Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καββαδίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καββαδίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

"Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ,,,"

για την ακρίβεια ήταν 19 Αυγούστου του '36
φ


Federico Garcia Lorca (1898-1936). Μια σύντομη ζωή, ένα μεγάλο έργο

Όταν οι φασίστες σκότωσαν τον ποιητή στον δρόμο για τη Γρανάδα.
"Είμαι ποιητής και κανείς δεν πυροβολεί τους ποιητές", είχε πει ανάμεσα στα άλλα, αλλά προφανώς λάθεψε. Ισπανικός εμφύλιος ήταν αυτός. Κάτι περισσότερο από πόλεμος, ίσως και κάτι περισσότερο  από εμφύλιος.

 Όχι πως οι ποιητές είναι γενικά ασφαλείς. Κάθε άλλο μάλιστα. 
Ολόκληρη Ισπανία τόσα χρόνια μετά αρνείται να πιστέψει πως ο σημαντικότερος της ποιητής-και όχι μόνο- μπορεί να ήταν και ομοφυλόφιλος.

 Λεπτομέρειες μάλλον για μια σύντομη ζωή με τόσο μεγάλο έργο. 

Δεν είναι όμως λεπτομέρειες για μια χώρα. Γράφει ο Ιαν Γκίμπσον στην βιογραφία του ποιητή :
"Η Ισπανία δεν μπορούσε να αποδεχτεί πως ο μεγαλύτερος Ισπανός ποιητής όλων των εποχών ήταν ομοφυλόφιλος. Η ομοφοβία υπήρχε και στα δύο στρατόπεδα του εμφυλίου και ύστερα από αυτόν. Ήταν ένα εθνικό πρόβλημα. Τώρα που η Ισπανία επιτρέπει το γάμο ομοφυλοφίλων, αυτό το ταμπού πρέπει να σπάσει"
Το έργο και ο θάνατος του Λόρκα έχουν, δικαιωματικά, ξεχωριστή θέση στα ελληνικά γράμματα και τις τέχνες. Θα ξεχωρίσω δύο ποιήματα. Εγγονόπουλος και Καββαδίας. Το δεύτερο, σε μελοποιημένη μορφή,  είναι αφιερωμένο από εμένα σε "εκείνους" της Ιπποδρομίου. Μαζί το τραγουδήσαμε βράδια και βράδια και "εκείνος" μάθαινε κιθάρα μ' αυτό και το "Μαχαίρι" πάνω στ' αυτάκια μας.

Μιλάω φυσικά για το "Federico Garcia Lorca" του Ν.Καββαδία, μελοποιημένο από τον Θ. Μικρούτσικο, που ανακατεύει το θάνατο του Λόρκα : 
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι μέσα απ' τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά" 

Ο Καββαδίας, για μια ακόμα φορά, πλάθει εικόνες. 
Εδώ νομίζω πως πρόκειται για ένα σχόλιό του για το φασισμό, που είχε την τύχη να  ντυθεί με μια θαυμάσια μουσική, και να τραγουδηθεί από ένα σπάνιο ερμηνευτή.

Ας τα πουν όλα οι ποιητές λοιπόν:

Nέα περί του θανάτου του Iσπανού ποιητού  Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Aυγούστου του 1936 μέσα στο χαντάκι του Kαμίνο Nτε Λα Φουέντε  
η τέχνη κι’ η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:
η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε
να πεθάνουμε
περιφρόνησις απόλυτη
αρμόζει
σ’ όλους αυτούς τους θόρυβους
τις έρευνες
τα σχόλια επί σχολίων
που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν
αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες
γύρω από τις μυστηριώδικες κι’ αισχρές συνθήκες
της εκτελέσεως του κακορρίζικου του Λόρκα
υπό των φασιστών
μα επί τέλους! πια ο καθείς γνωρίζει
πως
από καιρό τώρα
― και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα ―
είθισται
να δολοφονούν
τους ποιητάς
Νίκος Εγγονόπουλος
Επέτειος του θανάτου του ποιητή και ζωγράφου (31/10/1985)

ακολουθεί το μελοποιημένο "Federico Garcia Lorca" στην κλασσική του μορφή. Γιάννης Κούτρας δηλαδή...
Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ'αχαμνά του

Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

Κάτω απ' τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ' έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια

Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ' το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ' τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη
φτενή δίχως καρένα
σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
σμάρι κοράκια να πετάν στην ερήμην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2011

"αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία."

γυναίκα... 

Το "άλλο μισό του ουρανού" πορεύεται...

Με τόσα επίθετα δίπλα της, με τόσους πόθους να την τριγυρίζουν.

Μ' αρέσει η όμορφη και λιτή εικόνα της στην ποίηση του Καββαδία.  Νομίζεις πως βλέπεις μια μυστηριώδη σκιά, που μόλις βγήκε από τατουάζ σε μπράτσο ναυτικού, για να κρυφτεί στον επόμενο στίχο πίσω από εξωτικά δένδρα ή ψηλά κύματα. Θα ήμουν ευτυχισμένος αν μάθαινα  κάτι περισσότερα γι αυτό "το κορίτσι από το Βόλο", που ο ποιητής του αφιέρωσε το "Καραντί". Αυτή που "...κοιμήθηκε για πάντα στα βαθιά/ κατάστιχτη, πελεκημένη από σπαθιά/ δίπλα φορώντας των 'Ινκας τα σκουλαρίκια". Δεν είναι περιέργεια-η εικόνα είναι που με "ιντριγκάρει".
Υπάρχει άραγε αρσενικό που δεν το έχει πει, φωνάξει, ψιθυρίσει, ή έστω σκεφτεί; Οι θάλασσες και οι ανεμόσκαλες αλλάζουν μόνο...

"Γυναίκα" σκέτο, είναι και ένα από τα πιο αγαπημένα ποιήματα του Καββαδία. Η μουσική του Μικρούτσικου και η φωνή του Κούτρα απλά το απογείωσαν. 

Στον Αντώνη Μωραϊτη
Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.
Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.
Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούντζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;
Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα.
Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ' είδες.
Στην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.
Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ' την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.
Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί
μες στου Giorgione το αργαστήρι
.
Πέτρα θα του 'ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.
Τι σου 'φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.
Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.
Ινδικός Ωκεανός 1951

σχετικοί σύνδεσμοι:
ανάρτηση του Σεπτεμβρίου '10 

Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

ποια, ή τι είναι αλήθεια η Φάτα Μοργκάνα ;

"Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό..."


