The Deesis Mosaic of Jesus (c. 1261). Hagia Sophia, Constantinople, Turkey. Photo by Ana Maria Vargas. Η«Δέηση»ΜωσαϊκότουΙησού(γ. 1261). Αγία Σοφία, Κωνσταντινούπολη, Tουρκία. Η φωτογραφία από την Ana MariaVargas.
Τίτλος: Ο Χριστός, τμήμα από την Δέηση Χρονολογία: 1261 μ.Χ Υλικό: Ψηφιδωτό Διαστάσεις: - Δημιουργός: Άγνωστος Προέλευση: Κωνσταvτιvoύπολη, Αγία Σοφία Πηγή: Χατζηδάκη, Ν., Βυζαντινά Ψηφιδωτά, Ελληνική Τέχνη, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1996.
Περιγραφή:
Από τη μεγάλη παράσταση της Δέησης διατηρούνται καλύτερα τα πρόσωπα των
τριών γιγάντιων μορφών και το άνω μέρος του σώματος του Χριστού και του
Προδρόμου. Αφιέρωμα του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου, για να τιμήσει
την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους λατίνους το 1261, το ψηφιδωτό
αυτό συνοψίζει με τρόπο θαυμαστό τις νέες τάσεις της παλαιολόγειας
ζωγραφικής. Η αναδρομή σε πρότυπα κλασικής τέχνης αναγνωρίζεται στη μορφή
του Χριστού, με πρόσωπο σε θέση μετωπική, που ατενίζει προς το πλάι.
Αντίστοιχη ροπή διακρίνεται στην απόδοση της γενειάδας του, ενώ για πρώτη
φορά μια σκιά, που αποδίδεται με σκοτεινόχρωμες ψηφίδες, διαγράφεται επάνω
στο λαιμό. Οι πλαστικές αξίες αναδεικνύονται με την παράθεση ποικιλίας
διαβαθμίσεων στους χρωματικούς τόνους για την απόδοση της σάρκας. Η
συναισθηματική φόρτιση των εκφράσεων αγγίζει τόνους δραματικούς στις
φυσιογνωμίες του Ιωάννη και της Παναγίας. Πυκνές κυματιστές σειρές Ψηφίδων
χαράζουν ρυτίδες ανησυχίας στο πρόσωπο του Ιωάννη, ενώ η ακατάστατη κόμμωση
καθώς και η γενειάδα του συμβάλλουν στην ένταση της έκφρασής του. Σε θετική
λατινική επίδραση πρέπει να αποδοθεί η διάταξη των χρυσών Ψηφίδων του κάμπου
με φροντίδα και επιμέλεια, έτσι ώστε να διαγράφεται σχεδόν ανάγλυφα ένα
διακριτικό σχέδιο από συνεχόμενα κρινάνθεμα.
Το Μέγα Παλάτιον, το ανάκτορο των
Βυζαντινών αυτοκρατόρων, καταλάμβανε μεγάλο μέρος του νοτιοανατολικού τμήματος
της Κωνσταντινούπολης, και βρισκόταν σε μικρή απόσταση από τον Ιππόδρομο και
την Αγία Σοφία. Δεν ήταν ένα κτίριο, αλλά ένα συγκρότημα οικοδομημάτων που
αποτελούνταν από μεγάλες αίθουσες για συμπόσια και επίσημες δεξιώσεις,
βιβλιοθήκες, εκκλησίες, στρατώνες, στοές, λουτρά, αυλές και κήπους, καθώς και
τη λεγόμενη αίθουσα της Πορφύρας, στην οποία γεννιόταν τα παιδιά των εν ενεργεία
αυτοκρατόρων. Ο αρχικός πυρήνας του ανακτόρου, το Παλάτι της Δάφνης, ανήκε στο
οικοδομικό πρόγραμμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου στα πλαίσια της ίδρυσης της
Κωνσταντινούπολης, αλλά πολύ λίγα είναι γνωστά για τα κτίρια που το αποτελούσαν
αυτήν την πρώιμη περίοδο, ορισμένα από τα οποία καταστράφηκαν στη Στάση του
Νίκα και ανακαινίστηκαν αμέσως μετά από τον Ιουστινιανό.
