ΩΡΑ...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες με...προεκτάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες με...προεκτάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Απριλίου 2017

Η μάχη στην ψυχή του ανθρώπου (οι δυο λύκοι)


Ένα βράδυ ένας γέρος ινδιάνος της φυλής Τσερόκι, μίλησε στον εγγονό του για τη μάχη που γίνεται μέσα στην ψυχή των ανθρώπων και του είπε: 
- Γιέ μου, η μάχη γίνεται ανάμεσα σε δυο λύκους που έχουμε όλοι μέσα μας.
Ο ένας είναι το Κακό. Είναι ο θυμός, η ζήλια, η θλίψη, η απογοήτευση, η απληστία, η αλαζονεία, η ενοχή, η προσβολή, τα ψέματα, η ματαιοδοξία, η υπεροψία, και το εγώ.
Ο άλλος είναι το Καλό. Είναι η χαρά, η ειρήνη, η αγάπη, η ελπίδα, η ηρεμία, η ταπεινοφροσύνη, η ευγένεια, η φιλανθρωπία, η συμπόνια, η γενναιοδωρία, η αλήθεια, η ευσπλαχνία.
Ο εγγονός το σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετά ρώτησε τον παππού του:
- Και ποιος λύκος νικάει;
Ο γέρος Ινδιάνος Τσερόκι απάντησε απλά:

- Αυτός που ταΐζεις.

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2016

Η αξία καθενός ανθρώπου


Κάποτε, ένας νεαρός πήγε σε έναν σοφό άντρα και του είπε:
«Έχω έρθει να ζητήσω την συμβουλή σου, γιατί βασανίζομαι από αισθήματα κατωτερότητας και δεν επιθυμώ να ζήσω άλλο. Όλοι μου λένε, ότι είμαι αποτυχημένος και ανόητος. Σε παρακαλώ, Δάσκαλε, βοήθησέ με».
Ο σοφός κοίταξε τον νεαρό και του απάντησε βιαστικά:
«Συγχώρεσέ με, αλλά είμαι πολύ απασχολημένος τώρα και δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Υπάρχει ένα πολύ επείγον θέμα με το οποίο πρέπει να ασχοληθώ…» Εδώ, σταμάτησε για ένα λεπτό για να σκεφτεί και πρόσθεσε:
«Αλλά, αν θέλεις να με βοηθήσεις, θα χαρώ να σου ανταποδώσω την χάρη».
«Μα φυσικά», απάντησε ο νεαρός, ξεχνώντας για μια ακόμα φορά, ότι οι ανησυχίες του είχαν εκληφθεί ως ασήμαντες.
«Ωραία», απάντησε ο σοφός και έβγαλε από το χέρι του ένα όμορφο δαχτυλίδι με πολύτιμους λίθους.
«Πάρε το άλογο μου και πήγαινε αμέσως στην αγορά. Πρέπει να πουλήσω αμέσως αυτό το δαχτυλίδι για να ξεπληρώσω ένα χρέος. Προσπάθησε να το πουλήσεις σε καλή τιμή και μην συμβιβαστείς με τίποτα λιγότερα από ένα χρυσό νόμισμα. Πήγαινε τώρα και έλα πίσω όσο πιο γρήγορα μπορείς».
Ο νεαρός πήρε το δαχτυλίδι και έφυγε. Όταν έφτασε στην αγορά, έδειξε το δαχτυλίδι σε διάφορους εμπόρους, οι οποίο εξέφρασαν έντονο ενδιαφέρον. Όταν, όμως, άκουσαν, ότι δεν το πουλούσε για λιγότερο από ένα χρυσό νόμισμα, έχασαν το ενδιαφέρον τους. Κάποιοι από τους εμπόρους γέλασαν με τον νεαρό και κάποιοι άλλοι απλά αδιαφόρησαν. Μόνο ένας ηλικιωμένος έμπορος ήταν αρκετά αξιοπρεπής, ώστε να εξηγήσει στον νεαρό, ότι το ένα χρυσό νόμισμα ήταν πολύ μεγάλο αντίτιμο για ένα τέτοιο δαχτυλίδι και ότι στην καλύτερη περίπτωση θα του πρόσφεραν χαλκό ή ασήμι.
Όταν άκουσε αυτά τα λόγια ο νεαρός αναστατώθηκε πάρα πολύ και θυμήθηκε τα λόγια του σοφού να μην δεχτεί τίποτα λιγότερο από ένα χρυσό νόμισμα. Αφού είχε γυρίσει όλη την αγορά, προσπαθώντας χωρίς επιτυχία να πουλήσει το δαχτυλίδι, ανέβηκε πάνω στο άλογο και γύρισε πίσω.
«Δάσκαλε, δεν μπόρεσα να εκτελέσω το αίτημά σου», είπε. «Στην καλύτερη περίπτωση μου έδιναν ένα ζευγάρι ασημένια νομίσματα, αλλά μου είπες να μην συμβιβαστώ με τίποτα λιγότερο από ένα χρυσό νόμισμα. Αλλά, μου είπαν, ότι το δαχτυλίδι δεν άξιζε τόσο».
«Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό σημείο, αγόρι μου», είπε ο σοφός. «Πριν προσπαθήσεις να πουλήσεις το δαχτυλίδι δεν θα ήταν κακή ιδέα να διαπιστώσεις ποια είναι η πραγματική του αξία. Και ποιος είναι καταλληλότερος για αυτό από έναν κοσμηματοπώλη; Πήγαινε σε αυτόν και μάθε την πραγματική αξία του δαχτυλιδιού. Μην του το πουλήσεις, όσα και αν σου προσφέρει. Έλα αμέσως πίσω σε μένα».
Ο νεαρός για μια ακόμη φορά ανέβηκε στο άλογο και κατευθύνθηκε στον κοσμηματοπώλη. Ο κοσμηματοπώλης πήρε το δαχτυλίδι στα χέρια του, το εξέτασε με μεγεθυντικό φακό για αρκετή ώρα και το ζύγισε. Ύστερα, γύρισε και είπε στον νεαρό:
«Πες στον Δάσκαλό σου, ότι αυτή την στιγμή δεν μπορώ να του δώσω περισσότερο από 58 χρυσά νομίσματα για το δαχτυλίδι. Αλλά, αν μου δώσει λίγο χρόνο θα το αγοράσω για 70 χρυσά νομίσματα».
«70 χρυσά νομίσματα;» είπε έκπληκτος ο νεαρός. Γέλασε, πήρε το δαχτυλίδι και γύρισε πίσω στον σοφό.
Όταν ο τελευταίος άκουσε αυτά που του είπε ο νεαρός του απάντησε:
«Να θυμάσαι, αγόρι μου, ότι είσαι σαν αυτό το δαχτυλίδι. Πολύτιμο και μοναδικό. Και μόνο ένας πραγματικός ειδικός μπορεί να εκτιμήσει την πραγματική σου αξία. Γιατί, λοιπόν, χάνεις στην χρόνο σου περιπλανώμενος στην αγορά και ακούγοντας την γνώμη του κάθε ανόητου;»


Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

Η γυναίκα και το πουλί: Μια ιστορία για τις ανθρώπινες σχέσεις




Μια φορά και ένα καιρό, ήταν ένα πουλί. Στολισμένο με δυο τέλειες φτερούγες και με γυαλιστερό, πολύχρωμο, υπέροχο φτέρωμα. Μια μέρα, μια γυναίκα είδε το πουλί και το ερωτεύτηκε.
Προσκάλεσε το πουλί να πετάξει μαζί της, και μαζί ταξίδεψαν, πέταξαν, σε μια τέλεια αρμονία. Θαύμαζε προσκυνούσε και υμνούσε εκείνο το πουλί. Αλλά μετά σκέφτηκε, και αν θέλει να πετάξει μακριά στα βουνά; Και φοβήθηκε, φοβήθηκε, ότι ποτέ δεν θα ένιωθε ξανά το ίδιο για άλλο πουλάκι. Τότε σκέφτηκε να βάλει μια παγίδα, όταν το πουλί ξανάρθει δεν θα ξαναφύγει ποτέ.
Το πουλί που ήταν και εκείνο ερωτευμένο μαζί της, επέστρεψε την επόμενη μέρα, έπεσε στην παγίδα και κλείστηκε στο κλουβί.
Κοίταζε το πουλί κάθε μέρα. Ήταν εκεί το αντικείμενο του πόθου της και το έδειχνε στους φίλους της που της έλεγαν: «Τώρα έχεις όλα όσα θα ήθελες».
Παρ’ όλα αυτά μια περίεργη μεταμόρφωση συνέβη, τώρα που είχε το πουλί και δεν χρειαζόταν πια να το κυνηγά, έχασε το ενδιαφέρον της. Το πουλί ανίκανο να πετάξει και να εκφράσει το αληθινό μήνυμα της ζωής του, άρχισε να μαραζώνει, και να χάνει την λάμψη του, ασχήμυνε, και η γυναίκα πια δεν του έδινε σημασία παρά το τάιζε και καθάριζε το κλουβί του.
Μια μέρα το πουλί πέθανε. Η γυναίκα ένιωσε απίστευτη στενοχώρια και το μόνο που έκανε ήταν να το σκέφτεται. Αλλά δεν θυμόταν το κλουβί, σκεφτόταν την μέρα που το είχε πρωτοδεί, να πετά ελεύθερο ανάμεσα στα σύννεφα.
Αν είχε κοιτάξει πιο βαθιά μέσα της, θα καταλάβαινε ότι αυτό που την έλκυε στο πουλί ήταν η ελευθερία του, η ενέργεια που είχαν τα φτερά του εν κινήσει, όχι απλά το σώμα του. Χωρίς το πουλί, η ζωή της έχασε όλο της το νόημα, και ο θάνατος ήρθε και της χτύπησε την πόρτα.
«Γιατί ήρθες;» τον ρώτησε.
«Για να μπορέσεις να πετάξεις για άλλη μια φορά μαζί του στον ουρανό» απάντησε ο θάνατος. «Αν τον είχες αφήσει ελεύθερο, να έρχεται και να φεύγει, θα τον αγαπούσες και θα τον εκτιμούσες ακόμη περισσότερο, αλλά τώρα χρειάζεσαι εμένα για να τον ξαναβρείς»…