Οι περισσότεροι από εμάς που τα χρόνια μας σημαδεύουν ή πέρασαν το μισό αιώνα, ακούσαμε το όνομά της από την υπέροχη φωνή της Μαρίζας Κώχ στη μελοποίηση του ομώνυμου ποιήματος του Καβαδία που έκανε η ίδια το μακρινό πλέον 1977.

Η όλη ατμόσφαιρα, στο πρώτο άκουσμα, πλάθει εύκολα την εικόνα ενός  μυστήριου θηλυκού-απ' αυτά που ξεπετάγονται τόσο συχνά μέσα από τους στίχους του ποιητή. 

Η wikipedia αναλαμβάνει να μας προσγειώσει ή να μας ξενερώσει:

"Το φαινόμενο Φάτα Μοργκάνα είναι μετεωρολογικό και η ονομασία του είναι η  ιταλική μετάφραση του ονόματος της Μόργκαν λε Φέι, της μάγισσας και ετεροθαλούς αδελφής του Βασιλιά Αρθούρου. Χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει ένα ιδιαίτερο είδος αντικατοπτρισμού, ένα οπτικό φαινόμενο, που οφείλεται σε θερμοκρασιακή αναστροφή. Τα αντικείμενα στον ορίζοντα, όπως νησιά, κρημνοί, πλοία ή παγόβουνα, εμφανίζονται σύνθετα, δηλαδή δύο είδωλα ίδιου αντικειμένου ενωμένα αντίστροφα κατά κορυφή. Όταν ο καιρός είναι ήπιος, η αλληλεπίδραση μεταξύ του ζεστού αέρα και του πυκνότερου ψυχρού αέρα κοντά στην επιφάνεια του εδάφους μπορεί να δράσει ως διαθλαστικός φακός, δημιουργώντας ένα κατακόρυφα αντεστραμμένο είδωλο και πάνω του να  φαίνεται να αιωρείται το ευθύ είδωλο. Η Φάτα Μοργκάνα παρατηρείται συνήθως τις πρωινές ώρες μετά από μια ψυχρή νύχτα. Η πρώτη αναφορά σε "Φάτα μοργκάνα" στα αγγλικά, το 1818, αφορούσε έναν παρόμοιο αντικατοπτρισμό που παρατηρήθηκε στο Στενό της Μεσσίνας, ανάμεσα στην Καλαβρία και τη Σικελία." 

Ο ποιητής όμως φροντίζει να συντηρήσει την πρώτη εικόνα. Διαβάζουμε στο βιβλίο του Μήτσου Κασόλα "Γυναίκα Θάλασσα Ζωή" από ένα διάλογο του συγγραφέα με τον Καββαδία:
"Φάτα Μοργκάνα είναι ένα φαινόμενο που συμβαίνει στη Σικελία, στο στενό, ή στη Νάπολη απόξω, νύχτα, τρεις η ώρα, και παρουσιάζει τρεις γυναίκες που χορεύουν στον ορίζοντα. Μετά σβήνει. Κρατά ένα δυο λεπτά, τρεις η ώρα τη νύχτα, πάντα την ίδια εποχή. Καμιά φορά μπορεί να είναι και ηλιακό φαινόμενο και να το βαστάει κάποιο σύννεφο και το παρουσιάζει μετά. Να, κάνει μια αποθήκευση αυτού."
Όσο για το επίχρισμα-την"άγια σκουριά που μας γεννά, μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει" διαβάζουμε στο ίδιο βιβλίο τα παρακάτω:
"Να, είναι ένα επίχρισμα που υπάρχει πάντα μέσα στον γυναικείο κόλπο. [...] Φυσικό επίχρισμα, όπως και τα λαμινάρια που λέω : Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια κλπ. Λαβίδα από την Άγια Κοινωνία.[...] Όλες, όλες το έχουν αυτό το καρχηδόνιο επίχρισμα, εγώ το έβγαλα έτσι, ποιητικά. Θυμίζει τα βάζα των Καρχηδόνιων, που τα βάφανε αυτοί μόνο από μέσα, μ' ένα ειδικό επίχρισμα. Και το γυναικείο επίχρισμα, πώς να το πω, είναι η χλωρίδα, ας πούμε. Όπως έχουμε θαλάσσια χλωρίδα, τροπική χλωρίδα, πανίδα κλπ. Είναι πολύ ερεθιστική.  Άμα δεν υπάρχει αυτή η κολπική χλωρίδα, δεν μπορεί η γυναίκα να κάνει παιδί. Μα καλά, τόσα πολλά ξέρω εγώ;"
Ποίηση και μουσική είναι, και ο καθένας μας μπορεί να διαβάσει, να ακούσει, ή να καταλάβει ό,τι θέλει. Ακολουθούν λοιπόν το ποίημα και το μελοποιημένο του κομμάτι στην πρώτη του εκτέλεση με τη φωνή της Μαρίζας Κώχ:  

FATA MORGANA (από τη συλλογή Τραβέρσο)


(Στη Θεανώ Σουνά)

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ' αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ' τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκουρίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γερνά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
'Αγια λαβίδα κι ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στη Πύλη, δυο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια. 

Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από τη Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στ' Αμανάτι
κι η τέταρτη είν' εν' αγόρι μ' ένα μάτι.

Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα και τιμόνια και προπέλες.

Να 'χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
ή το γέρο νάνο απ' τη Καντόνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.

Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ' όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης τ' ασυρμάτου,
και φυλλομετρά το καζαμία.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στη κόλαση μπορντέλο.

σχετικοί σύνδεσμοι:

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010

" Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ..."

για την ακρίβεια ήταν 19 Αυγούστου του '36
 
Federico Garcia Lorca (1898-1936). Μια σύντομη ζωή, ένα μεγάλο έργο

Όταν οι φασίστες σκότωσαν τον ποιητή στον δρόμο για τη Γρανάδα.
 
"Είμαι ποιητής και κανείς δεν πυροβολεί τους ποιητές", είχε πει ανάμεσα στα άλλα, αλλά προφανώς λάθεψε. Ισπανικός εμφύλιος ήταν αυτός. Κάτι περισσότερο από πόλεμος, ίσως και κάτι περισσότερο  από εμφύλιος.