Το βασικό συγκρότημα
του Κωνσταντίνου συμπληρωνόταν με προσθήκες και επεκτεινόταν με την πάροδο του
χρόνου, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να λάβει το Μέγα Παλάτιο τη μορφή και το
χαρακτήρα μιας πόλης μέσα σε πόλη. Οι αυτοκρατορικές επαύλεις, μάλιστα, στα
νότια του Ιπποδρόμου, όπως το λεγόμενο Παλάτι της Μαρίνας, της ανύπαντρης κόρης
του αυτοκράτορα Αρκαδίου, και το παλάτι του Ορμίσδα, που ήταν η έπαυλη του
Ιουστινιανού, με τον καιρό ενσωματώθηκαν στο παλάτι. Ο ιστορικός Προκόπιος
αναφέρει ότι ο Ιουστινιανός Α’ έκτισε τα προπύλαια της Χαλκής Πύλης, τα οποία
κόσμησε με ψηφιδωτά που απεικόνιζαν τον ίδιο και τη σύζυγο του Θεοδώρα σε
τελετές θριάμβου ενάντια στους βασιλείς των Βανδάλων και των Γότθων, αλλά και σκηνές από τους νικηφόρους πολέμους
του, βουκολικές σκηνές και σκηνές κυνηγιού.
Μεταξύ των προπυλαίων
και των παλαιών κτιρίων του Μεγάλου Κωνσταντίνου μεσολαβούσαν στοές και ο
Τρίκλινος, η μεγάλη αίθουσα στην οποία παραθέτονταν τα επίσημα αυτοκρατορικά
δείπνα. Προς το τέλος του 6ου αιώνα από τον Ιουστίνο τον Β’ κτίστηκε
ο Χρυσοτρίκλινος, μία οκταγωνική αίθουσα, που απέβη η αίθουσα του θρόνου, όπου
πραγματοποιούνταν οι αυτοκρατορικές τελετές. Ο αυτοκράτορας Τιβέριος ανακατασκεύασε
το βόρειο τμήμα του παλατιού και το μετέτρεψε σε διαμερίσματα για τον ίδιο και
την οικογένειά του.
Τα ανάκτορα επεκτάθηκαν
και κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Θεόφιλου, όταν οικοδομήθηκε το
Τρίκογχο, ένα διώροφο κτίριο, καθώς και διάφορα περίπτερα. Στη νότια πλευρά του
Χρυσοτρίκλινου κτίστηκε από το Βασίλειο Α’ το παλάτι «Καινούργιο» και το
πεντάτρουλο κτίσμα Πεντακούβουκλο, ενώ οικοδομήθηκαν πολλά παρεκκλήσια και
εκκλησίες, με πιο ονομαστή τη Νέα Εκκλησία που ήταν αφιερωμένη στον Χριστό,
στον αρχάγγελο Γαβριήλ, στον προφήτη Ηλία, στη Θεοτόκο και στον άγιο Νικόλαο. Ο
Νικηφόρος Φωκάς περιόρισε το εκτεταμένο κτιριακό συγκρότημα των ανακτόρων ουσιαστικά
στο Παλάτι του Βουκολέοντος και το περιέβαλε το 969 με τείχη, αφήνοντας εκτός
του περιβόλου το παλιό συγκρότημα της Δάφνης, οι χώροι του οποίου φαίνεται ότι
πλέον χρησιμοποιούνταν περιστασιακά. Τότε, το τμήμα αυτό του παλατιού έλαβε τον
τίτλο Ιερόν Παλάτιον.
Το Ιερό Παλάτιο στέγασε
την αυτοκρατορική εξουσία και διατηρήθηκε ως έδρα των βυζαντινών ηγεμόνων μέχρι
το 12ο αιώνα, όταν πλέον μεγάλη σημασία έλαβε το Παλάτι των
Βλαχερνών κοντά στη ΒΑ γωνία των τειχών της πόλης, κοντά στον Κεράτιο κόλπο. Μεγάλες
ήταν οι καταστροφές και οι λεηλασίες του Παλατιού κατά την άλωση της Πόλης από
τους Σταυροφόρους το 1204. Ωστόσο, κτίρια του Παλατιού διατήρησαν την αίγλη και
τη σημασία τους στο αυτοκρατορικό τελετουργικό μέχρι το 1453. Με κύριο άξονα το
μέγα συγκρότημα του Παλατιού, η Κωνσταντινούπολη συγκέντρωνε τον πολιτικό,
εκκλησιαστικό και πνευματικό βίο της αυτοκρατορίας.
