωμένο και μια Αριστερά διασπασμένη και ζαλισμένη από την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», το νεοφιλελεύθερο πείραμα του Κ. Μητσοτάκη απέτυχε οικτρά, σε σημείο που να στραφούν εναντίον του και εκείνοι που τον στήριξαν. Ο, τι δεν κατάφερε όμως ο Κ. Μητσοτάκης, το κατάφερε ο Γ. Παπανδρέου υπό την απειλή της πτώχευσης. Το μεταπολιτευτικό κοινωνικό συμβόλαιο αποτελεί ήδη σωρό ερειπίων, χωρίς τίποτα ανθεκτικό, όμως, να μπει στη θέση του. Αναπόφευκτη συνέπεια είναι η υπονόμευση όχι μόνο της κυβέρνησης Παπανδρέου, αλλά ολόκληρου του δικομματικού, μεταπολιτευτικού σκηνικού.

Σοβαροί παράγοντες βλέπουν ως έξοδο κινδύνου μια κυβέρνηση δικομματικής στήριξης ΠΑΣΟΚ – Ν. Δ. και ψέγουν τον Αντ. Σαμαρά για την άρνησή του «να ανέβει στο πλοίο». Τα ερωτήματα, όμως, είναι αυτονόητα: Γιατί ο αρχηγός της αντιπολίτευσης θα σπεύσει να ανέβει στο καράβι του αντιπάλου του, τη στιγμή που αυτό βυθίζεται; Τι θα καταφέρει το κυβερνητικό «άθροισμα» ΠΑΣΟΚ – Ν. Δ., εκτός από το να υψώσει στο τετράγωνο τη λαϊκή δυσφορία; Κι αν, μετά την απαξίωση του παπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ, απαξιωθεί και η Ν. Δ. του κ. Σαμαρά από το επόμενο κύμα λαϊκών κινητοποιήσεων, ποια θα είναι τότε η εναλλακτική λύση; Με δεδομένη την αυτοακύρωση του ΛΑΟΣ ως «λαϊκής» δύναμης ύστερα από την υποστήριξη του Μνημονίου, ποιος άλλος εκτός από την Αριστερά θα μείνει στον ρόλο του μόνου θεσμικού συνομιλητή με τον λαϊκό ριζοσπαστισμό; 

Όλα δείχνουν ότι το ελληνικό πολιτικό δράμα δεν θα έχει γρήγορο τέλος. Τα λόγια του Αντόνιο Γκράμσι ακούγονται επίκαιρα: «Ο παλιός κόσμος πεθαίνει, ο καινούργιος δεν έχει ακόμη γεννηθεί. Ζούμε στην εποχή των τεράτων» 

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

κοινωνική ανάφλεξη σε αργή κίνηση


Το κίνημα των "αγανακτισμένων" προοιωνίζεται βαθύτατη κρίση λαϊκής νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος στην Ευρώπη

Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου


"Αυτό το ρευστό, μεταμοντέρνο πλήθος δεν έχει τις σταθερές πολιτικές ταυτότητες και οργανωτικές μορφές -το συνδικάτο, την παράταξη, το κόμμα- που συνόδευαν ριζοσπαστικά κινήματα προηγούμενων εποχών. Είναι κατά κάποιο τρόπο υδραργυρικό, καθώς ενώνεται ξαφνικά και πρόσκαιρα γύρω από ένα γεγονός - καταλύτη και είναι έτοιμο να αποδιοργανωθεί ξανά στα μικρά, ατομικά «σφαιρίδια», που θα ακολουθήσουν τις δικές τους, χαοτικές διαδρομές, μέχρι να συσσωματωθούν ξανά στο επόμενο γεγονός."


Τον 8ο μ.Χ. αιώνα, το νεαρό έθνος των Αράβων εισέβαλε στη μεσαιωνική Ευρώπη μέσω Ισπανίας, καταλύοντας το παρηκμασμένο βασίλειο των Βησιγότθων. Το τελευταίο δεκαπενθήμερο μια δεύτερη «εισβολή», εντελώς ειρηνική αυτή τη φορά, διέχυσε τα καινά δαιμόνια του αραβικού κόσμου από την Τυνησία και την Αίγυπτο στη γηραιά ήπειρο, και πάλι μέσω του ισπανικού βασιλείου. Η επέκταση του κινήματος των «Αγανακτισμένων» από τη Μαδρίτη σε δεκάδες ευρωπαϊκές πόλεις, με κορύφωση την πανευρωπαϊκή ημέρα δράσης της περασμένης Κυριακής, επανέφερε δριμύτερο το ερώτημα για μια πιθανή μεταλαμπάδευση του «πνεύματος της Ταχρίρ» στην απέναντι πλευρά της Μεσογείου.

Η αλήθεια είναι ότι οι κοινωνικές εξεγέρσεις δεν αντιγράφονται κατά βούληση, εν είδει copy paste στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Αλέν Ζιπέ είχε δίκιο όταν έλεγε ότι ο ευρωπαϊκός κοινοβουλευτισμός δεν μπορεί να συγκριθεί με τις αραβικές απολυταρχίες, όπως δεν μπορεί να συγκριθεί η φτώχεια στα εργατικά προάστια του Παρισιού με την εξαθλίωση στις παραγκουπόλεις του Καΐρου. Και όμως, οι αναλογίες ανάμεσα στην «Αραβική Ανοιξη» και την (τόσο αμφίβολη όσο και τα μετεωρολογικά δελτία) Ευρωπαϊκή δεν παύουν να χτυπάνε στο μάτι. Και στις δύο περιπτώσεις, χώρες που εμφανίζονταν μέχρι χθες ως οικονομικά θαύματα και εγκωμιάζονταν από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αποδείχθηκαν ενεργά κοινωνικά ηφαίστεια. Το ρόλο της εμπροσθοφυλακής, τόσο στις αραβικές εξεγέρσεις όσο και σ' αυτό που αρχίζει να μοιάζει με ευρωπαϊκή κοινωνική ανάφλεξη σε αργή κίνηση, παίζει η νέα γενιά των «Αγανακτισμένων»: Οι νέοι 25 - 35 χρόνων, υπερκαταρτισμένοι και υποαπασχολούμενοι, πολίτες του κόσμου, αλλά καθηλωμένοι στην πατρική εστία, αυτό το μορφωμένο «πρεκαριάτο» της επισφαλούς εργασίας και της μαζικής ανεργίας.

Η φωνή όλων
Αν ήταν, όμως, μόνο αυτό θα μιλάγαμε απλώς για μια επανάληψη των σχεδόν περιοδικών εκδηλώσεων νεανικού ριζοσπαστισμού, σαν κι αυτές που γνώρισαν το Παρίσι το 2006 και η Αθήνα το 2008. Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι ότι οι νεαροί «Αγανακτισμένοι» έγιναν η φωνή όλων όσοι δεν έχουν φωνή, η έκφραση της ευρύτατης κοινωνικής δυσφορίας απέναντι σε μια δρακόντεια λιτότητα χωρίς τέλος και σε αλυσιδωτά Μνημόνια χωρίς ελπίδα. Ηδη, από την περασμένη Κυριακή έγινε σαφέ -τουλάχιστον στην Ισπανία, την Ελλάδα και την Πορτογαλία, όπου το «κίνημα της πλατείας» γνωρίζει τη μεγαλύτερη έξαρση- ότι αυτό που ξεκίνησε ως πρωτοβουλία νεανικών ομάδων κοινωνικής δικτύωσης αρχίζει να προσελκύει ευρύτερα λαϊκά στρώματα όλων των ηλικιών. Θα μπορούσε να εικάσει κανείς ότι βλέπουμε τα πρώτα σημάδια κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης της «σιωπηλής πλειοψηφίας», κάτι που, αν επαληθευθεί, δεν θα αργήσει να μετατρέψει την οικονομική κρίση των περιφερειακών χωρών της Ε. Ε. σε πολιτικό κραχ. Περισσότερο από Ταχρίρ του 2011, το ευρωπαϊκό σκηνικό αρχίζει να θυμίζει Μπουένος Άιρες του 2001: Οσο καιρό το malestar social, η κοινωνική δυσφορία, περιοριζόταν κυρίως στη συνδικαλισμένη, μισθωτή εργασία, η κρίση ήταν διαχειρίσιμη από τους κυβερνώντες. Τη στιγμή που η οικονομική καταστροφή γράπωσε και τα μεσαία στρώματα των «νοικοκυραίων» (στην Αργεντινή με τον δραστικό περιορισμό των τραπεζικών αναλήψεων, στην Ελλάδα με τον «θάνατο του εμποράκου»), η κρίση έγινε μεμιάς «εθνική» και οι στιγματισμένες «συντεχνίες» μετασχηματίστηκαν σε ένα πολύμορφο, πανίσχυρο «πλήθος».