 Όχι πως οι ποιητές είναι γενικά ασφαλείς. Κάθε άλλο μάλιστα. 
Ολόκληρη Ισπανία τόσα χρόνια μετά αρνείται να πιστέψει πως ο σημαντικότερος της ποιητής-και όχι μόνο- μπορεί να ήταν και ομοφυλόφιλος.

 Λεπτομέρειες μάλλον για μια σύντομη ζωή με τόσο μεγάλο έργο. 

Δεν είναι όμως λεπτομέρειες για μια χώρα. Γράφει ο Ιαν Γκίμπσον στην βιογραφία του ποιητή :
"Η Ισπανία δεν μπορούσε να αποδεχτεί πως ο μεγαλύτερος Ισπανός ποιητής όλων των εποχών ήταν ομοφυλόφιλος. Η ομοφοβία υπήρχε και στα δύο στρατόπεδα του εμφυλίου και ύστερα από αυτόν. Ήταν ένα εθνικό πρόβλημα. Τώρα που η Ισπανία επιτρέπει το γάμο ομοφυλοφίλων, αυτό το ταμπού πρέπει να σπάσει"
Το έργο και ο θάνατος του Λόρκα έχουν, δικαιωματικά, ξεχωριστή θέση στα ελληνικά γράμματα και τις τέχνες. Θα ξεχωρίσω δύο ποιήματα. Εγγονόπουλος και Καββαδίας. Το δεύτερο, σε μελοποιημένη μορφή,  είναι αφιερωμένο από εμένα σε "εκείνους" της Ιπποδρομίου. Μαζί το τραγουδήσαμε βράδια και βράδια και "εκείνος" μάθαινε κιθάρα μ' αυτό και το "Μαχαίρι" πάνω στ' αυτάκια μας.

Μιλάω φυσικά για το "Federico Garcia Lorca" του Ν.Καββαδία, μελοποιημένο από τον Θ. Μικρούτσικο, που ανακατεύει το θάνατο του Λόρκα : 
" κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι μέσα απ' τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά" 

Ο Καββαδίας, για μια ακόμα φορά, πλάθει εικόνες. 
Εδώ νομίζω πως πρόκειται για ένα σχόλιό του για το φασισμό, που είχε την τύχη να  ντυθεί με μια θαυμάσια μουσική, και να τραγουδηθεί από ένα σπάνιο ερμηνευτή.

Ας τα πουν όλα οι ποιητές λοιπόν:

Nέα περί του θανάτου του Iσπανού ποιητού  Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Aυγούστου του 1936 μέσα στο χαντάκι του Kαμίνο Nτε Λα Φουέντε 
η τέχνη κι’ η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:
η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε
να πεθάνουμε
περιφρόνησις απόλυτη
αρμόζει
σ’ όλους αυτούς τους θόρυβους
τις έρευνες
τα σχόλια επί σχολίων
που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν
αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες
γύρω από τις μυστηριώδικες κι’ αισχρές συνθήκες
της εκτελέσεως του κακορρίζικου του Λόρκα
υπό των φασιστών
μα επί τέλους! πια ο καθείς γνωρίζει
πως
από καιρό τώρα
― και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα ―
είθισται
να δολοφονούν
τους ποιητάς
Νίκος Εγγονόπουλος
Επέτειος του θανάτου του ποιητή και ζωγράφου (31/10/1985)

ακολουθεί το μελοποιημένο "Federico Garcia Lorca" στην κλασσική του μορφή. Γιάννης Κούτρας δηλαδή...
 
Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ'αχαμνά του

Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

Κάτω απ' τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ' έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια

Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ' το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ' τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη
φτενή δίχως καρένα
σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
σμάρι κοράκια να πετάν στην ερήμην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

"απόψε σ’ άκουσα να λες απ’ τα ηχεία,...,χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία."

το 2010 θα μπορούσε να είναι και έτος Καββαδία.
Γιατί ο ποιητής των θαλασσινών περιπλανήσεων γεννήθηκε πριν από 100 χρόνια το Γενάρη του 1910. Φέτος λοιπόν θα μπορούσε να είναι το δικό του έτος, αλλά δεν είναι και ο καταλληλότερος για εκδηλώσεις σε σχολεία και δημοτικά γυμναστήρια.
Ο Καββαδίας δεν ήταν ο ποιητής του λαού, ούτε είχε αγαπημένα θέματα τον έρωτα ή την επανάσταση. Η στεριά και οι δημόσιες σχέσεις τον ζάλιζαν-ο δικός του κόσμος ήταν η θάλασσα, οι ναυτικοί, τα ποντοπόρα πλοία και τα εξωτικά λιμάνια. Ένα συνεχές μπάρκο η ζωή του, και όσοι πρόλαβαν να τον γνωρίσουν στη στεριά μίλησαν για έναν άνθρωπο που ο πρόωρος θάνατος του πατέρα τον οδήγησε από την Ιατρική σχολή σε ναυτικό γραφείο και από εκεί στη μεγάλη του αγάπη, τη θάλασσα, με ελάχιστες στεριανές στάσεις. Τον περιγράφουν απλό και κοινωνικό με πρώιμες ποιητικές ανησυχίες, αλλά και ένα παιδί μαγεμένο από τις περιπέτειες των θαλασσοπόρων εξερευνητών και τα μυθιστορήματα του Ιουλίου Βέρν.  Η ασφάλεια θα δει στο πρόσωπό του έναν "κομμουνιστή άνευ δράσεως", κάτι που θα του δυσκολέψει για λίγο τα μπάρκα, όμως καμία δύναμη δεν μπορούσε να τον κρατήσει στη στεριά . Από το 1954 μέχρι το '74 ταξιδεύει διαρκώς και ουσιαστικά ξεμπαρκάρει μόνο για να πεθάνει. Τα ποιήματά του φαίνονταν εύκολα αλλά καταδικασμένα να περιφέρονται στα κακόφημα στέκια εκείνων μόνο των ναυτικών που μαγεύτηκαν από "τον αχό της μουσικής των ιθαγενών", όμως η πορεία τους ήταν τόσο διαφορετική.