Βιβλιογραφία (6)▲
1. Kazhdan, A. P., The Oxford Dictionary of Byzantium, Washington D.C., 1991 Περισσότερα
2. Mango, Cyril, Byzantine architecture, Faber and Faber, Λονδίνο, 1979 Περισσότερα
3. Rodley, L., Εισαγωγή στην Βυζαντινή τέχνη και αρχιτεκτονική., Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα, 2010 Περισσότερα
4. Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople., Kobenhavn, 1959 Περισσότερα
5. Mango, C., The palace of the Boukoleon, 1997 Περισσότερα
6. Demangel, R., Mamboury, E., Le Quartier des Manganes et la premiere region de Constantinople, Παρίσι, 1939 Περισσότερα
Ο σταυρός που φημολογούνταν ότι προερχόταν από το Ιερό Παλάτιο των Βυζαντινών
Η μπροστινή πλευρά του χρυσού βυζαντινού σταυρού. Το σμάλτο που κάποτε τον διακοσμούσε έχει εκπέσει.
Αυτός ο υπέροχος χρυσός σταυρός λειψανοθήκη, φημολογούνταν ότι προερχόταν από το Ιερό ή Μέγα Παλάτιον των Βυζαντινών στην Κωνσταντινούπολη. Αποτελούσε κάποτε μέρος της μυθικής συλλογής του βαθύπλουτου Βέλγου Adolphe Stoclet (1871 – 1949), εργοστασιάρχη, τραπεζίτη, αλλά και μαικήνα της τέχνης, πριν περιέλθει στην κατοχή του Βρετανικού Μουσείου. Το Βρετανικό Μουσείο θεωρεί αυτόν τον βυζαντινό σταυρό ένα από τα αριστουργήματα που κατέχει (highlights).
Η πίσω πλευρά του χρυσού βυζαντινού σταυρού. Η Θεοτόκος δεομένη ανάμεσα στις προτομές του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου και του Αγίου Γρηγορίου του Θαυματουργού.
Ο σταυρός λειψανοθήκη κατασκευάστηκε από χρυσό και σμάλτο στις αρχές του 11ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη. Απεικονίζει στην πίσω πλευρά την Θεοτόκο ολόσωμη σε στάση δέησης, ενώ αριστερά και δεξιά βρίσκονται οι προτομές του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου και του Αγίου Γρηγορίου του Θαυματουργού που ταυτοποιούνται από ελληνικές επιγραφές. Στη μπροστινή πλευρά το σμάλτο έχει εκπέσει, αλλά πιθανότατα απεικόνιζε τον Ιησού Χριστό. Το σμάλτο είναι κατασκευασμένο με τη τεχνική Senkschmelz (ο όρος είναι γερμανικός, δεν γνωρίζω αν υπάρχει αντίστοιχος ελληνικός), κατά την οποία οι φιγούρες που σχηματίζονται πάνω στο γυμνό μέταλλο, μοιάζουν να επιπλέουν πάνω σε χρυσό κάμπο. Ο δακτύλιος ανάρτησης ξεβιδώνει και αποκαλύπτει το εσωτερικό του σταυρού που σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη ενέκλειε στο εσωτερικό του τεμάχιο Τιμίου Ξύλου ή άλλο λείψανο που τώρα λανθάνει.
Ο Βυζαντινός Ναός της Ύπατης Σοφίας του Ένσαρκου Λόγου του Θεού, περισσότερο γνωστή ως Αγία Σοφία ή Αγιά-Σοφιά, (τουρκικά Ayasofya, λατινικά Sancta Sophia ή Sancta Sapientia), γνωστός και ως Ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας ή απλά Η Μεγάλη Εκκλησία[1], ήταν από το 360 μέχρι το 1453 ορθόδοξος καθεδρικός ναός της Κωνσταντινούπολης, με εξαίρεση την περίοδο 1204 - 1261 κατά την οποία ήταν ρωμαιοκαθολικός ναός, ενώ μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης μετατράπηκε σε τέμενος, μέχρι το 1934 και αποτελεί σήμερα μουσειακό χώρο (τουρκικά Ayasofya Müzesi).