Αυτό το ρευστό, μεταμοντέρνο «πλήθος» δεν έχει τις σταθερές πολιτικές ταυτότητες και οργανωτικές μορφές -το συνδικάτο, την παράταξη, το κόμμα- που συνόδευαν ριζοσπαστικά κινήματα προηγούμενων εποχών. Είναι κατά κάποιο τρόπο «υδραργυρικό», καθώς ενώνεται ξαφνικά και πρόσκαιρα γύρω από ένα γεγονός - καταλύτη και είναι έτοιμο να αποδιοργανωθεί ξανά στα μικρά, ατομικά «σφαιρίδια», που θα ακολουθήσουν τις δικές τους, χαοτικές διαδρομές, μέχρι να συσσωματωθούν ξανά στο επόμενο γεγονός.

Μετασχηματισμός
Ωστόσο, όσο το «κίνημα της πλατείας» αυξάνεται και πληθύνεται, όσο αποκτά άρθρωση και αυτοπεποίθηση, τόσο θα θέτει, ακόμη και παρά τη θέληση των πρωταγωνιστών του, ζήτημα λαϊκής (απο) νομιμοποίησης ολόκληρου του πολιτικού συστήματος. Αν εξελιχθούν έτσι τα πράγματα, θα έρθει η στιγμή (στην Αίγυπτο ήρθε μετά τη βίαιη προσπάθεια του καθεστώτος Μουμπάρακ να ανακαταλάβει τις πλατείες και τη σθεναρή αντίσταση των διαδηλωτών) που το «πλήθος» θα χάσει την αθωότητα και τις αυταπάτες του και θα μετασχηματισθεί σε «λαό», ο οποίος θα θέσει ανοιχτά ζήτημα διακυβέρνησης. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι το σύνθημα «Que se vayatodos» (Να φύγουν όλοι!), που βλέπουμε αυτές τις μέρες στην Πουέρτα ντελ Σολ και στο Σύνταγμα, προέρχεται από το «Αργεντινάσο» του 2001.
Εκφράζονται ανησυχίες για την πιθανότητα εκτροπής των «Αγανακτισμένων» προς την εθνικιστική δημαγωγία. Αν και ακροδεξιές ομάδες, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ασφαλώς επιδιώκουν κάτι τέτοιο, το πιθανότερο είναι ότι θα απομονωθούν. Ούτε η ελληνική σημαία στο Πολυτεχνείο του 1973 ούτε η αιγυπτιακή στην Ταχρίρ έκαναν τις εν λόγω εξεγέρσεις «εθνικιστικές». Αλλωστε, η προσβολή κάθε έννοιας εθνικής - λαϊκής κυριαρχίας από τους εκπροσώπους μιας απρόσωπης, πολυεθνικής ελίτ πιστωτών - κερδοσκόπων είναι φυσικό να ερεθίζει πατριωτικά αντανακλαστικά.
Είναι αλήθεια ότι μετά την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και την υποχώρηση των ελπίδων της Αριστεράς για ανατροπές σε εθνική κλίμακα υπήρξε μια ορισμένη «φυγή προς τα εμπρός»: Το νέο, ανεξάρτητο κίνημα εναντίον της παγκοσμιοποίησης, με ληξιαρχική πράξη γέννησης τις διαδηλώσεις του Σιάτλ το 1999, που ήρθε να καλύψει προσωρινά το κενό αριστερού ριζοσπαστισμού, προσπάθησε να υπερβεί την κλίμακα του εθνικού κράτους, με τη φιλοσοφία του «να σκέφτεσαι παγκόσμια, να δρας τοπικά».

Τι πέτυχαν
Σήμερα, η οξύτητα της κρίσης είναι τέτοια που αναγκάζει ριζοσπαστικά κινήματα να επιστρέψουν, με μεγαλύτερη ωριμότητα, στην κλίμακα του «δικού τους» εθνικού κράτους, επιδιώκοντας πολιτικές ανατροπές που θα δώσουν λύση στην κοινωνική ασφυξία. Θα αποδειχθούν άραγε οι «Αγανακτισμένοι» θετικός καταλύτης σε μια παρόμοια κατεύθυνση ή μόνο μια προσωρινή παρένθεση; Κανείς δεν το ξέρει. Εκείνο που ξέρουμε είναι ότι έδιωξαν από το κέντρο των πόλεων το μαύρο και το χακί, για να ξαναφέρουν τα χρώματα, άδειασαν τις πλατείες από τους ανθρώπους με τα κράνη και τις κουκούλες για να τις γεμίσουν με πρόσωπα που μιλάνε, φωνάζουν, τραγουδάνε, χαμογελάνε και ελπίζουν. Κι αυτό δεν είναι λίγο.


Ιnfo
- Werner A. Perger, «Usignal pour toute l' Europe democratique», Courrier International, 26-31 mai 2011.
- Delia Rodriguez, «No me traigas octavillas», El Pais, 22/5/2011.
- Stephane Hessel, «Indignez-vous!», Indigene, Montpellier 2010.
- Elodie Cuzin, «Le ras- le- bol des indignes», Le Monde, 24/5/2011.

Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

ένα ουράνιο τόξο σε φόντο κυανόλευκο



(το κείμενο είναι του Πέτρου Παπακωνσταντίνου και δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της 3ης/6)
"..οι ελληνικές σημαίες ήταν πάντα εκεί, αλλά δίπλα τους υψώνονταν ισπανικές, αργεντίνικες, αιγυπτιακές – κι αύριο ίσως είναι γαλλικές, αγγλικές, γιατί όχι και γερμανικές. Ολα φαίνονται δυνατά τούτο το καυτό και απρόβλεπτο καλοκαίρι – για το καλύτερο ή το χειρότερο"
Ηλικιακά και κοινωνικά, ταιριάζει γάντι με το προφίλ του μέσου «Αγανακτισμένου» – αν υπάρχει κάτι τέτοιο: τριαντάρης, με κάμποσα πτυχία και περισσότερα ταλέντα, σε έναν επαγγελματικό κλάδο με πολλή αδικία και ανασφάλεια. Ωστόσο, δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα σ’ αυτό το ανήσυχο πλήθος που κατακλύζει κάθε βράδυ την πλατεία Συντάγματος. Το ισοπεδωτικό «κλέφτες», το χουλιγκανικό «να καεί, να καεί...», η φυγάδευση των βουλευτών στις ατραπούς του Εθνικού Κήπου και αυτή η κατάχρηση της ελληνικής σημαίας τού μυρίζουν εθνικιστικό λαϊκισμό. Φοβάται ότι αντιδραστικές δυνάμεις θα καπελώσουν αυτό το κίνημα, αν δεν έχουν αρχίσει να το πετυχαίνουν κιόλας.

Με δύο δεκαετίες παραπάνω στους ώμους του, ο συνάδελφος και συνομιλητής του δεν συμφωνεί, αλλά νιώθει μια ευαίσθητη χορδή να τεντώνεται μέσα του. Μαθητής στα χρόνια της χούντας, σιχάθηκε το εμπόριο εθνικοφροσύνης, το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» και τα τσάμικα του Παττακού στο ΕΑΤ–ΕΣΑ. Τα πρώτα του ερεθίσματα έρχονταν απ’ έξω – από την «Ντόιτσε Βέλε» και τη «Φωνή της Αλήθειας», από τα διαβάσματα του Life και τα ροκ ακούσματα στην Ελληνοαμερικανική Ενωση της Οδού Μασσαλίας, δίπλα στο σχολείο. Κι όμως, δύο τετράγωνα παρακάτω, στη Νομική, είδε τους φοιτητές να υψώνουν την ελληνική σημαία, φωνάζοντας «Ελλάς Ελλήνων Φυλακισμένων». Κι ύστερα, στο Πολυτεχνείο, ήταν και πάλι η ελληνική σημαία που υψώθηκε απέναντι στα τανκς.
Με τούτα και με τ’ άλλα, έμαθε ότι σε κάθε Ελλάδα υπάρχον δύο Ελλάδες, ότι αυτό το σύμβολο, που ανέβασαν κάποτε στην Ακρόπολη ο Γλέζος και ο Σάντας στη θέση της σβάστικας, είναι δικό τους και δικό μας και ότι το μόνο νόημα που έχει είναι εκείνο που του δίνουμε. Ενα συμπέρασμα που επιβεβαίωσε, δεκαετίες αργότερα, στην πλατεία Ταχρίρ, όπου είχε την τύχη να τον στείλει η δουλειά του (γιατί ο μεσόκοπος της ιστορίας μας είναι δημοσιογράφος, όπως ίσως υποπτευθήκατε), κι όπου είδε τα δύο στρατόπεδα, καθεστωτικούς και δημοκράτες, να συγκρούονται με πέτρες, μολότοφ και σφαίρες υψώνοντας αμφότερα τη σημαία της Αιγύπτου.