Paulo Coelho, 11 λεπτά, Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 2003

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Οι αστερίες


Μια μέρα, ένας άνθρωπος περπατούσε στην ακρογιαλιά. Την προηγούμενη νύχτα είχε προηγηθεί σφοδρή θαλασσοταραχή και η φουσκοθαλασσιά είχε ξεβράσει στην ακτή εκατοντάδες αστερίες.
Κάποια στιγμή είδε ένα παιδί να σκύβει στην άμμο, να σηκώνει κάτι και πολύ απαλά να το πετά μέσα στην θάλασσα. Η κίνηση αυτή επαναλήφθηκε πολλές φορές, ώσπου να πλησιάσει κοντά. Τότε διαπίστωσε ότι το παιδί μάζευε τους αστερίες και τους ξαναπετούσε στη θάλασσα.
Καθώς το παιδί ήταν αφοσιωμένο στο έργο του και δεν τον είχε αντιληφθεί, ο άνθρωπος στάθηκε και το παρατηρούσε για πολλή ώρα. Ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπό του και η έκφραση του προσώπου του ήταν σφιγμένη από την προσπάθεια.
Κάποια στιγμή ο άνθρωπός μας αποφάσισε να κάνει αισθητή την παρουσία του και του φώναξε:
«Καλημέρα! Τι κάνεις εδώ;»
Το παιδί, σταμάτησε για μια στιγμή, κοίταξε τον άνδρα και του απάντησε:
«Δε βλέπεις; Πετάω αστερίες στην θάλασσα».
«Δεν έχει νόημα αυτό που κάνεις», του αντιγύρισε ο άνθρωπος. «Είναι εκατοντάδες οι αστερίες που πεθαίνουν στην αμμουδιά. Δεν έχει σημασία αυτό που κάνεις!»
Το παιδί τον κοίταξε, του έδειξε τον αστερία που κρατούσε στο χέρι του και του είπε:
«Έχει όμως σημασία για αυτόν εδώ!...»
Και λέγοντας αυτά τα λόγια πέταξε τον αστερία απαλά μέσα στην θάλασσα.
Ο άνθρωπός μας συνέχισε το δρόμο του, περπατώντας πλάι στους ξεβρασμένους αστερίες.
Λίγο παρακάτω όμως, κάποιοι τον είδαν να κοιτάει κλεφτά γύρω του μήπως τον βλέπει κανείς κι όταν βεβαιώθηκε πως ήταν μόνος του, έσκυψε μάζεψε έναν αστερία και να τον απίθωσε μαλακά στη θάλασσα...

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Ο Διογένης και οι φακές




Μία μέρα ο Διογένης έτρωγε ένα πιάτο φακές καθισμένος στο κατώφλι ενός τυχαίου σπιτιού. Δεν υπήρχε σε όλη την Ελλάδα πιο φθηνό φαγητό από μία σούπα με φακές. Μ’ άλλα λόγια, αν έτρωγες φακές σήμαινε ότι βρισκόσουν σε κατάσταση απόλυτης ανέχειας. Πέρασε ένα απεσταλμένος του άρχοντα και του είπε:
«Α! Διογένη, Αν μάθαινες να μην είσαι ανυπότακτος κι αν κολάκευες λιγάκι τον άρχοντα, δε θα ήσουν αναγκασμένος να τρως συνέχεια φακές.»
Ο Διογένης σταμάτησε να τρώει, σήκωσε το βλέμμα και κοιτάζοντας στα μάτια τον πλούσιο συνομιλητή του αποκρίθηκε:
«Α, φουκαρά αδελφέ μου! Αν μάθαινες να τρως λίγες φακές, δεν θα ήσουν αναγκασμένος να υπακούς και να κολακεύεις συνεχώς τον άρχοντα.»