Ανήκει στις κορυφαίες δημιουργίες της βυζαντινής ναοδομίας, πρωτοποριακού σχεδιασμού, και υπήρξε σύμβολο της πόλης, τόσο κατά τη βυζαντινή όσο και κατά την οθωμανική περίοδο. Το παρόν κτίσμα ανεγέρθηκε τον 6ο αιώνα, επί βασιλείας του Ιουστινιανού Α΄, από τους μηχανικούς Ανθέμιο από τις Τράλλεις (σημ. Αϊδίνιο) και Ισίδωρο από τη Μίλητο. Στο ίδιο σημείο, επί του πρώτου λόφου της Κωνσταντινούπολης και σε κοντινή απόσταση από το Μέγα Παλάτιον και τον Ιππόδρομο της πόλης, είχαν χτιστεί παλαιότερα δύο ακόμα ναοί που καταστράφηκαν από πυρκαγιά.
Το οικοδόμημα ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό ρυθμό της τρουλαίας βασιλικής και συνδυάζει στοιχεία της πρώιμης βυζαντινής ναοδομίας, σε πολύ μεγάλη κλίμακα. Αρχιτεκτονικές επιρροές της Αγίας Σοφίας εντοπίζονται σε αρκετούς μεταγενέστερους ορθόδοξους ναούς αλλά και σε οθωμανικά τζαμιά, όπως στο τέμενος του Σουλεϊμάν και στο Σουλταναχμέτ τζαμί[2]. Εκτός από τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό της, η Αγία Σοφία ξεχωρίζει επίσης για τον πλούσιο εσωτερικό διάκοσμό της, που ωστόσο υπέστη σοβαρές καταστροφές κυρίως από τις βαρβαρότητες των Τούρκων κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας.
Ιστορία
Αγιά Σοφιά
Μετά τα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης το 337, η ανέγερση ενός ναού της Αγίας Σοφίας υπήρξε τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος οικοδόμησης γύρω από το Μέγα Παλάτι. Η πρώτη Αγία Σοφία εγκαινιάστηκε το 360 επί της αυτοκρατορίας του Κωνσταντίου Β΄ και μαζί με το ναό της Αγίας Ειρήνης αποτελούσε τον κύριο καθεδρικό ναό της πρωτεύουσας και έδρα του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Εικάζεται ότι επρόκειτο για ξυλόστεγη βασιλική, τρίκλιτη ή πεντάκλιτη[2]. Καταστράφηκε από πυρκαγιά το 404 και χτίστηκε εξαρχής τα επόμενα χρόνια. Ο νέος ναός εγκαινιάστηκε το 415 επί βασιλείας του Θεοδοσίου Β΄ και καταστράφηκε από τους οπαδούς του πατριάρχη επειδή ο Θεοδόσιος είχε μια διαμάχη με τον Πατριάρχη. Αν και λίγα συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν ως προς την αρχιτεκτονική αξία του οικοδομήματος, οι ιστορικές πηγές μαρτυρούν πως στο εσωτερικό του φυλάσσονταν ιερά κειμήλια μεγάλης αξίας, από χρυσό ή ασήμι. Σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες προσπάθειες αναπαράστασης του ναού, υποθέτουμε πως είχε εύρος 52 μ. αποτελούμενη από ένα κεντρικό κλίτος και τέσσερις διακριτούς διαδρόμους[3]. Κατά τη Στάση του Νίκα το 532, υπέστη μεγάλη φθορά και το κτίσιμο του ναού που διατηρείται ως σήμερα δρομολογήθηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α'.