Τα ανακάλυψαν, τα αγάπησαν και τα διέδωσαν αρχικά μάλλον οι κάθε είδους περιπλανώμενοι. Σιγά σιγά όμως βρήκαν σημεία επαφής με πάρα πολλούς-βοήθησαν βέβαια και οι μελοποιήσεις τους, κυρίως αυτές του Μικρούτσικου. Έτσι βγάλαμε για μια φορά ακόμη  τη γλώσσα στην άποψη πως η ποιότητα δεν μπορεί να είναι και εμπορική. Την άποψη πως εμείς σαν κοινό, είμαστε μόνο για τα εύκολα που μας προσφέρουν αφειδώς και  μας αρκούν τα επιλεγμένα από τους ειδικούς  των κυριακάτικων εκδόσεων και οι ομοιόμορφες playlist των ραδιοφωνικών σταθμών. Διαβάσαμε λοιπόν και Καββαδία,   ακούσαμε και τραγουδήσαμε μελοποιημένα ποιήματά του, μόλο που οι ειδικοί αποφάνθηκαν πως η μοναξιά του ασυρματιστή στην καμπίνα του (βγαλμένη μάλιστα με μια ακατανόητη ορολογία) αφορά μονάχα τους ναυτικούς. Δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να υπενθυμίσω τη γνώμη ενός γνωστού και μη εξαιρετέου ειδικού μουσικοκριτικού μετά την κυκλοφορία του "Σταυρού του νότου", του δίσκου του Θάνου Μικρούτσικου σε ποίηση του Νίκου Καββαδία, που έμελλε ν' αφήσει εποχή (και εμπορικά) στην ελληνική δισκογραφία: 
"Τι πληκτική δουλειά! Τι έπαθε αυτός; Μήπως θα 'πρεπε να βάλει κι ένα μικρό λεξικό για να καταλαβαίνουμε το πόνημά του;"
Χρειαζόταν λεξικό για να ακούσει τους στίχους του Καββαδία ο άνθρωπος...
Εμείς όμως αγαπήσαμε τον ποιητή χωρίς τη βοήθεια λεξικών και οι ειδικοί έμειναν στο δικό τους κόσμο που έχει ποιήματα που γράφουν οι ναυτικοί για τους ναυτικούς και οι διανοούμενοι για τους διανοούμενους. Για άλλη μια φορά περαστικά τους.

έχουν εκδοθεί οι συλλογές (πλήρεις στα λινκ που ακολουθούν):
Για soundtrack ένα πολύ αγαπημένο κομμάτι που πιστεύω άξιζε καλύτερη υποδοχή. Ένα μελοποιημένο ποίημα, αλλά όχι Καββαδίας. Άλκης Αλκαίος για τον Καββαδία. "Στης γοργόνας το φτερό". Η μουσική και η ερμηνεία από το Θάνο Μικρούτσικο. (η πρώτη εκτέλεση πάλι από τον συνθέτη του στο δίσκο "Υπέροχα μονάχοι")
Στίχοι: Άλκης Αλκαίος
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Πρώτη εκτέλεση: Θάνος Μικρούτσικος
Ώρες αργόσυρτες σα φορτωμένα κάρα,
απ’ τα ηχεία ψιχαλίζει μια κιθάρα.
Φύτρωσαν κάκτοι και λωτοί στην κορδιλιέρα,
κι εσύ κλειστός σε μια καμπίνα φεύγεις πέρα.
Οι έρωτες σου καρυδότσουφλα στο κύμα,
μα στον ασύρματο καιρό δεν πέφτει σύρμα.
Ο τόπος σου σ’ ακολουθεί όπου κι αν πας,
σ’ ένα παιχνίδι για χαμένους ξενυχτάς.
Άστρο του Ωρίωνα, φεγγάρι του Τοξότη,
είπαν μια άγνωστη φωτιά σ’ έχει δεσμώτη.
Που δεν τη σβήνουν χίλια κολασμένα μπάρκα,
μα στης γοργόνας το φτερό η αιώνια τσάρκα.
Στον Ινδικό πλοία παλιά φουνταρισμένα,
ιθαγενείς μασάνε φύλλα ξεραμένα.
Και για μουσώνες σου μιλούν στο νότιο σέλας,
ναύτες που πέρασαν τα σύνορα της τρέλας.
Μια σούπα ο κόσμος και ο νους τρύπιο κουτάλι,
κι εσύ στης θάλασσας για πάντα την αγκάλη.
Δακρύζεις κήπους με παράξενα λουλούδια,
για μάτια πρόστυχα κεντάς άγια τραγούδια.
Κι εγώ που ξέχασα ποιος είμαι που πηγαίνω,
λαθρεπιβάτης σ’ ένα πλοίο παροπλισμένο.
Απόψε σ’ άκουσα να λες απ’ τα ηχεία,
για να χαράξεις μες στο πουθενά πορεία,
χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009

φθινόπωρο στη Σαλονίκη

πριν πολλά χρόνια.....



Είναι περίεργη η κατά τον Πάνο μπουγατσαδούπολη στα φθινόπωρα της.


Σου δείχνει μουντή και δύστροπη πόλη που θαρρείς ότι θέλει να σε διώξει κρύβοντας αυτά που μπορεί να σου δώσει. Ακόμη και η υπόσχεση για ατέλειωτες βόλτες στην παραλία είναι κρυμμένη στην καθημερινή της ομίχλη.


Σε υποδέχεται με εκείνα τα γκρίζα πανύψηλα κτίρια και μιά διαπεραστική υγρασία τα βράδια που τσακίζει τους άμαθους. Ακραιφνείς μακεδονομάχοι σου υπενθυμίζουν ότι ως "χαμουτζής" είσαι παρείσακτος αφού δεν ζητάς σωστά την μπουγάτσα σου ή το σουβλάκι.


Αν παρατείνεις τη διαμονή όμως θα είσαι τυχερός.
Θα γνωρίσεις και μια παραλία χωρίς ομίχλη. Όμως σιγά σιγά να δεις που θα αρχίσεις να αγαπάς και την ομίχλη και τον παγωμένο βαρδάρη, όλα. Τα στενάκια του κέντρου , τα Κάστρα, τις ταβέρνες της Τούμπας και κυρίως ανθρώπους. Το έχει αυτό η μπουγατσαδούπολη, ίσως γι αυτό κάποιοι "ιν" τη βάπτισαν ερωτική. Δεν μπορώ να την αντικαταστήσω με άλλη λέξη, όμως τη βρίσκω λίγη για να εκφράσει την ατμόσφαιρα της πόλης.


