Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

"soul kitchen" από τον Φατίχ Ακίν αλλά και από τους doors

όταν οι κουζίνες έχουν ψυχή. (όχι κατ' ανάγκη βαθιά)
Ο Ζήνος Καζαντζάκης της ταινίας αντιμέτωπος με "πυρ γυνή και θάλασσα". Στο στιγμιότυπο με τον αδελφό του που τα έχει κάνει θάλασσα. Πίσω τους διακρίνεται το πυρ , ενώ η υπεύθυνη γι αυτό (άρτι αφιχθείσα εκ Σαγκάης) γυνή απουσιάζει.
Τον τουρκικής καταγωγής Γερμανό σκηνοθέτη Φατίχ Ακίν τον γνώρισα με τις ταινίες "Μαζί ποτέ" και "η άκρη του ουρανού", όπως και οι περισσότεροι από εσάς φαντάζομαι.
Δυνατές ταινίες και οι δύο, με καλή εισπρακτική πορεία στις ελληνικές αίθουσες, μάζεψαν γενικά πολύ καλά σχόλια. Περισσότερο όμως μου άρεσε η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία "βαθιά, κοφτά, ανθρώπινα"  που προβλήθηκε μετά από αυτές στη χώρα μας και αφού ο σκηνοθέτης είχε κερδίσει το κοινό του. Ταινία  που τη γύρισε όταν ήταν δεν ήταν 25 χρονών με πενιχρά μέσα και επιστρατεύοντας το μισό σόι του για βοήθεια. Επειδή πενία τέχνας κατεργάζεται, είχε την έμπνευση να δώσει ένα βασικό ρόλο της ταινίας στον Έλληνα ερασιτέχνη φίλο του Αδάμ Μπουσδούκο. Όχι μονο τα πήγε περίφημα, αλλά εξελίσσεται σε "φίρμα" και στη τελευταία ταινία κρατάει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Στο "βαθιά, κοφτά, ανθρώπινα" όλα αυτά που αγαπήσαμε στον Ακίν ξεχειλίζουν, δικαιώνοντας μ' αυτό το πρώιμο φιλμ όσους τον θεωρούν από τους καλύτερους Ευρωπαίους σκηνοθέτες. Φτιάχνει καταπληκτικές ανθρώπινες φιγούρες και εστιάζει στα έντονα αισθήματά τους. Οι σχέσεις ανάμεσά τους, με φιλίες μέχρι θανάτου (κυριολεκτικά), προβληματικούς  και αδικαίωτους έρωτες, αγαπημένα θέματα του σκηνοθέτη σε όλες τις ταινίες εδώ είναι πιο ακατέργαστα και "κοφτερά".

Όταν λοιπόν πρωτοδιάβασα για το καινούργιο φιλμ του Ακίν   "soul kitchen" και κατάλαβα πως αυτή τη φορά πρόκειται για κωμωδία ήμουν σίγουρος πως μας περιμένει κάτι καλό. Δεν είμαι ο εξπερ περί τα κινηματογραφικά, ένας συνεπής θεατής μονάχα είμαι. Αυτό ίσως να έφτιαξε αυτή τη βεβαιότητα, όπως και τα στοιχεία σαρκασμού που δίνουν έντονη παρουσία σ' όλες τις προηγούμενες δουλειές του. Είδα λοιπόν κάτι παραπάνω από τις προσδοκίες αλλά μην περιμένετε αναλυτική κριτική και τέτοια από μένα. Αυτά είναι Ευαγγέλια για άλλους παπάδες. Σας προτείνω απλά να τη δείτε, όπως κάνω και με τους φίλους μου, και αν δεν σας αρέσει δε χάθηκε κι ο κόσμος. Εδώ θα είμαστε με τα σχόλια ανοιχτά για οτιδήποτε, ακόμη και για μπινελίκια από όσους τους χαλάσει το φιλμ. Άλλωστε αυτό το "άφτερ" γενικώς είναι από τα ωραία του σινεμά. Μία απορία προς το πουθενά μάλλον. Γιατί μιά τέτοια ποιοτική ταινία με εγγυημένη μάλλον εισπραχτική επιτυχία να έχει διανομή σε δύο μόνο αίθουσες;