Αρχιτέκτονες του ναού ήταν οι γεωμέτρες Ανθέμιος από τις Τράλλεις και ο Ισίδωρος από τη Μίλητο. Η κατασκευή του ολοκληρώθηκε σε μικρό χρονικό διάστημα και τα εγκαίνιά του τελέστηκαν στις 27 Δεκεμβρίου του 537. Τότε, σύμφωνα με το θρύλο, ο Ιουστινιανός αναφώνησε «Δόξα τω Θεώ τω καταξιώσαντί με τοιούτον έργον επιτελέσαι. Νενίκηκά σε, Σολομών!»[4], θέλοντας έτσι να εκφράσει το θαυμασμό του για το μνημείο το οποίο ήταν πιο θαυμαστό από τον Ναό του Σολομώντα στα Ιεροσόλυμα. Τριακόσια και πλέον εκατομμύρια χρυσών δραχμών, κατ΄ αντιστοιχία, είχαν δαπανηθεί για την ανέγερση αυτού του Ναού. Τα "θυρανοίξια" της Αγιάς Σοφιάς ακολούθησαν θυσίες χιλιάδων ελαφιών, βοών, προβάτων και ορνίθων και διανομή χιλιάδων μοδίων σίτου στους φτωχούς καθώς και πολυήμερη πανήγυρη.
Στο προαύλιο του ναού λέγεται πως υπήρχε κρήνη, στην οποία ανεγράφετο η καρκινική φράση "ΝΙΨΟΝΑΝΟΜΗΜΑΤΑΜΗΜΟΝΑΝΟΨΙΝ", (νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν = ξέπλυνε δηλαδή τις αμαρτίες σου και όχι μόνο το πρόσωπό σου). Η φράση αυτή, αν αναγνωσθεί ανάποδα (από δεξιά προς τα αριστερά) αποδίδει τις ίδιες λέξεις και επομένως και το αυτό νόημα.
Την εποχή του Ιουστινιανού, η Αγία Σοφία είχε χίλιους κληρικούς.[5]
Η νεαρά του Ηρακλείου, που βασίλεψε τον έβδομο αιώνα μας αναφέρει:[5]
Πρεσβυτέρους ... 80
Διακόνους ... 150
Διακόνισσες ... 40
Υποδιάκονους ... 70
Αναγνώστες ... 160
Ψάλτες ... 25
Θυρωρούς ... 75
Σύνολο: 600
Ο αριθμός των κληρικών είχε ελαττωθεί κατά τα τελευταία έτη του κράτους, όταν τα εισοδήματα της εκκλησίας αρκούσαν μόλις για την φωταψία του ναού.[5]
Είκοσι χρόνια μετά τα πρώτα εγκαίνια, εξαιτίας των σεισμών του 557, ο τολμηρότατος στη σύλληψη και κατασκευή, για την εποχή του, θόλος κατέπεσε και συνέτριψε την αψίδα παρά τον ιερό άμβωνα, τον ίδιο τον άμβωνα, το κιβώριο και την Αγία Τράπεζα. O ανιψιός του Ισιδώρου, ο Ισίδωρος ο νεότερος, ανέλαβε και έκτισε το νέο θόλο που υφίσταται μέχρι σήμερα. Μια περιγραφή του παραδίδεται από τον ιστορικό Αγαθία, από την οποία συμπεραίνεται πως ο αρχικός τρούλος ήταν μάλλον ευρύτερος και χαμηλότερος από το δεύτερο[2]. Στις 24 Δεκεμβρίου του 563 υπό τον Πατριάρχη Ευτύχιο τελέστηκαν τα δεύτερα εγκαίνια παρουσία του Αυτοκράτορα και του λαού της Κωνσταντινούπολης.
Ο ναός αποτέλεσε σε όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας την έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και υπήρξε ο σημαντικότερος ναός της Ορθόδοξης εκκλησίας. Κατά την περίοδο των Σταυροφοριών και συγκεκριμένα κατά την περίοδο 1204-1261 ο ναός έγινε Ρωμαιοκαθολικός και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος. Ειδικότερα και κατά την διάρκεια της άλωσης από τους Φράγκους, η Αγία Σοφία υπέστη τεράστιες ζημιές.
Επίσης κατά την περίοδο την Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγιναν στο ναό σημαντικές καταστροφές στις τοιχογραφίες του ναού (ασβεστώθηκαν), αφού η απεικόνιση του ανθρώπινου σώματος θεωρείται βλασφημία για το Ισλάμ. Ο ναός με την σπουδαία αρχιτεκτονική του αποτέλεσε πρότυπο για την κατασκευή και άλλων τεμενών, όπως το Μπλε Τζαμί.