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

Ό,τι κάνεις, γυρίζει


 
Κάποια μέρα ένας άνδρας που επέστρεφε στο σπίτι του οδηγώντας, είδε μια γριά γυναίκα που καθόταν στην άκρη του δρόμου, στο πλάι ενός πολυτελούς αμαξιού. Ακόμη και στο λιγοστό φως της ημέρας μπόρεσε να διακρίνει ότι χρειαζόταν βοήθεια...
Έτσι παρκάρισε το παλιό του αυτοκίνητο μπροστά από το δικό της ακριβό αυτοκίνητο και βγήκε από το αμάξι κοιτάζοντας τη γερασμένη κυρία. Η γυναίκα έμοιαζε απελπισμένη. Εδώ και αρκετές ώρες κανείς δεν είχε σταματήσει να την βοηθήσει. Τώρα αυτός που σταμάτησε τι άνθρωπος ήταν; Θα της έκανε κακό; Ο άντρας φαινόταν πεινασμένος και φτωχός.
Εκείνος διέκρινε ότι ήταν φοβισμένη, καθώς καθόταν εκεί έξω μέσα στο κρύο. Κατάλαβε αμέσως πως αισθανόταν η γυναίκα. Την κοίταξε καθησυχαστικά και της είπε:
«Είμαι εδώ για να σε βοηθήσω. Γιατί δεν κάθεσαι να περιμένεις μέσα στο αυτοκίνητο που είναι πιο ζεστά; Ονομάζομαι Γιάννης Στάθης».
Το πρόβλημα ήταν μόνο ένα σκασμένο λάστιχο, αλλά για την ηλικιωμένη γυναίκα αυτό ήταν ένας αξεπέραστος βραχνάς. Ο Γιάννης έσκυψε κάτω από το αμάξι και έβαλε τον γρύλο τραυματίζοντας τους αγκώνες του. Σύντομα άλλαξε το λάστιχο. Αλλά είχε λερωθεί και τραυματιστεί.
Καθώς έσφιγγε τα μπουλόνια, η γυναίκα κατέβασε το παράθυρο και άρχισε να του μιλά.
Του είπε ότι είναι από άλλη γειτονιά και απλά έτυχε να περνά από την περιοχή. Δεν ήξερε πώς να τον ευχαριστήσει για την βοήθεια του. Ο Γιάννης απλά χαμογέλασε κλείνοντας το πορτμπαγκάζ. Η γυναίκα τον ρώτησε τι του οφείλει.
«Τι να μου οφείλετε…», μονολόγησε ο Γιάννης.
Η γυναίκα τον κοίταξε περίεργα. Όση ώρα περίμενε είχε σκεφθεί τι θα μπορούσε να της είχε συμβεί αν δεν σταματούσε ο περαστικός… Για το λόγο αυτό ήταν πρόθυμη να πληρώσει όποιο ποσό της ζητούσε. Ο Γιάννης πάλι απ’ την πλευρά του σκεφτόταν αν θα ήταν έντιμο να πληρωθεί γι’ αυτό που έκανε. Αποφάσισε πως δεν έπρεπε να πάρει χρήματα. Άλλωστε αυτή δεν ήταν η δουλειά του. Αυτή ήταν μια μικρή βοήθεια σε κάποιον συνάνθρωπο που είχε ανάγκη… Θυμήθηκε πόσοι άνθρωποι είχαν βοηθήσει τον ίδιο στο παρελθόν. Ένιωσε ότι τα βλέμματά τους ήταν πάνω του και τον παρακολουθούσαν. Όχι δεν θα έπαιρνε χρήματα. Είχε περάσει όλη του τη ζωή προσπαθώντας να κάνει το καλόž δεν θα έκανε τώρα κάτι διαφορετικό.
Την κοίταξε λοιπόν κατάματα και της αποκρίθηκε πως αν ήθελε να τον ξεπληρώσει, την επόμενη φορά που θα έβλεπε κάποιον που χρειαζόταν βοήθεια θα μπορούσε να τον βοηθήσει σε ό,τι χρειαζόταν. Χαμογέλασε και συμπλήρωσε: «Να θυμάστε εμένα».
Περίμενε υπομονετικά μέχρι η ηλικιωμένη κυρία να βάλει μπρος την μηχανή του αυτοκινήτου και να φύγει. Ήταν μια κρύα και καταθλιπτική μέρα, αλλά ήδη αισθανόταν πολύ καλύτερα καθώς οδηγούσε προς το σπίτι του.
Μερικά χιλιόμετρα παρακάτω η γυναίκα είδε μια μικρή καφετέρια. Σταμάτησε για να πάρει κάτι να φάει, αλλά και να ξεμουδιάσει τα πόδια της. Ήταν ένα πολύ φιλόξενο στέκι. Εξωτερικά υπήρχαν δύο παλιές αντλίες βενζίνης. Το όλο σκηνικό ήταν πολύ διαφορετικό.
Η σερβιτόρα την πλησίασε με μια καθαρή πετσέτα για να σκουπίσει τα βρεγμένα της μαλλιά. Είχε ένα πολύ γλυκό χαμόγελο, παρά την κούραση που είχε από την ολοήμερη εργασία. Η γυναίκα διαπίστωσε αμέσως ότι η σερβιτόρα ήταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, αλλά δεν επέτρεπε να φανούν οι δυσκολίες της κατάστασής της. Η γριά γυναίκα αναρωτήθηκε πως κάποιος που έχει τόσο λίγα δίνει τόσο πολλά σε ένα άγνωστο. Τότε θυμήθηκε τον Γιάννη.
Μόλις ολοκλήρωσε το γεύμα πλήρωσε με εκατό Ευρώ. Η σερβιτόρα πήγε να φέρει τα ρέστα, αλλά η ηλικιωμένη είχε ήδη βγει από την πόρτα και είχε απομακρυνθεί αρκετά. Η σερβιτόρα κοίταξε τριγύρω και αναρωτήθηκε πού μπορεί να έχει πάει. Μετά είδε κάτι γραμμένο επάνω σε μια χαρτοπετσέτα:
«Δεν μου οφείλεις τίποτα. Έχω βρεθεί και εγώ σε αυτή την κατάσταση. Κάποιος, κάποτε, με βοήθησε με τον τρόπο που σε βοηθώ τώρα και εγώ. Αν πραγματικά θέλεις να μου επιστρέψεις τα ρέστα, να τι θα κάνεις, μην επιτρέψεις να κλείσει η αλυσίδα της αγάπης»
Κάτω από την χαρτοπετσέτα βρήκε άλλα 500 Ευρώ. Δάκρυα κύλισαν από τα μάτια της καθώς το διάβασε.
Υπήρχαν τραπέζια που ήθελαν καθάρισμα, βαζάκια ζάχαρης που έπρεπε να γεμίσει και άλλοι πελάτες που περίμεναν να τους εξυπηρετήσει, αλλά η σερβιτόρα τα κατάφερε μια χαρά μέχρι το τέλος της ημέρας.
Το βράδυ που έπεσε να ξαπλώσει, σκεφτόταν τα χρήματα που της είχε δώσει η γυναίκα αλλά και αυτά που της είχε γράψει. Πώς να γνώριζε άραγε η ηλικιωμένη γυναίκα πόσο πολύ αυτή και ο άνδρας της χρειαζόταν τόσο πολύ τα χρήματα; Με τον άντρα της χωρίς δουλειά και το μωρό να έρχεται τον επόμενο μήνα, θα ήταν πραγματικά πολύ δύσκολα... Ήξερε πόσο προβληματισμένος ήταν ο άντρας της, καθώς κοιμόταν ανήσυχος δίπλα της.
Έσκυψε, του έδωσε ένα τρυφερό φιλί και του ψιθύρισε:
«Όλα θα πάνε καλά. Σ’ αγαπώ Γιάννη Στάθη».