Μια προσμονή μου που δε δικαιώθηκε στην ταινία αφορά το κομμάτι soul kitchen των doors. Είχα την εντύπωση πως θα ακουστεί (πλούσιο και το soundtrack της ταινίας παρεμπιπτόντως ), κάτι που δεν έγινε. Τους στίχους εμπνεύστηκε φυσικά ο Morrison από την κουζίνα του  "Αlta Cienega", ενός τριτοκλασάτου μοτέλ στο δυτικό Λος Άντζελες, όπου έμενε για δύο χρόνια. Τα στούντιο της δισκογραφικής "Ελέκτρα" και όλος ο μικρόκοσμος του ήταν σε μικρές αποστάσεις από αυτό και έτσι μπορούσε να κινείται με τα πόδια. Η αφαίρεση της άδειας οδήγησης, επειδή οδηγούσε μεθυσμένος, αλλά κυρίως η έλξη που ασκούσαν στον Μόρισον οι περιθωριακοί πελάτες του, τον οδήγησαν εκεί. Οι doors συνήθιζαν να τελειώνουν τις συναυλίες τους μ' αυτό το κομμάτι. Τελείωναν μια κουβέντα είναι, αφού μιλάμε για εποχές που τα "ανκόρ" δεν ήταν ακόμη μέρος του προγράμματος και θα μπορούσε μετά απο αυτό να ακολουθήσουν  δεκάδες. Αφού λοιπόν δεν το ακούσαμε στην ταινία, ας το ακούσουμε εδώ σε μια χορταστική live εκτέλεση. Πάντα υπάρχει τουλάχιστον ένας λόγος για να ακούσουμε doors.
πάνω το μοτέλ "Αlta Cienega" όπως είναι σήμερα και κάτω το κλειστό πλέον δωμάτιο 32 που έμενε ο Μόρισον.
Well, the clock says it's time to close now,
I guess I'd better go now,
I'd really like to stay here all night.

The cars crawl past all stuffed with eyes,
Street lights share their hollow glow,
Your brain seems bruised with numb surprise,
Still one place to go,
Still one place to go.

Let me sleep all night in your soul kitchen,
Warm my mind near your gentle stove.
Turn me out and I'll wander baby,
Stumblin' in the neon groves.

Well, your fingers weave quick minarets
Speak in secret alphabets
I light another cigarette,
Learn to forget, learn to forget,
Learn to forget, learn to forget.

Let me sleep all night in your soul kitchen,
Warm my mind near your gentle stove.
Turn me out and I'll wander baby,
Stumblin' in the neon groves.
Oh, yeah…

Well, the clock says it's time to close now,
I know I have to go now,
I really want to stay here
All night, all night, all night.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009

ας μιλήσουμε για " το κύμα "


Εμένα με ενθουσίασε ....
Κινηματογραφικά δύσκολα θα βρεθούν αντιρρήσεις. Από ρυθμό , διαλόγους και ερμηνείες το φιλμ " τα σπάει" .

Αντιρρήσεις γράφτηκαν και ακούστηκαν για το politically correct του σεναρίου. Είναι μία συζήτηση που δεν με πολυαφορά . ....Δώσαμε στο παρελθόν.
Άλλωστε το βρήκα και πειστικό. Μην ξεχνάμε ότι μιλάει για την εκκόλαψη και το σπάσιμο του αυγού του φιδιού στην καθημερινότητα. Καδράρει πρόσωπα και χαρακτήρες , που εύκολα δημιουργούν το ερώτημα : μα και εγώ ;;;
Ναι . Είναι κάτι που μπορεί να συμβεί , υπό όρους , και στις καλύτερες οικογένειες και χωρίς να έχει για προειδοποιητικό σήμα τον αγκυλωτό σταυρό
.