Μια πόλη που φοβάμαι πως για τον καθένα μετά από κάποιο χρόνο ξαναγίνεται μουντή. Σαν να σου λέει φίλε μέχρι εδώ ήταν-και τότε πως να χωρέσουν όσα έζησες στις βαλίτσες της επιστροφής;


Μάλλον θα μείνεις μόνο με τις αναμνηστικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες, διευθύνσεις και τηλέφωνα από όλη την επικράτεια και προσωρινά αποθηκευμένους ήχους. Λόγια, γέλια, λυγμοί όλα θα μπερδεύονται και θα ξεμακραίνουν μέχρι να τα αλέσει οριστικά ο πανδαμάτωρ. Θα προσπαθήσεις να σώσεις ένα ή δύο, όχι παραπάνω . Τα τραγούδια της επιστροφής με τα πόδια από την Αρετσού στο Ντεπώ , ένα βροχερό ξημέρωμα και μιά γλυκιά φωνούλα μέσα από την ομίχλη να σε ξαναψάχνει: "που είσαι καλέ; σε έχασα στα πέντε μέτρα". Ύστερα και οι ήχοι γίνονται σιωπή.
Πάντα...


"όπως τα πεύκα κρατούνε τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί
το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου
ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί"


αν πιστέψουμε στους ποιητές...


οι στίχοι είναι από "τα τρία κρυφά ποιήματα" του Γιώργου Σεφέρη. Στο βίντεο "Θεσσαλονίκη" φυσικά. Ποίηση Ν.Καββαδία και μουσική Θ. Μικρούτσικου.Τραγουδά ο Γιάννης Κούτρας.

Σάββατο 18 Ιουλίου 2009

η συλλογή "τραβέρσο" (Νίκος Καββαδίας 1975)


Το 1975 ο Νίκος Καββαδίας αφήνει την τελευταία του πνοή μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο. Στη στεριά και στην Αθήνα, στην κλινική "Άγιοι Απόστολοι". Την ίδια χρονιά, εκδίδεται μετά το θάνατό του η τρίτη (και τελευταία) συλλογή ποιημάτων του, με τον τίτλο "Τραβέρσο". Σημαίνει πορεία πλοίου σε φουρτούνα κόντρα στον άνεμο. Ένας λιτός επίλογος σε μια το ίδιο λιτή ζωή.

ΜΟΥΣΩΝΑΣ

Τρελός Μουσώνας ράγισε μεσονυχτίς τα ρέλια.
Στο χέρι σου χλωρό κλαρί, χαρτί κι ένα φτερό.
Τέσσεροι κάμανε καιροί τα ρούχα σου κουρέλια.
Να σε σκεπάσω θέλησα, γλιστράς και δε μπορώ.

Κοράλλι ο κατραμόκωλος βαστάει να σε φιλέψει.
Γιατί μπήγεις τα νύχια σου στη σάπια κουπαστή;
Είν' ένα φάδι αθώρητο και μου μποδάει τη βλέψη.
Γαλάζιο βλέπω μοναχά, γαλάζιο και σταχτί.

Παρακαλώ σε κάθησε να ξημερώσει κάπως.
Χρώμα να βρώ, το πράσινο και τίντες μυστικές.
Κι απέ, το θρύλο να σου πω που μου 'πε μαύρος κάπος
τη νύχτα που μας έγλειφε φωτιά στο Μαρακές.

Ακόμη ξέρω τον αρχαίο σκοπό του Μινικάπε,
τη φοινικιά που ζωντανή θρηνεί στο Παραμέ.
Μα ένα πουλί μου μύνησε πως κάποιος άλλος σ' τα 'πε
κάποιος , που ξέρει να ιστορά καλύτερα από με.

Κάματος είναι που μιλά στενόχωρα και κάψα.
Πεισματική, και πέταξες χαρτί,φτερό,κλαδί,
όμως δεν είμαστε παιδιά να πιάσουμε την κλάψα.
Τι θά 'δινα - ''Πάψε, Σεβάχ'' - για να 'μουνα παιδί!

Αυγή, ποιός δαίμονας Ινδός σου μόλεψε το χρώμα;
Γυρίζει ο ναύτης τον τροχό κι ο γύφτος τη φωτιά.
Και μεις, που κάμαμε πετσί την καραβίσια βρώμα,
στο πόρτο θα κερδίσουμε και πάλι στα χαρτιά.

Ινδικός Ωκεανός 1951


FRESCO


Ο Fra Giovanni σιωπηλός οδήγαε τη γραφίδα.
Το αγγελικό του πρόσωπο χυμένος τη σπουδή.
Ορθός ο δούλος δίπλα σας, μακρύς σα νεροφίδα,
έτριβε τ' άγια χρώματα σε πέτρινο γουδί.

Όργανο, σε ξεχάσανε σε ποια κλειστή ροτόντα,
που δεν την ελειτούργησε λιβάνι και παπάς;
Από νωρίς ξεχάστηκες τους βιαστικούς ρωτώντας.
Όθε αγαπάς νυχτώθηκες, μπαίνεις και δε χτυπάς.

Σκουφί, σωκάρδι βυσσινί φορώ, μακρύ στιλέτο.
Χρυσόβουλη βαστάω γραφή και ένα πουγγί φλουριά.
Σκύβεις, κοιτάζεις το νερό που ρέει στο καναλέτο,
Γυρνάς, διώχνεις το δούλο σου και σβήνεις τα κεριά.

Άσχημος είμαι. Αμαρτωλός σε φρέσκο του Ανωνύμου,
χυμένο είναι το μάτι μου με χτύπημα σφυριού,
το αυτί κομμένο, κι έχασα μια νύχτα τη φωνή μου
στη ναυμαχία του Μισιριού.

Κι αυτός, ωραίος όπως εσύ, ψηλός, porca miseria!
το σχήμα του κρύβει λαμπρή πολεμική στολή.
Χαϊδεύει τα δυο χέρια σου, τα ευλογημένα χέρια,
πέφτει το ράσο του, ο σταυρός γλιστράει και σε φιλεί.

Με το καράβι του Θησέα σ' αφήσαμε στη Νάξο.
Γυμνή, μ' ένα στα πόδια σου θαλασσινό σκουτί.
Σε ποιες σπηλιές εκρύφτηκες και πως να σε φωνάξω;
Κοστάρω κι όλο με τραβάει μακριά το καραντί.

Ένα κοπάδι ελέφαντες, μαϊμούδες και καμήλες
σου κουβαλούσαν σε μακρύ ποντόνι τα προικιά.
Μα τα 'πιε ανεμορούφουλας απέξω από τις Μύλες
και ξέστρωσες το νυφικό κρεβάτι σου Θιακιά.

