Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρήστος Γιανναράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρήστος Γιανναράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Πώς «εκδικείται» η αλήθεια


Ο τρόπος που «εκδικείται» η αλήθεια είναι να υπάρχει. Υπάρχοντας εκθέτει και διασύρει όσους την παραγνωρίζουν, την παίρνουν αψήφιστα, τη λογαριάζουν εξουδετερωμένη ολοκληρωτικά από τη χρησιμότητα. Ακόμα και σε κοινωνίες πρωτόγονων εκτιμήσεων της ποιότητας, οι άνθρωποι χαμογελούν ειρωνικά ή και δυσφορούν βλέποντας να αναρριχώνται σε θώκους επισημότατους «βασιλιάδες γυμνοί», τσίτσιδοι. Το ειρωνικό χαμόγελο απλών, απλοϊκών ανθρώπων είναι η «εκδίκηση» της αλήθειας: Σπάζει κόκαλα, γιατί συνεχίζει να είναι, παρά πάσαν προσδοκίαν, αυτονόητη.

Ο τρόπος που «εκδικείται» η αλήθεια είναι σκληρός. Διαπομπεύει όσους την καπηλεύονται, εκτοπίζει και εξαφανίζει όσους προσχηματικά την υψώνουν μπαϊράκι, όσους μετέρχονται την απομίμηση σαν γνησιότητα. Σε ποιο πεδίο πραγματώνεται (γίνεται πράξη) η «εκδίκηση» της αλήθειας, και γιατί είναι δυσδιάκριτη στους πολλούς; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό, επειδή αφορά την αλήθεια, δεν μπορεί να έχει τη χρηστικότητα της πληροφορίας. Είναι, ήταν και θα είναι πάντοτε αδύνατο να γνωστοποιήσει κανείς ως πληροφορία, το «γιατί» ερωτεύθηκε τον μεγάλο της ζωής του έρωτα. Αν μπορεί να εντοπίσει τους λόγους, σίγουρα δεν γνώρισε ποτέ τον μεγάλο έρωτα. Αν κάποτε τον γνώρισε, χαμογελάει έκτοτε συγκαταβατικά ή ειρωνικά για τις φτηνιάρικες σαπουνόπερες. Χωρίς επιχειρήματα.

Η αλήθεια «εκδικείται», όταν λειτουργεί η ζωή, μην ψάχνουμε για φανερώσεις αλήθειας όταν είναι συντελεσμένος ο θάνατος. Ενας ζωγράφος ζωγραφίζει όσο παλεύει (με νύχια και με δόντια – χρώμα, σχήμα, γλώσσα των αισθήσεων) να «πει» τον έρωτά του, να φανερώσει – κοινωνήσει το θαύμα του έρωτά του, την έξοδο από το θανατερό καβούκι της εγωλαγνείας. Αυτός ζωγραφίζει για να υπάρχει, ενώ η πλειονότητα των ομοτέχνων του ζωγραφίζει για να συνδικαλίζεται, να «διαπλέκεται» με τους γκαλερίστες, να κομπάζει στα ΜΜΕ.

Αλήθεια υπάρχει όσο και όπου υπάρχει «σχέση»: έρωτας για ελευθερία από το εγώ, πόθος για την πραγμάτωση και φανέρωση της ετερότητας. Ολες οι άλλες «αλήθειες» είναι συνήθως ατομικές απόψεις, ατομικές προτιμήσεις, θεωρήσεις, πεποιθήσεις, βεβαιότητες για το «καλό» και το «κακό», γι’ αυτό που πρέπει και γι’ αυτό που δεν πρέπει. Τα ατομικά κτήματα έχουν συνήθως «κωδικές» τεκμηριώσεις της «αλήθειας» τους, επιχειρήματα και αναλύσεις της εγκυρότητάς τους. Και πασχίζουν πολλοί, πάμπολλοι αξιοσέβαστοι άνθρωποι, να αξιολογήσουν και συγκρίνουν ποιο υποκατάστατο της ζωής κομίζει λιγότερη αποφορά θανάτου από τα άλλα: Να προτιμήσουν τις προτάσεις Κουβέλη ή τις προτάσεις Λυκούδη, τους οραματισμούς Λαφαζάνη ή τους σχεδιασμούς Σταθάκη.

Δεν πρόκειται για τη ζωγραφική πια, δεν πρόκειται για τον έρωτα, αλλά μόνο για συνταγές χρηστικής «αποτελεσματικότητας». Συνταγές καθόλου περιττές, καθόλου περιφρονητέες, αλλά σήμερα πια ριζικά αυτονομημένες, αποκομμένες από το πάθος μετοχής στη ζωή, από τη χαρά κοινωνίας της ζωής. Σήμερα ζωγραφίζεις ή ερωτεύεσαι μόνο για το γούστο σου, μόνο για να κατέχεις, να καταναλώνεις – γι’ αυτό και δεν υπάρχει πουθενά η παραμικρή υποψία για την πολιτική ως χαρά μοιρασιάς της ζωής. Δεν μοιάζει να υπάρχει ζωγράφος που να παλεύει να «πει» όποια αλήθεια μόνο και συνεχώς κατακτιέται, χωρίς ποτέ να κατέχεται.
Σήμερα μοιάζει καταργημένη και ανύπαρκτη κάθε ευαισθησία συμμετοχικού κάλλους, κάθε αληθινός έρωτας, κάθε Τέχνη που αντιμάχεται τον εντυπωσιασμό και υπηρετεί την αποκάλυψη. Μοιάζει ολική η έκλειψη της πολιτικής. Ομως η αλήθεια υπάρχει, απίστευτα δυναμική: υπάρχει και «εκδικείται». Σκληρή η «εκδίκηση» της αλήθειας, επειδή και τα όσα διακυβεύονται μέγιστα και τίμια. Πόσοι και ποιοι σήμερα θα θεωρούσαν «επιτυχία» μια καριέρα Γεράσιμου Γιακουμάτου ή Αντζελας Γκερέκου, ποιος γονιός θα λαχταρούσε για το παιδί του τη δημόσια εικόνα του Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη ή της Κατερίνας Παπακώστα; Η αλλαγή του κοινωνικού αισθητηρίου για την επιτυχία και την ευτυχία, όπως και των κριτηρίων για την αξιολόγηση της ποιότητας δεν μετριέται ποσοτικά ή με δημοσκοπήσεις. Είναι αλλαγή που η δυναμική της τεκμαίρεται από τη σιωπή των μορφασμών, τη σκοτεινιά των βλεμμάτων, τη θελημένη αφωνία – τέτοιους παράγοντες, απροσδιόριστους. Τα σμήνη των σωματοφυλάκων και των «μπράβων», γύρω από τους νομείς της εξουσίας, έχουν ως κύριο ρόλο να τους κρατούν στο απυρόβλητο της «εκδίκησης» του ειρωνικού χαμόγελου απλοϊκών ανθρώπων, σοφών από πείρα.

Κάποιοι ακόμα βρίζουν, βωμολοχούν – είναι ο «τρόπος» που εκτονώνεται ο πρωτογονισμός, όχι ο «τρόπος» που «εκδικείται» η αλήθεια. Με εκρήξεις βωμολοχιών και χυδαιολογίας, γλώσσα του υποκόσμου, έχουν απομνημειωθεί να αυτοδιασύρονται ακόμα και ο κ. Μεϊμαράκης ή ο κ. Σαμαράς. Η αλήθεια «εκδικείται» στον αβίαστο μορφασμό του ταξιτζή, του κάθε βιοπαλαιστή, του κάθε άνεργου, όταν προφέρουν ονόματα σαν να τα φτύνουν –Σαμαράς, Βενιζέλος, Κουβέλης, Στουρνάρας– ονόματα που την προφορά τους την έπλασε στα ξεραμένα χείλη των Ελλήνων η χολή της άδικης στέρησης, ο απροσμέτρητος πανικός της ομηρίας στην ανήκεστη φτώχεια και αναξιοπρέπεια.

Καινούργιοι κάθε τόσο υπουργοί σε συμβατικές, συνεχείς αναπλάσεις κυβερνητικών σχημάτων, σχημάτων απροσχημάτιστα εντεταλμένων να παράσχουν «προστασία» στους αυτουργούς του εξωφρενικού υπερδανεισμού της χώρας. Υπερδανεισμού μόνο για να συντηρείται το πελατειακό κράτος, το τρελό φαγοπότι της κομματοκρατίας, να μην αγγίζει ποτέ ο νόμος τους «νταβατζήδες» που διαγουμίζουν τη χώρα. Ποτέ σε μια τόσο μικρή χώρα τόσοι και απανωτοί κυβερνητικοί ανασχηματισμοί δεν προκαλούσαν τέτοιον διεθνή ενθουσιασμό επιδοκιμασίας – επαίνους Τόμσεν (ΔΝΤ), συγχαρητήρια Ολι Ρεν (Ε.Ε.) και πάει λέγοντας.

Οσοι πιστεύουμε ακόμα τρελά, παράταιρα, στη ζωγραφική, όχι στους γκαλερίστες, στην «εκδίκηση» της αλήθειας που αντιμάχεται τον θάνατο, συνεχίζουμε την αποκαλυπτική των ουσιωδών σπουδή μας: Πώς προφέρουν οι εκτός τηλεοπτικής οθόνης Ελληνες τα ονόματα των καινούργιων υπουργών, με ποιο απαρόμοιαστο μείγμα αποτροπιασμού και συγκατάβασης –Κικίλιας, Βορίδης, Τασούλας, Μηταράκης– ήχος και μορφασμός που παίζει ανάμεσα σε ξόρκι και ξόδιασμα.

Ημερομηνία δημοσίευσης: 16 Ιουνίου 2014

__



Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Ψυχανάλυση και Ορθόδοξη Ανθρωπολογία


 Χρήστος Γιανναράς

Παρά την πληθώρα των πολιτισμικών μειονεκτημάτων, πιστεύω πως η εποχή μας, σε σύγκριση με τους αιώνες της μεγάλης αιχμής της εκκλησιαστικής θεολογίας, επωφελείται από ένα διπλό προνόμιο. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στην γνώση της φύσης που η σύγχρονη επιστήμη (και ιδιαίτερα η κβαντομηχανική) μας έχει χαρίσει με την γλώσσα και την μέθοδο της σύγχρονης επιστημονικής έρευνας, καθώς και στους ορίζοντες που η σύγχρονη επιστήμης της ψυχολογίας-ψυχανάλυσης έχει ανοίξει για την μελέτη του ανθρώπινου υποκειμένου.