Ακόμη και η χρονική διάρκεια που δείχνει λίγη ( μία εβδομάδα ) έχει την βάση της στην πραγματικότητα.



Η ιδέα της ταινίας ανήκει σε έναν καθηγητή λυκείου στο Πάλο Άλτο της Καλιφόρνια, τον Ρον Τζόουνς, που το 1967 δεν μπόρεσε να δώσει απάντηση στην ερώτημα : " πως ήταν δυνατόν απλοί άνθρωποι να υποστηρίξουν ένα καθεστώς όπως αυτό του Ναζισμού, να τηρήσουν στάση σιωπής ή και συμμετοχής στις ωμότητες που διεξάγονταν, και επιπλέον όταν όλα τελείωσαν να αρνηθούν ότι είχαν έστω και γνώση για αυτά που γίνονταν ".
Έκανε λοιπόν με την τάξη του ένα "πείραμα " που το ονόμασε " τρίτο κύμα" (κατά το Τρίτο Ράιχ) που πραγματικά κράτησε μία εβδομάδα.
Όλοι οι κωδικοί του φασισμού είναι εφιαλτικά παρόντες στο φιλμ.

Το σώμα και το συναίσθημα είναι η βάση της της πειθαρχίας . Απουσιάζει η ιδεολογία , ενώ οι διαλυμένες προσωπικές ζωές μερικών φανατικών , η εθελούσια συμμετοχή και το κυνήγι των " άλλων " , παραπέμπουν σε ιστορικά προηγούμενα "- ισμών ".
Τα πάντα στο φιλμ παραπέμπουν . Ακόμη και η λύτρωση που έρχεται μέσα από το δράμα. Και φυσικά οι μοναχικές φιγούρες που αντιδρούν από την αρχή στο πείραμα ( τις βρήκα και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες ).


Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2009

Βαλς με τον Μπασίρ


"Η ταινία αυτή είναι απλώς μια θεραπεία. Το πολιτικό της μήνυμα είναι αδύναμο. Δεν έχει μεγάλη επίδραση στο κοινό ή στο πολιτικό γίγνεσθαι"
(ο Αρί Φόλμαν για την ταινία του)

Ένα εντυπωσιακό φιλμ που είχε την τύχη , για την εταιρία διανομής αλλά ατυχία για τους θεατές , να βγει στις αίθουσες ταυτόχρονα με τις νέες θηριωδίες του ισραηλινού στρατού στην Γάζα.
( Αλήθεια τι φταίνε και τα θηρία ώρες ώρες ...)
Ατυχία γιατί είναι ένα φιλμ που δεν κραυγάζει δεν πολυκαταγγέλλει αλλά ψιθυρίζει . Και ψιθυρίζει όμορφα. Όμως μας βρήκε σε μέρες που είχαμε ανάγκη να φωνάξουμε δυνατά . Γενικώς ...
Τον σκηνοθέτη ( Αρί Φόλμαν ) τον έμαθα από την ταινία , όπως οι περισσότεροι .
Αξίζει τον θαυμασμό μας πρώτα από όλα , γιατί διαφοροποιείται σε μία κοινωνία στρατοκρατική , φοβική και ιδεολογικά μονολιθική. Δύσκολο να ανθίσεις εκεί μέσα. Έχει κόστος και φθορά. Μόνο να υποθέσουμε μπορούμε το μέγεθος . Άλλωστε δεν υπάρχει ιστορικά συγκρίσιμο με ότι συμβαίνει στο Ισραήλ.
Ύστερα η ταινία του σε κερδίζει κινηματογραφικά . Υπέροχη η επιλογή να μιλήσει με κινούμενα σχέδια για εφιάλτες , θολές αναμνήσεις και κρυμμένες ενοχές .
Η ταινία θέλει μία δεύτερη φορά . Σε άλλο χρόνο ( τάιμινγκ για να γίνω κατανοητός ).
θα ψιθυρίσει ομορφότερα φαντάζομαι ...