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

Τα επτά θαύματα του σύγχρονου κόσμου


Μετά το τέλος του μαθήματος ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές του να κάνουν μια εργασία: Έπρεπε να γράψουν σε μια λίστα αυτά που κατά τη γνώμη τους ήταν τα σημερινά «επτά θαύματα του κόσμου». Όσα, δηλαδή, πίστευαν ότι υπερτερούν σε μέγεθος και αξία για τον άνθρωπο στη σύγχρονη εποχή.
Το μυαλό όλων βέβαια, χωρίς να πολυσκεφτούν, πήγε αμέσως σε κτίρια και μνημεία που κατασκεύασαν σπουδαίοι άνθρωποι ανά τον κόσμο. Έτσι ο κάθε μαθητής ξεχωριστά ξεκίνησε την απαρίθμηση.
Όταν ο δάσκαλος ζήτησε να διαβάσουν τι είχαν γράψει φάνηκε στην τάξη, ότι παρότι υπήρξαν κάποιες διαφωνίες μεταξύ των μαθητών, οι περισσότερες γνώμες των παιδιών έδειχναν να συγκλίνουν σε συγκεκριμένα «θαύματα» τα οποία ήταν τα παρακάτω:
1. Οι πυραμίδες της Αιγύπτου
2. Το Τaj Mahal στην Ινδία
3. To Grand Canyon στον ποταμό Κολοράδο
4. Η διώρυγα του Παναμά
5. To Εmpire State Building στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής
6. Η βασιλική του Αγίου Πέτρου στο Βατικανό
7. Το Σινικό Τείχος στην Κίνα.