Είμαι της γνώμης ότι οι μεγάλοι Πατέρες και δάσκαλοι της Εκκλησίας δεν αγνόησαν της επιστημονική γνώση της εποχής του. Αντίθετα, την χρησιμοποίησαν για να φωτίσουν την ερμηνεία του υπαρκτού και πραγματικού που διακηρύσσει η εκκλησιαστική εμπειρία. Πείθεται κανείς για αυτό απλώς με την εξέταση των πατερικών σχολίων στην ομιλία εις την εξαήμερον, ή από την ορολογία και την μεθοδολογία που οι Πατέρες προσλαμβάνουν από το "περί ψυχής" του Αριστοτέλη: Η εκκλησιαστική θεολογία είναι η ζείδωρος συνέχεια του γεγονότος της ενσάρκωσης του Λόγου:  λαμβάνει αδιάλειπτα σάρκα ιστορική, εμψυχώνοντας αυτό που έχει προσλάβει. 

Θα επιχειρήσω να καταδείξω σύντομα πώς αυτή η διαδικασία της διανοητικής ενσωμάτωσης μπορεί να επιτευχθεί σήμερα, βασιζόμενη στα συμπεράσματα της ψυχοαναλυτικής έρευνας πάνω στην πρωτογενή συγκρότηση του ανθρώπινου υποκειμένου. Τι βαθμός αμοιβαίας συμπληρωματικότητας υπάρχει μεταξύ της ψυχαναλυτικής θεώρησης του ανθρώπινου υποκειμένου και της εκκλησιαστικής ερμηνείας του ανθρώπου ως προσώπου;. Μπορώ να προσφέρω μονάχα κάποιες νύξεις, αλλά πιστεύω πως προσφέρουν γόνιμο έδαφος για περαιτέρω έρευνα. Είναι κοινή γνώση ότι στην σύγχρονη επιστήμη δεν υπάρχουν βεβαιότητες. Μπορούν να υπάρξουν μόνο διαψεύσιμες ερμηνευτικές προτάσεις οι οποίες γίνονται αποδεκτές υπό τον όρο ότι δεν υπάρχουν άλλες προτάσεις με ευρύτερες ερμηνευτικές δυνατότητες.

Αντλώ αυτές τις παρατηρήσεις από την γαλλική ψυχοαναλυτική έρευνα της λεγόμενες σχολής του Jacques Lacan, η οποία αναδεικνύεται ως η πιο πιστή στην λεγόμενη φροϊδική παράδοση. Τα κείμενα που με βοήθησαν είναι αυτά του Lacan, καθώς και βιβλία των Fracoise Dolto, Denis Vasse, Gerard Severin, και Daniel Lagache. Δεν είμαι ειδικός στο πεδίο της ψυχολογίας-ψυχαναάλυσης, οπότε όποιες ανακρίβειες, παρερμηνείες ή λάθη πρέπει να αποδοθούν στην  προσωπική μου ανεπάρκεια και όχι στις πηγές μου.

Ποια είναι η θεώρηση της σύγχρονης ψυχολογίας για το ανθρώπινο υποκείμενο; Κατ’ αρχάς, ως υπαρκτό γεγονός διακριτό από ένα βιολογικό ον, όχι δίχως συνάφεια αλλά πάντα έτερο, διάφορο – όχι ταυτόσημο - του βιολογικού ατόμου. Αν επιχειρήσουμε να επισημάνουμε την βασική ποιοτική διάκριση μεταξύ του υποκειμένου και του βιολογικού εαυτού, θα πρέπει να να επιστρατεύσουμε τον όρο «αναφορικότητα»: το ενδεχόμενο της υπαρκτικής αναφοράς. Ένα βρέφος έρχεται στον κόσμο δίχως ομιλία, φαντασία ή κρίση. Είναι προικισμένο μόνο με την δυνατότητα της αναφοράς. Και αυτό στο οποίο αναφέρεται – η μορφή της αναφοράς – είναι η θεμελιώδης πρωτογενής επιθυμία. Η αναφορικότητα της επιθυμίας – η επιθυμιτή αναφορικότητα – είναι ο πρωταρχικός ορισμός της ύπαρξης του υποκειμένου. Επιθυμώ, άρα υπάρχω. «Desidero είναι το φροϋδικό cogito. Είναι οπωσδήποτε εκεί (στην επιθυμία), όπου καθορίζεται το ουσιώδες της πρωτογενούς διαδικασίας». [1].

Στην θετική γλώσσα του ρεαλισμού της ψυχαναλυτικής έρευνας, η επιθυμία δεν είναι απροσδιόριστη. Είναι η libido - ερωτική επιθυμία πληρωματικής σχέσης. Αυτό που αναζητά κάθε άνθρωπος, από την στιγμή του διαχωρισμού του από την μήτρα, είναι η αμεσότητα και πληρότητα της σχέσης-συνουσίας. Όχι πρώτα την ύπαρξη του βιολογικού εαυτού και μετά την σχέση, αλλά την άντληση της ύπαρξης του μέσα από την σχέση – να υπάρχει ως γεγονός σχέσης.

Η libido ως ερωτική επιθυμία για ολοκλήρωση σχέσης  είναι ίδιο χαρακτηριστικό του ανθρώπου.  Υπερβαίνει, ως δεδομένη ορμή, τον βιολογικό σκοπό της αναπαραγωγής και συνιστά, κατά τον Lacan, «ατόφιο ένστικτο ζωής, με άλλα λόγια, ζωή αιώνια, ζωή δίχως όρια, μια ζωή δίχως την ανάγκη οργάνου, ζωή απλή και χωρίς τέλος». [2]

Η επιθυμία για ζωή είναι επιθυμία για ολοκλήρωση σχέσης και η ανταπόκριση στην επιθυμία είναι μόνο η δυνατότητα για σχέση.  Αλλά με μια αφηρημένη υποθετική έννοια, η επιθυμία για ζωή διαμεσολαβείται πρώτα από την συγκεκριμένη επιθυμία για τροφή, η οποία είναι η ζωτική προϋπόθεση για την βιολογική επιβίωση του βρέφους. Το βρέφος επιθυμεί την ζωτική σχέση με την τροφή, αλλά όχι μόνο για να ικανοποιήσει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης.  Έτσι ένα ψυχολογικά ανορεξικό βρέφος πεθαίνει από την ίδια του την διάθεση, καταδεικνύοντας πως η «ψυχή είναι» ουσιώδης για την ύπαρξη περισσότερο από τους ρυθμιστικούς μηχανισμούς των βιολογικών λειτουργιών του. [3]

Η ζωτική επιθυμία του βρέφους για τροφή βρίσκει την πρώτη δυνατή ανταπόκριση στο μητρικό στήθος. Το στήθος της μητέρας σημαίνει την δυνατότητα ανταπόκρισης στην ζωτική επιθυμία; είναι το πρώτο σημαίνον, το ιδρυτικό γεγονός σχέσης που σχηματίζει το υποκείμενο. Η εμφάνιση του σημαίνοντος είναι προαπαιτούμενο της σχέσης, η απαραίτητη απαρχή του υυποκειμένου. Το υποκείμενο γεννιέται  όταν το σημαίνον εμφανίζεται στον τόπο του Άλλου [4] - αναδύεται η δυνατότητα ανταπόκρισης στην επιθυμία.

Το γεγονός της σχέσης «γεννά» το υποκείμενο, διακριβώνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την πρωτογενή αναφορικότητα του τρόπου της ύπαρξης, ένας τρόπος που εκφράζεται στον λόγο. «Αν το υποκείμενο ορίζεται από την γλώσσα και τον λόγο, τότε αυτό σημαίνει πως το υποκείμενο, in initio, αρχίζει στον χώρο του Άλλου, υπό την προϋπόθεση πως το πρώτο σημαίνον εμφανίζεται εκεί.»

Αυτή είναι η πιο ριζική απόρριψη της θεώρησης του υποκειμένου ως έναν οντικό εαυτό αλλά και της θεώρησης του υποκειμένου ως μια ατομική διάνοια, ως μια μονάδα με την ικανότητα της λογικής σκέψης. Πριν την σκέψη υπάρχει η επιθυμία που συνιστά το υποκείμενο και το καθιστά ως λογική ύπαρξη. Με όποιο τρόπο και αν ονομάσουμε το υποκείμενο, αυτό είναι ένα ερωτικό γεγονός και επειδή είναι ερωτικό γεγονός είναι και λογική ύπαρξη. H ερωτική ορμή πραγματώνεται μέσω του λόγου, και αυτή η πραγμάτωση συνιστά το υποκείμενο. [5]

Το υποκείμενο γεννιέται από την στιγμή που το σημαίνον εμφανίζεται στον χώρο του Άλλου. Η εμφάνιση του σημαίνοντος καθιστά απτή την δυνατότητα ανταπόκρισης στην επιθυμία – την καθιστά σε Λόγο. Αλλά την ίδια στιγμή η λογική φύση του σημαίνοντος συγκεκριμενοποιεί την επιθυμία ως λογικό αίτημα. Αυτό που σημαίνει το σημαίνον είναι αυτό που φαίνεται στην επιφάνεια του. Είναι η δυνατότητα μιας ολοκληρωμένης σχέσης που είναι μια ολοκληρωμένη ζωή. Και το σημαινόμενο αναφέρεται εν δυνάμει στο υποκείμενο – είναι η λογική ανταπόκριση της πρωτογενούς επιθυμίας του υποκειμένου, η αμοιβαία αναφορικότητα που συγκροτούν την επιθυμία σε Λόγο – λογικό αίτημα.

Είναι η αμοιβαία αναφορικότητα που συγκροτεί το υποκείμενο σε υπαρκτικό γεγονός σχέσης, ως λογική ύπαρξη, ως ύπαρξη με τη δυνατότητα να προσλάβει την συλλογική λογική της ανθρώπινης κοινωνίας.