το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στην "Ελευθεροτυπία" 02/07/2008


Τα κινούμενα σχέδια ήταν για τον Φόλμαν μια ιδεατή, ονειρική μορφή, ώστε να πει όλα όσα ήθελε χωρίς να προδώσει τίποτε. Γνωρίζει πως μόνο με τα κινούμενα σχέδια θα μπορέσει να αποδώσει την αίσθηση της φρίκης που του προκαλούσε η από μακριά παρατήρηση των γεγονότων. Μόνο μέσα από τα κινούμενα σχέδια βρίσκει το κουράγιο να αντιμετωπίσει αυτό που ζει από τότε ως προσωπικό λάθος. Ωστόσο, στην τελευταία σεκάνς της ταινίας προβάλλονται σκηνές από ντοκουμέντα της εποχής, όπου ο θεατής βλέπει σε πραγματικές εικόνες τη φρίκη που έζησαν εκείνοι οι άνθρωποι.



Σε συνέντευξή του στον γαλλικό Τύπο (συμπεριλαμβανομένης της «Λιμπερασιόν»), ο Φόλμαν εξηγεί το σκεπτικό με το οποίο δούλεψε την ταινία του και αναλύει την εμπειρία της πρώτης του ταινίας κινούμενων σχεδίων ως μορφή πολιτικής ανάμνησης:

«Οι εικόνες από αρχεία της εποχής που παρεμβάλλονται, προς το τέλος της ταινίας, ήταν μια κίνηση προμελετημένη. Γιατί γνώριζα πως τα κινούμενα σχέδια μπορούσαν, σε έναν ορισμένο βαθμό, να αποδυναμώσουν την ταινία. Και πως οι θεατές απογυμνώνουν την εικόνα από όλα τα ιστορικά στοιχεία, τοποθετώντας τα στο επίπεδο της φαντασμαγορίας. Η φοβερή υπενθύμιση του πραγματικού, στην τελευταία σεκάνς, δίνει στην ταινία όχι μόνο έναν διαφορετικό φωτισμό, αλλά και μια άλλη διάσταση. Υπενθυμίζει πως χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν, πως επρόκειτο για έναν εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος ενισχύθηκε από την ισραηλινή επέμβαση, και πως υπήρξε σφαγή πολιτών. Η χρησιμοποίηση αυτή των αρχείων προκάλεσε πολλές κριτικές. Μου καταλόγισαν επίσης τη χρήση των χτύπων καρδιάς που περνά ως μουσική υπόκρουση στην ταινία. Η ταινία προβλήθηκε προ ημερών στο Ισραήλ και δεν μπορώ να θυμηθώ στην ιστορία του ισραηλινού κινηματογράφου άλλη ταινία που να την έχει υποδεχτεί το κοινό τόσο θετικά. Νόμιζα πως θα ξεκινούσε μια έντονη πολιτική συζήτηση όλο μομφές. Ομως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Δεν μπορώ να εξηγήσω αυτή την ομοφωνία. Ισως οι άνθρωποι ένιωσαν την ταινία σαν μια προσωπική μαρτυρία και όχι σαν μια πολιτική πράξη. Ισως μετά από χρόνια αποτυχιών μπορούμε, σε συλλογικό επίπεδο, να επανεξετάσουμε και από τις δύο πλευρές τις σχέσεις ανάμεσα σε Παλαιστίνιους, Ισραηλινούς και Λιβανέζους. Μήπως το γεγονός ότι ο πόλεμος παρουσιάζεται ως ουσιαστικό λάθος προσδίδει στην ταινία έναν παγκόσμιο χαρακτήρα; Ιδού τι τελικά αντικατέστησε όλα τα ερωτήματα που περίμενα να ακούσω. Δηλαδή ερωτήματα πάνω στο τι κάναμε στους Λιβανέζους και τους Παλαιστίνιους. Σημεία πάνω στα οποία θα μπορούσα να μιλήσω, αλλά που έθεσα εκτός ταινίας γιατί δεν ήταν δική μου δουλειά να απαντήσω γι' αυτά.