To 1934 o Μουσταφά Κεμάλ, στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού της Τουρκίας, μετέτρεψε το τέμενος σε μουσείο. Σήμερα ο ναός εξακολουθεί να είναι μουσείο, ενώ πραγματοποιούνται σε αυτόν πολιτιστικές εκδηλώσεις, αλλά και εκδηλώσεις που θεωρούνται από ορισμένους ότι δεν αρμόζουν στο χώρο, όπως επιδείξεις μόδας. Παράλληλα γίνονται προσπάθειες για τη διάσωση των ψηφιδωτών του ναού.
Αρχιτεκτονική
Σχέδιο της Αγίας Σοφίας το 1877 -Hagia Sophia
Ο ναός είναι κτισμένος σε αρχιτεκτονικό ρυθμό βασιλικής με τρούλο. Ο κυρίως χώρος του κτίσματος έχει σχήμα περίπου κύβου. Τέσσερις τεράστιοι πεσσοί, (κτιστοί τετράγωνοι στύλοι), που απέχουν μεταξύ τους ο ένας από τον άλλο 30 μ., στηρίζουν τα τέσσερα μεγάλα τόξα πάνω στα οποία εδράζεται ο τρούλος, με διάμετρο 31 μέτρων. Ο τρούλος δίνει την εντύπωση ότι αιωρείται εξαιτίας των παραθύρων που βρίσκονται γύρω στη βάση του (ο σύγχρονος ιστορικός Προκόπιος λέει: ...δίνει την εντύπωση ότι είναι ένα κομμάτι ουρανού που κρέμεται στη γη...).
Γενικά ο ναός είναι ορθογώνιο οικοδόμημα μήκους 78,16 μ. και πλάτους 71,82 μ. κτισμένο στη ΝΔ. πλευρά του πρώτου λόφου της Πόλης με κατεύθυνση ΝΑ. Περιβάλλεται από δύο αυλές την βόρεια και την δυτική καλούμενη και αίθριο. Συνορεύει Ν με τα Πατριαρχικά κτίρια τα οποία συνδέονταν με το Αυγουσταίο, τη μεγάλη δηλαδή πλατεία που βρίσκοταν το λαμπρό από πορφυρό μάρμαρο άγαλμα της Αυγούστας Ελένης.
Εσωτερικά ο Ναός διαιρείται από δύο κιονοστοιχίες εξαρτώμενες από τους πεσσούς σε τρία κλίτη. Ο όλος Ναός αποτελείται από τα εξής μέρη:
Το αίθριο
Υπαίθρια μαρμαρόστρωτη και περίστυλη αυλή στο μέσον της οποίας ήταν η "κομψή φιάλη" η μαρμάρινη κρήνη που έφερε την ονομαστή καρκινική επιγραφή "ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ". Στο αίθριο επίσης φέρονται κάποια ίχνη οικοδομήματος.
O έξω και o κυρίως νάρθηκας
Πέντε πύλες από το αίθριο οδηγούν στον έξω νάρθηκα και από αυτόν άλλες πέντε πύλες οδηγούν στον εσωτερικό νάρθηκα, από τις οποίες η μεσαία πύλη λέγεται και Μεγάλη ή Ωραία Πύλη. Από τον έσω νάρθηκα εννέα πύλες, τρεις ανά κλίτος οδηγούν στον κυρίως Ναό. Οι τρεις μεσαίες εξ αυτών καλούνται Βασιλικές πύλες επειδή εξ αυτών εισήρχετο ο Αυτοκράτορας στις επίσημες τελετές. Και οι δύο νάρθηκες καταλάμβάνουν περίπου το ίδιο πλάτος του Ναού με μικρό μήκος εισόδου ο καθένας. Εκατέρωθεν του νάρθηκα διασώζονται προσαρτήματα μεγάλης ιστορικής σημασίας. Το προς Ν. εκαλείτο Προπύλαιο του Νάρθηκα ή Ωραία Πύλη που από τον 10ο αιώνα ήταν η κύρια είσοδος στον Ναό. Δεξιά αυτού του προπυλαίου ήταν το αποδυτήριον (μητατώριον) όπου ο Αυτοκράτορας κατά την είσοδό του άλλαζε το τζιτζάκιο και φορούσε το σαγίο.Πάνω από τον έσω νάρθηκα είναι ο γυναικωνίτης, εξ ου και το όνομα "νάρθηξ γυναικωνίτιδος" η είσοδος στον οποίο οδηγούσεάλλο προαύλιο της Β.πλευράς (στο σχέδιο κάτω πλευράς).