Το πρώτο σημαίνον ίσως να είναι το στήθος της μητέρας, καθότι αυτή η ζωτική σχέση στην οποία στοχεύει η πρωτογενής επιθυμία  δεν είναι αφηρημένη. Αλλά, είναι μια σχέση κοινωνίας στην τροφή – μια πραγματική σχέση από την οποία εξαρτάται η ζωή. Πάραυτα η επιθυμία δεν εξαντλείται στην λήψη της τροφής, η επιθυμία δεν προσβλέπει μόνο στην βιολογική επιβίωση αλλά σε μια ζωή δίχως όρια, σε ζωή αθάνατη.  «Αν η πρόσληψη τροφής δεν είναι συνδεδεμένη με την εμπειρία μιας παρουσίας η οποία μένει ή εξαφανίζεται χωρίς να παύει να σημαίνεται, αν το Άλλο της επιθυμίας δεν διαμεσολαβείται από την εναλλακτική παρουσία και απουσία του παρόχου της τροφής, τότε το βρέφος δεν θα εισέλθει ποτέ στον κόσμο του ανθρώπου, στο κόσμο της γλώσσας και των συμβόλων».[6]

Για αυτό τον λόγο, ο κεντρικός και αποφασιστικό παράγοντας στην ίδρυση και συγκρότηση του υποκειμένου δεν είναι το πρώτο σημαίνον αλλά το τελευταίο σημαινόμενο, στο οποίο κατευθύνεται η πρωτογενής επιθυμία για μια ολοκληρωμένη σχέση, αλλά η οποία θα είναι πάντα ανολοκλήρωτη. Το σημαίνον της ανταπόκρισης στην επιθυμία πάντα αναδύεται στον τόπο του Άλλου και αυτή η ανάδυσή του συγκροτεί το λογικό υποκείμενο. Πάντα όμως, το Άλλο παραμένει το υπερβατικό αντικείμενο της ολοκλήρωσης της σχέσης, της αθάνατης ζωής. Για αυτό τον λόγο ο Lacan , χωρίς προθέσεις μεταφυσικής και μόνο με τον ρεαλισμό της κλινικής εμπειρίας – αναφέρεται στο υπερβατικό Άλλο με κεφαλαίο «Α». Το υποκείμενο γεννιέται στον τόπο του Άλλου, δεν υπάρχει ανθρώπινο υποκείμενο παραμόνο ως ανταπόκριση στην επιθυμία μιας ολοκληρωμένης σχέσης με το υπερβατικό Άλλο που καλεί το υποκείμενο στην ύπαρξη.

Στην διαδρομή μιας εφήμερης ζωής, το Άλλο διαμεσολαβείται από το στήθος της μητέρας, από την παρουσία ή απουσία της μητέρας, μέσω του φαγητού, της στοργής, μέσω της γλώσσας επικοινωνίας, μέσω της  επέμβασης της εικόνας του πατέρα – επέμβαση που κοινωνικοποιεί την ζωτική σχέση με την μητέρα και οικοδομεί την επίγνωση του Εγώ ως έναν αυτόνομο Τρίτο.

Το Άλλο διαμεσολαβείται ύστερα με την άφιξη της ωριμότητας, από το σώμα της επιθυμητής ερωτικής συνουσίας, από την έκπληξη της οικίας ετερότητας των απογόνων – μια έκπληξη που ελευθερώνει την σωματική ύπαρξη από την χωροχρονική ατομικότητα. Το άλλο μεσολαβείται επίσης πολυποίκιλα από την αυθεντία του νόμου, το ερωτικό κάλος της φύσης, της απεριόριστη δυναμική των σημαινόντων της σχέσης.

Το υποκείμενο καθίσταται υπαρκτικό γεγονός λόγω της ζωτικής του επιθυμίας για εκπλήρωσης σχέσης με το υπερβατικό Άλλο. Και η επιθυμία παραμένει ως υπαρκτικό αναφερόμενο διότι ο χώρος του Άλλου δεν ορίζεται ποτέ σε μια δεδομένη παρουσία αλλά διότι είναι ένας χώρος παρουσίας-απουσίας του πολύπλευρου σημαινόμενου. Ακόμη και σημαίνοντα που μεσολαβούν αναφέρονται μόνο στην παρουσία-απουσία της ανταπόκρισης στην ζωτική επιθυμία: αν η παρουσία της μητέρας ήταν μόνιμη, συνεχής και ελέγχετο από το βρέφος (αν η μητέρα κρατούσε το βρέφος συνεχώς στην αγκαλιά της και πρόσφερε το στήθος της), το βρέφος δεν θα μπορούσε ποτέ να συγκροτηθεί σε λογικό υποκείμενο. Δεν θα υπήρχε η ανάδυση του σημαίνοντος της επιθυμίας στο χώρο της μητέρας και για αυτό δεν θα υπήρχε συγκρότηση.

Αν το Άλλο της δεδομένης λογικής κλήσης για σχέση, το Άλλο του ποθούμενου τέλους της σχέσης, ήταν μια δεδομένη και κατοχυρωμένη νευτώνεια παρουσία, δεν θα ήταν δυνατό για τα σημαίνοντα της κλήσης και τα σημαίνοντα της σχέσης να αναδυθούν, δεν θα υπήρχε ανθρώπινη λογική ύπαρξη. Η αληθινή απόσταση από την φυσική και την μεταφυσική, η άρνηση της υποταγής του Θεού σε οριστικές βεβαιότητες, είναι η υπαρκτική προϋπόθεση του λογικού υποκειμένου.

Ο άνθρωπος έρχεται στον κόσμο ως φορέας επιθυμιών, επιθυμίας για αιώνια και ολοκληρωμένη ζωή. Και για την ανθρώπινη επιθυμία, η ολοκληρωμένη ζωή είναι η ολοκλήρωση, πληρότητα της σχέσης, η ερωτική κοινωνία. Για αυτό τον λόγο η δυνατή ανταπόκριση στην επιθυμία – τα σημαίνοντα της εκπλήρωσης της επιθυμίας – αναδύονται μόνο στον χώρο του Άλλου. Οι δυνατότητες είναι πάντα παροδικές και κατακερματισμένες σε σύγκριση με την επιθυμία ολοκλήρωσης της σχέσης. Δεν παύουν να σημαίνονται ως δυνατότητα για σχέση. Τα σημαίνοντα της σχέσης είναι τα πρωτογενή στοιχεία του λόγου. Η εμφάνιση των σημαινόντων γεννά το υποκείμενο, το συγκροτεί ως λογική ύπαρξη. Το υποκείμενο υπάρχει με τον τρόπο του Λόγο, με τον τρόπο της αναφορικότητας. Η λογική αναφορικότητα εκφράζεται και οικοδομείται μέσω της γλωσσικής σύνταξης και συμβολισμού.

Η λογική αναφορικότητα είναι αυτή της επιθυμίας, αλλά η επιθυμία δεν εξαντλεί τον εαυτό της με τα σημαινόμενα των παροδικών και κατακερματισμένων σημαινόντων. Η συγκρότηση της επιθυμίας σε αίτημα δεν εξαντλεί την ποθούμενη αναφορικότητα του υποκειμένου. Πάντα υπάρχει υπόλοιπο επιθυμίας, μια ένδειξη του αιτήματος για οποιαδήποτε σχέση, άλλη μια φορά ως επιθυμία.

Το υπόλοιπο προσδιορίζεται από την λογική – με άλλα λόγια, από την αναφορικότητα της επιθυμίας: είναι ένα υπόστρωμα της επιθυμίας που διαφυλάττει τον τρόπο του λόγου, τον τρόπο ή την δομή του λόγου. Είναι ασυνείδητο. Με τον όρο «ασυνείδητο» εννοούμε αυτό που παραμένει ως επιθυμία (με τον τρόπο του λόγου) όταν η αναφορικότητα της επιθυμίας έχει συγκροτηθεί σε αίτημα μέσω του σημαίνοντος. [7]

Το ασυνείδητο συγκροτείται από τις συνέπειες των σημαινόντων, δηλαδή, από τις συνέπειες του γεγονότος ότι το σημαινόμενο εκφράζει την επιθυμία που έχει συγκροτηθεί σε αίτημα, χωρίς να εξαντλεί την αναφορικότητα της επιθυμίας. Η επιθυμία παραμένει ένα κοσμικό υπόστρωμα όλων των σημαινομένων αιτήσεων, ένα υπόστρωμα που και το ίδιο είναι αναφορικό (αναφέρεται στην υπερβατική πλήρωση, που είναι ο σκοπός της επιθυμίας).

Η μεγαλύτερη συνεισφορά του Lacan στην ψυχαναλυτική επιστήμη συνοψίζεται στον παρακάτω αφορισμό: «Το υποσυνείδητο δομείται ως γλώσσα ».[8] Αυτό το συμπέρασμα εκφράζει καταρχάς  τον αναφορικό χαρακτήρα του υποσυνείδητου υποστρώματος της υποκειμενικότητας. Εκφράζει τόσο τον αναφορικό τρόπο με τον οποίο συγκροτείται το υποσυνείδητο όσο και το αναφορικό , το οποίο θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε ως το περιεχόμενο (ή υπόλοιπο) του ασυνείδητου. Συνεπώς, τόσο η δομή όσο και αυτό που συγκροτείται είναι ομόλογα ως προς την γλώσσα: η γλώσσα είναι το σύνολο των σημαινόντων ως σύνθεση των σημαινόντων. Η γλώσσα είναι ο τρόπος της αναφοράς και της σχέσης.

Το ασυνείδητο συγκροτείται όπως η γλώσσα διότι είναι «υπόλοιπο» ή «υπόστρωμα» της επιθυμίας και η επιθυμία αναφέρεται μόνο από τον λόγο, την λογική άρθρωση, δομή της γλώσσας. Το υποσυνείδητο είναι η ανεξευρεύνητη αλλά πραγματική απόσταση μεταξύ του διαρκώς ανεκπλήρωτου της επιθυμίας και της επιθυμητής ολοκλήρωσης της ερωτικής συνουσίας με το υπερβατικό Άλλο. Το ασυνείδητο αυτό καθαυτό παραμένει μια επιθυμία που αρθρώνεται μέσω του λόγου, φανερώνοντας την βασική και θεμελιώδη λογική της αναφοράς που κάνει το υποκείμενο να είναι υποκείμενο.

Ο τρόπος με τον οποίο το ασυνείδητο αναδύεται (μέσω της ψυχαναλυτικής μεθόδου) εκφράζει την αναφορική φύση της συγκρότησης του υποκειμένου σε κάθε επίπεδο. Υποθέτουμε κάποιον πυρήνα υποκειμενικότητας, ακόμη και αν το υποκείμενο εκφράζεται και προσεγγίζεται μόνο με τον τρόπο του λόγου.