Οχι, δεν υποτιμά τον κίνδυνο. Πώς θα το μπορούσε, άλλωστε; Δεν μένει στα αποστειρωμένα υπνωτήρια των βορείων προαστίων, αλλά στην πλατεία Κολιάτσου. Εκεί όπου ο θάνατος του Ελληνα εμποράκου και η συσσώρευση φτωχών μεταναστών κάθε χρώματος και εθνότητας έχουν δημιουργήσει έναν εκρηκτικό συνδυασμό, όπως έδειξε και το 8% της Χρυσής Αυγής στις δημοτικές εκλογές. Εκεί όπου οι Ελληναράδες μπαίνουν στο λεωφορείο, εντοπίζουν όποιον έχουν κάπως πιο σκούρα ή πιο κιτρινωπή επιδερμίδα απ’ ό,τι ανέχεται ένας καθωσπρέπει Αριος, απαιτούν να απαγγείλει τον Εθνικό Υμνο και το «Πάτερ Ημών», κι αν δεν τα καταφέρει, τον σπάνε στο ξύλο.

Στο Σύνταγμα, οι ίδιοι μετανάστες κυκλοφορούν άφοβα ανάμεσα στις ελληνικές σημαίες, ξέροντας ότι αυτοί που τις κρατάνε δεν είναι εχθροί. Θα ξανακούσουμε ότι ο πατριωτισμός είναι ο σοσιαλισμός των ηλιθίων. Εντάξει. Αλλά και ένας ορισμένος «διεθνισμός» είναι ο φερετζές της εθελοδουλείας. Ποιος Ελληνας δεν θα αγανακτήσει βλέποντας το κύριο άρθρο των Financial Times, με τίτλο «Βγάζοντας την Ελλάδα σε πλειστηριασμό»; Τη γερμανική Bild να μας παροτρύνει: «Πουλήστε τα νησιά σας, χρεοκοπημένοι Ελληνες – και την Ακρόπολη, επίσης»! Την Ολλανδία να ζητάει διεθνή οργανισμό για την εκποίηση δημοσίων επιχειρήσεων στους ξένους εταίρους. Και το πρακτορείο Reuters να παραλληλίζει την αυστηρή επιτήρηση της Ελλάδας στο πλαίσιο το νέου δανεισμού με την επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου στη χρεοκοπημένη «Ψωροκώσταινα», το 1898.

Ας δεχθούμε, για οικονομία της συζήτησης, ότι ως λαός έχουμε τους ηγέτες που μας αξίζουν και καλούμαστε, κάποια στιγμή, να πληρώσουμε για την ανικανότητα και τη διαφθορά, που μας κατάντησαν επαίτες των ισχυρών. Μόνο που, όπως το ταγκό, έτσι και η απάτη θέλει δύο. Ναι, τα νοσοκομεία μας έχουν τεράστια ελλείμματα – αλλά τι περιμένατε, κύριε Σόιμπλε, όταν όλοι οι αξονικοί μας τομογράφοι είναι Siemens; Ναι, η Ολυμπιάδα ήταν μια φαραωνική τρέλα που μας έβαλε μέσα απερίγραπτα – αλλά ποιος μας την έδωσε και ποιος πήρε τις εργολαβίες για τα μεγάλα έργα; Ναι, η «ισχυρή Ελλάδα» του ευρώ ήταν ένα θαύμα δημιουργικής λογιστικής – αλλά το ξέρατε πολύ καλά, όπως ξέρατε ότι και η Ιταλία δεν ήταν πολύ καλύτερη. Μήπως έχει δίκιο ο κ. Πάγκαλος όταν λέει «μαζί τα φάγαμε», μόνο που θα ’πρεπε να αλλάξει τον παραλήπτη;
Τέλος, μας καλείτε να πληρώσουμε εξοντωτικό τίμημα για την παραβίαση του Συμφώνου Σταθερότητας. Μα δεν ήταν πρώτοι διδάξαντες οι Γερμανοί και οι Γάλλοι, χωρίς να υποστούν την παραμικρή τιμωρία; Στο μεταναστευτικό, πάλι, δεν ήταν οι Γάλλοι και οι Ιταλοί που κατάργησαν μονομερώς, εν μια νυκτί, τη συμφωνία Σένγκεν για να μην επωμιστούν το βάρος των προσφύγων από τη Βόρεια Αφρική (την οποία παρεπιμπτόντως βομβαρδίζουν);

Μ’ αυτές τις σκέψεις, ο άνθρωπος της ιστορίας μας ξανανέβηκε στο Σύνταγμα και ξαφνιάστηκε ευχάριστα από την αλλαγή του σκηνικού: οι ελληνικές σημαίες ήταν πάντα εκεί, αλλά δίπλα τους υψώνονταν ισπανικές, αργεντίνικες, αιγυπτιακές – κι αύριο ίσως είναι γαλλικές, αγγλικές, γιατί όχι και γερμανικές. Ολα φαίνονται δυνατά τούτο το καυτό και απρόβλεπτο καλοκαίρι – για το καλύτερο ή το χειρότερο

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

προοίμιο ελληνικού "Αργεντινάσο"

του Πέτρου Παπακωνσταντίνου


Οι συνεχιζόμενες καταλήψεις κεντρικών πλατειών και οι καθημερινές διαδηλώσεις, υπό την επίδραση του ισπανικού κινήματος των «Αγανακτισμένων», έφεραν μια ανοιξιάτικη αύρα στο μουντό σκηνικό της κοινωνικής κατατονίας. Η ανατροπή είναι ακόμη μακριά, αλλά η ρωγμή άνοιξε, το παραπέτασμα της απελπισίας σχίστηκε και μπορούμε να δούμε απέναντι έναν ορίζοντα ελπίδας.
Στο χρόνο που μεσολάβησε από την κήρυξη της Ελλάδας σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης γνωρίσαμε και άλλες κινηματικές εξάρσεις. Δύο είναι τα στοιχεία που κάνουν τη διαφορά: Πρώτον, η διάρκεια και αποφασιστικότητα του πλήθους, που αυτή τη φορά δεν κατέβηκε σε μια εικοσιτετράωρη απεργία ή μια πορεία χωρίς συνέχεια, αλλά ήρθε, όπως μπορούμε να προσδοκούμε, για να μείνει. Και δεύτερον, ότι αυτή τη φορά δεν πρόκειται τόσο για όλες τις φυλές των «συνήθων υπόπτων», όσο για τη μέχρι πρότινος σιωπηρή πλειοψηφία, για τους κοψοχέρηδες και των δύο μεγάλων κομμάτων. Στο συνδυασμό τους, τα δύο αυτά στοιχεία δημιουργούν την απόσταση ανάμεσα στα μεμονωμένα γεγονότα αντίστασης και στη γενική κρίση, έστω και εμβρυακού, ακόμη, χαρακτήρα.
Αυτή η καινούργια ποιοτικά κατάσταση είναι φυσικό να προκαλεί μια ορισμένη αμηχανία σε όλες τις δυνάμεις της Αριστεράς. Αμηχανία όχι λόγω γραφειοκρατικής επιφύλαξης απέναντι σε οποιαδήποτε αυθόρμητη, πρωτόλεια, αντιφατική μορφή διαμαρτυρίας, αλλά λόγω της συναίσθησης του μεγέθους των προκλήσεων, λόγω της σοβαρότητας με την οποία κάθε αξιόμαχο πολιτικό ρεύμα οφείλει να προσεγγίζει το κοινωνικά καινούργιο. Με διάθεση να ακούσει προτού σκεφτεί, να σκεφτεί προτού μιλήσει, να αφομοιώσει κριτικά ό,τι καινούργιο δημιουργεί το πραγματικό κίνημα προτού επιχειρήσει να το επηρρεάσει όπως ασφαλώς οφείλει, αν παίρνει σοβαρά τον εαυτό του και τους στόχους του.