Sydney 1955



ΓΥΝΑΙΚΑ


Στον Αντώνη Μωραϊτη


Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούντζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα.

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ' είδες.
Στην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ' την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί
μες στου Giorgione το αργαστήρι.

Πέτρα θα του 'ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.
Τι σου 'φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

Ινδικός Ωκεανός 1951


YARA YARA


Καθώς αποκοιμήθηκες φύλαγε βάρδια ο κάβος.
Σε σπίτι μέσα, ξέχασες προχτές το φυλαχτό.
Γελάς, μα εγώ σε πούλησα στο Rio για δυο centavos
κι απέ σε ξαναγόρασα ακριβά στη Βηρυτό.

Με πορφυρό στα χείλη μου κοχύλι σε προστάζω.
Στο χέρι το γεράκι σου και τα σκυλιά λυτά.
Απάνωθέ μου σκούπισε τη θάλασσα που στάζω
και μάθε με να περπατώ πάνω στη γη σωστά.

Κούκο φορούσες κάτασπρο μικρός και κολαρίνα.
Ναυτάκι του γλυκού νερού.
Σε πιάνει μην το πεις αλλού σα γάτα η λαμαρίνα
Και σε σαστίζει ξαφνικό προβέτζο του καιρού.

Το ντύμα πάρε του φιδιού και δος μου ένα μαντίλι.
Εγώ, - και σ' έγδυσα μπροστά στο γέρο Τισιανό.
Βίρα, Κεφαλλονίτισσα, και μάινα το καντήλι.
Σε λόφο γιαπωνέζικο κοιμάται το στερνό.

Σου πήρα από τη Νάπολη μια ψεύτικη καμέα
κι ένα κοράλλι ξέθωρο μαζί.
Πίσω απ'το φριγκορίφικο στην άδεια προκυμαία
Έβενος, - γλώσσα της φωτιάς, στο βάθος κρεμεζί.

Φώτα του Melbourne. Βαρετά κυλάει ο Yara Yara
ανάμεσα σε φορτηγά πελώρια και βουβά,
φέρνοντας προς το πέλαγος, χωρίς να δίνει δυάρα,
του κοριτσιού το φίλημα, που στοίχισε ακριβά.

Γερά την ανεμόσκαλα. Καφέ για τον πιλότο.
Λακίζετε, αλυσόδετοι του στεριανού καημού.
Και σένα, που σε κέρδισα μιανής νυχτιάς σε λότο,
σμίγεις και πας με τον καπνό του γκρίζου ποταμού.

Μια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι,
όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές.
Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; - Ματώνει, δε σκοτώνει.
Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές.

Melbourne 1951


μία από τις "τέσσερις ζωγραφιές για τη βάρδια" που φιλοτέχνησε ο συμμαθητής και φίλος του Γιάννης Τσαρούχης, για την έκδοση του 1976 της "Βάρδιας"


ΟΙ ΕΠΤΑ ΝΑΝΟΙ ΣΤΟ S/S CYRENIA


Στην Έλγκα


Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μη το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ' ένα καλάμι.

Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ' ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίττες ζυμώνει.

Απ' το ποδόσταμο πηδάν ως τη γαλέτα.
- Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατίρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγας γιος θε να την πιει σ' ένα ποτήρι.

Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
κατάφερε το σταυρωτό του Νότου αστέρι
σωρός να πέσει, να σκορπίσει στα σπιράγια,
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρουθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουν οι διακόσιοι;

Κουφός ο Σάλαχ, το κατάστρωμα σαρώνει.
- Μ' ένα ξυστρί καθάρισέ με από τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
- Γιε μου, που πας; - Μάνα, θα πάω με τα καράβια.

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι...
Ο πιο στερνός μ’ ένα αυλό με νανουρίζει.

Colombo 1951


ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΙΝΔΙΚΟΠΛΕΥΣΤΗ


Στη Ρένα Ανδρεάδη


Τριγυριστής της Ινδικής στα νιάτα του ο Κοσμάς,
πίστεψε στα γεράματα πως θα καλογερέψει.
Κυρά θαλασσοθάνατη, στα χέρια του έχεις ρέψει,
που στα στερνά τα μάρανε το αλέτρι κι ο κασμάς.

Όπου έφτασες, κάθε χρονιά θερίζουν τρεις φορές.
Την Ταπροβάνη εδιάλεξε κι είχες καιρό ποδίσει.
Τώρα μασάς αμύγδαλα και προσφορές ξερές,
και το λιβάνι οσμίζεσαι που μοιάζει με χασίσι.

Εκεί, Ταμίλες χαμηλές που εμύριζαν βαριά,
Σιγκαλινές με στήθη ορθά, τριγύρω σου λεφούσια.
Εδώ λυγίζεις το κορμί με τ' αχαμνά μεριά
και προσκυνάς τη Δέσποινα τη Γαλακτοτροφούσα.

Πήγες εκεί που εδίδασκε το πράσινο πουλί,
όπου της μάγισσας ο γιος θ' αντάμωνε το στόλο.
Έλυνε κείνος με σπαθί όσα η γραφή διαλεί.
Μα εσύ ξηγάς τα αινίγματα καινούργιων Αποστόλων.

Μπροστά σου τρεις ελέφαντες ντυμένοι στα χρυσά,
όξω απ' του Βούδα τη σπηλιά, ψηλά στην Κουρνεβάλα.
Τώρα σκοντάφτεις, Γέροντα, στου δρόμου τα μισά
και πας για να λειτουργηθείς σε γάιδαρο καβάλα.

Μαζεύει ο ναύτης τον παρά κουκί με το κουκί
και πολεμά σε ψήλωμα να στήσει το αγκωνάρι.
Άλλοι σαλπάρουν Αύγουστο για Νότιο Σινική
και το γλεντάν στο Βοθνικό, Δεκέμβρη και Γενάρη.

Όταν πιστεύω θάλασσα μονάχα και βυθό
και προσκυνάω για κόνισμα έναν παλιό αστρολάβο,
πες μου, στην άγια πίστη σου, πώς να προσευχηθώ;
σε ποιον να ξομολογηθώ και πού να μεταλάβω;

Ο Θεός είναι πανάγαθος, Κοσμά, και συχωρά,
όμως γδικιέται αμείλιχτος ο γέρο-Ποσειδώνας.
Το 'δανε λένε βουτηχτές: του σαλαχιού η ουρά
να γαργαλάει, στα χαμηλά, τα χείλια της στρειδώνας.