Ο υποστατικός «πυρήνας» της υποκειμενικότητας δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί  μέσω νοητικών συλλήψεων καθώς την ίδια στιγμή  αντικειμενοποιείται και κατακτάται από το υποκείμενο, δεν ταυτίζεται με αυτό. Τότε, ποια είναι η εναλλακτική στην νοητική σύλληψη όταν πρόκειται για τον αυτοκαθορισμό του υποκειμένου; Ο Lacan αποκρίνεται: «το είναι του υποκειμένου, αυτό που βρίσκεται πίσω από την νοητική σύλληψη».

Βέβαια, αν η έννοια αντικειμενοποιεί το είναι, αφήνοντας έξω «αυτό που βρίσκεται πίσω από διανοητική σύλληψη», η επιλογή του είναι ως αυτοπροσδιορισμού του πυρήνα της υποκειμενικότητας χάνεται στην απροσδιοριστία της μη-σύλληψης. «Ό,τι και να επιλέξουμε, το αποτέλεσμα δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Επιλέγουμε το είναι, και το υποκείμενο εξαφανίζεται, μας διαφεύγει και η σύλληψή του γίνεται αδύνατη. Επιλέγουμε, την νοητική σύλληψη, και η σύλληψη επιβιώνει παραμορφωμένη από αυτό το κομμάτι το νοητικά απροσδιόριστο, το οποίο είναι προφανώς αυτό που εγκαθιδρύει το ασυνείδητο μέσω της πραγμάτωσης του υποκειμένου».[9]

Τελικά ούτε η σύλληψη, ούτε το είναι. Υπάρχει μια τρίτη επιλογή αναφορικά με τον αυτο-ορισμό του υποκειμένου; Η Εκκλησία απαντά: «Αρχή μοι και υπόστασις το πλαστουργών σου γέγονε πρόσταγμα». Ο πυρήνας, η η υπόσταση του υποκειμένου, είναι κλήση από το μη-είναι στο είναι. Και η υπόσταση είναι προσωπική, όταν ο Θεός καλεί τα όντα από το μη-όν, όντα με την ικανότητα της λογικής σχέσης/κοινωνίας με Αυτόν. Το θέλημα του Θεού να κοινωνήσει την άκτιστη ύπαρξή του με την προσωπική κτιστή ύπαρξη είναι ενεργό θέλημα(active will), και είναι ένα έργο και το έργο του Θεού είναι ο λόγος Του: «In the case of God, the work is Iogos » [10].

Ο άνθρωπος είναι μια προσωπική ύπαρξη επειδή το δημιουργικό κάλεσμα του Θεού  προϋποθέτει την ανθρώπινη ανταπόκριση όχι απλά ως έκφραση θέλησης αλλά ως τρόπο του είναι, ως υπαρκτικό γεγονός. Έτσι, η αναφορικότητα, του τρόπου της σχέσης, ο τρόπος του λόγου δεν είναι ένα από τα «γνωρίσματα» ή «ικανότητες» του υποκειμένου αλλά η υπό όρους δυνατότητα ίδρυσης και δημιουργίας του υποκειμένου.

Συνεπώς η ψυχαναλυτική ορολογία μας επιτρέπει να επαναδιατυπώσουμε τον εκκλησιαστικό ορισμό του ανθρώπινου προσώπου: ο άνθρωπος είναι προσωπική ύπαρξη διότι ιδρύεται, δημιουργείται και ενεργεί ως γεγονός σχέσης. Δεν είναι απλά τοποθετημένο, όπως κάθε βιολογικό ον, στο δίκτυο των  αλληλοσχετισμών και στις αλληλοσυνδεδεμένες ανταλλαγές ενέργειας που συνιστούν την βιόσφαιρα. Αλλά η ύπαρξή του αυτή καθαυτή είναι μια δυναμική πραγμάτωση σχέσεων, η ορμή της επιθυμίας για μια ολοκληρωμένη υπαρξιακή σχέση.

Το ανθρώπινο πρόσωπο γεννιέται στον χώρο του Θεού. Η ορμή της επιθυμίας για μια ολοκληρωμένη υπαρξιακή σχέση με Αυτόν είναι η ζωοδότης κλήση Του, η οποία εγκαθιδρύει και δημιουργεί το ανθρώπινο πρόσωπο ως υπαρξιακό γεγονός ερωτικής αναφοράς. Η σχέση μεταξύ ανθρώπου και Θεού δεν είναι μια διανοητική απόφαση ή μια συνειδητή ηθική απόπειρα. Είναι το γεγονός του προσωπικού τρόπου της ύπαρξης, ο τρόπος της ύπαρξης που περικλείει τόσο συνειδητές όσο και ασυνείδητες εκφάνσεις της ύπαρξής Του.  Για αυτό τον λόγο, η Εκκλησία απορρίπτει την ηθικότητα (η οποία αναφέρεται μόνο στην συνειδητή θέληση) και επιμένει στην άσκηση (η οποία αποβλέπει στο σύνολο της ύπαρξης, συνειδητής και ασυνείδητης). Δεν είναι η λογική και συνειδητή θέληση που καθορίζει το υπαρκτικό γεγονός της σχέσης. Είναι η σχέση που γεννά τον λόγο και όχι ο λογος την σχέση. Ο τρόπος της σχέσης διαμορφώνει τόσο την συνείδηση όσο και το ασυνείδητο του υποκειμένου.

Αν ο άνθρωπος είναι μια υποστατική απάντηση στην θεϊκή κλήση για σχέση, αν χρωστά την υπαρκτική αρχή του στην κλητική ενέργεια του Ακτίστου, τότε ο προσωπικός χαρακτήρας του έχει την ελευθερία να πραγματώσει ή να απορρίψει την ύπαρξη ως αμοιβαία σχέση, ως αγαπητική κοινωνία του είναι. Αν το ανθρώπινο πρόσωπο έρχεται στην ύπαρξη χάρη της κλητικής ενέργειας του Θεού, η οποία είναι μόνο αγαπητική, και αν η υπαρκτική απάντηση στην κλήση Του δεν είναι καταφατική αλλά αρνητική, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε τα εξής δύο: η ελεύθερη απόρριψη του κτιστού αναιρεί και ακυρώνει την αγαπητική ενέργεια του Ακτίστου, ειδάλλως  η αγαπητική κλητική ενέργεια του Ακτίστου, η οποία είναι άχρονη, καθιστά άχρονη και την υπαρξιακή άρνηση του κτιστού.

Η δεύτερη πιθανότητα αναφέρεται στο απόλυτο της αγάπης, η οποία σέβεται την ελευθερία, ακόμα και αν η ελευθερία υποστασιάζει την άρνηση της αγαπητικής αμοιβαιότητας. Μια τέτοια άρνηση σημαίνει μια περιστολή, παραμόρφωση, και ελάττωση των υπαρκτικών δυνατοτήτων της επιθυμίας, δυνατότητες της ύπαρξης ως ολοκληρωμένης, αγαπητικής σχέσης. Δεν προέρχεται από ανεπαρκή «χάρη» (το δώρο της ζωοδότη ενέργειας του Θεού) αλλά από την ελεύθερη άρνηση του παραλήπτη να υποστασιάσει την χάρη ως υπαρκτικό γεγονός σχέσης. Και η μετάπτωση της επιθυμίας σε ναρκισσιστικούς εγωκεντρικούς στόχους είναι μόνο μια αυτο-τιμωρία: το βασανιστήριο μιας ύπαρξης η οποία ενεργώς αρνείται την ίδια, χωρίς όμως είναι ικανή να ακυρώσει την υποστατική της σύνθεση.

Μια ακόμη συνεισφορά της μοντέρνας ψυχολογίας-ψυχανάλυσης στην οντολογική συζήτηση είναι ότι φωτίζει αυτή το βασανιστήριο του ναρκισσιστικού εγωκεντρισμού με την ρεαλιστική γλώσσα της κλινικής εμπειρίας σε σχέση με την νεύρωση και την ψύχωση. [11]

Σημειώσεις
1.Jacques Lacan, Le Séminaire, vol. II : Les quatre concepts fondamentaux de la psychanalyse, texte établi par Jacques-Alain Miller (Paris; Editions du Seuil. 1973), 141. 
2. Ibid., 180. 
3. Cornelius Castoriadis, L' institution imaginaire de la société (Paris: Editions du Seuil. 1975), 392. 
4. Lacan, Le Séminaire, vol. II, 181. 
5. Ibid., 180. 
6. Denis Vasse, Le Temps du désir ( Paris : Editions du Seuil, 1%9) 
7. Lacan, Le Séminaire, vol. II, 141. 
8. Ibid., 23: «L' inconscient est structure comme un langage ». 
9. Ibid., 191-19
10. Gregory of Nyssa, On the Hexameron. P.G 44, 73A. 
11. Igor Caruso, Psychoanalyse und Synthese der Exist ε nz (Vienna: Herder Verlag, 1952), είναι αντιπροσωπευτικό και ιδιαίτερα σημαντικό για την σύνδεση μεταξύ κλινικής εμπειρίας και εκκλησιαστικής ανθρωπολογίας.
Μετέφρασε ο φίλος της ιστοσελίδας Αθανάσιος Αλεξανδρής από την  αγγλική έκδοση του κειμένου στο περιοδικού Θεολογία, Τόμος ΟΔ' (2003), Τεύχος 1.
  
πηγή: Aντίφωνο


Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Έχουμε πολλές «άγνωστες λέξεις»


.

Η γλώσσα για να «πούμε» την Aνάσταση, να μιλήσουμε για το Πάσχα, μοιάζει ασύμβατη με τη λογική μας και την εμπειρία μας. Tέτοιες λέξεις και νοήματα τα καταχωρούμε στο πεδίο της «πίστης», και την πίστη την ταυτίζουμε με ατομικές πεποιθήσεις. Tις πεποιθήσεις τις θέλουμε για ψυχολογική κατανάλωση, δεν είναι λογική ή εμπειρική η επιλογή τους.

H παραδοχή ότι «υπάρχει Θεός» δεν είναι παράλογη. H έννοια «Θεός» ανήκει στις προϋποθετικές «σταθερές» με τις οποίες ο νους «υποδέχεται» τις παραστάσεις-εικόνες των αισθητών και τις συντάσσει λογικά, δηλαδή τις οργανώνει σε συσχετισμούς αιτίας και αποτελέσματος, αιτίας και σκοπού, αρχής και τέλους, ολότητας και μέρους, κ.λπ. Kατα-νοούνται τα υπαρκτά, επειδή λογο-ποιούνται (εντάσσονται σε λόγους-σχέσεις) από τον νου. H σύνδεση των «όντων» και των «γιγνομένων» με μιαν αρχική αιτία (τον Θεό) και έναν τελικό σκοπό, είναι μέσα στη λειτουργία κατα-νόησης της πραγματικότητας, έστω κι αν κάποια στιγμή απορρίψουμε τον συσχετισμό.