Η πρόκληση ενός νέου ηγεμονικού μπλοκ

Κατά γενική εκτίμηση, την εμπροσθοφυλακή αυτού του νέου ρεύματος διαμαρτυρίας αποτελεί η μορφωμένη νεολαία επισφαλούς εργασίας (αυτό που οι θεωρητικοί του «πλήθους» αποτελούν πρεκαριάτο- κογκνιταριάτο) 20- 35 ετών. Πρόκειται για μάζες ανθρώπων που είναι δύσκολο να ενοποιηθούν με τους παραδοσιακούς τρόπους. Οι άνεργοι, οι μερικά απασχολούμενοι, οι συμβασιούχοι, οι κούριερ και οι ντελιβεράδες δεν είναι εύκολο να συσπειρωθούν από τα συνδικάτα, ακόμη κι αν αυτά δεν χαρακτηρίζονται από τα ακραία φαινόμενα γραφειοκρατικού εκφυλισμού που σημαδεύουν τις περισσότερες μεγάλες ομοσπονδίες. Όπως δεν είναι εύκολο να συγκινηθούν από τα κόμματα της Αριστεράς, τα οποία δεν έχουν βρει προγραμματικές απαντήσεις στα οξύτατα προβλήματα της νεολαίας της εργασιακής περιπλάνησης και της πνιγηρής (για παιδιά και γονείς) καθήλωσης στην οικογενειακή εστία (π.χ. ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα από την Πολιτεία) και τα οποία καταφέρνουν να ενωθούν για τον Κοσκωτά και τους δικαστικούς κώδικες, αλλά όχι για την επιβίωση της λαϊκής οικογένειας.
Παρόλη τη ρευστή του ταυτότητα, ίσως και εξαιτίας της, αυτός ο νεανικός πληθυσμός λειτουργεί ως το «κενό σημαίνον», ο αρχικός πυρήνας συμπύκνωσης της γενικευμένης κοινωνικής οργής, η οποία τροφοδοτείται από δύο βασικά ρεύματα: Τη μισθωτή εργασία και τα μεσαία στρώματα, τους “νοικοκυραίους” (για την ώρα, κυρίως των πόλεων και πολύ λιγότερο της υπαίθρου) τα οποία τους τελευταίους μήνες συνθλίβονται με επιταχυνόμενους ρυθμούς από το πάγωμα της αγοράς. Η συνάντηση των δύο ρευμάτων δίνει στην κοινωνική διαμαρτυρία την ορμή πραγματικού χείμαρρου, όπως έγινε στην Αργεντινή όταν οι καταλήψεις των εργοστασίων συναντήθηκαν με τους αγανακτισμένους καταθέτες των τραπεζών που έβλεπαν τις αποταμιεύσεις τους να εξανεμίζονται από το corralito.
Ασφαλώς, η διαπάλη για την ηγεμονία, έστω και όταν γίνεται στοιχειακά, αδιαμεσολάβητα από τα κόμματα, είναι αισθητή και δεν έχει ακόμη κριθεί- στο Σύνταγμα, εκφράστηκε, ιδίως τις πρώτες μέρες, με τη διάκριση μεταξύ της «πάνω πλατείας», με τις μούτζες και τους Ελληναράδες και της «κάτω πλατείας» της κατασκήνωσης και των λαϊκών συνελεύσεων. Σε κάθε περίπτωση, είναι η ασταθής ενότητα και διαπάλη αυτών των κοινωνικών ρευμάτων που διαμορφώνει εμβρυακές προϋποθέσεις «εθνικής κρίσης», απονομιμοποίησης κα ανατροπής όχι μόνο της κυβέρνησης, αλλά και ολόκληρου του πολιτικού συστήματος, διαμόρφωσης ενός νέου ηγεμονικού μπλοκ, που θα μπορέσει να σηκώσει στους ώμους του την ιστορική πρόκληση μιας ριζικής, κοινωνικής αναδιοργάνωσης.

Το επερχόμενο πολιτικό κραχ

Γιατί όμως τώρα; Ασφαλώς όχι επειδή προϋπήρξε η πλατεία Ταχρίρ στην Αίγυπτο (τα μεγάλης κλίμακας κοινωνικά κινήματα δεν διαδίδονται σαν ενδυματολογικές μόδες). Η ριζοσπαστικοποίηση του κοινωνικού περιβάλλοντος αποτελεί συνισταμένη διαφορετικών παραγόντων, τρεις από τους οποίους φαίνεται να είναι οι κυριότεροι.
Πρώτον, η «μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα» αναφορικά με τη συσσώρευση κοινωνικής δυσφορίας, απόγνωσης και οργής. Δεύτερον, η σταδιακή ωρίμανση των μαζών μέσα από τις ίδιες τις εξάρσεις και τις αποτυχίες του μαζικού κινήματος, η συνειδητοποίηση ότι απέναντι σε μια κατάσταση πραγματικά εκτάκτου ανάγκης, τα συνήθη μέσα του συνδικαλιστικού, διεκδικητικού αγώνα (επαναλαβανόμενες, σποραδικές απεργίες και πορείες) είναι ατελέσφορα και ότι μόνη ελπίδα βρίσκεται στον πανκοινωνικό, πολιτικό αγώνα με αποφασιστικότητα και δυναμισμό. Παρά τον ειρηνικό της χαρακτήρα και τις ενίοτε καρναβαλικές μορφές της (ο όρος δεν έχει τίποτα το υποτιμητικό, το αντίθετο), η κατάληψη της κεντρικής πλατείας της Αθήνας, απέναντι από τη Βουλή ενέχει σπερματικά στοιχεία αμφισβήτησης της κεντρικής εξουσίας, μετατροπής της πολιτικής διαμαρτυρίας σε καθεστωτική ρήξη.
Ο τρίτος και πιθανόν ο κυριότερος καταλύτης της κοινωνικής ανάφλεξης είναι η ταχύτατη απονομιμοποίηση του συμπλέγματος εξουσίας (πολιτικού συστήματος, μέσων ενημέρωσης και οικονομικής ολιγαρχίας) ενόψει της βέβαιης πλέον, ελεγχόμενης ή ανεξέλεγκης, χρεωκοπίας στην οποία οδηγείται η χώρα. Τώρα πια ουδείς έχει την αυταπάτη ότι μπορεί και να πρόκειται για ένα προσωρινό τούνελ από το οποίο κάποια στιγμή, σε ένα ή δύο χρόνια, θα βγούμε και αργά ή γρήγορα θα ανακτήσουμε το χαμένο έδαφος. Τώρα όλοι συνειδητοποιούν ότι έχουμε μπροστά μας ένα, δύο, τρία, πολλά Μνημόνια χωρίς ελπίδα ανάκαμψης κι ότι η «ισχυρή Ελλάδα» του ευρώ γίνεται το Μεξικό της Γερμανίας στη Μεσόγειο, με μια κυβέρνηση τόσο ασπόνδυλη και τόσο δουλική, που να γίνεται περίγελως των ισχυρών, σε σημείο που οι Financial Times να γράφουν, στο κύριο άρθρο τους, ότι «η Ελλάδα βγαίνει στο σφυρί».
Ο καχύποπτος παρατηρητής θα μπορούσε να θέσει το ερώτημα: Κι αν η πίεση των Ευρωπαίων είναι τόσο ασφυκτική που ακόμη κι αυτή η παραπαίουσα ολιγαρχία, ακόμη κι αυτή η ασπόνδυλη κυβέρνηση αισθάνεται υποχρεωμένη κάπου να σταθεί, κουτσά- στραβά στα πόδια της, κάτι να μηχανευτεί, κάτι τι να ψελίσει, λιγουλάκι να διαπραγματευθεί; Κι αν αυτά τα δημοσιεύματα του Spiegel, κι αυτές οι δηλώσεις κυβερνητικών παραγόντων περί πιθανής εξόδου από το ευρώ δεν είναι μόνο μέσα ψυχολογικού εκβιασμού προς τα μέσα, αλλά και διαπραγμάτευσης προς τα έξω (κατά το «μην πλησιάζετε άλλο, γιατί έχω λούσει με βενζίνη τα ρούχα μου και κρατάω αναπτήρα»); Μήπως κάτι τέτοιο πληροφορήθηκε ή οσμίσθηκε η Αλέκα Παπαρήγα, εξ ου και το αστροπελέκι της συνέντευξής της στον Παπαδάκη του ΑΝΤ1, όπου είπε ξαφνικά ότι η έξοδος από το ευρώ και η επιστροφή στη δραχμή υπό τις παρούσες συνθήκες θα είναι καταστροφή για τη χώρα; (Μια δήλωση η οποία, ακόμη κι αν είναι έτσι τα πράγματα, δεν παύει να αποτελεί ολίσθημα για τη γ.γ. του ΚΚΕ). Μήπως, τέλος, είναι γι αυτό που μέσα ενημέρωσης τα οποία έδρασαν ως κατ’εξοχήν πολιορκητικοί κριοί του Μνημονίου εμφανίζονται να «αγκαλιάζουν» τώρα το κίνημα των «Αγανακτισμένων»;
Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε εντελώς αυτό το ενδεχόμενο. Ωστόσο, το να περιμένει κανείς από αυτή την άθλια κυβέρνηση να αποκτήσει ξαφνικά τσαγανό και να ορθώσει έστω και υποτυπώδη αντίσταση στους πιστωτές της μοιάζει σαν να περιμένει τον Άγιο Βασίλη. Στην «καλύτερη» των περιπτώσεων ο ΓΑΠ θα «αντισταθεί» στη Μέρκελ όπως ο Γούντι Άλεν στον δεσμοφύλακά του, στο «Ζητείται εγκέφαλος για ληστεία», όπου τον απειλεί με ένα πιστόλι από σαπούνι, που διαλύεται κάτω από την καταρρακτώδη βροχή. Το πιθανότερο είναι ότι οι κυρίαρχοι κύκλοι θα ήθελαν να δουν τους «Αγανακτισμένους» να εξελίσσονται σε βαλβίδα ελεγχόμενης, ανώδυνης εκτόνωσης της συσσωρευόμενης κοινωνικής πίεσης. Κολακεύοντας το νέο και αδιαμόρφωτο κίνημα, είναι σαν να καίνε οι ίδιοι μια λωρίδα δάσους για να δημιουργήσουν αντιπυρική ζώνη γύρω τους και να αποφύγουν τα χειρότερα. Αλλά εδώ το λιοπύρι είναι αφόρητο, η ξερή γη προσκαλεί την πυρκαγιά και οι άνεμοι λυσσομανάνε, έτσι που παρόμοια παιχνίδια με τη φωτιά είναι πιθανό να φέρουν μια ώρα αρχίτερα αυτό ακριβώς που προσπαθούν να αποτρέψουν.