S/S Apollonia 1967


GUEVARA


Στο Θανάση Καραβία


Ήτανε ντάλα μεσημέρι κι έδειξε μεσάνυχτα.
Έλεγε η μάνα του παιδιού: "Καμάρι μου, κοιμήσου".
Όμως τα μάτια μείνανε του καθενός ορθάνοιχτα
τότε που η ώρα ζύγιαζε με ατσάλι το κορμί σου.

Λεφούσι ο άσπρος μέρμηγκας, σύννεφο η μαύρη ακρίδα.
Όμοια με τις Μανιάτισσες μοιρολογούν οι Σχόλες.
Λάκισε ο φίλος, ο αδερφός. Πού μ' είδες και πού σ' είδα;
Φυλάει το αλώνι ο Σφακιανός κι ο Αρίδα την κορίδα.

Ποιος το 'λεγε, ποιος το 'λπιζε και ποιος να το βαστάξει.
Αλάργα φεύγουν τα πουλιά και χάσαν τη λαλιά τους.
Θερίζουν του προσώπου σου το εβένινο μετάξι
νεράιδες και το υφαίνουνε να δέσουν τα μαλλιά τους.

Πάνθηρας ακουρμάζεται, θωράει και κοντοστέκει.
Γλείφει τα ρόδα απ' τις πληγές, μεθάει και δυναμώνει.
Ξέρασε η γη τα σπλάχνα της και πήδησαν δαιμόνοι.
Σφυρί βαρεί με δύναμη, μένει βουβό το αμόνι.

Πυγολαμπίδες παίζουνε στα μάτια τ' ανοιχτά.
Στ' όμορφο στόμα σου κοιμήθηκε ένας γρύλος.
Πέφτει απ' τα χείλη σου, που ακόμα είναι ζεστά,
ένα σβησμένο cigarillos.

T' όνειρο πάει με τον καπνό στον ουρανό,
έσμιξε πια με το καράβι του συννέφου.
Το φως γεννιέται από παντού μα είναι αχαμνό
και τα σκοτάδια το ξεγνέθουν και σου γνέφουν.

Χοσέ Μαρτί (Κόνδορας πάει και χαμηλώνει,
περηφανεύεται, ζυγιάζεται, θυμάται.
Με τα φτερά του θα σκοτείνιαζ΄ ένα αλώνι).
απόψε οι δυο συντροφιαστοί θα πιείτε μάτε.

Φτάνει ο Μπολίβαρ καβαλώντας το σαϊτάρι.
Παραμονεύει ορθή κουλέμπρα γκαστρωμένη.
Βότανα τρίβει η Περουβάνα σε μορτάρι
και μασουλάει φαρμακωμένο μανιτάρι.

Του Λόρκα η κόκκινη φοράδα χλιμιντράει,
μ' αυτός μπλεγμένος στα μετάξινα δεσμά του.
Μακρύ κιβούρι με τον πέτρινο κασμά του
σενιάρει ο φίλος και στο μπόι σου το μετράει.

Γέροντας ναύτης με τα μούτρα πισσωμένα
βάρκα φορτώνει με την πιο φτηνή πραμάτεια.
Έχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα.
Κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια.

1972



ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΙΙ


Στη Μυρτώ Κουμβακάλη


Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης
κι ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή.
Γραφή από τρεις και μου 'γινες μοτάρι και καρφί.
Μα έριχνε η Τούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της.

Τη μάκινα για το καπνό και το τσιγαροχάρτι
την έχασες, τη ξέχασες, τη χάρισες αλλού.
Ήτανε τότε που 'σπασε το μεσιανό κατάρτι.
Τα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού.

Και τι δεν έχω υποσχεθεί και τι δεν έχω τάξει,
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνω
- της 'Αγρας τα μακριά σαριά, του Σάντουν το μετάξι -
και τα θυμάμαι μόλις 'δω αναθρώσκοντα καπνό.

Το δαχτυλίδι που 'φερνα μου το 'κλεψε η Οράγια.
Το παπαγάλο, μάδησε κι έπαψε να μιλεί.
Ας εκατέβαινε έστω μια, στο βίρα, στα μουράγια,
κι ας άκουγε την άγκυρα μονάχα, που καλεί.

Τίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει.
Έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.
Σιχαίνομαι το ναυτικό που μάζεψε λεφτά.
Εμούτζωσε τη θάλασσα και τηνε κατουράει.

Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
μπορεί να 'ρθω απ' τα πέλαγα με τη φυρονεριά.

4-1-1974


FATA MORGANA


Στη Θεανώ Σουνά


Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ' αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ' τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκουρίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γερνά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
'Αγια λαβίδα κι ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στη Πύλη, δυο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.

Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από τη Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στ' Αμανάτι
κι η τέταρτη είν' εν' αγόρι μ' ένα μάτι.

Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα και τιμόνια και προπέλες.

Να 'χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
ή το γέρο νάνο απ' τη Καντόνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.

Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ' όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης τ' ασυρμάτου,
και φυλλομετρά το καζαμία.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στη κόλαση μπορντέλο.




ΑΝΤΙΝΟΜΙΑ

Ο έρωτάς σου μια πληγή και τρεις κραυγές.
Στα κόντρα σκούζει ο μακαράς καθώς τεζάρει.
Θαλασσοκόρη του βυθού - χίλιες οργιές -
του Ποσειδώνα εγώ σε κέρδισα στο ζάρι.

Και σ' έριξα σ' ένα βιβάρι σκοτεινό
που στέγνωσε κι εξανεμίστηκε τo αλάτι.
Μα 'συ προσμένεις απ' το δίκαιον ουρανό
το στεριανό, το γητευτή, τον απελάτη.

Όταν θα σμίξεις με το φως που σε βολεί
και θα χαθείς μέσα σε διάφανη αμφιλύκη
πάνω σε πράσινο πετούμενο χαλί,
θα μείνει ο ναύτης να μετρά τo άσπρο χαλίκι.

M/S Aquarius 1974




COCOS ISLANDS


Στη Μαίρη Γιανννουλάτου


Στην πλώρη ο σφυροκέφαλος με το φτερό στη ράχη,
τότε που πήρε ο Συμιακός βουτιά με το κεφάλι.
"Όλο αρμενίζει ο γιόκας μου, που την ευχή μου να 'χει..."
Κι όσοι είδαμε απ' την κουπαστή, μας λύθηκε το αφάλι.