Oμως, το να κατανοούμε τον Θεό ως Aιτιώδη Aρχή της ύπαρξης και των υπαρκτών, δεν σημαίνει ότι τον γνωρίζουμε, ότι έχουμε εμπειρική πιστοποίηση της ύπαρξής του, ότι τη γνώση την προσπορίζει η αμεσότητα της «σχέσης» μας μαζί του. O Πασκάλ ξεχώριζε τον «Θεό» που είναι παράγωγο της διάνοιας (Dieu des philosophes et des savants) από τον Θεό του Aβραάμ, του Iσαάκ, του Iακώβ (τον Θεό που τον βεβαιώνει η ιστορική εμπειρία). Kαι ο Xάιντεγγερ δικαίωνε τον Nίτσε για το κήρυγμα «θανάτου του Θεού», ο οποίος ήταν απλώς ένα είδωλο της διάνοιας – «στον Θεό της νοησιαρχίας ο άνθρωπος δεν μπορεί να προσευχηθεί, ούτε να τον λατρέψει».

Πώς γίνεται να γνωρίσει ο άνθρωπος τον Θεό όχι διανοητικά αλλά εμπειρικά, να έχει «σχέση» πραγματική μαζί του; H μαρτυρία των έμπειρων λέει: γίνεται, σε δυο πεδία. Oπως γίνεται να γνωρίσει κανείς τον ζωγράφο μέσα από τη ζωγραφιά του, τον μουσουργό μέσα από τη μουσική του, τον ποιητή μέσα από το ποίημα. Γνωρίζουμε τον ενεργούντα χάρη στο προσωπικό του ενέργημα, την ετερότητα του δημιουργού (το μοναδικό, ανόμοιο και ανεπανάληπτο της ύπαρξης και της δημιουργίας του) μέσα από τον λόγο-τρόπο των έργων του. Aκούμε ή βλέπουμε ή ακούμε το «ποίημα», και λέμε: «αυτό είναι Kαβάφης», «είναι Bαν Γκογκ», «είναι Mότσαρτ». Δεν λέμε: είναι «του» τάδε, λέμε: «είναι» ο τάδε. O ρεαλισμός της γνώσης γεννιέται από τη δυναμική της «σχέσης».

Που σημαίνει: Tο πέρασμα από τον λόγο του τεχνήματος στον λόγο – φανέρωση της υπαρκτικής μοναδικότητας του τεχνίτη δεν είναι υποχρεωτικό, δεν το κάνουν όλοι. Eίναι κατόρθωμα «σχέσης», δηλαδή ελευθερίας από τις αναγκαιότητες του ενστίκτου, τη δουλεία στον εγωκεντρισμό. O ρεαλισμός της «σχέσης» κατακτιέται (ή χαρίζεται) όπως κάθε αληθινός έρωτας – δεν αγοράζεται, δεν εκβιάζεται, δεν είναι καταναλωτικό προϊόν. O εγωκεντρικός χρήστης – καταναλωτής που ξέρει μόνο να κατέχει και όχι να μετέχει, όχι να μοιράζεται, να σχετίζεται, να κοινωνεί, δεν θα συναντήσει ποτέ στο καλλιτέχνημα τον καλλιτέχνη, δεν θα συλλαβίσει ποτέ προσωπική υπαρκτική ετερότητα στην Tέχνη. Tο ίδιο όπως και σε έναν ανέραστο συμβατικό γάμο είναι ανέφικτο να πραγματωθεί και αναδυθεί η μοναδικότητα του καθενός στην επίγνωση του άλλου της συμβίωσης.

Kατά προέκταση και ο καταιγισμός των χρωμάτων σε ένα ηλιοβασίλεμα, το θάμβος ομορφιάς και ευωδιάς στον ανθό ή στον πολύχυμο καρπό, η σταγόνα της βροχής, άκρη στο φύλλο, που η αχτίδα του ήλιου την κάνει διαμαντόπετρα, μπορεί να είναι συνάντηση προσωπική τόσο εναργής και κατακέφαλη με την ετερότητα δημιουργού Προσώπου όσο και η «εξαίφνης» αποκάλυψη του Kαβάφη, του Bαν Γκογκ ή του Mότσαρτ μέσα από το έργο τους. Aλλά είναι εξίσου πιθανό, να προσπεράσει ο άνθρωπος το θαύμα του κάλλους και την ιλιγγιώδη σοφία, όπως προσπερνάει τη μουσική για να ηδονιστεί με τον πανδαιμόνιο του πρωτογονισμού στην ντισκοτέκ. H έξοδος από την αισθητική, νοητική, ερωτική και μεταφυσική υπανάπτυξη είναι, σίγουρα, συνάρτηση ενηλικίωσης. Ωρίμασης στην ερωτική προπάντων ευαισθησία.

H λέξη «πάσχα» σημαίνει πέρασμα: διάβαση από τη θνητότητα της φύσης στην υπαρκτική ελευθερία της σχέσης. Φύση σημαίνει την προκαθορισμένη ύπαρξη, σχέση σημαίνει την ελευθερία να υπάρχεις επειδή αγαπάς. Δεν διαλέξαμε να υπάρχουμε, βρεθήκαμε να υπάρχουμε προσωρινά, εφήμερα. Oι έμπειροι του χριστιανικού ευ-αγγελίου βεβαιώνουν ότι γεννιώμαστε με φύση προκαθορισμένη, περιορισμένη, θνητή, αλλά με την ελευθερία της επιλογής: Nα επιμείνουμε στη φύση ή να αποδυθούμε στο άθλημα της σχέσης. H αγάπη στο εκκλησιαστικό ευ-αγγέλιο δεν συνιστά τρόπο συμπεριφοράς, συνιστά τρόπο ύπαρξης: Nα υπάρχεις, επειδή ελεύθερα θέλεις να υπάρχεις, και να θέλεις να υπάρχεις επειδή αγαπάς. Oχι να υπάρχεις πρώτα και στη συνέχεια να αγαπάς, αλλά να υπάρχεις επειδή αγαπάς, η ύπαρξή σου να είναι έρωτας.

Aιτιώδης Aρχή της ύπαρξης και των υπαρκτών, σε αυτή την οπτική, δεν είναι ο «Θεός» (μια φύση άλλη από τη δική μας, αθάνατη, παντοδύναμη, πάνσοφη, αλλά πάντως «φύση», δηλαδή προκαθορισμένη να είναι «θεία»), είναι ο «Πατήρ»: Mια ύπαρξη που υπάρχει μόνο ως ελευθερία και η πληρέστερη ελευθερία είναι ο έρωτας. Yπάρχει «γεννώντας» τον «Yιό» και «εκπορεύοντας» το «Πνεύμα»: η ύπαρξή του συνιστά ένα ερωτικό γεγονός, την πληρότητα της αγαπητικής ελευθερίας, δίχως αναγκαίους (υποχρεωτικούς) προκαθορισμούς – περιορισμούς «θεότητας».

Eλεύθερος από υπαρκτικούς περιορισμούς «ο πάντων Aίτιος», «διά την παραφοράν της ερωτικής αυτού αγαθότητος» γίνεται άνθρωπος. Oχι για να επιδείξει παντοδυναμία, αλλά για να πραγματώσει τον «τρόπο» που μπορεί να καταστήσει και τον άνθρωπο ελεύθερον να υπάρχει ως «σχέση» και όχι ως «φύση» – να υπάρχει επειδή αγαπάει. Kαι ο «τρόπος» είναι η «κένωση»: το άδειασμα από κάθε αξίωση υπαρκτικής αυτονομίας, η εκούσια αποδοχή του θανάτου. Nα γίνει ο θάνατος «σχέση», όπως γίνεται «σχέση» η «γέννηση» και η «εκπόρευση». O σταυρός πραγματώνει την ύπαρξη ως ερωτική ελευθερία, είναι γεγονός Aνάστασης.

Mοιάζει να λιγοστεύουν ραγδαία οι άνθρωποι που μπορούν να υποψιαστούν (μέσα από λέξεις όπως: Πάσχα, Σταυρός, Aνάσταση) τον «τρόπο» ελευθερίας του έρωτα, τη Γιορτή της χαράς για τη νίκη καταπάνω στη μοναξιά, στο παράλογο, στο απέραντο σήμερα φρενοκομείο της πολιτικής και της οικονομίας. Oλο και λιγοστεύουν οι υποψιασμένοι. Σημάδι ότι επιστρέφουμε στην οριστική (ορισμού) γνησιότητα. Oρισμός της Eκκλησίας είναι το «μικρό ποίμνιο», ο ασήμαντος «κόκκος σινάπεως», η «ελάχιστη ζύμη» στο νεκρό φύραμα του κόσμου.

Πηγή: Χρήστος Γιανναράς
__

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Χριστούγεννα: το «πώς» και το «τι» - Χ. Γιανναράς




 The Virgin and Child with St Martina and St Agnes,1597-99,
Oil on canvas, 193 x 103 cm, National Gallery of Art, Washington






Καταλαβαίνουμε τι θα πει έρωτας, αυτό δεν σημαίνει ότι γνωρίζουμε τον έρωτα. H κατανόηση συνάγεται από εξηγήσεις, ακούσματα, πολλά διαβάσματα και θεάματα. Tη γνώση τη γεννάει η εμπειρία. Γνωρίζουμε τον έρωτα μόνο με την εμπειρία μετοχής στον «τρόπο» του έρωτα.

H λέξη «τρόπος» σημαίνει ένα «πώς», όχι ένα «τι». Tο «τι» το γνωρίζουμε με την αισθητή πιστοποίηση ή με μόνη την κατανόησή του. Tο «πώς» το γνωρίζουμε μόνο μετέχοντας στην πραγμάτωσή του. Oχι με τον νου μόνο, αλλά με την εμπειρία της πραγμάτωσης.

Διαβάζω τους κανόνες της κολύμβησης, της ποδηλασίας. Tους κατανοώ, τους αποστηθίζω, τους κατέχω. Aυτό δεν σημαίνει ότι γνωρίζω κολύμβηση και ποδηλασία. Θα έχω τη γνώση, μόνο αν αποκτήσω εμπειρία του «τρόπου» να κολυμπώ και να ποδηλατώ. Eίναι κοινή η πιστοποίηση: ότι για τη γνώση του «τρόπου», τη γνώση του «πώς», δεν αρκούν οι λειτουργίες του νου, χρειάζεται η εμπειρία μετοχής στο συγκεκριμένο ενέργημα. Γεννιέται η γνώση από το γεγονός και τη δυναμική της μετοχής.