Αρκετά ικανοποιημένος ο δάσκαλος από τις γνώσεις των μαθητών του άρχισε να μαζεύει τα γραπτά τους. Τότε μόνο πρόσεξε - προς μεγάλη έκπληξη όλων - ότι μια μαθήτρια δεν είχε τελειώσει ακόμη το γράψιμο. Τη ρώτησε, λοιπόν, αν είχε κάποιο πρόβλημα με τη λίστα της.
Το κορίτσι απάντησε:
«Nαι, έχω ένα μικρό πρόβλημα. Δεν μπορώ να αποφασίσω, γιατί είναι τόσα πολλά…»
Ο δάσκαλος απορώντας με την απάντησή της είπε:
«Πες μας, λοιπόν, τι έχεις γράψει, για να δούμε αν μπορούμε να σε βοηθήσουμε».
Το κορίτσι στην αρχή δίστασε, μα μετά διάβασε με θάρρος:
«Πιστεύω ότι τα επτά θαύματα του κόσμου είναι…
1. Να βλέπεις…
2. Να ακούς…
3. Να αγγίζεις…
4. Να γεύεσαι…
5. Να αισθάνεσαι…
6. Να γελάς… και
7. Να αγαπάς…»

Η ησυχία που επικράτησε στην αίθουσα ήταν τέτοια, που θα άκουγες και μια καρφίτσα αν έπεφτε…