Ορίζοντες και εμπόδια

Σε μια τόσο ρευστή κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, οι προβλέψεις για την εξέλιξη αυτού του κινήματος είναι παρακινδυνευμένες. Θα μπορούσε να κουραστεί και να εκτονωθεί σύντομα, αφήνοντας πίσω του απογοητεύσεις εξίσου μεγάλες με τις προσδοκίες που γέννησε; Δεν αποκλείεται, αλλά το ενδεχόμενο αυτό μας φαίνεται περισσότερο πιθανό για την Ισπανία παρά για την Ελλάδα, όπου η εκρηκτική κρίση χρέους και το δεύτερο Μνημόνιο συναυλίζουν διαρκώς την κοινωνική ανάφλεξη. Θα μπορέσουν οι κυρίαρχοι κύκλοι να κρατήσουν σε απόσταση τον «αγνό κόσμο της πλατείας» από τις «συντεχνίες» των συνδικαλισμένων εργατών και υπαλλήλων; Ούτε αυτό φαίνεται πιθανό- αντίθετα, οι δύο αυτοί κόσμοι οδηγούνται σε μια εκρηκτική συνάντηση από την ίδια τη διαδικασία των σκανδαλωδών ιδιωτικοποιήσεων που προωθούν κυβέρνηση και τρόικα. Η βαθμιαία ώσμωση συνδικάτων (ιδιαίτερα του συντονισμού πρωτοβάθμιων σωματείων) και “Αγανακτισμένων”, η απελευθέρωση δυνάμεων του ΠΑΣΟΚ χάρη στο ρήγμα της ΠΑΣΚΕ που βαθαίνει και η σταδιακή πολιτικοποίηση- ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών συνελεύσεων αποτελούν τα πρώτα δείγματα.
Για όλους αυτούς τους λόγους εκτιμάμε ότι πολύ γρήγορα θα τελειώσει η παρά φύσιν αγαπησιάρικη σχέση των κυρίαρχων ΜΜΕ με τους «Αγανακτισμένους»- ένας υποκριτικός έρωτας χωρίς ανταπόκριση, όπως δείχνουν τα βιτριολικά συνθήματα, τα συμβολικά λέιζερ και τα επιθετικότατα μηνύματα των διαδηλωτών εναντίον των μεγάλων συγκροτημάτων του Τύπου και κυρίως των ιδιωτικών καναλιών. Αύριο- μεθαύριο θα αρχίσουμε να ακούμε και να διαβάζουμε για «κομματικές παρεμβάσεις» που μολύνουν με πολιτικά μικρόβια το αγνό και αμόλυντο πλήθος, ενστάσεις για «αντιδημοκρατικές διαδικασίες» αναφορικά με τα ψηφίσματα και τις πρωτοβουλίες της «κάτω πλατείας» και πάει λέγοντας.
Αν παρόλα αυτά δεν ανακοπεί η δυναμική του κινήματος, η παράταση των καταλήψεων των δημοσίων χώρων, με αυξανόμενους πληθυσμούς διαδηλωτών και αρχετυπικές μορφές άμεσης δημοκρατίας (οι Γάλλοι διαδηλωτές, απέναντι από τη Βαστίλη, έθεσαν μάλιστα ζήτημα νέας Συντακτικής Συνέλευσης) θα θέσει εκ των πραγμάτων ζήτημα διακυβέρνησης, το οποίο το συντεταγμένο κράτος δεν θα ανεχτεί για πολύ. Βέβαια, είναι αδύνατο να εισβάλουν ξαφνικά, χωρίς κανένα πρόσχημα τα ΜΑΤ, ενώ μια δεύτερη «Μαρφίν» υπό τις σημερινές συνθήκες θα μυρίζει τόσο έντονα προβοκάτσια που μπορεί να καταλήξει στα εντελώς αντίθετα αποτελέσματα. Το πιθανότερο είναι να επιδιωχθεί, από τους ειδικευμένους μηχανισμούς του συστήματος, να προκληθούν επεισόδια «μεταξύ διαδηλωτών», με αιχμή τους ακραίους, εθνικιστικούς κύκλους και τις παρακρατικές παραφυάδες τους- μια τακτική που θα διευκολυνθεί αν οι μέχρι στιγμής αμέτοχοι κύκλοι του πιο θερμόαιμου και πολιτικά μυωπικού αναρχισμού μπουν στο παιχνίδι.
Σε κάθε περίπτωση, το σύστημα δεν μπορεί, τη στιγμή που αντιμετωπίζει τόσο σφοδρή κρίση και τόσο πιεστικά διλήμματα, να αφήσει να κακοφορμίζει για μεγάλο διάστημα μια ανοιχτή πληγή τέτοιων διαστάσεων. Η επιβολή των ακραίων μέτρων που έχει δεσμευθεί η κυβέρνηση ότι θα υλοποιήσει έναντι των πιστωτών της δεν είναι δυνατή χωρίς κάποιου είδους απολυταρχική εκτροπή- ήδη το «δημοκρατικό» ΒΗΜΑ θέτει το ερώτημα, σε δημοσκόπησή του, κατά πόσο οι πολίτες είναι έτοιμοι να δεχθούν μια ισχυρή προσωπικότητα με έκτακτες εξουσίες, υπεράνω κομμάτων και Βουλής- αυτό που στα καφενεία ακούγεται πιο απλά, κατά το «ένας Παπαδόπουλος μας χρειάζεται» (απάντησε θετικά το 22%).