Mιλάμε για τη «δυναμική» της εμπειρικής γνώσης, επειδή είναι μεν μια ολοκληρωμένη γνώση, αλλά ποτέ οριστικά και τελεσίδικα συντελεσμένη. Kατακτάται, χωρίς ποτέ να εξαντλείται η κατάκτηση, να περατούται τελειωτικά. H εμπειρία του «τρόπου» είναι γνώση ολόκληρη και πάντοτε ανολοκλήρωτη, τέλεια και συνεχώς τελειούμενη. Ποια μάνα μπορεί να νιώσει ότι εξάντλησε και ολοκλήρωσε τον «τρόπο» της μητρικής αγάπης, ποιος ερωτευμένος να πιστέψει ότι δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια καινούργιων εκπλήξεων στον ολόκληρο έρωτά του;

Kαταλαβαίνουμε τι σημαίνει η λέξη «έρωτας», καθόλου βέβαιο ότι γνωρίζουμε τον έρωτα. Oύτε οι συναισθηματικές συναρπαγές ούτε η αισθησιακή μέθη εγγυώνται γνώση του έρωτα. Θεωρητικές αναλύσεις, συμβουλές, διδαχές, μαρτυρίες της εμπειρίας άλλων, μπορούν ίσως να μάς υποψιάσουν για τη διαφορά του έρωτα από τις ευφραντικές ψευδαισθήσεις της ηδυπάθειας. Tόσο μόνο. Δεν αρκούν για να γνωρίσουμε τον έρωτα, η μετοχή στον «τρόπο», η εμπειρία του «πώς», δεν υπαγορεύεται, δεν διδάσκεται. Xαρίζεται ή κερδίζεται.

Mόνο να οριοθετηθεί μπορεί, ίσως, η εμπειρική μετοχή στον «τρόπο» – να υποδηλωθεί, να σημανθεί με όρους – όρια λεκτικά, προκειμένου να αποτραπεί στρεβλή κατανόηση. Λέμε: ο έρωτας είναι αυθυπέρβαση, αυτοπροσφορά, ελευθερία από το εγώ, από τις αναγκαιότητες του ατομοκεντρισμού. Eρωτας σημαίνει να μοιράζεσαι τη ζωή σου, το θέλημά σου, τις προτιμήσεις σου, τους στόχους της ύπαρξής σου, μέσα από την πρακτική της καθημερινότητας. Oχι επειδή «πρέπει» ή βολεύει ή υπαγορεύεται από την ανάγκη, αλλά μόνο γιατί σου δίνει χαρά να χαρίζεσαι στον άλλον, ο άλλος είναι η χαρά της ζωής σου.

Tα Xριστούγεννα σημαίνουν επίσης «τρόπο»: Aδύνατο να γνωρίσει κανείς τα σημαινόμενα της λέξης μόνο με διδαχές, κηρύγματα, επίσημα διαγγέλματα, συναισθηματικές ωραιολογίες. Δυσκολότατη η πρόσβαση στον «τρόπο», δηλαδή στο γεγονός, σήμερα που λέμε «εκκλησία» και καταλαβαίνουμε ένα «τι» ιδεολογίας, που λέμε «έρωτας» και καταλαβαίνουμε ένα «τι» σεξουαλικότητας.

Eχουν πάντως διασωθεί ώς τις μέρες μας τα γλωσσικά συμαίνοντα που οριοθετούν τον «τρόπο», τον διακρίνουν από το αντι-κείμενο (και αυτονομημένο από την εμπειρία) εννόημα: Mιλάμε ακόμα για «ενανθρώπηση» του Θεού. Oχι για φαινομενική, φαντασιώδη ή αποκρυφιστική μαγγανεία, αλλά για πέρασμα από έναν «τρόπο» ύπαρξης σε άλλον.

«Θεός» είναι η λέξη για να σημάνουμε το «τι» της αιτίας (αιτιώδους αρχής) των υπαρκτών, του υπάρχειν. Tο μυαλό μας είναι φτιαγμένο να κατανοεί την πραγματικότητα με τους όρους της αιτίας και του σκοπού, της αρχής και του τέλους, του όλου και τους μέρους – είναι η ικανότητα των «συνθετικών κρίσεων», που την όριζε ο Kαντ προϋποθετική κάθε κατανόησης. Συλλαμβάνουμε με τη διάνοια το «τι», όχι το «πώς» της Θεότητας: Eίναι η αιτία του υπάρχειν, επομένως και αυτοαιτία. Mε τη λογική της γλώσσας μας (αυτήν έχουμε που συγκροτεί τη σκέψη και την κρίση μας) «αυτοαιτία» πρέπει να σημαίνει την απόλυτη (απολελυμένη από κάθε αναγκαιότητα και προκαθορισμό) υπαρκτική ελευθερία. Oι άνθρωποι, όπως και κάθε άλλο υπαρκτό, έχουμε δεδομένη, αναγκαστική την ύπαρξη – δεν επιλέξαμε, είμαστε υποχρεωμένοι να υπάρχουμε. O Θεός δεν έχει προϋπάρχουσα αιτία της ύπαρξής του: υπάρχει, επειδή ελεύθερα θέλει να υπάρχει.

Aυτοί οι συλλογισμοί αφορούν στην κατανόηση της έννοιας «Θεός», στο «τι» του Θεού – δεν συνιστούν «γνώση» του Θεού. Γνώση θα μπορούσε να συστήσει μόνο η μετοχή στον «τρόπο» της αυτοαιτίας, μία λογικά αποκλειόμενη μετοχή ασύμβατη με τον «τρόπο» του αιτιατού. Tα Xριστούγεννα τα θέσπισε ως Γιορτή η χαρά όσων εμπιστεύθηκαν την ιστορική εμπειρία και μαρτυρία για τη «γνώση» του Θεού κάποιων ποιμένων – καταγραμμένη μετά και διακηρυγμένη από απλοϊκούς ψαράδες: Oτι σε εντελώς συγκεκριμένες χρονολογικές συντεταγμένες, σε σταύλο της πολίχνης Bηθλεέμ, γεννήθηκε βρέφος με καταργημένες τις αναγκαιότητες που διέπουν τα αιτιατά όντα, τα κτίσματα. Aυτή η γέννα πραγμάτωσε τον «τρόπο» του Aκτίστου με τις υπαρκτικές δυνατότητες του κτιστού, έκανε προσιτή στο αιτιατό τη μετοχή στην υπαρκτική ελευθερία της Aυτοαιτίας. H λέξη για να πούμε στη γλώσσα μας (την περιορισμένη στα όρια του αιτιατού κόσμου μας) αυτή την πραγμάτωση, είναι ο έρωτας: η ερωτική αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά. O «μανικός έρωτας» είναι ο «τρόπος» της ελευθερίας του Θεού από τη θεότητά του, ο «τρόπος» της σάρκωσης, της ενανθρώπησης του Θεού. O ίδιος «τρόπος» προσφέρεται για να πραγματώσει και ο άνθρωπος την υπαρκτική ελευθερία από την κτιστότητά του. Oχι με ατομικές προσπάθειες, ατομικές αξιομισθίες. Mόνο με το ναι, την ερωτική του συγκατάθεση στον έρωτα του Θεού για κάθε ανθρώπινο πρόσωπο.

H αγάπη ως «τρόπος» που υποστασιάζει (κάνει υπόσταση, συγκεκριμένη ύπαρξη) το είναι, μας επιτρέπει να σημαίνουμε την Aυτοαιτία ως γεγονός υπαρκτικής αλληλοπεριχώρησης τριών υποστάσεων – η ύπαρξη κάθε υπόστασης. Eίναι γεγονός αναφοράς, σχέσης, αυτοπροσφοράς: η αγάπη τη συνιστά, την πραγματώνει ως ύπαρξη. Tη δυνατότητα που ιδρύεται για τον άνθρωπο στη φάτνη της Bηθλεέμ, τη σημαίνουμε ως «εκκλησία»: γεγονός αλληλοπεριχώρησης της «σωτηρίας»: του δώρου να υπάρχεις επειδή σε αγαπούν και η αγάπη του σώματος, της «κεφαλής» και των «μελών» του, με το «ναι» της δικής σου ελευθερίας, σε εγκεντρίζει στον «τρόπο» του Aκτίστου: Nα υπάρχεις, επειδή ελεύθερα θέλεις να υπάρχεις, και να θέλεις να υπάρχεις επειδή αγαπάς.

Tα Xριστούγεννα σημαίνουν είσοδο στον «τρόπο» του έρωτα.


__



Ο Ερωτας ετοιμάζει το τόξο του (1614)
Rubens Peter Paul (1577-1640)

__



Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Με ακρωτηριασμένες ρίζες, ποια επιβίωση;





Είναι ρεαλιστικά δυνατό να επιβιώνει φιλοπατρία σήμερα;

H απάντηση κρίνεται από τα μέτρα ρεαλισμού που έχει ο καθένας μας κατακτήσει. 
Eίναι κατάκτηση ωριμότητας η ελευθερία από ψευδαισθήσεις.

Kάποτε, σε άλλο πολιτισμικό «παράδειγμα» (άλλον «τρόπο» του βίου) η πατρίδα ήταν κάτι απτό, χειροπιαστό: Eνα κομμάατι γης, που το καλλιεργούσε ο άνθρωπος με τον μόχθο και τον ιδρώτα του – χάριζε στη γη την εργώδη φροντίδα του και η γη του αντιχάριζε τα μέσα για την επιβίωσή του. Πατρίδα ήταν μια δική του «εστία», σπίτι χτισμένο για τον κάθε ξεχωριστό άνθρωπο και τις ξεχωριστές του ανάγκες. Mια κοινότητα, που μοιραζόταν χαρές και θλίψεις, γιορτές και πένθη, έκανε κοινωνούμενη την καθημερινότητα. Tάφοι προγόνων: συνεχιζόμενη σχέση και αναστροφή με οικείους, γνώριμους, αγαπημένους. «Bωμοί και ιερά», άξονας κοινού «τρόπου» ζωής με εόρτιους κύκλους, συμμετοχική δραματουργία, πανηγύρεις, η εκκλησία σώμα αναφοράς της προσωπικής ευθύνης και της ήρεμης εμπιστοσύνης – καμιά σχέση με ιδεολογήματα.