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Ένα αγόρι σε απόγνωση…



Μια μέρα, όταν πήγαινα πρώτη γυμνασίου, είδα ένα παιδί από την τάξη μου να πηγαίνει με τα πόδια στο σπίτι από το σχολείο. Το όνομά του ήταν Kail. Φαινόταν σαν να κουβαλούσε μαζί του όλα τα βιβλία του. Σκέφτηκα:
«Γιατί κάποιος να κουβαλάει μαζί του κάθε μέρα όλα τα βιβλία του; Θα πρέπει να είναι φυτό!»
Είχα προγραμματίσει όμορφα το Σαββατοκύριακο μου. Το Σάββατο το βράδυ θα πήγαινα σε ένα πάρτι και το απόγευμα της Κυριακής θα συναντιόμασταν με τους φίλους μου να παίξουμε ποδόσφαιρο στο γήπεδο. Ήμουν πολύ ενθουσιασμένος που τέλειωσε επιτέλους άλλη μια δύσκολη εβδομάδα, για αυτό και δεν του έδωσα περισσότερο σημασία. Σήκωσα τους ώμους μου και συνέχισα τον δρόμο μου.
Καθώς περπατούσα, είδα μια ομάδα παιδιών να τρέχουν προς το μέρος του. Τον πλησίασαν, πέταξαν τα βιβλία από τα χέρια του, του έβγαλαν τα γυαλιά του και τον έσπρωξαν με δύναμη. Το αγόρι προσγειώθηκε άσχημα στο χώμα.
Τον κοίταξα και είδα αυτή την τρομερή θλίψη στα μάτια του. Τον λυπήθηκα. Όταν τα αγόρια έφυγαν, τον πλησίασα για να τον βοηθήσω. Σέρνονταν στο χώμα ψάχνοντας τα γυαλιά του. Δεν δυσκολεύτηκα να δω ένα δάκρυ να κυλάει από τα μάτια του.
Τη στιγμή που του έδινα τα γυαλιά του, μου είπε:
«Αυτοί οι τύποι είναι ηλίθιοι. Δεν έχουν κάτι άλλο να κάνουν στη ζωή τους και ασχολούνται συνέχεια μαζί μου».
Φόρεσε τα γυαλιά του, με κοίταξε και μου είπε:
«Σε ευχαριστώ!»
Για πρώτη φορά τον είδα να χαμογελάει. Ήταν ένα από εκείνα τα χαμόγελα που έδειχναν πραγματική ευγνωμοσύνη. Τον βοήθησα να μαζέψει τα βιβλία του, και τον ρώτησα πού έμενε. Όπως αποδείχθηκε, το σπίτι του ήταν πολύ κοντά στο δικό μου, οπότε τον ρώτησα γιατί δεν τον είχα δει ποτέ ξανά στο παρελθόν. Μου είπε ότι πριν πήγαινε σε ιδιωτικό σχολείο. Δεν είχα κάνει ποτέ παρέα με κάποιον που πήγαινε σε ιδιωτικό σχολείο. Πήρα από τα χέρια του τα μισά βιβλία του και ξεκινήσαμε να προχωράμε προς τα σπίτια μας. Σε όλη τη διαδρομή δεν σταματήσαμε να μιλάμε. Τελικά ο Kail ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον παιδί και μου άρεσε η παρέα του.
Τον ρώτησα αν ήθελε να παίξει ποδόσφαιρο τη Κυριακή με μένα και με τους φίλους μου. Δέχτηκε με χαρά. Κάναμε παρέα όλο το Σαββατοκύριακο και όσο περισσότερο τον γνώριζα, τόσο πιο πολύ μου άρεσε να κάνω παρέα μαζί του. Αλλά και οι φίλοι μου είχαν την ίδια άποψη με έμενα.
Τη Δευτέρα το πρωί ήρθε στο σχολείο κουβαλώντας πάλι όλα τα βιβλία του.
Τον σταμάτησα και του είπα χαμογελαστός:
«Πω πω φίλε, με αυτό που κάνεις κάθε μέρα με τα βιβλία σου, δεν θα αργήσεις να αποκτήσεις μυς σε όλο σου το σώμα».
Εκείνος γέλασε και μου έδωσε να κουβαλήσω τα μισά από τα βιβλία του.
Κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών στο σχολείο, ο Kail και εγώ, γίναμε οι καλύτεροι φίλοι. Τελειώνοντας το Λύκειο αρχίσαμε να σκεφτόμαστε το κολέγιο. Ο Kail ήθελε να πάει στο Georgetown ενώ εγώ σκεφτόμουν πολύ σοβαρά το Duke. Ήξερα ότι τα χιλιόμετρα δεν θα μπορούσαν να σταθούν ποτέ εμπόδιο στη φιλία μας. Εκείνος ήθελε να γίνει γιατρός και εγώ ήθελα να πάω στη Γυμναστική ακαδημία.
Όταν ήρθε η μέρα της αποφοίτησης ο Kail ήταν αυτός που θα εκφωνούσε τον αποχαιρετιστήριο λόγο της τάξης μας. Τον πείραζα όλη την ώρα για αυτό. Του έλεγα με χαμόγελο πως ήταν φυτό αλλά η αλήθεια ήταν πως χαιρόμουν πολύ με τη επιτυχία του.
Όταν σηκώθηκε για να ξεκινήσει τον λόγο του, τον κοίταξα περήφανος. Αυτό το παιδί βρήκε πραγματικά τον εαυτό του κατά τη διάρκεια του γυμνασίου. Όλα τα παιδιά τον αγαπούσαν. Ακόμη και τα κορίτσια.
Στέκονταν εκεί όρθιος μπροστά σε όλους και έμοιαζε δυνατός, ανίκητος και πολύ όμορφος. Του πήγαιναν τα γυαλιά του. Η αλήθεια είναι ότι τα δυο τελευταία χρόνια έβγαινε περισσότερα ραντεβού από έμενα. Εντάξει, ίσως για αυτό να τον ζήλευα. Λιγάκι!
Όταν ξεκίνησε να μιλάει μπορούσα να καταλάβω ότι ήταν νευρικός. Κόμπιαζε. Σηκώθηκα όρθιος και του χαμογέλασα για να του δώσω κουράγιο. Με κοίταξε και μου ψιθύρισε χαμογελαστός:
«Σε ευχαριστώ φίλε».
Καθάρισε το λαιμό του και άρχισε.
«Σήμερα θα πρέπει να ευχαριστήσετε πραγματικά όλους όσους σας βοήθησαν να τα καταφέρετε όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια. Τους γονείς σας, τους καθηγητές σας, τα αδέλφια σας ακόμη και τους οδηγούς των σχολικών λεωφορείων. Αλλά περισσότερο από όλους θα πρέπει να ευχαριστήσετε τους φίλους σας. Είμαι εδώ για να πω σε όλους σας, ότι το να είσαι φίλος με κάποιον είναι το καλύτερο δώρο που μπορείς να του χαρίσεις. Θα σας πω μια ιστορία..»
Σήκωσα το βλέμμα μου και τον κοίταξα με έκπληξη την ώρα που διηγούνταν σε όλους εκείνη την ιστορία της πρώτης μέρας που συναντηθήκαμε. Έμεινα με ανοιχτό το στόμα όταν τον άκουσα να λέει ότι είχε προγραμματίσει να αυτοκτονήσει εκείνο το Σαββατοκύριακο. Μίλησε για το πώς είχε καθαρίσει ντουλάπι του, για να μην το κάνει η μαμά του αργότερα και για το πως μετέφερε όλα τα πράγματα του σπίτι του. Σταμάτησε για λίγο και με κοίταξε χαμογελαστός.
«Ευτυχώς, σώθηκα. Ο φίλος μου με έσωσε από το να κάνω κάτι πολύ άσχημο για μένα και την οικογένεια μου».
Όλοι τον άκουγαν με κομμένη την ανάσα την ώρα που αυτό το όμορφο, δημοφιλές αγόρι άνοιγε την ψυχή του. Γύρισα και είδα τη μαμά και τον μπαμπά του. Με κοίταζαν χαμογελώντας με ευγνωμοσύνη. Μέχρι τότε δεν είχα καταλάβει πόσο σημαντικό ήταν αυτό που είχα κάνει εκείνο το μεσημέρι της Παρασκευής.