Ο κύριος Ναός
Η είσοδος στον κυρίως Ναό, όπως προαναφέρθηκε, ήταν οι τρεις Βασιλικές πύλες και οι έξι, ανά τρεις εκατέρωθεν, του έσω νάρθηκα. Ο κυρίως Ναός χωρίζεται σε τρία κλίτη (στοές θα λέγαμε σήμερα), των οποίων το μεσαίο είναι διπλάσιου πλάτους των εκατέρωθεν. Το εσωτερικό σχέδιο είναι απλούν. Τέσσερις πεσσοί, κτιστοί στύλοι, συνδέονται μεταξύ τους με υπερώα τόξα στα οποία και φέρονται επιθόλια τόξα συναποτελώντας έτσι μια περιμετρική βάση επί της οποίας και εδράζει ο τεράστιος θόλος. Η περιμετρική βάση φέρει πλήθος στυλιδίων υπό μορφή παραθύρων από τα οποία και ολόκληρος ο Ναός καταυγάζεται από το φως. Η όλη κατασκευή παρουσιάζει πράγματι την εντύπωση μια αρμονίας φωτός και αρχιτεκτονικής. Τα 100 αυτά παράθυρα, 40 επί της στεφάνης του θόλου και τα υπόλοιπα στα ημιθόλια,τις κόγχες και τους τοίχους προσδίδουν την εικόνα της ανακρέμασης του θόλου από τον ουρανό, οι δε ακτίνες του Ήλιου που εισέρχονται στο χώρο δίνουν την εντύπωση να άγονται από τους ουρανούς. Γενικά τα τόξα, τα ημιθόλια και ο εκπληκτικός θόλος στηρίζονται στους τέσσερις πεσσούς οι λίθοι των οποίων φέρονται στερεομένοι με χυτό μόλυβδο και σιδερένιους μοχλούς. Στη δε κατασκευή του θόλου έχουν χρησιμοποιηθεί ελαφρόπετρες από τη Ρόδο που φέρουν την επιγραφή "Μεγάλης Εκκλησσίας του Κωνσταντίνου". Εξωτερικά και επί της κορυφής του θόλου φέροταν ο μέγας "ερυσίπτολις σταυρός" (=έρεισμα της πόλης), που έχει αντικατασταθεί με την ημισέληνο.
Μετά τη μετατροπή του ναού σε μουσουλμανικό τέμενος προστέθηκαν τέσσερις μιναρέδες.
Τα ψηφιδωτά της Αγίας Σοφίας είχαν υποστεί σημαντικές ζημιές και σήμερα γίνονται προσπάθειες για τη διάσωσή τους. Η διαδικασία της τεχνικής των ψηφιδωτών με το χρυσό, ήταν η ακόλουθη: Κολλούσαν φύλλα χρυσού πάνω σε ψηφίδες από γυαλί. Από πάνω περνούσαν ένα λεπτό στρώμα βερνικιού για την προστασία του χρυσού και τοποθετούσαν την κάθε ψηφίδα ανάποδα, ώστε το χρυσό να φαίνεται στο βάθος δια μέσου του γυαλιού.
Παραπομπές
Jump up ↑O
ναός αναφέρεται με αρκετές διαφορετικές ονομασίες και παραλλαγές. Πιο
συνηθισμένη ήταν η ονομασία Μεγάλη Εκκλησία που κατά ανάλογο τρόπο
αποδόθηκε στις μεγάλες εκκλησίες άλλων πόλεων, όπως της Αντιόχειας και
της Αλεξάνδρειας. Όπως παραδίδει ο Σωκράτης ο Ιστορικός
στην Εκκλησιαστική Ιστορία του, ο όρος Σοφία χρησιμοποιήθηκε
μεταγενέστερα. Άλλοι τύποι που συναντώνται επίσης είναι «Ιερό της
Σοφίας», «Αγία Σοφία του Θεού», «μεγάλη εκκλησία της επωνύμου Θεού
Σοφίας» και «μέγα του Θεού Λόγου τέμενος». Βλ. και Glanville Downey, The Name of the Church of St. Sophia in Constantinople, The Harvard Theological Review, Vol. 52, No. 1 (Jan., 1959), σσ. 37-41