Γιατί μπερδεύω τούτη εδώ με μι' άλλην ιστορία;
Είν' ένα χέρι που πονάει, βαρύ και λαβωμένο.
Βλέπω συχνά στον ύπνο μου ένα άσπρο καρχαρία
με περιμένει νηστικός η εγώ τον περιμένω;

Ακόμα δε φανήκανε κοράκια και παράλια.
Αρμάτωσα μια καθετή με μεσηνέζα σάπια.
Μια δεκοχτούρα απ' το πρωί μοιρολογάει στα στράλια
απάνω στο πλεούμενο, που περπατάει σαν πάπια.

Να ΄χαμε να του δίναμε μια ρίζα, ένα χορτάρι,
ένα κλωνί βασιλικό τα χείλη να δροσίσει,
ή να τον κοινωνούσαμε με μια τούφα χασίσι.
Θα ναρκωνόταν ο σκορπιός που μέσα του σαρτάρει.

Με γάντζους στο κατάστρωμε πήδησαν οι Μαλαίσιοι
και μαλακά τον θέσανε σε μια σκοινένια μπράντα.
Του χάιδευε τα δάχτυλα μια μαύρη, η Τζακαράντα,
και μια γριά μαστόρισσα που βρώμαγε σα λέσι.

Κοιμάται ονειρευάμενος κάμπους με χαμομήλια.
Ξαναγενήκαμε μεμιάς τα ρούχα που φοράμε.
Βόγκει στο πρόσω η μηχανή και τώρα ανηφοράμε,
λειψοί πάνω στο σίδερο, με κουρασμένα μίλια.

Cocos Islands 1956. Aθήνα 1975


ΣΠΟΥΔΗ ΘΑΛΑΣΣΗΣ


Αγνάντευε απ' το κάσσαρο τη θάλασσα ο "Πυθέας"
κι όλο δεξιά και αριστερά σκουντούφλαγε βαριά.
Κι απάνω στο άρμπουρο, ο μουγγός, ο γιος της Δωροθέας,
είχε κιαλάρει δυο γυμνές γυναίκες στη στεριά.

Τότε στην Πίντα κλέψαμε του Αζτέκου την κορνιόλα.
Τραγίσιο δέρμα το κορμί και μέσαθε πουρί.
Φορτίο ποντίκια και σκορπιοί τσιφάρι, στα πανιόλα.
Στο Πάλος κουβαλήσαμε το αγιάτρευτο σπυρί.

Και προσκυνώντας του μεγάλου Χάνου τ' αποκείνα
καβάλα στις μικρόσωμες Κινέζες στις πιρόγες,
- μετάξι ανάριο τρίχωμα, τριανταφυλλένιες ρώγες -
φέραμε κείνον τον κλεμμένο μπούσουλα απ' την Κίνα.

Δεμένα τα ποδάρια μας στου Πάπα τις γαλέρες
κουρσεύαμε του ωκεανού τα πόρτα ή τα μεσόγεια.
Σπέρναμε όπου περνούσαμε πανούκλα και χολέρα
μπερδεύοντας με το τρελό μας σπέρμα όλα τα σόγια.

Όπου γυναίκα, σε ναούς, καλύβα ή σε παλάτι,
σε κάσες με μπαχαρικά ή πίσω από βαρέλια,
μας καθαρίζαν τις παλιές πληγές από το αλάτι,
πότε ντυμένες στα χρυσά και πότε στα κουρέλια.

Απίκου πάντα οι άγκυρες και οι κάβοι πάντα ντούκια.
Ορθοί πάντα κι αλύγιστοι στην ανεμορριπή,
μασώντας, σαν τα ζωντανά, μπανάνες και φουντούκια,
κατάβαθα πιστεύοντας: αμάρτημα η ντροπή.

Στα όρτσα να προλάβουμε. Τραβέρσο και προχώρα.
Να πάμε να ξοδέψουμε την τελευταία ριξιά
σε κείνη την απίθανη σ' όλο τον κόσμο χώρα
που τα κορίτσια το 'χουνε στα δίπλα ή και λοξά.

19-1-1975

ΠΙΚΡΙΑ


Ξέχασα κείνο το μικρό κορίτσι από το Αμόι
και τη μουλάτρα που έζεχνε κρασί στην Τενερίφα,
τον έρωτα, που αποτιμάει σε ξύλινο χαμόι,
και τη γριά που μέτραγε με πόντους τη ταρίφα.

Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου,
και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα
με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιρισμένα,
για το κορμί σου, που έδιωχνε το φόβο του θανάτου.

Ό,τι αγαπούσα αρνήθηκα για το πικρό σου αχείλι:
τον τρόμο που δοκίμαζα πηδώντας στο κατάρτι,
το μπούσουλα, τη βάρδια μου και τη πορεία στο χάρτη,
για ένα δυσεύρετο, μικρό, θαλασσινό κοχύλι.

Τον πυρετό στους Τροπικούς, του Rio τη μαλαφράντζα,
την πυρκαγιά που ανάψαμε μια νύχτα στο Μανάο.
Τη μαχαιριά που μου 'δώσε ο Μαγιάρος στην Κωστάντζα
και "Σε πονάει με τη νοτιά;" - Όχι, απ' αλλού πονάω.

Του τρατολόγου το καημό, του ναύτη την ορφάνια,
του καραβιού που κάθισε την πλώρη τη σπασμένη.
Τις ξεβαμμένες στάμπες μου, που 'χα για περηφάνια,
για σένα, που σαλπάρισες, γολέτα αρματωμένη.

Τι να σου τάξω, ατίθασο παιδί, να σε κρατήσω;
Παρηγοριά μου ο σάκος μου, σ' Αμερική κι Ασία.
Σύρμα που εκόπηκε στα δυο και πως να το ματίσω;
Κατακαημένε, η θάλασσα μισάει τη προδοσία.

Κατέβηκε ο Πολύγυρος και γίνηκε λιμάνι.
Λιμάνι κατασκότεινο, στενό, χωρίς φανάρια,
απόψε που αγκαλιάστηκαν Εβραίοι και Μουσουλμάνοι
και ταψιδέψαν τα νησιά στο πόντο, τα Κανάρια.

Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια,
δυο μέτρα καραβόπανο, και αριστερά τιμόνι.
Μια μέδουσα σε αντίκρισε, γαλάζια και σιμώνει
κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια.

7-2-1975