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Ο τρόπος να ζεις




Μια φορά, ένας μαθητής ρώτησε τον δάσκαλό του:
«Πώς γίνεται κάποιο άνθρωποι που στη ζωή τους είναι τόσο καλοί να έχουν διαρκώς δύσκολα προβλήματα, ιδιαίτερα περίπλοκα, να επιλύσουν, ενώ άλλοι άνθρωποι που δεν είναι τόσο καλοί περνούν ξέγνοιαστα τη ζωή τους, αν και κάποιες φορές αρκεί η παραμικρή δυσκολία για να πνιγούν σε μια κουταλιά νερό;»
Έτσι, ο δάσκαλος τον κοίταξε χαμογελαστά και του είπε μια ιστορία...
«Κάποτε υπήρχε ένας άνθρωπος ο οποίος ήταν ένα πολύ φωτεινό πνεύμα και καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του συμπεριφερόταν στους γύρω του με πολύ αγάπη. Όταν πέθανε λοιπόν όλος ο κόσμος έλεγε ότι αυτός ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να πάει κάπου αλλού εκτός απ’ τον Παράδεισο. Ο ίδιος όμως δεν νοιαζόταν ιδιαίτερα για το πού θα πάει, αλλά επειδή όλοι έλεγαν ότι θα πήγαινε στον Παράδεισο, κατευθύνθηκε προς τα εκεί.
Εκείνη την εποχή όμως, έκαναν στον Παράδεισο μια μεγάλη ανακαίνιση, οπότε τα πράγματα δεν λειτουργούσαν σωστά. Ένα από αυτά που δεν λειτουργούσε σωστά ήταν και η υποδοχή. Η κοπέλα λοιπόν που είχε μείνει στην υποδοχή τα είχε χαμένα, και έτσι έριξε μια βιαστική ματιά στις αιτήσεις και για κάποιον λόγο δεν βρήκε το όνομα του ανθρώπου αυτού. Γι’ αυτόν το λόγο τον προέτρεψε να κατευθυνθεί προς την Κόλαση.
Και στην Κόλαση, ξέρετε πώς είναι. Δεν έχει είσοδο, δεν έχει υποδοχή όποιος θέλει μπαίνει, όποιος θέλει βγαίνει, καμία τάξη με λίγα λόγια.
Ο άνθρωπος λοιπόν μπήκε ήρεμος στην Κόλαση, βρήκε μια γωνιά και κάθισε.
Μερικές μέρες αργότερα, ο διάολος πολύ θυμωμένος, έφτασε στην πύλη του Παραδείσου φωνάζοντας τον Άγιο Πέτρο να βγει έξω και οργισμένος του είπε:
«Πέτρο, είσαι απαράδεκτος. Ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα μου έδινες ένα τέτοιο χτύπημα κάτω από τη μέση. Αυτό που κάνεις είναι τρομοκρατία!»
Χωρίς να καταλαβαίνει τον λόγο που ο διάολος είχε θυμώσει τόσο πολύ, ο Άγιος Πέτρος έκπληκτος, τον ρώτησε τι είχε συμβεί.
«Κάνεις ότι δεν ξέρεις; Μου έστειλες αυτόν τον τύπο στην Κόλαση και αυτός έχει δημιουργήσει μεγάλη φασαρία εκεί κάτω, μας έφερε πολλούς μπελάδες. Άκου τι έκανε! Αμέσως μόλις έφτασε κάτω σ’ εμάς, κάθισε σε μια μεριά και άκουγε τα παράπονα των ανθρώπων, τους κοίταζε στα μάτια και έπιανε κουβέντα μαζί τους. Λίγες μέρες έφτασαν για να γίνει η ζημιά. Και τώρα όλοι εκεί κάτω είναι χαμογελαστοί, φιλιούνται και αγκαλιάζονται μεταξύ τους. Η Κόλαση έχει γίνει ανυπόφορη, έχει γίνει σαν Παράδεισος. Γι’ αυτό Πέτρο, κάνε μου την χάρη σε παρακαλώ, πάρε αυτόν τον άνθρωπο από εκεί και κράτησέ τον εδώ!
Όταν ο δάσκαλος τελείωσε τη ιστορία κοίταξε τον μαθητή στα μάτια και του είπε:
«Ζήσε τη ζωή σου έχοντας την καρδιά σου γεμάτη αγάπη, όσα προβλήματα κι αν αντιμετωπίζεις, κι ακόμα και εάν κατά λάθος βρεθείς στην Κόλαση, ο ίδιος ο διάολος θα σε γυρίσει πίσω στον Παράδεισο».