Σύστημα εκτός ισορροπίας

Εν ολίγοις, βαδίζουμε προς ένα «σημείο διακλάδωσης», κατά το πρότυπο της θεωρίας του χάους για συστήματα μακριά από την ισορροπία: Το σύστημα δεν μπορεί να συνεχίσει να αναπαράγεται όπως πριν και οδηγούμαστε σε μία καμπή, από την οποία μπορεί να προκύψουν δύο ή περισσότερα πολύ διαφορετικά σενάρια εξέλιξης. Σε τέτοιες συνθήκες, η δράση των πολιτικών υποκειμένων μπορεί να αποβεί αποφασιστική.
Ο κλασικός ορισμός της επαναστατικής κατάστασης απαιτεί οι πάνω να μην μπορούν να κυβερνήσουν όπως πριν, οι κάτω να μην το θέλουν, οι όροι ζωής της εργαζόμενης πλειονότητας να έχουν υποστεί απότομη επιδείνωση (προϋποθέσεις που ήδη εκπληρώνονται στην Ελλάδα), αλλά και να εμφανίζεται απότομη είσοδος στον πολιτικό αγώνα μεγάλων, μέχρι χθες αδρανών λαϊκών μαζών. Ο τελευταίος, αποφασιστικός όρος απέχει ακόμη πάρα πολύ από το να έχει εκπληρωθεί, αντίθετα μόλις βλέπουμε τα πρώτα, ασθενή σημάδια μιας τέτοιας εξέλιξης.
Και πάλι, όμως, η ύπαρξη επαναστατικής κατάστασης καθόλου δεν σημαίνει ότι θα εκδηλωθεί όντως επανάσταση- και πολύ περισσότερο δεν μας λέει τι χαρακτήρα θα έχει και με τι αποτέλεσμα θα στεφθεί. Εδώ τίθεται, με πιεστικούς πλέον όρους, το πρόβλημα του πολιτικού μετώπου (πολιτικό πρόγραμμα+ κρίσιμη μάζα κομμάτων, οργανώσεων και αγωνιστών + «οδικός χάρτης» προς την υλοποίηση των κρίσιμων στόχων) που θα μπορέσει να δώσει νικηφόρα προοπτική στην επερχόμενη σύγκρουση. Η κρισιμότητα των περιστάσεων είναι τέτοια που καθιστά την προσωπική γνώμη κάθε μεμονωμένου δημοσιογράφου και σχολιαστή εντελώς δευτερεύουσα, αν όχι και περιττή. Εκείνο που μετράει είναι η γνώμη και η δράση των υπαρκτών πολιτικών συλλογικοτήτων.

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

επαναστάσεις και ψευδαισθήσεις

" Τίποτα που να συγκρίνεται με τη διαρκή στράτευση, τη στέρηση, τον κίνδυνο και το κόστος που συνοδεύουν κάθε πραγματικό κίνημα και κάθε πραγματική επανάσταση, από τους μαύρους του Μισισιπή μέχρι τους καταληψίες της πλατείας Ταχρίρ - όλους αυτούς που μας θυμίζουν κάθε μέρα πως ό, τι αξίζει πονάει και είναι δύσκολο"
(το κείμενο που ακολουθεί είναι του Πέτρου Παπακωνσταντίνου και δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις  11.2.2011)

Δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστική εκδήλωση εθελοτυφλίας απέναντι στις εξεγέρσεις που πυρπολούν τις νότιες ακτές της Μεσογείου από τα στερεότυπα περί «επανάστασης του Facebook». Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι πολιτικά ναρκωμένων, επί δεκαετίες, αραβικών χωρών κατεβαίνουν στους δρόμους, ζητώντας ψωμί, δουλειά και ελευθερία, πυρπολούν τα γραφεία του κυβερνώντος κόμματος και της κρατικής ασφάλειας, θρηνούν εκατοντάδες νεκρούς, αντιμετωπίζουν με απαράμιλλο θάρρος τους πληρωμένους φονιάδες του καθεστώτος, ρίχνουν κυβερνήσεις - και όμως, αυτό που εντυπωσιάζει τον κεντρικό παρουσιαστή του CNN Πιρς Μόργκαν είναι «η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Facebook και το Twitter, η πιο συναρπαστική πλευρά αυτής της επανάστασης»!

Ασφαλώς, οι πρωταγωνιστές της αιγυπτιακής εξέγερσης, με προεξάρχοντες τους ακτιβιστές του νεανικού «Κινήματος της 6ης Απριλίου», έκαναν χρήση των διαδικτυακών μέσων. Τι πιο φυσικό; Οι επαναστάτες όλων των αιώνων και όλων των ηπείρων ήταν ανοιχτόμυαλοι άνθρωποι, έτοιμοι να αξιοποιήσουν τα πιο προχωρημένα επικοινωνιακά μέσα της εποχής τους. Είναι γνωστό ότι ο Πάντσο Βίλα επέμενε, παρά τις σφοδρές ενστάσεις των συντρόφων του, να διεξάγει επιχειρήσεις μέρα - μεσημέρι (κάτι που αύξανε εκθετικά τους κινδύνους) για να διευκολύνει την κινηματογράφησή τους, υπολογίζοντας τον αντίκτυπο των ντοκιμαντέρ στην κοινή γνώμη. Ουδείς διανοήθηκε όμως να χαρακτηρίσει το έπος των εξεγερμένων Μεξικανών «επανάσταση του σελουλόιντ». Εναν αιώνα αργότερα είναι πολύ περισσότερο διαδεδομένο το είδος των ανθρώπων που τους δείχνεις το φεγγάρι και βρίσκουν συναρπαστικά ενδιαφέρον το δάχτυλο.

Η αρχή έγινε την άνοιξη του 2009, με τις ταραχές στη Μολδαβία που πολιτογραφήθηκαν «επανάσταση του Twitter». Πολύ γρήγορα έγινε σαφές ότι δεν επρόκειτο περί επανάστασης -διαδηλωτές ύψωσαν τη ρουμανική σημαία στο κοινοβούλιο, ενώ η αντιπολίτευση μίλησε για προβοκάτσια των μυστικών υπηρεσιών- και πάντως όχι του Twitter, στο οποίο είχαν πρόσβαση λίγες δεκάδες πολιτών. Λίγους μήνες αργότερα, μίλησαν και πάλι για «επανάσταση του Twitter» με αφορμή τις αιματηρές διαδηλώσεις εναντίον της εκλογικής νοθείας του Αχμεντινετζάντ, έστω και αν εκείνη τη στιγμή μόλις 19.235 άνθρωποι, δηλαδή το 0,027% του ιρανικού πληθυσμού, είχαν εγγραφεί στο Twitter. Οσο για την Αίγυπτο, όσοι βρέθηκαν εκεί τις πρώτες δύο εβδομάδες της εξέγερσης γνωρίζουν ότι οι μεγαλύτερες διαδηλώσεις έγιναν τις μέρες που δεν υπήρχε ούτε Facebook ούτε Twitter, απλούστατα γιατί το καθεστώς είχε μπλοκάρει το Διαδίκτυο. Απείρως μεγαλύτερη σημασία έπαιξε το Αλ Τζαζίρα, που έχει συμβάλει στην αφύπνιση των Αράβων πολύ περισσότερο από όλα τα διαδικτυακά και άλλα μέσα επικοινωνίας του δυτικού κόσμου στο σύνολό τους.

Το κακό θα ήταν μικρό αν επρόκειτο απλώς για τεχνοκρατικό αυτισμό εξαρτημένων του Ιντερνετ. Υποπτεύομαι όμως ότι συχνά αποτελεί σύμπτωμα «οριενταλισμού», υπεροπτικής νοοτροπίας του Βορείου που αντιμετωπίζει τους λαούς του Νότου το πολύ ως αντικείμενα εκμετάλλευσης και καταπίεσης, αλλά ποτέ ως υποκείμενα της Ιστορίας - στην καλύτερη περίπτωση ως πολιτικά νήπια, που πρέπει να διδαχθούν από εμάς τις αρετές του πολιτισμού, της τεχνολογίας και της δημοκρατίας. Οι καημένοι οι Αιγύπτιοι -ψιθυρίζει η συνείδηση του καλοπροαίρετου Δυτικού- τι άτυχοι να γεννηθούν σε μια χώρα που βγάζει μόνο φαραώ και σκλάβους! Και όταν αυτοί οι «καημένοι» Αιγύπτιοι ξεσηκώνονται κατά εκατομμύρια από την Αλεξάνδρεια μέχρι το Σουέζ και το Ασουάν, τότε ο καλοπροαίρετος δημοσιογράφος μας θα δει μόνο την επανάσταση όπως την έχει φαντασιωθεί ο ίδιος, με σπόνσορες την Google και την Open Society του Σόρος, με τα τεχνικά μέσα της Δύσης και με έπαθλο τη δημοκρατία της Δύσης. Αυτός ο τόσο χαρακτηριστικός τύπος του Αμερικανού ή Ευρωπαίου ναρκισσιστή δεν βλέπει από την αιγυπτιακή επανάσταση παρά μόνο ό, τι μπορεί να αναγνωρίσει στον εαυτό του.