Θυμόσαστε τι έλεγαν στη Βουλή, την επομένη της σφαγής, σχετικά με τα γεγονότα της Σάμπρα και Σατίλα;

«Ναι, πως η υπόθεση αυτή δεν αφορούσε τους Εβραίους, πως οι μη Εβραίοι έσφαζαν άλλους μη Εβραίους και τα λοιπά. Φυσικά η ταινία αποδεικνύει το αντίθετο. Ολος ο κόσμος σήμερα στο Ισραήλ το γνωρίζει. Θα μπορούσα επί ώρες να αποκρούω την πολιτική του Μπεγκίν, αλλά τουλάχιστον του αναγνωρίζω πως μετά τα όσα συνέβησαν -και με δική του ευθύνη- έπεσε σε κατάθλιψη, κρύφτηκε στο σπίτι του και δεν βγήκε ποτέ από εκεί. Δεν γνωρίζω κανέναν πολιτικό σήμερα στο Ισραήλ που θα έκανε το ίδιο, μετά το τεράστιο λάθος του δεύτερου πολέμου κατά του Λιβάνου, τον Ιούλιο του 2006.

Πώς αντέδρασαν οι Ισραηλινοί το 1982 στις σφαγές της Σάμπρα και Σατίλα;

«Η αποκάλυψη των εικόνων ήταν ένα σοκ. Και σε πολλούς θύμιζαν εικόνες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η κυβέρνηση δέχτηκε σκληρές κριτικές: για την όποια συμμετοχή μας σε αυτά, για τις συμμαχίες μας με τους χριστιανούς φαλαγγίτες. Η συζήτηση υπήρξε έντονη και ίσως τότε δημιουργήθηκε το πρώτο ρήγμα ανάμεσα στην ισραηλινή κοινωνία και τους πολιτικούς της».

Οταν ήσασταν στρατιώτης, βιώσατε και εσείς τη στάση του Ισραήλ ως εισβολή;

«Εντελώς. Δεν ήμουν τότε τόσο πολιτικοποιημένος στην Αριστερά. Ημουν περισσότερο ατομικιστής, έφεδρος της πολιτικής. Μετά από έξι ώρες στον Λίβανο, έξι ώρες μέσα στις οποίες έβλεπα βόμβες να εκρήγνυνται, πυραύλους να πέφτουν, πτώματα παντού, η πολιτική μου κρίση άλλαξε εντελώς. Ηταν μια εμπειρία που αλλάζει τον άνθρωπο διά βίου και από την οποία δεν μπορεί εύκολα να συνέλθει. Από τότε είμαι κατηγορηματικός: τίποτε δεν δικαιολογεί τον πόλεμο».

Η ταινία σας είναι απλώς μια μαρτυρία ή και μια προειδοποίηση;

«Τη βλέπω σαν μια κατάθεση απέναντι στους νέους, τους εφήβους που δεν έχουν πάει ακόμη στον στρατό και θέλω να τους δείξω τον πόλεμο όπως πραγματικά είναι, ώστε βλέποντας την ταινία να αποφασίσουν αν θέλουν να πάνε ή να μην πάνε στον πόλεμο. Ηθελα να τους δείξω πως ο πόλεμος δεν είναι όπως τον δείχνουν οι αμερικανικές ταινίες. Δεν υπάρχει ανδρεία, δεν είναι παρά άνθρωποι που χρησιμοποιούνται. Θα ήθελα να έχουν επίγνωση για όσα κάνουν. Αν οι νέοι δουν την ταινία, ελπίζω να καταλήξουν σε σωστά συμπεράσματα».

Τελικά η ταινία είναι πολιτική;

«Η ταινία αυτή είναι απλώς μια θεραπεία. Το πολιτικό της μήνυμα είναι αδύναμο. Δεν έχει μεγάλη επίδραση στο κοινό ή στο πολιτικό γίγνεσθαι».