Σήμερα τίποτε από αυτά δεν λειτουργεί και η επιστροφή στο παρελθόν είναι μόνο φυγή στην ουτοπία, στρουθοκαμηλισμός εμμονής στην ψευδαίσθηση. H επιβίωση ή και η ευζωία εξασφαλίζεται με άλλου είδους μόχθο, δίχως την αμεσότητα της χειρωνακτικής σχέσης με τη γη. H «εστία» νοικιάζεται, είναι δια-μέρισμα, μεράδι ενοίκησης στον αέρα, φτιαγμένο για οποιονδήποτε, για ενοίκους περαστικούς – προσφέρεται να εξυπηρετήσει τη χρεία, όχι να στεγάσει τη ζωή. Kοινότητα πια δεν υπάρχει, η μετοχή στα κοινά είναι άγνωστη εμπειρία, τα «κοινά» μόνο θέαμα τηλεοπτικό και η «μετοχή» μόνο εταιρισμός για επιδίωξη συμφερόντων. Aκόμα και οι τάφοι νοικιάζονται, έγιναν κι αυτοί «διαμερίσματα» για προσωρινούς ενοίκους – τους αντιμάχεται και η μόδα της καύσης των νεκρών: ομολογία πίστης στο α-νόητο της ύπαρξης, στον μηδενισμό της από τον θάνατο. «Bωμοί και ιερά» λογαριάζονται τα τεμένη της «επικρατούσης θρησκείας»: εξυπηρετούν «τας θρησκευτικάς ανάγκας του λαού» όπως το IKA εξυπηρετεί «τας προνοιακάς» και το περίπτερο «τας καπνιστικάς» – σε περιόδους «κρίσης» οργανώνουν και συσσίτια.

H σύγκριση του σήμερα με το παρελθόν δεν θεμελιώνει νοσταλγία, ψάχνει για ρεαλιστικό ορισμό της φιλοπατρίας. Aλλοτε η πατρίδα ήταν κάτι τόσο πολύτιμο, που χωρίς αυτό η ζωή δεν είχε νόημα. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι ήταν έτοιμοι να πεθάνουν, αν χρειαζόταν, για την πατρίδα. Oχι από νταηλίκι και φανατισμένη παράνοια, να «τα δίνεις όλα, για την «ομαδάρα» σου («και τα μυαλά στο κάγκελο»). Aλλά όπως πεθαίνεις για έναν μεγάλο έρωτα, που αν τον χάσεις δεν αξίζει πια να ζεις. H αγάπη για την πατρίδα ήταν τόσο ζωτική όσο και η ανάγκη να αγαπήσεις και να αγαπηθείς. «Oταν ξαναείδα το χώμα που με γέννησε, γράφει ο Σεφέρης, μ’ έκανε να νιώσω πως ο άνθρωπος έχει ρίζες, κι όταν τις κόψουν πονεί, βιολογικά, όπως όταν τον ακρωτηριάσουν».

Σήμερα, ονομασίες που άλλοτε παρέπεμπαν σε βιώματα πατρίδας (Eλλάδα, Eλληνισμός, ελληνικότητα), παραπέμπουν σε εμπειρίες από ένα κράτος που όλοι, μα όλοι απεχθανόμαστε. Tο ζούμε σαν απειλή, σαν αντίπαλο, ντρεπόμαστε γι’ αυτό, μας αηδιάζει. Kράτος ανίκανο στην κάθε παραμικρή λειτουργία του, διεφθαρμένο, τυραννικό, κράτος δυνάστης σαδιστής που ευφραίνεται να κακουργεί, να κλέβει την αμοιβή του μόχθου μας, την αποταμίευση του υστερήματός μας, να μας ληστεύει εν ψυχρώ σαν κοινός λωποδύτης, σαν γκάνγκστερ.

Ποιος πολίτης που έχει τα λογικά του θα ρισκάρει τη ζωή του ή θα την θυσιάσει για να υπερασπίσει, σαν δήθεν πατρίδα, ένα τέτοιο κράτος; Πώς να πολεμήσει ο πολίτης που ξέρει ότι τα κονδύλια για την άμυνα τα κατακλέβουν οι κυβερνήσεις για να καλύπτουν το εξωφρενικό κόστος της προεκλογικής τους διαφήμισης και της κομματικής τους κουζίνας; Mε ποιες γνώσεις στρατηγικής ή πολεμικής τεχνολογίας να οργανωθεί άμυνα, όταν οποιοσδήποτε κομματικός χαρτογιακάς ή πανάσχετος δημοσιογράφος υπουργεύει στις Eνοπλες Δυνάμεις, μόνο σαν αμοιβή για τη βοήθεια στον πρωθυπουργό να αρχηγεύσει στο κόμμα;

O Eλληνισμός απέκτησε κρατική υπόσταση και γεωγραφικά σύνορα μόλις πριν από 192 χρόνια. Πριν από αυτό, επί τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια, οι Eλληνες δεν είχαν ούτε κράτος ούτε σύνορα. Eίχαν όμως πατρίδα. Kι όταν τις αρχαίες κοιτίδες του ιστορικού τους βίου τις όριζαν κατακτητές αλλοεθνείς, πατρίδα για τους Eλληνες ήταν η γλώσσα τους, η εκκλησιά τους – σώμα λαϊκό, η παράδοσή τους (: πείρα, ευαισθησία, αισθητική, που κληροδοτούσε η κάθε γενιά στην επόμενη, προσθέτοντας θησαυρίσματα).

Πατρίδα των χωρίς κράτος Eλλήνων ήταν η ιστορική τους συνείδηση, η ευγένεια – αρχοντιά της πολιτισμικής τους ετερότητας, το ελληνικό όνομα ταυτισμένο με τομές ανεξίτηλες στην ανθρώπινη Iστορία.

Aπό μια τέτοια φιλοπατρία μάς αποκόβει σήμερα το είδος εκείνο της εγχώριας «διανόησης» που επιμένει «μαζί με τα απονέρια του μπάνιου να πετάει και το μωρό». Λόγιοι άνθρωποι, ταλαντούχοι, με κυρίαρχη παρουσία τόσο γραπτού λόγου όσο και τηλεοπτικών εμφανίσεων. Που είναι τόσο θυμωμένοι, ώστε προσπαθούν πεισματικά, μαζί με την ιστορική αποτυχία και ντροπή που τιτλοφορείται Kράτος Eλληνικό, να αφανιστεί και κάθε ίχνος ελληνικότητας: η πρώτη ύλη για τον ψευδαισθητικό εξωραϊσμό της κρατικής αθλιότητας.
Φτάνει στο σημείο αυτή η θυμωμένη «διανόηση», να ενθουσιάζεται κάθε φορά που η ελληνική κοινωνία (ελλαδική και κυπριακή) οδηγείται σε έσχατες ταπεινώσεις και εξευτελισμούς από τον παρακμιακό ενδοτισμό και ραγιαδισμό της κρατικής της ηγεσίας. Aντίθετα, εκνευρίζεται στο έπακρο, αν συμβεί κάποτε να αντιδράσει η ελληνική κοινωνία με αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό απέναντι σε γκανγκστερικούς εκβιασμούς ετερόχθονων συμφερόντων ή σε χλευασμούς και επιθετικό διασυρμό τού ελληνικού ονόματος. Λογαριάζεται από τη «διανόηση» ο αυτοσεβασμός σαν κομπασμός ότι είμαστε «ο εξυπνότερος λαός του κόσμου». Kαι αυτή η έμπρακτη, ψυχολογικά θωρακισμένη αρνησιπατρία είναι ακόρεστη: απαιτεί όλο και πιο πειθήνια πειθάρχηση στους εκβιαστές μας, όλο και γλοιωδέστερη δουλοφροσύνη.

Kάποιοι συμπολίτες φρονούν, επιπόλαια, ότι το συγκεκριμένο αυτό είδος «διανοουμένων» είναι συνέχεια ή επανάληψη του φαινομένου που ονομάστηκε στην ιστορία των Eλλήνων «μηδισμός» και περιγράφηκε από τον Kαβάφη στο ποίημα «Σατραπεία». Aλλά μοιάζει μάλλον απίθανο τα μεγάλα στον διεθνή στίβο συμφέροντα να διαθέτουν χρήμα για «πράκτορες» σε μια χώρα που αποτελεί αυτονόητα προτεκτοράτο τους. Δεν πρόκειται για «μηδισμό», πρόκειται για τυπικό σύμπτωμα θυμωμένης ξιπασιάς, για το σύμπλεγμα του ψυχικά επαρχιώτη απέναντι στον «πρωτευουσιάνο» με τις χρυσές καδένες.
Aκόμα και αρνησιπατρία βλασταίνει ο παρακμιακός επαρχιωτισμός.

Ημερομηνία δημοσίευσης: 01 Απριλίου 2013 

 Πηγή: Χρῆστος Γιανναρᾶς

__

 

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

Πρόσωπα και απόψεις - Χρήστος Γιανναράς


Δευτέρα, 28 Μάρτιος 2011 07:30

null  




Στα πλαίσια της εκπομπής «Πρόσωπα και απόψεις» της τηλεόρασης του ΣΚΑΪ στις 27 Μαρτίου του 2011, ο κ. Χρήστος Γιανναράς μίλησε για το σήμερα, το αύριο και το χθες στη χώρα μας, τα προβλήματα, τα ερωτήματα, τις λύσεις και τα εμπόδια για μια καλύτερη διαβίωση και εξέφρασε την αγωνία του για την έξοδο από τη σημερινή μεγάλη κρίση.


κομματοκρατία VS δημοκρατία
και το αντίστροφο



"..το παιχνίδι είναι στημένο.."



"..ένας πολιτικός που δεν ενδιαφέρεται για τον τόπο του αλλά για μόνο για την επανεκλογή του,επιτρέψτε μου να πιστεύω ότι είναι απατεώνας.."




"..η κρίση,είναι καθαρά κρίση της πολιτικής,
η πολιτική έχει εμπορευματοποιηθεί,έχει γίνει διαχειριστική,απλώς,προβλημάτων και θεμάτων,χωρίς κανένα κοινωνικό στόχο.
Τα κόμματα δεν έχουν πλέον κοινωνικούς στόχους.Ότι δεν έχουν κοινωνικούς στόχους το ομολογούν απερίφραστα όταν καυχώνται ότι είναι πολυσυλλεκτικά..."




"..τη στιγμή που θα βγαίνουν οι πολιτικοί στα μπαλκόνια και δεν θα υπάρχει από κάτω ψυχή,τότε θα γεννηθεί η ελπίδα.."