Το δυστύχημα είναι ότι η τεχνοκρατική ψευδαίσθηση διαθλάται με κάποιο τρόπο και στις γραμμές μιας ορισμένης Αριστεράς light, που εκστασιάζεται με τον ιντερνετικό ακτιβισμό και τα μεταμοντέρνα «αντι-ιεραρχικά δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης». Ο λόγος είναι μάλλον απλός: Αυτού του είδους ο ακτιβισμός, στις δυτικές χώρες, ζητεί μόνο μια χαλαρή σχέση, χωρίς μεγάλο ρίσκο και χωρίς ιδιαίτερο κόστος (η πιο δημοφιλής σελίδα του Facebook για το Νταρφούρ είχε τον περασμένο Οκτώβρη 1.300.000 μέλη, κάθε ένα από τα οποία είχε δωρίσει κατά μέσο όρο εννέα σεντς). Τίποτα που να συγκρίνεται με τη διαρκή στράτευση, την πειθαρχία, τη στέρηση, τον κίνδυνο και το κόστος που συνοδεύουν κάθε πραγματικό κίνημα και κάθε πραγματική επανάσταση, από τους μαύρους του Μισισιπή μέχρι τους καταληψίες της πλατείας Ταχρίρ - όλους αυτούς που μας θυμίζουν κάθε μέρα πως ό, τι αξίζει πονάει και είναι δύσκολο



σχετικοί σύνδεσμοι:

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Τυνησία, το πρώτο "Αργεντινάσο" στη Μεσόγειο!

( του Πέτρου Παπακωνσταντίνου) 

Γεγονός ιστορικών πραγματικά διαστάσεων- για την Τυνησία, για τα αραβικά κράτη της Μέσης Ανατολής, αλλά και για την Ευρώπη- μπορεί να αποδειχθεί η ανατροπή του διεφθαρμένου δικτάτορα Ζίνε Αλ Αμπιντίν Μπεν Άλι από τη λαϊκή εξέγερση, που συγκλόνισε επί εβδομάδες τη χώρα παίρνοντας χαρακτηριστικά πραγματικής επανάστασης.
Ο 74χρονος Μπεν Άλι, που κυβερνούσε τη χώρα του από το 1987 με την υποστήριξη της Δύσης, κατέφυγε μαζί με την οικογένειά του στη Σαουδική Αραβία, ενώ η λαϊκή εξέγερση, αντί να ανακοπεί από τις δολοφονίες δεκάδων διαδηλωτών, απειλούσε να καταλύσει άμεσα την εξουσία, με τους διαδηλωτές να καταλαμβάνουν αστυνομικά τμήματα και δημόσια κτίρια. Οι καταιγιστικές εξελίξεις προκάλεσαν ρωγμές στο εσωτερικό του καθεστώτος, πιθανότατα δε ήταν ο στρατός που εξανάγκασε τον Μπεν Άλι σε παραίτηση, αναθέτοντας την εξουσία στον πρωθυπουργό Μοχάμεντ Γιανούσι, ο οποίος θα προσπαθήσει να δρομολογήσει μια συντεταγμένη μεταπολίτευση σε αβέβαιο σκηνικό, με τους δρόμους να βράζουν. 

Η ανατροπή του πρώτου αραβικού, απολυταρχικού καθεστώτος από μια αυθόρμητη λαϊκή εξέγερση, που δεν καθοδηγείται από καμία οργανωμένη πολιτική δύναμη- είτε της αστικής, κοσμικής αντιπολίτευσης, είτε των ισλαμιστών- αποτελεί ορόσημο για τον αραβικό κόσμο. Η πιθανότητα να παίξει καταλυτικό ρόλο για ένα φαινόμενο ντόμινο που θα παρασύρει κι άλλα αντιδραστικά, αραβικά καθεστώτα δεν μπορεί να αποκλειστεί, πολύ περισσότερο που η Αλγερία και Αίγυπτος επίσης συγκλονίστηκαν τις πρώτες μέρες του 2011 από μαζικές διαδηλώσεις, ταραχές και εξεγέρσεις. Ιδιαίτερα η ανατροπή του «τελευταίου Φαραώ», φιλοαμερικανού και συνεργάτη των Ισραηλινών προέδρου της Αιγύπτου Χόσνι Μουμπάρακ θα είχε δραματικές συνέπειες στα γεωπολιτικά δεδομένα ολόκληρης της Μέσης Ανατολής.

Οι ηγέτες της Δύσης αντέδρασαν με Ταρτούφεια υποκρισία στα γεγονότα. Ο Νικολά Σαρκοζί αρνήθηκε πολιτικό άσυλο στον Μπεν Άλι, ενώ μέχρι χθες τον στήριζε προκλητικά (μάλιστα, Γαλλία και Ιταλία είχαν ευλογήσει την προωθημένη εμπορική συμφωνία Ε.Ε.- Τυνησίας το 1998), υποστηρίζοντας ότι αποτελεί το μόνο υπαρκτό ανάχωμα απέναντι στον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Επιπλέον, το καθεστώς Μπεν Άλι, όπως και το καθεστώς Μπουτεφλίκα στην Αλγερία, και εκείνο του Μοχάμεντ στο Μαρόκο, λειτουργούσαν ως τοπικοί χωροφύλακες της Ε.Ε. για να αναχαιτίσουν τις μεταναστευτικές ροές προς την Ευρώπη. Όσο για τον Μπαράκ Ομπάμα, έσπευσε να χαιρετίσει την εξέγερση… μετά την ανατροπή του Μπεν Άλι, ενώ τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης προσπάθησαν να την εμφανίσουν ως μία ακόμη «βελούδινη επανάσταση», σαν κι αυτές που εκτυλίχθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη με σπόνσορα το Ιδρυμα Σόρος- από εδώ και η αμερικανικά περί «επανάστασης του γιασεμιού».

Στην πραγματικότητα, η εξέγερση της Τυνησίας κάθε άλλο παρά βελούδινη υπήρξε. Η αφορμή δόθηκε από ένα τραγικό γεγονός στις 17 Δεκεμβρίου: Εκείνη τη μέρα ο 26χρονος Μοχάμεντ Μπουαζίζι στάθηκε μπροστά σε ένα κυβερνητικό κτίριο, έβαλε βενζίνη στα ρούχα του κι άναψε τον αναπτήρα, για να λαμπαδιάσει και να μεταφερθεί στο νοσοκομείο με βαρύτατα εγκαύματα (θα υπέκυπτε, τελικά, στις 4 Ιανουαρίου). Πτυχιούχος πανεπιστημίου, ο Μοχάμεντ ήταν άνεργος και αναγκαζόταν να πουλάει λαχανικά στο δρόμο για να επιβιώσει. Όταν η αστυνομία του πήρε το εμπόρευμα γιατί δεν είχε άδεια, το ποτήρι της απελπισίας ξεχείλισε και τα υπόλοιπα ακολούθησαν.

Το απονενοημένο διάβημα του Μπεν Άλι έδρασε ως πυροκροτητής για να κατεβάσει στους δρόμους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, κυρίως νέους, που είδαν στο πρόσωπό του τον εαυτό τους. Τις επόμενες εβδομάδες, οι αιματηρές διαδηλώσεις πολλαπλασιάστηκαν με ρυθμούς χιονοστιβάδας, με μορφές που παραπέμπουν σε συνδυασμό κοινωνικής Ιντιφάντα και αραβικού Αργεντινάσο. Αποδείχθηκε περίτρανα ότι το δίλημμα «διεφθαρμένα, απολυταρχικά, κοσμικά καθεστώτα ή ισλαμικός φονταμενταλισμός» είναι πλαστό κι ότι η δημοκρατία στον αραβικό κόσμο δεν θάρθει από τα αμερικανικά όπλα, αλλά από τις λαϊκές μάζες. 
Το μήνυμα της Τυνησίας δεν περιορίζεται στον αραβικό κόσμο, αλλά απευθύνεται και στην απέναντι πλευρά της Μεσογείου: Πράγματι, η Τυνησία ήταν μέχρι χθες υπόδειγμα οικονομικής ανάπτυξης κατά τα πρότυπα της νεοφιλελεύθερης Ορθοδοξίας, με την αύξηση του ΑΕΠ να ξεπερνάει το 5%. Όπως συμβαίνει, όμως, και στην Ευρώπη και στην Αμερική, η οικονομία της ακολουθούσε το πρότυπο της “jobless recovery”, της ανάκαμψης χωρίς θέσεις εργασίας, με εκτίναξη των κοινωνικών ανισοτήτων. Από αυτή την άποψη, η ανατροπή του Μπεν Άλι υπήρξε όχι μόνο η πρώτη έξωση Άραβα, απολυταρχικού ηγέτη, αλλά και η πρώτη κοινωνική εξέγερση στη σκληρά δοκιμαζόμενη ευρωμεσογειακή περιφέρεια. 

Το 2011 ξεκίνησε δυσοίωνα για τους κυρίαρχους κύκλους. Τα ελικόπτερα δουλεύουν ήδη στο ρελαντί…

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

Το WikiLeaks μας έμαθε πάνω απ’ όλα ότι ο κόσμος είναι περίπου αυτός που ξέρουμε

το ...τρομερό μυστικό που αποκάλυψε το WikiLeaks
λλ

(του Πέτρου Παπακωνσταντίνου από την "Καθημερινή", 10.12.2010)

Στις 21 Ιανουαρίου της χρονιάς που φεύγει, η Χίλαρι Κλίντον εκφώνησε στην Ουάσιγκτον σημαντική ομιλία για την ελευθερία στο Διαδίκτυο, που ερμηνεύθηκε ως έμμεση επίθεση εναντίον της Κίνας. Στον απόηχο της διένεξης ανάμεσα στην κινεζική κυβέρνηση και τη Google, η Αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών εγκωμίασε «τα δίκτυα πληροφόρησης, που βοηθούν τους πολίτες αυταρχικών καθεστώτων να ανακαλύψουν καινούργιες αλήθειες και να καταστήσουν υπόλογες τις κυβερνήσεις τους». Δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί ότι λίγους μήνες αργότερα αυτά τα λόγια θα επέστρεφαν, ως δριμύ κατηγορώ, εναντίον της δικής της κυβέρνησης, ύστερα από τον καταιγισμό των διώξεων εναντίον του WikiLeaks και του ιδρυτή του, Τζούλιαν Ασάντζ.

Ακόμη κι αν αποδειχθεί τελικά ότι ο 39χρονος Αυστραλός υπήρξε ένοχος σεξουαλικών αδικημάτων (πράγμα για το οποίο δικαιούται κανείς να αμφιβάλει), είναι βέβαιο ότι τα αλυσιδωτά πλήγματα εναντίον του WikiLeaks από εταιρείες παροχής υπηρεσιών στο Ίντερνετ, σαν την Amazon και από πιστωτικές φίρμες τύπου Vista, Mastercard και PayPal, αποτελούν πολιτικά κατευθυνόμενες απόπειρες στραγγαλισμού των κυβερνοπειρατών. Τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα που χρησιμοποιεί το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚ Κίνας εναντίον αντικαθεστωτικών- κρατική ασφάλεια, εθνική προδοσία- γίνονται η σημαία της ισχυρότερης δυτικής δημοκρατίας εναντίον του Ασάντζ, ο οποίος μάλιστα δεν είναι καν υπήκοος της χώρας που υποτίθεται ότι «προδίδει».

Αυτός ο ασύμμετρος πόλεμος τουλάχιστον τριών ισχυρών κρατών (ΗΠΑ, Βρετανία, Σουηδία) εναντίον ενός ανθρώπου αιτιολογείται με αφορισμούς τύπου «11η Σεπτεμβρίου της διπλωματίας». Μόνο που εδώ δεν συνετρίβησαν αεροπλάνα, δεν γκρεμίστηκαν ουρανοξύστες, δεν χάθηκαν αθώοι άνθρωποι. Το λεγόμενο Cablegate αφορά σε περίπου 250.000 έγγραφα αμερικανικών πρεσβειών, μεταξύ των οποίων δεν υπάρχει ούτε ένα «άκρως απόρρητο» (top secret)- αν και υπάρχουν περίπου 15.000 απόρρητα- και στα οποία έχουν μερική ή ολική πρόσβαση 2,5 εκατομμύρια Αμερικανοί δημόσιοι υπάλληλοι. Πολλά από αυτά είναι άκρως ενδιαφέροντα, αλλά κανένα από όσα έχουν μέχρι στιγμής δημοσιοποιηθεί δεν συνιστά βόμβα μεγατόνων. Κι όπως σημειώνει η El Pais, τα βιβλία του Μπομπ Γόυντουγουρντ για τις κυβερνήσεις Μπους και Ομπάμα περιέχουν περισσότερες εμπιστευτικές πληροφορίες για τους πολέμους του Ιράκ και του Αφγανιστάν από τα τηλεγραφήματα του WikiLeaks.

Κατά τον Ουμπέρτο Έκο, τα τελευταία “επιβεβαιώνουν ότι κάθε φάκελος που φτιάχνουν οι μυστικές υπηρεσίες οποιουδήποτε κράτους στηρίζονται κατά βάση σε αποκόμματα εφημερίδων”. Οι αναφορές στον «φιλοαμερικανό, υπερκινητικό, αυταρχικό Σαρκοζί» και στο ρωσικό «παρακράτος», το μόνο που επιβεβαιώνουν, σχολιάζει ο Ιταλός συγγραφέας στη Liberation, είναι ότι οι μυστικές υπηρεσίες «δέχονται ως αλήθεια μόνο αυτό που αναγνωρίζουν. Το απόρρητο, υποτίθεται, τηλεγράφημα για τον Μπερλουσκόνι που έστειλε η αμερικανική πρεσβεία από τη Ρώμη στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ ήταν πιστό αντίγραφο σχετικού ρεπορτάζ του τελευταίου Newsweek».

Παλιότερες αποκαλύψεις, από τα Έγγραφα του Πενταγώνου για τον πόλεμο του Βιετνάμ μέχρι το Αμπού Γραίμπ στο Ιράκ, έκαναν ζημιά στην Αμερική γιατί έφερναν στο φως τις πιο απεχθείς μορφές της φονικής της δύναμης. Αντίθετα, ο Τζούλιαν Ασάντζ προκάλεσε τεράστια ενόχληση γιατί αποκάλυψε την ολοένα και μεγαλύτερη (και βέβαια σχετική) …αδυναμία της! Ομολογίες παταγώδους αποτυχίας στο Αφγανιστάν, νευραλγικοί σύμμαχοι τόσο αξιόπιστοι όσο οι Σαουδάραβες, που παρακαλούν τους Αμερικανούς να «αποκεφαλίσουν» το Ιράν, ενώ ταυτόχρονα κάνουν τα στραβά μάτια στη χρηματοδότηση της Αλ Κάιντα, στρατηγικοί εταίροι σαν τους Γερμανούς, που ανυπομονούν να τους δουν να φεύγουν από τη χώρα τους. Από τον καιρό του Μακιαβέλι γνωρίζουμε ότι ο Ηγεμόνας μπορεί να ζήσει χωρίς να εμπνέει αγάπη, αλλά όχι όταν σταματήσει να εμπνέει φόβο. Όταν ο ιέραξ των νεοσυντηρητικών Τζον Μπόλτον κατηγόρησε τον Ομπάμα ότι δεν απέτρεψε τη διαρροή αυτού του τεράστιου εθνικού μυστικού της Αμερικής, εννοούσε ακριβώς αυτό: Το μυστικό είναι ότι η μόνη υπερδύναμη δεν υπάρχει πια!

Για τον υπόλοιπο κόσμο, υπάρχει άλλο ένα, πραγματικά πελώριο μυστικό, που δεν είναι βέβαιο ότι μπορούμε να το αντέξουμε: Η αποκάλυψη ότι ο κόσμος είναι περίπου όπως τον ξέρουμε! Με μικρούς, ανασφαλείς ηγέτες επικεφαλής μεγάλων Δημοκρατιών, με θεοσεβούμενους σείχηδες που ξεφαντώνουν με σεξουαλικά όργια, με ένα κινεζικό οικονομικό θαύμα στηριγμένο σε «αυτοσχέδιους» κρατικούς προϋπολογισμούς και με αρχιαπατεώνες επικεφαλής μεγάλων οικονομικών ιδρυμάτων. Η απομάγευση του κόσμου φτάνει στο αποκορύφωμά της και δεν αφήνει χώρο για κρυμένες αλήθειες, συνωμοσίες και αναπάντεχες καταστάσεις: Χάρη στην τρομακτική διάχυση των πληροφοριών, παρακολουθούμε κι εμείς αυτούς που μας παρακολουθούν, ξέρουμε περίπου τα ίδια με τους ειδικούς και το μόνο ερώτημα είναι αν μπορούμε να διαχειριστούμε την τόση γνώση. Δηλαδή, αν μπορούμε να φτιάξουμε τις νοητικές δομές και τα αναλυτικά εργαλεία για να φιλτράρουμε και να αναλύσουμε τον τεράστιο όγκο των πληροφοριών που μας κατακλύζει.

Το WikiLeaks μας έμαθε πάνω απ’ όλα ότι ο κόσμος είναι περίπου αυτός που ξέρουμε. Το ερώτημα που απομένει αναπάντητο είναι τι θα κάνουμε μ’ αυτόν τον κόσμο.