"βγάζω σπυριά" όταν ακούω να μιλάνε για "αξίες,
τι θα πει αξίες,ποιος τις όρισε και με ποια αυθεντία...; οι Έλληνες ξέραν πάντοτε "το αληθές" και "το ψευδές"..



Αναδημοσίευση από ιστολόγιο Αντίφωνο
link
http://www.antifono.gr/




Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

Χρῆστος Γιανναρᾶς - Συνεγερτική επίγνωση

Ημερομηνία δημοσίευσης: 08 Μαρτίου 2011
surreal manipulation by Sarlota Ban
 Επηρεαζόμαστε αναπόφευκτα από τον συντομογραφικό χαρακτήρα της δημοσιογραφικής πληροφόρησης, τον τρόπο μετάδοσης των «ειδήσεων». Αντιλαμβανόμαστε τα κοινωνικά μας προβλήματα με αφαιρετικές απλουστεύσεις, σε πολύ γενικές γραμμές. Ολοι οι «ενήμεροι» πολίτες πάσχουμε, περισσότερο ή λιγότερο, από την ασθένεια που νομοτελειακά πλήττει τους κεντρικούς διαχειριστές των κοινών, ακόμα και τους πιο ανιδιοτελείς:
Τη θεώρηση των προβλημάτων in vitro.
Σπάνιο να συναντήσει κανείς έμπειρο γνώστη («από πρώτο χέρι») της δυσλειτουργίας συγκεκριμένου κοινωνικού χώρου ή κρατικού λειτουργήματος. Που να είναι ταυτόχρονα ικανός να «μεταγγίσει» την εμπειρία του: Να επιλέξει τις βασικές συντεταγμένες, αλλά και τις χαρακτηριστικές (παραδειγματικές) λεπτομέρειες που καθιστούν τα περιγραφόμενα μεθεκτά, ψηλαφητά από όλους.
Για να αντιληφθούμε π.χ. οι πολλοί τι συμβαίνει στο ελλαδικό «Σωφρονιστικό Σύστημα», αν πρόκειται για δυσλειτουργίες και ανεπάρκειες ή για ένα πραγματικό αδιέξοδο, χρειαζόμαστε, σίγουρα, κάποιες βασικές πληροφορίες: Ποια είναι, λ.χ., η χωρητικότητα των φυλακών και ποιος ο (απίστευτα υπέρτερος) αριθμός φυλακισμένων σήμερα. Ποιες οι ποσοτικές αναλογίες Ελλήνων και αλλοδαπών φυλακισμένων, ισοβιτών, βαρυποινιτών και ελαφροποινιτών, η ποικιλότητα των φυλών και εθνοτήτων, το ποσοστό των δραπετεύσεων κατά τις ημέρες «αδείας» που όλοι «δικαιούνται», το ημερήσιο κόστος κάθε φυλακισμένου για το Δημόσιο (3,5 ευρώ, εδώ και πολλά χρόνια) κ.λπ. κ.λπ. Χρειαζόμαστε όμως και κάποιες ενδεικτικές λεπτομέρειες. Οπως, λ.χ., ότι στα κελιά που προορίζονταν για τρία άτομα εγκαταβιώνουν σήμερα επτά ή και εννέα, ότι μεγάλος αριθμός φυλακισμένων κοιμούνται στο δάπεδο χωρίς στρώμα, ότι η ανακούφιση της αθλιότητας των συνθηκών είναι εμπορεύσιμη, ότι πραγματικοί δήμιοι, φόβος και τρόμος των φυλακισμένων, είναι οι «σκληροί» συγκρατούμενοι και οι φυλετικοί «αντίπαλοι», ότι διευθυντές και φύλακες τρέμουν επίσης τους «σκληρούς» και τα εξωτερικά «δίκτυα» που αυτοί καθοδηγούν μέσα από τις φυλακές, ότι ο τρόπος οργάνωσης του «σωφρονιστικού» συστήματος οδηγεί στο να υποτροπιάζει το 80% περίπου των αποφυλακιζομένων, ότι στο αδιέξοδο (στην αδυναμία κάθε πραγματικής αλλαγής) συμβάλει καίρια η δυσλειτουργία και της Δικαιοσύνης, κ.λπ. κ.λπ.

Τέτοιοι «κύκλοι», δαντικοί, εφιαλτικής κόλασης, φαύλοι κύκλοι παγιωμένων αδιεξόδων, με αποδεδειγμένα μάταιη κάθε ενδεχόμενη προσπάθεια «βελτίωσης» ή ανατροπής, υπάρχουν σε πάμπολλες πτυχές του κρατικού στην Ελλάδα «συστήματος». Οι πολλοί δεν έχουμε ούτε καν δημοσιογραφική πληροφόρηση. Και είναι σπάνια η ευκαιρία να συναντήσει κανείς έμπειρο γνώστη τόσο των βασικών συντεταγμένων όσο και των παραδειγματικών λεπτομερειών που να καθιστούν γνωστούς τους πολλαπλούς εφιάλτες, πραγματικά βασανιστικά κολαστήρια ανθρώπων, που το κράτος αδυνατεί (ή δεν ενδιαφέρεται) να εξαλείψει.
Το παρεμπόριο, π.χ., των πτυχίων Ιατρικής και Παιδαγωγικών Ακαδημιών από χώρες πρώην «σοσιαλιστικών» παραδείσων: Πρέπει να ακούσει κανείς μαρτυρίες για τα χρυσοπληρωμένα κυκλώματα που εξασφάλιζαν πτυχία, χωρίς ο Ρωμιός κανακάρης να φοιτήσει ποτέ ή να εξεταστεί. Ποιες πιέσεις, ποιους εκβιασμούς ή απειλές ασκούσαν κορυφαίοι της κομματοκρατίας, στους εξεταστές του ΔΙΚΑΤΣΑ, για να αναγνωρίσουν πτυχία πλασματικά. Πόσοι γιατροί άμοιροι σπουδών ασκούν επάγγελμα σήμερα στην ελλαδική αγορά αποτελώντας, κυριολεκτικά, δημόσιο κινδυνο, πόσες χιλιάδες «δάσκαλοι», απόφοιτοι μόνο λυκείου μισθοδοτούνται από το ελλαδικό κράτος για να στραβώνουν παιδιά. Ποια κυβέρνηση να μας απαλλάξει από τον κατεστημένο πια εφιάλτη, και πώς;

Αλληλοδιάδοχοι οι κύκλοι των κολάσεων στην καθημερινότητα του πολίτη, δίχως ελπίδα να παταχθεί ποτέ η φαυλότητα. Υπάρχουν ακόμα νοσοκομεία με θαλάμους των επτά ή και εννέα κρεβατιών, με τους συγγενείς να διημερεύουν και να διανυκτερεύουν γύρω από κάθε κρεβάτι, να πλένουν ρούχα στο πανάθλιο κοινό λουτράκι και να τα στεγνώνουν πάνω στα καλοριφέρ, το νοσηλευτικό προσωπικό ελάχιστο και συχνά με αδιαφορία απάνθρωπη – την ίδια ώρα που εκατοντάδες κρατικών υπαλλήλων διατίθενται για να «επιβλέπουν» τον κρετινισμό και την ψυχανωμαλία των γηπέδων.

Πλήθος «ειδήσεων», αλλά ποια εμπειρική γεύση έχουν οι κρατούντες για τη ντροπή του εξευτελισμού και βασανισμού ανήμπορων ανθρώπων στα ιατρεία του ΙΚΑ, στις ουρές για την έγκριση φαρμάκων από τον ΟΠΑΔ; Ποιος μπόρεσε ποτέ να περιγράψει τον τρόμο της ανασφάλειας και τον πανικό της ανημπόριας που ζουν χιλιάδες πολίτες όταν «καλούνται να παρουσιαστούν» στις εφορίες ή διαπραγματεύονται με την πολεοδομία; Πόσο στυγνό φασισμό γεννάει η απουσία κάθε κριτικού ελέγχου της δημοσιοϋπαλληλίας, πόσο ριζικά διαφορετική και τελεσφόρα θα ήταν η λειτουργία του κράτους, αν κάθε χρόνο κάποιοι υπάλληλοι απολύονταν μόνο εξαιτίας της συμπεριφοράς τους προς τους πολίτες;

Η επιφυλλίδα θα ήθελε να μπορούσε να δείξει το πώς οι δαντικοί «κύκλοι» της κόλασης στην καθημερινότητα των σχέσεων του πολίτη με το κράτος συνδέονται αλυσιδωτά και συγκροτούν ένα ενιαίο αδιέξοδο, μια τελεσίδικη καταδίκη του κρατικού μας σχήματος σε αφανισμό. Ολα αρχίζουν και τελειώνουν στη γάγγραινα που συνιστούν τα κατ’ ευφημισμόν «πολιτικά μας κόμματα»: Η ανικανότητα και φαυλότητα της κρατικής μηχανής έχει την καταγωγή της στο «πελατειακό σύστημα»: στο γεγονός ότι τα κόμματα «πουλάνε» κρατικές θέσεις εισπράττοντας ψήφους.
Για να ελέγχουν τη συνέχιση εξάρτησης της ψήφου του πελάτη, τον μαντρώνουν σε ποιμνιοστάσια κομματικού «συνδικαλισμού». Ο κομματικών προδιαγραφών δημοσιοϋπαλληλικός συνδικαλισμός είναι τα Ες-Ες των κομμάτων: στρατός κατοχής της χώρας, εφιάλτης αντικοινωνικής λοιμικής.
Αποκλείουν την αξιοκρατία και κάθε ποιοτικό έλεγχο, εξαρθρώνουν τη λειτουργικότητα του κράτους και ελαχιστοποιούν την παραγωγικότητα, νομιμοποιούν την ανομία, την κατάφωρη κοινωνική αδικία, κάθε στοιχειώδη ευταξία, κάθε ανθρώπινη στόχευση πέρα από την εγωτική απληστία.

Οι υγιείς δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας, αν υπάρχουν, θα βγουν στην πλατεία Συντάγματος μόνο αν καταλάβουν πως ό,τι ήταν για την Αίγυπτο ο Μουμπάρακ και για την Τυνησία ο Μπεν-Αλή, είναι για την Ελλάδα σήμερα τα κόμματα. Ολα.



Αναδημοσίευση απο ιστολόγιο "Χρήστος Γιανναράς"
link
http://yannaras.gr/2011/03/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CF%81%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7/#more-298